Sergey Olegovich Braylovskiy ν. Νatalia Leonidovna Braylovskaya κ.α., Αίτηση Αρ. 347/2025, 8/5/2026
print
Τίτλος:
Sergey Olegovich Braylovskiy ν. Νatalia Leonidovna Braylovskaya κ.α., Αίτηση Αρ. 347/2025, 8/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αίτηση Αρ. 347/2025

i-Justice

 

Αναφορικά με το γάμο του Sergey Olegovich Braylovskiy και της Natalia Leonidovna Braylovskaya

 

και

 

Αναφορικά με το Matrimonial Causes Act 1973

 

και

 

Αναφορικά με τις Διαδικασίες Οικονομικής Αποκατάστασης (Financial Remedy Proceedings) που καταχώρησε ο Sergey Olegovich Braylovskiy με Αρ. Υποθέσεως 1747-9192-2056-7223, που εκκρεμούν ενώπιον του High Court του Λονδίνου (Οικογενειακό Τμήμα (Family Division))

 

και

 

Αναφορικά με την αίτηση του Sergey Olegovich Braylovskiy για έκδοση διαταγμάτων προς υποβοήθηση των Διαδικασιών Οικονομικής Αποκατάστασης (Financial Remedy Proceedings) με Αρ. 1747-9192-2056-7223 που εκκρεμούν ενώπιον του High Court του Λονδίνου (Οικογενειακό Τμήμα (Family Division)).

 

και

Μεταξύ:

Sergey Olegovich Braylovskiy

Αιτητή

-και-

1.    Νatalia Leonidovna Braylovskaya

2.    Leonid Leskin

3.    ADAYA HOLDINGS LTD

      Καθ’ ων η Αίτηση

-------------------------- 

Αίτηση ημερομηνίας 15/01/2026 για παραμερισμό και/ή αναστολή της Κυρίως Αίτησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 07/11/2025 και των συναφών επιδόσεων.

 

Ημερομηνία:  08 Μάϊου 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση αρ. 1:  κ. Τ. Παντελή μαζί με κα Δαμιανού για            κ.κ. Αντρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για τις Αιτήτριες – Καθ’  ων η Αίτηση αρ. 2 και 3: κα. Ν. Λιασίδου για κ.κ. Harris Kyriakidesiki Liassides LLC).

Για τον Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητή: κ. Κ. Πίττας μαζί με κ. Σ. Πίττα και κ. Α. Μαυρομμάτη για κ.κ. Σωτήρη Πίττα & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Αιτητής, με την Κυρίως Αίτηση του ημερομηνίας 05/11/2025, αιτείται εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση απαγορευτικά διατάγματα, με τα οποία να απαγορεύεται σε αυτούς από το να πωλήσουν, αποξενώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν ή δημιουργήσουν οιονδήποτε συμφέρον ή δικαίωμα σχετικά με το 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της ADAYA HOLDINGS LTD και το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων καθώς επίσης από το να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε αλλαγή στην εταιρική δομή της πιο πάνω εταιρείας. Τα εν λόγω διατάγματα ζητούνται για σκοπούς υποβοήθησης των Διαδικασιών Οικονομικής Αποκατάστασης (Financial Remedy Proceedings) που καταχώρησε ο Αιτητής με Αρ. Υπόθεσης 1747-9192-2056-7223, που εκκρεμεί ενώπιον του High Court του Λονδίνου (Οικογενειακό Τμήμα (Family Division) (οι “Αγγλικές Διαδικασίες”).  

 

Το Δικαστήριο στις 07/11/2025 εξέδωσε τα πιο πάνω αιτούμενα διατάγματα μονομερώς, εκτός από κάποια σημεία αυτών, για τα οποία διατάχθηκε η επίδοση τους.

 

Κατόπιν αίτησης του Αιτητή ημερομηνίας 20/11/2025, το Δικαστήριο στις 26/11/2025 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο παρεχόταν άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της Αίτησης ημερομηνίας 5/11/2025 για την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων, μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν, του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 07/11/2025, της αίτησης για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων μαζί με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, το διάταγμα που εκδόθηκε στην εν λόγω αίτηση και μεταφράσεις όλων των πιο πάνω εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση και υποκατάστατη επίδοση όλων των πιο πάνω εγγράφων προς τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2.  

 

Στις 16/12/2025 εκδόθηκε δεύτερο διάταγμα με το οποίο παρεχόταν άδεια για επίδοση όλων των πιο πάνω εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση των εν λόγω εγγράφων στον Καθ’ ου η αίτηση 2.

 

Στις 23/12/2025 καταχωρήθηκαν Σημειώματα Εμφάνισης από την Καθ’ ης η αίτηση αρ. 1 και τους Καθ’ ων η αίτηση αρ. 2 και 3. Στο Σημείωμα Εμφάνισης της Καθ’ ης η αίτηση αρ.1, σημειώθηκε η ένδειξη ότι προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενώ στο Σημείωμα Εμφάνισης των Καθ’ ων η αίτηση αρ. 2 και 3 σημειώθηκε η ίδια πιο πάνω ένδειξη καθώς και ότι προτίθενται να αμφισβητήσουν την απαίτηση.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 (από τώρα και στο εξής οι «Αιτητές») καταχώρησαν στις 15/01/2026, την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αιτούνται τις κάτωθι θεραπείες:

 

«A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του και/ή δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Κυρίως Αίτηση υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (η «Κυρίως Αίτηση») καθώς η αξίωση και/ή διαφορά μετά των μερών της Κυρίως Αίτησης αφορά και/ή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.

 

B. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται και/ή μεταφέρεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο η Κυρίως Αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 07/11/2025 (το «Διάταγμα 07/11/2025») λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

 

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το διάταγμα ημερομηνίας 25/11/2025 δυνάμει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης των δικαστικών εγγράφων της υπό τον ως άνω Κυρίως Αίτησης και/ή οποιωνδήποτε δικαστικών εγγράφων στα πλαίσια της ως άνω Κυρίως Αίτησης (το «Διάταγμα 25/11/2025») περιλαμβανομένης και της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με την υποστηριζόμενη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/11/2025, στην Αιτήτρια 1 με απευθείας επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα (courier) στην διεύθυνση 11 Brunswick Gardens Λονδίνο W8 4AS Ηνωμένο Βασίλειο και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email στην ηλεκτρονική διεύθυνση nataliabraylovskaya@gmail.com, και στον Αιτητή 2 στην ηλεκτρονική διεύθυνση leonidleskin@gmail.com λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

 

Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της επίδοσης της Κυρίως Αίτησης, της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 05/11/2025 και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 07/11/2025 που υποστηρίζουν την Κυρίως Αίτηση, του Διατάγματος 07/11/2025 και/ή άλλων δικαστικών εγγράφων που αφορούν την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στην Αιτήτρια 1, λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

 

ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το διάταγμα ημερομηνίας 16/12/2025 δυνάμει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης των δικαστικών εγγράφων της υπό τον ως άνω Κυρίως Αίτησης και/ή οποιωνδήποτε δικαστικών εγγράφων στα πλαίσια της ως άνω Κυρίως Αίτησης (το «Διάταγμα 16/12/2025») περιλαμβανομένης και της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με την υποστηριζόμενη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09/12/2025, στον Αιτητή 2 διά μέσω της Αιτήτριας 3, μέσω επίδοσης στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας 3 στην οδό Ιφιγενείας 14, 3036 Λεμεσός, Κύπρος, λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

 

Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της επίδοσης της Κυρίως Αίτησης, της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 05/11/2025 και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 07/11/2025 που υποστηρίζουν την Κυρίως Αίτηση, του Διατάγματος 07/11/2025 και/ή άλλων δικαστικών εγγράφων που αφορούν την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στον Αιτητή 2, λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

 

Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της επίδοσης της Κυρίως Αίτησης, της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 05/11/2025 και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 07/11/2025 που υποστηρίζουν την Κυρίως Αίτηση, του Διατάγματος 07/11/2025 και/ή άλλων δικαστικών εγγράφων που αφορούν την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στην Αιτήτρια 3, λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης και/ή λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί και αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης.

 

Θ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο να εκδώσει.

 

Ι. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον ΦΠΑ.»

 

Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 ως έχουν τροποποιηθεί, Μέρη 1 – 3, Μέρος 6, Μέρος 10, Μέρος 12, Μέρος 22, Μέρος 23, Μέρος 25, Μέρος 32, Μέρος 47, Μέρος 60, στα Άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32, 45, 61 - 64Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 2, 11 και 16 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/1990), στα άρθρα 2, 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (Ν.232/91), στο άρθρο 111 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τροποποιήθηκε, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Άρθρα 4 – 9, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στην Πρακτική και Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ιφιγένειας Σπηλιωτοπούλου, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της Αιτήτριας αρ. 1 στην παρούσα Αίτηση και η οποία είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση εκ μέρους όλων των Αιτητών.

 

Συνοπτικά, η θέση που προβάλλεται, μέσα από την ένορκη δήλωση, είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται καθ’ ύλη δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Κυρίως Αίτησης, καθότι η διαδικασία αφορά οικογενειακής φύσεως διαφορά και αρμόδιο να της επιληφθεί είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση είναι ο σύζυγος της Αιτήτριας αρ. 1. Ο Καθ’ ου η αίτηση και η Αιτήτρια αρ.1 βρίσκονται σε διάσταση, ενώ στις 28/03/2025 η Αιτήτρια αρ. 1 καταχώρησε αίτηση για λύση του γάμου της με τον Καθ’ ου η Αίτηση. Ο Αιτητής αρ. 2 είναι ο πατέρας της Αιτήτριας αρ. 1 και ο εγγεγραμμένος μέτοχος της Αιτήτριας αρ. 3, εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο. Κατ’ ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση, οι μετοχές της Αιτήτριας αρ. 3 κατέχονται στην πραγματικότητα από τον Αιτητή αρ. 2 ως καταπιστευματοδόχος και/ή ως αντιπρόσωπος (nominee), προς όφελος του Καθ’ ου η Αίτηση και της Αιτήτριας αρ. 1 (ισχυρισμό τον οποίο οι Αιτητές εν πάση περιπτώσει αρνούνται και αμφισβητούν).

 

Ενόψει τη καταχώρησης αίτησης διαζυγίου από την Αιτήτρια αρ. 1, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε στο Λονδίνο την Διαδικασία Οικονομικής Αποκατάστασης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του High Court of Justice (Οικογενειακό Τμήμα (Family Division)) με αριθμό Υπόθεσης 1747-9192-2056-7223.

 

Βάσει της Απαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση στην Διαδικασία Οικονομικής Αποκατάστασης, είναι η αξίωση του πρώτου στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια του γάμου του με την Αιτήτρια αρ. 1, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών στην Αιτήτρια αρ. 3 εταιρεία η οποία είναι η μοναδική μέτοχος της εταιρείας “LLC RC TALISMAN” εγγεγραμμένης στην Ρωσία και ιδιοκτήτριας του εμπορικού κέντρου Ladya που βρίσκεται στην Ρωσία.

 

Η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση αναφορικά με την αξίωση του Καθ’ ου η Αίτηση στην Αγγλική Διαδικασία και στην αναφορά ότι υπάρχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση και καλές πιθανότητες να εκδοθεί απόφαση υπέρ του Αιτητή ότι, μεταξύ άλλων, η Κυπριακή εταιρεία ADAYA συνιστούν περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε από τον Αιτητή κατά τη διάρκεια του γάμου και το μερίδιο πέραν του 50% του εκδοθέν μετοχικού της κεφαλαίου, του ανήκει.

 

Πρόκειται, δηλαδή, για αξίωση που εγείρει ο Καθ’ ου η Αίτηση και που αφορά περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου.

 

Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα αφού αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας διαδικασίας και στην έκδοση του μονομερές διατάγματος και των διαταγμάτων για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, επικεντρώνεται στο ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η Κυρίως Αίτηση και τα συνακόλουθα εκδοθέντα διατάγματα και η επίδοση θα πρέπει να παραμεριστούν. Συγκεκριμένα, αναφέρει τους κάτωθι λόγους:

 

(α) Η Κυρίως Αίτηση έχει καταχωρηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το οποίο είναι αναρμόδιο και ως τέτοιο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης.

 

(β) Η βάση της αξίωσης του Καθ’ ου η Αίτηση στην Διαδικασία Οικονομικής Αποκατάστασης είναι ενοχικής φύσεως για συμμετοχή του Καθ’ ου η Αίτηση στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια του γάμου του με την Αιτήτρια αρ. 1, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών στην Αιτήτρια αρ. 3 εταιρεία.

 

(γ) Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε προς υποβοήθηση και υποστήριξη της Διαδικασίας Οικονομικής Αποκατάστασης που αφορά περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων, υπό την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/1990) και συνεπώς αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο.

 

(δ) Τα περιουσιακά στοιχεία που επιχειρείται όπως προστατευθούν με την Κυρίως Αίτηση και το Διάταγμα 07/11/2025, ήτοι οι μετοχές στην Αιτήτρια αρ. 3, συγκαταλέγονται στην έννοια της «περιουσίας» όπως αυτή ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (Ν.232/1991).

 

(ε) Ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η Αίτηση ότι οι μετοχές στην Αιτήτρια αρ. 3 είναι εγγεγραμμένες επ’ ονόματι του Αιτητή αρ.  2 ως καταπιστευματοδόχος και/ή ως αντιπρόσωπος (nominee), δεν διαφοροποιεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity) εφόσον βέβαια η διαφορά είναι οικογενειακής φύσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

 

Εν όψει των πιο πάνω, αποτελεί θέση της ενόρκως δηλούσας ότι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο για εκδίκαση της διαφοράς είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο και το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ’ ύλην δικαιοδοσίας.

 

Ο Αιτητής στην Κυρίως διαδικασία και Καθ’ ου η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση (από τώρα και στο εξής ο «Καθ’ ου η Αίτηση») καταχώρησε ένσταση στις 06/02/2026 προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:

 

“1. Η Αίτηση ημερ. 15/01/2026 (η «Αίτηση Παραμερισμού») θα πρέπει να απορριφθεί, διότι είναι αβάσιμη τόσο νομικά όσο και πραγματικά.

2. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν πληρείται οποιαδήποτε προϋπόθεση για την έκδοση και/ή παραχώρηση των διαταγμάτων και/ή θεραπειών που είναι αντικείμενο της Αίτησης Παραμερισμού.

3. Η Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο δεν συνιστά «απαίτηση». Αντιθέτως, συνιστά αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων (free - standing injunction), στην βάση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (ως τροποποιήθηκε), προς υποβοήθηση αστικών (civil) δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, ήτοι Διαδικασίας Οικονομικής Αποκατάστασης (Financial Remedy Proceedings) που καταχώρησε ο Sergey Olegovich Braylovskiy με Αρ. Υπόθεσης 1747-9192-2056-7223, που εκκρεμούν ενώπιον του High Court του Λονδίνου (Οικογενειακό Τμήμα (Family Division) στην βάση του Αγγλικού Matrimonial Causes Act 1973 (οι «Αγγλικές Διαδικασίες Οικονομικής Αποκατάστασης»).

4. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ούτε και εξουσία να εκδικάσει την Αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο γιατί τα ενδιάμεσα διατάγματα έχουν εκδοθεί με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 προς υποστήριξη μιας αστικής δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων.

5. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (ως το Δικαστήριο γενικής δικαιοδοσίας επί αστικών υποθέσεων) είχε και έχει δικαιοδοσία με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 να εκδικάσει την Αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και να εκδώσει το Μονομερές Ενδιάμεσο Διάταγμα ημερ. 7/11/2025 και είναι και το πιο αρμόδιο δικαστήριο.

6. Τυχόν παραμερισμός και/ή αναστολή της Αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή ακύρωση του Μονομερούς Ενδιάμεσου Διατάγματος ημερ. 7/11/2025 και/ή των διαταγμάτων επίδοσης και/ή των επιδόσεων, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή, αφού οι Καθ’ ων η Αίτηση θα προχωρήσουν άμεσα στην αποξένωση των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση Αρ. 3 / ADAYA θέτοντας τις εκτός της εμβέλειας του Αιτητή, εμποδίζοντας τον έτσι να εκτελέσει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ του αναφορικά με αυτές τις μετοχές στις Αγγλικές Διαδικασίες Οικονομικής Αποκατάστασης.

7. Η Αίτηση Παραμερισμού σκοπό έχει επίσης να καθυστερήσει και να εκτροχιάσει την ακρόαση της Αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.

 

Η ένσταση βασίζεται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Κυρίως Αίτηση και τις επακολουθούμενες διαδικασίες καθώς επίσης στην επισυναπτόμενη ένορκη δήλωση της κας Ελευθερίας Παύλου ημερομηνίας 06/02/2026, δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Σωτήρης Πίττα & Σία Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι είναι δικηγόροι του Καθ’ ου η Αίτηση.

 

Η ενόρκως δηλούσα αφού αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης.

 

Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται να καταχωρήσουν αίτηση για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην βάση του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, διότι το Μέρος αυτό αναφέρεται ρητά στην αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την “απαίτηση” μεταξύ ενός ενάγοντα και εναγόμενου, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Οι ισχυρισμοί περί δήθεν έλλειψης δικαιοδοσίας θα έπρεπε να εγερθούν στα πλαίσια της ένστασης τους στην Αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα.

 

Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ακόμη και να εφαρμόζεται το Μέρος 12, οι Αιτητές δεν έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Επί της ουσία της Αίτησης, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο δεν συνιστά “απαίτηση”. Αντιθέτως, αυτή αποτελεί ανεξάρτητη αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων (freestanding injunction) στη βάση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ως τροποποιήθηκε προς υποβοήθηση (IN AID OR IN SUPPORT) πολιτικών και/ή αστικών (CIVIL) δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, ήτοι των Διαδικασιών Οικονομικής Αποκατάστασης (Financial Remedies Proceedings) που καταχώρησε ο Καθ’ ου η Αίτηση με αρ. 1747-9192-2056-7223, που εκκρεμούν ενώπιον του High Court του Λονδίνου (Οικογενειακό Τμήμα (Family Division).

 

Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση,  δεν αιτείται από το Κυπριακό Δικαστήριο την οποιαδήποτε θεραπεία βάσει των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο (232/1991) και περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (23/1990). Αντιθέτως, οι Αγγλικές Διαδικασίες Οικονομικής Αποκατάστασης προς υποβοήθηση των οποίων καταχωρήθηκε με βάση, μεταξύ άλλων, το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα, διέπονται από το Αγγλικό Μatrimonial Causes Act 1973 και όχι από τους περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο (232/1991) και περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (23/1990).

 

Το Επαρχιακό Δικαστήριο (Αστική Δικαιοδοσία) έχει με βάση το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 (ως έχει τροποποιηθεί) ευρεία εξουσία να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα προς υποστήριξη οποιασδήποτε αστικής διαδικασίας που είτε πρόκειται να καταχωρηθεί, είτε εκκρεμεί στο εξωτερικό, για οποιοδήποτε ζήτημα, συμπεριλαμβανομένου και προς υποβοήθηση αλλοδαπών διαδικασιών που αφορούν περιουσιακές διαφορές ή άλλες διαφορές αστική φύσεως (CIVIL NATURE).

 

Πουθενά δεν προνοείται στους περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο (232/1991) και περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (23/1990) ότι αυτοί δίδουν στο Οικογενειακό Δικαστήριο (το οποίο είναι δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας) δικαιοδοσία και εξουσία να εκδίδουν απαγορευτικά διατάγματα προς υποβοήθηση αλλοδαπών αστικών δικαστικών διαδικασιών που αφορούν περιουσιακές διαφορές και οι οποίες προωθούνται στην βάση ξένης νομοθεσίας και ενώπιον αλλοδαπών Δικαστηρίων. Αντιθέτως το Οικογενειακό Δικαστήριο, είναι δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας και ως τέτοιο έχει περιορισμένη δικαιοδοσία να εκδικάζει «απαιτήσεις» μόνο για την εκδίκαση διαφορών και/ή παραχώρηση θεραπειών που ρητά προνοούνται στους Ν. 232/1991 και 23/1990 και να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα ΜΟΝΟ σε συνάρτηση και προς υποστήριξη με «απαιτήσεις» που προωθούνται στην βάση ρητών προνοιών και νομικών βάσεων (legal basis) των εν λόγω δύο νόμων.

 

Το Άρθρο 14 του Ν. 232/1991 που μιλά για «απαίτηση» για αξίωση συμμετοχής σε περιουσία, δεν έχει καμία εφαρμογή στην παρούσα. Η Αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα δεν συνιστά «απαίτηση». Συνιστά Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων προς υποβοήθηση των Αγγλικών Διαδικασιών Οικονομικής Αποκατάστασης οι οποίες διέπονται από τον Αγγλικό Matrimonial Causes Act 1973. Δεν καλείται δηλαδή το Δικαστήριο να αποφανθεί επί οποιωνδήποτε δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Αυτό που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων προς υποβοήθηση «απαίτησης» που εκκρεμεί στο εξωτερικό, στην βάση ξένης νομοθεσίας.

 

Άνευ βλάβης των πιο πάνω, σε περίπτωση που τυχόν το Δικαστήριο καταλήξει ότι, τόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο όσο και το Οικογενειακό Δικαστήριο έχουν δικαιοδοσία, τότε και πάλι δεν έχει άλλη επιλογή από το να απορρίψει την Αίτηση, διότι από την στιγμή που αποφανθεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δεν έχει εξουσία να παραπέμψει την υπόθεση σε άλλο τυχόν παράλληλα αρμόδιο δικαστήριο ούτε και κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης, αφού στην παρούσα υπόθεση έχει εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα και τυχόν ακύρωση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή.

 

Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι, ως πληροφορείται από την Αγγλίδα δικηγόρο (solicitor) κα. Ιzzy Walsh, η Αιτήτρια αρ. 1, λαμβάνει μέρος στις Αγγλικές διαδικασίες Οικονομικής Αποκατάστασης και δεν έχει αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου να εκδικάσει τις Αγγλικές Διαδικασίες Οικονομικής Αποκατάστασης και τις ενδιάμεσες διαδικασίες που καταχωρήθηκαν και εκκρεμούν στα πλαίσια αυτών. Αναφέρεται, επίσης, στο ζήτημα της εκπροσώπησης της Καθ’ ης η αίτηση αρ. 1 στις Αγγλικές διαδικασίες και ότι έχει αλλάξει τρεις δικηγόρους ενώ τώρα επέλεξε να εκπροσωπεί η ίδια τον εαυτό της.

 

Ο Αιτητής αρ. 2, παρά το ότι έχει προστεθεί ως διάδικος στις Αγγλικές διαδικασίες και εκδόθηκαν εναντίον του ενδιάμεσα διατάγματα, αυτός μέχρι σήμερα σκόπιμα δεν λαμβάνει μέρος σε αυτές.

 

Συνεπώς, οι Αιτητές κωλύονται ένεκα της συμπεριφοράς τους να εγείρουν τέτοιους ισχυρισμούς και να προωθούν την παρούσα Αίτηση και η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και προωθείται με σκοπό την ακύρωση του ενδιάμεσου διατάγματος για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τις αδικοπραξίες τους και να αποξενώσουν τις μετοχές της Αιτήτριας αρ. 3, μη έχοντας οποιαδήποτε υπεράσπιση.

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων που αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Οι συνήγοροι, επίσης, είχαν την ευκαιρία να αγορεύσουν και προφορικά. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή των, εμπεριστατωμένων, αγορεύσεων τους και τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, χωρίς να χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτές λεπτομερώς. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις και θέσεις των συνηγόρων κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της παρούσας Αίτησης, θα πρέπει να αναφερθώ στο δικονομικό καθεστώς που διέπει την παρούσα Αίτηση. Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει δικονομική ευχέρεια να καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση, καθότι η Κυρίως Αίτηση δεν αποτελεί «απαίτηση» και άρα δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι δεν ακολουθήθηκαν πιστά οι πρόνοιες της. Η πλευρά των Αιτητών, κατά την προφορική τους αγόρευση, συμφώνησε ότι στην παρούσα δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Μέρους 12 καθότι όντως η Κυρίως Αίτηση δεν αποτελεί απαίτηση, αλλά αποτέλεσε θέση τους ότι υπάρχει κενό στους Κανονισμούς. Ενώ στους Αγγλικούς Κανονισμούς, είπε, τέτοιου είδους διαδικασίες εισάγονται με βάση το Μέρος 8, στην Κύπρο, με την τροποποίηση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, εισάγονται με βάση το Μέρος 23. Ο συνήγορος των Αιτητών, είπε, περαιτέρω, ότι δεν ασχοληθήκαμε, με το ζήτημα εμφάνισης εντός του Μέρους 23, γιατί προφανώς δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης σε σχέση με το Μέρος αυτό, οπότε δημιουργήθηκε αυτό το κενό.

 

Όντως η Κυρίως διαδικασία, δεν αποτελεί «απαίτηση», ως θα εξηγηθεί και κατωτέρω και δεν απαιτείται η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους Κανονισμούς. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του Μέρους 12 των Κανονισμών. Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο το Δικαστήριο, μπορεί να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης ή να την απορρίψει ως δικονομικά ανυπόστατης και να αφήσει το όλο ζήτημα να αποφασιστεί στα πλαίσια της Κυρίως διαδικασίας, ως η εισήγηση του συνηγόρου για τον Καθ’ ου η αίτηση.

 

Θα πρέπει να αναφερθεί, όμως, ότι πέραν από τον παραμερισμό της Κυρίως Αίτησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, ζητείται και ο παραμερισμός των διαταγμάτων για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς. Παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίζει διατάγματα τα οποία εκδίδονται μονομερώς, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους 23.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Η παρούσα Αίτηση, επιζητεί και τον παραμερισμό των πάνω διαταγμάτων, ως αναφέρεται στην παρούσα Αίτηση. Σύμφωνα με το Μέρος 23.14(3) των Κανονισμών, “Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να υποβάλλεται εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος στο πρόσωπο το οποίο υποβάλλει την αίτηση.”

 

Κατά συνέπεια, μπορεί να αντληθεί δικονομική εξουσία από το Δικαστήριο για να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης, στην βάση του πιο πάνω Κανονισμού. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, πέραν των 10 ημερών από την επίδοση και υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν μπορούν να ακυρώσουν το όλο διάβημα. Οι Αιτητές δήλωσαν στο Δικαστήριο ευθύς εξ’ αρχής την πρόθεση τους αυτή, δεν προχώρησαν με οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό διάβημα και έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του Μέρους 3.8(1) και 3.8(2) των Κανονισμών το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

 

Πέραν των πιο πάνω, το ζήτημα που εγείρεται, με την παρούσα Αίτηση, αφορά ζήτημα δικαιοδοσίας, το οποίο είναι ένα ζωτικό ζήτημα και αποτελεί θέμα δημοσίας τάξης. Στην Νίνος Δημητρίου v. Τζηζέλας Δημητρίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1153 λέχθηκε ότι «Η δικαιοδοσία είναι θέμα δημόσιας τάξης και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκον να εγείρει το θέμα και να αποφασίσει, γιατί απόφαση Δικαστηρίου που στερείται δικαιοδοσίας είναι άκυρη» (βλ. επίσης Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Θεοδώρου, Εμπορευόμενου με την Εμπορική Επωνυμία P. TH. SURVIVAL, Πολ. Αίτηση Αρ. 31/2010, Ημερομηνίας 22/04/2010 και Aerocandia Aviation Services Cy Ltd v. Παναγιώτης Σπανός, Πολ. Έφεση Αρ. 210/2021, Ημερ. 09/04/2025).

 

Ακόμα και με το Μέρος 12(5) των Κανονισμών «Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου».  

 

Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις, μπορώ και θα πρέπει να εξετάσω την παρούσα Αίτηση για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα που εγείρεται, έχοντας υπόψη μου και τον πρωταρχικό σκοπό. Θα ήταν άσκοπο, υπό τις περιστάσεις, να αφηνόταν το όλο ζήτημα να εξεταστεί στα πλαίσια της Κυρίως διαδικασίας, όπως είναι η εισήγηση του κ. Πίττα, διότι δεν εφαρμόζεται το Μέρος 12 των Κανονισμών. Άλλωστε το Δικαστήριο έχει ευρείες εξουσίες με βάση το Μέρος 3.1 και 3.2 των Κανονισμών να διαχειρίζεται τη διαδικασία, οι οποίες είναι επιπρόσθετες από οποιεσδήποτε εξουσίες έχει με βάση άλλους Κανονισμούς.

 

Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της παρούσας Αίτησης.

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το όλο ζήτημα το οποίο προκύπτει και καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι στην ουσία, νομικό. Είναι κοινό έδαφος ότι εκκρεμεί στο High Court της Αγγλίας (Family Division) Διαδικασία Οικονομικής Αποκατάστασης, την οποία καταχώρησε ο Καθ’ ου η αίτηση εναντίον της Αιτήτριας αρ.1 και του Αιτητή αρ.2. Προκύπτει ότι η Αγγλική Διαδικασία αφορά οικογενειακή διαφορά. Είναι κοινό έδαφος, επίσης, ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κυρίως Αίτηση, αφορά στην έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων προς υποβοήθηση της εκκρεμούσας στην Αγγλία οικογενειακής διαδικασίας. Η Κυρίως Αίτηση στηρίζεται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ως αυτός τροποποιήθηκε. Το εν λόγω Άρθρο έχει ως εξής:

 

32.— (1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται µμαζί µε αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

 

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε µμεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.

 

(Α1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά µε κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία σε οποιονδήποτε χρόνο, περιλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση απαίτησης ή µετά την έκδοση απόφασης, σε σχέση µε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε, πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εντός ή εκτός δικαιοδοσίας.

 

(ΑΒ1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αναφορικά µε δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, πραγματοποιούνται ή θα πραγματοποιηθούν εκτός δικαιοδοσίας, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά µε κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία στις ακόλουθες περιπτώσεις που-

 

(α) ο καθ’ ου η αίτηση βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας· ή

 

(β) η περιουσία ή το αντικείμενο της θεραπείας βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας· ή

 

(γ) υφίσταται τέτοιος άλλος σύνδεσμος µε τη Δημοκρατία, ώστε το δικαστήριο να καθίσταται κατάλληλο να ακούσει και να αποφασίσει επί της αιτήσεως.”     

 

Οι πιο πάνω πρόνοιες, υπό στοιχεία Α1 και ΑΒ1, προστέθηκαν στον βασικό Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο 114(Ι)/2023. Αναδιαμορφώθηκε, επίσης, και το εδάφιο 1 του Άρθρου 32 του Ν.14/60.

Πέραν τούτου, η παρούσα διαδικασία, δικονομικά, εισάγεται στο Δικαστήριο με Αίτηση δυνάμει του Μέρους 23 με τις ανάλογες προσαρμογές. Με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός, άρθρο 9 περιλήφθηκε στον βασικό Μέρος 23 των Κανονισμών, η ακόλουθη παράγραφος:

 

“Ο κανονισμός 2 του Μέρους 23 του Βασικού Διαδικαστικού Κανονισμού τροποποιείται με την προσθήκη αμέσως μετά την παράγραφο (3) αυτού, της ακόλουθης νέας παραγράφου (4):

 

«(4) Αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες δυνάμει του Μέρους 25, σε σχέση με δικαστική διαδικασία η οποία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, δύναται να υποβληθεί δυνάμει του παρόντος Μέρους, με ανάλογες προσαρμογές και μπορεί να καταχωριστεί χωρίς ειδοποίηση εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού 6 του παρόντος Μέρους.»

 

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κέκτειται εξουσίας, να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα και αναφορικά µε δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, πραγματοποιούνται ή θα πραγματοποιηθούν εκτός δικαιοδοσίας. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις καθορίζεται στο Νόμο και αυτή προκύπτει, όποτε ο Καθ’ ου η αίτηση βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας ή η περιουσία ή το αντικείμενο της θεραπείας βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας ή όταν υφίσταται τέτοιος άλλος σύνδεσμος µε τη Δημοκρατία, ώστε το δικαστήριο να καθίσταται κατάλληλο να ακούσει και να αποφασίσει επί της αιτήσεως.

 

Στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου 14/60, «δικαστήριον» σημαίνει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Εφετείο ή οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο καθιδρυόµενον υπό του παρόντος νόμου ή καθιδρυθησόµενον υφ’ οιουδήποτε άλλου νόμου, έχον δικαιοδοσίαν, και περιλαμβάνει οιονδήποτε δικαστήν τούτων. Επίσης, «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία µε την οποία εγείρεται απαίτηση και «αιτία» σημαίνει οποιαδήποτε απαίτηση ή άλλη διαδικασία µμεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου.

 

Περαιτέρω, «διαφορά» περιλαμβάνει οιανδήποτε αγωγήν ή άλλην αρχικήν διαδικασίαν μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου και «θέµα» σημαίνει οποιαδήποτε διαδικασία σε δικαστήριο που δεν συνιστά αιτία.

 

Η καθ’ ύλη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου προβλέπεται στο Άρθρο 22 του Νόμου 14/60. Ειδικότερα το Άρθρο 22, εδάφια (1) και (2) έχουν ως εξής:

 

«22.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, των διατάξεων των επόμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου και των διατάξεων του άρθρου 22Β και τηρουμένων των γενικών ή ειδικών οδηγιών που εκδίδονται από το Ανώτατο Δικαστήριο, Επαρχιακό Δικαστήριο συνιστάμενο από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου έχει δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει πρωτόδικα για κάθε αγωγή.  

 

(2) Εξαιρουμένης διαφοράς η οποία εμπίπτει στη δικαιοδοσία οικογενειακού δικαστηρίου δυνάμει του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου και του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμου, ο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου έχει αρμοδιότητα να ακούει και αποφασίζει για οποιαδήποτε άλλη γαµική διαφορά η οποία εμπίπτει στην τοπική του δικαιοδοσία.»   

 

Στην παρούσα περίπτωση, η θέση των Αιτητών, είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ’ ύλη δικαιοδοσία να επιληφθεί της Κυρίως Αίτησης, καθότι η αλλοδαπή διαδικασία αφορά οικογενειακή διαφορά και αρμόδιο Δικαστήριο να της επιληφθεί, είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των Αιτητών, προβαίνουν σε ανάλυση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου παραπέμποντας στις πρόνοιες του Άρθρου 11(2)(ε) του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/1990) και στον Περί Ρυθμίσεως Σχέσεων των Συζύγων Νόμο (Ν.232/1991), όπως τροποποιήθηκε και σε νομολογία.

 

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Κυρίως Αίτηση δεν αποτελεί «απαίτηση» και αυτό είναι κοινώς παραδεχτό. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, δεν καλείται να παράσχει θεραπεία επί της διαφοράς των διαδίκων. Η διαφορά των διαδίκων, η οποία αποτελεί την αρχική διαδικασία, θα επιλυθεί στην Αγγλία. Με την Κυρίως Αίτηση, εκείνο το οποίο αξιώνεται είναι απαγορευτικό ή παγοποιητικό διάταγμα για να προστατεύσει την περιουσία η οποία βρίσκεται στην Κύπρο και για την οποία ο Αιτητής στην Κυρίως Αίτηση, ισχυρίζεται ότι έχει αξίωση και ενδεχομένως να δικαιούται σε θεραπεία. Με άλλα λόγια, η Κυρίως Αίτηση, είναι, αν μπορεί να λεχθεί, κάποιου είδους αυτόνομη διαδικασία με περιορισμένο αντικείμενο, εν όψει φυσικά της εκκρεμούσας Αγγλικής διαδικασίας. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να παράσχει τέτοιου είδους διατάγματα, προκύπτει από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ως τροποποιήθηκε και αναφέρθηκε ανωτέρω. Παρόμοια εξουσία, δίδεται και στα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση τις πρόνοιες του Section 25 of the Civil Jurisdiction and Judgements Act 1985. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steve Gee QC, Sixth Edition, αναφέρονται στα εξής σχετικά:

 

Section 25 of the Civil Jurisdiction and Judgements Act 1982 empowers the English court to grant interim relief in proceedings in England in which there is no claim to substantive relief on the merits of a case, based on a cause of action. The proceedings authorised by the statute are freestanding proceedings brought solely for the purpose of obtaining the interim relief. The merits will not be decided in England and Wales. The English court is able to grant relief which is ancillary to, supportive of and in aid of proceedings on the merits elsewhere.” (η υπογράμμιση δική μου).

 

Kατά συνέπεια και από την στιγμή που η Κυρίως Αίτηση δεν αποτελεί «απαίτηση»,  το Δικαστήριο δεν θα παράσχει ουσιαστική θεραπεία και η Κυρίως Αίτηση αποτελεί μια αυτόνομη διαδικασία (freestanding), κρίνω ότι η άντληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, με την αυστηρή έννοια του όρου, για να παράσχει την αιτούμενη με την Κυρίως Αίτηση, θεραπεία, αντλείται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Fourie v Lex Roux and others [2007] UKHL 1).

 

Στην Guaranty Trust Co of New York v Hannay & Co [1915] 2 KB 536, o Pickford LJ αναφέρθηκε στον όρο δικαιοδοσία και στην έννοια του. Λέχθηκαν τα εξής:

 

Τhe first and, in my opinion, the only really correct sense of the expression that the Court has no jurisdiction is that it has no power to deal with and decide the dispute as to the subject matter before it, no matter in what form or by whom it is raised. But there is another sense in which it is often used, i.e. that, although the Court has power to decide the question it will not according to its settled practice do so except in certain way and under certain circumstances.”

 

(βλ. επίσης Garthwaite v Garthwaite [1964] P. 356 και Tehrani v Secretary of State for the Home Department [2006] UKHL 47).

 

 Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του Άρθρου 32, (Α1) και (ΑΒ1), προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της Κυρίως Αίτησης, αφού δεν τυγχάνει αμφισβήτησης ότι η Αιτήτρια 3, εταιρεία βρίσκεται στην Κύπρο, το ίδιο και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία επιχειρούνται να δεσμευτούν, μέσω των μετοχών της.

 

Η θέση των Αιτητών ότι η Κυρίως Αίτηση θα πρέπει να αποφασιστεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο, βασίζεται στο γεγονός ότι η αρχική διαδικασία ή η υποβοηθούμενη διαδικασία αφορά οικογενειακής φύσης διαφορά και κατ’ επέκταση και η Κυρίως Αίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί τέτοιας φύσης διαφορά, η οποία υπάγεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Προς επίρρωση της θέσης τους, παραπέμπουν στις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών (ΕΚ) 2019/1111 και 2016/1103 στους οποίους η Κυπριακή Δημοκρατία δήλωσε ως αρμόδια Δικαστήρια για την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων Οικογενειακών Δικαστηρίων Κρατών μελών, τα Οικογενειακά Δικαστήρια της Κύπρου. Κατά συνέπεια, συνεχίζει η εισήγηση, θα πρέπει και τέτοιου είδους Αιτήσεις, κατ’ αντιστοιχία, να αποφασίζονται από τα Οικογενειακά Δικαστήρια της Δημοκρατίας.

 

Με όλο το σεβασμό, θα διαφωνήσω με αυτή την εισήγηση. Πρώτον στους πιο πάνω αναφερόμενους Κανονισμούς γίνεται αναφορά για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, κάτι το οποίο είναι διαφορετικό από ένα παγοποιητικό διάταγμα. Τέτοιου είδους διατάγματα έχουν σκοπό να αποτρέψουν την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων από ένα εναγόμενο για να εμποδίσει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης και όχι την εκτέλεση μιας απόφασης, για την οποία απαιτούνται άλλα μέτρα. Στην Fourie v Lex Roux and others (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής:

 

Μareva (or freezing) injuctions were from the beginning, and continue to be, granted for an important but limited purpose: to prevent a defendant dissipating his assets with the intention or effect of frustrating enforcement of a prospective judgement. They are not a proprietary remedy. They are not granted to give a claimant advance security for his claim, although they may have that effect. They are not an end in themselves. They are a supplementary remedy, granted to protect the efficacy of court proceedings, domestic or foreign: see Steven Gee, Commercial Injuctions, 5th ed (2004), pp 77-83).”  

 

Δεύτερο στους εν λόγω Κανονισμούς καθορίστηκαν ρητά τα Οικογενειακά Δικαστήρια, ως τα αρμόδια και προφανώς λόγω του ότι αφορά εκτέλεση απόφασης Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο έχει καθ’ ύλη δικαιοδοσία.

Πέραν τούτου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών, παραδέχονται στην αγόρευση τους ότι ο Νομοθέτης δίνοντας εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων, δεν έχει καθορίσει ποια Δικαστήρια, θα είναι αρμόδια για την έκδοση τους ανάλογα με το αντικείμενο που αφορά η υποβοηθούμενη διαδικασία στην αλλοδαπή. Η διαδικασία έκδοσης τέτοιου είδους διαταγμάτων, είναι υποβοηθητική και αρχίζει με την καταχώρηση Αίτησης, στα πρότυπα του Μέρους 23, με τις ανάλογες προσαρμογές και όχι με απαίτηση.

 

Εκείνον το οποίο οι συνήγοροι των Αιτητών καλούν το Δικαστήριο να πράξει, είναι στην ουσία, να προχωρήσει και να καθορίσει ως αρμόδια Δικαστήρια έκδοσης υποβοηθητικών διαταγμάτων, τα Οικογενειακά Δικαστήρια, στη βάση του ότι η υποβοηθούμενη διαδικασία αφορά οικογενειακής φύσης διαφορά. Υποστηρίζουν τη θέση τους επί της Αγγλικής απόφασης στην Rhode v Rhode and Pembroke Square Ltd [2007] EWHC 496 (Fam). Έχω διεξέλθει της εν λόγω απόφασης και θεωρώ ότι το όλο ζήτημα το οποίο εγέρθηκε εκεί ήταν διαδικαστικό και αφορούσε το s. 25 of the Civil Jurisdiction and Judgements Act 1982 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των Family Proceedings Rules 1991 και άλλων νομοθετημάτων τα οποία αφορούσαν ζήτημα δικαιοδοσίας. H θέση ήταν ότι η Αίτηση για έκδοση υποβοηθητικού διατάγματος εισήχθηκε με λάθος έντυπο. Η αναφορά ότι η Αίτηση για έκδοση υποβοηθητικού διατάγματος σε οικογενειακής φύσεως διαδικασία στη Γαλλία, αποτελούσε στην ουσία οικογενειακό ζήτημα (quintessentially a matrimonialmatter’) σκοπό είχε να καθορίσει τον τρόπος εισαγωγής της σε συνδυασμό με τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανονισμούς και Νόμους και ότι δεν ήταν ανάγκη τέτοια διαδικασία να κινηθεί με βάση το Μέρος 8 των CPR.

 

Στην Κύπρο, τέτοιου είδους Αιτήσεις εισάγονται υπό μορφή Αίτησης στην βάση των προνοιών Μέρους 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ανεξαρτήτως αντικειμένου της υποβοηθούμενης διαδικασίας.

 

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση το Νόμο εξαντλείται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Εφόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις προκύπτει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Επαφίεται στο Νομοθέτη να καθορίσει και ποια θα είναι τα αρμόδια Δικαστήρια για την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων ανάλογα με τη φύση της υποβοηθούμενης διαδικασίας.

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι τίποτε στο Νόμο και στο Άρθρο 32, όπως τροποποιήθηκε αποστερεί από το παρόν Δικαστήριο την δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του να επιληφθεί της Κυρίως Αίτησης, στα πλαίσια της οποίας, σε κάθε περίπτωση, θα κριθεί κατά ποσό θα είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν ή οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα, στο πλαίσια εφαρμογής των σχετικών νομολογιακών αρχών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.

 

Σημειώνεται ότι όλα τα αιτούμενα διατάγματα στην παρούσα Αίτηση, στηρίχθηκαν στην έλλειψης δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Δεν έχουν προωθηθεί οποιοιδήποτε άλλοι λόγοι για ακύρωση των διαταγμάτων για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης ή σε σχέση με την επίδοση αυτή καθαυτή.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ τoυ Αιτητή -  Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση αρ. 1 , 2 και 3 - Αιτητών. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €4.948,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €7 ως πραγματικά έξοδα.

 

                                               

                                                                                                                                                                                                                        (Υπ.)……………………………………….

                                                                                        Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

Civil/General Application/Interim

Αναφορά: Αίτηση απόρριψης - δικαιοδοσία

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο