ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1136/2023
ΜΕΤΑΞΥ:
ΜΑΡΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ενάγουσας / Αιτήτριας
και
1. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
2. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
Εναγομένων / Καθ’ ων η Αίτηση
Ημερομηνία: 23/3/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα. Λουτμίλα Κώστα για Μιχαηλίδης & Παντελή Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1 / Καθ’ ων η Αίτηση 1: Γεώργιος Λ. Σαββίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε
Για Εναγόμενους 2 / Καθ’ ων η Αίτηση 2: κα. Ελίνα Λοΐζου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(αίτηση ημερ. 6/3/2025 για προσθήκη Εναγομένου και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης)
Α. Εισαγωγή
1. Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια επιζητεί διάταγμα Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσθήκη του Δρ. [ ] (‘ΚΚ’) στον τίτλο της αγωγής ως Εναγόμενου 3. Επίσης, επιζητεί τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, ώστε να εισαγάγει λεπτομέρειες αμέλειας του ΚΚ, αλλά και να προσθέσει περαιτέρω ισχυρισμούς, στους οποίους γίνεται λεπτομερής αναφορά κατωτέρω. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας (‘Ε/Δ ΜΙ’). Η νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Δ.9 Θ.10 και την Δ.25.
2. Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1(‘Κ.Α.1’) δεν έφεραν ένσταση. Οι Καθ΄ων η Αίτηση 2 (‘Κ.Α.2’) καταχώρισαν ειδοποίηση ένστασης ημερ. 30/5/2025, προβάλλοντας 14 λόγους ένστασης. Η ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ελένης Δαλίτου (‘Ε/Δ ΕΔ’).
3. Δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης. Επί της ουσίας, οι Κ.Α.2 προβάλλουν ότι η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα και με κακοπιστία, τα γεγονότα στα οποία εδράζεται ήταν γνωστά προ της καταχώρισης της αγωγής, εισάγονται νέα θέματα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν δικαιολογείται η προσθήκη του προτεινόμενου Εναγομένου, ενώ η Ε/Δ ΜΙ είναι ασαφής λόγω διαζεύξεων.
4. Κατωτέρω καταγράφονται περιληπτικά οι δικογραφημένες θέσεις των μερών. Ακολούθως, το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις και στη συνέχεια, οι προϋποθέσεις που προκύπτουν από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και την περιβάλλουσα νομολογία για έγκριση της παρούσας αίτησης. Έπειτα, θα εξεταστούν τα εγειρόμενα ζητήματα με τη σειρά που το Δικαστήριο κρίνει ορθή για τις ανάγκες αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης.
Β. Σύνοψη της δικογραφίας
5. Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι περί τις 15/4/2022 κινείτο πεζή επί πεζοδρομίου στην επαρχία Λεμεσού. Το πεζοδρόμιο ήταν κατεστραμμένο, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να χάσει τον έλεγχό της, να πέσει στο έδαφος και να υποστεί τραυματισμούς. Επιρρίπτει ευθύνη στους Κ.Α.1. παραθέτοντας λεπτομέρειες αμέλειας σε σχέση με την παράλειψη των Κ.Α.1. να συντηρήσουν το πεζοδρόμιο, αλλά και να λάβουν αναγκαία μέτρα ώστε να προειδοποιήσουν και να προφυλάξουν την Αιτήτρια από τον κίνδυνο.
6. Συνεπεία του ατυχήματος η Αιτήτρια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Επιρρίπτεται ευθύνη στους Κ.Α.2, με λεπτομέρειες αμέλειας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν εκτιμήθηκε ορθά η κατάστασή της και δεν ενημερώθηκε ότι διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο σε περίπτωση που δεν υποβαλλόταν σε χειρουργική επέμβαση. Τοποθετήθηκαν πηχεοκαρπικοί γύψοι με τέτοιο τρόπο και χωρίς χειρουργική επέμβαση, με αποτέλεσμα τα κατάγματα να πορωθούν σε πλημμελή θέση. Έτσι, η Αιτήτρια υπέστη πόνους, ταλαιπωρία και μείωση του εύρους της κίνησής της. Συνεπεία των πιο πάνω, η Αιτήτρια επιζητεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.
7. Με την Υπεράσπιση των Κ.Α.1 προβάλλεται άρνηση ευθύνης. Οι Κ.Α.1 δικογραφούν ότι το πεζοδρόμιο ήταν σε καλή κατάσταση, ενώ αποτελούσε μέρος κυβερνητικού συνοικισμού που δεν παραχωρήθηκε στους Κ.Α.1.
8. Οι Κ.Α.2 παραδέχονται ότι αποτελούν πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ότι ανέλαβαν τη λειτουργία, διαχείριση και εποπτεία των δημόσιων νοσηλευτηρίων, περιλαμβανομένου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Αρνούνται, όμως, ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη. Ισχυρίζονται ότι δεν ήταν εκ προστήσεως υπεύθυνοι για την κατ’ ισχυρισμό αμέλεια που καταλογίζεται στους υπαλλήλους και στον επί καθήκοντι ιατρό, ο οποίος περιέθαλψε την Αιτήτρια. Σε κάθε περίπτωση, αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια.
9. Ειδικότερα, οι Κ.Α.2 δικογραφούν ότι περί τις 15/4/2022 η Αιτήτρια μετέβη στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Αρνούνται κάθε λεπτομέρεια αμέλειας και παραθέτουν λεπτομερείς ισχυρισμούς ως προς τις δέουσες ενέργειες του προσωπικού και την πλήρη περίθαλψη που παρασχέθηκε στην Αιτήτρια. Δικογραφείται ότι η Αιτήτρια εξετάστηκε από τον ΚΚ, ήτοι τον επί καθήκοντι ορθοπεδικό χειρουργό. Ο ΚΚ επεξήγησε στην Αιτήτρια τη σοβαρότητα του τραυματισμού και συνέστησε επανειλημμένα τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης. Η Αιτήτρια αρνήθηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και ακολούθησε συντηρητική θεραπεία. Ως αποτέλεσμα, τα κατάγματα πορώθηκαν σε πλημμελή θέση. Συνακόλουθα, παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας ή δυνητικής συντρέχουσας αμέλειας της Αιτήτριας.
10. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση των Κ.Α.2, η Αιτήτρια αρνείται ότι ο ΚΚ την παρότρυνε επανειλημμένα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Δικογραφεί ότι συζήτησε με τον ΚΚ την πιθανή χειρουργική αντιμετώπιση των καταγμάτων και τους παρεπόμενους κινδύνους μιας τέτοιας επέμβασης, αλλά αποφασίστηκε η συνέχιση της συντηρητικής αντιμετώπισης. Αρνείται ότι υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς της και ισχυρίζεται ότι ο ΚΚ παρέλειψε να αναφέρει ότι η χειρουργική επέμβαση ήταν η μόνη λύση για αντιμετώπιση των τραυματισμών.
11. Σημειώνεται ότι οι Κ.Α.1 εξέδωσαν ειδοποίηση συνεναγομένου εναντίον των Κ.Α.2. Αμφότεροι οι Καθ’ ων η Αίτηση αντάλλαξαν μεταξύ τους δικόγραφα. Οι Κ.Α.2 αρνούνται ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για κάλυψη ή συνεισφορά προς τους Κ.Α.1.
Γ. Πραγματικό υπόβαθρο
12. Με την Ε/Δ ΜΙ, η Αιτήτρια αναφέρει ότι κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους δικηγόρους της, κρίθηκε αναγκαία η προσθήκη του ΚΚ ως Εναγόμενου 3. Δηλώνει επίσης ότι λόγω των ενεργειών και της σύστασης θεραπείας από τον ΚΚ η παραμόρφωση των καρπών της είναι μόνιμη, όπως και η ελάττωση της κίνησης. Τέλος, αναφέρει ότι έχει ταλαιπωρηθεί ‘και/ή΄συνεχίζει να ταλαιπωρείται όταν χρησιμοποιεί έστω και ελαφρώς τους καρπούς της στις οικιακές εργασίες.
13. Με την Ε/Δ ΕΔ η ομνύουσα αναφέρει ότι αποτελεί λειτουργός αρχείου στους Κ.Α.2. Αναφέρεται στο καθεστώς σύστασης των Κ.Α.2. και στο εύρος της ευθύνης που φέρουν σε σχέση με τα δημόσια νοσηλευτήρια. Αναφέρει ότι η Αιτήτρια γνώριζε εξ αρχής τα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του θεράποντος ιατρού. Εξηγεί ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με ιδιαίτερη καθυστέρηση, ήτοι σχεδόν 2 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής, χωρίς να παρατίθεται οποιαδήποτε επεξήγηση από πλευράς της Αιτήτριας. Επίσης, επιχειρηματολογεί ότι δεν καταγράφεται η βάση αγωγής επί της οποίας εδράζεται η προσθήκη Εναγομένου. Σημειώνει επίσης ότι η Ε/Δ ΜΙ περιλαμβάνει διαζεύξεις σε ουσιώδη σημεία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση.
Δ. Τα κριτήρια της νομολογίας
14. Οι συνήγοροι της Αιτήτριας και των Κ.Α.2. παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη. Παραθέτω πιο κάτω τα κριτήρια που θεωρώ ότι το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει για σκοπούς της παρούσας απόφασης.
15. Με την παρούσα αίτηση ζητείται τόσο η προσθήκη Εναγομένου, όσο και η τροποποίηση της ειδικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 Θ.10, ενώ η τροποποίηση δικογράφου καθορίζεται από τη Δ.25.
16. Συνεπώς, πρέπει πρωτίστως να αποσαφηνιστεί το εύρος εφαρμογής των δύο διατάξεων. Σχετική αναφορά έγινε από την έντιμη Π.Ε.Δ. Εφραίμ (ως ήταν τότε) στην Graftonex Investments Ltd v Zimber Investments Ltd κ.α. Αρ. Αγωγής 137/2020 ημερ.16/3/2021:
«Το θέμα όμως δεν είναι τόσο ξεκάθαρο και απλό. Και τούτο καθότι η Δ.25 θα πρέπει να ιδωθεί και σε συνδυασμό με τη Δ.9 θ.10 η οποία διέπει ειδικά το θέμα της προσθήκης διαδίκου η οποία επιχειρείται μέσω της αιτούμενης τροποποίησης…Επομένως, συνάγεται το εύλογο συμπέρασμα ότι η Δ.25 φαίνεται να αφορά και περιορίζεται σε οποιαδήποτε τροποποίηση του κλητηρίου και των δικογράφων επί της ουσίας και του περιεχόμενου τους και όχι την τροποποίηση του τίτλου με την προσθήκη διαδίκου η οποία διέπεται από ξεχωριστή δικονομική πρόνοια. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράδοξο αποτέλεσμα, στην περίπτωση προσθήκης διαδίκου πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, αυτό να επιτρέπεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ενώ όταν επιχειρείται προσθήκη διαδίκου μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες θα απαιτείτο άδεια του Δικαστηρίου το οποίο πλέον θα τίθετο ανάμεσα σε δύο ξεχωριστές δικονομικές πρόνοιες που θέτουν διαφορετικά κριτήρια για το κατά πόσο το Δικαστήριο θα χορηγήσει τέτοια άδεια. Σαφώς κάτι τέτοιο είναι οξύμωρο και δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων αλλά ούτε και στον σκοπό της Δ.25 ο οποίος προφανώς δεν ήταν να υπερφαλαγγίσει τη χρήση και εφαρμογή της Δ.9 θ.10 η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι σε ισχύ. Εξ ου και προφανώς οι Εναγόμενες 3, 5 και 11, επικαλούνται μόνο τη Δ.9 θ.10, αγνοώντας πλήρως τις πρόνοιες της Δ.25. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η πιο πάνω προσέγγιση αφορά αποκλειστικά την προσθήκη διαδίκου (την οποία ούτως ή άλλως δύναται να διατάξει και αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπό κρίση Αίτηση η οποία βασικά αποσκοπεί στην προσθήκη διαδίκου, και δη της ΡΜ ως Εναγομένης 12, θα πρέπει να εξεταστεί δυνάμει της Δ.9. θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
17. Καθίσταται αντιληπτό ότι η προσθήκη Εναγομένου δυνάμει της Δ.9 Θ.10 και η τροποποίηση δικογράφου δυνάμει της Δ.25, αποτελούν ζητήματα που ρυθμίζονται από διαφορετικά κριτήρια. Όπως εξηγείται αναλυτικά πιο κάτω, οι δύο διατάξεις εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Συνεπώς, θεωρώ ότι η μια δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει την άλλη.
18. Τούτων λεχθέντων, κρίνεται απαραίτητο όπως, κατά την εφαρμογή των σχετικών αρχών, διασαφηνιστεί ποια μέρη των αιτητικών άπτονται της προσθήκης διαδίκου, ώστε να εξεταστούν βάσει των προνοιών της Δ.9 Θ.10, και ποια αφορούν τροποποιήσεις του σώματος της Έκθεσης Απαίτησης, για τα οποία τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25.
Προσθήκη Διαδίκου δυνάμει της Δ.9 Θ.10
19. Η προσθήκη διαδίκου δυνάμει της Δ.9 Θ.10 εμπίπτει στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο την προσθήκη διαδίκου, ακόμα και αυτεπάγγελτα.[2] Κριτήριο είναι η αναγκαιότητα της παρουσίας του προτεινόμενου διαδίκου, ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή.[3] Το Δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσο με την έκβαση της αγωγής θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου διαδίκου, ώστε να κριθεί αναγκαίος.[4]
20. Όσον αφορά προσθήκη νέου Εναγομένου, η επιλογή των εναγόμενων προσώπων είναι δικαίωμα του Ενάγοντα.[5] Πρόσωπο εναντίον του οποίου ο Ενάγων δεν επιζητεί θεραπεία, δεν μπορεί να προστεθεί ως Εναγόμενος, χωρίς τη συγκατάθεση του πρώτου.[6] Η διαπίστωση της αναγκαιότητας συναρτάται με τα επίδικα θέματα, όπως αυτά καθορίζονται στα δικόγραφα.[7]
21. Στην απόφαση Amon v Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All ER 273, το Queen’s Bench Division προέβη σε ανασκόπηση της μέχρι τότε γνωστής νομολογίας σε σχέση με το Οrder 16 r.11 (το οποίο αντιστοιχεί στη Δ.9 Θ.10). To Δικαστήριο συμπέρανε ότι ο κύριος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι η περίσωση αγωγής από απόρριψη στην περίπτωση που απουσιάζουν από τη διαδικασία οι κατάλληλοι διάδικοι (plea in abatement).[8] Η ίδια αναφορά εντοπίζεται και στο Annual Practice 1950 (Volume 1, 67th annual issue) σελ.252.[9]
22. Ως προς το ποιο πρόσωπο αποτελεί αναγκαίο διάδικο, στην ίδια απόφαση διευκρινίστηκε ότι δεν αφορά την περίπτωση απλά επιθυμητού προσώπου, ακόμα και εάν η παρουσία του είναι βολική. Όπως για παράδειγμα, προσώπου που κατέχει σχετική μαρτυρία, εφόσον τέτοιο πρόσωπο μπορεί απλά να κληθεί ως μάρτυρας, χωρίς να καταστεί διάδικος.[10] Η αναγκαιότητα έγκειται στο ότι ο προτεινόμενος διάδικος πρέπει να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας, ενώ το επίδικο ζήτημα να μην δύναται να καθοριστεί ολοκληρωτικά και αποτελεσματικά στην απουσία του.
23. Στα καταληκτικά συμπεράσματα της ρηθείσας απόφασης, το Δικαστήριο καταγράφει ότι, ειδικά για την περίπτωση όπου ο Ενάγων επιζητεί την προσθήκη νέου Εναγομένου, δεν χρειάζεται να καταδειχθεί ότι ο προτεινόμενος Εναγόμενος θα επηρεαστεί άμεσα εάν εκδοθεί απόφαση στην αγωγή, όπως αυτή υφίσταται πριν την προσθήκη. Το καθοριστικό κριτήριο είναι ότι ο Ενάγων δεν μπορεί αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να λάβει τη θεραπεία που ήδη επιζητεί, εκτός εάν ο προτεινόμενος Εναγόμενος προστεθεί στη διαδικασία. Είναι υπό αυτή την έννοια που ο νέος Εναγόμενος καθίσταται αναγκαίος.[11]
24. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο προτεινόμενος Εναγόμενος κριθεί αναγκαίος διάδικος και προστεθεί στη διαδικασία, δυνάμει της Δ.9 Θ.11 το κλητήριο ένταλμα τροποποιείται αντίστοιχα, επανακαταχωρείται και επιδίδεται στον νέο Εναγόμενο. Περαιτέρω, η έκθεση απαίτησης τροποποιείται επίσης, ώστε να συνάδει με την προσθήκη του νέου διαδίκου στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος.[12] Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δύναται να «να επιφέρει ακόμη τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων».[13]
25. Η πιο πάνω Δ.9 Θ.11 έτυχε ερμηνείας στην Amon (ανωτέρω), (με αναφορά στο αντίστοιχο Ο.16 r.13). Αναφέρθηκε ότι μετά την προσθήκη Εναγομένου, ο Ενάγων πρέπει να καταδείξει καλό αγώγιμο δικαίωμα επί του τροποποιημένου κλητηρίου και να παραδώσει Έκθεση Απαίτησης που να το αναδιπλώνει.[14] Σε αντίθετη περίπτωση, ο προστιθέμενος Εναγόμενος μπορεί να αιτηθεί άμεσα τη διαγραφή του ονόματός του από την αγωγή, στη βάση ότι δεν παρουσιάζεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του.
26. Επομένως, προκύπτει ότι η προσθήκη διαδίκου ακολουθείται από αναπόφευκτες παρεπόμενες τροποποιήσεις, ώστε οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί να ανταποκρίνονται στην αναγκαιότητα και συναφώς στο λόγο για τον οποίο προστέθηκε ο νέος Εναγόμενος. Κρίνω ότι αυτού του είδους οι τροποποιήσεις επιτρέπονται από την ίδια τη Δ.9 Θ.11.
Τροποποίηση Δικογράφου δυνάμει της Δ.25
27. Η Δ.25 έτυχε σειράς τροποποιήσεων. Η τελευταία τροποποίηση επήλθε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018. Ο Θεσμός 9 της υφιστάμενης έκδοσης αναφέρει ότι από 1/1/2016 οι διατάξεις τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής, ανεξάρτητα από την κλίμακα. Ως εκ τούτου, η Δ.25, ως ισχύει σήμερα, εφαρμόζεται στην παρούσα αγωγή.
28. Σύμφωνα με τον Θ.1(3) της Δ.25, μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, τροποποίηση επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, εάν διαφανεί καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του προς τροποποίηση δικογράφου.
29. Πρόσφατα, το Εφετείο ανέφερε στην Monoko (Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών Λτδ) v C&S Amart Move Developers Ltd Π.Ε. 99/2022 ημερ.3/10/2025 ότι πρέπει να υφίσταται αυστηρά μια από τις πιο πάνω εξαιρέσεις, ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων και συνάμα οι δικηγόροι να επιδεικνύουν περισσότερη επιμέλεια.[15] Διευκρινίστηκε ότι η νομολογία της παλαιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική, εφόσον οι πρόνοιες της υφιστάμενης Δ.25 είναι διαφορετικές και η διακριτική ευχέρεια είναι πλέον περιορισμένη.
30. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα ‘νέα δεδομένα’ πρέπει να μην είχαν προκύψει χρονικά κατά το χρόνο καταχώρισης του προς τροποποίηση δικογράφου ή ο Αιτητής να μην ήταν σε θέση, κατά τον ίδιο χρόνο, με εύλογες και επιμελείς προσπάθειες να λάβει γνώση των δεδομένων αυτών.[16] Όσον αφορά το ΄καλόπιστο λάθος στη δικογραφία’, αυτό δεν αφορά παραλείψεις ισχυρισμών, αλλά τυπικά λανθασμένη σύνταξη, ασάφειες ή τυπογραφικά λάθη.[17]
31. Περαιτέρω, ο Θ.5 της Δ.25 προνοεί ότι «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία».
Ε. Εφαρμογή των αρχών στην υπό κρίση αίτηση
32. Με το Αιτητικό Α ζητείται η προσθήκη του ΚΚ ως Εναγόμενου με αρ. 3. Πρόκειται ξεκάθαρα για ζήτημα προσθήκης Εναγομένου δυνάμει της Δ.9 Θ.10. Όπως επεξηγήθηκε, η αναγκαιότητα για προσθήκη του ΚΚ ως Εναγομένου εξετάζεται με αναφορά στα υφιστάμενα δικόγραφα.
33. Με την αγωγή, η Αιτήτρια επέρριψε στους Κ.Α.2 την ευθύνη για την κατ΄ισχυρισμό αμελή περίθαλψη που έλαβε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Προς υπεράσπισή τους, οι Κ.Α.2. αρνούνται ότι υπήρξε αμέλεια. Δικογράφησαν ότι ο επί καθήκοντι ιατρός ήταν ο ΚΚ, τον οποίο και προσδιόρισαν ονομαστικά. Με τις υποπαγράφους 9.1 – 9.9. της Υπεράσπισης καταγράφουν τις ενέργειες και τη συμβουλή που ο ΚΚ παρείχε στην Αιτήτρια. Παρατηρείται ότι με την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης, οι Κ.Α.2. δικογραφούν, διαζευκτικά, ότι δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη και/ή δεν ήταν εκ προστήσεως υπεύθυνοι για την κατ’ ισχυρισμό αμέλεια ή για οποιεσδήποτε άλλες πράξεις ή παραλείψεις ή παραβιάσεις νόμιμων καθηκόντων που καταλογίζονται στους υπαλλήλους, υπηρέτες, αντιπροσώπους ή στον επί καθήκοντι ιατρό, ο οποίος περιέθαλψε την Αιτήτρια. Επομένως οι Κ.Α.2. αρνούνται ότι φέρουν ευθύνη για τα όσα ο ΚΚ έπραξε ή παρέλειψε να πράξει.
34. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και ειδικότερα προς απάντηση της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης, η Αιτήτρια επαναλαμβάνει ότι η θεραπεία που έλαβε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού δεν ήταν πρέπουσα, με αποτέλεσμα να προκληθεί παραμόρφωση στους καρπούς της. Περαιτέρω, με την Ε/Δ ΜΙ, η Αιτήτρια επιβεβαιώνει με θετική μαρτυρία ότι έλαβε θεραπεία από τον ΚΚ.
35. Συνεπώς, εάν κατά την ακρόαση η Αιτήτρια επιτύχει να αποδείξει ότι κατά την επίσκεψή της στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού έλαβε αμελή ιατρική περίθαλψη και συμβουλή, το δικογραφημένο πλαίσιο που έθεσαν οι ίδιοι οι Κ.Α.2, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο για τους τελευταίους να αποστασιοποιηθούν από οποιαδήποτε ευθύνη, αποκόπτοντας το εύρημα ευθύνης στο πρόσωπο του KK.
36. Τουτέστιν, με τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς, έχει ήδη καταστεί επίδικο ζήτημα στη διαδικασία το κατά πόσο τυχόν ευθύνη βαραίνει τους Κ.Α.2 ή τον επί καθήκοντι ιατρό, ΚΚ, που περιέθαλψε την Αιτήτρια. Έπεται ότι στην απουσία του ΚΚ από τη διαδικασία, η Αιτήτρια ενδέχεται να μην λάβει αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά τη θεραπεία που επιζητεί, ήτοι αποζημιώσεις, εφόσον το δυνητικά υπεύθυνο πρόσωπο δεν είναι Εναγόμενος. Για αυτό τον λόγο, στο πλαίσιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας, κρίνω ότι ο ΚΚ είναι αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία ώστε, σε περίπτωση που κριθεί προσωπικά υπεύθυνος, να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της αγωγής και η Αιτήτρια να μπορεί αποτελεσματικά να λάβει θεραπεία. Κατά συνέπεια το Αιτητικό Α της αίτησης εγκρίνεται.
37. Σημειώνεται ότι με τη γραπτή αγόρευση των Κ.Α.2. προβάλλεται η θέση πως η προσθήκη του ΚΚ δεν είναι αναγκαία, εφόσον ο ΚΚ είναι εργοδοτούμενος των Κ.Α.2. και οι τελευταίοι φέρουν το βάρος της ευθύνης. Όπως επεξηγήθηκε, είναι ακριβώς αντίθετη η δικογραφημένη τους θέση. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία.[18] Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ βάσιμη τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία.
38. Όπως αναφέρθηκε, η προσθήκη αναγκαίου διαδίκου επιφέρει δυνάμει της Δ.9 Θ.11 παρεπόμενες και αναγκαίες αλλαγές, ώστε το Κλητήριο Ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης να ανταποκρίνονται στην προσθήκη. Σημειώνω επίσης ότι ο Θ.5 της Δ.25 επιτρέπει σε οποιοδήποτε χρόνο αναγκαίες τροποποιήσεις έναντι οποιουδήποτε ελαττώματος, ώστε να καθοριστεί το πραγματικό επίδικο θέμα ή ζήτημα που εγείρεται από τη διαδικασία. Θεωρώ ότι το κριτήριο που θέτει η Δ.25 Θ.5. συμπίπτει με το σκοπό για τον οποίο προστίθεται νέος διάδικος βάσει της Δ.9 Θ.10, ήτοι την αποτελεσματική επίλυση του επίδικου θέματος.
39. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το μέρος των σκοπούμενων τροποποιήσεων που θέτουν το αναγκαίο υπόβαθρο για την προσθήκη του ΚΚ, μπορούν να εγκριθούν τόσο μέσω της Δ.9 Θ.11, όσο και μέσω της Δ.25 Θ.5. Θα ήταν εξάλλου παράδοξο, αλλά και ανώφελο, να προστίθετο στον τίτλο της αγωγής νέος Εναγόμενος, χωρίς η Έκθεση Απαίτησης να περιλάβει τους βασικούς ισχυρισμούς που να αντανακλούν τον λόγο για τον οποίο ο Εναγόμενος κρίθηκε αναγκαίος.
40. Με το αιτητικό Β(Α) η Αιτήτρια επιχειρεί να προσθέσει παράγραφο στην Έκθεση Απαίτησης με την οποία να δικογραφείται η ιδιότητα του ΚΚ, ήτοι ότι ήταν ο επί καθήκοντι ορθοπεδικός χειρουργός, ο οποίος εξέτασε την Αιτήτρια στις 15/4/2022. Θεωρώ ότι αυτό το αιτητικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την προσθήκη του ΚΚ, εφόσον πρόκειται για το βασικό ιστορικό της εμπλοκής του ΚΚ στην υπόθεση. Ως εκ τούτου, το Αιτητικό Β(Α) εγκρίνεται.
41. Το ίδιο ισχύει και για το Αιτητικό Β(Ε), με το οποίο η Αιτήτρια ζητεί την τροποποίηση του τίτλου του παρακλητικού της αγωγής, ώστε οι αξιώσεις να στραφούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εναντίον του ΚΚ. Όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, δεν νοείται προσθήκη Εναγομένου από τον Ενάγοντα χωρίς να επιζητείται θεραπεία εναντίον του. Συνεπώς, και αυτό το αιτητικό εγκρίνεται, με μια διαφοροποίηση. Η Αιτήτρια ζητεί να εισαχθούν παρακλητικά Ε και ΣΤ στην αγωγή, με τα οποία να αξιώνονται «αναρίθμηση παραγράφων» και «τα έξοδα της παρούσας αίτησης». Φαίνεται ότι εκ παραδρομής καταγράφηκαν αιτητικά που ανήκουν στην υπό κρίση αίτηση στο κείμενο του σκοπούμενου παρακλητικού της αγωγής. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες προσθήκες στο παρακλητικό της αγωγής δεν επιτρέπονται.
42. Με το Αιτητικό Β(Δ), η Αιτήτρια ζητεί την τροποποίηση παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε υφιστάμενη αναφορά για αξίωση δικηγορικών εξόδων εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 να στραφεί και εναντίον του ΚΚ. Σημειώνεται ότι αυτό ζητείται εκ του περισσού, εφόσον το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση θα αποφασίσει το ζήτημα των εξόδων στο τέλος της διαδικασίας. Επίσης, αντίστοιχη αξίωση για έξοδα υπάρχει στο υφιστάμενο παρακλητικό της αγωγής, στο οποίο ήδη επιτράπηκε η συμπερίληψη του ΚΚ. Εντούτοις, για σκοπούς νοηματικής συνοχής της Έκθεσης Απαίτησης και μόνο, το αιτητικό αιτητικό Β(Δ) εγκρίνεται, ώστε το κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης να συνάδει με τον νέο τίτλο της αγωγής και το λοιπό περιεχόμενο του δικογράφου.
43. Όσον αφορά το Αιτητικό Β(Β), η Αιτήτρια επιχειρεί να προσθέσει λεπτομέρειες αμέλειας του ΚΚ. Παρατηρώ ότι οι εν λόγω λεπτομέρειες είναι σχεδόν πανομοιότυπες με τις υφιστάμενες λεπτομέρειες αμέλειας που καταγράφονται στην παράγραφο 20 της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με τους Κ.Α.2. Μεταξύ άλλων, πρόκειται για ισχυρισμούς περί αμελούς άσκησης καθηκόντων και παράλειψης προειδοποίησης της Αιτήτριας για τους κινδύνους στην περίπτωση που δεν υποβαλλόταν σε χειρουργική επέμβαση.
44. Ουσιαστικά, η Αιτήτρια επιχειρεί να επιρρίψει την ίδια ευθύνη που αποδίδει στους Κ.Α. και στον ΚΚ. Όπως αναφέρθηκε, το ζήτημα ευθύνης του ΚΚ αποτελεί το λόγο για τον οποίο ο ΚΚ κρίθηκε αναγκαίος διάδικος. Επίσης, όπως επεξηγήθηκε, δεν νοείται προσθήκη Εναγομένου, χωρίς η Έκθεση Απαίτησης να παρουσιάζει αγώγιμο δικαίωμα. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι και αυτό το αιτητικό μπορεί να εγκριθεί τόσο μέσω της Δ.9 Θ.11, όσο και μέσω και της Δ.25 Θ.5, με μία διαφοροποίηση, την οποία εξηγώ.
45. Παρατηρείται ότι η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ των υφιστάμενων λεπτομερειών αμέλειας έναντι των Κ.Α.2 και των προτεινόμενων λεπτομερειών αμέλειας έναντι του ΚΚ προκύπτει από την προτεινόμενη υποπαράγραφο 21(Ε) της Έκθεσης Απαίτησης. Η Αιτήτρια επιχειρεί να εισαγάγει ισχυρισμό ότι ο ΚΚ απέτυχε να συστήσει την ορθή θεραπεία, με αποτέλεσμα η παραμόρφωση να είναι μόνιμη, να υπάρχει ελάττωση κίνησης αμφότερων των καρπών, καθώς και πόνος και δυσκολία στις οικιακές εργασίες.
46. Ο ισχυρισμός περί μόνιμης παραμόρφωσης αποτελεί νέο θέμα, το οποίο δεν προκύπτει από την υφιστάμενη δικογραφία. Τουτέστιν, η Αιτήτρια δεν επιχειρεί μόνο να στρέψει το υφιστάμενο ζήτημα ευθύνης εναντίον και του αναγκαίου διαδίκου, αλλά ταυτόχρονα να προσθέσει στους ισχυρισμούς βλαβών και κατά συνέπεια να αυξήσει τις αποζημιώσεις που διεκδικεί από όλους τους Εναγόμενους. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι το εν λόγω μέρος του αιτητικού δεν απορρέει από την ανάγκη προσθήκης του νέου Εναγομένου, αλλά αποτελεί τροποποίηση της ουσίας της υφιστάμενης αγωγής, σε σχέση με όλους τους διαδίκους. Συνεπώς, δεν μπορεί να εξεταστεί κάτω από τη Δ.9 Θ.11, αλλά ούτε και από τον Θ.5 της Δ.25. Το εναπομείναν πλαίσιο στο οποίο μπορεί να υπαχθεί το συγκεκριμένο μέρος του αιτητικού προκύπτει από τον Θ.1(3) της Δ.25.
47. Το ίδιο ισχύει και για το Αιτητικό Β(Γ). Με το εν λόγω αιτητικό η Αιτήτρια επιχειρεί να προσθέσει καινούριες λεπτομέρειες στην υφιστάμενη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης με τίτλο «Λεπτομέρειες σωματικών βλαβών Ενάγουσας». Οι προτεινόμενες προσθήκες αφορούν ευρήματα ακτινολογικού ελέγχου ημερ. 28/4/2022, καθώς και ισχυρισμούς περί μόνιμης παραμόρφωσης και αναγκαιότητας για χειρουργική επέμβαση, ένεκα δυσχέρειας στη διενέργεια απλών εργασιών. Δεν πρόκειται για θέματα που προκύπτουν αναπόφευκτα από την προσθήκη του νέου Εναγομένου, αλλά για επέκταση της προϋπάρχουσας υπόθεσης εναντίων όλων των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, και αυτό το Αιτητικό πρέπει να εξεταστεί κάτω από τα κριτήρια του Θ.1(3) της Δ.25.
48. Στρέφομαι συνεπώς να εξετάσω τις πιο πάνω αιτούμενες τροποποιήσεις υπό το πρίσμα της Δ.25 Θ.1(3). Παρατηρείται ότι η Ε/Δ ΜΙ παραλείπει να θέσει οποιοδήποτε υπόβαθρο στο οποίο να στηρίζεται ότι η προτεινόμενη υποπαράγραφος 21(Ε) και οι σκοπούμενες λεπτομέρειες σωματικών βλαβών αποτελούν ‘νέα δεδομένα’. Ειδικότερα, καμία επεξήγηση δεν τέθηκε η οποία να ρίχνει φως στο πότε η Αιτήτρια ενημερώθηκε ότι η παραμόρφωση που υπέστη είναι μόνιμης φύσης. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 22/6/2023, ενώ βάσει της Έκθεσης Απαίτησης στις 26/5/2022 ακτινολογικός έλεγχος ανέδειξε πώρωση καταγμάτων σε πλημμελή θέση.[19] Παραμένει άγνωστο για το Δικαστήριο το κατά πόσο η τυχόν διάγνωση μόνιμης παραμόρφωσης έλαβε χώρα μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης ή εάν αποτελούσε προγενέστερη διαπίστωση.
49. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί δυσχέρειας στη διενέργεια απλών εργασιών, δεν παρέχεται οποιαδήποτε επεξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια δεν συμπεριέλαβε εξ αρχής αυτούς τους ισχυρισμούς στην αγωγή. Παρατηρώ ότι η Αιτήτρια αναφέρει στην παράγραφο 6 της Ε/Δ ΜΙ ότι «έχω ταλαιπωρηθεί και/ή συνεχίζω να ταλαιπωρούμαι από πόνο ακόμα και με την ελαφριά χρήση των αμφότερων καρπών και δυσκολεύομαι στις οικιακές εργασίες». Η συγκεκριμένη χρονικά διαζευκτική αναφορά καθιστά νεφελώδη τη θέση της Αιτήτριας, εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί να διακρίνει κατά πόσο η ταλαιπωρία στις οικιακές εργασίες αποτελεί πρόσφατη διαπίστωση ή κατάσταση πραγμάτων που ανάγεται στον χρόνο πριν την καταχώριση της αγωγής.
50. Σε σχέση με την προσθήκη ισχυρισμού περί διενέργειας ακτινολογικού ελέγχου στις 28/4/2022, πρόκειται για αναφορά σε γεγονός που έλαβε χώρα πριν την καταχώριση της αγωγής. Ως εκ τούτου, δεν θεωρείται νέο δεδομένο.
51. Επισημαίνεται ότι τα πιο πάνω δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε καλόπιστα λάθη στη δικογραφία, εφόσον δεν αποτελούν τυπικές παραλείψεις, συντακτικά λάθη ή διόρθωση ασαφειών, αλλά αναφορές σε συγκεκριμένα νέα για την αγωγή γεγονότα. Για τους πιο πάνω λόγους, οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι οποίες προσδιορίστηκαν ως εμπίπτουσες στη Δ.25 δεν επιτρέπονται.
52. Σημειώνεται επίσης ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν επιχείρησε με την αγόρευσή της να υπαγάγει τις πιο πάνω σκοπούμενες τροποποιήσεις σε κάποια από τις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.1(3). Παρατηρείται ότι γίνεται παραπομπή σε νομολογία που πραγματεύεται την αρχική Δ.25, καθώς και εκτεταμένη αναφορά στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, οι οποίες αναφορές δεν είναι σχετικές με την υπό κρίση αίτηση.
53. Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης, η Δ.9 Θ.10 προνοεί ρητά ότι η προσθήκη διαδίκου μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Εύστοχα σημειώνει η συνήγορος των Κ.Α.2. στη γραπτή της αγόρευση ότι η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε λόγο για να αιτιολογήσει τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Εντούτοις, προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου ότι η αίτηση καταχωρίστηκε πριν η αγωγή οριστεί για ακρόαση. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση ήταν τέτοιας μορφής, ώστε να προκληθεί δυσμένεια στους διαδίκους. Υπό τις περιστάσεις, η καθυστέρηση αποτελεί ζήτημα που μπορεί να εξισορροπηθεί με την κατάλληλη διαταγή εξόδων, στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω.
54. Σε σχέση με το ζήτημα της κακοπιστίας, «χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα».[20] Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η Αιτήτρια επιχειρεί σκόπιμα να καθυστερήσει τη διαδικασία. Στη βάση όσων ήδη αναφέρθηκαν, φαίνεται ότι σκοπός της Αιτήτριας είναι να προσθέσει νέο Εναγόμενο, ώστε να εξασφαλίσει θεραπεία εναντίον του, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπήρξε αμέλεια. Ως εκ τούτου, δεν έχει καταδειχθεί ότι η αίτηση είναι κακόπιστη.
Στ. Κατάληξη
55. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς:
i. Εκδίδονται Διατάγματα ως τα Αιτητικά Α, Β(Α) και Β(Δ) της αίτησης.
ii. Εκδίδεται Διάταγμα ως το Αιτητικό Β(Β), με τη διαφοροποίηση ότι διαγράφεται η προτεινόμενη υποπαράγραφος 21(Ε) της Έκθεσης Απαίτησης.
iii. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να αντικαθίσταται ο τίτλος του παρακλητικού της παραγράφου 25 της Έκθεσης Απαίτησης με το ακόλουθο λεκτικό: «ΚΑΙ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΑΞΙΩΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 1, 2 ΚΑΙ 3, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ/Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ»
iv. Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης να αναριθμηθούν αναλόγως.
Το αιτητικό Β(Γ) απορρίπτεται.
56. Τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.
Ζ. Έξοδα
57. Κατά γενικό κανόνα, σε αιτήσεις προσθήκης διαδίκου και τροποποίησης τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή, εφόσον γενεσιουργός αιτία των εξόδων αποτελεί η καταχώριση της αίτησης, χωρίς να ευθύνεται για αυτό η άλλη πλευρά. Το Δικαστήριο μπορεί να παρεκκλίνει από τον κανόνα, εάν διαφανεί ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση αδικαιολόγητα, σε περίπτωση που εύλογα αναμένετο ότι η αίτηση θα επιτύχει.[21] Στην παρούσα περίπτωση, η καταχώριση ένστασης από πλευράς Κ.Α.2. δεν ήταν αδικαιολόγητη, εφόσον μέρος της υπό κρίση αίτησης απορρίφθηκε. Επομένως, θεωρώ ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 2 δικαιούνται το σύνολο των εξόδων της παρούσας διαδικασίας.
58. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον της Αιτήτριας, εξαιρουμένων των εξόδων της ακρόασης της παρούσας αίτησης, τα οποία επιδικάζονται μόνο υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση 2, εφόσον οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν έφεραν ένσταση και δεν αγόρευσαν.
59. Τα σπαταληθέντα έξοδα που προκύπτουν ένεκα της καταχώρισης τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον της Αιτήτριας.
Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1 ΑΑΔ 772 «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων »
[2] Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1Β Α.Α.Δ 1372
[3] Χατζημιχαήλ v Κυριάκου Π.Ε. 130/2016, Σχ με 132/2016 και 133/2016 ημερ. 14/3/2025
[4] Perihan Mustafa Korkut v Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (2007) 1 ΑΑΔ 1213
[5] Οδυσσέως (ανωτέρω)
[6] Annual Practice 1950 (Volume 1, 67th annual issue) σελ. 255: «Adding defendants – when order refused… and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter…»
[7] Ανδρέας Οδυσσέως (ανωτέρω)
[8] Amon v Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All ER 273 «Τhe primary object of the rule I believe to be to replace the plea in abatementi. The object of that plea was to “abate” an action in which all the proper parties were not before the court. The rule is more flexible than the plea, but its object is fundamentally the same. It is not to marry a future action to an existing one, but to ensure that all the necessary parties to the existing one (using “necessary” in the broad sense of being necessary to effectual and complete adjudication in the existing action) are before the court. It does incidentally keep down multiplicity of actions»
[9] Annual Practice 1950 (Volume 1, 67th annual issue) σελ.252 «this rule is intended to do away with the plea in abatement (Kendall v Hamilton, 4 Ap.. Cas. 504…Under it the Court has power to carry out the intention of the Judicature Acts, namely to secure the determination of all disputes relating to the same subject-matter, without the delay and expense of separate actions»
[10] Amon (ανωτέρω) σελ 286, παρ. Ι.
[11] Amon (ανωτέρω): «It must not be supposed that the test which I have employed can be applied to every sort of application under the rule, and I am not attempting to lay down, or holding that the authorities lay down, a test of universal efficacy. A plaintiff may, in the first instance, join as a defendant any person “against whom the right to any relief is alleged to exist” (Ord 16, r 4). If, after he has issued his writ, he wants to join another defendant, no doubt he will have to proceed under r 11, but he will not have to show that the new defendant will be directly affected by an order in the action as it is then constituted: what he generally shows is that he cannot get effectually and completely the relief for which he asks unless the new defendant is joined, and that, in that sense, the new defendant is a necessary party to the action. Likewise, a defendant who seeks to join another defendant does not inevitably have to show that the new defendant will be directly affected by an order in the action as it is constituted. He may succeed if he can show that he cannot effectually set up a defence which he desires to set up unless the new defendant is joined with it, or unless the order made binds the new defendant. It is not that the construction of the rule differs according to circumstances. The construction of the rule is, and must be, the same in all circumstances; but the test that is appropriate to determine whether a party is necessary or not may vary according to the circumstances»
[12] Annual Practice (ανωτέρω) σελ. 455: «Parties.- the statement of claim and the writ should correspond “in the names of the parties, in the number of the parties and the characters in which they sue and are sued…but if either party desires to add a new plaintiff or a new defendant, he must apply under O.16 r11 and 12 (Kendall v Hamilton, 4 App (‘as.504). And if an order be made adding any new party, the writ should be amended accordingly…»
[13] Μιχαηλίδης v Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Π.Ε. 73/2019 ημερ. 28/9/2021
[14] Amon (ανωτέρω): «The present Ord 16, r 13, orders that where a defendant is added the writ of summons shall be amended and the plaintiff shall serve the new defendant with the amended writ or with notice thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant. This seems to contemplate that the plaintiff must show a good cause of action on the amended writ and must deliver a statement of claim in amplification of it. The willing intervener might dispense with this; but the rule is the same for the willing and the unwilling, and the unwilling, as Buckley J pointed out ([1902] 1 Ch at p 917), could immediately apply to have his name struck out if the writ and statement of claim disclosed no cause of action against him.»
[15] Μονοκο (Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών Λτδ) v C&S Amart Move Developers Ltd Π.Ε. 99/2022 ημερ.3/10/2025: «Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω εξαιρέσεις που ρητά αναφέρονται στον θ.1(3). Σκοπός κατά την κρίση μου είναι, με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους που συντάσσουν δικόγραφα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια.»
[16] Alpha Bank Cyprus Ltd v Μοδίτη Αρ. Αγωγής 2925/2016 ημερ. 4/12/2018, όπως ανέφερε η έντιμη Π.Ε.Δ Εφραίμ (ως ήταν τότε): «το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται πως αυτά τα γεγονότα είναι νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ή πως αυτά δεν ήταν σε γνώση ή δεν θα μπορούσαν με εύλογες και επιμελείς προσπάθειες να περιέρχοντο εις γνώση τους πριν την καταχώριση του δικογράφου τους»
[17] Monoko (ανωτέρω)
[18] Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 718: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας»
[19] Έκθεση Απαίτησης παρ. 21(ΣΤ).
[20] Παφίτης & Υιοί Λτδ v Γενικός Εισαγγελέας (2012) 1 ΑΑΔ 745: «Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.»
[21] Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1) (2003) 3 ΑΑΔ 31: «Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο