APOLLO 7886 FOUNDATION LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 940/2024, 26/5/2026
print
Τίτλος:
APOLLO 7886 FOUNDATION LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 940/2024, 26/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 940/2024

ΜΕΤΑΞΥ:

APOLLO 7886 FOUNDATION LTD

Ενάγουσας / Αιτήτριας

και

1.   ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

2.   JONATHAN BETITO

3.   ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΕΡΑΤΣΙΑΣ

4.   ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΣ

5.   ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

Εναγομένων / Καθ’ ων η Αίτηση

Ημερομηνία: 26/5/2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους / Καθ’ ων η Αίτηση: Α.Γ. Φράγκος & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτηση ημερ. 7/10/2024  για προσωρινά διατάγματα)

Α. Εισαγωγή

1.      Με την παρούσα αίτηση, η Αιτήτρια επιζητεί την οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 10/10/2024 («Μονομερές Διάταγμα») και την έκδοση των διαταγμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 7, 8 και 9 του καταχωρισμένου Προσχεδίου Διατάγματος. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ.  Michael Denis Traynor ημερ. 7/10/2024 («Ε/Δ ΜΤ»), Διευθυντή της Αιτήτριας, καθώς και από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου προσώπου ημερ. 11/12/2025 («Σ.Ε/Δ ΜΤ»). Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 («Ν.14/60»).

2.      Με το Μονομερές Διάταγμα απαγορεύτηκε στους Καθ’ ων η Αίτηση να αιτηθούν ή να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε έκτακτη ή ετήσια γενική συνέλευση της Αιτήτριας. Με τα λοιπά διατακτικά,  η Αιτήτρια, επί της ουσίας, επιχειρεί να απαγορεύσει στους Καθ’ ων η Αίτηση να προωθήσουν οποιοδήποτε ψήφισμα,  καθώς και να προβούν σε οποιαδήποτε παράσταση ή καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών, σε σχέση με την Αιτήτρια.

3.      Η παρούσα αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση ημερ. 27/11/2025 των Καθ’ ων η Αίτηση 1 – 5. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση 1 ημερ. 27/11/2025 («Κ.Α.1» και «Ε/Δ ΧΠ»), καθώς και από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 29/12/2025 («Σ.Ε/Δ ΧΠ»).  Δεν κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιοι οι δεκαπέντε λόγοι ένστασης που καταγράφηκαν. Οι  λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:

(i)      Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ούτε των Άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6).

(ii)    Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και δεν είναι δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

(iii)  Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με ‘καθαρά χέρια’ και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.

(iv)  Οι ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας είναι παράτυπες, καθότι ο ομνύων δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και δεν υπάρχει μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων από ορκωτό μεταφραστή.

(v)    Δεν πληρούται το στοιχείο του κατεπείγοντος και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.

4.      Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων, ενώ ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε.

5.      Κρίνεται απαραίτητο όπως πρωτίστως καταγραφεί περιληπτικά το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα εξετάσει τα επίδικα ζητήματα με τη σειρά που κρίνει ορθή για τις ανάγκες αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης, με ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όπου αυτό είναι χρήσιμο.

Β. Πραγματικό υπόβαθρο

Οι θέσεις της Αιτήτριας

6.      Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε με τις ένορκες δηλώσεις του κ.Traynor, η Αιτήτρια αποτελεί μη κερδοσκοπική εταιρεία, με σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτων και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των τεκτόνων του Apollo Lodge 7886. Μέχρι τον Μάιο του 2023, οι Διευθυντές της Αιτήτριας ήταν οι κ.κ. Robert William Cowin, Dan Florin Stoicescu και ο Κ.Α.1. Ο τελευταίος ήταν επίσης γραμματέας της Αιτήτριας.

7.      H Αιτήτρια είναι η μέτοχος της εταιρείας Korfi Trading Ltd, η οποία κατέχει ακίνητο στη Λεμεσό. Τα πιο πάνω φυσικά πρόσωπα κατείχαν τις ίδιες θέσεις αξιωματούχων και στην  Korfi Trading Ltd. Μοναδικός επενδυτής της Αιτήτριας και της Korfi Trading Ltd είναι ο κ. Stoicescu.

8.      Λόγω παράνομων ενεργειών του Κ.Α.1. και ειδικότερα της προσπάθειας του για απόκτηση ελέγχου της Αιτήτριας και της Korfi Trading Ltd, ο Κ.Α.1. παύθηκε από τις θέσεις που κατείχε στις δύο εταιρείες. Σχετικά ψηφίσματα, επιστολές και έντυπα αποστάλθηκαν προς τούτο τον σκοπό στον Έφορο Εταιρειών. Νέος Διευθυντής της Αιτήτριας διορίστηκε ο ομνύων.

9.       Ακολούθως, ο Κ.Α.1. καταχώρισε τις αγωγές 529/24 και 530/24 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με τις οποίες αμφισβητεί τη νομιμότητα της παύσης του από τις θέσεις του Διευθυντή και Γραμματέα που κατείχε στην Korfi Trading Ltd και στην Αιτήτρια, αντίστοιχα. Σε αυτό το πλαίσιο αιτήθηκε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα, στις 19/7/2024 ο Κ.Α.1. καταχώρισε αίτηση για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, που να απαγορεύει στην Korfi Trading Ltd και τους αξιωματούχους της να προβούν σε αποξένωση του ακινήτου που βρίσκεται εγγεγραμμένο στο όνομά της. Στις 10/6/2025 η αίτηση απορρίφθηκε.[1]

10. Με την αγωγή 530/2024 (η οποία αφορά την Αιτήτρια), ο Κ.Α.1. ενήγαγε και τους Εναγόμενους 2 – 5 της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, αυτό αποτέλεσε το έναυσμα ώστε οι υφιστάμενοι Διευθυντές της Αιτήτριας να διερευνήσουν και να αντιληφθούν ότι ο Κ.Α.1. είχε μεθοδεύσει την αντικατάσταση των νόμιμων μελών της Αιτήτριας με τους Καθ’ ων η Αίτηση 2 - 5. Επίσης, έγινε αντιληπτό ότι ο Κ.Α.1. προέβη σε τροποποίηση του καταστατικού της Αιτήτριας βάσει ‘κάλπικου’ ομόφωνου ψηφίσματος ημερ. 25/1/2023. O K.A.1., υπό την ιδιότητα του Γραμματέα της Αιτήτριας, υπέβαλε έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών, επικαλούμενος ανύπαρκτο ψήφισμα, ώστε να επιτύχει την καταχώριση του τροποποιημένου καταστατικού της Αιτήτριας στα σχετικά μητρώα.

11. Προς στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του, ο ομνύων παρουσίασε γραπτές βεβαιώσεις[2] των νομίμως διορισθέντων μελών. Με τις εν λόγω βεβαιώσεις, τα μέλη βεβαιώνουν ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν για να παραστούν σε συνέλευση με σκοπό την αλλαγή του καταστατικού της Αιτήτριας, ουδέποτε παραβρεθήκαν ή ψήφισαν σε τέτοια συνέλευση και ουδέποτε έλαβαν σχετικά πρακτικά συνελεύσεως. Με το τροποποιημένο καταστατικό, τα μέλη της Αιτήτριας μειώθηκαν από 9 σε 7. Επίσης, μέλη μπορούν πλέον να αποτελέσουν ‘οποιαδήποτε πρόσωπα’, σε αντίθεση με το αρχικό καταστατικό, βάσει του οποίου τα μέλη έπρεπε να αποτελούν προσυπογράφοντα μέλη του Apollo Lodge 7886 της Αγγλίας.

12. Επιπρόσθετα, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο ομνύων παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21/12/2022,[3] με το οποίο ο Κ.Α.1. απευθύνεται σε μέλη της Αιτήτριας και ζητεί όπως τον εξουσιοδοτήσουν να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή στο όνομα και το καταστατικό της Αιτήτριας. Με το ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα, ο Κ.Α.1. εξηγεί ότι ο λόγος για τον οποίο ζητεί εξουσιοδότηση για αυτές τις αλλαγές, είναι ώστε να διακόψει τη διασύνδεση της Αιτήτριας με το ‘Apollo Lodge’, καθότι τρίτα πρόσωπα προσπαθούν μέσω της συσχέτισης των δύο  να εκμεταλλευτούν περιουσία που ανήκει στην Αιτήτρια.

13. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, στις 21/6/2023 ο Κ.Α.1., εξασφάλισε δυνάμει των εδαφίων 1(δ),(ε) και 4 του Άρθρου 7 του περί Εταιρειών Νόμου («Κεφ.113»), Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της Αιτήτριας, βάσει της Αίτησης με αρ. 229/2023 που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.

14. Περαιτέρω, ο ομνύων παρουσίασε μητρώο μελών της Αιτήτριας,[4] το οποίο έλαβε από την πλευρά του Κ.Α.1. στο πλαίσιο της αγωγής 530/24. Σύμφωνα με το εν λόγω μητρώο, στις 25/1/2023, δηλαδή την ημέρα που έλαβε χώρα το επίδικο ‘κάλπικο’ ψήφισμα, τα μέλη ήταν τα πρόσωπα που η Αιτήτρια θεωρεί ως τα νομίμως διορισθέντα μέλη. Ωστόσο, δεν υπάρχει και συναφώς δεν έχει παρουσιαστεί ψήφισμα των εν λόγω μελών, με  το οποίο να εγκρίνεται η τροποποίηση του καταστατικού της Αιτήτριας.

15. Επίσης, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε λήφθηκε, ως προνοείται στο καταστατικό της Αιτήτριας,  ειδοποίηση 30 ημερών για την κατ’ ισχυρισμό παραίτηση των νόμιμων μελών της Αιτήτριας. Παράλληλα, τα νέα ‘παράνομα’ μέλη δεν έτυχαν έγκρισης από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας, όπως προνοείται από το καταστατικό.

16. Στις 5/9/2024  οι Διευθυντές της Αιτήτριας έλαβαν επιστολή ημερ. 2/9/2024 από τους Καθ’ ων η Αίτηση 2 – 5, με την οποία οι τελευταίοι δίδουν ειδοποίηση δυνάμει του Άρθρου 178 του Κεφ. 113 ότι, υπό την ιδιότητά τους ως μέλη που αντιπροσωπεύουν τα 4/7 του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου, έχουν πρόθεση να προτείνουν ψήφισμα για παύση των υφιστάμενων Διευθυντών της Αιτήτριας και τη συνακόλουθη αντικατάστασή τους από τον Κ.Α.1. Σε αυτή τη βάση, οι Καθ’ ων η Αίτηση αιτήθηκαν τη σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης της Αιτήτριας, ώστε να τεθεί και να ψηφιστεί το προτεινόμενο ψήφισμα.

17. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, εάν ο Κ.Α.1. προχωρήσει στην υλοποίηση των σχεδίων του, θα υφαρπάξει τον έλεγχο της Αιτήτριας και της Korfi Trading Ltd, με ανυπολόγιστες και απρόβλεπτες συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της αποξένωσης του ακινήτου που κατέχει η Korfi Trading Ltd.

Οι θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση

18. Ο Κ.Α.1. αρνείται ότι η μαρτυρία του κ. Taynor ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι ο τελευταίος είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Διατείνεται ότι ο σκοπός των αξιωματούχων της Αιτήτριας είναι να θέσουν την Αιτήτρια υπό τον πλήρη έλεγχό τους, ενώ ο ίδιος προσέφερε στην Αιτήτρια χωρίς προσωπικό όφελος όσο κανένας άλλος.

19. Αρνείται ότι η παύση του από τη θέση αξιωματούχου της Αιτήτριας ήταν αποτέλεσμα δικών του παράνομων ενεργειών. Αναφέρει ότι η άλλη πλευρά βασίστηκε σε αβάσιμες υποψίες. Ουδέποτε αρνήθηκε πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο που τηρούσε ως Γραμματέας. Αναφέρει επίσης ότι οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας είχαν πάντοτε πρόσβαση για να παρακολουθούν τους λογαριασμούς της Αιτήτριας, ενώ ο ίδιος ουδέποτε είχε δικαίωμα υπογραφής για να διενεργεί τραπεζικές πράξεις. Περαιτέρω, ο ίδιος ουδέποτε παραιτήθηκε από μέλος της Αιτήτριας.

20. Προτάσσει επίσης ότι η παύση του από αξιωματούχο της Αιτήτριας διενεργήθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας και του καταστατικού της Αιτήτριας. Δεν έλαβε χώρα σύνηθες ψήφισμα από τα μέλη της Αιτήτριας, αλλά συνάντηση Διοικητικού Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, κατά τον Κ.Α.1., η άλλη πλευρά παραπλάνησε τον Έφορο Εταιρειών, ώστε να προβεί σε αφαίρεση του Κ.Α.1 από το μητρώο αξιωματούχων της Αιτήτριας.  Για τους ίδιους λόγους αμφισβητεί και τη νομιμότητα του διορισμού του κ.Michael Denis Traynor ως Διευθυντή της Αιτήτριας.

21. Περαιτέρω, ο Κ.Α.1. αναφέρει ότι έλαβε εξουσιοδότηση από τα μέλη της Αιτήτριας, ώστε να υπογράψει για λογαριασμό τους οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με την αλλαγή του ονόματος της Αιτήτριας και την τροποποίηση του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου. Συνεπώς, κατά τον ομνύοντα, η τροποποίηση στο όνομα και στο καταστατικό έγγραφο της Αιτήτριας ήταν νόμιμη και έγινε με τη σύμφωνη γνώμη των μελών. Παρουσίασε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του Κ.Α.1. και των μελών.[5] Παρουσίασε επίσης δηλώσεις των μελών της Αιτήτριας, αναφέροντας ότι πρόκειται για γραπτές παραιτήσεις των εν λόγω προσώπων.[6] Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι διορισμοί των νέων μελών εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας.

22. Επίσης, ο Κ.Α.1. εξηγεί ότι, κατά τη δική του άποψη, με τις τροποποιήσεις στο καταστατικό της Αιτήτριας εξυπηρετείται ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας και τα συμφέροντα της Αιτήτριας και όχι τα προσωπικά συμφέροντα των μελών της. Ειδικότερα, αναφέρει ότι πριν από την τροποποίηση του καταστατικού, υπήρχε πρόβλεψη ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης της Αιτήτριας, οποιαδήποτε περιουσία θα μεταβιβαζόταν στην Ηνωμένη Μεγάλη Στοά της Αγγλίας,  ή σε οργανισμό που θα καθορίζεται από τα μέλη.[7]

23. Μετά την επίδικη τροποποίηση του καταστατικού, υπάρχει πρόβλεψη ότι «σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης της οποιαδήποτε περιουσία, θα δίνεται ή μεταβιβάζεται σε οργανισμό ή οργανισμούς που έχουν σκοπούς παρόμοιους με τους σκοπούς του Ιδρύματος και που είναι αναγνωρισμένοι ως φιλανθρωπικοί οργανισμοί...ή οργανισμός θα αποφασίζεται από τα μέλη του Ιδρύματος κατά ή πριν το χρόνο διάλυσης και αν και εφόσον τέτοια πρόνοια δεν μπορεί να εφαρμοστεί, τότε η περιουσία θα δίνεται ή μεταβιβάζεται στην Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για χρήση για σκοπούς παρόμοιους με τους σκοπούς του Ιδρύματος».[8] Συνεπώς, ο Κ.Α.1. αναφέρει ότι σε περίπτωση διάλυσης της Αιτήτριας η περιουσία θα παραμείνει στην Κύπρο για την εξυπηρέτηση των αναγκών άλλων Τεκτόνων. Κατά τον Κ.Α.1, ο σκοπός σύστασης της Αιτήτριας είναι η εξυπηρέτηση όλων των τεκτόνων της Κύπρου και όχι των τεκτόνων της Ηνωμένης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας,[9] η οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχει δική της νομική υπόσταση.

24. Περαιτέρω, ο Κ.Α.1. εκφράζει αμφιβολία ως προς το κατά πόσο οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Αιτήτριας ή των τεκτόνων του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο πλαίσιο αυτού του ισχυρισμού, αναφέρει ότι οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας επιχείρησαν να αλλάξουν το όνομα της Αιτήτριας, χωρίς να ακολουθηθούν οι νόμιμες διαδικασίες.

25. Ως προς το αίτημα των Καθ’ ων η Αίτηση για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης για αντικατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας, αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί Καθ’ ων η Αίτηση είχαν δικαίωμα να προβούν σε τέτοιο αίτημα. Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνωμοσία μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση και ότι ο ίδιος θέλει να θέσει υπό τον έλεγχό του το ακίνητο που ανήκει στην Korfi Trading Ltd. Αντιθέτως, αναφέρει ότι είναι οι Διευθυντές της Αιτήτριας που προσπαθούν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το συγκεκριμένο ακίνητο και να ενεργούν χωρίς έλεγχο, ώστε να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας σε μια ‘ομάδα ανθρώπων’ που δεν είναι αναγνωρισμένη από τον νόμο.

Γ. Νομική Πτυχή

26. Οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη. Νοείται ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα των μερών εξετάζονται στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες και το περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ανάλυση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[10]

27. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, πρέπει πρώτα να εξεταστεί το κατά πόσο  το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τις ένορκες δηλώσεις Ε/Δ ΜΤ και Σ.Ε/Δ ΜΤ που προσκόμισε η Αιτήτρια. Με τους λόγους ένστασης αμφισβητείται ότι ο ομνύων έχει γνώση των γεγονότων που αναφέρει, καθώς και ότι οι μεταφράσεις των ενόρκων δηλώσεων στην Ελληνική γλώσσα έγιναν από ορκωτό μεταφραστή.

28. Επισημαίνεται ότι δεν εντοπίζεται στη γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η Αίτηση επιχειρηματολογία επί των πιο πάνω σημείων. Συνεπώς, θεωρώ ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα έχουν εγκαταλειφθεί.[11] Για σκοπούς πληρότητας όμως, επαναλαμβάνω ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων αντεξετάστηκε, ενώ η παρούσα ενδιάμεση αίτηση δεν αποτελεί πλαίσιο για εξαγωγή ευρημάτων αξιοπιστίας των μαρτύρων. Με τη Σ/Ε.Δ ΜΤ, ο ομνύων εξηγεί ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, καθότι, υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της Αιτήτριας, λαμβάνει πλήρη ενημέρωση για τα εταιρικά αρχεία, τα δικαστικά δρώμενα, τους αξιωματούχους και τα μέλη της Αιτήτριας. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία του ομνύοντος στερείται υποβάθρου.

29. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης ότι οι ένορκες δηλώσεις  του ομνύοντος δεν έχουν μεταφραστεί από ορκωτό μεταφραστή, από τον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η μετάφραση των δύο ενόρκων δηλώσεων από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα έγινε από δικηγόρο, η οποία συνεργάζεται με τη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η μεταφράστρια ορκίστηκε ότι γνωρίζει άπταιστα την Αγγλική γλώσσα, χωρίς όμως να αναφέρει ότι είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ορκωτών μεταφραστών.

30. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του Άρθρου 14 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου του 2019 (45(I)/2019):

«δικηγόρος ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο δύναται να διενεργεί μεταφράσεις οι οποίες αφορούν μόνο υποθέσεις που χειρίζεται ο ίδιος ή το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται και οι εν λόγω μεταφράσεις δύναται κατ’ εξαίρεση να γίνονται αποδεκτές ως πιστοποιημένες μεταφράσεις από τα δικαστήρια και τις αρχές της Δημοκρατίας, εφόσον συνοδεύονται από ένορκο δήλωση, στην οποία αναφέρεται ο εξαιρετικός λόγος για τον οποίο διενεργείται η συγκεκριμένη σε κάθε περίπτωση μετάφραση».

31. Εν προκειμένω, η δικηγόρος και μεταφράστρια δεν έχει επικαλεστεί οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο προέβη η ίδια στη μετάφραση. Ωστόσο, η Αγγλική γλώσσα είναι κατανοητή από το Δικαστήριο, ενώ είναι σύνηθες στην Κυπριακή νομολογία να γίνεται παραπομπή σε αυθεντίες, βιβλιογραφία ή ακόμα και τεκμήρια που συντάχθηκαν στην Αγγλική γλώσσα. Οι Ε/Δ ΜΤ και Σ.Ε/Δ ΜΤ αποτελούν επίσης δεκτή μαρτυρία βάσει του Άρθρου 5 του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (67/1988), ως έχει τροποποιηθεί. Βάσει αυτού του συλλογισμού, δεν θα αγνοήσω το περιεχόμενο δεκτής και κατανοητής μαρτυρίας. Αντίθετη θα ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου εάν η μετάφραση είχε διενεργηθεί από γλώσσα που δεν είναι αντιληπτή από το Δικαστήριο.

Το στοιχείο του ‘κατεπείγοντος’

32. Η παροχή προσωρινής θεραπείας εδράζεται στις τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, αλλά και στις αρχές της επιείκειας. Το στοιχείο του ‘κατεπείγοντος’ επανεξετάζεται όμως κατά προτεραιότητα,[12] καθότι αποτελεί τον δικαιοδοτικό όρο για οριστικοποίηση του Μονομερούς Διατάγματος.[13]

33. Το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει προσδιοριστεί ως «ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί».[14] Μόνο όπου αντικειμενικά καθίσταται αδύνατη η γνωστοποίηση του αιτήματος στην άλλη πλευρά μπορεί να δικαιολογηθεί η χορήγηση θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς.[15] Η αδράνεια του Αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο μόλις λάβει γνώση για τα κρίσιμα γεγονότα εξουδετερώνει το στοιχείο του κατεπείγοντος.[16]

34. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Αιτήτριας συνδέει  το στοιχείο του κατεπείγοντος με την επιστολή ημερομηνίας 2/9/2024, η οποία επιδόθηκε στις 5/9/2024.[17] Όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, με τη συγκεκριμένη επιστολή οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως μέλη που αντιπροσωπεύουν τα 4/7 του συνόλου δικαιωμάτων  ψήφου, αιτούνται τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της Αιτήτριας, με σκοπό να τεθεί και να ψηφιστεί η αντικατάσταση των υφιστάμενων Διευθυντών της Αιτήτριας με τον  Κ.Α.1.

35. Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Αιτήτρια, εάν οι Καθ΄ ων η Αίτηση προχωρήσουν με την υλοποίηση των προθέσεών τους, θα υφαρπάξουν τον έλεγχο της Αιτήτριας, κάτι το οποίο θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 7/10/2024, δηλαδή περί τον ένα μήνα μετά την επίδοση της ρηθείσας επιστολής.

36. Περαιτέρω, με την Ε/Δ ΜΤ εξηγείται ότι η Αιτήτρια δεν είχε λόγο να αποταθεί στο Δικαστήριο πριν από την λήψη της ρηθείσας επιστολής, διότι ο Κ.Α.1. είχε ήδη παυθεί από τη θέση του Διευθυντή. Επίσης, ο Κ.Α.1. είχε ήδη καταχωρίσει τις αγωγές  529/24 και 530/24 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με τις οποίες αμφισβήτησε την παύση του. Συνεπώς, η Αιτήτρια θεωρούσε δεδομένο ότι δεν τίθετο ζήτημα επαναφοράς του Κ.Α.1 στη θέση του Διευθυντή χωρίς απόφαση Δικαστηρίου, εφόσον ο ίδιος κατέστησε το ζήτημα επίδικο.

37. Αντίθετη είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση. Ειδικότερα, αρνούνται ότι προκύπτει το στοιχείο του κατεπείγοντος, εφόσον μετά την αποστολή της επιστολής ημερ. 2/9/2024 για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης δεν έλαβαν κανένα άλλο διάβημα για πραγματοποίηση της συνέλευσης.[18] Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αναφερόμενη επιστολή αφορά την Αιτήτρια και όχι την Korfi Trading Ltd, η οποία κατέχει την ακίνητη περιουσία. Έτσι, δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του ακινήτου, εφόσον η Korfi Trading Ltd έχει διαφορετικούς αξιωματούχους από την Αιτήτρια.

38. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, κρίνω ότι πληρούται το στοιχείο του κατεπείγοντος. Με την επιστολή ημερ. 2/9/2024, οι Καθ’ ων η Αίτηση ουσιαστικά εξέφρασαν για πρώτη φορά την πρόθεση να ανατρέψουν τον έλεγχο της Αιτήτριας, εφόσον ρητά ανέφεραν ότι ο λόγος που αιτούνται έκτακτη γενική συνέλευση είναι για να ψηφίσουν τον διορισμό του Κ.Α.1. στη θέση του Διευθυντή, προς αντικατάσταση των υφιστάμενων Διευθυντών. Με την ίδια επιστολή, οι Καθ’ ων η Αίτηση ανέφεραν ότι αποτελούν πλειοψηφία των μελών της Αιτήτριας και επικαλέστηκαν τα Άρθρα 126 και 178 του Κεφ. 113.

39. Δυνάμει του εδαφίου 3 του Άρθρου 126 του Κεφ. 113, τυχόν άρνηση των υφιστάμενων Διευθυντών για σύγκληση γενικής συνέλευσης εντός 21 ημερών από το αίτημα για σύγκληση γενικής συνέλευσης, θα έδιδε στους Καθ’ ων η Αίτηση το δικαίωμα να συγκαλέσουν οι ίδιοι τη συνέλευση και συνακόλουθα να προχωρήσουν στο σκοπούμενο ψήφισμα. Παράλληλα, η θέση που προέβαλε μονομερώς η Αιτήτρια ήταν  ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση διορίστηκαν παράνομα ως μέλη της Αιτήτριας.

40. Υπό αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα διεκδίκησης της ενδιάμεσης θεραπείας με ειδοποίηση προς τους Καθ’ ων η Αίτηση. Εάν η Αιτήτρια έδιδε ειδοποίηση της παρούσας αίτησης στους Καθ’ ων η Αίτηση, ο χρόνος που θα μεσολαβούσε για εκδίκαση της αίτησης θα έδιδε την ευκαιρία στους Καθ’ ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε σύγκληση γενικής συνέλευσης και, ως εξέφρασαν πρόθεση, να επιχειρήσουν την αντικατάσταση των Διευθυντών της Αιτήτριας με τον Κ.Α.1. Τοιουτοτρόπως, ο έλεγχος της Αιτήτριας θα περνούσε στον Κ.Α.1. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε περί τον ένα μήνα μετά την επίδοση της επιστολής ημερ.2/9/24 για σύγκληση γενικής συνέλευσης. Ο χρόνος αντίδρασης της Αιτήτριας δεν είναι αδικαιολόγητος, εφόσον αποτάθηκε στο Δικαστήριο σύντομα μετά την παραλαβή της επιστολής.

Πλήρης Αποκάλυψη

41.   Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει, είναι κατά πόσο η Αιτήτρια αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα κατά το μονομερές στάδιο. H Αιτήτρια φέρει το καθήκον πλήρους αποκάλυψης, εφόσον το Δικαστήριο εξέδωσε μέρος των αιτούμενων διαταγμάτων στην απουσία της άλλης πλευράς.[19]

42.   Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, «διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας».[20] Η υποχρέωση αποκάλυψης «εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου».[21] Η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση, εφόσον και η αθώα μη αποκάλυψη θεωρείται είδος εξαπάτησης.[22] Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο τα μη αποκαλυφθέντα γεγονότα ήταν ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.[23]

43.   Το κατά πόσο μη αποκαλυφθέν γεγονός θεωρείται ουσιώδες, ώστε να παραβιάζει την αρχή της πλήρους αποκάλυψης, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, βάσει των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης.[24] Κατά γενικό κανόνα, μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος οδηγεί σε ακύρωση του μονομερώς χορηγηθέντος διατάγματος, ώστε ο Αιτητής να αποστερηθεί το όφελος που αποκόμισε. Πρόκειται για το «μοναδικό κόστος ή ‘τιμωρία’» που μπορεί να επιβληθεί.[25]

44.   Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εναπόκειται στον Αιτητή να αποφασίσει κατά πόσο ένα γεγονός είναι ουσιώδες για την υπόθεση. Συνεπώς, δεν αποτελεί δικαιολογία για τον Αιτητή να επικαλεστεί ότι ειλικρινά θεωρούσε άσχετο το γεγονός. Ούτε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο εάν το γεγονός είχε αποκαλυφθεί. Πρέπει να αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με το Δικαστικό έργο στάθμισης των επίδικων ζητημάτων (weighing operation), προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο θα χορηγηθεί θεραπεία, ακόμα και εάν αυτά τα γεγονότα είναι δυσμενή για τον αιτητή.[26]

45.   Τα βασικά κριτήρια ως προς το κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης και των συνακόλουθων συνεπειών της παραβίασης, συνοψίστηκαν στην Brinks-Mat Ltd v Elcombe and others [1988] 3 AII ER ως ακολούθως:

«(i) The duty of the applicant is to make 'a full and fair disclosure of all the material facts…

(ii) The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made; materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers…

(iii) The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v Nikpour [1985) FSR 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.

(iv) The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (a) the nature of the case which the applicant is making when he makes the application, (b) the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: see, for example, the examination by Scott J of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc v Robinson [1986] 3 All E R 338, [1987] Ch 38, and (c) the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries: see Bank Mellat v Nikpour (1985) FSR 8 7 at 92-93 per Slade LJ.

(v) If material non-disclosure is established the court will be 'astute to ensure that a plaintiff who obtains... an ex parte injunction without full disclosure is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty..'…

(vi) Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.

(vii) Finally it is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded'»

46.   Στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποκαλύψει ότι οι κ.κ. Russel Paul Moren, John Spencer Greenwood, Alan William Cook Robert, Williams Cowin και Gary Robert Thomas, παραιτήθηκαν από τη θέση Διευθυντή της Αιτήτριας και ενημέρωσαν τον Κ.Α.1. ότι δεν επιθυμούσαν να έχουν σχέση με την Αιτήτρια είτε ως σύμβουλοι, είτε ως μέλη. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ο Κ.Α.1 παρουσίασε δέσμη με γραπτές παραιτήσεις των διαφόρων προσώπων.

47.   Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια παράβηκε το καθήκον πλήρους αποκάλυψης, εφόσον απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι όλα τα μέλη της Αιτήτριας είχαν συγκατατεθεί, με εξουσιοδοτήσεις προς τον Καθ’ ου η Αίτηση 1, στην τροποποίηση του ονόματος και του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου της Αιτήριας. O Κ.Α.1. παρουσίασε δέσμη αποτελούμενη από ‘συγκαταθέσεις και εξουσιοδοτήσεις’.[27]

48.   Θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα μη αποκάλυψης της κατ’ ισχυρισμό παραίτησης των μελών της Αιτήτριας. Η υπόθεση που μονομερώς παρουσίασε η Αιτήτρια αφορούσε παράνομη αφαίρεση των νόμιμων μελών της Αιτήτριας. Οι γραπτές παραιτήσεις που επισυνάφθηκαν στην Ε/Δ ΧΠ[28] αναφέρονται σε εθελούσια παραίτηση των υπογραφόντων από τη θέση Διευθυντή. Δεν γίνεται λόγος για  αποχώρηση από το σώμα των μελών της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, οι γραπτές παραιτήσεις των συγκεκριμένων προσώπων δεν κρίνονται ουσιώδεις για την υπόθεση.

49.   Όσον αφορά τη θέση του Κ.Α.1. ότι έλαβε ενημέρωση από τα ίδια πρόσωπα πως δεν επιθυμούσαν να έχουν σχέση με την Αιτήτρια ούτε ως μέλη, πρόκειται για ισχυρισμό που βασίζεται αμιγώς σε προφορική και αμφισβητούμενη μαρτυρία.[29] Το ενδιάμεσο στάδιο της παρούσας αίτησης δεν προσφέρεται για εξαγωγή ευρήματος, ως προς το κατά πόσο ο Κ.Α.1. όντως έλαβε τέτοια ενημέρωση. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια, μέσω του Διοικητικού της Συμβουλίου, δεν αναμένετο να γνωρίζει τι ενημέρωση είχε λάβει προσωπικά ο Κ.Α.1, ώστε να προβεί σε αντίστοιχη αποκάλυψη. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν έχει παραβεί το καθήκον πλήρους αποκάλυψης σε σχέση αυτό το ζήτημα.

50.    Στρέφομαι να εξετάσω το ζήτημα μη αποκάλυψης των ρηθέντων εξουσιοδοτήσεων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια αποδίδει στον Κ.Α.1. δόλο, παραθέτοντας λεπτομέρειες ως προς την κατάρτιση ψευδούς ψηφίσματος ημερ. 25/1/2023, με το οποίο πέτυχε την τροποποίηση του νόμιμου καταστατικού εγγράφου.

51.    Σύμφωνα με την Ε/Δ ΜΤ, επί της οποίας βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το Μονομερές Διάταγμα, ο ομνύων ανέφερε τα ακόλουθα:

«Άνευ της γνώσης των Εναγόντων αλλά και όλων των μελών των Εναγόντων και βεβαίως των διευθυντών αυτών, με ειδικό ψήφισμα που υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 1 στις 25/01/23 όλα τα μέλη φέρονταν να αποφάσισαν, με γραπτή απόφαση, τροποποίηση του ιδρυτικού και καταστατικού των Εναγόντων. Σημειώνω ότι το όνομα APOLLO LODGE No. 7886 Limited είναι το προηγούμενο όνομα των Εναγόντων. Το φερόμενο αυτό ειδικό ψήφισμα στο σημείο αυτό μου παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 7. Επαναλαμβάνω ουδείς εκ των τότε νομίμως διορισθέντων μελών αλλά και των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή είχε γνώση του ψηφίσματος αυτού και ουδείς εκ των νομίμων μελών, υπέγραψε οποιαδήποτε απόφαση ή συγκατατέθηκε στο ψήφισμα αυτό.»

52.    Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια ένορκη δήλωση, κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου ψηφίσματος, τα μέλη της Αιτήτριας απαρτίζονταν από τον Κ.Α.1. και τους κ.κ. Robert William Cowin, Dan Florin Stoicescu, Robert Sidney Humphries, Russel Paul Moren, John Spencer Greenwood, Terence Homer, Alan William Cook και Gary Robert Thomas. Προς τεκμηρίωση των θέσεων του, ο ομνύων προσκόμισε δέσμη με βεβαιώσεις ημερομηνίας 9 και 10 Σεπτεμβρίου 2024 από όλα τα τότε μέλη της Αιτήτριας, εκτός από τον Κ.Α.1. και τον αποβιώσαντα κ. Terence Homer.[30]

53.    Με τις εν λόγω βεβαιώσεις, τα μέλη βεβαιώνουν ότι ουδέποτε έλαβαν ειδοποίηση από τον Κ.Α.1. για να παρευρεθούν και ουδέποτε παρευρέθηκαν σε οποιαδήποτε συνέλευση εντός του 2023, για συζήτηση και ψήφιση των τροποποιήσεων στο καταστατικό της Αιτήτριας, ούτε έλαβαν πρακτικά της εν λόγω συνέλευσης. Επίσης, βεβαιώνουν ότι ουδέποτε ψήφισαν για να διοριστούν οι Καθ’ ων η Αίτηση 2 – 5 ως μέλη της Αιτήτριας.

54.    Στην αντίπερα όχθη, η δέσμη εγγράφων που ο Κ.Α.1. παρουσίασε ως εξουσιοδοτήσεις περιλαμβάνει ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 21ης και 22ης Δεκεμβρίου 2022, τα οποία φαίνεται να απευθύνονται προς τον Κ.Α.1. Τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα παρουσιάζουν ως αποστολείς πρόσωπα με τα ονόματα που η Αιτήτρια προσδιόρισε ως ανήκοντα στα ‘νόμιμα΄ μέλη της, πλην του κ. Dan Florin Stoicescu. Οι αποστολείς αναφέρουν είτε ότι αποδέχονται τις ‘προτεινόμενες’ τροποποιήσεις στο καταστατικό, είτε ότι εξουσιοδοτούν τον Κ.Α.1. να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο για την τροποποίηση του καταστατικού της Αιτήτριας. Στη δέσμη δεν εντοπίζεται αντίστοιχο ηλεκτρονικό μήνυμα από τον κ. Stoicescu. Ωστόσο, εντοπίζεται έγγραφο που φαίνεται να υπογράφεται μόνο από τον κ. Stoicescu, το οποίο αναφέρει ότι αποτελεί ειδικό ψήφισμα ημερομηνίας 8/12/2022 για τροποποίηση του ιδρυτικού εγγράφου της Αιτήτριας.

55.    Προς απάντηση του Κ.Α.1., η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία ο ενόρκως δηλών σχολιάζει τη συγκεκριμένη δέσμη εγγράφων. Ειδικότερα, με τη Σ.Ε/Δ ΜΤ, αναφέρεται ότι παρά τις συνολικά τρείς εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες, ο Κ.Α.1. εξακολουθεί να μην έχει παρουσιάσει αυτούσια την ‘ομόφωνη γραπτή απόφαση’ ημερομηνίας 25/1/2023 με την οποία τροποποιήθηκε το καταστατικό. Επίσης, αναφέρεται ότι η ‘δέσμη εξουσιοδοτήσεων’ αφορά, βάσει του περιεχομένου της, την αλλαγή της επωνυμίας της Αιτήτριας και όχι την  έκταση της τροποποίησης που εν τέλει εφαρμόστηκε στο καταστατικό. Περαιτέρω, τονίζεται ότι οι εξουσιοδοτήσεις δεν είναι ημερομηνίας 25/1/2023, ήτοι η ημερομηνία του επίδικου ειδικού ψηφίσματος. Ο ομνύων ισχυρίζεται ακόμα ότι, ακόμα και εάν ισχύει η εκδοχή του Κ.Α.1., οι εξουσιοδοτήσεις προέρχονται μόνο από μέρος των μελών.

56.    Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια παρουσίασε με τη Σ.Ε/Δ ΜΤ ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 21/12/2022 από τον Καθ’ ου η Αίτηση 1 προς τα μέλη της Αιτήτριας,[31] το οποίο φαίνεται να προηγήθηκε χρονικά των εξουσιοδοτήσεων που αποστάλθηκαν στον Κ.Α.1.

57.    Με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, o K.A.1. αναφέρει ότι γίνεται προσπάθεια από τρίτο πρόσωπο να ‘βάλει χέρι’ σε περιουσία (put a hand on property that does not belong to him). Αναφέρει επίσης ότι για να σταματήσει αυτή τη συνεχή προσπάθεια, σκέφτηκε να τροποποιήσει το καταστατικό και το όνομα της Αιτήτριας. Προς τούτο τον σκοπό, ζήτησε όπως τα μέλη του αποστείλουν συγκεκριμένο λεκτικό που να τον εξουσιοδοτεί να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο σχετίζεται με την αλλαγή του ονόματος και την τροποποίηση του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου της Αιτήτριας.

58.    Όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσιάστηκαν από τον Κ.Α.1. ως εξουσιοδοτήσεις, απεστάλησαν είτε την ίδια ημέρα είτε εντός μερικών ημερών μετά τον χρόνο αποστολής του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 21/12/2022 από τον Κ.Α.1. Επομένως, από το περιεχόμενο και τον χρόνο αποστολής του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 21/12/2022, προκύπτει ότι οι εξουσιοδοτήσεις που έλαβε ο Κ.Α.1. ήταν προς απάντηση της έκκλησής του για εξουσιοδότηση.

59.    Από το σύνολο της μαρτυρίας, δεν προκύπτει άρνηση από πλευράς Αιτήτριας ότι τα μέλη απέστειλαν τις εν λόγω εξουσιοδοτήσεις στον Κ.Α.1., ούτε ότι η ύπαρξη των εν λόγω εξουσιοδοτήσεων ήταν σε γνώση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Αντιθέτως, η Αιτήτρια είχε στην κατοχή της και παρουσίασε στο επιστρεπτέο στάδιο της διαδικασίας το αρχικό ηλεκτρονικό μήνυμα του Κ.Α.1, με το οποίο ο τελευταίος ζήτησε να εξουσιοδοτηθεί.

60.    Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Αιτήτρια προσκόμισε, κατά το μονομερές στάδιο, βεβαιώσεις των φερόμενων ‘νόμιμων μελών της, με τις οποίες τα εν λόγω μέλη διαβεβαίωσαν ότι δεν συμμετείχαν σε συνέλευση με σκοπό την τροποποίηση του καταστατικού, ευλόγως θα μπορούσε να είχε ενημερωθεί από τα ίδια πρόσωπα ότι αυτά είχαν προηγουμένως παραχωρήσει εξουσιοδοτήσεις στον Κ.Α.1. για την τροποποίηση του καταστατικού και του ιδρυτικού εγγράφου, καθώς και για την αλλαγή της επωνυμίας της Αιτήτριας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions (7th Ed, Sweet & Maxwell) παρ.9-004:

«The applicant has a duty to make sure as far as he can that the full story is before the court; this includes asking witnesses to produce all the relevant documents which they have, so as to ensure that the court is not misled. The excuse has been offered that the applicant had forgotten the relevant matters, which have been proved. There is a strong policy that the applicant must act with scrupulous fairness, and accepting such an excuse would tend to undermine that policy. That excuse should normally be rejected on the ground that the applicant has a duty of reasonable enquiry, has not carried out reasonable investigations and failed to alert the court to this, or on the ground that the applicant has failed to make clear on the ex parte application the possibilities of mis-recollection or non-recollection, or the possible weaknesses in the evidence relied on in the application.»

61.    Βάσει των πιο πάνω, κρίνω ότι η παροχή εξουσιοδοτήσεων από τα αναφερόμενα μέλη της Αιτήτριας προς τον Κ.Α.1. για τροποποίηση του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου, καθώς και του ονόματος της Αιτήτριας, αποτελεί μη αποκαλυφθέν γεγονός, το οποίο η Αιτήτρια ήταν ευλόγως σε θέση να παρουσιάσει κατά το μονομερές στάδιο της διαδικασίας.

62.    Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η παροχή εξουσιοδοτήσεων προς τον Κ.Α.1. αποτελεί ουσιώδες γεγονός στο πλαίσιο του καθήκοντος της Αιτήτριας για πλήρη αποκάλυψη. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί και η μαρτυρία που προσκομίστηκε αποδίδουν δόλο στον Κ.Α.1. O δόλος δεν μπορεί να οριστεί εξαντλητικά,[32] καθότι δεν συναρτάται μόνο με την τέλεση μιας πράξης, αλλά και με τον τρόπο διεκπεραίωσής της. Αποτελεί πολυσχιδή έννοια που, βάσει του κοινοδικαίου, περιλαμβάνει εξαπάτηση και πρόκληση ζημιάς, ενώ, βάσει του δικαίου της επιείκειας, μπορεί να προκύψει από ανεντιμότητα ή παράβαση καθήκοντος.[33]

63.    Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μαρία Ιακώβου v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2004) 1 ΑΑΔ 992, «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα…Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Σύμφωνα με την Αγγλική απόφαση Earl of Chesterfield v Janssen (1751) 2 Ves Sen 125, ο δόλος μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές και προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης, όπως, για παράδειγμα, την εγγενή φύση μιας συναλλαγής.[34]

64.    Σύμφωνα με το σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions (ανωτέρω), παρ. 9-006, ο Αιτητής οφείλει σε μονομερή αίτηση να συνοψίσει όλα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν από την άλλη πλευρά ως ουσιαστική υπεράσπιση έναντι της βάσης αγωγής επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση. Το καθήκον καλύπτει κάθε υπεράσπιση που η απούσα πλευρά αναμένεται να παρουσιάσει, νοουμένου ότι η υπεράσπιση είναι συζητήσιμη και δεν είναι εκ προοιμίου απορριπτέα ως άνευ ουσίας. Θεωρώ ιδιαίτερα διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα:

« It is of the utmost importance that the applicant carefully considers the nature of the cause of action and the facts on which it is based before formulating the application. Facts relevant to the strength or weakness of the case on the merits should be put before the court. A thorough check should be made to ensure that all defences actually raised by the defendant are identified and fairly summarized in the affidavit. Furthermore, on the hearing of the without-notice application it is the duty of counsel to ensure that defences and evidence in support of them are specifically drawn to the attention of the judge. Merely mentioning the existence of such material without showing it to the judge may in itself be misleading, or give the case a different flavour. Counsel has a personal duty to the court to ensure that the judge sees all the relevant material… The applicant must identify any defences, which, although not yet taken, would have been available to be taken by the defendant had he been present at the application, provided that: (1) the defence is one which can reasonably be expected to be raised in due course by the defendant or is an arguable defence; (2) the defence is not one which can be dismissed as without substance or importance (e.g. an argument based on a misconceived interpretation of a statutory provision). An applicant does not have a duty to disclose points against him which have not been raised by the other side and in respect of which there is no reason to anticipate that the other side would raise such points if it were present and represented. This is simply an aspect of the applicant’s duty to give a fair account of the case for and against the defendant, identifying the crucial points for and against the granting of the application.»

65.    Με την Ε/Δ ΜΤ, η Αιτήτρια παρουσίασε την εικόνα ότι ο Κ.Α.1., χωρίς κανένα έρεισμα και προειδοποίηση, προέβη σε σημαντικές τροποποιήσεις του καταστατικού της Αιτήτριας, ώστε να εισαγάγει τους μηχανισμούς που θα του επέτρεπαν να  λάβει τον έλεγχο της Αιτήτριας και των συναφών περιουσιακών στοιχείων.  Ήταν ρητή η αναφορά στην Ε/Δ ΜΤ ότι «ουδείς εκ των νομίμων μελών, υπέγραψε οποιαδήποτε απόφαση ή συγκατατέθηκε στο ψήφισμα αυτό». Ωστόσο, περί τον ένα μήνα πριν από το επίδικο ψήφισμα, τα μέλη της Αιτήτριας είχαν εξουσιοδοτήσει τον Κ.Α.1 να προβεί είτε σε ‘προτεινόμενες τροποποιήσεις’, είτε να υπογράψει ‘οποιαδήποτε έγγραφα’ που σχετίζονται με αλλαγές στο όνομα, καθώς και στο ιδρυτικό και καταστατικό έγγραφο της Αιτήτριας.

66.    Το ερώτημα που απασχολεί σε αυτό το στάδιο δεν είναι κατά πόσο οι παρεχόμενες εξουσιοδοτήσεις όντως αποτελούν αποτελεσματική και πλήρη υπεράσπιση για τον Κ.Α.1. Αυτό αποτελεί ζήτημα που άπτεται της τελικής απόφασης στην αγωγή. Το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας είναι κατά πόσο οι εξουσιοδοτήσεις επαρκούσαν για να εγείρουν συζητήσιμη και προβλεπτή υπεράσπιση, η οποία δεν αποκαλύφθηκε. Για τους πιο κάτω λόγους, η απάντηση είναι κατά  την κρίση μου καταφατική.

67.    Πρόκειται για ευρείες εξουσιοδοτήσεις προς τον Κ.Α.1., οι οποίες επιτρέπουν στον Κ.Α.1. να ενεργήσει εκ μέρους των μελών της Αιτήτριας με σκοπό την τροποποίηση του καταστατικού. Αυτό το γεγονός δίδει μια εντελώς διαφορετική χροιά στο κατά πόσο ο Κ.Α.1. συμπεριφέρθηκε δόλια, δηλαδή με ανεντιμότητα, κάτι που μεταβάλλει ουσιωδώς την εικόνα που παρουσιάστηκε κατά το μονομερές στάδιο. Και τούτο γιατί, με την Ε/Δ ΜΤ δόθηκε η εντύπωση  ότι ο Κ.Α1. ενήργησε αιφνιδιαστικά και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή εμπλοκή των μελών.

68.    Τα όσα προβλήθηκαν απαντητικά από την Αιτήτρια με τη Σ.Ε/Δ ΜΤ, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού μηνύματος του Κ.Α.1 ημερομηνίας 21/12/2022, επίσης καταδεικνύουν ότι ο Κ.Α.1. επιχείρησε εξ αρχής να εξουσιοδοτηθεί, ώστε να επιτύχει τροποποίηση του καταστατικού της Αιτήτριας. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα, θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο. Μόνο έτσι θα  παρουσιαζόταν με δίκαιο τρόπο η υπόθεση.

69.    Με δεδομένη την κατάληξη ότι η Αιτήτρια ήταν ευλόγως σε θέση να παρουσιάσει μη αποκαλυφθέντα γεγονότα, τα οποία θεωρώ ότι θα επηρέαζαν ουσιωδώς την κρίση του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης του Μονομερούς Διατάγματος, συμπεραίνω ότι η Αιτήτρια παραβίασε την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης. Ως εκ τούτου, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και των λοιπών λόγων ένστασης.[35] Το Μονομερές Διάταγμα ακυρώνεται, ενώ τα συναφή και εναπομείναντα αιτητικά της παρούσας αίτησης απορρίπτονται.

70.    Όσον αφορά τα έξοδα, σύμφωνα με τον Κ.7 του Μ.39, «το δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των 6 ωρών και σε τέτοια περίπτωση η διαταγή θα καλύπτει τα έξοδα της αίτησης». Βάσει του Κ.9 του Μ.39, αποτελεί καθήκον των διαδίκων να υποβοηθούν το Δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων, καταχωρώντας κατάλογο εξόδων δύο ημέρες πριν από την ακρόαση. Παράλειψη συμμόρφωσης, χωρίς εύλογη αιτία, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο όταν αυτό αποφασίζει το ζήτημα των εξόδων.

71.    Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταχωριστεί κατάλογος εξόδων από καμία πλευρά. Επίσης, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε ‘εύλογη αιτία’ ως προς τούτη την παράλειψη. Βάσει του Κ.2(στ) του Μ.1, το Δικαστήριο εφαρμόζει τον πρωταρχικό σκοπό λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την επιβολή συμμόρφωσης με τους κανονισμούς.

72.    Συνεπώς, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το ½, ένεκα της παράλειψης συμμόρφωσης με τον Κ.9 του Μ.39.

Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 



[1] Τεκμήριο 2 Σ.Ε/Δ ΜΤ

[2] Τεκμήριο 7Α Ε/Δ ΜΤ

[3] Τεκμήριο 1 Σ.Ε/Δ ΜΤ

[4] Τεκμήριο 11 Ε/Δ ΜΤ

[5] Τεκμήριο 3 Ε/Δ ΧΠ

[6] Τεκμήριο 4 Ε/Δ ΧΠ

[7] Ε/Δ ΧΠ παρ. 17(β)

[8] Ε/Δ ΧΠ παρ. 18

[9] Σ.Ε/Δ ΧΠ παρ. 6.

[10] Νίκος Οδυσσέα v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[11] Μητσοπούλου v Themis Portfolio Management Holdings Ltd Π.E60/2018 ημερ. 9/2/2024: «Αν η εφεσείουσα είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το Δικαστήριο έσφαλλε και ότι στην πραγματικότητα αυτή η υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε και θα έπρεπε ως εκ τούτου η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος να παραμεριστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όφειλε, όχι μόνον να θέσει το θέμα στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε, αλλά πολύ περισσότερο, να παραθέσει την επί τούτου νομική επιχειρηματολογία κατά την τελική της αγόρευση. Η δε παράλειψη της να το πράξει, όπως πολύ ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της αιτούμενης θεραπείας» βλ. επίσης Σε ότι αφορά ττην εταιρεία First Ukranian Development Limited Αρ. Εταιρείας 6/08,  ημερ. 10/12/2023 «Αν και ο έκτος λόγος ένστασης, ο οποίος άπτεται της ορθότητας της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης, δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ’ ου η αίτηση και, επομένως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκε, σημειώνεται ότι υπό το φως των πιο πάνω θεσμών προκύπτει ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ορθή»

[12] Αμβροσιάδου v Coward (2013) 1 AAΔ 78: «Ούτε αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται και έπειτα αν συνέτρεχε το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφ' όσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών εκείνων προϋποθέσεων.»

[13] Aspis Liberty Life Insurance public Co ltd v Σιακατίδου (2014) 1 ΑΑΔ 637: «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου… Eίναι πλέον παγιωμένο ότι μόνο εκεί όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο αδύνατη μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση ώστε να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά…Έχει επικριθεί επανειλημμένως από το Εφετείο το οποίο είχε κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής, χωρίς εκείνο τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για να καταδειχθεί αν πράγματι το ζήτημα είναι επείγον έτσι «που να παραγνωρίζεται θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου, τακτική μάλιστα που απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως,» (Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Το κατεπείγον  ως δικαιοδοτικός όρος μπορεί να κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί και πρωτοδίκως και εγείρεται κατ' έφεση (Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, 1462). Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους.»

[14] Χατζηβασιλείου v White Knight Holdings Ltd (2004) 1 AAΔ 203

[15] Ibid.

[16] Rapp v Sinden Π.Ε. 191/2014 ημ.20/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:A106: «Η καθυστέρηση μπορεί να έχει καταλυτική σημασία και να ανατρέπει το στοιχείο του κατεπείγοντος που συνιστά δικαιοδοτικό όρο στην περίπτωση που το διάταγμα ζητείται με μονομερή αίτηση ή να αναδεικνύει πως το ζήτημα κατάληξε να είναι επείγον ως αποτέλεσμα αυτής της ιδίας της καθυστέρησης.»

[17] Τεκμήριο 12 και παρ. 25 τη Ε/Δ ΜΤ.

[18] Ε/Δ ΧΠ παρ. 30.

[19] Investar SPC Ltd v Investar Investments Ltd Π.Ε. 50/21 ημερ. 15/2/2024.

[20] Demstar ltd v Zim Israel (1996) 1 ΑΑΔ 597

[21] Commerzbank v Adeona Holdings Ltd (2015) 1 ΑΑΔ 386

[22] ibid

[23] Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου (1998) 1 ΑΑΔ 598

[24] Adeona Holdings Ltd (ανωτέρω)

[25] Ibid.

[26] Gee on Commercial Injunctions (7th Ed, Sweet & Maxwell) παρ. 9-003: «The duty extends to placing before the court all matters which are relevant to the court’s assessment of the application, and it is no answer to a complaint of non-disclosure that if the relevant matters had been placed before the court, the decision would have been the same. The test as to materiality is an objective one, and it is not for the applicant or his advisers to decide the question; hence it is no excuse for the applicant subsequently to say that he was genuinely unaware, or did not believe, that the facts were relevant or important. All matters which are relevant to the “weighing operation” that the court has to make in deciding whether or not to grant the order must be disclosed. This includes disclosure to the court of matters which are or may be adverse to the applicant… Materiality depends in every case on the nature of the application and the matters relevant to be known by the judge when hearing that application»

[27] Τεκμήριο 3 Ε/Δ ΧΠ.

[28] Τεκμήριο 4 Ε/Δ ΧΠ.

[29] Σ.Ε/Δ ΜΤ παρ.13(ε).

[30] Τεκμήριο 7Α Ε/Δ ΜΤ.

[31] Τεκμήριο 1 Σ.Ε.Δ ΜΤ.

[32] Halsbury's Laws of England, Equitable Jurisdiction (Volume 47 (2021), Nature of Fraud, παρ.13: The court has never ventured to lay down, as a general proposition, what constitutes fraud, although the Fraud Act 2006 has now specified what constitutes the crime of fraud. Actual fraud arises from acts and circumstances of imposition. It usually takes either the form of a statement of what is false or a suppression of what is true. The withholding of information is not in general fraudulent unless there is a special duty to disclose it.»

[33] Paul MacGrath QC, Commercial Fraud in Civil Practice (2nd ed, Oxford University Press), παρ.1.07, 1.08 και 1.09: «Fraud is notoriously difficult to define. That is because it is not in itself an activity. X does not do fraud. It cannot be equated with buying or selling as an activity and yet it may form part of any such activity. It is effectively not an activity as such but the manner in which an activity is performed. It tells us how someone went about an activity. The most obvious consequence to fow from this observation is that fraud potentially pervades most commercial activity and as such is a diverse subject of study…There is, in fact, more than one concept of what amounts to fraud. Each concept differs depending on the context in which it is used. In the common law, fraud carries with it the connotation of deception or deceit leading to causation of loss. The focus of any inquiry at common law is usually on a representation or statement having been made which has deceived and was intended to deceive the claimant and has thereby caused him loss. Such an attitude is seen in the treatment of claims in deceit. It is also evident in the close scrutiny afforded claims such as conspiracy to defraud. Equity has never been so constrained in its idea of fraud. Whereas the common law demands the representation and the dishonest or deceitful conduct, Equity is free from such limitations and constraints. Indeed, when exercising its exclusive jurisdiction, Equity can characterize as fraud conduct which, whilst amounting to a breach of fiduciary duty, may otherwise be considered honest or bona fides conduct.»

[34] Earl of Chesterfield v Janssen (1751) 2 Ves Sen 125: « This court has an undoubted jurisdiction to relieve against every species of fraud. 1. Then fraud, which is dolus malus, may be actual, arising from facts and circumstances of imposition; which is the plainest case. 2. It may be apparent from the intrinsic nature and subject of the bargain itself; such as no man in his senses and not under delusion would make on the one hand, and as no honest and fair man would accept on the other; which are unequitable and unconscientious bargains; and of such even the common law has taken notice: for which, if it would not look a little ludicrous might be cited 1 Lev. 111. James v. Morgan. A 3d kind of fraud is, which may be presumed from the circumstances and condition of the parties contracting; and this goes farther than the rule of law; which is, that it must be proved, not presumed: but it is wisely established in this court to prevent taking surreptitious advantage of the weakness or necessity of another: which knowingly to do is equally against conscience as to take advantage of his ignorance; a person is equally unable to judge for himself in one as the other. A 4th kind of fraud may be collected or inferred in the consideration of this court from the nature and circumstances of the transaction, as being an imposition and deceit on the other persons not parties to the fraudulent agreement. It may sound odd, that an agreement may be infected by being a deceit on others not parties: but such there are, against such there has been relief.»

[35] Δήμος Πάφου v Βοσκού (2001) 1 ΑΑΔ 1168: «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξπάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης… Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να παρατηρήσουμε πως υπάρχουν ερωτηματικά αν ο αιτητής απέδειξε μία από τις προϋποθέσεις αυτές, που έθεσε η Odysseos, για ορατή προοπτική επιτυχίας της αγωγής, αν εντρυφήσει κανείς πιο προσεκτικά στο περιεχόμενο των σχετικών συμφωνιών.  Όμως η παρατήρηση μας αυτή ας μην επηρεάσει την εξέταση της ουσίας. Είμαστε ικανοποιημένοι ότι υπήρξε παραβίαση εκ μέρους του εφεσιβλήτου του θεμελιακού κανόνα για πλήρη αποκάλυψη.  Γιαυτό και ακυρώνουμε το απαγορευτικό διάταγμα όπως και το διάταγμα εξόδων εναντίον του Δήμου.» βλ. επίσης Alpha Panareti Public Limited v Alpha Bank Cyprus Ltd Αρ. Αγωγής 1702/21 ημερ. 28/3/2022, αναφέρθηκε από τον Π.Ε.Δ. Παναγιώτου (ως ήταν τότε): «Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι οι αιτητές δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών στοιχείων της υπόθεσης κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων στην αίτηση ημ. 12.10.21. Ως εκ τούτου τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 14.10.21 στα πλαίσια της εν λόγω μονομερούς αίτησης, ακυρώνονται χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση τους.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο