Natalia Klimova ν. Dmytro Yakushev, Αρ. Αγωγής: 1938/2022, 29/4/2026
print
Τίτλος:
Natalia Klimova ν. Dmytro Yakushev, Αρ. Αγωγής: 1938/2022, 29/4/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1938/2022

(i-Justice)

Μεταξύ:

 

Natalia Klimova

 

Ενάγουσας

-και-

 

Dmytro Yakushev

                       Εναγόμενου

----------------------------------------

 

Αίτηση ημερ. 21/03/2024 από τον εναγόμενο για απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας

 

Ημερομηνία: 29/04/2026.

 

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο – Αιτητή: κα.  Κ. Ιωάννου για κ.κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Ενάγουσα – Καθ’  ης η Αίτηση: κ. Ι. Τ. Οικονόμου για κ.κ. Ε. Economou & Co LLC.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα Αγωγή, με κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο, στις 24/11/2022 εναντίον του Εναγόμενου, με την οποία αξιώνει το ποσό των 331.740,63 Δολαρίων Αμερικής και/ή το ισάξιο σε ευρώ, λόγω παράβασης Συμφωνίας Δανείου και/ή ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας Δανείου, το ποσό των 196.539,94 Δολαρίων Αμερικής και/ή το ισάξιο σε ευρώ, δυνάμει περαιτέρω παράβασης της Συμφωνίας Δανείου και/ή λόγω μη καταβολής από τον Εναγόμενο του συμφωνηθέντος τόκου μέχρι τις 31/08/2023 και το ποσό των 104.807,41 Δολαρίων Αμερικής και/ή το ισάξιο σε ευρώ, ως περαιτέρω τόκο μέχρι τις 31/08/2023 και/ή ως τόκο υπερημερίας. Αξιώνεται, επίσης, απαγορευτικό διάταγμα αποξένωσης της περιουσίας του εναγόμενου μέχρι του ποσού των 613.160,22 Δολαρίων Αμερικής και/ή το ισάξιο σε ευρώ μέχρι την πλήρη εκτέλεση της απόφασης και διάταγμα ένορκης αποκάλυψης των περιουσιακών του στοιχείων.

 

Στις 08/02/2023, καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο Σημείωμα Εμφάνισης, μέσω δικηγόρου και την 01ην/09/2023, καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης. Στις 21/03/2024 ο Εναγόμενος καταχώρησε την Έκθεση Υπεράσπισης του και ταυτόχρονα την υπό κρίση Αίτηση, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω.

 

Όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 25/11/2015, κατέβαλε στον Εναγόμενο ως δάνειο το ποσό των Ρωσικών Ρουβλιών 33.072.984,00 (Δολάρια ΗΠΑ 504.000,00) με ημερομηνία αποπληρωμής του στις 25/11/2019 και με πρόνοιες για επιβολή συγκεκριμένου ποσοστού ως τόκο. Ο Εναγόμενος κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι του δανείου, χωρίς, όμως, να το αποπληρώσει και η ημερομηνία αποπληρωμής παρήλθε. Ειδοποιήθηκε περί τούτου ο Εναγόμενος με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 30/08/2022 και του ζητήθηκε η καταβολή του υπόλοιπου ποσού μέχρι τις 04/04/2022, χωρίς, όμως, να έχει συμμορφωθεί.

 

Ο Εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του, εγείρει προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι υπάρχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου και/ή διέπεται από το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και στα Δικαστήρια της Μόσχας.   

 

Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ο Εναγόμενος παραδέχεται την Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 25/11/2015, αλλά ισχυρίζεται ότι αυτή δεν έχει καμία νομική ισχύ καθότι αποτελεί εικονικό (sham) έγγραφο και ουδέν αντάλλαγμα έλαβε από την Ενάγουσα.

 

Στις 21/03/2024, ο Εναγόμενος (από τώρα και στο εξής ο «Αιτητής») καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αξιώνει ως ακολούθως:

 

«1.  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη της και/ή η αναστολή (stay) και/ή παραμερισμός (set aside) και/ή άλλως πως την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή άλλως πως, ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή ένεκα ρήτρας αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας και/ή άλλως πως.

 

       [….]»

 

Η Αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.2, Δ.16, Δ.27 Θ.1-4, Δ.48, Θ.1-4 και 9, Δ.31, Θ.2, Δ.39, Δ.57, Δ.64, στα άρθρα 29-31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 (Ν.172/1986), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση, επίσης, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου ημερομηνίας 21/03/2024. Καταχωρήθηκαν, επίσης, συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22/05/2025 εκ μέρους του εναγόμενου και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23/05/2025 του κ. Pavel Tarasov, Ρώσου δικηγόρου.

 

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η συμφωνία δανείου είναι εικονική και υπογράφτηκε με σκοπό να βοηθήσει κάποιο Nikolay Borisovich Kozlov να εισπράξει οφειλόμενα χρήματα του από τρίτους ύψους $2.000.000 περίπου, αφού ο τελευταίος δεν ήθελε να φαίνεται λόγω του ότι ήταν Κυβερνητικός αξιωματούχος στην Ρωσία. Η Ενάγουσα ήταν υπάλληλος ή συνεργάτης του πιο πάνω Kozlov ή άλλως πως συνδεόταν με αυτόν. Το 2017 ο Κozlov του ζήτησε όπως υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου με την Ενάγουσα, για να μπορεί να παραλάβει τα χρήματα του ευκολότερα, αλλά το πιο σημαντικό ήταν για να μπορεί να δικαιολογήσει τις εισερχόμενες πληρωμές προς αυτόν. Υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1), αντίγραφο της οποίας εξασφάλισε μόλις πρόσφατα όταν αυτή αποστάληκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, προς τους δικηγόρους του.

 

Η ρηθείσα συμφωνία δανείου είναι εικονική καθώς και η απόδειξη που υπέγραψε ότι παρέλαβε χρήματα από την Ενάγουσα δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Ουδέποτε έλαβε χρήματα από την Ενάγουσα και το δάνειο υπογράφτηκε αποκλειστικά για να μπορεί ο Kozlov να δικαιολογήσει τα χρήματα που θα λάμβανε και την υπόγραψε διότι ήταν ο μεσολαβητής για να λάβει τα χρήματα του από τρίτους. Ακόμα και η ημερομηνία υπογραφής της είναι εικονική εφόσον αυτή υπογράφηκε περί το έτος 2017, όταν ο Kozlov το ζήτησε.

 

Όλα τα χρήματα τα οποία λάμβανε από τους τρίτους, τα απόστελλε στον Kozlov ή στη θυγατέρα του ή σε τρίτα πρόσωπα που του υποδείκνυε. Όταν οι διάφοροι οφειλέτες σταμάτησαν να πληρώνουν, ενημέρωσε στον Kozlov αλλά δεν τον πίστεψε και τον απείλησε ότι θα καταχωρούσε την παρούσα αγωγή εναντίον του για τα χρήματα που του οφείλονταν. Η παρούσα αγωγή αποτελεί τακτική εκφοβισμού.

 

Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας βασίζεται στους όρους της συμφωνίας δανείου. Το Δικαστήριο, όμως, δεν έχει δικαιοδοσία καθότι σύμφωνα με τον όρο 5 αυτής, αναφέρεται ρητά ότι 1. Η συμφωνία δανείου υπόκειται στην νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ο τόπος δικαιοδοσίας θα είναι η Μόσχα στην Ρωσική Ομοσπονδία.                   2. Οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από την συμφωνία δανείου, θα καταχωρείται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο της Μόσχας στην Ρωσική Ομοσπονδία.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής αναφέρει ότι τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν αποτελούν το πρόσφορο μέσω (forum conveniens) για να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση. Κατ’ αρχάς, η κατ’ ισχυρισμό συμφωνία δανείου αναφέρει ότι υπογράφτηκε στην Μόσχα. Επιπλέον, ο Αιτητής αναφέρει ότι σκοπεύει να καλέσει μάρτυρες προς απόδειξη των ισχυρισμών του, οι οποίοι όλοι διαμένουν στην Ρωσική Ομοσπονδία και ομιλούν την Ρωσική γλώσσα ως την κύρια γλώσσα τους. Όλες οι μαρτυρίες και τεκμήρια που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του, είναι στην Ρωσική Ομοσπονδία και είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να καλέσει όλους τους αναγκαίους μάρτυρες και να παρουσιάσει όλη την αναγκαία μαρτυρία και τεκμήρια για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, ενόψει μάλιστα και των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

 

Επίσης, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και τα επίδικα θέματα, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης. Αυτά μπορούν να αποφασιστούν μόνο από τα Δικαστήρια της Μόσχας, τα οποία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί όλων των διαφορών που προκύπτει από την κατ’ ισχυρισμό συμφωνία δανείου.

 

Η Ενάγουσα (η «Καθ’  ης η Αίτηση»), καταχώρησε ένσταση στις 23/08/2024, με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

«1. Ο Εναγόμενος έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εφόσον έχει καταχωρίσει άνευ όρων εμφάνιση στην υπό κρίση αγωγή. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος κωλύεται και/ή εμποδίζεται να αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου και/ή των Κυπριακών Δικαστηρίων αφού ο ίδιος ο Εναγόμενος με ενέργειες και την συμπεριφορά του έχει από μόνος του οικειοθελώς υπαχθεί και/ή αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και των Κυπριακών Δικαστηρίων.

 

2.  Με επιφύλαξη του ανωτέρου λόγου ένστασης, η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση 1 και πλέον έτους μετά την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης άνευ όρων ημερ. 08/02/2023.

 

3.   Το Σεβαστό Δικαστήριο έχει έκδηλα δικαιοδοσία και/ή αποκλειστική δικαιοδοσία και δεν δύναται να αποποιηθεί της διεθνούς του δικαιοδοσίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου του 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ο «Κανονισμός 1215/12») και της εφαρμογής του κανόνα της κατοικίας του Εναγόμενου, ο οποίος διαμένει στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό. Ως εκ τούτου και ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 4 του Κανονισμού 1215/12, δεν τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα καταλληλότερου forum conveniens αλλοδαπού δικαστηρίου από τα Κυπριακά Δικαστήρια.

 

4.  Με επιφύλαξη και άνευ βλάβης των ανωτέρω λόγων ένστασης:

 

   4.1. Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα πλέον κατάλληλα (forum conveniens) να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά. Δίχως περιορισμό:

       i. O Εναγόμενος σχετίζεται και/ή έχει ισχυρό δεσμό με την Κύπρο καθ’ ότι διαμένει στην Κύπρο,

      ii. περαιτέρω, ενόψει της φύσης της υπόθεσης και δη της ισχυριζόμενης παράβασης ιδιωτικής συμφωνίας δανείου μεταξύ Ενάγουσας και του Εναγόμενου και λαμβάνοντας υπόψη τον τόπο διαμονής του Εναγόμενου, η μαρτυρία (ή τουλάχιστον η βασική μαρτυρία) του Εναγόμενου βρίσκεται στην Κύπρο.

     iii. O Εναγόμενος δεν τεκμηριώνει τους ακριβείς μάρτυρες που προτίθεται να προσκομίσει (κατ’ ελάχιστον αριθμητικά) και το συγκεκριμένο κόστος προσκόμισης τους (κατ’ ελάχιστον κατά υπολογισμό) και απλώς περιορίζεται σε γενικούς ισχυρισμούς,

    iv. σε περίπτωση που κριθεί ότι η Ρωσία είναι καταλληλότερο forum, που εν πάση περιπτώσει δεν είναι, η Ενάγουσα θα στερηθεί του δικαιώματος της να εγείρει αγωγή και/ή να προωθήσει δικαστικά διαβήματα στη Ρωσία καθ’ υπόδειξη των Ρωσικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, η Ενάγουσα αποστερήθηκε ρητώς του δικαιώματος της να εγείρει οποιαδήποτε διαδικασία και/ή αξίωση στη Ρωσία επί τη βάσει της επίδικης συμφωνίας δανείου, ως υπέδειξαν τα Ρωσικά δικαστήρια και

   v. σε περίπτωση που κριθεί εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό της Ρωσίας, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από το Κυπριακό

 

4.2. Ο Εναγόμενος δεν έχει αποδείξει, ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια είναι ξεκάθαρα και ευδιάκριτα πιο κατάλληλα να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή από τα Κυπριακά Δικαστήρια.

 

4.3. Αντιθέτως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, έχει τεκμηριωθεί ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια δεν μπορούν καν να θεωρηθούν εναλλακτικό φόρουμ.

 

4.4. Τα Κυπριακά Δικαστήρια και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εφόσον ο Εναγόμενος κατά τον χρόνο της έγερσης της αγωγής διέμενε και/ή διαμένει εντός της επαρχίας Λεμεσού.

 

5.  Με επιφύλαξη και άνευ βλάβης όλων των ανωτέρω λόγων ένστασης, η ισχυριζόμενη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική και/ή δεν είναι αποκλειστική και/ή κατέστη ανεφάρμοστη και/ή κατέστη αναποτελεσματική και/ή καθ’ υπόδειξη των ρωσικών δικαστηρίων τα δικαστήρια της Ρωσίας δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό κρίση αγωγή. Ως εκ τούτου, υπάρχει δεδικασμένο από τα Ρωσικά Δικαστήρια αφορώσι τη μη εφαρμογή της ισχυριζόμενης ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου.

 

6.  Ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει ή καταδεικνύεται για έκδοση οιουδήποτε εκ των Διαταγμάτων που επιζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση.»       

 

Η ένσταση της Καθ’  ης η Αίτηση, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ελευθέριου Οικονόμου ημερομηνίας 23/08/2024, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την Καθ’ ης η αίτηση. Στις 23/10/2025 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αυτή του κ. Μιχάλη Ζιβανάρη, επίσης, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την Καθ’ ης η αίτηση.

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είναι επιχειρηματίας η οποία διαμένει στη Ρωσία. Επιχειρηματίας είναι και ο Αιτητής, ο οποίος διαμένει και κατοικεί στη Λεμεσό. Γίνεται αναφορά στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 25/11/2025 (τεκμήριο 3) και στην απόδειξη παραλαβής του ποσού του δανείου από τον Αιτητή (τεκμήριο 4). Ακολούθως, γίνεται αναφορά στις διάφορες πληρωμές που ο Αιτητής προέβηκε και στην παράλειψη του να εξοφλήσει το υπόλοιπο του δανείου και τους τόκους.

 

Πέραν των πιο πάνω, γίνεται αναφορά στον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας δανείου και στις Ρωσικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε σχέση με την επίδικη συμφωνία και την ισχυριζόμενη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Σαβελόβσκιι της Μόσχας εναντίον του εναγόμενου, αξιώνοντας θεραπείες επί τη βάσει της παραβίασης της Συμφωνίας. Στις 28/04/2024 (προφανώς είναι το 2022) το πιο πάνω Δικαστήριο αποφάσισε πως η υπόθεση δεν εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του και διέταξε όπως η αγωγή μαζί με τα σχετικά έγγραφα επιστραφούν στην Καθ’ ης η αίτηση. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διεύθυνση διαμονής του Εναγόμενου είναι στην Κύπρο και ως εκ τούτου “η αγωγή…..για την είσπραξη ποσών με βάση την δανειακή σύμβαση δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Σαβελόβσκιι της Μόσχας και [η έκθεση απαίτησης] θα πρέπει να επιστραφεί [στην Ενάγουσα].” (βλ. τεκμήριο 5).

 

Ακολούθως, η Καθ’ ης η αίτηση εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση και στις 04/10/2022 το Δημοτικό Δικαστήριο της Μόσχας απέρριψε την έφεση της Καθ’ ης η αίτηση, υιοθετώντας την πρωτόδικη απόφαση (βλ. τεκμήριο 6).

 

Σύμφωνα με πληροφόρηση που ο ενόρκως δηλών έλαβε από την κα. Οxana Grinberg, Ρώσο δικηγόρο, εν όψει των πιο πάνω, ο όρος 5 της συμφωνίας έχει καταστεί ανεφάρμοστος και/ή αναποτελεσματικός από τα ίδια τα Δικαστήρια της Μόσχας, τα οποία, όχι μόνο αποφάσισαν πως δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό κρίση αγωγή αλλά άφησαν να νοηθεί μάλιστα πως δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, ενόψει της κατοικίας του Αιτητή. Επισυνάπτεται, επίσης, σχετική γνωμάτευση της πιο πάνω δικηγόρου ως τεκμήριο 7.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τις θέσεις του Αιτητή επί της ουσίας της αξίωσης και ισχυρίζεται ότι το δάνειο ήταν προσωπικής φύσεως και όλα τα σχετικά έγγραφα, δεν αμφισβητούνται από τον Αιτητή ότι τα υπέγραψε.

 

Παραπομπή γίνεται στο Άρθρο 4 του (ΕΕ) Κανονισμού 1215/2012 και στο ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι αυτός καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων στις 08/02/2023 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 21/03/2024 με υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

 

Με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23/05/2024, ο Αιτητής αναφέρει ότι ο λόγος που καθυστέρησε να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση είναι διότι δεν είχε αντίγραφο της υποτιθέμενης δανειακής σύμβασης κατά την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης του.

 

Δεν είχε, επίσης, καμία γνώση των τεκμηρίων 5 – 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και για το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε αγωγή και έφεση στα Δικαστήρια της Ρωσίας. Η διαδικασία εκείνη ουδέποτε του κοινοποιήθηκε.

 

Η μοναδική μαρτυρία στην Κύπρο είναι η δική του και οι υπόλοιποι μάρτυρες που προτίθεται να καλέσει, οι οποίοι ενδέχεται να περιλαμβάνουν τον Nikolay Borisovich Kozlov ή την κόρη του Julia Kozlova ή τα πρόσωπα από τα οποία έλαβε χρήματα και τα οποία στη συνέχεια κατέβαλε στο Kozlov ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο υπέδειξε, διαμένουν όλοι στη Ρωσική Ομοσπονδία και είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξαναγκαστεί η παρουσία ενός σεβαστού αριθμού μαρτύρων Ρώσων για δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο.

 

Η γνωμάτευση του Ρώσου δικηγόρου του, κ. Τarasov, αντικρούει τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση ότι έχει εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα στη Ρωσία και ότι εμποδίζεται να καταχωρήσει εκ νέου αγωγή.

 

Με την ένορκη δήλωση του κ. Pavel Tarasov, επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 η σχετική γνωμάτευση του. Ο εν λόγω ενόρκως δηλούντας αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν εξάντλησε όλα τα ένδικα μέσα στη Ρωσία. Η Καθ’ ης η αίτηση είχε δικαίωμα να ασκήσει, κατά της πρωτόδικης απόφασης, την «πρώτη αναίρεση», τη «δεύτερη αναίρεση» καθώς και την Εποπτική Έφεση, δικαιώματα και δυνατότητες που θεληματικά επέλεξε να μην ασκήσει.

 

Οι δε αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων, δεν εμποδίζουν την Καθ’ ης η αίτηση από το να καταχωρήσει εκ νέου την αγωγή της στο κατάλληλο Δικαστήριο της Μόσχας, εξηγώντας τη θέση του. Δεν συμφωνεί με τη θέση ότι μόνο το Δικαστήριο στην Κύπρο έχει δικαιοδοσία να ακούσει την αγωγή της Ενάγουσας λόγω της κατοικίας του Εναγόμενου ή ότι η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να προωθήσει την αγωγή της στα Ρωσικά Δικαστήρια ή ότι η Ρωσία δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη ή διαθέσιμη δικαιοδοσία για να εκδικαστεί η παρούσα αγωγή.

 

Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν συμμετείχε στις διαδικασίες στη Ρωσία, δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει τη θέση του όσο αφορά τη δικαιοδοσία.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση, με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ζιβανάρη, αναφέρεται στην πρόσθετη γνωμάτευση που έλαβε από την κα Oxana Grinberg, δικηγόρο από την Ρωσία (τεκμήριο 1) και η οποία αντικρούει τους ισχυρισμούς του      κ. Τarasov. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Ρωσικό δίκαιο δεν επιβάλει κάποια υποχρέωση σε διάδικο να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα στη Ρωσία πριν να εγείρει δικαστική διαδικασία σε άλλη δικαιοδοσία. Η θέση, επίσης, ότι η Ενάγουσα μπορεί να καταχωρήσει εκ νέου αγωγή στη Ρωσία, είναι εσφαλμένη καθότι αγνοεί τη δεσμευτικότητα των Ρωσικών Δικαστηρίων που έκριναν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό κρίση αγωγή και διότι δεν εξετάζει το γεγονός ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια αποφάσισαν την επιστροφή της αγωγής που καταχωρήθηκε στη Ρωσία, πίσω στην Ενάγουσα επί τη βάσει του Άρθρου 135(3) του Russian Civil Code, καθ’ ότι (μεταξύ άλλων) έκριναν πως η ισχυριζόμενη ρήτρα δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στην επίδικη συμφωνία δανείου είναι ανεφάρμοστη και/ή αναποτελεσματική, με αποτέλεσμα αυτό να συνιστά ελάττωμα που δεν μπορεί να θεραπευτεί με βάση το δίκαιο της Ρωσίας, αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα καταχώρισης αγωγής στη Ρωσία.

Περαιτέρω και σε σχέση με το ζήτημα ότι ο Εναγόμενος στερήθηκε του δικαιώματος του να παρουσιάσει τη θέση του ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι εσφαλμένο, διότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο, ο Εναγόμενος αποκτά δικαιώματα ως διάδικος μόνο αφού το δικαστήριο κάνει δεκτή την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση η έκθεση απαίτησης επιστράφηκε πίσω στην Ενάγουσα, δηλαδή δεν έγινε δεκτή και επομένως ο Εναγόμενος δεν απέκτησε καμία δικονομική ιδιότητα ούτε δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία.

 

Με επιπρόσθετη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Pavel Tarasov ημερ. 30/10/2025, εκ μέρους του Αιτητή, επιμένει, στην ουσία, στις αρχικές του θέσεις με διευκρινήσεις και ισχυρίζεται ότι η Ρωσία δεν διαθέτει σύστημα δικαστικών προηγούμενων παρόμοιο με αυτό του κοινοδικαίου. Αναφέρει, επίσης, ότι δεν ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα και ότι υπήρχε υποχρέωση επίδοσης στον Εναγόμενο των διαδικασιών στην Ρωσία.

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί επιστάμενα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης να τις αναπαράγω. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις και θέσεις των μερών κατά την εξέταση της αίτησης, αν τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

 

 

 

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 

 

 

«27.1. Any party shall be entitled to raise by his pleadings any point of law, and any point so raised shall be disposed of  by the Court at any stage that may appear to it convenient.

 

27.2 If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or any distinct cause of action, ground of defence, counter – claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.»

 

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας οποτεδήποτε φανεί από τα ενώπιον του γεγονότα ότι τίθεται θέμα δικαιοδοσίας να το αποφασίσει προτού προχωρήσει με την ακρόαση της υπόθεσης. Επίσης, τέτοια ζητήματα θα πρέπει να επιλύονται το συντομότερο δυνατό (βλ. Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ Λτδ κ.α. v.  Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 225). Στην Νίνος Δημητρίου v. Τζηζέλας Δημητρίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1153 λέχθηκε ότι «Η δικαιοδοσία είναι θέμα δημόσιας τάξης και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκον να εγείρει το θέμα και να αποφασίσει, γιατί απόφαση Δικαστηρίου που στερείται δικαιοδοσίας είναι άκυρη» (βλ. επίσης Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Θεοδώρου, Εμπορευόμενου με την Εμπορική Επωνυμία P. TH. SURVIVAL, Πολ. Αίτηση Αρ. 31/2010, Ημερομηνίας 22/04/2010).

 

Στην Aerocandia Aviation Services Cy Ltd v. Παναγιώτης Σπανός, Πολ. Έφεση Αρ. 210/2021, Ημερ. 09/04/2025, επίσης, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

“……όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί, το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στις υποθέσεις Μούρτζινος ν Global Cruises S.A. (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1160 και Βουνού ν Βουνού (1995) 1 Α.Α.Δ 168 επισημάνθηκε, με αναφορά στην Σεβεγέπ Λτδ ν. United Sea Transport and Another (1989) 1(E) Α.Α.Δ 729, ότι αφενός μεν το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτεπάγγελτα το ζήτημα της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της διαφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και ότι είναι ορθό όπως το ζήτημα αυτό επιλύεται το συντομότερο δυνατό, αφετέρου δε ότι το βάθρο για την εξέταση της αρμοδιότητας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο, το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα.”

 

Επομένως, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής και διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται κατά την εκδίκαση νομικών σημείων, στην περίπτωση που διαφαίνεται ζήτημα δικαιοδοσίας το Δικαστήριο μπορεί και θα πρέπει να το αποφασίζει το συντομότερο δυνατό, ακόμη και αυτεπάγγελτα. Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Αγγελίδη, Πολ. Αίτηση 32/2016, Ημερ. 02/03/2016 λέχθηκε ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορεί να αποφασιστεί κατά πάντα στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην παρούσα αίτηση και ακούστηκε και επί της ουσίας του ζητήματος της δικαιοδοσίας, όπως προκύπτει από την γραπτή της αγόρευση. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι μπορώ να αποφασίσω κατά πόσο υπάρχει ή όχι δικαιοδοσία του παρόντος του Δικαστηρίου, χωρίς κατά ανάγκη να ακολουθηθεί η διαδικασία της Δ.27.

πιο πάνω Κανονισμός που καθορίζει την διεθνή δικαιοδοσία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρει στο Άρθρο 4.1 ως γενική αρχή ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος - μέλος της Ένωσης, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους.

 

Στην υπόθεση Owusu v. Jackson Case C-281/02, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) αποφάσισε (παρ.37) ότι το άρθρο 2 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 που καθόριζε αποκλειστική δωσιδικία κατοικίας του εναγόμενου, είχε επιτακτικό χαρακτήρα και ότι μπορούσε να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει η διάταξη αυτή, μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονταν από τη Σύμβαση. Τονίστηκε επίσης ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών, απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία, την οποία αντλεί από το Άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλομένου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους ή η ως άνω διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο συμβαλλόμενο κράτος.

 

Παρά το ότι η συνθήκη των Βρυξελλών έχει αντικατασταθεί από τον Κανονισμό 44/2001 και στην συνέχεια από τον Κανονισμό 1215/2012, η αρχή που τέθηκε στην Owusu (ανωτέρω) συνεχίζει να έχει εφαρμογή αφού η εν λόγω υπόθεση έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.ά. Πολ. Έφ. 13/2009 ημερ. 27.3.2012 και The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v Hapag-Lloyd AG Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 38/2016 ημ. 21/06/2018).

 

Είναι σαφές ότι ο Κανονισμός καθορίζει ως βασικό κανόνα, την αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου. Η δωσιδικία αυτή θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο (βλ. παρ. 15 στο προοίμιο του Κανονισμού). Έτσι στον γενικό αυτό κανόνα που αναφέρεται στην νομική ορολογία ως “δωσιδικία της κατοικίας του εναγόμενου”, ο Κανονισμός καθορίζει κάποιες εξαιρέσεις.

 

Για τους σκοπούς της παρούσας, μας ενδιαφέρει η εξαίρεση του άρθρου 25 στις περιπτώσεις που καθορίζεται συμβατική ρήτρα δικαιοδοσίας μεταξύ συμβαλλομένων. Αυτό γιατί, η εφεσείουσα επικαλέστηκε, συμβατικό όρο για αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.

 

Το Άρθρο 25.1 που προσδιορίζει την πιο πάνω ρήτρα με τον όρο «παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», έχει ως εξής:

 

Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας

1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως.

 

Αναφέρεται επίσης στο εδάφιο α του Άρθρου 25.1 του Κανονισμού ότι η εν λόγω συμφωνία, καταρτίζεται μεταξύ άλλων είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση.

 

Όμως όσον αφορά την διεθνή δικαιοδοσία που σχετίζεται με ατομικές συμβάσεις εργασίας, τέτοιες συμφωνίες παρέκτασης θα πρέπει να είναι μεταγενέστερες της διαφοράς των διαδίκων.»

 

Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και από τις πρόνοιες και φιλοσοφία του Κανονισμού (βλ. Σκέψη 15) είναι ότι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου. Στην The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v Hapag-Lloyd AG (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι “Από το πνεύμα και το γράμμα των συνδυασμένων προνοιών του Κανονισμού, άρθρου 4(1) ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Κανονισμός δεν εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, σε περίπτωση συντρέχουσας αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας ή εκεί όπου προκύπτει παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού.”

 

Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα οποία δεν προκύπτει να αμφισβητούνται, ο Αιτητής είναι κάτοικος Λεμεσού ενώ η Καθ’ ης η αίτηση διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία. Στη συμφωνία δανείου, επίσης, αναφέρεται ότι ο Αιτητής είναι από την Κύπρο με συγκεκριμένο αριθμό διαβατηρίου. Η επίδικη διαφορά, περαιτέρω, αφορά διαφορά αστικής και εμπορικής φύσης. Δεδομένης της κατοικίας του Εναγόμενου στην Κύπρο, δηλαδή σε έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της φύσης της διαφοράς και ασχέτως της διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση σε τρίτη χώρα, οι πρόνοιες του Κανονισμού έχουν εφαρμογή (βλ. Σκέψη 13 και Άρθρο 4(1) του Κανονισμού και απόφαση του ΔΕΕ C-412/98, Group Josi, σκέψη 61, Ημερομηνίας 13/07/2000). Στην Owusu v. Jackson Case (ανωτέρω) αναφέρθηκε στη σκέψη 26 ότι «Η εμπλοκή συμβαλλομένου κράτους και τρίτου κράτους, λόγω, π.χ., της κατοικίας του ενάγοντος και ενός εναγόμενου στο πρώτο κράτος και της τελέσεως των επίμαχων πράξεων στο δεύτερο κράτος, είναι και αυτή ικανή να προσδώσει διεθνή χαρακτήρα στην επίμαχη έννομη σχέση». Κατά συνέπεια, κρίνω ότι υπάρχει διασυνοριακό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση και εφαρμόζεται ο Κανονισμός. Συναφώς, διαφωνώ με τη θέση των συνηγόρων του Αιτητή ότι δεν έχει εφαρμογή ο Κανονισμός διότι η Ρωσία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος και δεν δεσμεύεται από τον Κανονισμό.

 

Πέραν των πιο πάνω, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, η αξίωση της Καθ’ ης η αίτηση βασίζεται σε συμφωνία δανείου. Είναι κοινό έδαφος, επίσης, ότι  η επίδικη συμφωνία δανείου υπογράφηκε από τον Αιτητή, ο οποίος, όμως, αμφισβητεί την εγκυρότητα της και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι εικονική. Σε κάθε περίπτωση η αξίωση εδράζεται επί της εν λόγω συμφωνίας δανείου, η οποία, όπως, επίσης, αποτελεί κοινό έδαφος, περιέχει ρήτρα δικαιοδοσίας και δικαίου. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τον όρο 5 της εν λόγω συμφωνίας, οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει από την συμφωνία αυτή, εφαρμοστέο δίκαιο θα είναι το Ρωσικό και αρμόδια Δικαστήρια επίλυσης της διαφοράς θα είναι τα Δικαστήρια της Μόσχας.

 

Με βάση τις γενικές πρόνοιες του Άρθρου 4 του Κανονισμού και δεδομένης της κατοικίας του Αιτητή στην Κύπρο, Λεμεσός, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκτός και αν συντρέχουν ή εφαρμόζονται άλλες πρόνοιες του Κανονισμού. Στην προκειμένη, ο Αιτητής, για να καταδείξει την έλλειψη της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, παραπέμπει στην ρήτρα δικαιοδοσίας που υπάρχει στον όρο 5 της Σύμβασης Δανείου. Η εν λόγω ρήτρα είναι κοινώς αποδεχτή από αμφότερες τις πλευρές.

 

Το Άρθρο 25 του Κανονισμού, αναφέρεται στην παρέκταση της δικαιοδοσίας και ουσιαστικά αναγνωρίζεται η ελευθερία των διαδίκων να επιλέγουν το forum επίλυσης των διαφορών τους. Στην περίπτωση ύπαρξης ρήτρας δικαιοδοσίας, τότε το forum επιλογής των διαδίκων αποκτά διεθνή δικαιοδοσία και μάλιστα, στην απουσία άλλης συμφωνίας των μερών, αποκλειστική, εκτός αν υπάρχει λόγος γιατί να μην ακολουθηθεί η εν λόγω ρήτρα, λόγος που βαραίνει και πρέπει να αποδειχθεί από τον διάδικο που εισηγείται τη μη εφαρμογή της, εγείροντας αγωγή σε έτερο Δικαστήριο σε παραγνώριση της (βλ. Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.ά (ανωτέρω), Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1999) 1 A.A.Δ. 1168, The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641 και Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) (1990) 1 A.A.Δ. 219).

 

Δεδομένης, λοιπόν, της ύπαρξης της επίδικης ρήτρας δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η εξέταση κατά πόσο η εν λόγω ρήτρα δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί. Εν πρώτοις, η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση, επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κανονισμού.

 

Στην περίπτωση που ο Ενάγοντας προσφύγει στα Δικαστήρια της κατοικίας του Εναγόμενου, παρά την ύπαρξη ρήτρα δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου, τα Δικαστήρια της κατοικίας του Εναγόμενου μπορούν να αναλάβουν δικαιοδοσία, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 26.1 του Κανονισμού (βλ. απόφαση του ΔΕΕ C-175/15 Taser International Inc v. SC Gate 4 Business SRL και Cristian Mircea Anastasiu, Hμερομηνίας 17/03/2016).  Ο εν λόγω Κανονισμός, έχει ως ακολούθως:

 

Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24.”

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση, προβάλλει τη θέση για το καθυστερημένο στην υποβολή της παρούσας Αίτησης και το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού και κατά συνέπεια εμποδίζεται από το να προβάλει στο στάδιο αυτό ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας. Έχω λάβει υπόψη μου τα πιο πάνω και τα όσα αναφέρονται από τους συνηγόρους των διαδίκων στις αγορεύσεις τους.

 

Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου 24 του Κανονισμού, δεν προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας αγωγής να αφορά μια από τις περιπτώσεις αποκλειστικής δικαιοδοσίας που καταγράφονται εκεί και το όλο ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο ο εναγόμενος με την δικονομική του στάση ή παράσταση ενώπιον του Δικαστηρίου, το τελευταίο απέκτησε διεθνή δικαιοδοσία. Προς επίρρωση των όσων ανάφερα ανωτέρω παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την 1. STOBA TRADING LTD κ.α. v. 1. SOUTH AUTOMOBILE GROUP LLC κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. Ε223/2019, Ημερ. 27/11/2025:

 

« Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάσισε, στην υπόθεση Owusu ν. Jackson C-281/02, ημερομηνίας 01.03.2005, την οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες, ότι το Άρθρο 2 του Κανονισμού 44/2001, σημειωτέον έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο με το Άρθρο 4 του Κανονισμού 1215/2012, το οποίο προνοεί πως «τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους», είναι επιτακτικού χαρακτήρα και εμποδίζει τα αγγλικά Δικαστήρια να αρνηθούν την ανάληψη δικαιοδοσίας, έστω και αν αυτά έχουν την άποψη ότι τα δικαστήρια κράτους μη-μέλους («non-member state») είναι καταλληλότερος χώρος («more appropriate forum») εκδίκασης. Η υπόθεση Owusu (ανωτέρω) αναφέρθηκε στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. ν. Bost AD (2012) 1 Α.Α.Δ. 549.

 

Προς υποστήριξη των λόγων έφεσης, οι εφεσείοντες επικαλούνται, επίσης, την υπόθεση του ΔΕΕ C-175/15 Taser International Inc. ν SC Gate 4 Business SRL and Cristian Mircea Anastasiu, ημερομηνίας 17.03.2016.                         

Τα γεγονότα, όμως, της υπόθεσης αυτής διαφέρουν από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθ’ ότι, στην υπόθεση εκείνη υπήρχε ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των Δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Εν πάση περιπτώσει, όμως, σε αυτή την υπόθεση το ΔΕΕ https://app.leginet.eu/pages/cases/C100730_files/image001.jpgέκρινε ότι ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει ρήτρα δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις παράβασης σύμβασης, εάν ο ενάγων προσφύγει στα Δικαστήρια κράτους μέλους στο έδαφος που ο εναγόμενος έχει την έδρα του, η δικαιοδοσία των εν λόγω Δικαστηρίων δύναται να απορρέει από το Άρθρο 24 του Κανονισμού 44/2001 (αντίστοιχο του Άρθρου 26 του Κανονισμού 1215/2012), εφόσον ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τη δικαιοδοσία τους. Υπενθυμίζεται πως στην παρούσα περίπτωση οι εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν από την αρχή τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. (η υπογράμμιση δική μου).

 

Ούτε η υπόθεση Konkola Copper Mines Plc ν Coromin Ltd [2005] EWHC 898 (Comm) τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία είναι, επίσης, ουσιαστικώς διαφορετικά. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε παράβαση και ερμηνεία σύμβασης καθώς και ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου. Και πάλι, όμως, το Αγγλικό Δικαστήριο, παρόλο που προέβη σε διαχωρισμό των υποθέσεων που αφορούν ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας και των υποθέσεων που αφορούν το δόγμα forum non convenience, αρνήθηκε να αναστείλει την υπόθεση και ανέλαβε δικαιοδοσία.

 

Περαιτέρω, οι υποθέσεις Winnetka Trading Corp ν Julius Baer International Ltd [2008] EWHC https://app.leginet.eu/pages/cases/C100730_files/image002.jpg3146 (Ch) και Ferrexpo AG v Gilson lnvestments Ltd [2012] EWHC 721 (Comm), ομοίως, κρίνεται ότι διαχωρίζονται από την παρούσα υπόθεση, καθ’ ότι αφορούσαν παράβαση σύμβασης και ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας.»

 

……………………

 

Ομοίως, αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος έφεσης 3. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι οι εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου από την αρχή που έλαβαν γνώση για την εναντίον τους διαδικασία. Κρίνεται, συνεπώς, ορθή, η συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά και η θέση των εφεσίβλητων, ότι οι εφεσείοντες δεν νομιμοποιούνταν να ζητούν την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο στάδιο που το έπραξαν, αφού την αποδέχθηκαν έμμεσα πλην, όμως, σαφώς, επειδή ουδέποτε καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και δεν ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος, στη βάση ισχυρισμού τους για έλλειψη δικαιοδοσίας. Αντίθετα, οι εφεσείοντες, ως υποδείχθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχαν ζητήσει και θεραπεία τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί εναντίον τους. Παράλληλα, κρίνουμε ότι το ζήτημα αυτό ήταν καθόλα σχετικό και επομένως ορθά το συνεκτίμησε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε, οριστικά, επί του εν λόγω θέματος, της δικαιοδοσίας, αλλά το αξιολόγησε ως τέτοιο που δεν ήταν επιτρεπτό να το αποφασίσει προδικαστικά.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής, κάτοικος Κύπρου, ουδέποτε καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και να προχωρήσει άμεσα με την καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της αγωγής και των επιδόσεων σε αυτόν, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Αντιθέτως, προχώρησε με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης άνευ όρων στις 08/02/2023 και στις 21/03/2024 με την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του. Την ίδια ημέρα καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης του, καταχώρησε και την υπό κρίση Αίτηση. Η θέση του ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου και μόνο μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης έλαβε γνώση και όταν οι αντίδικοι συνήγοροι του το απέστειλαν, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Σε κάθε περίπτωση δεν διευκρινίζει πότε έλαβε γνώση της συμφωνίας αυτής, ούτε και γιατί δεν ζήτησε να λάβει γνώση αυτής πριν από την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Ούτε και ζήτησε και οποιαδήποτε άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, πριν το πράξει. Περαιτέρω, ο ίδιος προκύπτει να παραδέχεται ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία και κατά συνέπεια γνώριζε τους όρους της, ανεξάρτητα της θέσης του ότι αυτή είναι εικονική. Σημειώνεται, ότι η θέση του αυτή, ότι δεν γνώριζε για το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, παρόλο που παραδέχεται την υπογραφή της, συνάδει με την εκδοχή του ότι η επίδικη συμφωνία είναι εικονική και κατά συνέπεια άκυρη, το ίδιο και ο όρος για δικαιοδοσία. Τούτο αναφέρεται για να καταδειχθεί και το αντιφατικό των ισχυρισμών του Αιτητή. Δηλαδή, από τη μια να επικαλείται τη ρήτρα δικαιοδοσίας και από την άλλη την ακυρότητα ολόκληρης της συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, εξετάζοντας το όλο ζήτημα στην βάση της Έκθεσης Απαίτησης και στη βάση της επίδικης συμφωνίας και ότι αυτή πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του Άρθρου 25 του Κανονισμού, τίθεται ζήτημα κατά πόσο ο Αιτητής έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του παρόντος του Δικαστηρίου, εμφανιζόμενος στη διαδικασία άνευ όρων και καταχωρώντας Έκθεση Υπεράσπισης.

 

Η εξέταση ζητήματος έγερσης πιθανής ένστασης ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την νομολογία, πρέπει να εξετάζεται άμεσα και κατά προτεραιότητα. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο για την έγερση του (βλ. G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd (2001) 1(Γ) A.A.Δ. 2064 και Κοιν. και/ή Συνδ. Ασφ. P.D. Upton α.ο. ν. G.N. Ellinas Imp.-Exp. Ltd (2005) 1Β Α.Α.Δ. 1327). Η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί και να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία ή να επιδιώξει αναστολή της διαδικασίας, όπως εν προκειμένω, γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία (βλ. Space Video Games Ltd v. Πλοίου «SILVER PALOMA» (1996) 1 A.Α.Δ. 119). Ο Αιτητής είχε υποχρέωση να θέσει αμέσως και κατά προτεραιότητα την ένσταση του για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και να επιδιώξει, είτε παραμερισμό της αγωγής, είτε αναστολή της διαδικασίας, με τη πρώτη δυνατή ευκαιρία.

 

Η ενέργεια του Αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων και Έκθεση Υπεράσπισης και σε κανένα στάδιο πριν από την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης να έχει κοινοποιήσει ή εκδηλώσει την πρόθεση του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνω ότι αυτός έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ισχύουν οι πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κανονισμού. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και συγκεκριμένα μετά από πάροδο ενός και πλέον έτους από την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, το οποίο επαναλαμβάνω, ήταν άνευ όρων (βλ. Boris Mints κ.α. v. Pavel Shishkin, Πολ. Έφεση Αρ. Ε69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, Ημερ. 10/01/2024).

 

Δεν συμφωνώ με τη θέση των συνηγόρων του Αιτητή, ότι η εμφάνιση στα πλαίσια του Κανονισμού δεν είναι, αυστηρώς ομιλούντες, συνώνυμη με την υποταγή ή την αποδοχή της δικαιοδοσίας, παραπέμποντας στην Humpton Advisory Groups SA v. Bost Ad (ανωτέρω). Οι πρόνοιες του Κανονισμού 26 είναι ξεκάθαρες και αναφέρονται σε εμφάνιση υπό όρους. Πέραν τούτου, στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, αναφέρθηκε ότι «Η στην πράξη εμφάνιση του εναγόμενου και η επίπτωση και σημασία της εξετάζεται, εν πάση περιπτώσει, με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς της χώρας όπου καταχωρείται η εμφάνιση». Και συνεχίζοντας «Και εδώ, η εμφάνιση της εταιρείας ήταν υπό διαμαρτυρία, τηρουμένης ακριβώς της διαδικασίας που επιβάλλει η Δ.16, θ.9, προς αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας.»

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία κατ’ άρθρον του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια (1215/2012) των κ.κ. Νικόλαου Θ. Νίκα και Ευγενίας Ρ. Σαχπεκίδου, σελ. 428 η επίδραση του εθνικού δικαίου, δικονομικού και ουσιαστικού, δεν μπορεί να παραμερισθεί. Το εθνικό δίκαιο επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό ζητήματα όπως π.χ. το χρονικό όριο εντός του οποίου θα χρειασθεί να υποβληθούν οι αντιρρήσεις για τη διεθνή δικαιοδοσία, αλλά και αυτό καθ’ αυτό το νόημα της παραστάσεως του εναγόμενου. Στην ίδια σελίδα και πιο πριν αναφέρεται ότι «Το άρθρο 26 ΚανΒρ Ια αναφέρεται στη λεγόμενη «σιωπηρή παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας» και επιτυγχάνει τα ίδια με το άρθρο 25 ΚανΒρ Ια αποτελέσματα, θεμελιώνει δηλαδή τη διεθνή δικαιοδοσία αναρμόδιου δικαστηρίου, αλλά βασιζόμενο μόνον στη συμπεριφορά του εναγόμενου.»

 

 

 

Περαιτέρω, στη σελ. 424 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι η σιωπηρή παρέκταση μπορεί να επιτύχει τα ίδια αποτελέσματα με την παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 25 ΚανΒρ Ια, ενώ είναι σε θέση να εξουδετερώσει και μια υπάρχουσα ήδη, κανονική συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας.

 

Εν όψει της εφαρμογής του Κανονισμού 1215/2012 και την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει του Κανονισμού 26, δεν παρέχεται ευχέρεια εξέτασης του δόγματος του forum non conveniens το οποίο επικαλείται ο Αιτητής. Οι πρόνοιες του Κανονισμού είναι επιτακτικές (βλ. Owusu ν. Jackson (ανωτέρω).

 

Πέραν των πιο πάνω, εγείρεται και το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής της επίδικης ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας και κατά πόσο η Καθ’ ης η αίτηση μπορεί να αποταθεί στα Δικαστήρια της Μόσχας και τα τελευταία να αναλάβουν δικαιοδοσία. Ενώπιον μου έχει τεθεί μαρτυρία ότι η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε αρχικά διαδικασία στη Μόσχα και το Δικαστήριο, σε πρώτο βαθμό και κατ’ έφεση, αποφάνθηκαν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία λόγω της διαμονής του Αιτήτη εκτός Ρωσίας. Έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου αντικρουόμενη μαρτυρία στο κατά πόσο παρέχεται πλέον η δυνατότητα στην Καθ’ ης η αίτηση να καταχωρήσει εκ νέου αγωγή στη Ρωσία ή όχι, η οποία στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αξιολογηθεί.  Σε αυτή την περίπτωση δηλαδή και πάλι θα είχε εφαρμογή ο τόπος κατοικίας του Αιτητή, που είναι στην Κύπρο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 4 του Κανονισμού.

 

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το παρών Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί.

 

 

 

 

 

 

Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το αποτέλεσμα και στην απουσία οποιουδήποτε λόγου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας – Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου – Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                   

 

                                                                                                                                                                                                                                    (Υπ.)……………………………………

                                                                                                 Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο,

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

Subject:  Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim

Αναφορά:   Αίτηση για παραμερισμό της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο