KOLIZE HOLDING LIMITED ν. MIKHAIL DMITRIEVICH PROKHOROV κ.α., Αρ. Aπαίτησης: 397/2024, 19/5/2026
print
Τίτλος:
KOLIZE HOLDING LIMITED ν. MIKHAIL DMITRIEVICH PROKHOROV κ.α., Αρ. Aπαίτησης: 397/2024, 19/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Aπαίτησης: 397/2024

(i-justice)

 

ΣΕ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ

ΜΕΤΑΞΥ:

 

 

KOLIZE HOLDING LIMITED

                                                                                                                                                                                                                                                                  Aπαιτήτριας

και

 

MIKHAIL DMITRIEVICH PROKHOROV

                                                                                                                                                                                                                                                                  Καθ’ ου η Απαίτηση

και

 

ONEXIM HOLDINGS LIMITED

                                                                                                                                                                                                                                                                   Καθ’ ης η Απαίτηση

και

 

FLISTER LIMITED

                                                                                                                                                                                                                                                                   Καθ’ ου η Απαίτηση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

ΜΕΤΑΞΥ:                 

 

    KOLIZE HOLDING LIMITED

                                                                                                                                                                Aπαιτήτριας

και

 

1.        MIKHAIL DMITRIEVICH PROKHOROV

2.        ONEXIM HOLDINGS LIMITED

 

        Καθ’ ων η Απαίτηση

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

 

Ημερ.: 19/05/2026.

 

Εμφανίσεις:

 

Για τους Απαιτητές: κ. Γ. Μίτλεττον με κα. Χ΄΄Γεωργίου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για τους Καθ’ ων η Απαίτηση 1, 2 και 3: κ. Α. Λύτρας για κ.κ. Michael Kyprianou &Co LLC.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Απαιτητές αξιώνουν, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο διαιτητική απαίτηση, Διάταγμα και/ή Άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 09.05.2024 που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό 225601 από το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (Partial Final Award), μετά των προσθηκών αυτής ημερ. 28.06.2024 (First Addendum to the Partial Final Award) και ημερ. 23.07.2024 (Second Addendum to the Partial Final Award) καθώς επίσης της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 10.09.2024 αναφορικά με τα έξοδα (Final Award on Costs).

 

Η Απαίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 1 ,2 3, 4, 5 και 6 του Περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/2000, στον Κυρωτικό Νόμο περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεως (Κυρωτικός) Νόμο του 1979, Νόμο 84/1979, στη Σύμβαση Περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της 10 Ιουνίου 1958, στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Νόμο 101/1987 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς του 2023, Μέρη 1, 2, 3, 7, 10, 44.

 

Η Απαίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Andriy Bychkov, ημερομηνίας 20/12/2024, ο οποίος είναι Άγγλος δικηγόρος που έχει εκπροσωπήσει την Απαιτήτρια στην Διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου εναντίον των Καθ’ ων η απαίτηση αρ. 1 και 2. Το ίδιο πιο πάνω πρόσωπο, καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18/07/2025.

 

Σημειώνεται ότι την ίδια ημέρα καταχώρισης της παρούσας Απαίτησης, καταχωρήθηκε ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινών, απαγορευτικών και παγοποιητικών διαταγμάτων εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση. Στις 17/12/2024, μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο εξέδωσε και/ή κατέστησε απόλυτα τα προσωρινά διατάγματα εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ενώ απέρριψε την αίτηση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3, εναντίον της οποίας αξιώνονταν στην ουσία διατάγματα τύπου Chabra.

 

Επανερχόμενος στην παρούσα Απαίτηση, στην ένορκη δήλωση του πιο πάνω αναφερόμενου ενόρκως δηλούντα επισυνάπτεται πιστοποιημένο αντίγραφο της Απόφασης Ουσίας – Τελική Απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 9 Μάϊου 2024 με μετάφραση στα Ελληνικά (βλ. τεκμήρια ΑΒ1 και ΑΒ2) καθώς επίσης η Πρώτη Προσθήκη ημερομηνίας 28/06/2024 και η Δεύτερη Προσθήκη ημερομηνίας 23/07/2024 στην Απόφαση Ουσίας, με μεταφράσεις στην Ελληνική (βλ. τεκμήρια ΑΒ3, ΑΒ4 και ΑΒ5, ΑΒ6, αντίστοιχα). Περαιτέρω, επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της Απόφασης για Έξοδα ημερομηνίας 10/09/2024, με μετάφραση στην Ελληνική (βλ. τεκμήρια ΑΒ7 και ΑΒ8).

 

Η Απαίτηση προωθείται στην Κύπρο, επειδή εδώ ο Καθ’ ου η Αίτηση 1 κατέχει περιουσιακά στοιχεία υπό μορφή μετοχών σε μια κυπριακή εταιρεία, την Καθ’ ης η αίτηση 3 και επειδή είναι ο τόπος κατοικίας της Καθ’ ης η αίτηση 2, οι μετοχές της οποίας, επίσης, κατέχονται από τον Καθ’ ου η αίτηση 1.

 

Η Αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι διπλής υπηκοότητας, της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του Ισραήλ. Ο ίδιος είναι ο ιδρυτής και ο μοναδικός τελικός δικαιούχος του Ομίλου Onexim, μιας εταιρικής κατοχικής δομής για ορισμένα από τα επιχειρηματικά του στοιχεία. Η Καθ’ ης η αίτηση 2, είναι εταιρεία χαρτοφυλακίου και επενδύσεων που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος του 100% του μετοχικού της κεφαλαίου και η οποία υπηρέτησε ως η βασική εταιρεία χαρτοφυλακίου του Καθ’ ου η αίτηση 1 για το χαρτοφυλάκιο των επιχειρήσεων του στο εξωτερικό. Σε διάφορα χρονικά διαστήματα η καθ’ ης η αίτηση 2 κατείχε επιχειρηματικά συμφέροντα στους χρηματοοικονομικούς, ασφαλιστικούς, εξορυκτικούς τομείς, μέσα ενημέρωσης και ακινήτων, ωστόσο πολλά από αυτά τα συμφέροντα έχουν πωληθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ τα άλλα φαίνεται να έχουν μεταβιβαστεί σε οντότητες υπό κοινή ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατου επαναπατρισμού περιουσιακών στοιχείων στη Ρωσία. Η καθ’ ης η αίτηση 3, είναι, επίσης, Κυπριακή εταιρεία, το 100% των μετοχών της οποίας ανήκει απευθείας στον καθ’ ου η αίτηση 1. Η καθ’ ης η αίτηση 3, έχει χρησιμοποιηθεί από τον καθ’ ου η αίτηση 1 για να οργανώσει την ιδιοκτησία του σε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία του τρόπου ζωής του και μέσω αυτής, ο καθ’ ου η αίτηση 1 έχει δύο σαλέ που βρίσκονται στην περιφραγμένη κοινότητα του Hameau de Bellecote στο πολυτελές χιονοδρομικό κέντρο του Courchevel, μέσω μιας δομής που αποτελείται από Γαλλικές θυγατρικές.

 

Σε σχέση με τη διαφορά η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 23 Ιουνίου 2021, η Αιτήτρια και η Καθ’ ης η αίτηση 2 συνήψαν Πράξη Διακανονισμού με σκοπό την αναδιάρθρωση του χρέους της Καθ’ ης η αίτηση 2 στο ποσό των 40.000.000 Δολαρίων Αμερικής πλέον τόκους, που οφείλονταν στην Αιτήτρια, σύμφωνα με προγενέστερη συμβατική ρύθμιση. Σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω Πράξης Διακανονισμού, η Καθ’ ης η αίτηση 2 συμφώνησε, μεταξύ άλλων, όπως μέχρι τις 30 Ιουνίου 2021 προέβαινε  στην πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής ποσού 20.000.000 Δολαρίων Αμερικής προς την Αιτήτρια, να παραδώσει ή να εξασφαλίσει την παράδοση ενός Χρεογράφου στην Αιτήτρια για επιπλέον 20.000.000 Δολάρια Αμερικής πλέον τόκους και να πληρώσει ή να εξασφαλίσει την πληρωμή όλων των τόκων που έχουν συσσωρευτεί μέχρι την ημερομηνία του Χρεογράφου. Περαιτέρω, αναλάμβανε να εξασφαλίσει την εκτέλεση δύο εγγράφων από τον καθ’ ου η αίτηση 1 και συγκεκριμένα, μιας Εγγυητικής Πράξης με την οποία ο Καθ’ ου η αίτηση 1 θα εγγυηθεί προσωπικά το οφειλόμενο χρέος βάση του Χρεογράφου και μια συμφωνία αγοραπωλησίας που θα παρείχε στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να αγοράσει από τον Καθ’ ου η αίτηση 1, 395 κοινές μετοχές συγκεκριμένης εταιρείας και η οποία ανήκει στον Καθ’ ου η αίτηση 1. Η Πράξη Διακανονισμού, το Χρεόγραφο και η Εγγυητική Πράξη εκτελέστηκαν και παραδόθηκαν ως πράξεις (deeds).

 

Η Καθ’ ης η αίτηση 2 κατέβαλε το ποσό των 20.000.000 πλέον τους τόκους μέχρι την ημερομηνία του Χρεογράφου αλλά παρέλειψε να προβεί στην πληρωμή του Χρεογράφου και των τόκων. Ο Καθ’ ου η αίτηση 1, επίσης, παρέλειψε να πληρώσει τα πιο πάνω ποσά δυνάμει της Εγγυητικής Πράξης. Σύμφωνα με τις ρήτρες διαιτησίας που υπήρχαν τόσο στο Χρεόγραφο όσο και στην Εγγυητική Πράξη, η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (ΔΔΔΛ). Επισυνάπτονται πιστά αντίγραφα του Χρεογράφου και της Εγγυητικής Πράξης, με μεταφράσεις στα Ελληνικά, τα οποία περιλαμβάνουν και τις ρήτρες διαιτησίας (βλ. τεκμήρια ΑΒ18, 19 και ΑΒ20, 21).

 

Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών, εξηγεί τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ΔΔΔΛ και την υπεράσπιση που προώθησαν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση, με κοινή τους Υπεράσπιση, την οποία επέδωσαν στις 17/03/2023, πρόβαλλαν ως κύρια επιχειρήματα τα εξής:

 

α) Η Αιτήτρια κωλύεται να επικαλεστεί τους όρους του Χρεογράφου και της Εγγυητικής Πράξης επειδή, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, πριν από την εγγραφή στο Χρεόγραφο και στην Εγγυητική Πράξη, ο κ. Ivanov (τελικός δικαιούχος της Αιτήτριας και της εταιρείας Alula) και ο κ. Razumov (Διευθύνοντας Σύμβουλος της Καθ’ ης η αίτηση 2) συμφώνησαν προφορικά ότι η Αιτήτρια δεν θα ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα βάσει του Χρεογράφου ή της Εγγυητικής Πράξης για να απαιτήσει την πληρωμή 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής (η Πραγματική Συμφωνία Υπεράσπισης).

 

β) Τα δικαιώματα της Αιτήτριας σε σχέση  με το προηγούμενο χρέος των 40 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής είχαν εκχωρηθεί σε άλλη εταιρεία χωρίς ειδοποίηση προς την Καθ’ ης η αίτηση 2. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, οποιαδήποτε ευθύνη τους έναντι της Αιτήτριας βάσει του Χρεογράφου, της Εγγυητικής Πράξης και της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας αποκλείστηκε με την εφαρμογή της ρήτρας 10.2. της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας, στη βάση του ότι η Αιτήτρια κατείχε αυτές τις συμφωνίες και δικαιώματα που απορρέουν από αυτές σε καταπίστευμα για άλλη εταιρεία (η Υπεράσπιση Εκχώρησης).

 

Στις 28/02/2024 οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, καταχώρησαν τροποποιημένη Υπεράσπιση, με την οποία εγκατέλειψαν την Υπεράσπιση της Πραγματικής Συμφωνίας. Επίσης, η Υπεράσπιση της Εκχώρησης τροποποιήθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 να μην διατηρούν πλέον ως κύρια υπεράσπιση, τον ισχυρισμό τους ότι υπήρξε εκχώρηση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας.  Ωστόσο, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, η Αιτήτρια κατείχε το Χρεόγραφο και την Εγγυητική Πράξη άλλης εταιρείας δυνάμει της συμβατικής συμφωνίας της Αιτήτριας με την εταιρεία αυτή. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της Αιτήτριας βάσει ή σε σχέση με την Συμφωνία Αγοραπωλησίας, το Χρεόγραφο ή την Εγγυητική Πράξη σύμφωνα με τη ρήτρα 10.2 της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας και τη ρήτρα 19 της Εγγυητικής Πράξης.

 

Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 συμμετείχαν ενεργά στη διαιτητική διαδικασία, μέσω δικηγόρων και είχαν επαρκή ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους. Ουδέποτε, επίσης, αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή την εγκυρότητα των Συμφωνιών Διαιτησίας.

 

Στις 09/05/2024 το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση (βλ. τεκμήριο ΑΒ1 και ΑΒ2), στην οποία στις 28/06/2024 και 23/07/2024 έγιναν τροποποιήσεις (πρώτη και δεύτερη προσθήκη, τεκμήρια ΑΒ3 και ΑΒ4 καθώς και ΑΒ5 και ΑΒ6). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 θα καταβάλουν άμεσα το ποσό των 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής στην Αιτήτρια μαζί με τόκο 5% ετησίως.  Κανένας από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχει λάβει μέτρα για να αμφισβητήσει ή να εφεσιβάλει την πιο πάνω Απόφαση Ουσίας. Παρόλα αυτά και παρά την απαίτηση της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχουν καταβάλει τα πιο πάνω ποσά. Περαιτέρω, το ΔΔΔΛ στις 10/09/2024 εξέδωσε την Απόφαση για τα Έξοδα (τεκμήρια ΑΒ7 και ΑΒ8) με την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 διατάχθηκαν να καταβάλουν στην Αιτήτρια το ποσό των £107,081.69 σε σχέση με τα έξοδα διαιτησίας που υποβλήθηκε η Αιτήτρια  πλέον ανατοκισμένους τόκους σε τριμηνιαίες αναλήψεις με επιτόκιο 5% επί του εν λόγω ποσού πλέον £1.300.000 για τα νομικά έξοδα της Αιτήτριας πλέον ανατοκισμένους τόκους σε τριμηνιαίες αναλήψεις με επιτόκιο 5% επί του εν λόγω ποσού, μέχρι την πληρωμή. Ούτε αυτή την Απόφαση για τα Έξοδα, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 την εφεσίβαλαν.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στις νομικές διαδικασίες στις οποίες η Αιτήτρια εμπλέκεται στην Γαλλία, σχετικά με δύο Σαλέ, ιδιοκτησίας του Καθ’ ου η αίτηση 1, μέσω της εταιρικής δομής της Καθ’ ης η αίτηση 3. Η Αιτήτρια επιχειρεί μέσω των Γαλλικών διαδικασιών να εντάξει τα δύο Σαλέ στην ιδιοκτησία του Καθ’ ου η αίτηση 1 με σκοπό να μπορέσει να εκτελέσει τις διαιτητικές αποφάσεις. Επίσης, η Αιτήτρια επιδίωξε να καταχωρήσει και εφαρμόσει τις διαιτητικές αποφάσεις στην Γαλλία και το πρωτοδικείο του Παρισιού εξέδωσε διαταγές με τις οποίες χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης τους. Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, άσκησαν έφεση και εκκρεμεί η απόφαση.

 

Ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι η προσωρινή υποθήκη για το Σαλέ 1, την οποία η Αιτήτρια είχε εγγράψει, έχει διαγραφεί και επί του παρόντος η Αιτήτρια δεν κατέχει οποιαδήποτε εγγύηση για το ακίνητο αυτό. Για το Σαλέ 2, παρόλο που η Αιτήτρια κατέχει επί του παρόντος προσωρινή υποθήκη, αυτό το μέτρο δεν παρέχει επαρκή ασφάλεια, καθότι προηγείται υποθήκη προς όφελος Τράπεζας και μετά την αφαίρεση του ποσού που έχει εξασφαλιστεί υπέρ της Τράπεζας, το υπόλοιπο δεν θα αρκούσε για να καλύψει ολόκληρο το ποσό των αποφάσεων και των τόκων και αφού πρώτα ενσωματωθεί το εν λόγω ακίνητο στην περιουσία του Καθ’ ου η αίτηση 1. Επίσης, αυτό μπορεί να αποξενωθεί ή η κατάσταση να περιπλακεί με τυχόν αλλαγή της ιδιοκτησίας οποιασδήποτε από τις εταιρείες που βρίσκονται μεταξύ του Καθ’ ου η αίτηση 1 και του Σαλέ 2.

 

Πέραν των πιο πάνω μέτρων στην Γαλλία, η Αιτήτρια δεν έχει λάβει μέτρα για επιβολή της απόφασης Ουσίας και των Εξόδων σε οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία.

 

Ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν συμμετάσχει σε μια εκστρατεία διασκορπισμού περιουσιακών στοιχείων και αποξένωσης ή επιβάρυνσης, γεγονός που είναι ολοένα και πιο δύσκολο για οποιονδήποτε πιστωτή, όπως είναι η Αιτήτρια, να επιβάλει οποιαδήποτε απόφαση εναντίον τους και παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα βασιζόμενος σε Έκθεση Έρευνας (βλ. τεκμήριο ΑΒ27) που έλαβε η Αιτήτρια στις 11/10/2024, μετά από έρευνα που διεξήγαγε η Lacing Limited στα Κυπριακά περιουσιακά στοιχεία του καθ’ ου η αίτηση 1, με σκοπό τον προσδιορισμό τους στη δικαιοδοσία της Κύπρου και την αποτύπωση της εξέλιξης της επιχείρησης του Καθ’ ου η αίτηση 1 στη χώρα, το ιστορικό αποεπένδυσης κυπριακών περιουσιακών στοιχείων και οποιοδήποτε κίνδυνο περαιτέρω διασκορπισμού. 

 

Επιπλέον, πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 έχουν επανεγκατασταθεί στη Ρωσία, η οποία, όμως, βλάπτει την ικανότητα της Αιτήτριας να ανακτήσει το χρέος της καθώς το ρωσικό νομικό σύστημα δεν διευκολύνει την εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων που εκδίδονται από διαιτητικά δικαστήρια «μη φιλικών» δικαιοδοσιών, όπως οι εν προκειμένω Διαιτητικές Αποφάσεις.

 

Η αξία, επίσης, της Καθ’ ης η αίτηση 3 έχει μειωθεί σημαντικά, σύμφωνα με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το έτος που έληξε στο 2023 (τεκμήριο ΑΒ29) και έγινε σημαντική απομείωση των μετοχών του Καθ’ ου η αίτηση 1 σε αυτήν, για αυτό θα πρέπει να διατηρηθεί η μετοχικής της δομή και των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων της, συμπεριλαμβανομένων των Σαλέ.

 

Ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών Αποφάσεων και επιπρόσθετα ότι αυτή δεν αντίκειται σε καμία περίπτωση στη δημόσια τάξη της Κύπρου.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω απαίτηση στις 30/05/2025 με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

«1.  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Απαίτησης και/ή οι προϋποθέσεις παροχής της αξιούμενης θεραπείας για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 09/05/2024 (δια των προσθηκών αυτής ημερομηνίας 28/06/2024 και ημερομηνίας 23/07/2024) («η Διαιτητική Απόφαση») που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας με αρ. 225601) («η Διαιτησία») και/ή της διαιτητικής απόφασης για τα έξοδα ημερομηνίας 10/09/2024 που εκδόθηκε στη Διαιτησία («η Διαιτητική Απόφαση για Έξοδα») (από κοινού «οι Διαιτητικές Αποφάσεις»).

  2. Η Απαίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων θα πρέπει να απορριφθεί αφού κάτι τέτοιο αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το Άρθρο V(2)(β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου του 1979 (Ν.84/1979).

 3. Η Απαίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων θα πρέπει να απορριφθεί αφού κάτι τέτοιο προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 36(1)(β)(ii) του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/1987).

4. Η Απαίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων θα πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του δόγματος ‘ex turpi causa non oritur actio’ και/ή διότι οι Διαιτητικές Αποφάσεις βασίστηκαν και/ή ήταν το αποτέλεσμα χαλκευμένων αποδεικτικών στοιχείων που δημιουργήθηκαν δολίως για σκοπούς φοροδιαφυγής.

5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Απαίτησης αναφορικά με την Εναγόμενη 3 καθότι:

  

   (α) Η Εναγόμενη 3 δεν ήταν μέρος στη Διαιτησία και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση εναντίον της.

 

  (β) Δεν υπάρχει ισχυρισμός από την Ενάγουσα ότι υπάρχει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον    

      της Εναγόμενης 3

 

6. Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόβουλα και/ή καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς, ήτοι για τη δημιουργία πλαισίου εντός του οποίου η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε μονομερώς το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 3/1/2025 με σκοπό την άσκηση πίεσης προς τους Εναγόμενους.

 

Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της κας Μικαελένας Κόκκινου ημερομηνίας 30/05/2025, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί στην παρούσα διαδικασία τους καθ’ ων η αίτηση 1 – 3. Το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11/09/2025.

 

Συνοπτικά, η ενόρκως δηλούσα, αφού αναφέρεται στο ιστορικό των σχέσεων του τελικού δικαιούχου της Αιτήτριας, κ. Ivanov με τον Καθ’ ου η αίτηση 1 και το πώς προέκυψε η οφειλή της Καθ’ ης η αίτηση 2 ύψους 40.000.000 προς την Αιτήτρια, στη συνέχεια αναφέρεται στην υπεράσπιση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 στη Διαιτησία. Αυτοί προέβαλαν τη θέση ότι η Αιτήτρια εκχώρησε το Έγγραφο Εκχώρησης προς την εταιρεία Alula χωρίς ειδοποίηση προς την Καθ’ ης η αίτηση 2 και κρατούσε το Έγγραφο Εκχώρησης στη βάση εμπιστεύματος αλλά και τα έγγραφα που προέκυψαν από την αναδιάρθρωση του δανείου, που ήταν οι Συμφωνίες Διευθέτησης και Εγγύησης. Με την Απάντηση στην υπεράσπιση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, η Αιτήτρια καταχώρησε το Έγγραφο Συγκατάθεσης και Δηλώσεων που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και της Αlula. Oι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, αν και έλαβαν γνώση του Εγγράφου αυτού, δεν γνώριζαν το υπόβαθρο του, το οποίο αναπτύχθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια της διαιτησίας. Στο τέλος της διαιτησίας η Αιτήτρια και ο κ. Ivanov, εξήγησαν με επαρκή λεπτομέρεια το υπόβαθρο του Εγγράφου Συγκατάθεσης και παραδέχθηκαν επιπλέον το γεγονός ότι αυτό συντάχθηκε το 2020 και χρονολογήθηκε αναδρομικά από το 2017 για τον δόλιο σκοπό της αποφυγής καταβολής φόρων στην Κύπρο. Ωστόσο ήταν πλέον αργά για τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους και το Δικαστήριο αποφάσισε εναντίον τους.

 

Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στο ότι παράλληλα με την Διαιτησία, η Αιτήτρια λάμβανε μέτρα με σκοπό την εξασφάλιση προσωρινών μέτρων στη Γαλλία και επεξηγεί τις Γαλλικές διαδικασίες που αφορούν τα δύο Σαλέ. Ειδικότερα αναφέρει ότι, μετά από απόφαση του Γαλλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/03/2024 η προσωρινή υποθήκη επί του Chalet 1, την οποία η Αιτήτρια είχε καταχωρήσει, ακυρώθηκε και στην συνέχεια διαγράφηκε στις 17/09/2024, με ενέργειες της ιδιοκτήτριας εταιρείας SCI Les Crimes, από το Κτηματολόγιο. Στις 07/06/2024, η Αιτήτρια καταχώρησε προσωρινή υποθήκη επί του Chalet 2 και ο καθ’ ου η αίτηση 2 και η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια SCI Du Genepi, κίνησαν διαδικασίες ενώπιον των Γαλλικών Δικαστηρίων με αίτημα τη διαγραφή της. Η Αιτήτρια, 3 ημέρες μετά που καταχώρησε την ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, υπέβαλε εκ νέου μονομερώς αίτηση στα Γαλλικά Δικαστήρια για την καταχώριση νέας προσωρινής υποθήκης επί του Chalet 1. Η Αιτήτρια απέκρυψε την πρόθεση της αυτή στην παρούσα διαδικασία.

 

Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, οι Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε τα γεγονότα πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας Διευθέτησης και προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι η εν λόγω Διευθέτηση ήταν μέρος του σχεδίου της Αιτήτριας για να αποφύγει την πληρωμή φόρων οι οποίοι ήταν πληρωτέοι στην Κυπριακή Δημοκρατία, κάτι το οποίο συνιστά ποινικό αδίκημα και αντίκειται στη Δημόσια Τάξη της Κύπρου, γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να αναγνωριστεί και να κηρυχθεί εκτελεστή. Eξηγείται στην ένορκη δήλωση η θέση αυτή και τα γεγονότα παραθέτοντάς μαρτυρία η οποία προέκυψε κατά τη διαιτησία.

 

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι κατά τα έτη 2012 – 2013, η Ενάγουσα έλαβε δάνεια από την εταιρεία Alula με έδρα τις Παρθένες Νήσους (BVI), δυνάμει των ξεχωριστών Δανείων Alula με ημερομηνίες 06/08/2012, 12/12/2012 και 7/7/2013. Το σωρευτικό ποσό των Δανείων Alula ανερχόταν στα 40 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ με επιτόκιο 7.15% ετησίως. Η Alula είναι μια άλλη εταιρεία η οποία ανήκει στον κ. Ιvanov. Ο σκοπός της λήψης των Δανείων Alula ήταν η Ενάγουσα να χορηγήσει δάνεια στην IFC δυνάμει των ξεχωριστών Δανείων Κοlize με ημερομηνίες 9/8/2012, 14/12/2012 και 28/07/2013. Το σωρευτικό ποσό των Δανείων Kolize ήταν 40 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ με επιτόκιο 7.5% ετησίως.

 

Η IFC κατέβαλε τόκους στην Ενάγουσα δυνάμει των Δανείων Kolize και η Ενάγουσα αποκόμιζε κέρδος με περιθώριο 0,35% ετησίως, το οποίο αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού βάσει των Δανείων Alula (7,15%) και του επιτοκίου χορηγήσεως βάσει των Δανείων Kolize (7,5%).

 

To 2017 τα δάνεια Kolize αναδιαρθρώθηκαν με την υπογραφή Εγγράφου Εκχώρησης ημερομηνίας 2/3/2017 («το Έγγραφο Εκχώρησης»). Δυνάμει του Εγγράφου Εκχώρησης, η Ενάγουσα εκχώρησε τις απαιτήσεις από τα Δάνεια Kolize στην Εναγόμενη 2 έναντι του ποσού των 40 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ συν ετήσιο επιτόκιο 5%. Ως αποτέλεσμα και σύμφωνα με το Έγγραφο Εκχώρησης, η Εναγόμενη 2 αντικατέστησε την IFC ως οφειλέτρια της Ενάγουσας. Έκτοτε, η Εναγόμενη 2 κατέβαλλε τόκους στην Ενάγουσα.

 

Στο μεταξύ οι λογαριασμοί της Ενάγουσας δεν ελέγχονταν και ο έλεγχος των οικονομικών της καταστάσεων για το έτος που έληξε στις 31/12/2017 ολοκληρώθηκε στις 10/04/2020. Το 2019 η Ενάγουσα και ο κ. Ivanov διαπίστωσαν ότι η Ενάγουσα όφειλε να καταβάλει επιπλέον ποσά υπό μορφή φόρων στην Κύπρο, σε σχέση με τα ποσά που έλαβε από την Εναγόμενη 2.

 

Σε μια προφανή προσπάθεια αποφυγής καταβολής των πιο πάνω φόρων στην Κύπρο, η Ενάγουσα και ο κ. Ivanov άρχισαν να αναζητούν τρόπους καταγραφής των ποσών που ελήφθησαν και εκείνων που ήταν πληρωτέα από την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα, στα λογιστικά βιβλία της Alula, η οποία επίσης ανήκει στον κ. Ivanov. Ο λόγος ήταν ότι η BVI, όπου είναι εγγεγραμμένη η Alula, είναι δικαιοδοσία μηδενικής φορολογίας.

 

Για την υλοποίηση των παράνομων σχεδίων τους για φοροδιαφυγή, το 2020 η Ενάγουσα και η Alula υπέγραψαν το λεγόμενο Έγγραφο Συγκατάθεσης, το οποίο χρονολογήθηκε αναδρομικά από το 2017, την επομένη της αναδιάρθρωσης των αρχικών δανείων. Το Έγγραφο Συγκατάθεσης περιήλθε σε γνώση των Εναγόμενων μόνο στα μεταγενέστερα στάδια της Διαιτησίας ενώ το πλήρες πλαίσιο των περιστάσεων που το περιβάλλαν έγινε αντιληπτό από τους Εναγόμενους μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία της Διαιτησίας.

 

Το Έγγραφο Συγκατάθεσης επιβεβαίωνε ότι η Alula ήταν η δικαιούχος των ποσών που οφείλονταν δυνάμει του Εγγράφου Εκχώρησης και ότι η Ενάγουσα απαλλασσόταν από κάθε υποχρέωση δυνάμει των Δανείων Alula. Περαιτέρω, το Έγγραφο Συγκατάθεσης προνοούσε όπως όλες οι αποπληρωμές (τόκων και κεφαλαίου) δυνάμει του Εγγράφου Εκχώρησης πιστώνονταν στην Alula ως δικαιούχο. Τέλος, το Έγγραφο Συγκατάθεσης προνοούσε για ετήσια αμοιβή διαχείρισης και διοίκησης προς την Ενάγουσα. Το εν λόγω Έγγραφο Συγκατάθεσης επέτρεψε στην Ενάγουσα να αποφύγει την καταβολή των φόρων που άλλως θα ήταν πληρωτέοι στη Δημοκρατία.

 

Μετά που οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση του Εγγράφου Συγκατάθεσης, η θέση των Εναγόμενων στη Διαιτησία (μέχρι και κατά την ακρόαση) ήταν ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης δημιούργησε μια σχέση εμπιστεύματος, ως αποτέλεσμα της οποίας η Ενάγουσα κρατούσε την απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 2 δυνάμει του Εγγράφου Εκχώρησης ως εμπιστευματοδόχος προς όφελος της Alula.

 

Το 2021 το Έγγραφο Εκχώρησης αναδιαρθρώθηκε με ένα σύνολο εγγράφων κάτω από την ομπρέλα της Συμφωνίας Διευθέτησης: (i) τη Συμφωνία Διευθέτησης, (ii) τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών (SPA), (iii) την Yπoσχετική Σημείωση, και (iv) το Έγγραφο Εγγύησης.

 

Με βάση τα πιο πάνω έγγραφα: (i) η Εναγόμενη 2 κατέβαλε ποσό 20 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ από το συνολικό ποσό των 40 εκατομμυρίων, (ii) η Ενάγουσα απέκτησε το δικαίωμα, που θα μπορούσε να ασκηθεί μετά από ένα έτος, είτε να λάβει συμμετοχή στο έργο Intergeo είτε να απαιτήσει τα υπόλοιπα 20 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ δυνάμει της Υποσχετικής Σημείωσης που εκδόθηκε από την Εναγόμενη 2, (iii) o Eναγόμενος 1 εγγυήθηκε την πληρωμή με βάση την Υποσχετική Σημείωση.

 

Η Alula και η Ενάγουσα υπέγραψαν τις Συμφωνίες Τροποποίησης (Amendment Agreements) τον Απρίλιο 2022. Οι εν λόγω Συμφωνίες Τροποποίησης αναφέρονται στην Alula και στην Ενάγουσα ως Δανειστή και Οφειλέτη αντίστοιχα στο πλαίσιο των Δανείων Alula. Οι Συμφωνίες Τροποποίησης προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα δύναται να διατηρήσει την μερική (δανειακή) αποπληρωμή του ποσού που οφείλεται από την Εναγόμενη 2, ήτοι περίπου 20 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (βάσει της Συμφωνίας Διευθέτησης) και να το αξιοποιήσει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η Ενάγουσα χρησιμοποίησε τα έσοδα από την αποπληρωμή του δανείου για να χορηγήσει δάνεια προς την GP Suisse S.A.

 

Οι Συμφωνίες Τροποποίησης μείωσαν το επιτόκιο των Δανείων Alula σε 4.75% (από 7.15%) λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και τις τρέχουσες οικονομικές δυνατότητες της Ενάγουσας.

 

Η Ενάγουσα αποφάσισε να απαιτήσει το υπόλοιπο ποσό των 20 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ δυνάμει της Υποσχετικής Σημείωσης και το θέμα παραπέμφθηκε σε διαιτησία.

 

Κατά την ημερομηνία της ακρόασης, η θέση των Εναγόμενων στη Διαιτησία ήταν ότι, κατά το αγγλικό δίκαιο: (i) επειδή το Έγγραφο Συγκατάθεσης δημιούργησε σχέση εμπιστεύματος μεταξύ της Alula και της Ενάγουσας, η Ενάγουσα κατείχε όχι μόνο το Έγγραφο Εκχώρησης αλλά και όλα τα έγγραφα της αναδιάρθρωσης (Συμφωνία Διευθέτησης, SPA, Υποσχετική Σημείωση και Εγγύηση) ως εμπιστευματοδόχος για λογαριασμό της Alula (ii) επειδή η Ενάγουσα κατείχε την Υποσχετική Σημείωση και την Εγγύηση, οι Εναγόμενοι δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει της Υποσχετικής Σημείωσης και της Εγγύησης βάσει της ρήτρας 10.2 του SPA.

 

Το LCIA απέρριψε τη θέση των Εναγόμενων και δεν ενέκρινε ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης δημιούργησε σχέση εμπιστεύματος ανάμεσα στην Alula και την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, το LCIA διέταξε τους Εναγόμενους να καταβάλουν στην Ενάγουσα το ποσό των USD 20 εκατομμυρίων.

 

Αποτελεί θέση των Εναγόμενων ότι η γνώση τους σχετικά με το δόλιο υπόβαθρο του Εγγράφου Συγκατάθεσης διαμορφώθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια της Διαιτησίας. Το γεγονός ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης καταρτίστηκε με σκοπό την αποφυγή πληρωμής φόρων στην Κυπριακή Δημοκρατία, παραδέχθηκε ρητώς η Ενάγουσα και ο κ. Ιvanov μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία στο τέλος της διαδικασίας.

 

Oι Εναγόμενοι παραθέτουν αποσπάσματα από την αντεξέταση του κ. Ivanov κατά την διαιτητική διαδικασία, τα οποία καταδεικνύουν, κατά τη θέση τους, ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης καταρτίστηκε αποκλειστικά με σκοπό την φοροδιαφυγή της Kolize στην Κύπρο. Παρότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ακόμη μια μέρα ακρόασης (κρατημένη για αγορεύσεις), ήταν πολύ αργά για να τροποποιήσουν την Τροποποιημένη Υπεράσπιση τους και δεν διέθεταν την αναγκαία μαρτυρία επί του Κυπριακού Δικαίου για να το πράξουν.

 

Αν και η Διαιτητική Απόφαση για την Ουσία αναφέρθηκε σε όσα αποκαλύφθηκαν μόνο κατά την ακρόαση και που υποδείκνυαν το δόλιο χαρακτήρα του Εγγράφου Συγκατάθεσης, το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν ανέδειξε το ζήτημα (ή απλώς το αγνόησε), απέδωσε στο Έγγραφο Συγκατάθεσης νομική ισχύ και το αντιμετώπισε ως δεκτικό ερμηνείας.

 

Στην ουσία, το Έγγραφο Συγκατάθεσης επέτρεπε στην Ενάγουσα να παρουσιάσει στις Κυπριακές φορολογικές αρχές ότι δεν είχε αποκομίσει οποιοδήποτε κέρδος από τα ποσά που είχε λάβει από την Εναγόμενη 2 και συνεπώς δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής των σχετικών φόρων. Το εν λόγω Έγγραφο, επίσης, χρονολογήθηκε αναδρομικά από το 2017, ενώ οι ελεγμένες καταστάσεις για το έτος 2017 καταρτίστηκαν στο 2020. Και αυτή η αναδρομική χρονολόγηση έγινε με σκοπό την αποφυγή φόρων που ήταν πληρωτέοι από το 2017 και εντεύθεν. Ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα απέφυγε την καταβολή φόρων για ποσά που είχε ήδη λάβει από την Εναγόμενη 2 και κατά συνέπεια, έχει ήδη διαπράξει φοροδιαφυγή.

 

Η θέση των Εναγόμενων είναι ότι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν θα πρέπει να επιτρέψει την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο, καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα συμμετάσχει ουσιαστικά ή θα συνδράμει στο δόλιο και παράνομο σχέδιο φοροδιαφυγής που καταρτίστηκε από την Ενάγουσα και τον κ. Ivanov.

 

Η φοροδιαφυγή αποτελεί ποινικό αδίκημα στην Κύπρο. Οι ενέργειες της Ενάγουσας και οι περιστάσεις υπό τις οποίες υλοποιήθηκε το εν λόγω σχέδιο φοροδιαφυγής, περιλαμβανομένης της αναδρομικής χρονολόγησης του Εγγράφου Συγκατάθεσης, ενδέχεται να στοιχειοθετούν ποινική ευθύνη της Ενάγουσας, για συγκεκριμένα αδικήματα τα οποία παρατίθενται.        

 

Σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 3, η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε αιτία αγωγής εναντίον της αφού αυτή δεν ήταν μέρος της διαιτητικής διαδικασίας και συνεπώς δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον της.

 

Οι δε ισχυρισμοί περί αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων είναι άσχετοι με το αίτημα για αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται από τους Εναγόμενους.

 

Κατά παραδοχή της Αιτήτριας στην αίτηση της, ο Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι Ρώσος ολιγάρχης και πολιτικός και η καθαρή αξία της περιουσίας του είναι περίπου $11 δισεκατομμύρια. Μάλιστα τα περιουσιακά του στοιχεία είναι ευρέως γνωστά, όπως οι μετοχές που κατέχει στις καθ’ ων η αίτηση 2 και 3. Η δε αξία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 2, ακόμα και αν οι ισχυρισμοί περί μείωσης της αξίας τους ευσταθούν, συνεχίζει να υπερβαίνει το ποσό της Διαιτητικής απόφασης κατά περίπου 20 φορές, με βάση τις οικονομικές της καταστάσεις των ετών 2023 και 2024.

Οι Καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν γνωμάτευση καθηγητή του Ρωσικού Δικαίου, ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί άρνησης των Ρωσικών Δικαστηρίων να αναγνωρίζουν διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε χώρες «μη φιλικές» προς τη Ρωσία. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός στην αίτηση είναι αβάσιμος και ακόμα και αν ευσταθούσαν οι θέσεις περί μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από τους Καθ’ ων η αίτηση στην Ρωσία, η Αιτήτρια θα μπορεί να λάβει μέτρα εκτέλεσης στη Ρωσία. Οι Καθ’ ων η αίτηση, επίσης, διαφωνούν με τους ισχυρισμούς της αίτησης αναφορικά με τη συμμετοχή της Καθ’ ης η αίτηση 2 στην οντότητα της Σιγκαπούρης Sistema Asia Fund Pte. Σύμφωνα με νομική γνωμάτευση που οι Καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν, η Καθ’ ης η αίτηση 2 εξακολουθεί να κατέχει το 8,38% των προνομιούχων μετοχών στο πιο πάνω επενδυτικό ταμείο και η πληροφορία αυτή ήταν διαθέσιμη και μπορούσε η Αιτήτρια να λάβει γνώση αυτής παρά να ισχυρίζεται ότι είναι αμφίβολο κατά ποσό η Καθ’ ης η αίτηση 2 εξακολουθεί να κατέχει αυτό το περιουσιακό στοιχείο. Η καθαρή αξία, περαιτέρω, του εν λόγω Επενδυτικού Ταμείου ανέρχεται στα $283.191.565,00 δολάρια Αμερικής, επίσης, δημόσια διαθέσιμη πληροφορία. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια δεν εμποδίζεται από τις κυρώσεις των ΗΠΑ στην εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης στη Σιγκαπούρη.

 

Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 3. Οι προσπάθειες εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση 3 αφορούν τα δύο Chalets στη Γαλλία, τα οποία ανήκουν στις οντότητες SCI Les Crimes και SCI Du Genepi και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενδέχεται ή προσπάθησαν να τα αποξενώσουν, να αλλάξουν την εταιρική δομή που οδηγεί στην ιδιοκτησία τους ή να επηρεάσουν δυσμενώς την εταιρική δομή. Ούτε μπορεί να επικαλεστεί τις Γαλλικές διαδικασίες για να στηρίξει τον κίνδυνο αποξένωσης σε σχέση με τα Chalets. Mε παραπομπή σε νομική γνωμάτευση εξηγείται η δυσκολία επανένταξης των Chalets στην περιουσία του Καθ’ ου η αίτηση 1. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος για εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο κατά της Εναγόμενης 3, ώστε να αποφευχθούν οι ισχυριζόμενοι κίνδυνοι. Ούτε η Ενάγουσα δύναται να επικαλείται τις διαδικασίες ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της περί της ανάγκης εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο κατά της Εναγόμενης 3.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα Απαίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόβουλα. Συγκεκριμένα ο πραγματικός λόγος καταχώρισης της ήταν για να δημιουργήσει τη βάση για να αιτηθεί και εξασφαλίσει το Διάταγμα Παγοποίησης κατά των Εναγόμενων, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 3, κατά της οποίας δεν έχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα, με σκοπό να ασκηθεί πίεση επί του Εναγόμενου 1.

 

Η Αιτήτρια με την συμπληρωματική ένορκη ομολογία του κ. Andriy Bychkov ημερομηνίας 18/07/2025, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ένστασης και ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι, τόσο στη Διαιτητική διαδικασία όσο και στην παρούσα διαδικασία, προσπαθούν να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα και να αποπροσανατολίσουν από την πραγματική διάσταση των πραγμάτων. Ισχυρίζεται ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και η Σύμβαση για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων και τούτο δεν προκύπτει να αμφισβητείται από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι, δεν έχουν, επίσης, αποδείξει, ότι ικανοποιείται ένας από τους λόγους που μπορεί το Δικαστήριο να αρνηθεί την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων, όπως προβλέπεται στο Μέρος V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.

 

Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί φοροδιαφυγής και διάπραξης άλλων αδικημάτων από την Αιτήτρια και η θέση του είναι ότι οι ισχυρισμοί αυτοί στερούνται οποιασδήποτε βάσης. Κατ’ αρχάς οι ισχυρισμοί και το ιστορικό της Πράξης Συναίνεσης ήταν γνωστά στους Εναγόμενους περίπου 10 μήνες πριν από την τελική ακρόαση στη διαιτησία και τουλάχιστον περίπου 5 μήνες πριν από την ακρόαση. Αυτοί προκύπτουν από τις Απαντήσεις της Ενάγουσας, που είχαν καταχωρηθεί πριν από την ακρόαση. Εξηγείται η δομή του όλου δανεισμού και ότι το μεγαλύτερο μέρος των τόκων δανείου που έλαβε η Κolize από την IFC Bank θα χρησιμοποιούνταν από την Kolize για την πληρωμή τόκων στην Alula, η οποία ήταν εγγεγραμμένη σε αφορολόγητη δικαιοδοσία. Η Kolize θα διατηρούσε το περιθώριο 0.35% ετησίως (δηλαδή τη διαφορά μεταξύ 7.5% και 7.15%) επί του οποίου θα πλήρωνε φόρο στην Κύπρο ενώ τα ποσά που θα λάμβανε η Alula από την Kolize δεν θα φορολογούνταν. Η Πράξη Συναίνεσης αντικατόπτριζε την πραγματική κατάσταση υπό το πρίσμα της υφιστάμενης δομής δανείου, σύμφωνα με την οποία η Kolize θα έπρεπε να καταβάλλει στην Alula τυχόν ποσά που έλαβε βάσει των δανειακών συμβάσεων της με την IFC Bank. H ίδια αρχή ίσχυε μετά την αναδιάρθρωση των δανείων τον Μάρτιο του 2017 και η Onexim αντικατέστησε την IFC Bank ως μέρος που ήταν υπεύθυνο για την πληρωμή στην Kolize. Έτσι ο σκοπός της Πράξης Συναίνεσης δεν ήταν η φοροδιαφυγή στην Κύπρο, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση, αλλά να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα χρήματα που έλαβε η Kolize από την Onexim έπρεπε να καταβληθούν στην Alula βάσει των δανειακών συμβάσεων μεταξύ Kolize και Αlula. Πράγματι, το διαιτητικό δικαστήριο αποδέχτηκε ότι αυτή ήταν μια διευθέτηση διέλευσης.

 

Όλοι οι φόροι που έπρεπε να καταβληθούν στην Κύπρο από την Αιτήτρια, έχουν καταβληθεί (βλ. τεκμήριο ΑΒ33). Επισυνάπτεται, επίσης, υπόμνημα της PWC με ημερομηνία 17/07/2025, που εξηγεί τις συναλλαγές (βλ. τεκμήριο ΑΒ34). Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο ρόλος της Kolize ήταν περιορισμένος και χαμηλής αξίας και έπαιξε ρόλο μεσάζοντα. Οι φόροι που καταβάλλονται στην Κύπρο από την Kolize μέχρι σήμερα είναι ανάλογοι με τις περιορισμένες λειτουργίες και τη συνολική δραστηριότητα της που αναλαμβάνει στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα, αναφέρεται, υπάρχει η πιθανότητα η Kolize να έχει πράγματι καταβάλει υπερβάλλοντες φόρους στην Κύπρο κατά την περίοδο 2012 – 2022, δεδομένου του περιορισμένου διοικητικού κόστους που προέκυψε κατά τη διάρκεια των ετών.

 

Η Kolize έχει συμμορφωθεί με όλες τις νομοθετικές της υποχρεώσεις βάσει του κυπριακού νομικού πλαισίου όσον αφορά την προετοιμασία και υποβολή ετήσιων ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων και φορολογικών δηλώσεων εισοδήματος νομικών προσώπων, οι οποίες είναι/μπορούν να διατεθούν για αξιολόγηση από τις Κυπριακές Φορολογικές Αρχές. Επίσης, οι εν λόγω αρχές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν οποιεσδήποτε διευκρινήσεις ή πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές/ διευθετήσεις που αποτελούν αντικείμενο του παρόντος θέματος.

 

Όσον αφορά το ζήτημα της πλαστογραφίας της Πράξης Συναίνεσης, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται. Ο κ. Prokhorov γνώριζε για την όλη δομή της συναλλαγής και επιπλέον η Πράξη Συναίνεσης ελέγχθηκε εξονυχιστικά από τους νομικούς συμβούλους της Totalserve, διευθύντρια της Kolize και δεν θα εγκρινόταν αν μια συναλλαγή ήταν παράνομη. Σε κάθε περίπτωση, η Πράξη Συναίνεσης δεν άλλαξε τίποτα στις έννομες σχέσεις μεταξύ Κοlize και Alula, αλλά μόνο επιβεβαίωσε τις υπάρχουσες έννομες σχέσεις.

 

Πέραν τούτου, το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν βασίστηκε στην Πράξη Συναίνεσης για να λάβει την απόφαση του και ούτε αμφισβητήθηκε, κατά τη διαιτησία, η εγκυρότητα της. Επιπρόσθετα, ακόμα και αν οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν δίκαιο ισχυριζόμενοι ότι η Αιτήτρια έχει διαπράξει φορολογική απάτη και/ή έχει πλαστογραφήσει την Πράξη Συναίνεσης, αυτά τα ζητήματα δεν θα είχαν καμία σχέση με τις Διαιτητικές Αποφάσεις και η αναγνώριση και η εκτέλεση τους δεν θα ήταν αντίθετες με τη δημόσια τάξη, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν την ευκαιρία και δεν έθεσαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ισχυρισμούς περί πλαστογραφίας της Πράξης Συναίνεσης και φορολογικής απάτης, κατ’ αντίθεση με όσα ισχυρίζονται. Και τούτο, διότι δεν υπήρχε καμία επιπλέον υπεράσπιση να προωθηθεί καθότι το κατά πόσο η Πράξη Συναίνεσης ήταν απόδειξη φοροδιαφυγής ή όχι, ήταν απλώς άσχετο με το αν τα απαιτούμενα ποσά ήταν οφειλόμενα βάσει της Υπόσχεσης Πληρωμής και της Πράξης Συναίνεσης. Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 έχουν χάσει το δικαίωμα τους να υποβάλουν ενστάσεις βάσει των ισχυρισμών για φορολογική απάτη και/ή πλαστογραφία και απαγορεύεται να το πράξουν τώρα στα πλαίσια της αναγνώρισης και εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου στην βάσει των περιστάσεων που περιγράφηκαν ανωτέρω.

 

Είναι η θέση, επίσης, του ενόρκως δηλούντα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου V(2) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, αναφορικά με την εφαρμογή της εξαίρεσης της δημόσιας τάξης.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών επεξηγεί το Αγγλικό δίκαιο για το δικαίωμα έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης και ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 δεν πρόσβαλαν στις διαιτητικές αποφάσεις λόγω σοβαρής παρατυπίας, εντός 28 ημερών, ως είχαν δικαίωμα να πράξουν και αυτές είναι οριστικές και εκτελεστές.

 

Όσον αφορά την Εναγόμενη 3, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Αιτήτρια ουδόλως αιτείται την αναγνώριση και εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3, αλλά μόνο εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2. Η Καθ’ ης η αίτηση, αποτελεί αναγκαίο διάδικο προκειμένου η Αιτήτρια να είναι σε θέση να εκτελέσει τις Διαιτητικές Αποφάσεις εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, ξεκάθαρα αποσκοπούν στην παραπλάνηση του σεβαστού Δικαστηρίου και στον αποπροσανατολισμό του από το γεγονός ότι η Κύπρος αποτελεί ορθή δικαιοδοσία για την αναγνώριση και εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων, ένεκα περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας.

 

Όσον αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ’ ου η αίτηση 1 βρίσκονται κρυμμένα πίσω από προηγούμενες εταιρικές δομές και δεν ανήκουν άμεσα σε αυτόν, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη την επιβολή των αποφάσεων κατά των περισσότερων περιουσιακών του στοιχείων. Εσκεμμένα, επίσης, αρνείται να αποπληρώσει το χρέος του προς την Αιτήτρια και έχει λάβει μέτρα για να μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία στη Ρωσία, όπου η εκτέλεση είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη. Επισυνάπτεται προς τούτο, ως τεκμήριο ΑΒ43 γνωμοδότηση επί του ρωσικού δικαίου του κ. Ντμίτρι Κονσταντίνοφ, στην οποία αναφέρει, στην ουσία, ότι οι διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται από διαιτητές που είναι υπήκοοι «μη φιλικών» χωρών, θεωρείται ότι εκδόθηκαν στη Ρωσία κατά παράβαση της δημόσιας τάξης και είναι πολύ απίθανο να εκτελεστούν στη Ρωσία, ως αντίθετες προς τη δημόσια τάξη. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων πιθανότατα θα απορριφθούν από τα ρωσικά δικαστήρια με το σκεπτικό ότι οι διαιτητικές αποφάσεις είναι αντίθετες προς τη δημόσια τάξη της Ρωσίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν είναι ζητήματα για τα οποία μπορεί να απορριφθεί η αναγνώριση και η εκτέλεση και ως εκ τούτου, δεν είναι σχετικά με τους σκοπούς της Κυρίως Αίτησης.

 

Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μικαελένας Κόκκινου ημερομηνίας 11/09/2025, εξηγείται γιατί, κατά τη θέση τους, δεν ήγειραν το θέμα της πλαστογραφίας του Εγγράφου Συγκατάθεσης και το οποίο ήταν το μέσο για την φοροδιαφυγή της Αιτήτριας στην Κύπρο και το εγείρουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων. Στην ουσία και αφού περιγράφεται η διαδικασία που έλαβε χώρα στο ΔΔΔΛ αναφέρεται ότι στο στάδιο το οποίο αποκαλύφθηκε η πραγματική φύση του Εγγράφου Συγκατάθεσης και εγέρθηκαν ζητήματα φοροδιαφυγής στην Κύπρο, ήταν πλέον αργά και δεν είχαν την ευκαιρία να τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους. Διαδικαστικά, αναφέρει, μόνο κατά την ακρόαση δόθηκε η ευκαιρία στους Εναγόμενους 1 και 2 να εξετάσουν τον κύριο μάρτυρα της Ενάγουσας, τον κ. Ιvanοv, ρωτώντας τον μεταξύ άλλων για την προέλευση του Εγγράφου Συγκατάθεσης στο βαθμό που ήταν σχετικό με την Τροποποιημένη Υπεράσπιση τους. Προκειμένου ο κ. Ιvanov να αντικρούσει την θέση των Εναγόμενων στη διαιτησία ότι είχε συσταθεί καταπίστευμα υπερ της Alula, ο κ. Ivanοv κατά την  αντεξέταση του εξήγησε την προέλευση του «χαρτιού», όπως το χαρακτήρισε, που τιτλοφορείται Έγγραφο Συγκατάθεσης. Οι απαντήσεις που έδωσε υποδήλωναν ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης θα μπορούσε να είναι πλαστό και να έχει χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο για την φοροδιαφυγή της Ενάγουσας και του ιδίου στην Κύπρο. Αναδείκνυαν, επίσης, ζητήματα ενδεχόμενης παραβίασης της Κυπριακής Νομοθεσίας από την Ενάγουσα και του ιδίου, που άπτονταν του Κυπριακού φορολογικού και ποινικού δικαίου. Ωστόσο, μέχρι την αντεξέταση του κ. Ivanov τα ζητήματα αυτά δεν είχαν αναδειχθεί στη Διαιτησία και οι Εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση να τα αντιμετωπίσουν, εκτός αν προσλάμβαναν κατάλληλο εμπειρογνώμονα επί του Κυπριακού Δικαίου, κάτι που δεν ήταν εφικτό στο συγκεκριμένο στάδιο της Διαιτησίας. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να τροποποιήσουν την Τροποποιημένη Υπεράσπιση τους και ήταν ήδη πολύ αργά. Το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του αγνοώντας (ή αδιαφορώντας) για τον δόλιο χαρακτήρα του Εγγράφου Συγκατάθεσης και δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την αποκαλυφθείσα πλαστογραφία και τη φοροδιαφυγή της Ενάγουσας και του κ. Ivanov στην Κύπρο.

 

Η Ενάγουσα έλαβε γνωμάτευση από το Κυπριακό δικηγορικό γραφείο στην Κύπρο στις 24/02/2025, βάση της οποίας έγινε γνωστό ότι η Ενάγουσα βασίστηκε πράγματι στο πλαστό και δόλιο Έγγραφο Συγκατάθεσης που είχε εξυπηρετήσει τον κ. Ivanov στην αποφυγή φορολογίας στην Κύπρο, για να αντικρούσει την αρχική υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2.

 

Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τη θέση ότι οι φορολογικές αρχές της Κύπρου δεν εντόπισαν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά φόρων εκ μέρους της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα απέκρυψε τη προέλευση του Εγγράφου Συγκατάθεσης από τις Κυπριακές Αρχές και το γεγονός ότι δεν υφίστανται σήμερα οφειλόμενοι φόροι από την Ενάγουσα στη Κύπρο, ενισχύει τον ισχυρισμό για φοροδιαφυγή. Η γνωμάτευση, επίσης, της PWC ημερομηνίας 17/07/2025, που επικαλείται η Ενάγουσα, ρητά αγνοεί τη δημιουργία του Εγγράφου Συγκατάθεσης, το οποίο η Ενάγουσα και ο κ. Ivanov περιέγραψαν στη Διαιτησία και αυτή δεν μπορεί να επιτελέσει οποιοδήποτε ρόλο στην παρούσα διαδικασία.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών παρουσιάζει γνωμάτευση από δικηγορικό γραφείο της Κύπρου, στην οποία αναφέρεται, για τους λόγους που εξηγούνται σε αυτή, ότι πιθανό το Έγγραφο Συγκατάθεσης να είναι «μη γνήσιο» (‘artificial’) και/ή «εικονικό» (‘fictitious’) σύμφωνα με το Άρθρο 33(1) του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978 (Ν.4/1978) ή να αποτελεί μια καταχρηστική διευθέτηση που έγινε με κύριο σκοπό (ή ένα από τους κύριους σκοπούς) την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος. Είναι πιθανό, αναφέρουν, ότι το αναδρομικό Έγγραφο Συγκατάθεσης στερείται οποιουδήποτε λογικού εμπορικού ή επιχειρηματικού σκοπού και τέθηκε σε εφαρμογή ουσιαστικά με σκοπό τη μείωση ή εξάλειψη της φορολογικής ευθύνης της Ενάγουσας. Το Έγγραφο Συγκατάθεσης, επίσης, ήταν κάτι ασυνεπές και αντιφατικό με τις μέχρι τότε πρακτικές της Ενάγουσας. Με αυτό προκύπτει η Ενάγουσα να ήταν απλώς μια “άγνωστη αντιπρόσωπος” (undisclosed agent) εκ μέρους της Αlula σε αντίθεση με τις τροποποιητικές συμφωνίες που συνάφθηκαν μεταξύ τους τον Απρίλιο του 2022 και οι οποίες αναφέρονται στην Alula και στην Ενάγουσα ως «Δανειστή» και «Δανειολήπτη» αντίστοιχα χωρίς αναφορά σε σχέση αντιπροσώπευσης ή εκπροσώπησης (nominee relationship).

 

Όσον αφορά την μη άσκηση έφεσης στα Αγγλικά Δικαστήρια κατά της διαιτητικής απόφασης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι με βάση το Νόμο 84/1979, δεν προϋποθέτει ότι το δικαίωμα για άσκηση ένστασης στην αναγνώριση και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί μόνο αν προηγηθεί αίτηση για προσβολή εκείνης της διαιτητικής απόφασης στη χώρα που εκδόθηκε.

 

Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας για τον κατ’ ισχυρισμό κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων είναι εντελώς άσχετοι με την Απαίτηση και το αίτημα για αναγνώριση και εκτέλεση των Διαιτητικών αποφάσεων. Σε κάθε περίπτωση, απορρίπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει, επίσης, κατ’ ουσία τους ισχυρισμούς περί μη ύπαρξης κινδύνου ανεπανόρθωτης ζημιάς και αδυναμίας εκτέλεσης της Διαιτητικής απόφασης και την απουσία κινδύνου αποξένωσης των Chalets και της περιουσίας των καθ’ ων η αίτηση.

Επιπλέον, επαναλαμβάνει τους λόγους ακύρωσης της προσωρινής υποθήκης επί του Chalet 1 και ότι αυτό οφείλεται σε ευθύνη της Αιτήτριας που δεν ειδοποίησε τους Καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με το Γαλλικό δίκαιο. Η διαδικασία επανένταξης έχει χαμηλές πιθανότητες επιτυχίας, σύμφωνα με τα γεγονότα και το Γαλλικό δίκαιο και παραπλανητικά αναφέρεται ότι τα Chalet θα είναι διαθέσιμα για εκτέλεση.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόβουλα. Οι θέσεις αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι, στο πρώτο μισό του Ιουνίου 2025, οι Καθ’ ων η αίτηση ενημερώθηκαν ότι η Αιτήτρια εξασφάλισε νέα προσωρινά μέτρα στη Γαλλία και συγκεκριμένα προσωρινές κατασχέσεις μετοχών στις εταιρείες SF BELLECOTE, SCI LES CIMES και SCI DU GENEPI. Η Αιτήτρια εξασφάλισε τα νέα αυτά μέτρα ενώ ήδη διέθετε δύο προσωρινές υποθήκες επί των Chalets στη Γαλλία καθώς και το διάταγμα παγοποίησης στην Κύπρο. Τα νέα αυτά προσωρινά μέτρα είναι υπερβολικά και δυσανάλογα, τόσο σε σχέση με τα προϋφιστάμενα προσωρινά μέτρα στη Γαλλία όσο και σε σχέση με το διάταγμα παγοποίησης στην Κύπρο. Είναι ξεκάθαρο ότι η γενική στρατηγική της Ενάγουσας είναι να ασκήσει πίεση στους Εναγόμενους ώστε να ενδώσουν στη φοροδιαφυγή της Ενάγουσας και να τους αναγκάσει να καταβάλουν ποσά βάσει της δολίως εξασφαλισθείσας Διαιτητικής Απόφασης.

 

Η ακρόαση της παρούσας Απαίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν στον ηλεκτρονικό φάκελο. Επίσης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων είχαν την ευκαιρία να συμπληρώσουν τις αγορεύσεις τους προφορικά. Οι εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ λεπτομερώς στα επιχειρήματα εκάστης πλευράς στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, κατωτέρω, θα αναφερθώ στην εν λόγω επιχειρηματολογία των συνηγόρων, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

NOMIKH ΠΤΥΧΗ:

 

Η Απαίτηση εδράζεται στις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης του 1958 (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79), του οποίου οι πρόνοιες σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού Νόμου.

 

Με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου ΙΙΙ της Σύμβασης, καθιερώνεται η υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοείται πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα δικαστή (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D., (1995) 1 Α.Α.Δ. 737, Ημερ. 28/07/1995).

 

Το πιο πάνω Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, διαλαμβάνει τα εξής:

 

Each Contracting State shall recognize arbitral awards as binding and enforce them in accordance with the rules of procedure of the territory where the award is relied upon, under the conditions laid down in the following articles. There shall not be imposed substantially more onerous conditions or higher fees or charges on the recognition or enforcement of arbitral awards to which this Convention applies than are imposed on the recognition or enforcement of domestic arbitral awards.”

 

Η Σύμβαση εφαρμόζεται σε αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες αφορούν εμπορικές διαφορές ή άλλα συναφή ζητήματα (βλ. Άρθρο Ι της Σύμβασης).

 

Το Άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τί απαιτείται για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων του είδους ως ανωτέρω, και έχει ως εξής:

 

“1. To obtain the recognition and enforcement mentioned in the preceding article, the party applying for recognition and enforcement shall, at the time of the application, supply:

 

(a) The duly authenticated original award or a duly certified copy thereof;

 

(b) The original agreement referred to in article II or a duly certified copy thereof.

 

2. If the said award or agreement is not made in an official language of the country in which the award is relied upon, the party applying for recognition and enforcement of the award shall produce a translation of these documents into such language. The translation shall be certified by an official or sworn translator or by a diplomatic or consular agent.

 

To Άρθρο ΙΙ της Σύμβασης αναφέρεται στη γραπτή συμφωνία των μερών για παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία.

 

Οι λόγοι άρνησης της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων είναι περιορισμένοι και καταγράφονται στο Άρθρο V της Σύμβασης. Ειδικότερα και σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, στο Άρθρο V(2)(b) της Σύμβασης, περιλαμβάνεται ως λόγος άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης στην περίπτωση που αυτή είναι αντίθετη με τη δημόσια πολιτική της χώρας όπου επιδιώκεται η αναγνώριση και εκτέλεση. Παραθέτω αυτούσιο το πιο πάνω Άρθρο:

 

“2. Recognition and enforcement of an arbitral award may also be refused if the competent authority in the country where recognition and enforcement is sought finds that:

 

(a)……………….

 

(b) the recognition or enforcement of the award would be contrary to the public policy of that country:”

 

O τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται η Σύμβαση εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω) ως ακολούθως:

 

«Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» (βλ. επίσης UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIUS HOLDINGS, Πολ. Έφεση Αρ. 49/2016, Ημερ. 13/11/2024).

 

Παρόμοιες πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων επί εμπορικών ζητημάτων και συναφών θεμάτων αναφέρονται και στα άρθρα 35 και 36 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/87), επί του οποίου, επίσης, βασίζεται η Απαίτηση, του οποίου η εφαρμογή, όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω), περιορίζεται αποκλειστικά επί των διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποτελεί αυτοτελή νομοθετική ρύθμιση που καθιστά τη διεθνή εμπορική διαιτησία μια αυτόνομη διαδικασία.

 

Το Άρθρο 35 του Ν.101/87, το οποίο είναι παρόμοιο με το Άρθρο IV της Σύμβασης, έχει ως εξής:

 

“(1) Η διαιτητική απόφαση, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική. Το Δικαστήριο, µετά από γραπτή αίτηση οποιουδήποτε των µερών, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος ή του επόμενου άρθρου.

 

(2) Το μέρος το οποίο επικαλείται τη διαιτητική απόφαση ή αιτείται την εκτέλεσή της, καταθέτει στο Δικαστήριο δεόντως θεωρηµένο πρωτότυπο ή κυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης:

 

Νοείται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η πιο πάνω αναφερόμενη διαιτητική απόφαση δεν είναι διατυπωμένη σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει από το εν λόγω μέρος την προσκόμιση μετάφρασής της σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας.»

 

Επίσης, το Άρθρο 36 του Ν.101/87 είναι παρόμοιο με το Άρθρο V της Σύμβασης, όσον αφορά τους λόγους άρνησης αναγνώριση και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης. Το Άρθρο 36(β)(ii) αναφέρει ότι η αίτηση για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης απορρίπτεται αν το Δικαστήριο εύρει ότι «η αναγνώριση ή η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δηµοκρατίας.»

 

Ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος 121(Ι)/2000 ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση αναγνώρισης και εγγραφής. Στην UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIUS HOLDINGS (ανωτέρω), λέχθηκε ότι το ουσιαστικό δίκαιο περιλαμβάνεται στη Σύμβαση και ο Νόμος 121(Ι)/2000, ο οποίος αποτελεί νομοθέτημα έπεται της ιεραρχίας της πιο πάνω Σύμβασης. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο και ότι εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία, με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής (βλ. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης v. Καραμπάκη (2007) 1 Α.Α.Δ. 503).

 

Στην Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANK “BANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Έφεση Αρ. 71/2016, Ημερ. 16/03/2016, η οποία αφορούσε Αίτηση για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης που εξεδόθη στα πλαίσια Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας που διεξήχθη στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αποφασίστηκε ότι οι Νόμοι που τύγχαναν εφαρμογής ήταν ο Ν.84/79 και ο Ν.101/87 και μόνο για συγκεκριμένα διαδικαστικά θέματα, ο Ν.121(Ι)/2000. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο Ν.84/79 προνοεί ρητά ότι τα μόνα έγγραφα τα οποία ο αιτητής πρέπει να καταχωρίσει, είναι η Διαιτητική Απόφαση, η Συμφωνία για Παραπομπή της Διαφοράς σε Διαιτησία και επικυρωμένες μεταφράσεις αυτών. Ο δε Ν.101/87 προνοεί ακόμα λιγότερα απαραίτητα έγγραφα για την εγγραφή, εφόσον δεν επιβάλλει την προσκόμιση μεταφράσεων των προαναφερόμενων εγγράφων με την καταχώριση της αίτησης για εγγραφή (Άρθρο 35(2) του Ν.101/87).

 

Θα πρέπει να αναφερθεί, επίσης, ότι με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και το Μέρος 44, έχει ρυθμιστεί και δικονομικά ο τρόπος έναρξης της διαδικασίας αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων και τέτοιου είδους αιτήσεις υπέχουν τη θέση απαίτησης, σύμφωνα με τη διαδικασία του Μέρους 8.

 

Όπως έχει νομολογηθεί, επίσης, ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα Άρθρο IV και V της Σύμβασης, είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω), «Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του Άρθρο V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψη μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση.»

 

Το έργο του Δικαστηρίου, λοιπόν, κατά την εξέταση Απαίτησης για εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης, σύμφωνα με τους Νόμους 84/79 και 101/87 είναι περιορισμένο και οι λόγοι απόρριψης της αιτούμενης εγγραφής προσδιορίζονται σαφώς από το Άρθρο V του Ν.84/79 και το Άρθρο 36 του Ν.101/87 (βλ. Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANK “BANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) (ανωτέρω). Το Δικαστήριο δεν δύναται να επανεξετάσει την ουσία της διαφοράς, ειδικά όταν ο Καθ’ ου η αίτηση είχε την ευκαιρία να το πράξει στη Διαιτησία και δεν το έπραξε (βλ. Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 987 και Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd (2010) 1(A) A.A.Δ. 452).

 

Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω γενικές πρόνοιες θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της παρούσας Απαίτησης, αρχίζοντας από το κατά πόσο η Απαιτήτρια έχει ικανοποιήσεις τις προϋποθέσεις που τάσσει η Σύμβαση και ο Νόμος.

 

Η Απαιτήτρια έχει παρουσιάσει, μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε τις αιτούμενες προς εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση Διαιτητικές Αποφάσεις. Ειδικότερα, έχει παρουσιάσει την Τελική Απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (ΔΔΔΛ) ημερομηνίας 09/05/2024, στην Αγγλική ως τεκμήριο ΑΒ1, στην ένορκη δήλωση του κ. Andriy Bychkov. Η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση φέρει τις υπογραφές των Διαιτητών και την πιστοποίηση του Βοηθού Πρωτοκολλητή του ΔΔΔΛ και σφραγίδα ως προς την πιστοποίηση του πιστού αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου. Η Απόφαση αυτή, επίσης, είναι δεόντως πιστοποιημένη από συμβολαιογράφο στο Λονδίνο ως πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου και είναι και επικυρωμένη από Apostille και επιβεβαιώνει τη γνησιότητα της υπογραφής και της χαρτοσήμανσης στο επισυνημμένο έγγραφο.

 

Πέραν των πιο πάνω, επισυνάπτονται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, οι Προσθήκες στην πιο πάνω Απόφαση Ουσίας, δηλαδή η Προσθήκη ημερομηνίας 28/06/2024 (Πρώτη Προσθήκη) και η Προσθήκη ημερομηνίας 23/07/2024 (Δεύτερη Προσθήκη), ως τεκμήρια ΑΒ4 και ΑΒ5.. Οι εν λόγω Προσθήκες φέρουν τα ίδια στοιχεία και χαρακτηριστικά με την Απόφαση Ουσίας. Δηλαδή, αμφότερες είναι υπογραμμένες από τους Διαιτητές και φέρουν την πιστοποίηση και τη σφραγίδα του Πρωτοκολλητή του ΔΔΔΛ ως προς την πιστοποίηση του πιστού αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου. Είναι, επίσης, δεόντως πιστοποιημένες από συμβολαιογράφο στο Λονδίνο ως πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων και υπάρχει και επικύρωση Apostille που επιβεβαιώνει τη γνησιότητα της υπογραφής, της σφραγίδας και της χαρτοσήμανσης.

 

Επιπρόσθετα, υπάρχουν ενώπιον μου πιστοποιημένα αντίγραφα της Ελληνικής Μετάφρασης της Απόφασης Ουσίας ημερομηνίας 09/05/2024 και των Προσθηκών σε αυτή, ημερομηνίας 28/06/2024 και 23/07/2024, από ορκωτή μεταφράστρια (βλ. τεκμήρια ΑΒ2, ΑΒ4 και ΑΒ6, αντίστοιχα).  

 

Επισυνάπτεται, περαιτέρω, αντίγραφο της Απόφασης για τα έξοδα, με υπογραφές των Διαιτητών και την πιστοποίηση του Βοηθού Πρωτοκολλητή του ΔΔΔΛ και σφραγίδα ως προς την πιστοποίηση του πιστού αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, ως τεκμήριο ΑΒ7. Επιπλέον η Απόφαση για τα Έξοδα είναι δεόντως πιστοποιημένη από συμβολαιογράφο στο Λονδίνο ως πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου και επισυνάπτεται και επικύρωση Apostille που επιβεβαιώνει τη γνησιότητα της υπογραφής, της σφραγίδας και της χαρτοσήμανσης στο επισυνημμένο έγγραφο. Επίσης, επισυνάπτεται πιστοποιημένο αντίγραφο της Ελληνικής μετάφρασης από ορκωτή μεταφράστρια ως τεκμήριο ΑΒ8.

 

Όλα τα πιο πάνω, δεν προκύπτει να τυγχάνουν αμφισβήτησης από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, επίσης, και το περιεχόμενο των Διαιτητικών Αποφάσεων, είναι ξεκάθαρο ότι αυτές είναι αλλοδαπές εφόσον εκδόθηκαν από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Αφορούν, περαιτέρω, «εμπορικό ζήτημα». Όπως προκύπτει, προέκυψαν από την μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2, οι οποίες πηγάζουν από την Πράξη Διακανονισμού ημερομηνίας 23/06/2021 μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η Αίτηση 2. Στα πλαίσια αυτά, στις 30/06/2021, η Καθ’ ης η Αίτηση 2 εκτέλεσε και παρέδωσε Χρεόγραφο ύψους 20,000,000 δολαρίων Αμερικής προς την Αιτήτρια και ο Καθ’ ου η Αίτηση 1 και η Αιτήτρια εκτέλεσαν και παρέδωσαν την Εγγυητική Πράξη, με την οποία ο Καθ’ ου η αίτηση 1, εγγυόταν προσωπικά το οφειλόμενο χρέος βάσει του Χρεογράφου.

 

Το πιο πάνω Χρεόγραφο και η Εγγυητική Πράξη, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια ΑΒ 18 και ΑΒ 20, δεόντως πιστοποιημένα, από ανεξάρτητη δικηγόρο ως πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων που της επιδείχθηκαν μαζί με την επικυρωμένη μετάφραση τους στα Ελληνικά ως τεκμήρια ΑΒ 19 και ΑΒ 21, αντίστοιχα.

 

Δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης, ούτε οι πιο πάνω συμφωνίες και ότι αυτές ικανοποιούν τις πρόνοιες του Νόμου. Αμφισβήτησης, επίσης, δεν τυγχάνει και το γεγονός, το οποίο προκύπτει από αυτές, ότι δηλαδή περιλάμβαναν ρήτρες διαιτησίας και ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές προκύψουν θα επιλυθούν από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Ειδικότερα, παραπέμπω στις ρήτρες 12 – 18 του Χρεογράφου, τεκμήριο ΑΒ18 και στις ρήτρες 21 – 27 της Εγγυητικής Πράξης, τεκμήριο ΑΒ 20.  

 

Στην βάση των πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος με σκοπό την αναγνώριση και εκτέλεση των επίδικων Διαιτητικών Αποφάσεων. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, έλαβαν μέρος στη Διαιτητική Διαδικασία η οποία διεξήχθη στο ΔΔΔΛ και προέβαλαν την υπεράσπιση τους. Επίσης, οι εν λόγω Διαιτητικές Αποφάσεις είναι τελεσίδικες, αφού δεν έχουν προσβληθεί με έφεση.

 

Εν όψει των πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση για να αποδείξουν ότι ικανοποιείται ένας από τους λόγους που προνοείται στο Νόμο για να αρνηθεί το Δικαστήριο να αναγνωρίσει και εκτελέσει τις Διαιτητικές Αποφάσεις.

 

Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, το κύριο επιχείρημα των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, είναι ότι οι επίδικες Διαιτητικές Αποφάσεις, προσκρούουν στη δημόσια τάξη της Κύπρου για αυτό η Απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ουσία της θέσης αυτής, έγκειται στο γεγονός ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης που ετοιμάστηκε από την Αιτήτρια, με την οποία φαίνεται δικαιούχος των ποσών που προκύπτουν από το Χρεόγραφο και την Εγγυητική Πράξη, έχει πλαστογραφηθεί, με την έννοια ότι αυτό έχει γίνει το 2020 και προχρονολογήθηκε με φερόμενη ημερομηνία του 2017 και ότι αυτό έγινε με σκοπό την φοροδιαφυγή της Αιτήτριας στην Κύπρο. Κατά συνέπεια, οι επίδικες διαιτητικές αποφάσεις μολύνονται από παρανομία αφού διαπραχθήκαν ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με τους Νόμους της Κύπρου και φορολογικής φύσεως αδικήματα και άρα αντίκεινται στη δημόσια τάξη. Παρά, επίσης, τη συμμετοχή των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 στη διαιτητική διαδικασία, η θέση τους είναι ότι το ζήτημα αυτό προέκυψε κατά την ακρόαση και κατά τη μαρτυρία του κ. Ivanov, ο οποίος αποκάλυψε τον τρόπο και τον σκοπό που έγινε το Έγγραφο Συγκατάθεσης. Κατά συνέπεια, η θέση τους είναι ότι δεν είχαν την ευκαιρία να θέσουν τα ζητήματα αυτά στη διαιτησία.  

 

O όρος «δημόσια τάξη» έχει ερμηνευθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας εκ μέρους και για λογαριασμό της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG, Πολ. Έφεση Αρ. 10071, Ημερομηνίας 28/04/1999, «ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη».

Θα πρέπει, επίσης, να επαναληφθεί ο περιορισμένος εποπτικός ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αλλά και η ανάγκη για στενή ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής πρόνοιας του Νόμου και της Σύμβασης, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης. Παραπέμπω στην απόφαση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ) v. ENVITEC Ανώνυμη Εταιρεία Τεχνικών και Περιβαλλοντικών Έργων, με διακριτική τίτλο ENVITEC Α.Ε., Πολ. Έφεση Αρ. 100/2020, Ημερομηνίας 15/06/2022, στην οποία έγινε παραπομπή στο κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την Betamax Ltd v. State Trading Cor (Mauritious) [2021] UKPC 14 αναφορικά με το έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης:

 

«the question for the court [….] is whether, on the findings on law and fact made in the award, there is any conflict between the award and public policy.»

 

Και συνεχίζοντας:

 

«Μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, εφόσον παρουσιαστεί μαρτυρία για παρανομία η οποία δεν ήταν διαθέσιμη ή εύλογα εφικτή κατά το χρόνο της διαιτησίας (fresh evidence) και εφόσον τέτοια μαρτυρία θα μπορούσε να έχει σημαντική επίδραση στην έκβαση της υπόθεσης, μπορεί να επιτραπεί επανάνοιγμα της υπόθεσης για να εξεταστεί τέτοια μαρτυρία.»

 

Η διαιτητική διαδικασία δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο, αλλά αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες. Όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANKBANK OF MOSCOW” (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) (ανωτέρω), «Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η επίκληση της δημόσιας τάξης μπορεί να γίνει μόνο σε εξαιρετικές αλλά και ξεκάθαρες υποθέσεις. (Βλ. Fender v. Mildmay [1937] 3 All E.R. 402 όπου αναφέρθηκε “The doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable…..”)».

 

Το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος της δημόσιας τάξης, δεν πρέπει να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω) ).

 

Περίληψη των αρχών της Αγγλικής νομολογίας που εφαρμόζονται, για να αρνηθεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, παρατίθενται στο σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins, The Conflict of Laws, 15th edition, para 16-50, ως εξής:

 

English law recognises an important public policy in the enforcement of arbitral awards, and the courts will only refuse to do so under Rule 69(2) in a clear case. A controversial question, which has been the subject of several recent decisions, is the extent to which it may be contrary to English public policy to enforce a foreign award rendered in the basis of an underlying contract the enforcement of which (as distinct from enforcement of the arbitral award) might be contrary to English public policy. The following principles can be derived from the authorities. First, it is legitimate for the court, in considering whether a foreign arbitral award should not be enforced on the ground of public policy, to take account of the underlying contract on which the award is based. Second, if that contract is in itself contrary to public policy (e.g. the classic case of a contract to share the proceeds of crime) the award may be refused enforcement on the ground of public policy. Third, it is important to distinguish between domestic public policy in English law; and considerations of international public policy applied by the English courts so as to disapply foreign law or refuse an arbitral award, as the case may be. Thus the mere fact that English law would have arrived at a different result does not of itself justify the application of English public policy. Fourth, the mere fact that the performance of the contract may be illegal in the place of performance, without more, will not render an award on the basis of such a contract unenforceable in England, where the contract is legal by its applicable law and by lex arbitri. Fifth, if it is apparent on the face of award that the contract was made with intention of violating the law of a foreign friendly State, then the enforcement of an award rendered on the basis of such contract may be contrary to public policy. Sixth, the court has to perform a balancing exercise between the finality that should prima facie exist particularly for those that agree to have their disputes arbitrated, against the policy of ensuring that the enforcement power of the English court is not abused; the nature of, and strength of the case for, the illegality, and the extent to which it can be seen that the asserted illegality was addressed by the arbitral tribunal are factors in the balancing exercise between the competing public policies of finality and illegality.   

 

Έχω διεξέλθει της επίδικης διαιτητικής απόφασης (Απόφαση Ουσίας) και εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η βάση έκδοσης της εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αποτελούσε το Χρεόγραφο και η Εγγυητική Πράξη, αντίστοιχα. Προέκυψε, δηλαδή από οφειλή ύψους 20 εκατομμυρίων δολαρίων πλέον τους συμφωνηθέντες τόκους, την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 παρέλειψαν να καταβάλουν και/ή να εξοφλήσουν το δάνειο το οποίο έλαβαν από την Αιτήτρια. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στα πιο πάνω έγγραφα (Χρεόγραφο και Εγγυητική Πράξη) που συνάφθηκαν στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητας των μερών και στα πλαίσια δανεισμού που είχε προσφέρει η Αιτήτρια, αρχικά στην IFC και μεταγενέστερα η οφειλή της τελευταίας εκχωρήθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση 2. Σημειώνεται, ότι όπως προκύπτει από την διαιτητική απόφαση, τελικός δικαιούχος της ΙFC ήταν ο Καθ’ ου η αίτηση 1, ο οποίος ήταν και ο τελικός δικαιούχος της Καθ’ ης η αίτηση 2. Το αρχικό δάνειο παραχωρήθηκε στην IFC κατόπιν παράκλησης του Καθ’ ου η αίτηση 1 προς τον κ. Ιvanov, o οποίος είχε καταθέσεις στην εν λόγω Τράπεζα. Επειδή, οι τόκοι που λάμβανε από την Τράπεζα δεν φορολογούνταν, αρχικά αρνήθηκε να δανείσει τον Καθ’ ου η αίτηση 1 και την Τράπεζα, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, αντιμετώπιζε ζητήματα κεφαλαιουχικής επάρκειας. Στο τέλος, συμφωνήθηκε να δημιουργηθεί μια δομή, έτσι ώστε ο κ. Ιvanov, να προχωρήσει με το δανεισμό, εξασφαλίζοντας ψηλότερο επιτόκιο και να αποφύγει την φορολογία. Κατά συνέπεια, μετέφερε τα χρήματα του στην εταιρεία Alula, στις Παρθένες Νήσους, όπου υπάρχει μηδενικός φόρος και στη συνέχεια δημιούργησε την Αιτήτρια στην Κύπρο, την οποία η εταιρεία Alula της δάνεισε τα 40 εκατομμύρια και ακολούθως η Αιτήτρια τα δάνεισε στην IFC. Το 2017 τα δάνεια της IFC αναλήφθηκαν από την Καθ’ ης η αίτηση 2 και παρατάθηκε ο χρόνος αποπληρωμής τους μέχρι το 2021. Επείδη ούτε και τότε μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα στην Αιτήτρια, συνάφθηκε η Συμφωνία Διακανονισμού ημερ. 23/06/2023 και όλα τα επίδικα στη διαιτησία έγγραφα.

 

Εν τω μεταξύ, όπως προκύπτει από τη διαιτητική απόφαση, σε κάποιο στάδιο και μετά από έλεγχο που έτυχε η IFC από τις φορολογικές αρχές της Ρωσίας, προέκυψε ζήτημα καταβολής φόρων στις Αρχές, καθότι το δάνειο που έλαβε από την Αιτήτρια, κατ’ ουσία ήταν από την Alula, εγγεγραμμένη σε χώρα που δεν υπάρχει διμερής συμφωνία για καταβολή φόρου, όπως υπάρχει με την Κύπρο. Φόρος ο οποίος ζητήθηκε από τον           κ. Ivanov και τον οποίο κατέβαλε στην IFC.

 

Ακολούθως, φαίνεται να προέκυψε ζήτημα φορολόγησης του δανείου της Αιτήτριας προς την Καθ’ ης η αίτηση 2 και των ποσών που αυτή έλαβε από την Καθ’ ης η αίτηση 2 και αυτών που έπρεπε να λάβει και στην Κύπρο. Σε μια προσπάθεια του κ. Ivanov, να αποφύγει την καταβολή φορολογίας, καθότι θεωρούσε ότι αυτό δεν ήταν ορθό, εφόσον στην ουσία τα χρήματα από το δανεισμό έπρεπε να επιστραφούν στην Alula, συντάχθηκε το Έγγραφο Συγκατάθεσης, κατά το έτος 2020, το οποίο, με την σύμφωνη γνώμη των λογιστών και δικηγόρων του, υπογράφηκε και προχρονολογήθηκε.

 

Προκύπτει από τη διαιτητική απόφαση ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1, είχε γνώση για τη δομή του δανεισμού. Επίσης, ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης είχε αποκαλυφθεί στα δικόγραφα της Αιτήτριας στη διαιτησία. Είναι επί αυτού του Εγγράφου που οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, βάσισαν την Υπεράσπιση τους στη διαιτησία, για να απαλλαχθούν από την καταβολή των οφειλόμενων ποσών, με το επιχείρημα ότι είχε δημιουργηθεί εμπίστευμα προς όφελος της Alula και με βάση τους όρους της Συμφωνίας Διακανονισμού και της Εγγυητικής Πράξης, σε μια τέτοια περίπτωση θα απαλλάσσονταν από την υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού. Το ΔΔΔΛ, εξέτασε το ζήτημα αυτό και αποφάνθηκε ότι δεν είχε δημιουργηθεί εμπίστευμα και κατά συνέπεια εξέδωσε απόφαση εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2.

 

Η πιο πάνω περίληψη της διαιτητικής απόφασης, καταδεικνύει ότι η απόφαση αφορά ξεκάθαρα οφειλή των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 προς την Αιτήτρια, δυνάμει του Χρεογράφου και της Εγγυητικής Πράξης. Αφορά, δηλαδή, οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου και τίποτε περισσότερο. Ουδέποτε τέθηκε ζήτημα παρανομίας των εν λόγω Εγγράφων και δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Υπό αυτά τα δεδομένα, αδυνατώ να αντιληφθώ με ποιο τρόπο η επίδικη διαιτητική απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κύπρου.

Το επιχείρημα των Καθ’ ων η αίτηση στηρίζεται στο Έγγραφο Συγκατάθεσης, με το οποίο μεταφέρθηκε το δάνειο από τους λογαριασμούς της Αιτήτριας στους λογαριασμούς της Alula για να μην αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας και να τυγχάνει φορολόγησης στην Κύπρο. Στην βάση αυτή, διασυνδέουν την όλη συναλλαγή με παρανομία η οποία αντίκεται στη Δημόσια τάξη της Κύπρου.

 

Κατά αρχάς, το Έγγραφο αυτό αφορά την Αιτήτρια και την Αlula και δεν σχετίζεται με την οφειλή των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, η οποία στηρίχθηκε στα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα. Στην ουσία δεν υπάρχει αιτιώδεις συνάφεια της οφειλής με το Έγγραφο Συγκατάθεσης. Η μόνη υπεράσπιση που θα μπορούσε να προβληθεί στη διαιτησία ήταν δυνάμει των όρων της Συμφωνίας διακανονισμού και της Εγγυητικής Πράξης, που ανάφεραν ότι σε περίπτωση δημιουργίας εμπιστεύματος ή εκχώρησης του δανείου αυτού, θα απαλλάσσονταν από την υποχρέωση καταβολής του δανείου. Η υπεράσπιση αυτή προβλήθηκε και απορρίφθηκε.

 

Κατά δεύτερο, το Έγγραφο Συγκατάθεσης ήταν γνωστό στη διαιτησία όπως γνωστή ήταν και η δομή του δανεισμού. Στη διαιτησία καταθέσαν λογιστές και από τις δύο πλευρές, οι οποίοι όπως προκύπτει εξήγησαν ότι είναι αποδεχτό λογιστικά να συντάσσονται τέτοιου είδους έγγραφα με σκοπό τον περιορισμό της φορολογίας. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στη φύση του Εγγράφου Συγκατάθεσης και είπε ότι αυτό αποτελούσε μια συμφωνία “pass through”, εν όψει της όλης δομής του δανεισμού.

 

Ως εκ τούτου, η φύση του Εγγράφου Συγκατάθεσης και η ερμηνεία του έχει κριθεί από το διαιτητικό Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση κρίθηκε ότι αυτό ήταν παράνομο ή σκοπό είχε την αποφυγή καταβολής φορολογίας στην Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα από την διαιτητική απόφαση. Το αντίθετο, θα έλεγα συμβαίνει, ότι δηλαδή ήταν ένα έγγραφο το οποίο μπορούσε να γίνει.  

 

Σε κανένα στάδιο, επίσης, κατά τη διαιτησία προβλήθηκε η θέση ότι η όλη συναλλαγή μολύνεται από παρανομία ή ότι εν όψει της σύνταξης του Εγγράφου Συγκατάθεσης, το οποίο προχρονολήθηκε, θα πρέπει οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 να απαλλαχθούν από την οφειλή.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 έλαβαν μέρος στη διαιτησία, εκπροσωπούμενοι από δικηγόρους και παρουσίασαν τη μαρτυρία τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής δεν είναι επιτρεπτό από το Δικαστήριο να διαφοροποιήσει την απόφαση του διαιτητικού Δικαστηρίου και ούτε είναι η κατάλληλη διαδικασία για τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 να επιχειρούν να εισάξουν νέα ζητήματα τα οποία δεν ήταν επίδικα κατά το στάδιο της διαιτησίας για να αποφασιστούν. Στην ουσία οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, επιχειρούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και καλούν το Δικαστήριο να εξετάσει ζητήματα τα οποία δεν τέθηκαν στη διαιτητική διαδικασία, διαφοροποιώντας στο τέλος της ημέρας την ουσία της διαιτητική απόφασης.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, αντιλαμβανόμενοι, προφανώς την αδυναμία τους αυτή, επιχειρούν να καταδείξουν ότι δεν θα μπορούσαν να προβάλουν το ζήτημα της φοροδιαφυγής και της πλαστογραφίας του Εγγράφου Συγκατάθεσης, καθότι οι ακριβείς συνθήκες και ο σκοπός της ετοιμασίας του, διαφάνηκε μόνο κατά την αντεξέταση του     κ. Ιvanov και προς το τέλος της διαδικασίας. Και εν όψει τούτου, καλούν το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αυτό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, παρουσιάζοντας μάλιστα και επιπρόσθετη μαρτυρία για να καταδείξουν την παρανομία που διέπραξε η Αιτήτρια συντάσσοντας τα Έγγραφο Συγκατάθεσης.

 

Έχω διεξέλθει με προσοχή της διαιτητικής απόφασης και όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και δεν συγκλίνω με την εισήγηση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2. Το Έγγραφο Συγκατάθεσης ήταν γνωστό στους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 από την καταχώρηση των δικογράφων στη διαιτησία και των γραπτών μαρτυριών. Επίσης, η όλη δομή του δανεισμού ήταν γνωστή στον Καθ’ ου η αίτηση 1. Δεν παραγνωρίζω ότι ο           κ. Ιvanov κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στο σκοπό και τον τρόπο που συντάχθηκε το Έγγραφο Συγκατάθεσης, πλην όμως δεν συμφωνώ ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, δεν θα μπορούσαν αν επιθυμούσαν να εγείρουν ζήτημα παρανομίας ή φοροδιαφυγής. Τουλάχιστον θα μπορούσαν να θέσουν το ζήτημα κατά την αντεξέταση του κ. Ιvanov και μετέπειτα να το προβάλουν και ως επιχείρημα. Ήταν ζήτημα κατ’ ισχυρισμό παρανομίας το οποίο προέκυψε κατά τη διαδικασία και θα μπορούσαν αν το θεωρούσαν χρήσιμο να το προβάλουν. Δεν το έκαναν και επιχειρούν να το πράξουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Άλλωστε, όπως προκύπτει, και επί τούτου, συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας, τυχόν προβολή του επιχειρήματος αυτού θα ήταν αντίθετο με την υπεράσπιση που προέβαλαν, αφού αυτή βασίστηκε επί της εγκυρότητας του Εγγράφου Συγκατάθεσης.

 

Επιπρόσθετα, ακόμη και να θεωρηθεί ότι το όλο ζήτημα με το Έγγραφο Συγκατάθεσης, δηλαδή αυτό της παρανομίας ή ότι ο σκοπός της σύνταξης του ήταν η φοροδιαφυγή στην Κύπρο, δεν θα μπορούσε να εγερθεί κατά τη διαιτησία και το Δικαστήριο, θα μπορούσε να ακούσει μαρτυρία κατά το στάδιο αυτό, που επαναλαμβάνω δεν είναι η περίπτωση, δεν προκύπτει με την απαραίτητη σαφήνεια ή καθαρότητα που απαιτείται, ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση αντίκειται στη Δημόσια τάξη της Κύπρου.

 

Κατ’ αρχάς έχω αναφερθεί ανωτέρω στη δομή του όλου δανεισμού. Έπειτα, η μαρτυρία την οποία παρουσιάζουν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, για να αποδείξουν ότι το Έγγραφο Συγκατάθεσης είναι πλαστογραφημένο και συντάχθηκε με σκοπό τη φοροδιαφυγή, δεν καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι αυτή είναι η περίπτωση. Η Έκθεση του εμπειρογνώμονα τους που κατατέθηκε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 19) αναφέρεται σε πιθανότητα το Έγγραφο Συγκατάθεσης να αντίκειται στα φορολογικά νομοθετήματα ή στην πιθανότητα πλαστογράφησης του. Επίσης, δεν αναφέρεται στην φορολογία που πληρώθηκε στην Κύπρο ή ποια είναι αυτή που δεν πληρώθηκε. Θέσεις, εν πάση περιπτώσει που αντικρούονται με την Έκθεση της PWC, τεκμήριο 34.

 

Ακόμα, λοιπόν, και σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει αποδειχθεί με την καθαρότητα που απαιτείται ότι έχει διαπραχθεί παρανομία και φοροδιαφυγή με την σύνταξη του Εγγράφου Συγκατάθεσης. Πόσο μάλλον, ότι ένα τέτοιο σενάριο συνδέεται άμεσα με την διαιτητική απόφαση σε βαθμό που μολύνει ολόκληρη τη συναλλαγή και την απόφαση έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να καταλήξει ότι αυτή αντίκειται στη Δημόσια τάξη και να εξετάσει το ενδεχόμενο να αρνηθεί την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της στην Κύπρο.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να κριθεί ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση αντίκειται στη Δημόσια τάξη της Κύπρου και ως εκ τούτου, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει και ούτε προβλήθηκε ότι υφίσταται και οποιοσδήποτε άλλος λόγος για τον οποίο οι επίδικες διαιτητικές αποφάσεις, δεν θα πρέπει να εγγραφούν, αναγνωριστούν και εκτελεστούν.

 

Απορριπτέος είναι και ο λόγος ένστασης, ο οποίος αφορά την κατάχρηση της παρούσας διαδικασίας και ότι αυτή κινείται με σκοπό την άσκηση πίεσης προς τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, για να πληρώσουν τα επιδικασθέντα στις διαιτητικές αποφάσεις ποσά. Ο λόγος αυτός, στηρίζεται στο γεγονός ότι οι επίδικες διαιτητικές αποφάσεις, αντίκεινται στη Δημόσια τάξη της Κύπρου, κάτι το οποίο έχει απορριφθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, το γεγονός ότι επιχειρείται η εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων στη Γαλλία, δεν εμποδίζει την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων στην Κύπρο. Η Αιτήτρια, έχει εξηγήσει τους λόγους που επιχειρείται η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων στην Κύπρο και τούτο συνίσταται στο γεγονός ότι υπάρχει περιουσία η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι άρνησης εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων είναι περιορισμένοι και αναφέρονται εξαντλητικά στο Νόμο και πουθενά δεν προνοείται ότι θα πρέπει να υπάρχει περιουσία στο έδαφος στο οποίο επιδιώκεται η εγγραφή και εκτέλεση (βλ. UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIOUS HOLDINGS (ανωτέρω και στην εκεί αναφερόμενη Αγγλική απόφαση Roseel NV v. Oriental Commercial & Shipping Co [1991] 2 Lloyds Rep. 625).

 

Στην βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και ουδείς εκ των λόγων άρνησης υφίσταται.

 

Όσον αφορά την Καθ’ ης η αίτηση 3, είναι κοινό έδαφος ότι οι διαιτητικές αποφάσεις, δεν στρέφονται εναντίον της και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εκδοθεί οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της. Εκείνο το οποίο προκύπτει, είναι ότι η Καθ’ ης η αίτηση 3, συνενώθηκε στην παρούσα διαδικασία, με σκοπό την υποβοήθηση της εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση 1, ο οποίος είναι ο 100% μέτοχος της Καθ’ ης η αίτηση 3. Η Αιτήτρια προχώρησε με την ενδιάμεση αίτηση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3 για την εξασφάλιση παγοποιητικών διαταγμάτων εναντίον της, τύπου Chabra, ζήτημα το οποίο εξετάστηκε και αποφασίστηκε στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση παγοποιητικών διαταγμάτων. Κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, οποιουδήποτε παγοποιητικού διατάγματος, η Αίτηση εναντίον της απορρίφθηκε και τούτο λήφθηκε υπόψη και στο ζήτημα των εξόδων. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι το ζήτημα με την Καθ’ ης η αίτηση 3, κρίθηκε στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας.  

 

Εκείνο το οποίο παραμένει προς εξέταση, είναι κατά πόσο θα εκδοθεί διάταγμα με το οποίο το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε και/ή κατέστη απόλυτο από το Δικαστήριο στις 17/12/2025, θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει και μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης για σκοπούς υποβοήθησης της εκτέλεσης της. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο, κέκτειται τέτοιας εξουσίας (βλ. Linmare Shipping v Boustani (1981) 1 CLR 386). Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε με την ενδιάμεση απόφαση του, ότι υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και εξέδωσε το επίδικο προσωρινό διάταγμα. Αυτό εκδόθηκε προς τον σκοπό αποτροπής του πιο πάνω γεγονότος με σκοπό να καταστεί εφικτή η εκτέλεση της ενδεχόμενης απόφασης εκδιδόταν στην παρούσα υπόθεση. Εν όψει τούτου, κρίνω ορθό όπως το προσωρινό διάταγμα εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης για το σκοπό υποβοήθησης της εκτέλεσης της. Ο συνήγορος της Αιτήτριας, περιόρισε το χρόνο αυτό στις 30 μέρες μετά την έκδοσης της απόφασης.

 

Στην βάση όλων των πιο πάνω και καταληκτικά, εκδίδονται διατάγματα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, ως οι παράγραφοι Α και Β της Απαίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Αυτά έχουν συμφωνηθεί από τους διαδίκους και ανέρχονται στο ποσό των €15,000 πλέον Φ.Π.Α πλέον €2,600 ως πραγματικά έξοδα (μεταφράσεις). Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 3.

 

Τα προσωρινά διατάγματα ως αυτά εκδόθηκαν και/ή κατέστησαν απόλυτα με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/12/2025 και τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα, θα εξακολουθούν να ισχύουν για περίοδο 30 ημερών από σήμερα, με σκοπό την υποβοήθηση της εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων, για τις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης τους.

 

                                                                                   

 

   (Υπ.)…………………………………..

                                                                                                    Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

Civil/General Application/Final

Αναφορά: Εγγραφή Αλλοδαπής απόφασης - διαιτησία

 

 

 

 

                                   


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο