ΙΣΑΒΕΛΛΑΣ ΣΑΒΒΑ ν. ΔΡ. ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αγωγή αρ.: 1629/2023, 5/5/2026
print
Τίτλος:
ΙΣΑΒΕΛΛΑΣ ΣΑΒΒΑ ν. ΔΡ. ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αγωγή αρ.: 1629/2023, 5/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

Αγωγή αρ.: 1629/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

 

ΙΣΑΒΕΛΛΑΣ ΣΑΒΒΑ

                                                                                                        Ενάγουσα

αι-

 

ΔΡ. ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

                                                                                                        Εναγομένου

----------------

Ημερομηνία: 5 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για εναγόμενο‑αιτητή: κα Κ. Ζαντήρα για Michael Kyprianou & Co LLC μαζί με κα Χ. Χαραλαμπίδου για γραφείο Γιώργου Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για ενάγουσα‑καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Ν. Γεωργίου για Λεωνίδα Γ. Γεωργίου και Ν. Ροτσίδη και Σία Δ.Ε.Π.Ε. 

-------------------

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτηση ημερομηνίας 9.9.2025)

 

Δύο χρόνια μετά την έγερση της αγωγής με την οποία η ενάγουσα διεκδικεί αποζημιώσεις εναντίον του εναγόμενου για κατ’ ισχυρισμόν ιατρική αμέλεια ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Ζητεί την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

 

Α.   Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) του Κλητηρίου Εντάλματος και της «Διαμορφωμένης» Έκθεσης Απαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή την αναστολή και/ή απόρριψη της ως άνω αγωγής καθότι οποιοδήποτε τυχόν αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή έχει παραγραφεί και/ή καθότι δεν αποκαλύπτεται καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή και/ή η διαδικασία με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό είναι επιπόλαιη και/ή εκδικητική (frivolous or vexatious) και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή εγείρεται και προωθείται κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Εναγόμενου-Αιτητή δια του άρθρου 30(2) του Συντάγματος για τη διάγνωση τυχόν υποχρεώσεων τινός εντός ευλόγου χρόνου και/ή δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να επιτρέπεται η συνέχιση και/ή προώθηση της διαδικασίας με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επίδοση τον Κλητηρίου Εντάλματος στον           Εναγόμενο–Αιτητή.

 

Η αίτηση έχει ως νομική βάση το άρθρο 30(2) του Συντάγματος, τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

 

Τα γεγονότα της αίτησης περιλαμβάνονται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο εναγόμενος. Αναφέρει ότι είναι νευροχειρούργος και τα τελευταία 12 χρόνια εργάζεται στην πολυκλινική υγείας στη Λεμεσό και από το 2019 ήταν υπεύθυνος του νευροχειρουργικού τμήματος της πολυκλινικής υγείας. Η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί σε χειρουργική επέμβαση που έλαβε χώρα την 27.9.2012. Ως η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.5.2025 το δικόγραφο της απαίτησης της ενάγουσας είναι η διαμορφωμένη έκθεση απαιτήσεως που είναι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου.  Εκκρεμούν ακόμη δύο ενδιάμεσες  αιτήσεις εναντίον του εναγόμενου για  την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και μια για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη της Κυριακής Σάββας ως ενάγουσας 2.

 

Είναι θέση του ότι η αγωγή θα πρέπει να παραμεριστεί διότι έχει παραγραφεί.

 

Με αναφορά στην «Διαμορφωμένη»  Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας και χωρίς να αποδέχεται οποιαδήποτε αναφορά της ενάγουσας περί λάθους ή ως άλλως δικογραφείται εναντίον του αλλά μόνο για σκοπούς παράθεσης των όσων επικαλείται η ίδια, η δικογράφηση της υπόθεσης της Ενάγουσας, συνοπτικά, είναι η ακόλουθη:

 

i.       H Ενάγουσα με επισκέφθηκε μετά από τροχαίο ατύχημα που είχε την 29/11/2010.

ii.      Στις 27/9/2012 η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση η οποί διενεργήθηκε από εμένα στα μεσοσπονδύλια διαστήματα Α3-Α4 και Α4-ΑS, στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης.

iii.     Κατ' αναφορά της, «λόγω της αχρείαστης και λανθασμένης εγχείρησης ημερομηνίας 27/9/2012» και λόγω «δημιουργίας ψευδάρθρωσης (non-union)» χρειάστηκε η διενέργεια νέου χειρουργείου στον αυχένα την 7/3/2014, το οποίο διενήργησε ο Δρ. Παναγιώτης Παχνιώτης.

iv.     Ακολούθως, αναφέρεται σε άλλη χειρουργική επέμβαση που έλαβε χώρα την 25/1/2018 με αναφορά σε πρόπτωση δίσκου στο παρακείμενο διάστημα Α5-Α6 ως επίσης και σε άλλες επεμβάσεις στην οσφυϊκή μοίρα (όχι στην αυχενική που αφορούσε η επέμβαση ημερ. 27/9/2012) ημερ. 1/9/2014, 11/4/2016, 5/7/2019 και 14/5/2020, τις οποίες και πάλι διενήργησε ο Δρ. Παναγιώτης Παχνιώτης.

v.      Αναφέρει ότι ήγειρε άλλη ξεχωριστή αγωγή εναντίον του αναφερόμενου Δρ. Παναγιώτη Παχνιώτη επίσης εντός του 2023, από τον οποίο επίσης φαίνεται να ζητά αποζημιώσεις.

vi.     Η ίδια δικογραφεί ότι κρίθηκε από ιατροσυμβούλιο 75% ανίκανη για εργασία στις 10/3/2014 και αποδίδει την έκτοτε ισχυριζόμενη ανικανότητα στις χειρουργικές επεμβάσεις τις οποίες διενήργησα εγώ και ο αναφερόμενος Δρ. Παναγιώτης Παχνιώτης.

vii.    Μάλιστα, προχωρεί και αποδίδει το 75% της ανικανότητας» στις δικές μου αναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις και το 25% της ανικανότητας» στις πράξεις ή παραλείψεις του Δρ. Παναγιώτη Παχνιώτη.

viii.   Δικογραφεί πλήρεις λεπτομέρειες πόνου και ταλαιπωρίας, δίδοντας λεπτομέρειες αυτών που ανάγονται στο 2012 και εντεύθεν.

 

Είναι θέση του ότι ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος άρχισε να προσμετρά από την ημερομηνία διενέργειας της χειρουργικής επέμβασης ημερομηνίας 27.9.2012 όταν συμπληρώθηκε η αιτία αγωγής. Εφόσον άλλος ιατρός διενήργησε  και δεύτερη χειρουργική επέμβαση της ενάγουσας ως απότοκο του αποτελέσματος της πρώτης επέμβασης που διενήργησε ο εναγόμενος  είναι θέση του ότι προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα ότι η διενέργεια μεταγενέστερης επέμβασης κατέστη αναγκαία ως συνέπεια της πρώτης επέμβασης. Συνεπώς από την 7.3.2014 η ενάγουσα γνώριζε όλα τα γεγονότα για να μπορεί να εγείρει την αγωγή. Η ενάγουσα δεν δικογραφεί ότι όλες οι σωματικές βλάβες υπέπεσαν στην αντίληψη της λόγο του χειρουργείου την 27.9.2012.

 

Δεδομένου του χρόνου που έλαβε χώρα η αναφερόμενη επέμβαση, 27/9/2012, σχετικός είναι ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(1)/2012) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/7/2012, με τις μεταβατικές διατάξεις να καταργούνται από την 1/1/2016. Σχετικό είναι επίσης το Παράρτημα του άρθρου 29 του Ν. 66(1)/2012 το οποίο προνοεί ότι οι πρόνοιες παραγραφής του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 καταργούνται σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 66(1)/2012.  Με αναφορά δε στο άρθρο 6(2) του Ν. 66(1)/2012, αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιού καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο 3 ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής.

 

Ακόμη και εάν ληφθεί υπόψη  ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας  εντός του 2014  με αναφορά την δεύτερη επέμβαση ή την απόφαση του ιατροσυμβουλίου περί ανικανότητας την 10.3.2024 και πάλι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα.

 

Έχουν παρέλθει 11 χρόνια από την ημερομηνία διεξαγωγής της αναφερόμενης επέμβασης. Ως αναφέρει στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27.11.2023 που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος τον κατέλαβε εξαπίνης καθώς ουδέποτε η ενάγουσα είχε παραπονεθεί όλα αυτά τα χρόνια για οτιδήποτε σχετιζόταν με το επίπεδο επιμέλειας το οποίο επέδειξε τόσο κατά την διάγνωση στην οποία είχε προβεί όσο και κατά τη θεραπεία που είχε υποβληθεί και την εν γένει παρακολούθηση της ως ασθενούς.  Ως εκ τούτου, ήταν προς μεγάλη του έκπληξη όταν αντιλήφθηκε ότι αποφάσισε να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ιατρική αμέλεια μετά την πάροδο 11 ολόκληρων ετών από την χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη και αφότου η ίδια τον είχε καλέσει για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας προς υποστήριξη των ισχυρισμών της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου υπ' αριθμό 1197/2011 που η ενάγουσα καταχώρησε εναντίον του Νησιφόρου Χρίστου σε σχέση με το προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα ημερομηνίας 29.11.2010 τελική απόφαση στην εν λόγω Αγωγή εκδόθηκε στις 23.3.2023.

 

Στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης για απαγορευτικού διατάγματος η ενάγουσα επικαλείται την απόφαση στα πλαίσια της αγωγής 1197/2011. Ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της απόφασης διαφάνηκε σε διάφορα σημεία της απόφασης  ότι η εγχείρηση που διενήργησε ο εναγόμενος  ήταν λανθασμένη. Με  εκ των υστέρων συλλογισμούς η ενάγουσα κατέληξε ότι της δόθηκε το έναυσμα να προχωρήσει την παρούσα αγωγή. Στα πλαίσια της αγωγής 1197/2011 η ενάγουσα αξίωνε εναντίον του εναγόμενου εκείνης της αγωγής αποζημιώσεις ύψους €576,540.00 και έξοδα 5 εκατομμύρια ευρώ για χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες να υποβληθεί.  Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας στα πλαίσια της αγωγής 1197/2011 ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες και βασική της θέση ήταν ότι οι σωματικές  της βλάβες προέκυψαν ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος που προκλήθηκε στις 29.11.2010 και που την οδήγησε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.

 

Έχει εντοπίσει ένα δικόγραφο με τίτλο «Απάντηση», το οποίο καταχωρήθηκε στις 21.10.2020 στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1197/2011 και το οποίο του είχε προσκομίσει η ενάγουσα σε προγενέστερο χρόνο. Από το περιεχόμενο του διαφαίνεται η ολοκληρωτική μεταβολή της ενάγουσας από τις θέσεις που προωθούσε στο πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1197/2011. Ειδικότερα, εκ των βασικών θέσεων της ενάγουσας στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1197/2011 όσον αφορούσε την ιατρική αντιμετώπιση που έτυχε, ήταν οι εξής:

 

i      οι θεράποντες ιατροί οι οποίοι την παρακολουθούσαν κατόπιν του τροχαίου ατυχήματος ημερομηνίας 29/11/2010, επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και ορθώς διέγνωσαν τα συμπτώματα της και έπραξαν εύλογα επιδεικνύοντας την απαιτούμενη και συνήθη δεξιότητα, η οποία αναμένεται από ιατρούς των ειδικοτήτων τους ως θα έπραττε ένας λογικός ιατρός.

ii.    η Ενάγουσα ουδέποτε αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του εκεί Εναγόμενου στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αριθμό 1197/2011, ήτοι ότι η χειρουργική επέμβαση ήταν αχρείαστη, λανθασμένη ή ότι κακώς έγινε. Επιπλέον χαρακτήριζε τους εν λόγω ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Εναγόμενος ως αναληθείς, ανυπόστατους και εκ των υστέρων επινόηση εκεί Εναγόμενου, ο οποίος άνευ δικαιώματος τους ισχυριζόταν.

iii.   οι σωματικές βλάβες της Ενάγουσας προέρχονταν από το επίδικο ατύχημα, συνδέονταν πλήρως με αυτό και υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επίδικου ατυχήματος και των σωματικών βλαβών της.

 

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής η ενάγουσα είχε προωθήσει την θέση ότι όλες οι σωματικές της βλάβες ήταν απότοκο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Είναι πασιφανές ότι εξαιτίας της απόφασης ημερομηνίας 23.3.2023 και επειδή δεν ικανοποιήθηκε με το αποτέλεσμα  κινήθηκε  εναντίον του εναγόμενου. Ο εναγόμενος 1197/2011 δεν ήταν διάδικος. Η προσέγγιση της ενάγουσας στη βάση της απόφασης βρίθει αοριστίας και δεν κλήθηκαν  οι αναγκαίοι μάρτυρες όπως οι ακτινολόγοι και κατηγόρησε τους νευροχειρούργους για θέματα μεροληψίας και για την ουσία των ευρημάτων τους θέσεις που υιοθετεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι  κατά την χειρουργική επέμβαση ημερομηνίας 27.9.2012 ενήργησε στα πλαίσια της ειδικότητας του με την δέουσα επιμέλεια. Η επέμβαση στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης προτάθηκε στην ενάγουσα πολύ νωρίτερα από την διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης στις 27.9.2012 από άλλο ιατρό που την παρακολουθούσε. Η μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας υπήρξε ικανοποιητική και παρουσίαζε βελτίωση με αποτέλεσμα να  υπήρχαν λιγότερα συμπτώματα κεφαλαλγίας και αυχεναλγίας.

 

Αναφορικά με τα χειρουργεία στις 7.3.2014 και 25.1.20218 που ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε ως απότοκο του πρώτου και λανθασμένου χειρουργείου το απορρίπτει ως σκέψη εκ των υστέρων. Δεν παρακολουθούσε τότε την ενάγουσα και δεν γνωρίζει κατά πόσο ακολούθησε τις οδηγίες του. Η ενάγουσα έχει ολοκληρωτικά μεταβάλει τις θέσεις της.

 

Κατά δικογραφημένη παραδοχή της και ως η πληροφόρηση που έλαβε από τον Δρ. Παναγιώτη Παχνιώτη, η ενάγουσα καταχώρησε στις 17/8/2023 την αγωγή υπ' αριθμό 2220/2023 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του για τις χειρουργικές επεμβάσεις τις οποίες διενήργησε ο συγκεκριμένος γιατρός, για 2 εκ των οποίων αξίωνε αποζημιώσεις στην αγωγή υπ' αριθμό 1197/2011. Το μέρος των ισχυρισμών της ενάγουσας που προβάλλει σε εκείνη τη διαδικασία, αντικρούεται πλήρως με ισχυρισμούς που προβάλλονται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Σε εκείνη τη διαδικασία η Ενάγουσα ενόρκως ισχυρίζεται ότι η ανικανότητα της για εργασία έχουν ως αιτία τις επεμβάσεις που διενήργησε ο Δρ. Παχνιώτης. Δηλώνει ενόρκως εκ διαμέτρου αντίθετους ισχυρισμούς και οι θέσεις της εναλλάσσονται κατά το δοκούν με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση των εκάστοτε αιτημάτων της.

 

Το επίδικο ζήτημα δεν αφορά συνεχιζόμενο αστικό αδίκημα αλλά ισχυριζόμενη ζημιά που ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε από μια αιτία αγωγής.

 

Υπάρχουν τα δικονομικά διαβήματα για την περίσωση δικαστικού χρόνου και εξόδων όταν είναι πασιφανές ότι μια διαδικασία πάσχει και το Δικαστήριο έχει την πλήρη διακριτική ευχέρεια να ασκήσει τις εξουσίες του και να αναστείλει τέτοιες διαδικασίες. Τέτοιο διάβημα διατίθεται δια της Δ.27 Κ.3 και της Δ.29 Κ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Είναι πασιφανές ότι η διαδικασία αυτή εγείρεται και προωθείται κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του εναγομένου για δίκαιη δίκη δια της διάγνωσης των τυχόν υποχρεώσεων του εντός εύλογου χρόνου. Δεν είναι ορθό και δίκαιο και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να επιτρέπεται η συνέχιση και προώθηση της αγωγής της ενάγουσας στη βάση ενός αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο έχει παραγραφεί προ ετών, σε σχέση με γεγονότα τα οποία ήταν άμεσα εις γνώση της ενάγουσας και απλώς η Ενάγουσα επέλεξε κατά το δοκούν να τα επικαλεστεί 11 χρόνια μετά το συμβάν που κατά τη δική της θέση δημιούργησε το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του.

 

Η ενάγουσα καθ’ ης η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

1.           Η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και/ή δεν στηρίζεται στους ορθούς θεσμούς και/ή νόμο.

 

2.           H Αίτηση είναι πρόωρη και δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ήτοι ενώ ακόμη δεν έχει καταχωριστεί η Υπεράσπιση του Εναγομένου/Αιτητή και δεν έχουν συνεπώς αποσαφηνιστεί και/ή αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα θέματα.

 

3.           Τα όσα επικαλείται ο Εναγόμενος/Αιτητής περί θέματος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας/Καθ'ης η Αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση του, θα έπρεπε να δικογραφηθούν σε μομφή προδικαστικών σημείων στην Υπεράσπιση του και ακολούθως να απαντηθούν κατά πόσα ε-υσταθούν ή όχι στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας, χωρίς να προκαλείται καθυστέρηση στη διαδικασία.

 

4.           Δεν είναι ούτε δίκαιο, ούτε και εύλογο να προχωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.

 

5.           Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συνυπάρχουν για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού και/ή αναστολής και/ή ακύρωσης τόσο του Κλητήριου Εντάλματος της ως άνω αγωγής όσο και της «Διαμορφωμένης» Έκθεσης Απαίτησης αυτής, ως παραγραφείσα σύμφωνα με την υφιστάμενη Νομοθεσία και Νομολογία.

 

6.           Ο Αιτητής/Εναγόμενος απέτυχε δια της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση να παρουσιάσει επαρκείς λόγους που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

7.           H αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και ιδιαίτερα της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου/Αιτητή αλλά και γενική καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.

 

8.           Το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

9.           H αίτηση είναι νομικά παράτυπη και/ή άκυρη και/ή αντικανονική και/ή η νομική και/ή η πραγματική της βάση και τα γεγονότα στα οποία αυτή αναφέρεται και που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες.

 

10.        Με την αίτηση, ο Εναγόμενος/Αιτητής επιδιώκει να λάβει αθέμιτο διαδικαστικό πλεονέκτημα.

 

11.        Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Αιτητή η οποία συνοδεύει την αίτηση, βασίζεται σε ψευδή και/ή παραπλανητικά και/ή γεγονότα τα οποία ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

12.        H Καθ’ ης η Αίτηση/ Ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα να αναπτύξει ή/και να προσθέσει στους πιο πάνω λόγους ένστασης κατά την ακρόαση της Αίτησης.

 

13.        Ανεξαρτήτως και/ή άνευ βλάβης των προαναφερόμενων λόγων ένστασης, το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί, υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης με βάση τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 2012 Ν.66(Ι)/2012 και/ή την υφιστάμενη Νομολογία.

 

Σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει η ενάγουσα αναφέρει ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 66(1)/2012 το Δικαστήριο δεν εξετάζει αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής και το άρθρο 22 του νόμου περιέχει πρόνοια για την παράταση της προθεσμίας του χρόνου της παραγραφής. Ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει δικόγραφο υπεράσπισης. Οι σωματικές βλάβες που είχε υποστεί ως συνέπεια της χειρουργικής επέμβασης ημερομηνίας 27.9.2012 ήρθαν σε γνώση της σε μεταγενέστερο χρόνο.

 

Οι βλάβες που είχε υποστεί από τα χειρουργείο που διενήργησε ο εναγόμενος στις 27.9.2012, ήρθαν στην γνώση της σε μεταγενέστερο χρόνο. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν έχει μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση της διότι δεν έχει προωθήσει τέτοια μαρτυρία στα πλαίσια άλλων ενδιάμεσων διαδικασιών. Η θέση της στην ένορκη δήλωση της ημερ. 7.9.2023 η οποία συνοδεύει την αίτηση της για προσωρινό διάταγμα ημερ. 11.9.2023 είναι ότι έλαβε γνώση από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.3.2023 στην αγωγή 1197/2011, ότι η εγχείρηση που διενήργησε ο Εναγόμενος στις 27.9.2012 ήτο αχρείαστη και/ή λανθασμένη. Είναι ο εναγόμενος που επικαλείται θέμα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση και στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 27.11.2023 η οποία συνόδευε την ένσταση του στην αίτηση της για προσωρινό διάταγμα. Επομένως, είναι ο ίδιος που υποχρεούται να προωθήσει ισχυρισμό του μέσω του δικογράφου του για να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει με την Απάντηση της στην Υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος δικογραφούσε τέτοιο ισχυρισμό στην Υπεράσπιση του, τότε θα δικογραφούσε στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, την θέση της αναφορικά με το χρονικό στάδιο στο οποίο ήρθε εις γνώση της, η ιατρική αμέλεια του εναγόμενου.

 

Κατά ή περί τις 9.2.2011 επισκέφθηκε τον εναγόμενο λόγω προβλημάτων που είχε στον αυχένα, τα οποία προέρχονταν από το τροχαίο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 29.11.2010. Ο εναγόμενος της σύστησε ότι ήτο αναγκαίο να χειρουργηθεί και έτσι κατά ή περί τις 27.9.12, την υπέβαλε επ' αμοιβή σε χειρουργική επέμβαση για σταθεροποίηση των διαστημάτων Α3-Α4 και Α4-Α5 με κλωβούς τιτανίου.

 

Στη συνέχεια, λόγω του ότι δημιουργήθηκε ψευδάρθρωση στα σημεία που χειρουργήθηκε από τον Εναγόμενο, χρειάστηκε να χειρουργηθεί ξανά στον αυχένα στις 7.3.2014, από άλλο νευροχειρουργό και συγκεκριμένα τον Δρ. Παναγιώτη Παχνιώτη στο American Medical Centre, όπου αφαιρέθηκαν οι κλωβοί που είχε τοποθετήσει ο Εναγόμενος και τοποθετήθηκαν άλλοι με οστικό μόσχευμα αλλά και με πλάκα και βίδες.

 

Στη συνέχεια, διενεργήθηκε τρίτο χειρουργείο στον αυχένα πάλι από τον Δρα Παχνιώτη στις 25/1/2008, λόγω πρόπτωσης δίσκου στον παρακείμενο Α5-Α6, δια διάνοιξη της παλαιάς τομής στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης όπου έγινε αφαίρεση της παλαιάς πλάκας των δυο επιπέδων Α3-Α4 και Α4-Α5 και διερεύνηση σταθερότητας της υφιστάμενης σπονδυλοδεσίας και ακολούθως πραγματοποιήθηκε δισκεκτομή Α5-Α6 και επέκταση της σπονδυλοδεσίας με χρήση κλωβού ΡΕΕΚ, αυτόλογου οστικού μοσχεύματος και τοποθετήθηκε νέα πλάκα στο Α5- Α6.

 

Κατά το έτος 2011 καταχώρησε την αγωγή 1197/2011, εναντίον του Νησίφορου Χριστοφόρου για τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 29.11.2010, μετά από συμβουλή του εναγόμενου/αιτητή αλλά και του Δρα Παναγιώτη Παχνιώτη ότι οι εγχειρήσεις στις οποίες υποβλήθηκε ήτοι λόγω του τραυματισμού της από το εν λόγω τροχαίο ατύχημα. Κατά την ακροαματική διαδικασία της εν λόγω αγωγής, μαρτύρησαν στο Δικαστήριο, τόσο ο εναγόμενος/αιτητής όσο και ο Δρ. Παχνιώτης δια λογαριασμό της, ισχυριζόμενοι ότι οι επεμβάσεις που υποβλήθηκε ήταν συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος ημερ. 29.11.2010.

 

Κατά ή περί τις 23.3.2023 εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 1197/2011. Όταν μελέτησε την εν λόγω απόφαση, είδε ότι το Δικαστήριο, σε διάφορα σημεία, αποφάσισε ότι η εγχείρηση που διενήργησε ο εναγόμενος στις 27.9.2012 ήταν λανθασμένη και αχρείαστη και συνεπεία αυτής ακολούθησαν οι λοιπές επεμβάσεις στον αυχένα από τον Δρ. Παχνιώτη ήτοι ημερ. 7.3.2014 και 25/1/2018. Ως εκ τούτου, κατά εκείνη τη χρονική στιγμή αντιλήφθηκε ότι η χειρουργική επέμβαση που διενήργησε ο εναγόμενος ημερ. 27.9.2012, ήτο λανθασμένη και αχρείαστη. Στην αγωγή 1197/2011, ο εναγόμενος ήτο ο Μ.Ε.6 το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση, έκανε εύρημα ότι τόσο ο εναγόμενος/αιτητής όσο και ο Δρ. Παναγιώτης Παχνιώτης (ΜΕ12 στην αγωγή 1197/2011) ήρθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να παραπλανήσουν.

 

Ο χρόνος της παραγραφής ξεκινά από τον χρόνο που έλαβε γνώση της βλάβης που έχει υποστεί. Έλαβε γνώση με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.3.2023 στην αγωγή 1197/2011. Επομένως, το αγώγιμο δικαίωμα έχει αφετηρία την 23.3.2023 ημερομηνία κατά την οποία διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος την υπέβαλε στις 27.9.2012 σε αχρείαστη και λανθασμένη επέμβαση.

 

Παραθέτει το άρθρο 14(1) του Ν.66(1)/2012. Ο χρόνος της παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει αν η αγωγή αφορά θεραπεία σε σχέση με  συνέπεια που προέκυψε από ιατρικό λάθος μέχρις ότου ο ενάγων αποκαλύψει ή μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη επιμέλεια το λάθος. Το λάθος στην προκειμένη είναι ιατρική αμέλεια και δεν θα μπορούσε να το ανακαλύψει πριν τις 23.3.2023 ότι είχε υποβληθεί σε αχρείαστη επέμβαση εφόσον ο εναγόμενος έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της αγωγής 1197/2011 ότι η επέμβαση που διενήργησε στις 27.9.2012 σχετιζόταν με τον τραυματισμό που είχε υποστεί συνέπεια του δυστυχήματος.

 

Το άρθρο 14(3) αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Σκόπιμη παράβαση καθήκοντος υπό περιστάσεις που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την ανακάλυψή της ισοδυναμεί με σκόπιμη απόκρυψη γεγονότος που έχει σχέση με την εν λόγω παράβαση.»

 

Ο εναγόμενος σκόπιμα της απέκρυψε ότι δεν είχε αστάθεια της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Αντίθετα, της είπε ότι είχε αστάθεια με αποτέλεσμα να την πείσει ότι η εγχείρηση ήταν αναγκαία και παρέπεμψε σε σειρά από ιατρικά πιστοποιητικά του εναγόμενου που επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα του. Αναφέρει ότι υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σταθεροποίησης των διαστημάτων Α3-Α4-και Α5 με κλωβούς τιτανίου ώστε να αντιμετωπιστεί η αστάθεια της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Το Δικαστήριο στην απόφαση ημερομηνίας 23.3.2023 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αστάθεια της αυχενικής μοίρας και δεν δικαιολογείτο η επέμβαση ημερομηνίας 27.9.2012. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να ανακαλύψει την ιατρική αμέλεια εφόσον ο εναγόμενος της απέκρυψε τα πραγματικά γεγονότα.

 

O εναγόμενος/αιτητής στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προωθεί ισχυρισμούς οι οποίοι όχι μόνο είναι αναληθείς, είναι και αντιφατικοί μεταξύ τους.

 

O ισχυρισμός του εναγόμενου/αιτητή στην παράγραφο 27 της ένορκης δήλωσης του, ότι δεν είχε την ευκαιρία στην αγωγή 1197/2011 να ακουστεί ή να αντικρούσει τούς ισχυρισμούς της άλλης πλευράς περί λανθασμένης και αχρείαστης χειρουργικής επέμβασης ως διάδικος, αφενός είναι άσχετος με την παρούσα αίτηση και αφετέρου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος/αιτητής κλήθηκε ως μάρτυρας και έδωσε εκτενή μαρτυρία για την χειρουργική επέμβαση στην οποία την υπέβαλε. Κατά την αντεξέταση του, από τους τότε δικηγόρους του Εναγόμενου οδηγού στην αγωγή 1197/2011, του έθεσαν τη θέση τους, η οποία τεκμηριώθηκε με ιατρική μαρτυρία, ότι η επέμβαση ημερ. 27.9.2012 ήτο αχρείαστη και λανθασμένη. Ο εναγόμενος/αιτητής, απέτυχε να αντικρούσει την εν λόγω θέση σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.3.2023 στην αγωγή 1197/2011. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την μαρτυρία του εναγόμενου/αιτητή και επιπρόσθετα ανέφερε στην απόφαση του ότι τόσο ο εναγόμενος/αιτητής όσο και o Δρ. Παχνιώτης προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.

 

Η παράγραφος 20 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου/αιτητή, στην οποία αναφέρει ο ίδιος ότι από το 2011 μέχρι και το 2023 που εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, ουδέποτε η ενάγουσα παραπονέθηκε στον εναγόμενο/αιτητή για το επίπεδο επιμέλειας που επέδειξε αλλά επιπρόσθετα τον είχε καλέσει ως μάρτυρα στην αγωγή 1197/2011, ενισχύει τα όσα ανέφερε για το ότι δεν γνώριζε τα πραγματικά δεδομένα. Δεν γνώριζε ότι η επέμβαση πού διενήργησε ο εναγόμενος/αιτητής στις 27.9.2012 ήτο αχρείαστη και λανθασμένη, εφόσον πίστευε τα όσα ο ίδιος υποστήριζε, μέχρις ότου λάβει την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 1197/2011, η οποία κατέληγε σε αυτό ακριβώς το συμπέρασμα.

 

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας όπως διατυπώνεται στην έκθεση απαιτήσεως περιλαμβάνει αξίωση για αποζημιώσεις και διατυπώνει ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε τον ιατρό στις 9.2.2011 επειδή είχε ήδη πρόβλημα με τον αυχένα της το οποίο προερχόταν από τροχαία ατύχημα. Ο εναγόμενος της συνέστησε να χειρουργηθεί και πράγματι την χειρούργησε στις 27.9.2012 υποσχόμενος την θεραπεία της σταθεροποίησης των διαστημάτων Α3-Α4 του σπονδύλου και Α4-Α5 με κλωβούς τιτανίου. Ο λόγος που την χειρούργησε ήταν τραυματολογικής φύσεως κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου η οποία δημιουργούσε ισχυριζόμενη αυχενική αστάθεια. Χωρίς να καθορίζεται ο χρόνος της πιο κάτω διαπίστωσης καταγράφεται ότι από απεικονιστικές εξετάσεις διαφάνηκε ότι δεν υπήρξε τραυματισμός των δίσκων ή των συνδέσμων ή των μαλακών μορίων του νωτιαίου μυελού και η έτσι η ενάγουσα δεν αντιμετώπιζε αυχενική δισκοκήλη που να πιέζει το νωτιαίο μυελό και νευρικών ριζών με αποτέλεσμα την αστάθεια όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος. Ως αποτέλεσμα της εγχείρησης που λανθασμένα έγινε αφαιρέθηκαν δύο δίσκοι που δεν είχαν πρόβλημα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ψευδάρθρωση και να πρέπει να χειρουργηθεί εκ νέου στον αυχένα για να αφαιρεθούν οι κλωβοί και να τοποθετηθούν άλλοι με οστικό  μόσχευμα και πλάκα και βίδες. Αυτό έγινε την 7.3.2014 και στις 25.1.2018 υποβλήθηκε σε τρίτο χειρουργείο στον αυχένα λόγω πρόπτωσης δίσκου στον παρακείμενο Α5-Α6 διά διάνοιξη της παλαιάς τομής στην αυχενική μοίρα με αφαίρεση της πλάκας των δύο επιπέδων Α3-Α4 και Α4-Α5 και διερεύνηση σταθερότητας της υφιστάμενης σπονδυλοδεσίας. Πραγματοποιήθηκε δισκεκτομή Α5-Α6 και επέκταση της σπονδυλοδεσίας με χρήση κλωβού αυτόλογου οστικού μοσχεύματος και τοποθετήθηκε νέα πλάκα στο Α5-Α6. Η πρόπτωση του δίσκου ήταν εξαιτίας του χειρουργείου που προηγήθηκε εφόσον δέθηκε το επίπεδο Α3-Α4 και Α4-Α5 σταμάτησε να κινείται και όλο το φορτίο της κίνησης  μεταφέρθηκε σε ελεύθερο κομμάτι της ελεύθερης άρθρωσης στον Α5-Α6 σπόνδυλο. Αποτέλεσμα ήταν να μην αντέξει όλους τους κραδασμούς ο δίσκος Α5-Α6 και να σπάσει. Στις 10.3.2014 η ενάγουσα κρίθηκε 75% ανίκανη για εργασία από ιατροσυμβούλιο. Αποδίδει στον εναγόμενο και στον δεύτερο ιατρό που την χειρούργησε το 2014 ότι ευθύνονται για τις σωματικές βλάβες στον αυχένα με αποτέλεσμα την 75% ανικανότητα.

 

Το πλέγμα γεγονότων που διατυπώνονται στην έκθεση απαιτήσεως εμπλέκει διάφορες αιτίες που είχαν ως αποτέλεσμα να επηρεασθεί η σωματική της ακεραιότητα στην αυχενική μοίρα. Υπάρχουν διάφορες αιτίες τραυματισμού  που περιπλέκουν το ξετύλιγμα του νήματος (confounding factors) σε σχέση με το ζήτημα της αιτιώδης συνάφειας μεταξύ του αστικού αδικήματος της  ισχυριζόμενης ιατρικής αμέλειας και συγκεκριμένες σωματικές βλάβες καθώς και η έκταση τους.

 

Ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης με την δική του εκδοχή των γεγονότων όμως εγείρει προδικαστικά το ζήτημα της παραγραφής που ισχυρίζεται ότι έχει αφετηρία καταμέτρησης της προθεσμίας από  την 27.9.2012. Ακόμη και με το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πρώτης επέμβασης που διενήργησε ο εναγόμενος και των τραυμάτων που δυνατόν να προκλήθηκαν η αξίωση είναι άνευ αντικειμένου διότι έχει παραγραφεί. Είναι θέση του αιτητή/εναγόμενου ότι ενόψει της διαπίστωσης της ενάγουσας καθ’ ης η αίτηση η ανάγκη διενέργειας δεύτερης εγχείρησης θα πρέπει να είχε γνώση του ζητήματος της ιατρικής αμέλειας από το 2014 και κατά συνέπεια η έγερση της αγωγής 11 χρόνια αργότερα συνιστά εκ των υστέρων σκέψη. Η ουσία του επιχειρήματος του είναι επειδή απέτυχε η αγωγή της για αποζημιώσεις στην αγωγή που αφορούσε το τροχαίο δυστύχημα αποφάσισε εσκεμμένα και επιπόλαια να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή.  Αντιθέτως, η θέση της καθ’ η ς η αίτηση είναι ότι ουδέποτε πέρασε από το μυαλό της το ζήτημα ιατρικής αμελείας ως πιθανή αιτία για τα τραύματα της ή επιδείνωσης των τραυμάτων της επειδή κάλεσε τον εναγόμενο να μαρτυρήσει υπέρ της στην δίκη της αγωγής 1197/2011 που αφορούσε το δυστύχημα. Είναι μόνο όταν το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής είχε αποφανθεί ότι η εγχείρηση που διενήργησε ο εναγόμενος συνιστούσε ανεξάρτητη αιτία (novus actus interveniens) ως αχρείαστη επέμβαση, έξω από κάθε κριτήριο βιβλιογραφίας εφόσον δεν διαπιστώθηκε  αστάθεια, ως αναφέρουν τα τεκμήρια, και οι δίσκοι δεν προκαλούσαν πρόβλημα, που αντιλήφθηκε ότι τίθετο ζήτημα ιατρικής αμέλειας. Εφόσον εντοπίστηκε να συντρέχει novus actus interveniens περιπλέκεται η αλυσίδα αιτιώδης συνάφειας μεταξύ ισχυριζόμενης αμέλειας από το τροχαίο δυστύχημα και των τραυμάτων που διαπιστώθηκαν στην αυχενική μοίρα. Το αντικείμενο της αγωγής είναι η εξακρίβωση αυτού του ανεξάρτητου γεγονότος σε σχέση με το  δυστύχημα ως αιτία για την πρόκληση του δυστυχήματος. Στα πλαίσια της αγωγής ο εναγόμενος θα έχει κάθε ευκαιρία να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει την αντίθετη θέση. Θέση του εναγόμενου είναι να μην δοθεί η ευκαιρία  να ακουσθεί  αυτή η πτυχή της υπόθεσης που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι αιτία για τον σοβαρό τραυματισμό της που δεν μπορεί να εργαστεί εξαιτίας ισχυριζόμενης παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος.  Η εισήγηση του εναγόμενου να στερηθεί η ενάγουσα το δικαίωμα της δίκης θα πρέπει να εξετασθεί πολύ σοβαρά.  Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα φειδωλό προκειμένου να στερήσει το δικαίωμα της δίκης.

 

Με βάση την Δ.19 θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να εκθέτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα από τα οποία να προκύπτει η απαίτηση του ενάγοντα, αλλά όχι τα γεγονότα που συνιστούν μαρτυρία με την οποία προτίθεται να αποδείξει την απαίτηση του. Διά να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο θα πρέπει να διαγράψει την αγωγή  θα πρέπει να εξετάσει δύο ζητήματα. Το πρώτο είναι κατά πόσο περιέχονται αρκετά ουσιώδη γεγονότα στην έκθεση απαιτήσεως ώστε να αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Το δεύτερο ζήτημα είναι κατά πόσο η αξίωση του ενάγοντα είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο στην έκθεση απαιτήσεως ώστε να προκαλεί σύγχυση στον εναγόμενο στο βαθμό που θα δυσκολευόταν να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή και να γνωρίζει την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει.  Ως προς το πρώτο και όπως έχω επεξηγήσει, πιο πάνω, εκφράζεται με σαφήνεια αγώγιμο δικαίωμα κατά του εναγόμενου βασιζόμενο στο αστικό αδίκημα της ιατρικής αμέλειας.

 

Παλαιά, στην Αγγλία, εις τις περιπτώσεις που ένα δικόγραφο ήταν παράτυπο ή είχε ελλείψεις με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται αιτία αγωγής, ο εναγόμενος μπορούσε να καταχωρήσει το λεγόμενο ‘Demurrer’ και να πετύχει απόρριψη της αγωγής. Αυτό το δικονομικό μέτρο, το οποίο υπάρχει ακόμη σε ορισμένες δικαιοδοσίες της Κοινοπολιτείας, ήταν το καθορισμένο δικονομικό διάβημα που γινόταν χρήση συχνά από διαδίκους για να εξασφαλίσουν απόφαση εύκολα και σχετικά ανώδυνα και στην περίπτωση των εναγόμενων απόρριψη της αγωγής προδικαστικά. Όταν διατυπώνονταν τα ελάχιστα γεγονότα που να απεκάλυπταν την ύπαρξη αιτίας αγωγής άλλα υπήρχε παρατυπία στο τρόπο διατύπωσης της αξίωσης με βάση την έκθεση απαιτήσεως δεν υπήρχε θεραπεία και η αγωγή με την χρήση του ‘Demurrer’ είχε το αποτέλεσμα της αυτόματης απόρριψης της αγωγής. Αυτό το άκαμπτο και αυστηρό δικονομικό μέτρο αντικαταστάθηκε από το Ο.25 r.4, με αντίστοιχη δικονομική διάταξη στους δικούς μας θεσμούς την Δ.27 θ.3. Αυτή η τροποποίηση του κανόνα περιόρισε την δυνατότητα διαγραφής ολόκληρης της αγωγής μόνο εις τις περιπτώσεις όπου καθαρά διαφαινόταν με αντικειμενικά κριτήρια ότι αθεράπευτα και αβίαστα δεν αποκαλυπτόταν αιτία αγωγής.

 

Όπως επεξηγείται με σαφήνεια στην Αγγλική απόφαση Republic of Peru v. Peruvian Guavo Co. 36 Ch. D. 489, 496 στην περίπτωση που εντοπίζονται παρατυπίες κατά την έκφραση της αιτίας αγωγής στην έκθεση απαιτήσεως δεν συνεπάγεται και αυτόματη απόρριψη της αγωγής.

 

‘Having regard to the terms of rule 4, and to the decisions on it, I think that this rule is more favorable to the pleading objected to than the old procedure by demurrer. Under the new rule the pleading will not be struck out unless it is demurrable and something worse than demurrable. If, notwithstanding defects in the pleading, which would have been fatal on demurrer, the Court sees that a substantial case is presented the Court should, I think, decline to strike out that pleading.’

 

Η ίδια καθοδήγηση σε σχέση με την ερμηνεία και  πρακτική εφαρμογή της Δ.27 θ.3  δίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου.

 

Στην απόφαση In re Pelmako Ltd. v. In re the Companies Law Cap.113 1 CLR 246 (1991), το Εφετείο ασχολήθηκε με τις πρόνοιες της Δ.27 θ.3 εκφράζοντας την θέση ότι είναι μέτρο που ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αναμφίβολα προκύπτει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής στο εν λόγω δικόγραφο και όπου διαφαίνεται ότι η όλη διαδικασία κινήθηκε για αλλότριους σκοπούς.

 

‘Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποία δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο που επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει...Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δηλαδή, χρήση του μέσω του δικαίου για αλλότριους σκοπούς...Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποία ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποία δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάση του Συντάγματος.’

 

Στο Annual Practice Book του 1958 O.19 r.27 σελ. 479 επεξηγείται ότι δεν ενδείκνυται η διαγραφή του δικογράφου εκεί που διαπιστώνεται έλλειψη ουσιωδών γεγονότων στην διατύπωση της απαίτησης.

 

Με την παρούσα αίτηση εγείρεται προδικαστικό σημείο δυνάμει της Δ.27 Κ.1 και 2. Το προδικαστικό σημείο είναι αυτό της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος επειδή διαπιστώνεται η ύπαρξη νομικού σημείου που καθιστά το αγώγιμο δικαίωμα αντικείμενο διαγραφής. Δικαιολογείται η διαγραφή εξαιτίας παραγραφής όταν τα γεγονότα είναι μη αμφισβητούμενα και απλά που η εξέταση τους οδηγά σε αναπόφευκτο συμπέρασμα που υποστηρίζει την παραγραφή.  Στην προκειμένη τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι απλά και υπάρχουν διάφορες εκδοχές γεγονότων ως προς το χρόνο από τον οποίο θα πρέπει να προσμετρά η προθεσμία της παραγραφής. Η διαταγή δυνάμει της Δ.27 για έκδοση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα αμφισβητείται  λόγω ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου. Σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα της παραγραφής θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης (βλ. Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ 1 Α.Α.Δ. 1609 (2009).  Στην πιο πάνω υπόθεση η αφετηρία για την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής καθοριζόταν από συμβατική πρόνοια που παρέπεμπε σε εύλογο χρόνο για την εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσης. Επειδή η σύμβαση παρέπεμπε σε εύλογο χρόνο αυτό ήταν πραγματικό ζήτημα δυνάμει του άρθρου 46 του Κεφ. 149 που δεν θα μπορούσε να αποκρυσταλλωθεί προδικαστικά χωρίς να ακουσθεί μαρτυρία.

 

Το έτος 2012 ψηφίστηκε ο περί παραγραφής Αγώγιμων δικαιωμάτων Νόμος του 2012 66(1)/2012. Το άρθρο 29 του Ν. 66(1)/2012 καταργεί το άρθρο 68 του Κεφ. 148 αλλά η κατάργηση εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 66(1)/2012 δηλαδή, κατά ή μετά την 1.7.2012. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Ανδρέου Πολιτική Έφεση 229/2014 ημερομηνίας 19.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:A17 το Δικαστήριο επεξήγησε ότι:

 

Οι διαδοχικές αναστολές προνοιών του Ν.110(Ι)/2002 που θεσπίστηκαν με τους τροποποιητικούς Ν.60(Ι)/2007, Ν.28(Ι)/2008, Ν.34(Ι)/2008, Ν.16(1)/2009, Ν.20(Ι)/2010 και Ν.111(Ι)/2010 δεν επηρεάζουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148 αφού ρητά προβλέπουν ότι αναστέλλουν την εφαρμογή μόνο του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15.

 

Ούτε και η μετέπειτα κατάργηση του Ν.110(Ι)/2002 δυνάμει του άρθρου 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(Ι)/2012 είναι σχετική αφού είναι μεταγενέστερη της έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα περίπτωση.

 

Εφόσον η εν λόγω επέμβαση είχε συμβεί τον Σεπτέμβριο 2012 αφορά πράξη ή  παράλειψη που πραγματοποιήθηκε μετά που τέθηκε σε εφαρμογή ο εν λόγω νόμος.

 

Εξαιτίας των πολλαπλών αναστολών του νόμου 66(1)/2012 το νωρίτερο σημείο της αφετηρίας της προθεσμίας παραγραφής είναι 1.1.2016. Η περίοδος παραγραφής για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων που η τέλεση τους έγινε από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 66(1)/2012, ρυθμίζεται από το άρθρο 6 του Νόμου 66(1)/2024.

 

Σε σχέση με αστικά αδικήματα της αμέλειας που επέφεραν σωματική βλάβη της ενάγουσας ο χρόνος ξεκινά σύμφωνα με το άρθρο 6(2) του Ν. 66(1).2016  εντός τριών ετών από την συμπλήρωση της βάσης της αγωγής εκτός και αν έλαβε γνώση της βλάβης η ενάγουσα  μεταγενέστερα οπότε αφετηρία της προθεσμίας  είναι η ημερομηνία που έλαβε γνώση.  Παραθέτω πιο κάτω το συγκεκριμένο άρθρο:

 

“6.-(1) Τηρουμένων των εδαφίων (2), (3) και (4) καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

 

(2) Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.”

 

Η βάση της αγωγής είναι σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.66(1)/2012 το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή. Το άρθρο 3 προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής έχει αφετηρία τον χρόνο συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Η βάση της αγωγής θεμελιώνεται με βάση το γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέβαλε την ενάγουσα σε κατ’ ισχυρισμό αχρείαστη επέμβαση το 2012 με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ως διατυπώνεται στην ένσταση της  είναι ότι δεν έλαβε γνώση ότι η εν λόγω επέμβαση της προκάλεσε βλάβη παρά μόνο κατά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 1197/2011 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η θέση του αιτητή είναι ότι ο χρόνος αυτός της γνώσης των δεδομένων  θα πρέπει να οριοθετείται το αργότερο εντός του έτους  2014 όταν αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δεύτερη επέμβαση.

 

Είναι οξύμωρο από την μια ο εναγόμενος να διατείνεται ότι δεν τίθεται θέμα ιατρικής αμέλειας αλλά από την άλλη να επιθυμεί να φράξει την πορεία της ενάγουσας στην δικαιοσύνη να προωθήσει ζήτημα ιατρικής αμέλειας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής επικαλώντας ως γεγονός ότι θα πρέπει να είχε αντίληψη της ιατρικής αμέλειας νωρίτερα όταν είχε υποστεί δεύτερη επέμβαση για να διορθώσει στάση της πρώτης. Αν η θέση του εναγόμενου είναι ότι έχει ουσιαστική υπεράσπιση και είναι αβάσιμο το αγώγιμο δικαίωμα της ιατρικής αμέλειας  τότε πως θα ήταν σε θέση η ενάγουσα να αντιληφθεί ότι η επέμβαση επέφερε βλάβη εφόσον η αλήθεια  σύμφωνα με τον ίδιο είναι ότι η επέμβαση ήταν αναγκαία. Παρομοίως, το επιχείρημα ότι η ενάγουσα καταχωρεί την αγωγή υστερόβουλα  χωρίς λόγο έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό ότι όφειλε η ενάγουσα να ανακαλύψει βλάβη το 2014 εξαιτίας  αναγκαιότητας να υποβληθεί σε δεύτερη επέμβαση. Το εδάφιο (3) του άρθρου 6 προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να παρατείνει  την προθεσμία ακόμη δύο χρόνια εάν διαπιστώσει ότι η ενάγουσα χρειαζόταν χρόνο να εξασφαλίσει απαραίτητα στοιχεία για την έγερση της αγωγής. Επιπρόσθετα προς επέκταση της προθεσμίας δύναται το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας προκειμένου να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής.

 

Το προδικαστικό σημείο της παραγραφής στο παρόν στάδιο, δεν εστιάζεται μόνο σε νομικά ζητήματα. Η καθ’ ης η αίτηση έχει εκθέσει τα γεγονότα που οδήγησαν στην καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής. Το συγκεκριμένο πραγματικό πλέγμα γεγονότων, δεν είναι κοινώς αποδεκτό από τα εμπλεκόμενα μέρη.

 

Η παρούσα περίπτωση, δεν είναι τέτοια που η όλη αγωγή μπορεί να επιλυθεί με το συγκεκριμένο προδικαστικό θέμα που εν τέλει δεν είναι μόνο νομικό.  Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να της αρνηθεί η πρόσβαση στη δικαιοσύνη χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να εξηγήσει τους λόγους καθυστέρησης. Η διάταξη 27 Κ.1 και 2 των Θεσμών, οριοθετεί την εξέταση νομικών ζητημάτων που δυνατόν να απολήγουν στην οριστική επίλυση της αγωγής:

 

Η καθ’ ης η αίτηση έθεσε ως ισχυρισμό ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η πρώτη επέμβαση της επέφερε βλάβη πριν την εκδίκαση της αγωγής 1197/2011. Είχε υπόψη της το ιατρικό πιστοποιητικό του εναγόμενου ο οποίος ήρθε να δώσει μαρτυρία ότι η αιτία για το τραύμα ήταν το δυστύχημα εφόσον έκρινε ότι υπήρχε δισκοκήλη στο επίπεδο Α4-Α5 και Α5-Α6 για να τοποθετηθεί διασωματική σπονδυλοδεσία στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης (Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης). Ισχυρίζεται ότι γνώριζε τα ιατρικά δεδομένα αλλιώς ένεκα των ισχυρισμών του εναγόμενου του οποίου βασίστηκε στην μαρτυρία του.

 

Το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΥ12 και προέβη στα ακόλουθα ευρήματα:

 

«Εντέλει, όπως προκύπτει από τη σαφή και απερίφραστη θέση των ΜΥ12 κ ΜΥ14, η οποία μάλιστα επιβεβαιώνεται από τούς πίνακες που πάρα πάνω παρατίθενται (τεκμήρια 204 και 247), η εικόνα της ενάγουσας, προκύπτουσα από τις απεικονιστικές εξετάσεις (τεκμήρια 25Α και 159), δεν εμπίπτει στον ορισμό της αστάθειας και κατ' επέκταση, δεν δικαιολογείτο η χειρουργική επέμβαση που διενεργήθηκε την 27/09/2012. Για να το θέσω με τους όρους τον ΜΥ12, «δεν έπρεπε να γίνει αυτό το χειρουργείο». Περιπλέον, δέχομαι τη θέση των ΜΥ10 και ΜΥ12, ότι αν δεν διεξάγετο η πρώτη επέμβαση, η οποία ήταν έξω από κάθε κριτήριο της ιατρικής βιβλιογραφίας σε σχέση με την αστάθεια, δεν θα χρειάζετο η επόμενη επέμβαση.»

 

Ωστόσο η θέση του αιτητή/εναγόμενου ως προς το επίπεδο της γνώσης της ενάγουσας είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Της καταλογίζει ότι προώθησε άλλες θέσεις στα πλαίσια της αγωγής 1197/2011. Δεν είναι επί του παρόντος να κρίνω την πειστικότητα  των αντίστοιχων  επιχειρημάτων των διαδίκων για το επίπεδο της γνώσης της ενάγουσας αλλά ένα είναι σίγουρο το προδικαστικό σημείο της παραγραφής στο παρόν στάδιο, δεν εστιάζεται μόνο σε νομικά ζητήματα Το συγκεκριμένο πραγματικό πλέγμα γεγονότων, δεν είναι κοινώς αποδεκτό από τα εμπλεκόμενα μέρη. Εύκολα αντιστρέφεται το επιχείρημα του εναγόμενου ότι θα πρέπει να γνώριζε τα δεδομένα από το 2012 ή το 2014.  Η μη συμπερίληψη του εναγόμενου στην αρχική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου  δημιουργεί προβληματισμό αν όντως αυτή θα έπρεπε από το 2012 ή έστω 2014  να κατέχει γνώση ότι δυνατόν να τίθεται ζήτημα ιατρικής αμέλειας. Αν  η ενάγουσα είχε υπόψη της ότι η επέμβαση που διενήργησε  ο εναγόμενος θα μπορούσε να θεωρηθεί novus actus inteveniens θα μπορούσε να τον συμπεριλάβει στην αρχική αγωγή έστω με διάβημα τροποποίησης των αναγκαίων διαδίκων στην αγωγή ως πιθανός συναδικοπραγούντας. Η αδυναμία της να δράσει νωρίτερα δεν μπορεί με βεβαιότητα να κριθεί σε τούτο το στάδιο σε σκοπιμότητα. Το δε άρθρο 14 του Ν.66(1)/2012 είναι σχετικό πιο κάτω:

 

“14.-(1) Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει, αν η αγωγή αφορά δόλο του εναγομένου ή αν ο εναγόμενος έχει σκόπιμα αποκρύψει γεγονός σχετικό με την βάση της αγωγής ή αν η αγωγή αφορά θεραπεία συνεπειών που προέκυψαν από λάθος, μέχρις ότου ο ενάγων ανακαλύψει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, την απόκρυψη ή το λάθος, ανάλογα με την περίπτωση.

(2) Ο χρόνος παραγραφής σε οποιανδήποτε των περιπτώσεων του εδαφίου (1) αρχίζει να τρέχει αν, αντί του ενάγοντος, αντιπρόσωπος ή άλλο πρόσωπο, που δεσμεύει τον ενάγοντα, ανακάλυψε ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, απόκρυψη ή λάθος, ανάλογα με την περίπτωση.

(3) Σκόπιμη παράβαση καθήκοντος υπό περιστάσεις που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την ανακάλυψή της ισοδυναμεί με σκόπιμη απόκρυψη γεγονότος που έχει σχέση με την εν λόγω παράβαση.

 

To κατά πόσον η ενάγουσα θα μπορούσε να ανακαλύψει το λάθος ή την απόκρυψη έγκαιρα ή με εύλογη επιμέλεια εφόσον είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε αστάθεια είναι επίδικο. Η παρούσα περίπτωση, δεν είναι τέτοια που όλη αγωγή μπορεί να επιλυθεί με το συγκεκριμένο προδικαστικό θέμα που εν τέλει δεν είναι μόνο νομικό.  Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να  αρνηθεί  στην ενάγουσα η πρόσβαση στη δικαιοσύνη χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να εξηγήσει τους λόγους καθυστέρησης. Η διάταξη 27 Κ.1 και 2 πιο κάτω των Θεσμών, οριοθετεί την εξέταση νομικών ζητημάτων που δυνατόν να απολήγουν στην οριστική επίλυση της αγωγής:

 

1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

 

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.

 

Το ζήτημα της παραγραφής ενόψει νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει την παράταση της προθεσμίας υπό προϋποθέσεις και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι πολυσύνθετο, δηλαδή δεν επιλύεται προδικαστικά. Δεν είναι δυνατόν εκ προοιμίου να κρίνω κατά πόσο η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής ήταν δικαιολογημένη και θα πρέπει να ακούσω μαρτυρία περί τούτου για να αποφασίσω. Στην περίπτωση που γίνει εύρημα ότι η καθυστέρηση ήταν δικαιολογημένη, τότε δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής. Μόνο για τον λόγο αυτόν, δεν είναι ξεκάθαρη περίπτωση που επιλύεται όλη η αγωγή ενόψει του νομικού ερωτήματος της παραγραφής.

 

Εκείνο που επισήμανε το Εφετείο στην υπόθεση Χ’ Οικονόμου ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ 1 Α.Α.Δ. 949 (1992), είναι ότι η χρήση του μέτρου αυτού γίνεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, εκεί δηλαδή που το νομικό σημείο πράγματι ξεχωρίζει ως σημείο περιεκτικό της διαφοράς των μερών και της επίλυσης όλης της αγωγής χωρίς να είναι ανάγκη να ακουστούν τα μέρη.

 

Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Bλ. μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides (1065) 1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou (1968) 1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport (1981) 1 CLR 322).

 

Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:

 

Η σχετική Αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση, θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής, γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του Αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μία τέτοια διαταγή, θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.

 

Η σωματική βλάβη της ενάγουσας είναι δεδομένη σύμφωνα και με τις δύο πλευρές εκείνο που είναι αμφισβητούμενο είναι κατά πόσο η ενάγουσα γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι η σωματική της βλάβη είχε ως αιτία την κατ’ ισχυρισμό ιατρική αμέλεια του εναγόμενου. Επειδή σε χρόνο προγενέστερο της κατ’ ισχυρισμόν αχρείαστης επέμβασης προϋπήρχε τραύμα στον σπόνδυλο εξαιτίας δυστυχήματος δυνατό να μην ήταν αντιληπτό στην ενάγουσα ότι υπήρχε  ενδεχόμενο όλο ή μέρους του τραύματος να οφειλόταν σε άλλη αιτία. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κάποτε δύσκολο να διαχωριστεί σε ποια αιτία οφείλεται το συγκεκριμένο τραύμα. Ο ασθενής  δεν είναι ειδικός της ιατρικής. Το παλαιό τραύμα από το δυστύχημα πιθανόν να συγχύζει (confounds) τις συνέπειες  πιθανής ιατρικής αμέλειας με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλαπλές αιτίες των τραυματισμών που δυσκολεύουν τον προσδιορισμό της αμέλειας ως μια  από τις αιτίες.

 

Σωματικά τραύματα που έχουν προκύψει ως συνέπεια λάθους ιατρικό δεν είναι κατ’ ανάγκη αντιληπτό στην ενάγουσα αμέσως μετά από την χειρουργική επέμβαση για να ξεκινά η αφετηρία της προθεσμίας. Ήταν ήδη τραυματισμένη ως συνέπεια του δυστυχήματος και παραπονείτο για αυχεναλγία. Ως προς το επίπεδο της γνώσης που θα πρέπει να είχε η ενάγουσα προκειμένου να ξεκινά η προθεσμία της παραγραφής σχετική είναι απόφαση της Αγγλικής Βουλής των Λόρδων Haward v. Fawcetts [2006] 3 ALL ER 497 στην οποία επεξηγήθηκε ότι ‘the extended three year limitation period starts when the claimant first had knowledge required for bringing an action for damages in respect of the relevant damage and a right to bring the action…then defines what constitutes knowledge for this purpose.’  Εν ολίγης η ενάγουσα θα πρέπει να είχε στοιχειώδη γνώση του γεγονότος ότι τα τραύματα της είχαν προκληθεί ανεξάρτητα του δυστυχήματος από κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη και περιττή επέμβαση σπονδυλοδεσίας στην οποία υποβλήθηκε. Επεξηγήθηκε επίσης ότι δύο είναι τα κριτήρια που εξετάζει το Δικαστήριο για να διαπιστώσει κατά πόσο το επίπεδο γνώσης έχει φτάσει στον απαιτούμενο πήχη γνώσεως για να ξεκινήσει η προθεσμία της παραγραφής ως ακολούθως:

 

‘Two aspects of these 'knowledge' provisions are comparatively straightforward. They concern the degree of certainty required before knowledge can be said to exist, and the degree of detail required before a person can be said to have knowledge of a particular matter. On both these questions courts have had no difficulty in adopting interpretations which give effect to the underlying statutory purpose.’

 

Το είδος της γνώσης που είναι απαραίτητη να συνυπάρχει προκειμένου να πυροδοτείται η περίοδος της παραγραφής είναι η διαπίστωση ότι η ενάγουσα  θα πρέπει να είχε την στοιχειώδη αντίληψη ότι όλο ή μέρος των τραυμάτων της οφείλονται σε πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου. Δεν χρειάζεται να είχε υπόψη της γεγονότα που θα επέτρεπαν τους δικηγόρους της να διατυπώσουν απαίτηση με όλα τα ουσιώδη γεγονότα αναγκαία για να εκφράζεται το αγώγιμο δικαίωμα κατά του εναγόμενου όμως θα πρέπει να της αποδοθεί ότι είχε γενική γνώση των ουσιωδών πράξεων ή παραλείψεων που αποτέλεσαν την αιτία να ευθύνεται εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει ο  εναγόμενος για τα τραύματα της.

 

Στην υπόθεση Dobbie v. Medway Health Authority [1994] 4 All ER 450 κρίθηκε ότι η ενάγουσα είχε την απαιτούμενη αντίληψη ότι η αμέλεια του ιατρού ήταν μια πιθανότητα αιτία του αγώγιμου δικαιώματος ευθύς εξαρχής μετά την επέμβαση που αφορούσε την αφαίρεση μαστού που αποκαλύφθηκε στην συνέχεια ότι το κουβάρι στο στήθος δεν είχε κακοήθεια.  Σε εκείνη την περίπτωση άρχισε η αφετηρία να προσμετρά από την ημερομηνία της επέμβασης επειδή η ενάγουσα είχε αντίληψη ότι το τραύμα συσχετιζόταν  με την λανθασμένη ενέργεια αφαίρεσης του μαστού.

 

Εκείνο που απαιτείται είναι η ενάγουσα να είχε γενική αντίληψη ότι η πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου συνιστούσε αιτία εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρη για  να προκληθούν τα τραύματα της.  Όμως η εξέταση του επιπέδου της γνώσης της δεν μπορεί να εκτιμηθεί εκ των υστέρων  και εκ του ασφαλούς μετά την επίλυση των επίδικων θεμάτων της αγωγής στην βάση νομικών κριτηρίων αξιολόγησης των πραγματικών δεδομένων.

 

‘The personal injury on which the plaintiff seeks to found her claim is the removal of her breast and the psychological and physical harm which followed. She knew of this injury within hours, days or months of the operation and she, at all times, reasonably considered it to be significant. She knew from the beginning that this injury was capable of being attributed to, or more bluntly was the clear and direct result of, an act or omission of the health authority. What she did not appreciate until later was that the health authority's act or omission was (arguably) negligent or blameworthy. But her want of that knowledge did not stop time beginning to run.’

 

Σε κάποιες περιπτώσεις είναι αδύνατον για τον ενάγοντα να εκτιμήσει ότι η ιατρική αμέλεια ήταν αιτία για τις συνέπειες που επέφερε η ιατρική πράξη ή παράλειψη χωρίς ενημέρωση από ειδικό. Σχετικές είναι οι σκέψεις 64 και 65 της υπόθεσης Haward πιο κάτω:

 

“Areas of that sort are those in which it is most likely that a claimant may know the basic facts, but not know what, to an expert, they add up to. Similar problems can arise in clinical negligence cases. In that area too the factual situations which may be contended for as cases of latent knowledge are extremely diverse, and some of them are very fact-sensitive (for instance Nash v Eli Lilly & Co [1993] 4 All ER 383, [1993] 1 WLR 782, drawing the distinction between acceptable and unacceptable side-effects of an anti-arthritis drug; Oakes v Hopcroft [2000] Lloyd's Rep Med 394, in which the claimant needed correct medical advice and legal advice before she knew that she had settled her original personal injury claim at too low a figure; and by way of contrast Davis v Ministry of Defence [1985] CA Transcript 413, in which the claimant received unsound medical and legal advice).”

 

Όταν συντρέχουν δύο ή περισσότερες αιτίες για ένα τραύμα  εξαρτάται από τα γεγονότα της ειδικής περίστασης κατά πόσο η ενάγουσα θα μπορούσε χωρίς ιατρική μαρτυρία  και αξιολόγηση ειδικού να γνωρίζει ότι η ιατρική αμέλεια είναι πιθανή αιτία των τραυμάτων ως ξεχωριστή αιτία που επισκιάζει τους τραυματισμούς που επέφερε το δυστύχημα.

 

Στην υπόθεση Webb v. Barclays Bank plc [2001] EWCA Civ 1141 επί παραδείγματι, όπου η ενάγουσα είχε υποστεί εργατικό ατύχημα υπήρχε ερώτημα ως προς τον προσδιορισμό της έκτασης του τραυματισμού στο πόδι της από το ατύχημα. Ο καθορισμός αυτού του ερωτήματος για το οποίο ήταν αναγκαία ιατρική γνωμάτευση ήταν αναγκαίος προκειμένου να διαφανεί  κατά πόσο  ήταν αναγκαίο οι ιατροί της να είχαν ακρωτηριάσει το πόδι της.  Εν τέλει κρίθηκε ότι ακρωτηριασμός δεν επισκίαζε την αρχική αδικοπραξία και η τράπεζα εργοδότης  κλήθηκε να συνεισφέρει εν μέρει για τις ζημιές που της επέφερε ο ακρωτηριασμός. Ο διαχωρισμός των συντρεχουσών αιτιών  των τραυμάτων  απαιτούσε λεπτομερή εξέταση των δεδομένων και την μαρτυρία τουλάχιστον 6 ιατρών. Στην υπό εξέταση περίπτωση η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου πλέγμα γεγονότων που εάν αληθεύουν καταδεικνύουν ότι  η ενάγουσα δεν είχε αντίληψη αδικοπραξίας εκ μέρους του εναγόμενου  πριν την εκδίκαση της αγωγής. Εάν δεν είχε αντίληψη αδικοπραξίας επειδή υπέφερε από τον πόνο αυχεναλγίας προηγουμένως δεν θα μπορούσε να γνωρίζει χωρίς να συμβουλευθεί ειδικό ότι η επέμβαση του 2012 αφορούσε ανεξάρτητη αιτία αμέλειας που θα μπορούσε να διαταράξει την αιτιώδη συνάφεια του δυστυχήματος με τα τραύματα της. Προς επίρρωση αυτής της θέσης παρέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό του εναγόμενου και το γεγονός ότι τον κάλεσε ως μάρτυρα στην αγωγή 1197/11 για να υποστηρίξει ότι η επέμβαση ήταν αναγκαία για να απαμβλυνθούν τα συμπτώματα της. Το κατά πόσο αληθεύει η συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων δεν μπορεί να κριθεί εκ προοιμίου. Είναι λογικό επιχείρημα ότι εάν η ενάγουσα είχε αντίληψη προγενέστερα ότι αιτία για τραύματα της ήταν επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε κατά λάθος θα είχε εγείρει αγωγή εναντίον του εναγόμενου ως συναδικοπραγούντα ώστε να γίνει καταμερισμός της ευθύνης. Υποστηρίζει ότι δεν είχε ιδέα για τέτοιο ενδεχόμενο διότι τον κάλεσε ως μάρτυρα επειδή θεωρούσε ότι η εγχείρηση δεν ήταν ανεξάρτητη αιτία πρόκλησης των τραυμάτων. Έχει βάση το επιχείρημα ότι δεν είχε γνώση των δεδομένων εξ’ ου και κίνησε αγωγή μόνο για το δυστύχημα επειδή θεώρησε ότι εκείνα τα γεγονότα αφορούσαν την πραγματική προέλευση των τραυμάτων της. Και επειδή βασίστηκε σε άλλα δεδομένα , μεταξύ άλλων, και του πιστοποιητικού του εναγόμενου δεν είχε λόγο να διερευνήσει κάτι ή να αναζητήσει γνώμη ειδικού που θα ήταν αναγκαίο να αναζητήσει προκειμένου να αντιληφθεί ότι η εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε ήταν πιθανή αιτία των τραυμάτων.

 

Ως προς το περίπλοκο του ξετυλίγματος πολλαπλών πράξεων ή παραλείψεων ως αιτίες για την πρόκληση τραυμάτων σχετική είναι η υπόθεση Jenkinson v. Hertfordshire County Council [2023] EWHC 872(KB) στην οποία επεξηγήθηκε ότι δεν υπάρχει κανόνας δικαίου που να υπαγορεύει ότι μια μεταγενέστερη αμελής πράξη ή παράλειψη πάντα εκμηδενίζει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της προγενέστερη αμελής πράξης ή παράλειψης και των τραυμάτων. Το πραγματικό ερώτημα είναι κατά πόσο η  διενέργεια της επέμβασης συνιστούσε βαριά ιατρική αμέλεια τέτοιας έκτασης και υφής στην πρόκληση των τραυμάτων που διακόπτεται η αλυσίδα της αιτιώδης συνάφειας μεταξύ του δυστυχήματος και των τραυμάτων; Η σκέψη 35 είναι σχετική:

 

“[35] Laws LJ concluded that, from the point of view of causation, there is no rule of English law that later negligence always extinguishes the causative potency of an earlier tort (ibid at para 29 (2000) 62 BMLR 84 at 98, [2001] QB 351 at 366). The real question in such cases, he considered (ibid, at para 33 (2000) 62 BMLR 84 at 99, [2001] QB 351 at 367–368), is 'what is the damage for which the defendant under consideration should be held responsible? The nature of his duty (here, the common law duty of care) is relevant; causation, certainly, will be relevant – but it will fall to be viewed, and in truth can only be understood, in light of the answer to the question, from what kind of harm was it the defendant's duty to guard the claimant. … Novus actus interveniens, the eggshell skull, and (in the case of multiple torts) the concept of concurrent tortfeasors are all no more and no less than tools or mechanisms which the law has developed to articulate in practice the extent of any liable defendant's responsibility for the loss and damage which the claimant has suffered' (original emphasis).”

 

Επομένως, ο χρόνος έναρξης του υπολογισμού του χρόνου παραγραφής για σκοπούς διάπραξης αστικού αδικήματος  υπό τις περιστάσεις εξαρτάται από πολυσύνθετους παράγοντες που σχετίζονται με το επίπεδο γνώσης της ενάγουσας προ της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 1197/11 το 2023. Με δεδομένο την περιπλοκότητα της σειράς των γεγονότων που δυνατόν  να συνυπολογίζονται και να συναθροίζονται ώστε να δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα κρίνω ότι θα ήταν αυστηρό και άδικο να καταλήξω χωρίς δίκη στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα σκόπιμα έχει καταχωρήσει την αγωγή επειδή απέτυχε η πρώτη της αγωγή. Εάν είχε τέτοια γνώση πριν την έκδοση της απόφασης είναι εξίσου πειστικό επιχείρημα ότι θα είχε την δυνατότητα πρόσθεσης του εναγόμενου ως συναδικοπραγούντα σε εκείνη την αγωγή  χωρίς να είναι βέβαιη για την τυχόν ευθύνη του ώστε  να μην χάσει την προθεσμία. Σε κάθε περίπτωση με την διάνοιξη της οδού της δίκης ο εναγόμενος θα έχει την ευκαιρία δοκιμασίας των ισχυρισμών της ενάγουσας ως προς την ευθύνη του.

 

Διαπιστώνω ότι αποκαλύπτεται αιτία αγωγής στην απαίτηση και δεν δημιουργείται ζήτημα δικαίου που θα επέβαλλε την χορήγηση της σχετικής θεραπείας που ζητεί ο εναγόμενος με το προδικαστικό σημείο της παραγραφής. Ως εξήγησα, πιο πάνω, εντοπίζω ότι παρατίθενται κάποια γεγονότα στην έκθεση απαίτησης τα οποία συνδέουν τον εναγόμενο με τις προωθούμενες αξιώσεις της ενάγουσας.  Το κατά πόσο η αγωγή αφορά θεραπεία συνεπειών που προέκυψαν από λάθος μέχρις ότου η ενάγουσα ανακαλύψει ή μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη επιμέλεια το λάθος είναι επίδικο θέμα στην αγωγή. Η αγωγή θα πρέπει να εκδικαστεί και η προδικαστική επίλυση της αγωγής δεν ενδείκνυται. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αίτησης ήτοι το ποσό των €1.500 πλέον Φ.Π.Α. ως έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών  επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-εναγόμενου  και υπέρ της καθ’ ης η αίτηση-ενάγουσας.

 

 

(Υπ.) ………..………………………….……..

                                                                                 Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΕΠ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο