CLOUD RIDERS LIMITED ν. V.S. 4 BUY AND SELL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1109/2024, 7/5/2026
print
Τίτλος:
CLOUD RIDERS LIMITED ν. V.S. 4 BUY AND SELL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1109/2024, 7/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1109/2024

ΜΕΤΑΞΥ:

CLOUD RIDERS LIMITED (HE 144292)

Εναγόντων / Αιτητών

και

1.    V.S. 4 BUY AND SELL LTD (HE 434545)

2.    ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ ΣΠΥΡΟΥ

Εναγομένων / Καθ’ ων η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 7/5/2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Νίκος Παπαθεοχάρους για Ν.Παπαθεοχάρους & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους / Καθ’ ων η Αίτηση: κα. Κυριακή Δημητρίου για Giorgos Landas LLC

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτηση δια κλήσεως ημερ. 19/11/2024  για προσωρινά διατάγματα)

Α. Εισαγωγή

1.    Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές επιζητούν την έκδοση επτά ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ειδικότερα,  ζητούν διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στις Καθ’ ων η Αίτηση τη χρήση της επωνυμίας και/ή του σήματος «4BUYANDSELL» και/ή «BUYSELL», στη βάση παραβίασης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού. Ζητείται επίσης διάταγμα απόδοσης λογαριασμού. Λεπτομερέστερη αναφορά στο λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων γίνεται κατωτέρω. Η νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το Άρθρο 32 του του περί Δικαστηρίων Νόμου («Ν.14/60»). Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Νικηφόρου («Ε/Δ ΦΝ»), υπαλλήλου των Αιτητών.

2.    Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση ημερ. 31/12/2024, με την οποία προτάσσουν 30 λόγους για απόρριψη της αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η Αίτηση 2, Διευθύντριας της Καθ’ ης η Αίτηση 1 («Ε/Δ Κ.Α.2»). Δεν κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης. Επί της ουσίας, οι Καθ’ ων η Αίτηση αμφισβητούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί («Ν.14/60»). Τα περαιτέρω ζητήματα που εγείρονται με τους λόγους ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 

(i)    Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 αποτελεί λανθασμένο διάδικο.

(ii)  Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και η μαρτυρία των Αιτητών γενική και ασαφής.

(iii) Η αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(iv) Δεν πληρούται το στοιχείο του κατεπείγοντος, οι Αιτητές δεν προσέρχονται με ‘καθαρά χέρια’, είναι κακόπιστοι και δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα γεγονότα.

(v)  Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν γέρνει υπέρ των Αιτητών, τα αιτούμενα διατάγματα ανατρέπουν το status quo και δεν είναι δίκαιο ούτε πρόσφορο να αποδοθούν οι θεραπείες.

(vi) Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ταυτόσημες με την αγωγή.

(vii)  Οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν κατοχυρώσει τις λέξεις που χρησιμοποιούν ως εμπορικό σήμα και διεξάγουν νόμιμα κτηματομεσιτικές εργασίες ως εδραιωμένη κτηματομεσιτική εταιρεία, ενώ το σήμα των Καθ’ ων η Αίτηση είναι ουσιωδώς διαφορετικό από το σήμα των Αιτητών.

(viii)  Οι λέξεις «buy», «sell» και «real estate» αποτελούν περιγραφικούς όρους και δεν αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία των Αιτητών.

(ix) Οι Αιτητές έχουν δείξει ανοχή σε άλλες εταιρείες που χρησιμοποιούν τις επίμαχες λέξεις στην ονομασία τους.

3.    Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων, ενώ ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε.

4.    Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε αρχικά στις 20/9/2024 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ακολούθως, στις 4/11/2024 η αγωγή και κατ’ επέκταση η παρούσα αίτηση παραπέμφθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ως το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο.

5.    Κρίνεται απαραίτητο όπως πρωτίστως καταγραφεί περιληπτικά το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε με τις ένορκες δηλώσεις. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα εξετάσει τα επίδικα ζητήματα με τη σειρά που κρίνει ορθή για τις ανάγκες αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης, με ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου αυτό είναι αναγκαίο.

Β. Πραγματικό υπόβαθρο

Οι θέσεις των Αιτητών

6.    Σύμφωνα με την Ε/Δ ΦΝ, οι Αιτητές αποτελούν εταιρεία που δραστηριοποιείται κυρίως στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2003. Οι δραστηριότητές τους περιλαμβάνουν διαδικτυακή αγοραλογία, καθώς και ανάπτυξη τεχνολογιών και ψηφιακών λύσεων, οι οποίες χρησιμοποιούνται από επαγγελματίες του κλάδου των ακινήτων για τη διευκόλυνση και τον εξορθολογισμό διαδικασιών όπως η πώληση, η αγορά, η ανάπτυξη και οι επενδύσεις σε ακίνητα.

7.    Η κύρια πηγή των εισοδημάτων των Αιτητών προκύπτει από την αδειοδότηση για τη χρήση των προϊόντων και των υπηρεσιών που παρέχουν. Περαιτέρω, οι Αιτητές δραστηριοποιούνται και είναι γνωστοί μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας BuySellCyprus.com, με περισσότερους από 460.000 εγγεγραμμένους χρήστες και περισσότερες από 27.900 πωλήσεις ακινήτων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ιστοσελίδα των Αιτητών δέχεται περί τις 18.600.000 επισκέψεις το χρόνο.

8.    Οι Αιτητές έχουν εγγράψει στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το εμπορικό σήμα «BUYSELL REAL ESTATE» με αριθμό 004038832 στις κλάσεις 35, 36 και 38. Περαιτέρω, καταβάλλουν €600.000 το χρόνο σε τρίτη εταιρεία για σκοπούς προώθησης του εμπορικού σήματος.

9.    Οι Αιτητές ενημερώθηκαν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1, με Διευθύντρια την Καθ’ ης η Αίτηση 2, διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο στη Λεμεσό, το οποίο διαφημίζεται και δραστηριοποιείται υπό την επωνυμία «4BUYANDSELL». Ο ομνύων παρουσίασε στιγμιότυπα από την ιστοσελίδα της Καθ’ ης η Αίτηση 1, τα οποία παρουσιάζουν τη χρήση της εν λόγω επωνυμίας τόσο στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας όσο και στην όψη του κτηρίου της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Τα μέρη αντάλλαξαν προδικαστηριακές επιστολές μέσω των δικηγόρων τους, χωρίς όμως να επιλυθεί η παρούσα διαφορά.

10. Περαιτέρω, ο ομνύων εξηγεί ότι ο κ. Αντρέας Τίλλευ, υπεύθυνος της εταιρείας διαχείρισης της διαδικτυακής πλατφόρμας των Αιτητών, είχε επαφή σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις με κτηματομεσίτες, οι οποίοι εξέφρασαν σύγχυση ως προς το κατά πόσο η Καθ’ ης η Αίτηση 1 σχετίζεται με τους Αιτητές. Ο ομνύων επισύναψε στην Ε/Δ ΦΝ δεύτερη ένορκη δήλωση του πιο πάνω υπεύθυνου της εταιρείας διαχείρισης, στην οποία καταγράφονται με λεπτομέρεια τα συγκεκριμένα γεγονότα.

11. Επιπλέον, ο ομνύων εξήγησε ότι οι Αιτητές έλαβαν νόμιμα από τρίτη εταιρεία τα δικαιώματα του εμπορικού σήματος που χρησιμοποιούν. Ακολούθως δραστηριοποιήθηκαν στον τομέα ανάπτυξης τεχνολογιών προώθησης ακινήτων στην Κύπρο και εδραιώθηκαν στον κτηματομεσιτικό τομέα, μέσω του εμπορικού σήματος «BUYSELL REAL ESTATE».

12. Τέλος, εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση εκμεταλλεύονται αθέμιτα, δόλια και δια ψευδών παραστάσεων το σήμα και την επωνυμία «4BUYANDSELL», με απώτερο σκοπό την εκμετάλλευση του εμπορικού σήματος, της εμπορικής εύνοιας και της πελατείας των Αιτητών.

Οι θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση

13. Με την Ε/Δ Κ.Α.2, η ομνύουσα αναφέρει ότι η μαρτυρία των Αιτητών αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Ισχυρίζεται ότι κακώς ενάγεται προσωπικά και δεν υπάρχει λόγος για να εκδοθούν διατάγματα εναντίον της. Επιβεβαιώνει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 αποτελεί Κυπριακή εταιρεία που ασχολείται με αγοραπωλησίες ακινήτων και κτηματομεσιτικές εργασίες στην επαρχία Λεμεσού.  Κατά την ομνύουσα, η Καθ’ ης η Αίτηση 1 δραστηριοποιείται τα τελευταία 2 χρόνια, με μεγάλη επιτυχία.

14. Περαιτέρω, αναφέρει ότι έχει εγγραφεί στο όνομα της Καθ’ ης η Αίτηση 1 στο Τμήμα Εμπορικών Σημάτων του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη το εμπορικό σήμα «4 Buy & Sell Real Estate moving forward together» με αριθμό 93279, υπό την τάξη 36, η οποία αφορά κτηματομεσιτικές υπηρεσίες. Σημειώνει ότι η προθεσμία για υποβολή ένστασης στην αίτηση για εγγραφή του εμπορικού σήματος παρήλθε άπρακτη, με αποτέλεσμα οι θέσεις των Αιτητών να αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις.

15. Επίσης, η ομνύουσα αναφέρει ότι αποτελεί εγγεγραμμένη κτηματομεσίτρια και ασκεί τις δραστηριότητές της τα τελευταία 6 χρόνια για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση 1, ενώ για περίπου 20 χρόνια είχε εργαστεί ως βοηθός κτηματομεσίτη. Τόσο η ίδια όσο και η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έχουν αποκτήσει εξαιρετική φήμη και έχουν πωλήσει επιτυχώς πληθώρα ακινήτων, ένεκα της ποιότητας και της αριστείας που επιδεικνύουν. Το καταναλωτικό κοινό τη γνωρίζει και την εμπιστεύεται για τις αγοραπωλησίες ακινήτων. Απεναντίας, οι Αιτητές δεν είναι κάτοχοι άδειας κτηματομεσίτη, ώστε να δικαιούνται να χρησιμοποιούν το δικό τους σήμα για να παρέχουν κτηματομεσιτικές υπηρεσίες.

16. Ακόμη, αρνείται ότι προκύπτει σύγχυση του καταναλωτικού κοινού. Αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν διατηρούν φυσικό γραφείο εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά περιορίζονται σε ηλεκτρονική πλατφόρμα με διαφορετικό κύκλο εργασιών, εφόσον δεν παρέχουν κτηματομεσιτικές εργασίες, αλλά διαφημιστικές υπηρεσίες. Αναφέρει ότι οι πελάτες δεν προσεγγίζουν την Καθ’ ης η Αίτηση 1 και την ίδια θεωρώντας ότι υπάρχει συσχέτιση με τους Αιτητές. Ουδέποτε εξυπηρέτησε πελάτη που τελούσε υπό την εντύπωση ότι συναλλάσσεται με συνεργάτη των Αιτητών.

17. Ισχυρίζεται ότι εάν οι Αιτητές έχουν όντως πωλήσει ακίνητα, στην απουσία σχετικής κτηματομεσιτικής άδειας οι πωλήσεις έγιναν παράνομα. Σχολιάζει επίσης ότι τα τεκμήρια που προσκόμισαν οι Αιτητές για να αποδείξουν τα ποσά που επένδυσαν για προώθηση του εμπορικού τους σήματος, αφορούν έξοδα σε τρίτες χώρες. Ως αποτέλεσμα, η ομνύουσα συμπεραίνει πως το καταναλωτικό κοινό που γίνεται δέκτης της προώθησης του εμπορικού σήματος των Αιτητών βρίσκεται εκτός της επαρχίας Λεμεσού, όπου δραστηριοποιείται η Καθ’ ης η Αίτηση 1.

18. Όσον αφορά τη συσχέτιση του σήματος των Αιτητών με το σήμα της Καθ’ ης η Αίτηση 1, παραθέτει τις διαφορές που εντοπίζει σε χρώματα, γραμματοσειρά και λέξεις. Προσθέτει ότι δεν διαπράττεται αστικό αδίκημα με τη χρήση ορολογιών που είναι περιγραφικές. Επισυνάπτει αποτελέσματα του Εφόρου Εταιρειών, ώστε να καταδείξει ότι υπάρχουν 7 εταιρείες που εμπεριέχουν στην επωνυμία τους τις λέξεις «Buy Sell», ενώ υπάρχουν περισσότερα από 200 αποτελέσματα για νομικά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τις λέξεις ‘Real Estate’ στην επωνυμία τους. Περαιτέρω, διευκρινίζει ότι τα τεκμήρια των Αιτητών παρουσιάζουν παλαιές φωτογραφίες του κτιρίου της Καθ’ ης η Αίτηση 1, εφόσον λήφθηκαν σε περίοδο που δεν είχε παραληφθεί η πινακίδα για να προστεθεί η φράση «moving forward together» στον τοίχο της Καθ’ ης η Αίτηση 1, η οποία σήμερα έχει τοποθετηθεί. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της, επισυνάπτει φωτογραφίες που παρουσιάζουν επικολλημένο σε τοίχο ολόκληρο το σήμα «4 BUY & SELL REAL ESTATE moving forward together».

19. Σε σχέση με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32  του Ν.14/60, αναφέρεται στη νομική συμβουλή που έλαβε σε σχέση με εκάστη προϋπόθεση. Σημειώνει ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 είναι αφερέγγυα και ότι σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων, η Καθ’ ης η Αίτηση 1 θα υποστεί μεγάλο πλήγμα στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η έκδοση των διαταγμάτων θα εκμηδένιζε την προσπάθεια των Καθ’ ων η Αίτηση και θα τους έθετε εκτός αγοράς. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα αίτηση με ιδιαίτερη καθυστέρηση, εφόσον η Καθ’ ης η Αίτηση 1 δραστηριοποιείται για περισσότερα από 2 χρόνια. Συναφώς, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, θα διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση.

Γ. Νομική Πτυχή

20. Οι συνήγοροι παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη. Νοείται ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα των μερών εξετάζονται στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες και το περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ανάλυση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επιπλέον, όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.[2]

21. Η παροχή προσωρινής θεραπείας εδράζεται στις τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, αλλά και στις αρχές της επιείκειας. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω τα ζητήματα με τη σειρά.

1η προϋπόθεση

22.  Ως προς το κατά πόσο οι Αιτητές παρουσίασαν ‘σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση’, ως η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, «είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση».[3] Με την Έκθεση Απαίτησης οι Αιτητές δικογραφούν πως έχουν εγγράψει προς αποκλειστική εκμετάλλευση στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της ΕΕ το εμπορικό σήμα «Buysell Real Estate». Περαιτέρω, δικογραφείται ότι το εμπορικό σήμα είναι ευρέως γνωστό και αναγνωρίσιμο στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ οι Αιτητές έχουν δραστηριοποιηθεί εκτεταμένα μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας buysellcyprus.com.

23. Αποτελεί περαιτέρω δικογραφημένος ισχυρισμός των Αιτητών ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση με τη χρήση του σήματος «4BUYANDSELL» προκαλούν σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και δόλια εκμεταλλεύονται το εμπορικό σήμα των Αιτητών. Αναφέρεται ακόμη ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση με αυτή τη συμπεριφορά έχουν απώτερο σκοπό την αύξηση του πελατολογίου τους, καθώς και την εκμετάλλευση της εμπορικής εύνοιας των Αιτητών. Αξιώνονται απαγορευτικά διατάγματα που να απαγορεύουν, επί της ουσίας, τη χρήση της επωνυμίας «4ΒUYANSELL», καθώς και γενικές αποζημιώσεις για αθέμιτο ανταγωνισμό.

24. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο από το σύνολο της Έκθεσης Απαίτησης ότι προωθούνται αγώγιμα δικαιώματα περί παράβασης εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος και  αθέμιτου ανταγωνισμού. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από το να προκύπτει μέσα από το δικόγραφο αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο στην Κυπριακή έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι οι Αιτητές ικανοποίησαν την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32.

2η προϋπόθεση

25. Ως προς το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποδείξει πιθανότητα να δικαιούνται θεραπεία, ως η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, το φράγμα απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Το μόνο που χρειάζεται να καταδειχθεί είναι ‘σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων’, που να ξεπερνούν την απλή δυνατότητα επιτυχίας,[4] αλλά να είναι κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.[5] Η πιθανότητα επιτυχίας στηρίζεται στη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της αίτησης.[6] Παρά το χαμηλό φράγμα απόδειξης, απαιτείται η παράθεση επαρκών λεπτομερειών, καθότι οι γενικές και συμπερασματικές αναφορές δεν επαρκούν από μόνες τους για να ικανοποιήσουν την προϋπόθεση.[7]

26. Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στο νομολογικά καθορισμένο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης για παροχή προσωρινής θεραπείας. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας πραγματεύεται με φειδώ τη μαρτυρία, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής και χωρίς να καθορίζει οποιαδήποτε αμφισβητούμενα γεγονότα.[8] Η παράθεση ευρημάτων αποτελεί έργο που άπτεται της έκδοσης τελικής απόφασης στην αγωγή, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας.

27. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν προσκομίσει επαρκή μαρτυρία, ώστε να καταδείξουν πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τα αγώγιμα δικαιώματα που προκύπτουν από τη δικογραφία, ήτοι την παραβίαση σήματος της ΕΕ και τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Παραβίαση σήματος της ΕΕ

28. Όσον αφορά την παραβίαση σήματος της ΕΕ, οι Αιτητές παρουσίασαν ως Τεκμήριο 9 της Ε/Δ ΦΝ πιστοποιητικό εγγραφής του εμπορικού σήματος «BUYSELL REAL ESTATE» στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το εν λόγω πιστοποιητικό προκύπτει ότι το σήμα καταχωρίστηκε στις 18/12/2007 με αριθμό εγγραφής 004038832 και καλύπτει δραστηριότητες που εμπίπτουν στις κλάσεις 35, 36 και 38. Ο αναγραφόμενος Αιτητής της εγγραφής είναι η εταιρεία Nikiforos Technologies Ltd, από την οποία οι Αιτητές απέκτησαν το εμπορικό σήμα στις 11/11/2015.[9]

29. Το Ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο προκύπτει από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2017 για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΕΚ 2017/1001»). Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του ΕΚ 2017/1001, το σήμα της ΕΕ έχει ενιαίο χαρακτήρα και παράγει αποτελέσματα σε όλη την ΕΕ.

30. Με την εγγραφή του σήματος ΕΕ, παρέχονται στον δικαιούχο αποκλειστικά δικαιώματα επ’ αυτού. Βάσει του Άρθρου 9 του ΕΚ 2017/1001, ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές για προϊόντα ή υπηρεσίες οποιοδήποτε σημείο, μεταξύ άλλων, όταν:

«α) το σημείο είναι ταυτόσημο με το σήμα της ΕΕ και χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ή προϊόντα που ταυτίζονται με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ·

β) το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα της ΕΕ και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται ή ομοιάζουν με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ, εάν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού· στον κίνδυνο σύγχυσης περιλαμβάνεται ο κίνδυνος συσχέτισης του σημείου και του σήματος·

γ) το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα της ΕΕ, ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται, ομοιάζουν ή δεν ομοιάζουν με προϊόντα ή υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ, εφόσον το εν λόγω σήμα χαίρει φήμης στην Ένωση και η χρησιμοποίηση του σημείου χωρίς εύλογη αιτία θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος της ΕΕ ή θα ήταν επιζήμια για τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού.»

31. Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του ΕΚ 2017/1001, τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα της ΕΕ αντιτάσσονται κατά τρίτων από την ημερομηνία δημοσίευσης της εγγραφής (registration) του σήματος. Παράλληλα, δυνάμει του Άρθρου 52 του ΕΚ 2017/1001, η εγγραφή του σήματος διαρκεί επί μια δεκαετία από την καταχώριση της αίτησης για εγγραφή, με δικαίωμα ανανέωσης.

32. Εν προκειμένω, το Τεκμήριο 9 που οι Αιτητές παρουσίασαν ως πιστοποιητικό εγγραφής, περιλαμβάνει έγγραφο με τίτλο «EUTM file information» και απεικονίζει πληροφορίες που αφορούν το εγγεγραμμένο σήμα. Ειδικότερα, αναφέρεται η ημερομηνία 10/9/2004 ως η ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης εγγραφής, ενώ η ημερομηνία 18/12/2007 παρουσιάζεται ως η ημερομηνία εγγραφής του εμπορικού σήματος. Ωστόσο, αναφέρεται ότι το εμπορικό σήμα φέρει ημερομηνία λήξης  (expiry date) τις 10/9/2024. Η Ε/Δ ΦΝ φέρει ημερ. 18/9/2024.

33. Δυνάμει του Άρθρου 53 του ΕΚ 2017/1001 η εγγραφή σήματος της ΕΕ δύναται να ανανεωθεί με αίτηση του δικαιούχου, που υποβάλλεται εντός εξαμήνου πριν από τη λήξη της ισχύος του σήματος. Το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενημερώνει τον δικαιούχο του σήματος για τη λήξη ισχύος της εγγραφής, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την επέλευση της λήξης.

34. Εντούτοις, στην Ε/Δ ΦΝ δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ως προς το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν προβεί σε διαδικασία ανανέωσης του σήματος στο οποίο βασίζονται. Το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να προβεί σε εικασία για να καλύψει αυτό το κενό στη μαρτυρία των Αιτητών. Η Ε/Δ ΦΝ καταχωρίστηκε κάποιες μέρες μετά την ημερομηνία λήξης του επίδικου εμπορικού σήματος. Συνεπώς, η μόνη διαθέσιμη εικόνα που εύλογα θα μπορούσε να αποκομίσει το Δικαστήριο, είναι ότι οι Αιτητές στηρίζονται σε εμπορικό σήμα η ισχύς του οποίου δεν έχει ανανεωθεί. Τούτων λεχθέντων, κρίνω ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που φέρουν για να καταδείξουν σοβαρές ενδείξεις επιτυχίας, όσον αφορά το ζήτημα παράβασης σήματος της ΕΕ.

35. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι η πιο πάνω διαπίστωση περιορίζεται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης και βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την τελική έκβαση της αγωγής. Παραμένει άγνωστο σε αυτό το στάδιο το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν προβεί σε επιτυχή διαβήματα για ανανέωση του εμπορικού σήματος, χωρίς αυτό να εξυπακούει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής εμποδίζονται από το να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία για την τυχόν ανανεωμένη ισχύ της εγγραφής.

Αθέμιτος Ανταγωνισμός

36. Το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού έχει κωδικοποιηθεί κατά μη εξαντλητικό τρόπο[10] με το Άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (ΚΕΦ.148).[11]

37. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Volume 97A, 2021) παρ. 614, ο αθέμιτος ανταγωνισμός εξετάζεται με αναφορά σε ένα κλασικό τρίπτυχο κριτήριο (classic trinity).[12] Ο Ενάγων πρέπει να καταδείξει, πρώτον, ότι τα αγαθά ή οι υπηρεσίες του έχουν αποκτήσει εμπορική εύνοια (goodwill) στην αγορά και είναι γνωστά λόγω κάποιου διακριτού ονόματος, σημείου ή άλλου στοιχείου. Δεύτερον, ότι ο Εναγόμενος προέβη σε ψευδή παράσταση, ανεξάρτητα εάν αυτό έγινε σκόπιμα, η οποία οδηγεί ή πιθανών να οδηγήσει το καταναλωτικό κοινό να πιστέψει ότι τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που προσφέρει ο Εναγόμενος προέρχονται από τον Ενάγοντα. Δηλαδή, να προκαλείται σύγχυση. Τρίτον, ότι ο Ενάγων υπέστη ή είναι πιθανόν να υποστεί ζημιά ως αποτέλεσμα της σύγχυσης που προκλήθηκε από την ψευδή παράσταση του Εναγομένου. Η Κυπριακή νομολογία έχει υιοθετήσει αυτές τις προϋποθέσεις.[13]

38. Όσον αφορά τη διαπίστωση ύπαρξης εμπορικής εύνοιας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο τα χαρακτηριστικά του προϊόντος ή της υπηρεσίας του Ενάγοντα είναι γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, σε βαθμό που είναι διακριτά και συνυφασμένα με την επιχείρηση του Ενάγοντα.[14] «Η εμπορική εύνοια συνθέτει το πλεονέκτημα του καλού ονόματος και φήμης που συνδέεται με μια επιχείρηση και συναπαρτίζει, κατ' ουσίαν, δυναμική που προκαλεί έθιμο, συνιστώντας τοιουτοτρόπως παράγοντα που διακρίνει μεταξύ μιας παλαιάς και πετυχημένης επιχείρησης και μιας καινούργιας επιχείρησης που μόλις ξεκινά».[15] Με άλλα λόγια, η εμπορική εύνοια αποτελεί τη σύνδεση του καταναλωτικού κοινού με μια επιχείρηση, η οποία μπορεί να προκύπτει από διάφορες περιστάσεις όπως η φήμη περί ποιότητας και ονόματος.[16]

39. Ως προς τη μαρτυρία που μπορεί να αποδείξει ύπαρξη εμπορικής εύνοιας, ο Ενάγων μπορεί να παρουσιάσει μαρτυρία περί των διαφημιστικών ή των εμπορικών δραστηριοτήτων του, καθώς και τα αποτελέσματα επιστημονικής δημοσκόπησης ως προς την αντίδραση του κοινού.[17] Ωστόσο, το κύριο ζήτημα που ο Ενάγων καλείται να αποδείξει δεν είναι το χρηματικό ποσό που ξόδεψε για προώθηση και διαφήμιση της επιχείρησης, αλλά  το τι έπραξε για να καταστήσει διακριτά και αναγνωρίσιμα τα στοιχεία του προϊόντος ή της υπηρεσίας.[18]

40. Σε σχέση με το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης που απαιτείται για στοιχειοθέτηση αθέμιτου ανταγωνισμού, η κλασική περίπτωση αφορά την πρόκληση σύγχυσης ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του Εναγόμενου προέρχονται από τον Ενάγοντα. Ειδικότερη αναφορά στην περίπτωση όπου η προκληθείσα σύγχυση αφορά υπηρεσίες γίνεται στην παράγραφο 627 των τόμων Halsbury's Laws of England (Volume 97A, 2021) παρ. 614:

« The same principles as apply to goods apply to misrepresentations relating to businesses or services, so that the misrepresentation may be that the defendant's business is the business of the claimant, or is a branch or department or subsidiary company of the claimant, or that the defendant is authorised to act as agent for the claimant or is a member of, or has some special relationship with, the claimant, such as that of authorised dealer.»

41. Θεωρώ επίσης ιδιαίτερα διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την CTO Public Company Ltd  κ.α. v ΒΑΤ (Cyprus) Limited (2012) 1 A.A.Δ. 178:

«Η ψευδής παράσταση είναι ζήτημα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται από το ίδιο το δικαστήριο. Η απόδειξη δόλιας προθέσεως εκ μέρους του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση δεν είναι απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται, όπως επίσης δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι κατώτερης ποιότητος από εκείνα του ενάγοντα-αιτητή (Δέστε:  Kerley, ανωτέρω, παραγ. 14-18 έως παραγ. 14-36). Εκείνο για το οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι στοχευμένη και γίνεται με σκοπό να παρουσιάσει τα δικά του προϊόντα ως προϊόντα του ενάγοντα-αιτητή ή τουλάχιστον να προκαλέσει σύγχυση σε πιθανούς πελάτες ή αγοραστές ότι τα προϊόντα του έχουν κάποια σχέση με τα προϊόντα του ενάγοντα….»

42. Ο τρόπος που μπορεί να λάβει χώρα η ψευδής παράσταση δεν έχει καθοριστεί εξαντλητικά. Ως αναφέρθηκε στο πιο πάνω απόσπασμα της  CTO Public, η ψευδής παράσταση αποτελεί πραγματικό ζήτημα. Μεταξύ άλλων,[19] μπορεί να προκύψει είτε με ρητή δήλωση, είτε εξυπακουόμενα με τη χρήση του σήματος του Εναγομένου. Επίσης, ψευδής παράσταση μπορεί να προέλθει από το σχήμα, το χρώμα ή τη συσκευασία προϊόντων, ή ακόμα και μέσω της διακόσμησης του χώρου της επιχείρησης του Εναγομένου.

43. Το κατά πόσο η ψευδής παράσταση προκαλεί ή είναι ικανή να προκαλέσει σύγχυση εξετάζεται σε συνάρτηση με όλα τα γεγονότα. Το Δικαστήριο υπέχει ρόλο κριτή του βαθμού ομοιότητας, που προκύπτει από τη συνολική εντύπωση που αφήνουν τα υπό σύγκριση στοιχεία.[20] Βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο προκαλείται σύγχυση στον μέσο καταναλωτή με τον οποίο συναλλάσσεται ο Ενάγων.[21] Η απομίμηση δεν χρειάζεται να είναι απόλυτη.[22] Παράγοντες που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει πιθανή σύγχυση καταγράφονται στην παράγραφο 636 των τόμων Halsbury's Laws of England (Volume 97A, 2021), ως ακολούθως:

«(a)     the nature and extent of the reputation relied upon;

(b)     the closeness or otherwise of the respective fields of activity in which the claimant and the defendant carry on business;

(c)     the similarity of the mark, name etc used by the defendant to that of the claimant;

(d)     the manner in which the defendant makes use of the name, mark etc complained of and collateral factors; and

(e)     the manner in which the particular trade is carried on, the class of persons who it is alleged is likely to be deceived and all other surrounding circumstances»

 

44. Ως προς το είδος της ζημιάς που μπορεί να προκληθεί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ο Ενάγων ενδέχεται να υποστεί απώλεια κέρδους, όπου ο Εναγόμενος παρέχει ανταγωνιστικά προϊόντα ή υπηρεσίες και το καταναλωτικό κοινό συγχέει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του Ενάγοντα με εκείνα του Εναγομένου. Η ζημιά μπορεί να προκύψει ακόμα και εάν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του Εναγομένου δεν είναι κατώτερης ποιότητας από εκείνα του Ενάγοντα, παρόλο που εάν αυτά είναι κατώτερης ποιότητας, ο Ενάγων μπορεί να υποστεί ακόμα μεγαλύτερη ζημιά στη φήμη των αγαθών ή των υπηρεσιών του.

45. Σε περίπτωση που ο Ενάγων και ο Εναγόμενος δεν ανταγωνίζονται απευθείας στην ίδια αγορά, ο Ενάγων και πάλι ενδέχεται να υποστεί ζημιά ένεκα της προκληθείσας σύγχυσης, αναλόγως των περιστάσεων. Για παράδειγμα, η δραστηριότητα του Εναγόμενου μπορεί να οδηγήσει σε διάβρωση του διακριτικού χαρακτήρα της επωνυμίας του Ενάγοντα.[23] Καθοριστικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο Ενάγων μπορεί να αποδείξει υπαρκτό κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς στην επιχείρησή του (tangible risk), ως αποτέλεσμα της οικειοποίησης της φήμης  του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο.[24]

46. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές απέδειξαν πιθανότητα επιτυχίας για στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του αθέμιτου ανταγωνισμού, πάντα εντός των περιορισμένων στεγανών της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32.

47. Ως προς το ζήτημα ύπαρξης εμπορικής εύνοιας, σημειώνω εξαρχής ότι ο αθέμιτος ανταγωνισμός δεν βασίζεται στην εγγραφή του προαναφερόμενου σήματος της ΕΕ των Αιτητών, αλλά στο κατά πόσο οι Αιτητές έχουν εδραιώσει τη φήμη των υπηρεσιών τους βάσει κάποιας διακριτής επωνυμίας ή άλλου στοιχείου.

48. Από την Ε/Δ ΦΝ προκύπτει ότι οι Αιτητές εκκίνησαν τις δραστηριότητες τους το 2003. Σήμερα δραστηριοποιούνται σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας «buysellcyprus.com». Όπως αναφέρθηκε, οι δραστηριότητες των Αιτητών καλύπτουν τη διαδικτυακή αγοραλογία και ανάπτυξη τεχνολογιών διαδικτύου και ψηφιακών λύσεων, που χρησιμοποιούνται από επαγγελματίες στον τομέα των ακινήτων για τη διευκόλυνση και τον εξορθολογισμό διαδικασιών όπως η πώληση, η αγορά και η ανάπτυξη ακινήτων.

49.  Υπάρχουν περισσότεροι από 460.000 εγγεγραμμένοι χρήστες στα μητρώα της πλατφόρμας και έχουν πωληθεί περισσότερα από 27.900 ακίνητα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ιστοσελίδα των Αιτητών δέχεται περί τις 18.600.000 επισκέψεις το χρόνο. Οι Αιτητές απέκτησαν τα δικαιώματα του εμπορικού σήματος «BuySell Real Estate» από το 2015, το οποίο αποτελεί το σήμα κατατεθέν των Αιτητών. Μέσω του σήματος εδραιώθηκαν στον τομέα ανάπτυξης τεχνολογιών προώθησης ακινήτων και στον κτηματομεσιτικό τομέα.

50. Τo Τεκμήριο 5 της Ε/Δ ΦΝ αποτελείται από στιγμιότυπα της ιστοσελίδας  «buysellcyprus.com». Κάτω από τον τίτλο «who we are? BuySell at a glance», οι Αιτητές προσδιορίζουν τις δραστηριότητές τους προς τους επισκέπτες της ιστοσελίδας ως ακολούθως:

«BuySell is Cyprus's largest and the most popular real estate agency network platform. We are dedicated to property sales. Since the start in 1999, BuySell has

developed the first real estate website in Cyprus. BuySellCyprus.com is the de facto meeting place for estate agents, property developers, home sellers and buyers in Cyprus. BuySellCyprus.com simply makes the housing market easier  whether you are selling or buying a home. We achieve extraordinary results by building second to none search tools for buyers to find their dream homes, simplify the real estate agents' everyday lives through effective marketing and give home sellers innovative opportunities to reach more property buyers.»

 

51. Στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας των Αιτητών παρουσιάζεται επίσης μηχανή αναζήτησης. Παρατηρώντας το πιο πάνω τεκμήριο, προκύπτει ότι η ιστοσελίδα προσφέρει στον χρήστη την επιλογή να καθορίσει στην έρευνα το κατά πόσο αναζητεί πώληση ή αγορά, καθώς και το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας (apartments, houses, resale homes κ.α.). Στον τίτλο της μηχανής αναζήτησης αναγράφεται ο τίτλος «CyprusNo.1 Real Estate Marketplace».

52. Στο πάνω αριστερό μέρος της ιστοσελίδας παρουσιάζεται το ορθογώνιο σήμα «BuySell Real Estate», με λευκή πλάγια και έντονη (bold) γραμματοσειρά. Η πρώτη φράση «BuySell» αναγράφεται σε κόκκινο φόντο, ενώ κάτω από την πρώτη φράση καταγράφεται η δεύτερη φράση «Real Estate» σε μπλε φόντο. Οι δύο φράσεις μοιράζουν το ορθογώνιο σήμα οριζόντια. Δίδεται έμφαση στη φράση «BuySell», η οποία έχει μεγαλύτερη γραμματοσειρά από τη φράση «Real Estate» και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο άνω μέρος του σήματος.

53. Περαιτέρω, οι Αιτητές αναφέρουν ότι επενδύουν €600.000  ετησίως για την προώθηση του εμπορικού σήματος BUYSELL REAL ESTATE μέσω του δικτύου υπηρεσιών της Google.

54. Στην αντίπερα όχθη, μέσω της Ε/Δ Κ.Α.2., οι Καθ’ ων η Αίτηση διατείνονται ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται να παρέχουν κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, εφόσον δεν είναι εγγεγραμμένοι στα σχετικά μητρώα, όπως απαιτεί η σχετική νομοθεσία. Συνεπώς, οι όποιες πωλήσεις ακινήτων έγιναν παράνομα. Περαιτέρω, στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση, αναφέρεται ότι τα τιμολόγια που παρουσίασαν οι Αιτητές για να αποδείξουν την πληρωμή ποσών στην εταιρεία Address Publishing House Limited με σκοπό την προώθηση του εμπορικού σήματος ‘BuySell Real Estate’, αφορούν έξοδα σε τρίτες χώρες, με αποτέλεσμα το καταναλωτικό κοινό να βρίσκεται εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί η εμπορική εύνοια. Αναφέρουν επίσης ότι οι Αιτητές βασίζονται σε λέξεις περιγραφικής φύσεως.

55. Χωρίς να προβαίνω σε τελικά συμπεράσματα, διαπιστώνω ότι με τα πιο πάνω στοιχεία οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει σοβαρές ενδείξεις για ύπαρξη εμπορικής εύνοιας. Ειδικότερα, από τους ισχυρισμούς των Αιτητών προκύπτει ότι αμείβονται για την παροχή διαδικτυακών εργαλείων, που επιτρέπουν στους χρήστες να έρθουν σε επαφή με άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, με σκοπό την αγορά, την πώληση ή την ενοικίαση προεπιλεγμένου είδους  Κυπριακής ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών αφορούν χρονικά εκτεταμένη δραστηριοποίησή τους εντός Κύπρου, μέσω ιστοσελίδας με αυξημένη επισκεψιμότητα, που είχε ως αποτέλεσμα την πώληση σοβαρού αριθμού Κυπριακών ακινήτων.

56. Παρατηρείται ότι η φράση “BuySell” βρίσκεται στο ίδιο το όνομα της ιστοσελίδας ‘BuySellCyprus.com’, στην οποία οι χρήστες πρέπει να αποκτήσουν πρόσβαση για να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες των Αιτητών. Συναφώς, το καταναλωτικό κοινό επισκεπτόμενο την εν λόγω ιστοσελίδα εκτίθεται αναπόφευκτα στο όνομα της ιστοσελίδας. Επίσης, οι επισκέπτες της ιστοσελίδας εκτίθενται και στο σήμα «BuySell Real Estate», το οποίο, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, παρουσιάζεται στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας με έντονα χρώματα και γραμματοσειρά.

57. Λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία χρήση της ιστοσελίδας, τις σημαντικές πωλήσεις που αναφέρεται ότι επιτεύχθηκαν, καθώς και το γεγονός ότι η φράση «BuySell» προβάλλεται εμφατικά στην ιστοσελίδα υπό μορφή σήματος και χρησιμοποιείται από τους Αιτητές ως επωνυμία για τον αυτοπροσδιορισμό τους προς τους χρήστες της ιστοσελίδας, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει σοβαρές ενδείξεις εμπορικής εύνοιας. Πρόκειται, δηλαδή, για φήμη που συνδέει τη φράση «BuySell», όπως αυτή χρησιμοποιείται ως επωνυμία και προβάλλεται υπό μορφή σήματος από τους Αιτητές, με τις ρηθείσες υπηρεσίες που προσφέρουν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επισημαίνω ότι, στο πλαίσιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, η εμπορική εύνοια δεν στηρίζεται στην εγγραφή του σήματος των Αιτητών ως σήματος της ΕΕ, αλλά στη διακριτότητα που η χρήση της εν λόγω επωνυμίας και της απεικόνισής της υπό μορφή σήματος μπορεί να έχει προσδώσει στις υπηρεσίες τους.

58. Όσον αφορά τα τιμολόγια περί προώθησης του σήματος «BuySell Real Estate», παρατηρείται ότι όντως περιλαμβάνουν αναφορές περί ‘regulatory operating cost’ και ‘fee’ μαζί με ονόματα άλλων χωρών. Εντούτοις, καμία πλευρά δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να εξηγεί το περιεχόμενο των τιμολογίων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υπόβαθρο για να  γίνει αντιληπτός ο τρόπος προώθησης του σήματος των Αιτητών. Σε κάθε περίπτωση, όπως επεξηγήθηκε, οι ενδείξεις περί ύπαρξης εμπορικής εύνοιας προκύπτουν και χωρίς να ληφθεί υπόψη το ποσό που οι Αιτητές ξόδεψαν για να προωθήσουν το σήμα της ΕΕ ‘BuySell Real Estate’.

59. Ως προς τον ισχυρισμό των Καθ’ ων η Αίτηση για παράνομη δραστηριοποίηση των Αιτητών χωρίς κτηματομεσιτική άδεια,  αυτό αποτελεί ζήτημα που δεν μπορεί να καθοριστεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Οι Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπουν στον περί Κτηματομεσιτών Νόμο του 2010 (Ν. 71(I)/2010), ο οποίος καθορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αδειούχων κτηματομεσιτών. Από το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασαν οι Αιτητές προκύπτει ότι οι τελευταίοι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως κτηματομεσίτες. Η ιστοσελίδα τους αναφέρει ότι παρέχουν χώρο συνάντησης (meeting place) για τους ενδιαφερόμενους πωλητές ή αγοραστές, οι οποίοι μπορεί να είναι μεσίτες ακινήτων (estate agents).

60. Συνεπώς, δεν συνάγεται εκ προοιμίου ότι οι Αιτητές παρέχουν άνευ άδειας κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, ώστε η παρούσα αίτηση να πρέπει να απορριφθεί σε αυτή τη βάση. Το κατά πόσο εν τέλει οι δραστηριότητες των Αιτητών εμπίπτουν στο φάσμα των κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, αποτελεί θέμα για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει σε βάθος τη μαρτυρία και τον ανακύπτοντα τρόπο λειτουργίας των Αιτητών, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής.

61. Σε σχέση με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση περί ‘περιγραφικής’ φύσης των λέξεων στις οποίες βασίζονται οι Αιτητές, επισημαίνεται ότι οι λέξεις ή φράσεις που επί της ουσίας περιγράφουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες ή αγαθά, δεν αποκλείονται εκ προοιμίου από το να θεωρηθούν ως διακριτά στοιχεία που προσκολλήθηκαν στις συγκεκριμένες υπηρεσίες ή αγαθά.[25] Σαφώς και σε μια τέτοια περίπτωση, ο Ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει ότι οι περιγραφικές λέξεις έλαβαν και δευτερεύουσα έννοια στο μυαλό του μέσου καταναλωτή, η οποία σχετίζεται με τη δική του επιχείρηση.[26] Όμως, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας αίτησης, κρίνω πως τα όσα ήδη ανέφερα αποτελούν επαρκείς ενδείξεις εμπορικής εύνοιας.

62. Στρέφομαι να εξετάσω, στο πλαίσιο των αναφερόμενων νομολογιακών αρχών, κατά πόσο οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει πιθανότητα επιτυχίας για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης, η οποία να προκαλεί ή να ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό.

63. Οι Αιτητές παραπονούνται ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δραστηριοποιούνται ως κτηματομεσιτικό γραφείο υπό την επωνυμία ‘4BUYANDSELL’. Παραθέτουν φωτογραφίες του κτηματομεσιτικού γραφείου, αλλά και εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα των Καθ’ ων η Αίτηση «https://4buyandsell.com».[27] Με την Ε/Δ ΦΝ, ο ομνύων σημειώνει ότι το σήμα «4BUYANDSELL» των Καθ’ ων η Αίτηση παρουσιάζεται με έντονο κόκκινο χρώμα, ώστε να παραπέμπει στο εμπορικό σήμα των Αιτητών.  Από τις αναφερόμενες φωτογραφίες, τo Δικαστήριο μπορεί να παρατηρήσει ότι το σήμα των Καθ’ ων η Αίτηση «4BUY&SELL Real Estate» βρίσκεται αναρτημένο στον εξωτερικό τοίχο του γραφείου και σε διάφορα σημεία της ιστοσελίδας της Καθ’ ης η Αίτηση 1.

64. Σε σχέση με την πρόκληση σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, οι Αιτητές επισύναψαν ως τεκμήριο την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Τίλλευ, αντιπροσώπου συνεργαζόμενης με τους Αιτητές εταιρείας, που διαχειρίζεται την ιστοσελίδα των Αιτητών. Ο κ. Τίλλευ εξιστορεί τρεις διαφορετικές περιπτώσεις για να καταδείξει την προκληθείσα σύγχυση:

(i)    Στις 3/10/2023  ο κ.Τίλλευ συναντήθηκε με τους ιδιοκτήτες της κτηματομεσιτικής εταιρείας SPm Land & Properties Ltd, με έδρα τη Λεμεσό, για να τους παρουσιάσει την πλατφόρμα των Αιτητών. Οι εν λόγω ιδιοκτήτες διερωτήθηκαν εάν οι Αιτητές άνοιξαν παράρτημα στη Λεμεσό, αφού είχαν δει το σήμα 4BUY&SELL και θεώρησαν ότι επρόκειτο για τους Αιτητές.

(ii)  Στις 19/10/2023 έλαβε τηλεφώνημα από τον Διευθυντή της κτηματομεσιτικής εταιρείας S.A. SVA Estates Agency Ltd, με έδρα τη Λεμεσό, ο οποίος επιθυμούσε να ρωτήσει κατά πόσο οι Αιτητές άνοιξαν γραφεία στη Λεμεσό, καθότι πέρασε έξω από το κτηματομεσιτικό γραφείο της Καθ’ ης η Αίτηση 1 και αντίκρισε το σήμα 4BUY&SELL.

(iii) Στις 28/6/2024 ο κτηματομεσίτης Αδάμος Παλουρτής από τη Λάρνακα, τηλεφώνησε στον κ.Τίλλευ για να εκφράσει την επιθυμία του να συναντηθεί μαζί του στην έκθεση ‘Realty on Expo’ που θα πραγματοποιείτο στη Λεμεσό στις 3 – 4 Ιουλίου 2024, με θέματα που αφορούσαν ακίνητα. Κατά τη συνομιλία ο κ.Τίλλευ εξήγησε ότι οι Αιτητές δεν λάμβαναν μέρος στη συγκεκριμένη έκθεση. Ο κ. Παλουρτής αντιλήφθηκε ότι είχε εκλάβει το σήμα της Καθ’ ης η Αίτηση 1, που παρουσιαζόταν στην ιστοσελίδα των διοργανωτών,  ως το σήμα των Αιτητών.

65. Αντίθετες είναι οι θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση. Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 διατείνεται μέσω της Ε/Δ Κ.Α.2. ότι δεν τίθεται ζήτημα σύγχυσης, εφόσον οι Αιτητές δεν διατηρούν οποιοδήποτε κτήριο - φυσικό γραφείο, αλλά περιορίζονται στη λειτουργία διαφημιστικής πλατφόρμας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι κύκλοι εργασιών των διαδίκων είναι ξεχωριστοί, εφόσον οι Αιτητές δεν δικαιούνται να παρέχουν κτηματομεσιτικές υπηρεσίες και οι δραστηριότητές τους αφορούν διαφημιστικές υπηρεσίες. Κατ’ επέκταση απευθύνονται σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό.

66. Εξηγεί επίσης ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έχει καταχωρήσει το εμπορικό της σήμα «4 Buy & Sell real Estate moving forward together» στο αρχείο εμπορικών σημάτων του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, δυνάμει του Κεφ. 268. Επομένως, προτάσσει ότι το σήμα των Καθ’ ων η Αίτηση χρησιμοποιείται νόμιμα. Ως προς την ανάρτηση του σήματος στον εξωτερικό τοίχο του γραφείου των Καθ’ ων η Αίτηση, αναφέρει ότι η φράση «moving forward together» προστέθηκε αργότερα κάτω από το «4 BUY & SELL», καθότι δεν ήταν προηγουμένως έτοιμη η πινακίδα. Επισυνάπτει φωτογραφίες με τις οποίες όντως φαίνεται πλέον ολόκληρο το σήμα της Καθ’ ης η Αίτηση 1 στο εξωτερικό μέρος του γραφείου. Επιπλέον, η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αναφέρει ότι ουδέποτε εξυπηρέτησε πελάτη που τελούσε υπό την εντύπωση ότι συναλλασσόταν με τους Αιτητές.

67. Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 αναφέρει επίσης ότι τα σήματα των διαδίκων δεν είναι όμοια. Εξηγεί ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 χρησιμοποιεί κόκκινα γράμματα για τη φράση «4 buy & sell» και μαύρα για τη φράση «moving forward together», χωρίς οποιοδήποτε φόντο. Από την άλλη, οι Αιτητές χρησιμοποιούν άσπρα γράμματα με κόκκινο και μπλε φόντο. Σημειώνει επίσης ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι Αιτητές είναι περιγραφικής φύσεως. Επισυνάπτει αποτελέσματα από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, για να καταδείξει ότι υπάρχουν πάνω από 200 εταιρείες που χρησιμοποιούν τη φράση «real estate» και 7 εταιρείες που χρησιμοποιούν τη φράση «Buy Sell».

68. Αντιπαραβάλλοντας τις πιο πάνω θέσεις, στο περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, προκύπτει λεκτική και οπτική ομοιότητα μεταξύ, αφενός, του σήματος και της επωνυμίας των Αιτητών και, αφετέρου, του επίδικου σήματος της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Οι λέξεις Buy και Sell βρίσκονται στην ίδια διαδοχική σειρά, με το κόκκινο χρώμα να περιλαμβάνεται και στις δύο περιπτώσεις, αν και σε διαφορετικά σημεία. Το σήμα της Καθ’ ης η Αίτηση 1 παρουσιάζει επίσης με έντονα (bold) γράμματα τη φράση ‘4BUY&SELL’, τα οποία είναι με διαφορά μεγαλύτερα σε μέγεθος από τις λοιπές λέξεις ‘real estate moving forward together’. Αυτό προφανώς για να δοθεί έμφαση στις λέξεις ‘4BUY&SELL’.

69. Όπως εξηγήθηκε, οι Αιτητές χρησιμοποιούν τη φράση ‘BuySell’ στην ιστοσελίδα τους είτε απομονωμένα, ως την επωνυμία με την οποία συναλλάσσονται, είτε ως σήμα μαζί με τη φράση «real estate», είτε στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο της ιστοσελίδας BuySellCyprus.com. Στη βάση όσων παρουσιάστηκαν, το καταναλωτικό κοινό στο οποίο απευθύνονται οι Αιτητές  αποτελείται είτε από πρόσωπα που ενδιαφέρονται να προσφέρουν ακίνητη περιουσία προς εκμετάλλευση, είτε από πρόσωπα που αναζητούν ακίνητο. Ο καταναλωτής επισκεπτόμενος την ιστοσελίδα εκτίθεται στην επωνυμία ‘BuySell’, η οποία παρατίθεται στην οθόνη του με τους πιο πάνω αναφερόμενους τρόπους. Ο διαδικτυακός επισκέπτης που αναζητεί είτε να προσφέρει είτε να ανεύρει ακίνητο μέσα από την ιστοσελίδα των Αιτητών, δίχως άλλο γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί την ιστοσελίδα των  ‘ΒuySell’, με ενδεχόμενο να αποτυπωθεί στη μνήμη του και το απεικονιζόμενο σήμα ‘BuySell Real Estate’ είτε ολικά, είτε μερικώς.

70. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι το καταναλωτικό κοινό στο οποίο απευθύνονται οι Καθ’ ων η Αίτηση συμπίπτει, έστω και μερικώς, με το κοινό στο οποίο απευθύνονται οι Αιτητές. Ο δυνητικός ενδιαφερόμενος ή το πρόσωπο που ήδη βρίσκεται σε διαδικασία ανεύρεσης ακινήτου θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ιστοσελίδα των Αιτητών για αυτόν τον σκοπό. Παρομοίως, το ίδιο πρόσωπο θα μπορούσε να αναζητήσει τις υπηρεσίες του κτηματομεσιτικού γραφείου της Καθ’ ης η Αίτηση 1 για να ικανοποιήσει την ίδια ανάγκη. Το σήμα της Καθ’ ης η Αίτηση 1 θα μπορούσε να υποπέσει στην αντίληψη ενός τέτοιου προσώπου είτε μέσω της ιστοσελίδας της Καθ’ ης η Αίτηση 1, είτε με την τυχαία διέλευση έξω από το γραφείο της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Επίσης, θα μπορούσε να τεθεί υπόψη του δυνητικού καταναλωτή μέσω της δραστηριοποίησης των Καθ’ ων η Αίτηση, όπως για παράδειγμα η συμμετοχή των Καθ’ ων η Αίτηση στην έκθεση ‘Realty on Expo’.[28]

71. Κρίνω ότι τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ.Ανδρέα Τίλλευ, δημιουργούν σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο ενδείξεις περί πρόκλησης σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, ως προς το κατά πόσο η επωνυμία «4BUY&SELL» αφορά υπηρεσίες που προέρχονται ή σχετίζονται με τους Αιτητές. Η διαδοχική τοποθέτηση των λέξεων ‘Buy’ και ‘Sell’, η έντονη (bold) γραμματοσειρά, το κόκκινο χρώμα που, αν και σε διαφορετικά σημεία, χρωματίζει την επωνυμία των Αιτητών και το σήμα των Καθ’ ων η Αίτηση, το μεγαλύτερο μέγεθος των λέξεων ‘Buy’ και ‘Sell’, το καταναλωτικό κοινό στο οποίο απευθύνονται οι διάδικοι, καθώς και οι ισχυρισμοί περί προκληθείσας σύγχυσης που κατέγραψε ο κ. Τίλλευ, αποτελούν στο σύνολό τους στοιχεία που ικανοποιούν το χαμηλό φράγμα απόδειξης της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60.

72. Σημειώνεται ότι το γεγονός πως οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν εγγράψει το εμπορικό σήμα «4BUY&SELL real estate moving forward together» δεν εξουδετερώνει εκ προοιμίου τις πιθανότητες επιτυχίας των Αιτητών, εφόσον  «η εγγραφή εμπορικού σήματος δεν συνιστά υπεράσπιση σε αγωγές για αθέμιτο ανταγωνισμό».[29] Επίσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν μεν προσαγάγει μαρτυρία ότι η φράση «moving forward together» συμπληρώθηκε στο σήμα που ανάρτησαν στον εξωτερικό τοίχο του γραφείου της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Εντούτοις, δεν υπάρχει ένδειξη ότι το ίδιο έπραξαν και στην ιστοσελίδα τους, η οποία βάσει της Ε/Δ ΦΝ παρουσιάζει το σήμα των Καθ’ ων η Αίτηση μόνο ως «4BUY&SELL real estate». Συνεπώς, η αναφερόμενη χρήση της φράσης «moving forward together» δεν μπορεί να αντισταθμίσει, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, τις ενδείξεις σύγχυσης που αναφύονται από τη μαρτυρία.

73. Αναφορικά με το ζήτημα πρόκλησης ζημιάς στους Αιτητές, βάσει της Ε/Δ ΦΝ οι Αιτητές λαμβάνουν εισοδήματα από την αδειοδότηση για τη χρήση των προϊόντων και των υπηρεσιών τους.  Η δυνητική σύγχυση καταναλωτών θα μπορούσε κατά λογική απόρροια να προκαλέσει ζημιά στους Αιτητές. Οι πιο πάνω περιστάσεις, στο σύνολό τους, καταδεικνύουν ενδείξεις πραγματικού κινδύνου. Πρόσωπο που αναζητεί ακίνητο στην επαρχία Λεμεσού, βασιζόμενο στο σήμα της Καθ’ ης η Αίτηση 1, ενδεχομένως να ανέτρεχε στις Καθ’ ων η Αίτηση για να ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη ανάγκη, έχοντας αποτυπωμένο στο μυαλό του ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση συσχετίζονται με τους Αιτητές.

74. Σε σχέση με τον ισχυρισμό λανθασμένης προώθησης της αγωγής και της παρούσας αίτησης εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 2, η τελευταία αναφέρει ότι αποτελεί Διευθύντρια της Καθ’ ης η Αίτηση 1.[30] Στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης, οι Αιτητές δικογραφούν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 2 ως Διευθύντρια της Καθ’ ης η Αίτηση 1 διαχειρίζεται τις υποθέσεις της Καθ’ ης η Αίτηση 1 και είναι υπεύθυνη για τις αποφάσεις της.

75. Στην Evans & Sons Ltd v Ιωάννου (2001) 1 ΑΑΔ 2092 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο διευθυντής φέρει προσωπική ευθύνη για αστικό αδίκημα που διαπράττει η εταιρεία του δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αφενός η εταιρεία έχει δική της ξεχωριστή προσωπικότητα, αφετέρου δεν αποκλείεται να είναι συνυπεύθυνος ο Διευθυντής που εξουσιοδότησε, οργάνωσε και εξώθησε την εταιρεία του στη διάπραξη του αστικού αδικήματος.[31]

76. Οι Αιτητές παρουσίασαν έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, η οποία παρουσιάζει την Καθ΄ ης η Αίτηση 2 ως τη μοναδική Διευθύντρια της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Από αυτό το στοιχείο, κρίνω ότι, για σκοπούς της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32, υπάρχει αρκετή ένδειξη ότι οι ενέργειες της Καθ’ ης η Αίτηση 1 βασίζονται σε αποφάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση 2, κάτι το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύρημα ευθύνης εναντίον της  τελευταίας.

77. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας οι Αιτητές έχουν παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες για να καταδείξουν σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2, σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Επισημαίνεται ότι τα όσα ανέφερα περιορίζονται στο έργο του Δικαστηρίου για εξακρίβωση ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας βάσει της δεύτερης προυπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60, χωρίς να προδιαγράφονται με οποιοδήποτε τρόπο ευρήματα που θα επηρέαζαν την έκβαση της αγωγής. 

3η προυπόθεση

78. Ακολουθεί η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60. H αξιολόγηση της δυσκολίας ή του αδυνάτου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και μεταβλητά κριτήρια, χωρίς να περιορίζεται μόνο στον χρηματικό παράγοντα.[32] Καθοριστικό ρόλο έχουν τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.[33]

79. Κατά γενικό κανόνα, ο αθέμιτος ανταγωνισμός αποτελεί περίπτωση όπου η ζημιά δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα με βεβαιότητα.[34] Η ζημιά στην εμπορική εύνοια δεν δύναται να υπολογιστεί εύκολα με μετρήσιμα στοιχεία.[35]  Οι επιπτώσεις είναι πολυσχιδείς. Η ζημιά μπορεί να προκύψει με ποικίλους τρόπους, όπως με την απώλεια πελατείας, τη διάβρωση του διακριτικού χαρακτήρα της επιχείρησης,  τον επηρεασμό της καλής φήμης ή ακόμα και με τον περιορισμό των ευκαιριών του Ενάγοντα για επέκταση της επιχείρησής του σε παραπλήσιες αγορές.[36]

80. Εν προκειμένω, έχει ήδη επεξηγηθεί το ζήτημα περί πιθανότητας πρόκλησης ζημιάς ένεκα σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού. Βάσει των ανωτέρω, μια τέτοια ζημιά δεν θα μπορούσε εύκολα να υπολογισθεί σε χρήμα. Συνεπώς, κρίνω ότι, υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις της υπόθεσης, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60.

81.      Για σκοπούς πληρότητας, επισημαίνεται ότι οι Αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει τη φερεγγυότητα των Καθ’ ων η Αίτηση και κατ’ επέκταση το κατά πόσο οι τελευταίες θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση για αποζημιώσεις. Εντούτοις, όπως προανέφερα, το ζήτημα δεν αφορά την ικανότητα των Καθ’ ων η Αίτηση να αποζημιώσουν τους Αιτητές, αλλά τη δυσκολία που θα υπάρξει ως προς τη μετουσίωση της δυνητικής ζημιάς των Αιτητών σε αριθμούς.

Ισοζύγιο της ευχέρειας

82.   Το ισοζύγιο της ευχέρειας εξετάζεται εάν και εφόσον οι Αιτητές αποδείξουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60.[37]  Στο πλαίσιο άσκησης ευρείας διακριτικής ευχέρειας, ακόμα και εάν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης δικαιούται να μην αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία εάν δεν είναι ‘δίκαιον ή πρόσφορον’. Τούτο γίνεται εάν το ισοζύγιο της ευχέρειας καταδείξει ότι η απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας θα αποβεί ιδιαίτερα ζημιογόνα για τις Καθ’ ων η Αίτηση, ώστε να μην μπορούν να αποζημιωθούν από την άλλη πλευρά, εάν με το πέρας της διαδικασίας διαφανεί ότι κακώς αποδόθηκε θεραπεία.[38]

83.   To Δικαστήριο ισοζυγίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες των διαδίκων,[39]  ώστε να ακολουθήσει την πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους.[40] «Καθήκον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, είναι να εξετάζει, συνυπολογίζει και κατά το δυνατόν εξισορροπεί τις εκατέρωθεν αντικρουόμενες θέσεις, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις πιθανές συνέπειες από την έκδοση ή μη ενδιάμεσου διατάγματος».[41]

84.   Οι Καθ’ ων η Αίτηση βασίζουν την επιχειρηματολογία τους και στη διατήρηση του status quo. Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης αποτελεί σχετικό παράγοντα που συνεκτιμάται από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Το status quo αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν δεν είναι ξεκάθαρο προς τα πού γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας.[42]

85.   Ο χρονικός προσδιορισμός του status quo δεν είναι πάντοτε εύκολο έργο, καθότι η κατάσταση πραγμάτων μεταξύ των μερών μπορεί να μεταβληθεί κατά τη χρονική περίοδο που παρέρχεται πριν από την καταχώριση της αγωγής και της συνακόλουθης αίτησης για προσωρινή θεραπεία. Εάν η πιο πρόσφατη μεταβολή γεγονότων δεν διήρκεσε χρονικά πέραν του ελαχίστου, σε σχέση με τη συνολική διάρκεια της κατάστασης πραγμάτων μεταξύ των μερών, τότε το status quo αποκρυσταλλώνεται στα δεδομένα που υπήρχαν πριν από την τελευταία μεταβολή των γεγονότων. [43]

86.   Συνεπώς, η καθυστέρηση διαδίκου να αποταθεί για ενδιάμεση θεραπεία ενδέχεται να καθορίσει και το status quo, εφόσον η πάροδος του χρόνου εδραιώνει την πιο πρόσφατη κατάσταση πραγμάτων. Εάν όμως ο αιτητής αποταθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση, μπορεί να κριθεί ότι το status quo συναρτάται με την «κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli»[44]

87.   Στην υπό κρίση περίπτωση, οι Αιτητές δραστηριοποιούνται στην Κύπρο από το 2003. Έλαβαν πρώτη φορά το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το εμπορικό τους σήμα στις 11/11/2015.[45] Στον αντίποδα, οι Καθ’ ων η Αίτηση  αναφέρουν ότι δραστηριοποιούνται τουλάχιστον τα τελευταία δύο χρόνια.[46] Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 αναφέρει ότι βρίσκεται προσωπικά στον χώρο τα τελευταία 20 χρόνια, έχει δικό της πελατολόγιο, ενώ το καταναλωτικό κοινό τη γνωρίζει και την εμπιστεύεται για τις αγοραπωλησίες ακινήτων.[47] Πρόβαλε επίσης τη θέση ότι οι όσοι προσεγγίζουν την Καθ’ ης η Αίτηση 1 έχουν την επιθυμία να συνεργαστούν αποκλειστικά με την Καθ’ ης η Αίτηση 2 και τους συνεργάτες των Καθ’ ων η Αίτηση.[48] Προκύπτει από τις ίδιες τις θέσεις της Καθ’ ης η Αίτηση 2 ότι η πελατεία των Καθ’ ων η Αίτηση εδράζεται, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, στη δική της προσωπική πορεία, φήμη και παροχή προσωπικών υπηρεσιών και όχι στη διασύνδεση του πελατολογίου με την επωνυμία της Καθ’ ης η Αίτηση 1.

88.   Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, κρίνω ότι η πορεία που σε αυτό το στάδιο ενέχει τους λιγότερους κινδύνους είναι αυτή της παροχής ενδιάμεσης θεραπείας. Αφενός, οι Αιτητές διατρέχουν τον κίνδυνο πρόκλησης δυσεκτίμητης ζημιάς, κατόπιν δραστηριοποίησής τους για σειρά ετών με την επωνυμία BuySell. Αφετέρου, η παροχή θεραπείας δεν θα απαγορεύσει στις Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 να δραστηριοποιούνται, αλλά θα τους απαγορεύσει να χρησιμοποιούν συγκεκριμένη επωνυμία που, υπό τις περιστάσεις, δεν παρουσιάστηκε ως καθοριστικής σημασίας για τη διεξαγωγή των εργασιών τους.

89.   Όσον αφορά τη διατήρηση του status quo, όπως ανέφερα, η δραστηριοποίηση των Καθ΄ ων η Αίτηση με τη χρήση της επίδικης επωνυμίας ξεπερνά τα δύο έτη, ενώ οι Αιτητές δραστηριοποιούνται με την επωνυμία BuySell για σαφώς εκτενέστερη χρονική περίοδο. Επίσης, όπως επεξηγήθηκε, οι Αιτητές ενημερώθηκαν για τρεις διαφορετικές περιπτώσεις προκληθείσας σύγχυσης σε κτηματομεσίτες, που έλαβαν χώρα στις 3/10/2023, 19/10/2023 και 28/6/2024. Στις 12/7/2024 οι Αιτητές απέστειλαν επιστολή απαίτησης στην άλλη πλευρά.[49] Ακολούθως, στις 19/9/2024 καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και αμέσως μετά καταχώρισαν την παρούσα αίτηση στις 20/9/2024 (αρχικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου).

90.   Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική εικόνα, δεν προκύπτει ότι το status quo έχει μεταβληθεί στην κατάσταση πραγμάτων που δημιούργησαν οι Καθ’ ων η Αίτηση. Η δραστηριοποίηση των Καθ’ ων η Αίτηση με τη χρήση της επίδικης επωνυμίας αποτέλεσε το ‘casus belli’ για την προώθηση της παρούσας διαδικασίας, η οποία καταχωρίστηκε σύντομα, αφότου οι Αιτητές δέχθηκαν τρεις ενδείξεις ότι διακυβεύονται τα δικαιώματά τους.

91.   Υπό τις περιστάσεις, η χρονική αντίδραση των Αιτητών κρίνεται εύλογη, εφόσον αποτάθηκαν στο Δικαστήριο όταν οι ενημερώσεις περί πρόκλησης σύγχυσης που δέχθηκαν ήταν σωρευτικά αρκετές για να επιτύχουν ενδιάμεση θεραπεία.[50] Καταλήγω συνεπώς ότι το status quo αποτελείται από την αμέσως προηγούμενη κατάσταση που υπήρχε πριν από τη δραστηριοποίηση των Καθ’ ων η Αίτηση, η διατήρηση της οποίας επενεργεί προς όφελος των Αιτητών.

92.   Στρέφομαι να εξετάσω το ζήτημα της ταυτοσημίας των ενδιάμεσων θεραπειών που επιζητούν οι Αιτητές με τις τελικές θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή. Κατά γενικό κανόνα, τα ενδιάμεσα διατάγματα δεν πρέπει να εξουδετερώνουν τον πυρήνα της διαφοράς, εφόσον λόγω της φύσης της ενδιάμεσης διαδικασίας δεν παρέχεται η δυνατότητα οριστικής διάγνωσης των δικαιωμάτων των μερών.[51] Το ζήτημα συναρτάται άμεσα με το ισοζύγιο της ευχέρειας.[52] Η απαγόρευση δεν είναι απόλυτη, καθότι το θέμα εξετάζεται σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης.[53]

93.   Εν προκειμένω, με την Έκθεση Απαίτησης οι Αιτητές δεν διεκδικούν μόνο διηνεκή διατάγματα, αλλά και ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα εξουδετέρωνε την ουσία της διαφοράς.

94.   Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι τυχόν άρνηση ενδιάμεσης θεραπείας θα διακινδύνευε σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό τα δικαιώματα των Αιτητών, σε σχέση με τη δυνητική ζημιά που θα προκαλείτο στις Καθ’ ων η Αίτηση, εάν στο τέλος της διαδικασίας διαφανεί ότι χορηγήθηκε ενδιάμεση θεραπεία επί ανεπαρκών λόγων. Στην τελευταία περίπτωση, οι Καθ’ ων η Αίτηση θα μπορούσαν να αποζημιωθούν από την παρεχόμενη από τους Αιτητές εγγύηση, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Καταλήγω συνεπώς ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών.

95.   Σημειώνω ότι οι λόγοι ένστασης που αφορούν το στοιχείο του κατεπείγοντος και το ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν με ‘καθαρά χέρια’ και δεν αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα, δεν έχουν αναπτυχθεί με τη γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η Αίτηση. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι ένστασης έχουν εγκαταλειφθεί. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν χρήζει εξέτασης, εφόσον η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε δια κλήσεως. Για τον ίδιο λόγο, οι Αιτητές δεν είχαν υποχρέωση να προβούν σε ‘πλήρη αποκάλυψη’, παρά μόνο να μην παραπλανήσουν το Δικαστήριο,[54] κάτι το οποίο δεν ανακύπτει από τα όσα έχουν παρουσιαστεί.

Τύπος των αιτούμενων θεραπειών

96.   Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να επιτύχει. Απομένει να καθοριστεί το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων. Το λεκτικό πρέπει να είναι διατυπωμένο με επάρκεια, ώστε να δίδει αποτελεσματική προστασία στους Αιτητές, αλλά χωρίς να περιορίζει αδίκως τις δραστηριότητες των Καθ’ ων η Αίτηση.[55] Επίσης, το λεκτικό των διαταγμάτων πρέπει πάντα να είναι σαφές, ώστε οι Καθ’ ων η Αίτηση να βρίσκονται σε θέση να συμμορφωθούν αλλά και να τύχουν ελέγχου από το Δικαστήριο σε περίπτωση παρακοής. Θα αναφερθώ πρώτα στα αιτητικά που απορρίπτονται.

97.   Με το πέμπτο αιτητικό, οι Αιτητές επιζητούν διάταγμα που να εμποδίζει τις Καθ’ ων η Αίτηση «…να δημιουργούν την εντύπωση και/ή πεποίθηση ότι το όνομα και/ή επωνυμία και/ή σήμα ‘4BUYANDSELL’ ή οποιοδήποτε τμήμα τούτου αποτελεί ιδιοκτησία των Εναγομένων…». Το εν λόγω διάταγμα δεν καθορίζει με σαφήνεια τις ενέργειες στις οποίες οι Καθ’ ων η Αίτηση απαγορεύεται να προβούν, ώστε να μη δημιουργήσουν τέτοια ‘εντύπωση’ ή ‘πεποίθηση’ σε τρίτους. Πέραν τούτου, οι Αιτητές δεν ισχυρίστηκαν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν είναι ιδιοκτήτες του σήματος ή της επωνυμίας ‘4BUYANDSELL’. Η θέση τους ήταν ότι προκαλείται σύγχυση. Απεναντίας, στη βάση όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω, το σήμα «4 Buy & Sell Real Estate moving forward together» παρουσιάστηκε ως εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα στο όνομα της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Ως εκ τούτου, το εν λόγω διατακτικό δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

98.   Με το έκτο αιτητικό, οι Αιτητές επιζητούν διάταγμα που να διατάζει τις Καθ’ ων η Αίτηση να δηλώσουν ενόρκως «τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησαν, ή και τις πωλήσεις τις οποίες έχουν πραγματοποιήσει αναφορικά με την πώληση ή και προώθηση του ονόματος και/ή εμπορικής επωνυμίας και/ή σήματος ‘4BUYANDSELL».

99.   Σε αγωγές για αθέμιτο ανταγωνισμό ο επιτυχών Ενάγων πρέπει να επιλέξει[56] εάν θα διεκδικήσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη ή εάν θα ζητήσει απόδοση λογαριασμού, ώστε να λάβει και να αποστερήσει από τον Εναγόμενο το κέρδος που ο τελευταίος έλαβε ως αποτέλεσμα της παραβίασης των δικαιωμάτων του Ενάγοντα.  Ο Ενάγων δικαιούται να ακολουθήσει μόνο μια πορεία,[57] καθότι η μια θεραπεία αποκλείει την άλλη.[58] Επίσης, για να αποδοθεί λογαριασμός απαιτείται μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος έχει κερδοφορήσει από την παρανομία του, ώστε με την απόδοση λογαριασμού να είναι δυνατός ο υπολογισμός του κέρδους που κακώς προσπορίστηκε ο Εναγόμενος.[59] Πρόκειται για θεραπεία που, κατά γενικό κανόνα, απονέμεται αφού αποφασίζεται το ζήτημα της ευθύνης.

100.   Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, αναφέρω ότι δεν υπάρχει εκτενής Κυπριακή νομολογία ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται κατόπιν απόδοσης λογαριασμού. Στην Αγγλία τουλάχιστον, μετά το εύρημα ευθύνης ακολουθεί ξεχωριστή δίκη για το ζήτημα καθορισμού του ποσού που δικαιούται ο Ενάγων.[60] Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση Malibu Health Products Ltd v Charilaou Bros Ltd Αρ. Αγωγής 1403/2010 ημερ. 30/1/2015.

101.   Δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων πως οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν εισπράξει ποσά ως αποτέλεσμα πρόκλησης σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό. Σε κάθε περίπτωση, ένα τέτοιο συμπαγές συμπέρασμα σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο θα ήταν επισφαλές. Πέραν τούτου, οι Αιτητές δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε εισήγηση προς το Δικαστήριο ότι έχουν αμετάκλητα επιλέξει σε αυτό το στάδιο την απόδοση λογαριασμού έναντι των αποζημιώσεων. Επομένως, κρίνω ότι το έκτο αιτητικό δεν μπορεί να εγκριθεί.

102.   Με το έβδομο αιτητικό, οι Αιτητές ζητούν διάταγμα που να διατάζει τις Καθ’ ων η Αίτηση:

«…να τερματίσουν τη διεξαγωγή αθέμιτου ανταγωνισμού κατά των Εναγόντων μέσα από την πώληση, ή και διαφήμιση, ή και προώθηση ακινήτων μέσω της επωνυμίας και/ή ονόματος και/ή σήματος ‘4BUYANDSELL’ ή και του εμπορικού ονόματος ή και της λέξεως ή του σήματος ‘BUYSELL’ ή και του εμπορικό όνομα [sic] ή και εμπορικό σήμα ή και λέξη η οποία να είναι ταυτόσημη ή και να προσομοιάζει λεκτικά ή φωνητικά προς τα [sic]  προς το εγγεραμμένο σήμα των Εναγόντων…»

103.   Κρίνω ότι ούτε το πιο πάνω αιτητικό μπορεί να αποδοθεί, καθότι οι πρόνοιες είναι και πάλι ασαφείς. Οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν μπορούν να επιβαρυνθούν με την υποχρέωση να κρίνουν και να ερμηνεύσουν τις όποιες μελλοντικές περιστάσεις, ώστε να αποφανθούν κατά πόσο ‘διεξάγουν αθέμιτο ανταγωνισμό’ ή κατά πόσο χρησιμοποιούν επωνυμία που ‘προσομοιάζει’ με το σήμα των Εναγόντων. Σε περίπτωση που εγειρόταν ζήτημα μη συμμόρφωσης με ένα τέτοιο διάταγμα, θα μπορούσε κάλλιστα να προβληθεί και από τις δύο πλευρές εκτεταμένη επιχειρηματολογία ως προς το εύρος του διατάγματος. Ως ζήτημα αρχής, οι Καθ’ ων η Αίτηση δικαιούνται να γνωρίζουν τις ακριβείς πράξεις από τις οποίες πρέπει να απέχουν, χωρίς συναρτώμενη αναφορά σε γενικές ή νομικές ορολογίες.[61]

104.   Τα εναπομείναντα αιτητικά 1, 2, 3 και 4 έχουν διατυπωθεί στην παρούσα αίτηση ως εξής:

1.    «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει και/ή να απαγορεύει στους Καθ΄ων η αίτηση από την επίδοση του παρόντος διαταγμάτος σε αυτόν και/ή αντιπροσώπους τους και/ή εκπροσώπους του και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτούς να εμπορεύονται και/ή να προβάλλουν ως ιδιοκτησία τους την επωνυμία και/ή το όνομα και/ή το σήμα '4BUYANDSELL' και/ή να διαφημίζονται και/ή να εμπορεύονται και/ή να δραστηριοποιούνται υπό την επωνυμία και/ή το όνομα και/ή το σήμα 4BUYANDSELL' και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να χρησιμοποιούν την επωνυμία και/ή το όνομα και/ή το σήμα '4BUYANDSELL' κατά οποιονδήποτε τρόπο η οποία επωνυμία και/ή όνομα και/ή σήμα '4BUYANDSELL' το οποίο αποτελεί ιδιοκτησία των Εναγόντων δεόντως εγγεγραμμένο ως εμπορικό σήμα και/ή επωνυμία και/ή όνομα στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαικής Ένωσης.

2.    Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει και/ή να απαγορεύει στους Καθ΄ων η αίτηση από την επίδοση του παρόντος διαταγμάτος σε αυτόν και/ή αντιπροσώπους του και/ή εκπροσώπους τους και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτούς ή και τελούν υπό τις εντολές των Εναγομένων, να σταματήσουν και/ή να τερματίσουν την παράνομη και/ή μη εξουσιδιοτημένη χρήση και/ή το όνομα και/ή επωνυμία και/ή σήμα '4BUYANDSELL' των Εναγόντων υπ' αρ. 004038832 εγγεγραμμένο στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαικής Ένωσης.

3.    Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγομένους ή οιονδήποτε τούτων είτε διά των διευθυντών, ή και αξιωματούχων, ή και υπηρετών, ή και υπαλλήλων, ή και πρακτόρων, ή και μέσω προσώπων ενεργούντων υπό τον έλεγχον, ή και τα οποία τελούν κάτω από τις εντολές των Εναγομένων, να μη χρησιμοποιούν το εμπορικό σήμα "4BUYANDSELL’, ή και το εμπορικό όνομα ή λέξη ή σήμα, 'BUYSELL' ως μέρος της ετικέτας ή και του σήματος ή και της ονομασίας με την οποίαν πωλούν ή και διαφημίζουν ή και προωθούν ακίνητα ή και προωθούν επενδύσεις ή και άλλως πως.

4.    Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγομένους, ή οιονδήποτε τούτων, είτε διά των διευθυντών, ή και αξιωματούχων, ή και υπηρετών, ή και υπαλλήλων, ή και πρακτόρων, ή και μέσω προσώπων ενεργούντων υπό τον ελέγχον, ή και τα οποία τελούν κάτω από τις εντολές των Εναγομένων, να σταματήσουν διαφημίζοντες ακίνητα προς πώληση και/ή επενδύσεις ακινήτων και/ή άλλως πως υπό το όνομα και/ή επωνυμία και/ή σήμα '4BUYANDSELL', ή και του εμπορικού ονόματος ή και της λέξεως ή του σήματος, 'BUYSELL', σε έντυπο υλικό, ή και σε άλλου είδους υλικό, ή και σε έντυπα, ή και σε πινακίδες, ή και σε πλαστικό υλικό και/ή σε ηλεκτρονική μορφή και/ή στο διαδίκτυο και/ή σε ιστοσελίδα ή και σε οποιοδήποτε υλικό διαφημίσεως, ή και προωθήσεως.»

Δ. Κατάληξη

105.   Τα πιο πάνω αιτητικά 1, 2, 3 και 4 στο μεγαλύτερο μέρος τους αλληλεπικαλύπτονται. Λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό των διαταγμάτων που επιζητούν οι Αιτητές, τα περιστατικά της υπόθεσης, αλλά και την ανάγκη έκδοσης σαφών διατακτικών με τα οποία οι Καθ’ ων η Αίτηση θα είναι σε θέση να συμμορφωθούν, εκδίδονται τα πιο κάτω Διατάγματα:

(Α) Διάταγμα που να απαγορεύει στις Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους τους και/ή στους εκπροσώπους τους και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτές να εμπορεύονται και/ή να προβάλλουν την επωνυμία και/ή το όνομα και/ή το σήμα '4BUYANDSELL' και/ή να διαφημίζονται και/ή να δραστηριοποιούνται υπό την επωνυμία και/ή το όνομα και/ή το σήμα 4BUYANDSELL' και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να χρησιμοποιούν την επωνυμία και/ή το όνομα και/ή το σήμα '4BUYANDSELL' ως μέρος της ετικέτας ή και του σήματος ή και της ονομασίας με την οποίαν πωλούν ή και διαφημίζουν ή και προωθούν ακίνητα ή επενδύσεις.

(Β) Διάταγμα που να διατάζει τις Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2, είτε διά των διευθυντών, ή και αξιωματούχων, ή και υπηρετών, ή και υπαλλήλων, ή και πρακτόρων, ή και μέσω προσώπων ενεργούντων υπό τον ελέγχο, ή και τα οποία τελούν κάτω από τις εντολές των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και/ή 2, να σταματήσουν να διαφημίζουν ακίνητα προς πώληση και/ή επενδύσεις ακινήτων υπό το όνομα και/ή επωνυμία και/ή σήμα '4BUYANDSELL' σε έντυπο υλικό, ή και σε άλλου είδους υλικό ή και σε πινακίδες ή και σε πλαστικό υλικό και/ή σε ηλεκτρονική μορφή και/ή στο διαδίκτυο και/ή σε ιστοσελίδα και/ή σε οποιοδήποτε υλικό διαφημίσεως και/ή προωθήσεως.

Ο χρόνος συμμόρφωσης  των Καθ'  ων η Αίτηση 1 και 2 καθορίζεται σε 45 ημέρες από την επίδοση του Διατάγματος. Τα πιο πάνω Διατάγματα παραμένουν σε ισχύ μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

106.   Δυνάμει του εδαφίου (2) του Άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα «υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov». Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφανθεί κατά πόσο θα επιβάλει εγγύηση στους επιτυχόντες Αιτητές, για κάλυψη τυχόν ζημιών που μπορεί να προκληθούν εξαιτίας τυχόν χορήγησης του διατάγματος επί ανεπαρκών λόγων.[62] Επισημαίνω ότι οι ίδιοι οι Αιτητές εξέφρασαν μέσω της Ε/Δ ΦΝ ετοιμότητα να παράσχουν μια τέτοια εγγύηση.

107.   Αφού έλαβα υπόψη μου τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τη δραστικότητα αλλά και την αναγκαία επεμβατικότητα των εκδοθέντων Διαταγμάτων, επιβάλλεται όρος όπως πριν απο τη σύνταξη του Διατάγματος οι Αιτητές καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Τραπεζική Επιταγή (bankers draft) ύψους 30.000, για οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστούν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 κατά την εκτέλεση του Διατάγματος, αν διαφανεί ότι το Διάταγμα βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων. Σε περίπτωση που οι Αιτητές παραλείψουν να προβούν στην παροχή της ρηθείσας εγγύησης εντός 2 μηνών από την έκδοση της παρούσας απόφασης, τα πιο πάνω Διατάγματα ακυρώνονται.

108.   Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Νίκος Οδυσσέα v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[2] Μητσοπούλου v Themis Portfolio Management Holdings Ltd Π.E60/2018 ημερ. 9/2/2024: «Αν η εφεσείουσα είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το Δικαστήριο έσφαλλε και ότι στην πραγματικότητα αυτή η υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε και θα έπρεπε ως εκ τούτου η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος να παραμεριστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όφειλε, όχι μόνον να θέσει το θέμα στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε, αλλά πολύ περισσότερο, να παραθέσει την επί τούτου νομική επιχειρηματολογία κατά την τελική της αγόρευση. Η δε παράλειψη της να το πράξει, όπως πολύ ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της αιτούμενης θεραπείας» βλ. επίσης Σε ότι αφορά ττην εταιρεία First Ukranian Development Limited Αρ. Εταιρείας 6/08,  ημερ. 10/12/2023 «Αν και ο έκτος λόγος ένστασης, ο οποίος άπτεται της ορθότητας της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης, δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ’ ου η αίτηση και, επομένως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκε, σημειώνεται ότι υπό το φως των πιο πάνω θεσμών προκύπτει ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ορθή»

[3] Θεοδοσιάδου v Themis Portoflio Management Holdings Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. Ε51/2022 ημερ. 3/2/2023. Βλ.επίσης Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 CLR 557: «There is no reason in principle or on authority to interpret "a serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32(l) - Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra.»

 

[4] Hazlewood Investment v Manuel Π.Ε. Ε14/2017 και Ε209/2017 ημ. 16/7/2019

[5] Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 ΑΑΔ 201, 207

[6]Διατάγματα (Ερωτοκρίτου & Αρτέμης, Πρώτη Έκδοση Σ. Λειβαδιώτη Λτδ) σελ.128:“Εκείνο που προκύπτει από την καθοδήγηση στην Odysseos είναι ότι ούτε εδώ το επίπεδο είναι πολύ ψηλό, γιατί δεν αναμένεται από το δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι’αυτό είναι είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το Δικαστήριο απο τα ενώπιον του στοιχεία, μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας” 

[7] Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1Α ΑΑΔ 253 «Στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- …if the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success….Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.»

[8] Κ.Ζ. v K.K. Π.Ε.118/2024 ημερ. 28/1/2026: «Αφ' ης στιγμής λοιπόν προβάλλονταν διιστάμενοι ισχυρισμοί, ορθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης αφού συνεκτίμησε την παρουσιασθείσα από τους διαδίκους μαρτυρία, χωρίς όμως να καταλήγει σε τελικά ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων.  Όπως συγκεκριμένα αναφέρει στην απόφαση του, «δεν θα καταλήξει σε ευρήματα στα πιο πάνω διαφιλονικούμενα θέματα τα οποία αποτελούν την ουσία της υπόθεσης». Θεωρούμε ορθό να υπομνήσουμε τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων (Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά (2014) 1 Α.Α.Δ. 1665).»

[9] Ε/Δ ΦΝ παρ. 36.

[10] Addidas v Jonitexo (1987) 1 CLR 383: «Our caselaw suggests that s. 35 not only it reproduces the corresponding English tort, but has the same range of application as this tort finds in England.»

[11] «Πρόσωπo τo oπoίo απoμιμoύμεvo τηv επωvυμία, τo χαρακτηρισμό, τo σήμα ή τηv επιγραφή αγαθώv ή άλλως πως, πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει ώστε oπoιαδήπoτε αγαθά vα εκληφθoύv ως αγαθά άλλoυ πρoσώπoυ, με τρόπo o oπoίoς εvδέχεται vα oδηγήσει συvήθη αγoραστή στηv πεπoίθηση ότι αγoράζει αγαθά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ: Νoείται ότι καvέvας δεv διαπράττει αστικό αδίκημα για μόvo τo λόγo ότι χρησιμoπoιεί τη δική τoυ επωvυμία σε σχέση με τηv πώληση αγαθώv.»

[12] «The three necessary elements of a claim for passing off, as restated by the House of Lords, are: (1) that the claimant's goods or services have acquired a goodwill in the market and are known by some distinguishing name, mark or other indicium; (2) that there is a misrepresentation by the defendant (whether or not intentional) leading or likely to lead the public to believe that goods or services offered by the defendant are goods or services of the claimant; and (3) that the claimant has suffered or is likely to suffer damage as a result of the erroneous belief engendered by the defendant's misrepresentation. The restatement of the elements of passing off in the form of this classical trinity has been preferred as providing greater assistance in analysis and decision than the formulation of the elements of the action previously expressed by the House. This statement, like the House's previous statements, should not, however, be treated as akin to a statutory definition or as if the words used by the House constitute an exhaustive, literal definition of 'passing off', and in particular should not be used to exclude from the ambit of the tort recognised forms of the action for passing off which were not under consideration on the facts before the House.»

[13] CTO Public Company Ltd  κ.α. v ΒΑΤ (Cyprus) Limited (2012) 1 A.A.Δ. 178: «Ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Advocaat συμπέρανε ότι, για μια επιτυχημένη αγωγή αθέμιτου ανταγωνισμού, πρέπει να υπάρχουν πέντε χαρακτηριστικά στοιχεία: 1.  ψευδής παράσταση, 2.  που γίνεται από έμπορο κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, 3.  σε πιθανούς καταναλωτές ή τον τελικό καταναλωτή αγαθών ή υπηρεσιών προσφερόμενων απ' αυτόν (τον έμπορο), 4.  με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην επιχείρηση ή την εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (υπό την έννοια του ότι αυτό είναι εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και 5.  η οποία (ψευδής παράσταση) προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή την εμπορική εύνοια του εμπόρου-ενάγοντα ή είναι πιθανόν να προκαλέσει τέτοια ζημιά.» Βλέπε επίσης, Μ&CH Mitsingas Trading Ltd v The Timberland (1997) 1 A.A.Δ. 1791, Addidas v Jonitexo (1987) 1 CLR 383, Demades Overseas Ltd v Studio MA.ST Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 799.

[14] Demades Overseas (ανωτέρω): «το έμβλημα, όνομα ή άλλα χαρακτηριστικά πάνω στα οποία βασίζεται ο ενάγων είναι σε όλους καλώς γνωστά σε σχέση με μια επιχείρηση στην οποία έχει εμπορική εύνοια, ή με αγαθά που σχετίζονται με εκείνη την επιχείρηση και είναι διακριτικά εκείνων των αγαθών ή εκείνης της επιχείρησης». 

[15] Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ v Regis Milk Industries Ltd  Π.Ε. 127/2020 ημερ. 29/9/2021.

[16] Halsbury’s Laws of England (Volume 80 (2020)) παρ. 807, 807 και 810: «the goodwill of a business is the whole advantage of the reputation and connection formed with customers together with the circumstances, whether of habit or otherwise, which tend to make that connection permanent. It represents in connection with any business or business product the value of the attraction to customers which the name and reputation possesses… Goodwill is a species of personal property. It may, for example, be bought and soled, disposed of by will and charged…A distinction has been drawn between personal goodwill, which is merely the advantage of the recommendation of the owner of a business and of the use of his name, and local goodwill, which is attached to premises, and must be taken into account in calculating the value of such premises»

[17] Demades (ανωτέρω): «Σύμφωνα με τον Copinger (πιο πάνω), παρα. 752, κατά την προσαγωγή μαρτυρίας σε σχέση με εμπορική εύνοια και φήμη είναι επιτρεπτό για τον ενάγοντα να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου όχι μόνο μαρτυρία των διαφημιστικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων του αλλά επίσης και αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης που έχει διεξαχθεί με επιστημονικό τρόπο ανάμεσα στο κοινό.»

[18] Phones 4u Ltd and another v Phone4u.co.uk Internet Ltd and others [2006] EWCA Civ 244, παρ.33 «The Judge also went into a lot of detail about the evidence of a Mr Samuels concerning “brand awareness” in 1999 and a survey undertaken in 2001. The survey showed significant brand awareness, 3% unprompted, 19% prompted. The details do not matter. Seldom will this sort of evidence really assist in a passing off case - showing the court what was actually done to publicise the name or badge relied upon is the key evidence. Here it is enough that in 2001 very large numbers of people knew the name. Far more than that needed to establish a goodwill. As for the position in 1999, you simply do not need an expert to infer from all the proved use that “Phones 4u” must have been known to a substantial section of the public, particularly that portion of the public interested in mobile phones.»

[19] Halsbury's Laws of England (Volume 97A, 2021) παρ. 631 «The misrepresentation in a claim for passing off may be effected by an express statement, but more commonly it is implied in the defendant's use of a mark, trade name or get-up with which the goods or business of another are associated in the minds of the relevant class of the trade or public. Misrepresentation by the use of similar get-up has a wide ambit, extending sometimes to the shape, colour or packaging of goods themselves or to the use of similar decorations for premises, similar livery for vehicles and employees, similar advertising slogans or themes, similar telephone numbers or sound effects. Other ways in which the misrepresentation may be effected are by substituting other goods in response to an order for the claimant's goods in circumstances when it is not obvious to the customer receiving the goods that substitution has taken place, or by physically annexing or associating the defendant's goods to or with the claimant's goods, or by substituting a service or process employing other materials or machinery in response to a demand for the claimant's service or process, or by an agent who has been selling his principal's goods or services introducing new lines of goods or services of his own in such a way as to represent that they are from the same source.»

[20] Παπαχρυσοστόμου v Παπαχρυσοστόμου (1992) 1 ΑΑΔ 389: «Είναι ορθό ότι ο ρόλος του δικαστηρίου ως κριτή του βαθμού ομοιότητας μεταξύ εμπορικών επωνυμιών και των επιπτώσεων της είναι αποφασιστικής σημασίας· και δεν ανατρέπεται εύκολα εκτός σε ξεκάθαρες περιπτώσεις που μπορεί να καταδειχθεί ότι η σχετική διακριτική εξουσία του δικάσαντος δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα. Berlei (U.Κ.)Ltd. v. Bali Brassiere Co. [1969] 2 All E.R. 812 και Pirie & Son's Application [1933] All E.R. Rep. 956. Η υπό κρίση απόφαση, που μάλιστα λήφθηκε από διμελές δικαστήριο, είναι ακλόνητη. Η διαφοροποίηση που υπάρχει ανάμεσα στις δύο επωνυμίες είναι επαρκής στη συνολική ηχητική και οπτική εντύπωση που προκαλούν.»

[21] Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), παρ. 635 «Normally the misrepresentation in a claim for passing off is made to customers of the claimant or to ultimate consumers of goods or services supplied by him1. The misrepresentation may, however, be made to other persons, such as other members of the trade or the claimant's suppliers»

[22] CTO Public Company Ltd (ανωτέρω)

[23] Taittinger and others v Allbev Ltd and others [1994] 4 All ER 75: «I have no doubt that erosion of the distinctiveness of a name or mark is a form of damage to the goodwill of the business with which the name is connected. There is no clearer example of this than the debasing of the name “Champagne” in Australia as a result of its use by local wine makers.' By parity of reasoning it seems to me no less obvious that erosion of the distinctiveness of the name champagne in this country is a form of damage to the goodwill of the business of the champagne houses… It seems to me inevitable that if the defendants, with their not insignificant trade as a supplier of drinks to Sainsbury and other retail outlets, are permitted to use the name 'Elderflower Champagne', the goodwill in the distinctive name champagne will be eroded with serious adverse consequences In my judgment therefore the fifth characteristic identified in the Advocaat case is established…Ι would therefore grant an injunction to restrain the defendants from selling, offering for sale, distributing and describing, whether in advertisements or on labels or in any other way, any beverages, not being wine produced in Champagne, under or by reference to the word champagne.»

[24] Motor Manufacturers' and Traders' Society, Ltd v Motor Manufacturers' and Traders' Mutual Insurance Co, Ltd [1925] All ER Rep 616: «For the purposes of this judgment it is sufficient to state that it is well established that a court of equity will protect the business reputation enjoyed by any person or corporation against tangible risk or probability of injury just as it will protect any other property of such person or corporation against any such risk or probability. One of the ways in which a business reputation may be injured is by the appropriation by a stranger of part of such reputation. Such appropriation may be brought about by the adoption of a name which suggests that the person or corporation adopting it is in some way connected or associated with the person or corporation enjoying the reputation. Damage or likelihood of damage to property is the gist of all such actions, and unless a plaintiff can prove that his credit or business reputation has suffered damage or that there is a tangible risk or probability of his credit or business reputation suffering damage no action will lie. In cases of fraud the court will readily assume that the defendant has succeeded or will succeed in accomplishing that which he has set himself to accomplish, and in such a case the onus of proof of damage or of likelihood of damage is, speaking generally, not heavy. Where, however, there is no fraud and where a plaintiff company has adopted a purely descriptive name, the onus of proving that another company, by adopting a somewhat similar descriptive name, is exposing the credit or business reputation of the former company to risk or probability of injury is, in my opinion, a very heavy one, and in such a case the court must take care not to exercise its jurisdiction so as to confer upon the plaintiff company a monopoly greater than that to which it is entitled.»

[25] Burberrys v JC Cording & Co Ltd  (1909) 26 RPC 693 at 701 : If the word or name is prima facie descriptive or be in general use, the difficulty of establishing the probability of deception is greatly increased. Again, if the person who seeks, the injunction has not used the word or name simply for the purpose of distinguishing his own goods from the goods of others, but primarily for the purpose of denoting or describing the particular kind of article to which he has applied it, and only secondarily, if at all, for the purposes of distinguishing his own goods, it will be more difficult for him to establish the probability of deception. But whatever be the nature of history of the word or name, in whatever way it has been used, either by the person seeking the injunction or by others, it is necessary. where there has been no actual deception, to establish at least a reasonable probability of deception. In such cases the action is, in effect, a quia timet action, and unless such reasonable probability be established, the proper course is, in my opinion, to refuse an injunction, leaving the plaintiff to his remedy if cases of actual deception afterwards occur.

[26] Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), παρ. 646 «It is possible for a word or phrase which is wholly descriptive of the goods or services concerned to become so associated with the goods or services of a particular trader that its use by another trader is capable of amounting to a representation that his goods or services are those of the first trader. In these circumstances it is sometimes said that, although the primary meaning of the words is descriptive, they have acquired a secondary meaning as indicating the products of a particular trader and no other. However, a trader who seeks to prove that words which are prima facie descriptive have acquired such a secondary meaning faces a heavy burden, and the fact that such words, if used on their own without differentiation or explanation, will deceive does not mean that they cannot fairly be used with distinguishing words or in a context where their meaning is descriptive»

[27] Τεκμήρια 10 και 11 της Ε/Δ ΦΝ.

[28] Ε/Δ Κ.Α.2. παρ. 17.2.

[29] CTO Public Company Ltd (ανωτέρω): «Στην παρούσα υπόθεση, αναφορικά με τη μη αποκάλυψη της εγγραφής του εμπορικού σήματος των εφεσειόντων, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν ήταν τόσο ουσιώδες, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα αλλά και η μονομερής αίτηση για προσωρινό διάταγμα δεν βασίζονταν σε οποιαδήποτε παραβίαση εμπορικού σήματος, αλλά στο αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού ή αντιποίησης αγαθών (passing off). Είναι θεμελιωμένη αρχή του κοινού δικαίου ότι η εγγραφή εμπορικού σήματος δεν συνιστά υπεράσπιση σε αγωγές για αθέμιτο ανταγωνισμό (Δέστε: Van Zeller v. Mason, Cattley [1907] 25 R.P.C. 37, Lyle & Kinahan [1907] 24 R.P.C. 249 και Eli Lilly v. Chelsea Drug [1966] R.P.C. 14 και Kerly's Law of Trade Marks and Trade Names, 13η έκδοση, παραγ. 14-35 και 14-276, σελ. 426-427 και 524, αντίστοιχα).»

[30] Ε/Δ Κ.Α.2 παρ. 1.

[31] «Ένας διευθυντής δεν φέρει προσωπική ευθύνη για ένα αστικό αδίκημα που είχε διαπραχθεί από την εταιρεία του, εκτός αν ο ίδιος είχε δώσει προς τούτο με σκόπιμο ή αμελή τρόπο οδηγίες έτσι που να παρουσιάζεται ότι η πράξη ήταν δική του και όχι της εταιρείας, δεν ήταν η ορθή. Και τούτο γιατί η πιο πάνω θεώρηση ήταν πολύ γενικής μορφής και γιατί κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται μέσα στα δικά της περιστατικά. Όπως τονίστηκε από το Δικαστή Slade: "The authorities, as I have already indicated, clearly show that a director of a company is not automatically to be identified with his company for the purpose of the law of tort, however small the company may be and however powerful his control over its affairs. Commercial enterprise and adventure is not to be discouraged by subjecting a director to such onerous potential liabilities.  In every case where it is sought to make him liable for his company's torts it is necessary to examine with care what part he played personally in regard to the act or acts complained of…is it the law of England that a director of a company who has authorised, directed and procured the commission by the company of a tort of the nature specified in s I(2) of the Copyright Act 1956 can in no circumstances be personally liable to the injured party unless he directed or procured the acts of infringement in the knowledge that they were tortious, or recklessly, without caring whether they were tortious or not?...For my part, I have no hesitation in answering this question. No

[32] Κυρίσαββα ν. Κίζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245.

[33] Όξυνος v Λου (2011) 1 ΑΑΔ 1066: «η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.

[34] The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1Β Α.Α.Δ. 1179: «Στη θεώρηση αιτήματος για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, για την αποτροπή αντιποίησης εμπορευμάτων, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι ιδιομορφίες του δυσμενούς επηρεασμού από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Όπως υποδείξαμε στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co of USA, (ανωτέρω), σε συνάρτηση με τα αποφασισθέντα στην Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αδυναμία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση του αθέμιτου ανταγωνισμού.  Το ακόλουθο απόσπασμα κατοπτρίζει τη θέση μας:- (σελ. 8) «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Όπως αποφασίστηκε στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co OF USA, (ανωτέρω), έτσι και στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνουμε ότι, δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσείοντες, με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας, η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίστατο επείγον ζήτημα, λόγω της φύσης των παραβιάσεων και των άμεσων ζημιογόνων επιδράσεων στα δικαιώματά τους.»

[35] CTO Public Company Ltd (ανωτέρω): «Είναι θεμελιωμένο ότι σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι συνήθως δύσκολο ή αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά, στη φήμη και την εμπορική εύνοια, που μπορεί να προκληθεί στον ενάγοντα και ως εκ τούτου σε τέτοιες υποθέσεις, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις, συνήθως εκδίδονται παρεμπίπτοντα διατάγματα.»

[36] Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), παρ. 643 και 644.

[37] Αναφορικά με την αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Αίτηση 41/2023 ημερ. 4/7/2023

[38] Halsbury’s Laws of England (Volume 11 (2020), paras 1–496): «Unless the material available to the court at the hearing of the application for an interim injunction fails to disclose that the claimant has any real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial, the court should go on to consider whether the balance of convenience lies in favour of granting or refusing the interim relief that is sought. In order to determine where the balance of convenience lies the court must weigh two matters. The first is to protect the claimant against injury by violation of his rights for which he could not be adequately compensated in damages recoverable in the action if the uncertainty were resolved in his favour at the trial. The second matter is the defendant's need to be protected against injury resulting from his having been prevented from exercising his own legal rights for which he could not be adequately compensated under the claimant's undertaking in damages if the uncertainty were resolved in the defendant's favour at the trial. Where there is a clear breach the question of the balance of convenience does not arise. Where the grant or refusal of an interim injunction will have the practical effect of putting an end to the action the degree of likelihood that the claimant would have succeeded in establishing his right to an injunction if the action had gone to trial is a factor to be brought into the balance by the judge in weighing the risks that injustice may result from his deciding the application one way rather than the other.»

[39] Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/2018, ημερ. 21.3.19:«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. »

[40] Morea Investments Ltd v VTB DC LLC Π.Ε. 19/2019, ημερ. 20/3/2026: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τις διαβλεπόμενες επιπτώσεις στους διαδίκους από την οριστικοποίηση ή μη του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ισοζυγίζοντας τα ενώπιον του στοιχεία. Έκρινε ότι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν αποξενωνόταν το ποσό των δικηγορικών εξόδων της διαιτησίας έγερνε το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ των Εφεσιβλήτων, με το ποσό να παραμένει δεσμευμένο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους (βλ. Ευστρατίου ν. Dikran Ouzounian and Company Ltd (2014) 1(A) A.A.Δ.212). Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εντός των νόμιμων πλαισίων και δεν υπάρχει λόγος παρέμβασης μας.»

[41] Κ.Ζ. v K.K. Πολιτική Έφεση Αρ.: E118/2024 ημερ. 28/1/2026

[42] Halsbury's Laws of EnglandCopyright (Volume 23 (2023)), παρ. 831: «…Where the balance is more or less even, the court should seek to preserve the status quo and may take into account the relative strength of each party's case as disclosed in the affidavit evidence. An interim injunction may be granted where the claimant is only an exclusive licensee or has only an equitable title. The defendant, if injured as the result of the injunction, will be entitled to compensation by virtue of the undertaking as to damages by the claimant which is an invariable term of the granting of an interim injunction».

[43] Garden Cottage Foods Ltd v Milk Marketing Board [1983] 2 All ER 770: «The status quo is the existing state of affairs; but since states of affairs do not remain static this raises the query: existing when? In my opinion, the relevant status quo to which reference was made in the American Cyanamid case is the state of affairs existing during the period immediately preceding the issue of the writ claiming the permanent injunction or, if there be unreasonably delay between the issue of the writ and the motion for an interlocutory injunction, the period immediately preceding the motion. The duration of that period since the state of affairs last changed must be more than minimal, having regard to the total length of the relationship between the parties in respect of which the injunction is granted; otherwise the state of affairs before the last change would be the relevant status quo».

[44] Bacardi & Co. Ltd ν. Vinco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788: «Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another (1979) F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.»

[45] Ε/Δ ΦΝ παρ. 36.

[46] Ε/Δ Κ.Α.2 παρ. 17.2, 26 & 29

[47] Ε/Δ Κ.Α. 2 παρ. 17.2. & 17.4.

[48] Ε/Δ Κ.Α.2 παρ. 17.4.

[49] Τεκμήριο 13 Ε/Δ Φ/Ν.

[50] Δημητρίου v Παρασκευάς Π.Ε. 55/2020 ημερ. 27/3/2026: «Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» (ανωτέρω), στις σελίδες 148 - 151 αναλύεται ο παράγοντας της καθυστέρησης και αναφέρεται ότι  η καθυστέρηση μπορεί να ληφθεί υπόψη σε διάφορα στάδια ανάμεσα στα οποία είναι και αυτό όπου το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα με παραπομπή στην Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd (2010) 1(A) Α.Α.Δ. 577. Σε αυτή την περίπτωση η καθυστέρηση έχει τη δική της ιδιαιτερότητα. Η καθυστέρηση δεν πρέπει να είναι παράλογη (Syn-Hi-Tek Electronics Ltd (Αρ. 1) (1997) 1(A) A.A.Δ. 73, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 280). Αν είναι ή όχι είναι θέμα βαθμού, δηλαδή κατά πόσο ο ενάγοντας ενήργησε ή όχι εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή τους λόγους που προβάλλει ο αιτητής για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση (όπως έκανε στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο). Όπου η καθυστέρηση είναι ουσιαστική και αδικαιολόγητη, ενδεχόμενα να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ώστε να αποτρέψει την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Κρίσιμο στοιχείο για την παραχώρηση ενδιάμεσης θεραπείας είναι ο χρόνος πληροφόρησης του ενάγοντος, για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία με παραπομπή στην Χριστοδούλου v. Vraets (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1475.»

[51] Αβερκίου v Κτηματική Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 222: «το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης.Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται.»

[52] Akis Express v C. Kakkouris Trading Co Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 149: « Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται.»

[53] Penderhill Holdings Ltd v Darya Abramchyk (2014) 1 ΑΑΔ 118: «Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 A.A.Δ. 2015 και Kουνούνα ν. F & A Simonos Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos (1969) 1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.»

[54] «Investar SPC Ltd v Investar Investments Ltd Π.Ε. 50/21 ημερ. 15/2/2024: Σημειώνουμε την ανάγκη διασφάλισης της σοβαρότητας του καθήκοντος των αιτούντων μονομερώς την εξασφάλιση διαταγμάτων για πλήρη αποκάλυψη, όμως είμαστε της άποψης ότι η εφαρμογή της αρχής σαρωτικά, ελλείψει υπαιτιότητας για την μη αποκάλυψη, δεν μπορεί να επενεργήσει ως αυτοτελής λόγος τιμωρίας για απόρριψη αίτησης η οποία εκδικάστηκε κατόπιν ακρόασης και των δύο πλευρών. Σε αυτήν την περίπτωση αυτοτελής λόγος απόρριψης της αίτησης αποτελεί μόνο η παράβαση του αξιώματος της επιείκειας όπως αιτητής προσέλθει με καθαρά χέρια.Προκύπτει και από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το αξίωμα για τα καθαρά χέρια (που περιλαμβάνει την υποχρέωση του αιτητή να μην παραπλανά το Δικαστήριο) εφαρμόζεται και στον διάδικο σε αιτήσεις που είναι εξαρχής δια κλήσεως.»

[55] Demades Overseas Ltd (ανωτέρω): «ο τύπος τέτοιου διατάγματος αποτελεί ένα πολύ πολύπλοκο ζήτημα.  Πρέπει να είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο έτσι που να δίνει σωστή προστασία στα δικαιώματα του ενάγοντα αλλά όχι με τέτοιο ευρύ τρόπο έτσι που αδίκως να περιορίζει τις δραστηριότητες του εναγομένου. Επομένως ο τύπος του διατάγματος θα είναι πολύ διαφορετικός στην περίπτωση ενός εξ ολοκλήρου διακριτικού λεκτικού εμβλήματος από τον τύπο ο οποίος είναι ο κατάλληλος σε μια πλήρως περιγραφική λέξη η οποία προκαλεί εξαπάτηση μόνο όταν χρησιμοποιείται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.  Όταν το επίδικο έμβλημα είναι εξ ολοκλήρου διακριτικό το διάταγμα συνήθως θα λάβει τον τύπο απόλυτης απαγόρευσης της χρήσης του σε σχέση με τα αγαθά ή την επιχείρηση»

[56] Halsbury's Laws of EnglandTrade Marks and Trade Names (Volume 97A (2021)), παρ760: «There are two alternative pecuniary remedies for trade mark infringement or passing off: (1) an inquiry as to damages; or (2) account of profits. Following judgment on the question of liability the claimant is given an election as to which remedy he prefers. It is possible for the court to refuse either remedy and instead to award nominal damages only, but it will do so only where it is very clear that there is no actual damage. An account of profits is an equitable remedy and on general principles may be refused or limited where the claimant is at fault in some way or where the defendant is blameless».

[57] Κωστοπούλλου κα. v Λοΐζου κ.α. (2005) 1 ΑΑΔ 576: «Η όλη πορεία της υπόθεσης ήταν όμως ανορθόδοξη και αντιφατική. Η θεραπεία του λογαριασμού, ως θεραπεία του δικαίου της επιείκειας (equitable remedy), παρέχεται όπου δεν είναι δυνατή, χωρίς πρώτα την απόδοση λογαριασμού, η απόδειξη του τι δικαιούται να λάβει ο ενάγων ο οποίος άλλως δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αποδείξει οτιδήποτε. Παρέχει με αυτή το δικαστήριο την ευχέρεια να διευκρινισθεί το πραγματικό υπόβαθρο ώστε να ακολουθήσει επ' αυτού ο υπολογισμός του νομικού δικαιώματος, συμπληρώνοντας και υποβοηθώντας έτσι το κοινοδίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε αυτό. Με την πρωτοβουλία των Εφεσειουσών και την ανοχή του Δικαστηρίου οι όροι αντεστράφησαν και η υπόθεση προωθήθηκε ως εάν το βασικό επίδικο θέμα να ήταν η απόδειξη της άλλης πτυχής της απαίτησης προς εξασφάλιση συγκεκριμένης απόφασης. Αυτοαναιρέθηκε έτσι η απαίτηση για λογαριασμό, για να επανέλθουν σε αυτή οι Εφεσείουσες και το Δικαστήριο όταν η προσπάθεια απόδειξης της ζημιάς απέτυχε, ως η απόδοση λογαριασμού να ήταν πλέον εναλλακτική θεραπεία. Αυτό όμως δεν μπορούσε και δεν μπορεί πλέον να γίνει, αφού άλλη ήταν η επιλεγείσα πορεία. Απόδοση λογαριασμού σε αυτό το στάδιο θα ισοδυναμούσε με παραγνώριση των προηγηθέντων και παροχή δεύτερης ευκαιρίας στις Εφεσείουσες να λάβουν εκείνο το οποίο οι ίδιες επέλεξαν να αποδείξουν με μαρτυρία χωρίς τη βοήθεια του Δικαστηρίου στη λήψη λογαριασμού ως του πρώτου και αναγκαίου βήματος προς είσπραξη του λαβείν τους.»

[58] Halsbury's Laws of England, Equitable Jurisdiction (Volume 47 (2021), παρ. 106: «…All divisions of the High Court have jurisdiction to give damages, and hence a claimant has the option either to have an account of profits or to have damages, but he cannot have both. If he takes an account of profits, he condones the infringement»

[59] Αβαρτζής v Pavlova Π.Ε. 371/2012 ημερ. 13/11/2018: «Για το θέμα των αποζημιώσεων  δεν προσκομίστηκε καμιά μαρτυρία πρωτόδικα από πλευράς εφεσείοντα σ' όσον αφορά τη ζημιά του από τη μη μεταβίβαση του ποσοστού του 20% επί του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών του ομίλου Emerald.  Δεν τέθηκε επίσης μαρτυρία ως προς το ότι με την απόδοση λογαριασμών είναι δυνατός ο  υπολογισμός της.   Διάταγμα για απόδοση εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων ή λογαριασμών («action on account») εκδίδεται με φειδώ και στη βάση των αρχών της επιείκειας όταν άλλη θεραπεία είναι ανεπαρκής.  Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του F. H. Lawson Remedies of English Law στη σελ. 177: «The law relating to account has many dark corners which have not been illuminated in the books or in the course of litigation; and it seems that more use might with advantage be made of the remedy.» Η απόδοση λογαριασμών, κατ' εξοχήν θεραπεία της επιείκειας, συνιστά μέτρο με στόχο την προς τον ενάγοντα πρόσδοση πλήρους και αποτελεσματικής θεραπείας όπως στις περιπτώσεις, αντιποίησης, ή αντιγραφής σημάτων, σχεδίων κτλ.  Ενδείκνυται επίσης και στις περιπτώσεις ορθής εφαρμογής καταπιστευμάτων και σε διαφορές μεταξύ συνεταίρων, διάρρηξης εμπιστοσύνης κ.ά.  Αρχικά περιορισμένη στον τομέα των αστικών δικαιωμάτων και αδικοπραγιών, εξελίχθηκε ώστε να αποδίδεται, στις κατάλληλες περιπτώσεις και με περίσκεψη, και στη διάρρηξη συμβολαίων ή συμφωνιών, ως η πλέον αρμόζουσα θεραπεία, πιο ικανοποιητική από τις αποζημιώσεις  (Βλ. την ανάλυση που γίνεται στην Attorney General ν. Blake [2001] A.C. 268). Εδώ είναι φανερό ότι ελλείπουν εκείνα τα δεδομένα που θα έδιδαν τη νομική διέξοδο στον εφεσείοντα να διεκδικούσε βάσιμα τη θεραπεία της απόδοσης λογαριασμών.»

[60] Halsbury's Laws of EnglandTrade Marks and Trade Names (Volume 97A (2021)), παρ760: «It is the usual practice in trade mark and passing off cases for the claimant to claim an inquiry as to damages or an account of profits at his election and for there to be a split trial between liability and quantum. This is particularly convenient in this class of case where the primary remedy is an injunction and where quantifying damages or profits may be difficult. If a case were to arise where it was sensible to deal with the claim for pecuniary relief at the same time as trial, the claimant would have to elect between damages or an account at an earlier stage.»

[61] Commercial Fraud in Civil Practice (2nd ed, Paul McGrath QC), παρ. 24.25: «Any order, whether it be mandatory or prohibitory in nature, must be clear and unambiguous in its terms. The respondent or third party is entitled to know precisely what he is required to do, alternatively what he must refrain from doing. He is entitled to know what is required 'not as a matter of law but as a matter of fact’.  This point carries even more importance if it is to be said that a breach of the order is a contempt of court. "The person or persons affected must know with complete precision what it is that they are required to do or abstain from doing. As Lord Hope stated: 'an injunction must always be expressed with precision and with clarity. As Lord Deas put it in a Scottish case, if an injunction is to be granted at all, it must be in terms so plain that he who runs may read..»

[62] Δέσπω Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφεση 354/13, ημερομηνίας 4.12.15.: «Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο  και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν,  όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ' αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη (2009) 1 Α.Α.Δ. 317,  το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ' αυτούς των διαταγμάτων.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο