KONSTANTIN BOGATOV ν. AIRTRANS GROUP LIMITED, Αρ. Αγωγής: 385/19, 27/5/2026
print
Τίτλος:
KONSTANTIN BOGATOV ν. AIRTRANS GROUP LIMITED, Αρ. Αγωγής: 385/19, 27/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 385/19

Μεταξύ:

 KONSTANTIN BOGATOΝ

Ενάγοντας

 

και

 

 

AIRTRANS GROUP LIMITED

 

Εναγόμενη

 

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει άδειας του Δικαστηρίου ημερ. 12.12.25

 

Μεταξύ:

 KONSTANTIN BOGATOV

Ενάγοντας

 

και

 

 

AIRTRANS GROUP LIMITED

 

Εναγόμενη

-------------------

 

Ημερομηνία:  27.05.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντα: κ. Ι. Παπαζαχαρίας για Ι. Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη: κα. Ε. Προδρόμου για Pyrgou Vakis LLC Δ.Ε.Π.Ε.

 

AΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Με την παρούσα αγωγή, o Ενάγοντας αξιώνει ποσά ύψους £6.999 για αποκατάσταση της ζημίας του Ενάγοντα ένεκα παράβασης συμφωνίας και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή ως ποσό που πληρώθηκε για αγορά του αντικειμένου «GOLDEN ISLE HOT TUB SPA» (υδρομασάζ) (εφ’εξής «το αντικείμενό»), £2.001 για αποκατάσταση της ζημίας του Ενάγοντα ένεκα παράβασης συμφωνίας και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή ως ποσό που θα αναγκαστεί να επιβαρυνθεί ο Ενάγοντας για αποκατάσταση της ζημιάς του και/ή για αγορά εκ νέου του αντικειμένου, €412 ως αναλογία ποσού που καταβλήθηκε στην Εναγόμενη δυνάμει της συμφωνίας μεταφοράς και/ή για εκτέλεση εργασίας που δεν ολοκληρώθηκε και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις καθώς και γενικές αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης και/ή κατοχής του αντικειμένου που καταστράφηκε.

 

Δικόγραφα

 

2.     Στην Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είναι Κύπριος υπήκοος, μόνιμος κάτοικος Λεμεσού και, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πελάτης της Εναγόμενης. Ως προς την Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αρ. εγγραφής ΗΕ [     ], με έδρα στη Λευκωσία, η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην παροχή υπηρεσιών μεταφοράς εμπορευμάτων και/ή αγαθών από και προς την Κύπρο, περιλαμβανομένων θαλασσίων και/ή εναέριων μεταφορών επ’αμοιβή και/ή με εργασίες μεταφοράς φορτίων και/ή δεμάτων και/ή πακέτων και/ή διαχείρισης μεταφοράς εμπορευμάτων και/ή αγαθών σχεδόν κάθε είδους και/ή με πάσης φύσεως ναυτιλιακές υπηρεσίες.

 

3.    Θέση του Ενάγοντα είναι ότι, περί τον Οκτώβριο του 2017, δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας που καταρτίστηκε στη Λεμεσό, συμφωνήθηκε όπως η Εναγόμενη αναλάβει τη μεταφορά, μέσω θαλάσσης και/ή επί πλοίου, εμπορευμάτων που αγόρασε ο Ενάγοντας από την εταιρεία «DOLPHIN SPA LTD» (εφ’εξής «η DOLPHIN») από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Κύπρο έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ύψους €1.237,40.  Ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας ότι τα εν λόγω εμπορεύματα, ήτοι 2 «CHASERS HOT TUB SPA» (υδρομασάζ), το αντικείμενο και δέκα εξαρτήματα (εφ’εξής «τα εμπορεύματα»), τα οποία αγοράστηκαν από την «DOLPHIN» και πληρωθήκαν απευθείας από τον Ενάγοντα, θα παραλαμβάνονταν από την Εναγόμενη και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της από τον χώρο αποθήκευσης των εμπορευμάτων της «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα μεταφέροντο και παραδίδεντο με ασφάλεια και/ή την δέουσα και/ή εύλογη επιμέλεια στην διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα στην Λεμεσό στην ίδια άριστη κατάσταση στην οποία παραλήφθηκαν από την «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι  η Εναγόμενη θα επιδείκνυε την δέουσα επιμέλεια και/ή δεξιότητα που αναμένετο από επαγγελματία του είδους των μεταφορών και θα ευθύνετο για κάθε ζημιά και/ή πλημμελή εκτέλεση της αναβληθείσας εργασίας.

 

4.    Η Εναγόμενη, μέσω των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της, παρέλαβε τα εμπορεύματα από την «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο σε εξαιρετική κατάσταση και/ή χωρίς εμφανή πρόβλημα και/ή ζημιά και φθορά, για την οποία να ενημερωθεί ο Ενάγοντας εκ των προτέρων. Στη συνέχεια τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν από το λιμάνι του Λίβερπουλ στο λιμάνι της Λεμεσού, όπου αφίχθηκαν περί την 24.11.17 και στις 28.11.17 παραδόθηκαν, από υπάλληλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους της Εναγόμενης, στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα. Εντούτοις, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το αντικείμενο δεν παραδόθηκε στον Ενάγοντα στην ίδια εξαιρετική και/ή άριστη και λειτουργήσιμη κατάσταση που το παρέλαβε η Εναγόμενη, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποστεί ζημιές. Τα πιο πάνω διαπίστωσε ο Ενάγοντας όταν, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων στην οικία του, προέβη σε επιτόπια εξέταση και/ή έλεγχο των εμπορευμάτων. Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας αρνήθηκε την παραλαβή του αντικειμένου και με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 22.12.17 απαίτησε αποζημιώσεις. Προς τούτο, ισχυρίζεται ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και/ή των δικηγόρων του για αποκατάσταση των ζημιών και/ή πληρωμή των εξόδων και/ή αποζημίωση του Ενάγοντα, η Εναγόμενη αρνείται και/ή αμελεί να ικανοποιήσει την απαίτηση του. Επιπλέον, πριν την παράδοση των εμπορευμάτων, ο Ενάγοντας δηλώνει ότι, περί τις 28.11.17, προέβη σε πλήρη εξόφληση της συμφωνηθείσας αμοιβής της Εναγόμενης.

 

5.    Ο Ενάγοντας αξιώνει τα πιο πάνω αξιούμενα ποσά, προς αποκατάσταση των ζημιών και/ή εξόδων που υπέστη, λόγω παράβασης της συμφωνίας των μερών εκ μέρους της Εναγόμενης. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη, κατά την εκτέλεση της εργασίας της και/η κατά το χρόνο που τα εμπορεύματα βρισκόταν στην κατοχή και/ή υπό την ευθύνη της, ενήργησε αμελώς και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος της εύλογης επιμέλειας, με αποτέλεσμα το αντικείμενο να υποστεί εκτεταμένες ζημιές και/ή να καταστραφεί και ο Ενάγοντας να υποστεί ζημιές και έξοδα από την αμελή συμπεριφορά της Εναγόμενης και/ή των αντιπροσώπων της. Περαιτέρω, επικαλείται την εφαρμογή της αρχής «τα πράγματα ομιλούν αφ’εαυτών» (res ipsa loquitor).

 

6.     Στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης, αναφέρει ότι είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο και ασχολείται με μεταφορές εμπορευμάτων διευθετώντας κυρίως την μεταφορά εμπορευμάτων από άλλους μεταφορείς για λογαριασμό των πελατών της, όπως έπραξε στην προκειμένη. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ των μερών, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη θα διευθετούσε για λογαριασμό του Ενάγοντα τη μεταφορά των εμπορευμάτων, από διεθνείς μεταφορείς, από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο. Ειδικότερα, ήταν ρητοί και εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας των μερών ότι η Εναγόμενη θα διευθετούσε, για λογαριασμό και εκ μέρους του Ενάγοντα, την μεταφορά των εμπορευμάτων από τον χώρο αποθήκευσης τους στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αποθήκες της Εναγόμενης στη Λεμεσό, τα εμπορεύματα θα ήταν κατά την παραλαβή τους δεόντως συσκευασμένα για σκοπούς ασφαλούς μεταφοράς τους και ότι θα εφαρμόζονταν οι συνήθεις όροι μεταφοράς που ίσχυαν στο διεθνές εμπόριο και οι συνήθεις όροι της Εναγόμενης και των μεταφορέων που θα αναλάμβαναν την μεταφορά.

 

7.     Θέση της Εναγόμενης είναι ότι λειτουργούσε για λογαριασμό του Ενάγοντα για να διευθετήσει και διευθέτησε εκ μέρους του την παραλαβή των εμπορευμάτων από τις αποθήκες στο Ηνωμένο Βασίλειο και την μεταφορά τους στην Κύπρο. Προς τούτο, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι συμμορφώθηκε με όλες τις υποχρεώσεις της έναντι του Ενάγοντα ενώ προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας και/ή αντιπρόσωποι και/ή ο προμηθευτής του αμέλησαν να συσκευάσουν επαρκώς (sufficient packaging) τα εμπορεύματα και/ή αμέλησαν να επιδείξουν την δέουσα και/ή εύλογη επιμέλεια και/ή δεξιότητα κατά την παράδοση αυτών στον μεταφορέα. Συνεπώς, η οποιαδήποτε ζημιά στα εμπορεύματα προκλήθηκε από την αμελή και/ή ανεπαρκή συσκευασία τους από τους αντιπρόσωπους και/ή τον προμηθευτή του Ενάγοντα και κατά παράβαση των μεταξύ των μερών συμφωνηθέντων, ο Ενάγοντας και/ή οι προμηθευτές του παρέλειψαν να συσκευάσουν δεόντως τα εμπορεύματα κατά την παράδοση τους στους μεταφορείς.

 

8.     Η Εναγόμενη απορρίπτεται ότι το αντικείμενο υπέστη εκτεταμένες ζημιές και δηλώνει ότι καμιά ευθύνη έχει για οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε στα εμπορεύματα. Απορρίπτει επιπλέον ότι ανέλαβε ευθύνη ή και είχε έναντι του Ενάγοντα για οποιαδήποτε ζημιά που αυτός τυχόν υπέστη. Η Εναγόμενη, ισχυρίζεται επίσης ότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί να αξιώνει απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης και σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι αυτός μπορεί, τότε ο Ενάγοντας, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν προέβη σε εμπρόθεσμη απαίτηση και συνεπώς κωλύεται από του να προβαίνει σε οποιαδήποτε απαίτηση. Τέλος, αναφέρει ότι η Εναγόμενη έχει προβεί σε πλήρη εκπλήρωση όλων των συμβατικών της υποχρεώσεων και συνεπώς αξιώνει την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής.

 

Η ακροαματική διαδικασία

 

9.    Κατά την ακροαματική διαδικασία, προς απόδειξη της αγωγής του Ενάγοντα, κατέθεσε ο ίδιος ενώ για την Υπεράσπιση κατάθεσε ο «Χ.Π.» (ΜΥ.1).

 

10. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK"BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική Έφεση Αρ. 117/2018, ημερ. 16.03.2022).

 

11. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι ο Ενάγοντας δεν προώθησε τους ισχυρισμούς του περί αμέλειας της Εναγόμενης και εφαρμογής της αρχής «res ipsa loquitor» στα γεγονότα της υπό κρίση αγωγής. Ούτε επέμενε στην αξίωση του όσο αφορά γενικές αποζημιώσεις. Παρομοίως η Εναγόμενη δεν προώθησε τους ισχυρισμούς της αναφορικά με την εκπρόθεσμη απαίτηση του Ενάγοντα. Ένεκα της αρχής ότι αξιώσεις και ισχυρισμοί που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθέντες, τόσο οι πιο πάνω αξιώσεις και ισχυρισμοί του Ενάγοντα όσο και οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Εναγόμενης που δεν προωθήθηκαν δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο (βλ. σχετικά Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/19, ημερ. 28.05.2020).

 

Η Μαρτυρία

 

Σύνοψη μαρτυρίας του Ενάγοντα

 

12.  Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά.

 

13.  Ο Ενάγοντας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση στη ρωσική γλώσσα[1] (Τεκμήριο 1 του Έγγραφου Α), όπου αναφέρει ότι είναι Κύπριος υπήκοος, μόνιμος κάτοικος Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο πελάτης της Εναγόμενης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αριθμό εγγραφής ΗΕ [     ], με έδρα την Λευκωσία και εξηγεί τις δραστηριότητες αυτής.

 

14.  Ως προς τα επίδικα γεγονότα, αναφέρει ότι, περί τον Οκτώβριο του 2017, συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως η τελευταία αναλάβει την μεταφορά στην διεύθυνση του Ενάγοντα στην Κύπρο, μέσω θαλάσσης και επί πλοίου, των εμπορευμάτων που αγόρασε από την «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο και πλήρωσε ο ίδιος αξίας £12.250.00, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ύψους €1.237,40, το οποίο εξόφλησε. Αναφορά έγινε από τον Ενάγοντα στους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας μεταφοράς μεταξύ των διαδίκων, ως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτηση του. Προς τούτο, αντίγραφο τιμολογίου (Invoice) ημερ. 26.10.17 της εταιρείας «DOLPHIN» κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και αντίγραφο τιμολογίου της Εναγόμενης με αρ. 17SCA0350 ημερ. 28.11.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2.

 

15.  Ακολούθως, η Εναγόμενη, μέσω των εξουσιοδοτημένων από αυτήν αντιπροσώπων, παρέλαβε τα εμπορεύματα από την «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο σε εξαιρετική κατάσταση και αφού τα επιθεώρησε δεόντως. Προς τούτο, αντίγραφο εγγράφου «LINE BILL OF LADING» ημερ. 12.11.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Τα εμπορεύματα, με ευθύνη της Εναγόμενης, μεταφέρθηκαν από το λιμάνι του Λίβερπουλ στο λιμάνι της Λεμεσού, όπου αφίχθηκαν περί την 24.11.17 ενώ περί την 28.11.27 παραδόθηκαν, από υπάλληλους της Εναγόμενης, στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω, αντίγραφο εγγράφου «Outrun report for Container:MCLU5030993» της «Amathus Aegeas Ltd» κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο εγγράφου «Pre-advice Notification» της Εναγόμενης ημερ. 22.11.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο εγγράφου «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 27.11.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, αντίγραφο εγγράφου «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, αντίγραφο εγγράφου «DELIVERY ORDER» της «Sea Modal Freight Services Ltd» αρ. 93928 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και αντίγραφο εγγράφου «Proof of Delivery» ημερ. 28.11.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9. Ο Ενάγοντας διευκρίνισε γιατί, επί του εγγράφου Proof of Delivery» ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 9), προέβη σε χειρόγραφη διόρθωση και ακολούθως υπέγραψε αυτή.

 

16.  Θέση του Ενάγοντα είναι ότι, κατά παράβαση της συμφωνίας των μερών, η Εναγόμενη απέτυχε να του παραδώσει το αντικείμενο στην ίδια εξαιρετική και λειτουργήσιμη κατάσταση στην οποία το παρέλαβε από τους πωλητές. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ το αντικείμενο ήταν συσκευασμένο, η Εναγόμενη το τοποθέτησε σε κιβώτιο μεταφοράς μικρότερης χωρητικότητας, ακατάλληλο να το προστατεύσει κατά τη μεταφορά, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για εύθραυστο προϊόν, προκαλώντας τη θραύση του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στη συνέχεια αφαιρέθηκε η εργοστασιακή συσκευασία και το αντικείμενο τοποθετήθηκε χωρίς αυτή, με αποτέλεσμα να υποστεί περαιτέρω φθορές. Αναφορά έγινε από τον Ενάγοντα ότι το αντικείμενο μεταφέρθηκε από τον οδηγό της Εναγόμενης και ξεφορτώθηκε χωρίς την άδεια του κοντά στο σπίτι του, σε κάθετη θέση, με έλλειψη οποιασδήποτε συσκευασίας και με φθορές, οι οποίες φαίνονται πάνω στα πλάγια και μέσα στην ίδια τη μπανιέρα.

 

17.  Τα πιο πάνω διαπίστωσε, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων στην οικία του, όπου ο Ενάγοντας προέβη σε επιτόπια εξέταση της κατάστασης τους πριν από την παραλαβή και διαπίστωσε ότι το αντικείμενο είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές κατά την μεταφορά του, οι οποίες το καθιστούσαν μη λειτουργήσιμο για το σκοπό που αγοράστηκε. Ως εκ τούτου, αρνήθηκε την παραλαβή του αντικειμένου, το οποίο ο οδηγός της Εναγόμενης ξαναφόρτωσε και πήρε στην αποθήκη της Εναγόμενης, ενώ με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 22.12.17 προέβη σε απαίτηση αποζημιώσεων εναντίον της Εναγόμενης. Προς απόδειξη των πιο πάνω, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, δέσμη φωτοαντίγραφων που απεικονίζουν τα εμπορεύματα που παρέλαβε ο Ενάγοντας, ο οποίος εξήγησε τι απεικονίζει έκαστο φωτοαντίγραφο, καθώς και αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 22.12.17 προς την Εναγόμενη, μετ’επισυνημμένων των σχετικών εγγράφων και της απόδειξης του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11.

 

18.  Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις που έλαβε η Εναγόμενη από τον ίδιο και τους δικηγόρους του για αποκατάσταση των ζημιών του, η Εναγόμενη αρνείται και/ή αμελεί να ικανοποιήσει την απαίτηση του και μέχρι σήμερα δεν του έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των αξιώσεων του. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι η Εναγόμενη κατά την εκτέλεση της εργασίας μεταφοράς και κατά τον χρόνο που τα εμπορεύματα βρίσκονταν υπό τον έλεγχο και υπό την ευθύνη της, ενήργησε αμελώς και κατά παράβαση του καθήκοντος της να επιδείξει εύλογη επιμέλεια με αποτέλεσμα το αντικείμενο να υποστεί εκτεταμένες ζημιές και να καταστραφεί ενώ ο ίδιος να υποστεί προσωπικώς ζημιές και έξοδα εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς της Εναγόμενης και/ή των αντιπροσώπων της. Ως εκ τούτου, αξιώνει τα πιο πάνω αξιούμενα ποσά ένεκα παράβασης της συμφωνίας τα μερών. Ο Ενάγοντας, εφόσον η αξίωση του είναι σε Βρετανικές Λίρες, προσκόμισε αντίγραφο εγγράφου «Συναλλαγματικές ισοτιμίες 26.10.17» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12.

 

19. Ο Ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι συνεργαζόταν με την Εναγόμενη και εξήγησε πως, κατά τη θέση του, το αντίγραφο εγγράφου «Outrun report for Container:MCLU5030993» της «Amathus Aegeas Ltd» (βλ. Τεκμήριο 4) καταδεικνύει ότι είχε άλλες παραγγελίες με την Εναγόμενη, η οποία του έφερνε τα προηγούμενα του προϊόντα σε καλή κατάσταση.

 

20. Κατά την αντεξέταση του, εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθούσε κάθε φορά που υπέβαλε παραγγελία προς την Εναγόμενη για μεταφορά προϊόντων και την πληρωμή του εκδοθέντος τιμολογίου. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι η εταιρεία «Andante Freight Ltd»  (εφ’εξής «η Andante») είναι εταιρεία που δουλεύει για την Εναγόμενη και εξήγησε γιατί καταγραφήκαν τα στοιχεία της «Andante» και η συγκεκριμένη διεύθυνση επί του τιμολογίου (Invoice) ημερ. 26.10.17 (βλ. Τεκμήριο 1). Ο Ενάγοντας επιπλέον δήλωσε ότι δεν ήταν σίγουρος ότι η «Andante» ήταν συνεργάτης της Εναγόμενης και δεν γνώριζε από την αρχή της παραγγελίας του ότι η «Andante» ήταν ανεξάρτητος συνεργάτης της Εναγόμενης.

 

21. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η «Dolphin», πωλητής των εμπορευμάτων, μετάφερε αυτά στη συσκευασία τους στη συγκεκριμένη διεύθυνση, που αναγράφεται στο τιμολόγιο (Invoice) ημερ. 26.10.17 (βλ. Τεκμήριο 1), ενώ η Εναγόμενη δεν είχε οποιονδήποτε παράπονο ότι δεν πήρε τα εμπορεύματα σε καλή κατάσταση ή με κάποιες φθορές. Ακολούθως, υποδείχθηκε στο μάρτυρα δέσμη αλληλογραφίας μεταξύ των μερών, την οποία ο Ενάγοντας, δεν αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση. Προς τούτο, υποβλήθηκε η θέση ότι από το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 26.10.17 της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση) του αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι η «Andante» ήταν συνεργάτης[2] της Εναγόμενης στην Αγγλία, όπου ο Ενάγοντας απάντησε ότι δεν θυμάται και ούτε αναγνωρίζει το εν λόγω τεκμήριο. Αναφορά έγινε ακολούθως, από τον Ενάγοντα, στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Εναγόμενη σχετικά με την παραλαβή των εμπορευμάτων. Σε υποβολή ότι η μεταφορά εμπορευμάτων δια θαλάσσης δεν έγινε από την Εναγόμενη, ο Ενάγοντας δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και αναφέρθηκε εκ νέου στην υποχρέωση της Εναγόμενης, την οποία πλήρωσε για τη μεταφορά των εμπορευμάτων, καθώς και ότι δεν γνωρίζει και δεν πλήρωσε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία.

 

22. Ο Ενάγοντας εξήγησε επιπλέον γιατί κατατέθηκε το έγγραφο «Outrun report for Container:MCLU5030993» της «Amathus Aegeas Ltd» (βλ. Τεκμήριο 4), από ποιον ετοιμάστηκε και το περιεχόμενο αυτού. Προς τούτο του υποβλήθηκε ότι το έγγραφο «Outrun report for Container:MCLU5030993» της «Amathus Aegeas Ltd» (βλ. Τεκμήριο 4) ετοιμάστηκε από την «Amathus Aegeas Ltd» και αφορά προϊόντα που ήταν στο κιβώτιο (container) που ήρθε το τελευταίο «τζακούζι», όπου ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει περαιτέρω το προαναφερόμενο τεκμήριο. Περαιτέρω, σε σχετικές υποβολές, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 4 αναγράφεται ότι παραλήφθηκε ένα «τζακούζι» του, το οποίο είχε εξωτερικές ζημιές, ούτε ότι οι εν λόγω ζημιές υπήρχαν όταν το αντικείμενο έφθασε στην Κύπρο. Ούτε ο Ενάγοντας πρόσθεσε οτιδήποτε περαιτέρω κατά πόσο ο ίδιος προέβη σε μέτρηση του κιβωτίου μεταφοράς και σε υποβολή ότι οι μετρήσεις του, σχετικά με το κιβώτιο μεταφοράς, αποτελούν δική του εκτίμηση χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.

 

23. Ο Ενάγοντας περαιτέρω εξήγησε πως έλαβε το τιμολόγιο της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 2) και το περιεχόμενο αυτού. Ακολούθως, υποδείχθηκαν στον Ενάγοντα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 25.10.17, τα οποία δεν αναγνώρισε, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου αυτών και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση. Ο Ενάγοντας, σχετικά με το κατά πόσο ζητήθηκε να γίνει συγκεκριμένη συσκευασία του αντικειμένου από την «Dolphin» ανέφερε ότι το αντικείμενο ήταν η μοναδική φορά που παράλαβε προϊόν σε καταστραμμένη μορφή, ως φαίνεται στα συγκεκριμένα φωτοαντίγραφα που υπέδειξε εντός του Τεκμηρίου 10, όπου το αντικείμενο παραδόθηκε εκτός συσκευασίας, πλήρες «χταρμένο» και δεν ήταν πάνω στην παλέτα μεταφοράς. Επιπλέον, κατά πόσο γνωρίζει ότι το αντικείμενο συσκευάστηκε σωστά από την Dolphin, o Ενάγοντας επανέλαβε ότι από τη στιγμή που η Εναγόμενη δεν τον ενημέρωσε, κατά την παραλαβή, για κάποια σφάλματα ή φθορές ή ζημιές και ούτε παρουσιάζεται έγγραφο ή φωτογραφικό υλικό το οποίο επιβεβαιώνει ότι τον Οκτώβριο του 2017 τον ειδοποίησαν ότι πήραν το αντικείμενο σε ελαττωματική μορφή, αυτό σημαίνει ότι πήραν τα εμπορεύματα σε «καθώς πρέπει» κατάσταση, συσκευασμένα εργοστασιακά και σε καινούργια κατάσταση. Περαιτέρω, διαφώνησε σε υποβολή ότι η Εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση να τον ενημερώσει για οποιαδήποτε ζημιά εντόπιζαν οι συνεργάτες τους.  Ακολούθως, σε υποβολή ότι στο έγγραφο «LINE BILL OF LADING» ημερ. 12.11.17 (βλ. Τεκμήριο 3) αναγράφεται ότι η εταιρεία που θα έστελνε το αντικείμενο στην Κύπρο είχε βάλει σημείωση «Cargo Sent at owners own risk due to insufficient packing», ο Ενάγοντας ανέφερε ότι το προαναφερόμενο τεκμήριο δεν υπεγράφη από το ίδιο, δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την προετοιμασία αυτού και συνεπώς δεν μπορεί να σχολιάσει έγγραφο μεταφοράς το οποίο εκδόθηκε από άλλα νομικά πρόσωπα. 

 

24. Σε ερώτηση ότι η Εναγόμενη διερεύνησε αμέσως το παράπονο του Ενάγοντα αναφορικά με το αντικείμενο, ανέφερε ότι για οποιαδήποτε θέματα εξώδικης διευθέτησης ανέλαβαν τον έλεγχο οι συνήγοροι του. Στον Ενάγοντα υποδείχθηκε αντίγραφο επιστολής ημερ. 28.12.17 του ΜΥ.1 προς τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του, το οποίο δεν αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 προς αναγνώριση. Περαιτέρω, του υποδείχθηκε δέσμη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του ΜΥ.1 και των δικηγόρων του Ενάγοντα, την οποία δεν αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 προς αναγνώριση. Αναφορά έγινε από τον Ενάγοντα στους όρους «FCA» εντός του εγγράφου «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 7), χωρίς να αναγνωρίζει έγγραφο που του υποδείχθηκε, ως οι όροι που ίσχυαν μεταξύ των μερών.     

 

25. Ο Ενάγοντας επανέλαβε τη θέση του ότι αγόρασε το αντικείμενο, πού ήταν ένα καινούριο εργοστασιακό τζακούζι, το οποίο πήγε στην αποθήκη της Εναγόμενης τον Οκτώβρη του 2017 και τον Νοέμβρη του 2017 πήρε ένα χτυπημένο αντικείμενο από τον μεταφορέα. Γι’αυτό θεωρεί ότι η Εναγόμενη υπέχει ευθύνη καθώς προέβη σε φθορά πάνω στο αντικείμενο. O Ενάγοντας απέρριψε ότι δεν δικαιούται τις αξιούμενες αποζημιώσεις και ότι η Εναγόμενη ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και κατ’εντολή του ιδίου αλλά ότι, ως εταιρεία μεταφορών, ανέλαβε να μεταφέρει το αντικείμενο από την αποθήκη της στην Αγγλία μέχρι την τοποθεσία του στη Λεμεσό, για το οποίο εκδόθηκε τιμολόγιο το οποίο πλήρωσε εξ’ολοκλήρου. Περαιτέρω, διαφώνησε ότι η διαδικασία από την αγορά του αντικειμένου μέχρι την παράδοση του στην αποθήκη στη Λεμεσό δεν πραγματοποιήθηκε από την Εναγόμενη και συνεπώς το αντικείμενο δεν ήταν υπό τον έλεγχο της, επαναλαμβάνοντας ότι η Εναγόμενη έκανε την πλήρη διαδικασία μεταφοράς και για την οποία υπηρεσία έκδωσε το σχετικό τιμολόγιο της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 2). Τέλος, απέρριψε ότι η Εναγόμενη δεν υπήρξε αμελής και καμιά ευθύνη δεν φέρει για οποιαδήποτε ζημιά υπέστη το αντικείμενο.

 

Σύνοψη μαρτυρίας της Εναγόμενης

 

26. Ο ΜΥ.1, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β), όπου δήλωσε ότι είναι Διευθυντής Θαλάσσιων Μεταφορών και Έργων («Ocean Freight & Project Manager») στην Εναγόμενη και εξήγησε τα καθήκοντα του και ότι έχει γνώση των επίδικων γεγονότων λόγω της άμεσης εμπλοκής του.

 

27. Σύμφωνα με τον ΜΥ.1, η Εναγόμενη ασχολείται με την μεταφορά εμπορευμάτων διευθετώντας κυρίως την μεταφορά εμπορευμάτων από άλλους μεταφορείς για λογαριασμό των πελατών της, όπως επεσυνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ειδικότερα, τον Οκτώβριο του 2017, ο Ενάγοντας συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως η τελευταία διευθετήσει για λογαριασμό του, την μεταφορά των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο. Προς τούτο, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι ο Ενάγοντας, με ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) του ημερ. 25.10.17 ενημέρωσε τη συνάδελφο «Μ.Α.» ότι θα αποστέλλονταν στην αποθήκη που συνεργάζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο τρία (3) τζακούζι, που θα ήταν πλήρως συσκευασμένα («fully packed»), ζητώντας να του δοθεί τιμή. Εις απάντηση, η «Μ.Α.» ενημέρωσε τον Ενάγοντα για το κόστος, διευκρινίζοντας ότι αυτό ισχύει μόνο για τα προϊόντα που ήταν καλά συσκευασμένα («well packed»). Τα πιο πάνω ηλεκτρονικά μηνύματα, τα αναγνώρισε ο ΜΥ.1 ως το Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση, το οποίο πλέον σημειώθηκε ως Τεκμήριο 13.

28. Ακολούθως, η «Μ.Α.» και ο Ενάγοντας αντάλλαξαν ηλεκτρονική αλληλογραφία κάνοντας τις σχετικές συνεννοήσεις όπου, ως η θέση του ΜΥ.1, κατέστη ξεκάθαρο στον Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη επικοινωνούσε με συνεργάτη της στο Ηνωμένο Βασίλειο ως αντιπρόσωπος («agent») και κατ’εντολή του Ενάγοντα. Προς τούτο προέβη σε αναφορά στα σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ της «Μ.Α» και του Ενάγοντα, ως περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, το οποίο αναγνώρισε ο ΜΥ.1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 14. Αναφορά έγινε από τον ΜΥ.1 στα όσα είχαν συμφωνηθεί με τον Ενάγοντα και στους συνήθεις όρους μεταφοράς που ίσχυαν το διεθνές εμπόριο, τα οποία θα εφαρμόζονταν σε σχέση με την μεταφορά των εμπορευμάτων. Προς τούτο αντίγραφο εγγράφου των Συνήθεις Όρων Συναλλαγών του Συνδέσμου Διαμεταφορέων Εμπορευμάτων Κύπρου (Cyprus Freight Forwarders Association Standard Trading Conditions) μαζί με τους συνήθεις όρους του 1992 που διέπουν τις μεταφορές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 15. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι συμφωνήθηκε ότι το αντικείμενο είχε συμφωνηθεί όπως παραδοθεί από την Εναγόμενη στην οικία του Ενάγοντα, όπως και έγινε.

 

29. Θέση του ΜΥ.1 ήταν ότι από την αρχή της συμφωνίας των μερών και καθ’όλη τη διάρκεια αυτής, ήταν ξεκάθαρο και αποδεκτό από τον Ενάγοντα, ότι η Εναγόμενη λειτουργούσε για λογαριασμό του για να διευθετήσει, εκ μέρους του, την παραλαβή των εμπορευμάτων από τις αποθήκες στο Ηνωμένο Βασίλειο και την μεταφορά τους στην Κύπρο. Την ίδια γνώση είχαν και οι συνεργάτες της Εναγόμενης. Επιπλέον, η Εναγόμενη ούτε με βάση τη συμφωνία των μερών αλλά ούτε με βάση τον τρόπο λειτουργίας της, ως αντιπρόσωπος και κατ’εντολή του Ενάγοντα, δεν είχε υποχρέωση ελέγχου των εμπορευμάτων κατά την μεταφορά τους αλλά και ενημέρωσης ή ειδοποίησης του Ενάγοντα για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά είχαν μέχρι την παραλαβή τους από αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, η διαδικασία από την αγορά των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του αντικειμένου, μέχρι την παράδοση τους στην αποθήκη στη Λεμεσό έγινε από τρίτα πρόσωπα ενώ η Εναγόμενη δεν είχε κανένα έλεγχο των εμπορευμάτων. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 δήλωσε ότι η Εναγόμενη, σε όλα τα στάδια της συνεργασίας της με τον Ενάγοντα, υπήρξε πλήρως επιμελής με όλες τις υποχρεώσεις της.

 

30. Ακολούθως, ο ΜΥ.1 προέβη σε αναφορά στα όσα έπραξε όταν το αντικείμενο δεν έγινε αποδεκτό από τον Ενάγοντα λόγω του παραπόνου του για φθορές. Προς τούτο, οι συνεργάτες των αποθηκών στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Κύπρο τον εφοδίασαν με φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την παραλαβή του αντικειμένου και διαφάνηκε τότε ότι οι προμηθευτές, από τους οποίους αγοράστηκε το αντικείμενο, δεν το είχαν συσκευάσει επαρκώς (sufficient packing). Φωτοαντίγραφα που λήφθηκαν από την αποθήκη στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Κύπρο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16.

 

31. Αναφορά έγινε επιπλέον από τον ΜΥ.1 στην αλληλογραφία των μερών. Ειδικότερα, ότι η επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 22.12.17 προς την Εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 11) απαντήθηκε με επιστολή του ιδίου ημερ. 28.12.17, η οποία είναι το Τεκμήριο 3 προς αναγνώριση που αναγνωρίστηκε από τον ΜΥ.1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 17. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 αναφέρθηκε στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του ίδιου και των δικηγόρων του Ενάγοντα. Προς τούτο αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 προς αναγνώριση, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 18. Επιπλέον, ο ΜΥ.1 επιβεβαίωσε ότι πριν την επίδικη συμφωνία των μερών τα μέρη συνεργάστηκαν ξανά, κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

32. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ.1 αναφέρθηκε στα χρόνια εργασίας του στην Εναγόμενη και τα χρόνια που ο Ενάγοντας ήταν πελάτης της Εναγόμενης. Αναφορά έγινε από τον ΜΥ.1 στα όσα διαμειφθήκαν μεταξύ των μερών και η θέση του ήταν ότι η Εναγόμενη διαμεσολαβούσε χρησιμοποιώντας συνεργάτη τους για να παραλάβει τα εμπορεύματα και να τα φορτώσει μέχρι την αποθήκη στην Κύπρο έναντι τιμήματος, το οποίο ο Ενάγοντας αποδέχθηκε.  Ο ΜΥ.1 εξήγησε και το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερ. 25.10.17 (βλ. Τεκμήριο 13), δηλαδή ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν από τον προμηθευτή του στις αποθήκες των αντιπροσώπων της Εναγόμενης στο «Bradford» καθώς και την προσφορά της Εναγόμενης σχετικά με την μεταφορά των εμπορευμάτων που συμπεριλάμβανε το αρχικό κόστος για την εργασία και ότι ήταν προϋπόθεση τα εμπορεύματα να ήταν καλά συσκευασμένα («well packed») και να μην είναι επικίνδυνα («dangerous»).

 

33. Ο ΜΥ.1 διευκρίνισε ότι η ευθύνη της Εναγόμενης ξεκινά την ώρα που παρεδίδετο τα εμπορεύματα στην αποθήκη στην Αγγλία, ήτοι στο «Bradford», η οποία αποθήκη είναι της «Andante» με την οποία η Εναγόμενη συνεργάζεται. Προς τούτο, ο ΜΥ.1 επανάλαβε τη θέση του ότι η Εναγόμενη πάντοτε λειτουργεί σαν «διαμεταφορέας – διαμεσολαβητής» και πρέπει να έχουν συνεργάτες, ένας εκ των οποίων είναι η «Andante». Ακολούθως, ο ΜΥ.1 εξήγησε ότι την ευθύνη για τη διαδικασία φόρτωσης, δηλαδή μεταφοράς και παράδοσης των εμπορευμάτων στην Κύπρο, την ανέλαβε η «Andante» και διευκρίνισε τη διαδικασία φόρτωσης και ότι η «Andante» για την ευθύνη της παραλαβής, διαχείρισης και φόρτωσης των εμπορευμάτων στο εμπορευματοκιβώτιο («container») θα έκανε συμφωνία με μια «shipping» για τη μεταφορά του εμπορευματοκιβώτιου, θα παρέδιδε το εμπορευματοκιβώτιο στο λιμάνι και θα της εκδίδετο φορτωτική για όλο το εμπορευματοκιβώτιο. Ακολούθως, ο αντιπρόσωπος της «Andante» στην Κύπρο παραλαμβάνει το εμπορευματοκιβώτιο και το ανοίγει στην αποθήκη που χρησιμοποιεί. Τα πιο πάνω έγιναν και στην παρούσα περίπτωση όπου η συσκευασία των εμπορευμάτων μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο έγινε στις αποθήκες της «Andante» από την ίδια και το προσωπικό σας.

 

34. Επίσης, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι η «Andante», στη διαδικασία της φόρτωσης, δεν ενημέρωσε για οποιοδήποτε πρόβλημα με τη συσκευασία των εμπορευμάτων, προσθέτοντάς όμως ότι δεν είναι υποχρέωση τους να ελέγχουν εάν η συσκευασία («packaging») είναι επαρκής ή όχι. Επί τούτου ανέφερε ότι εάν, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται ότι η συσκευασία είναι επαρκής τότε η «Andante» θα βάλει σημείωση («remark») πάνω στη φορτωτική, όπως έγινε στην προκειμένη όπου στο έγγραφο «LINE BILL OF LADING» ημερ. 12.11.17 (βλ. Τεκμήριο 3) καταγράφηκε «Cargo sent at owners own risk due to insufficient packing». Ο ΜΥ.1 πρόσθεσε ότι καταγράφουν την πιο πάνω σημείωση για να καλυφθούν σε περίπτωση που η συσκευασία δεν είναι «100%» ασφαλισμένη και χωρίς να μπαίνουν σε διαδικασία επικοινωνίας με τον προμηθευτή. Ο ΜΥ.1 ανέφερε βεβαίως ότι είδαν την φορτωτική αυτή μετά που φορτωθήκαν τα εμπορεύματα και ότι δεν είναι απόλυτό ότι εάν η συσκευασία δεν είναι επαρκής θα επέλθει ζημιά στα εμπορεύματα, αφού στην προκειμένη από τα τρία τζακούζι μόνο στο ένα προέκυψε ζημιά. Ο ΜΥ.1 επίσης ανέφερε ότι η ανεπαρκής συσκευασία των εμπορευμάτων αποδείχθηκε όταν τα εμπορεύματα κατέφθασαν στην Κύπρο από τη φωτογραφία (βλ. Τεκμήριο 16). Ειδικότερα, ανέφερε ότι τα εμπορεύματα τυλιχθήκαν όλα με ένα ελαφρύ νάιλον. Πρόσθεσε βεβαίως ότι τούτο το νάιλον δεν αποτελεί  ανεπαρκή συσκευασία αλλά ότι η «Andante» δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα επέλθει ζημιά. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον Ενάγοντα για την ακατάλληλη συσκευασία των εμπορευμάτων, ο ΜΥ.1 διαφώνησε.

 

35. Ο ΜΥ.1, με αναφορά στο έγγραφο «LINE BILL OF LADING» ημερ. 12.11.17 (βλ. Τεκμήριο 3), διευκρίνισε  ότι η φορτωτική είναι συμβόλαιο μεταφοράς μεταξύ του φορτωτή και του παραλήπτη, δηλαδή της «Dolphin» με τον Ενάγοντα. Επιπλέον διευκρίνισε ότι η «Seamodal Freight Services Ltd» (εφ’εξής «η Seamodal») είναι αντιπρόσωπος της «Andante»  στην Κύπρο, από την οποία πηγαίνει η Εναγόμενη και παραλαμβάνει και ότι η «Amathus Aegeas Ltd» είναι η αποθήκη που χρησιμοποιεί η «Seamodal» στη Λεμεσό. Επίσης, σχετικά με τους Συνήθεις Όρους Συναλλαγών του Συνδέσμου Διαμεταφορέων Εμπορευμάτων Κύπρου (Cyprus Freight Forwarders Association Standard Trading Conditions) (βλ. Τεκμήριο 15) (εφ’εξής «οι όροι συναλλαγής»), ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι είναι οι όροι συναλλαγής που διέπουν τις δραστηριότητες της Εναγόμενης καθώς και ότι αναγράφονται σε όλα τους τα έγγραφα και προς τούτο παραπέμπουν τον πελάτη, εάν επιθυμεί, να μελετήσει τους όρους συναλλαγής στην ιστοσελίδα του «Συνδέσμου Διαμεταφορέων Κύπρου». Επί τούτου, ο ΜΥ.1 πρόσθεσε ότι θεωρείται δεδομένο πως ενεργούν με βάση τους όρους συναλλαγής και για αυτόν τον λόγο δεν ζητούν να υπογραφούν από τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά απλώς αναγράφουν, σε όλα τους τα έγγραφα, ότι λειτουργούν με αυτούς τους όρους και παραπέμπουν που μπορεί ο πελάτης να τους εντοπίσει και μελετήσει. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών δεν γίνεται αναφορά στους όρους συναλλαγής αλλά ούτε και ζητήθηκαν από τον Ενάγοντα, ο οποίος δεν υπέγραψε αυτούς τους όρους. Εντούτοις, ο ΜΥ.1 ανέφερε μετά ότι θεωρεί ότι ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για τους όρους με ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) και όταν πλήρωσε για τα εμπορεύματα πρέπει να είδε το «Delivery Order», όπου αναγράφεται ότι η εργασία της Εναγόμενης πραγματοποιείται με βάση τους όρους συναλλαγής, ενώ επιπλέον ήταν υπόψη του διότι πήρε προηγουμένως 7 – 8 «Delivery Order» από την Εναγόμενη.

 

36. Σχετικά με την αποστολή του εγγράφου «Pre-advice Notification» της Εναγόμενης ημερ. 22.11.17 (βλ. Τεκμήριο 5), του εγγράφου «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 27.11.17 (βλ. Τεκμήριο 6) και του εγγράφου «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 7), ο ΜΥ.1 εξήγησε ότι εκδόθηκαν από την Εναγόμενη και ότι θεωρεί ότι την ημερομηνία έκδοσης τους αποστάλθηκαν ηλεκτρονικά στον Ενάγοντα. Περαιτέρω, εξήγησε τι σημαίνει το «FCA» που αναγράφεται εντός των Τεκμηρίων 5 έως 7.

 

37. Ο ΜΥ.1 επιπλέον εξήγησε γιατί η Εναγόμενη δεν είδε το σπασμένο αντικείμενο όταν το παράλαβαν και ότι από τις φωτογραφίες (βλ. Τεκμήριο 16), όπως ήταν συσκευασμένο με το άσπρο νάιλον που έβαλε ο προμηθευτής, δεν μπορούσε να διαφανούν τα «σπασίματα». Επιπλέον, ο ΜΥ.1 δήλωσε ότι ο ίδιος δεν είδε τα εμπορεύματα.  

 

38. Ακολούθως, ο ΜΥ.1 συμφώνησε ότι τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στις αποθήκες της «Andante», από την «DOLPHIN», ότι η «Andante» ανέλαβε να τα τοποθετήσει στο εμπορευματοκιβώτιο για να τα πάρει στο λιμάνι και προς τούτο εργοδοτεί κάποιον μεταφορέα να τα φορτώσει και να τα στείλει στην Κύπρο καθώς και ότι το έγγραφο «LINE BILL OF LADING» ημερ. 12.11.17 (βλ. Τεκμήριο 3), όταν εκδόθηκε στάλθηκε στην Εναγόμενη, όχι τον Ενάγοντα. Ο ΜΥ.1 επανέλαβε ότι η Εναγόμενη ήταν διαμεσολαβητής και δεν θεωρεί ότι υπήρξε εμφανής έλλειψη σωστής υπευθυνότητας από την Εναγόμενη και τους συνεργάτες της. Σε υποβολή ότι στο τιμολόγιο (βλ. Τεκμήριο 2) και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών, δεν υπάρχει αναφορά ότι η Εναγόμενη θα ενεργούσε ως διαμεσολαβήτης, ο ΜΥ.1 επανέλαβε ότι η Εναγόμενη ασχολείται καθαρά με τον ρόλο της σαν διαμεσολαβητής και ότι η εκτέλεση των εργασιών της διέπετε από τους όρους συναλλαγής.

 

39. Αναφορά έγινε από τον ΜΥ.1 στο πώς ενδεχομένως καταστράφηκε το αντικείμενο και ότι είναι ευθύνη του προμηθευτή να τοποθετήσει πρόνοια για να μεταφερθεί σωστά αλλά ίσως να μην γνώριζε ότι θα γίνονταν εξαγωγή και ίσως να μην ζητήθηκε επιπλέον συσκευασία («extra packaging») επειδή θα μεταφερθεί δια θαλάσσης. Επιπλέον, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε ακριβώς επεσυνέβη η ζημιά.  Ο ΜΥ.1 ανέφερε επίσης πότε ενημέρωσαν τον Ενάγοντα για το κόστος εργασίας τους και συμφώνησε ότι πληρώθηκε το τιμολόγιο που εξέδωσαν στον Ενάγοντα.

 

40. Ακολούθως, αναφορά έγινε στο μέγεθος του εμπορευματοκιβωτίου που χρησιμοποιεί η «Andante» (40 ποδιών, high cube, εσωτερικά 285 ύψος). Σχετικά με τα φωτοαντίγραφα (βλ. Τεκμήριο 16) εξήγησε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις, επί αυτών, είναι δικές του και πότε του στάλθηκε η πρώτη φωτογραφία από την «Andante», η οποία πάντοτε βγάζει φωτογραφίες, αλλά και η δεύτερη φωτογραφία από την «Seamodal». Στη συνέχεια, ο ΜΥ.1 αποδέχτηκε ότι τα φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν τα εμπορεύματα που παρέλαβε ο Ενάγοντας (βλ. Τεκμήριο 10) στάλθηκαν και στην Εναγόμενη και δήλωσε ότι δεν αμφισβητούν τις ζημιές αλλά ότι έπρεπε να σηκωθεί το κάλυμμα για να φανούν. Ο ΜΥ.1 επιπλέον διευκρίνισε πότε συμπληρώνεται το έγγραφο «Outrun report» (βλ. Τεκμήριο 4), πότε ζητήθηκε από την Εναγόμενη και ότι από αυτό διαφαίνεται ότι υπήρχε μια ένδειξη ότι το αντικείμενο είχε ζημιά. Επί τούτου συμφώνησε ότι την ώρα που κατέφθασε το αντικείμενο στη Λεμεσό και ανοίχθηκε το εμπορευματοκιβώτιο, το αντικείμενο είχε ζημιά.

 

41. O ΜΥ.1 ανέφερε επιπλέον ότι, κατόπιν απαίτησης (claim) της Εναγόμενης στην «Andante», υποβλήθηκε πρόταση στον Ενάγοντα, η οποία απορρίφθηκε. Προς τούτο συμπλήρωσε ότι θεωρεί πως η «Andante» ανέλαβε την ευθύνη, αποτάθηκε στους ασφαλιστές της και υπέβαλε σχετική πρόταση. Τέλος σε υποβολή ότι η Εναγόμενη δεν επέδειξε τη συμπεριφορά που έπρεπε και υπέχει ευθύνη για τη ζημιά στο αντικείμενο και κατ’επεκταση να πληρώσει τον Ενάγοντα, ο ΜΥ.1 διαφώνησε κάθετα.

 

Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα

 

42. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των μερών, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:

 

(1)  Ο Ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο πελάτης της Εναγόμενης. Η διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα είναι «[    ],» (βλ. Τεκμήρια 2, 5 - 7) (εφ’εξής «η διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα»).

(2)  Τα μέρη είχαν μεταξύ τους προγενέστερη καλή συνεργασία τουλάχιστον ενός έτους.

(3)  Η Εναγόμενη είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αρ. εγγραφής ΗΕ [     ] και με έδρα στη Λευκωσία. Ο ΜΥ.1 είναι Διευθυντής Θαλάσσιων Μεταφορών και Έργων («Ocean Freight & Project Manager») στην Εναγόμενη (βλ. Τεκμήρια 17 και 18) και η συνάδελφος του η «Μ.Α.» είναι Επικεφαλής Ομάδας Τιμολόγησης και Λειτουργιών («Pricing and Operation Team Leader») στην Εναγόμενη (βλ. Τεκμήρια 13 και 14).

(4)  Ο Ενάγοντας αγόρασε τα εμπορεύματα από τον προμηθευτή του, δηλαδή την «DOLPHIN» από το Ηνωμένο Βασίλειο, δια το ποσό των £12.250,00, το οποίο κατέβαλε (βλ. Τεκμήριο 1). Η τιμή δια το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των £6.999,00 (βλ. Τεκμήριο 1).

(5)  Η «Andante» είναι αντιπρόσωποι («agents») της Εναγόμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 26.10.17, 30.10.17,  31.10.17 01.11.17 και 17.11.17 της «Μ.Α.» προς τον Ενάγοντα εντός του Τεκμηρίου 14) και διατηρεί αποθήκη στη διεύθυνση «[     ]» (βλ. Τεκμήριο 1 και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 26.10.17 της «Μ.Α.» προς τον Ενάγοντα εντός του Τεκμηρίου 14) (εφ’εξής «η αποθήκη της Andante»), όπου αποστάλθηκαν τα εμπορεύματα από την «DOLPHIN» προκειμένου ακολούθως να μεταφερθούν στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα.

(6)  Η «Andante» έκδωσε την φορτωτική, ήτοι το έγγραφο «LINE BILL OF LADING» αρ  LCY84224A ημερ. 12.11.17 (βλ. Τεκμήριο 3) (εφ’εξής «η φορτωτική»), εντός της οποίας κατέγραψε ότι τα εμπορεύματα απεστάλησαν, εντός του εμπορευματοκιβώτιου με αριθμό «MCLU4056740», με ρίσκο του ιδιοκτήτη λόγω ανεπαρκής συσκευασίας «CARGO SENT AT OWNERS OWN RISK DUE TO INSUFFICIANT PACKING». Η πιο πάνω σημείωση αναγράφτηκε από την «Andante» για να καλυφθεί σε περίπτωση που η συσκευασία δεν ήταν «100%» ασφαλισμένη και χωρίς να επικοινωνήσει με τον προμηθευτή, δηλαδή την «Dolphin». Η φορτωτική όταν εκδόθηκε στάλθηκε στην Εναγόμενη όχι στον Ενάγοντα, ο οποίος δεν υπέγραψε αυτή, ενώ η Εναγόμενη είδε τη φορτωτική μετά που φορτωθήκαν τα εμπορεύματα. Το αντικείμενο ήταν συσκευασμένο με ελαφρύ άσπρο νάιλον.

(7)  Τα εμπορεύματα, από την αποθήκη της «Andante» μεταφέρθηκαν, δια θαλάσσης, στην Κύπρο όπου εκφορτώθηκαν στην αποθήκη της «Amathus Aegeas Ltd» που χρησιμοποιεί η «Seamodal» στη Λεμεσό. Η  «Seamodal» είναι αντιπρόσωπος της «Andante» στην Κύπρο.

(8)  Το έγγραφο «Outrun report» της «Αmathus Aegeas Ltd» (βλ. Τεκμήριο 4), συμπληρώθηκε την επόμενη ημέρα από το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου με αριθμό «MCLU5030993» και σε αυτό καταγράφεται ότι λήφθηκε ένα τζακούζι του Ενάγοντα εξωτερικά κατεστραμμένο («externally damaged»).

(9)  Το έγγραφο «Pre-advice Notification» της Εναγόμενης ημερ. 22.11.17 (βλ. Τεκμήριο 5), το έγγραφο «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 27.11.17 (βλ. Τεκμήριο 6) και το έγγραφο «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 7) εκδοθήκαν από την Εναγόμενη, δεν φέρουν την υπογραφή του Ενάγοντα και εις αυτά αναγράφεται ότι όλες οι εργασίες της Εναγόμενης διεξάγονται με βάση τους όρους συναλλαγής και την ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία αυτοί δύναται να εντοπιστούν.[3]

(10)Για τις υπηρεσίες που πρόσφερε η Εναγόμενη στον Ενάγοντα, έκδωσε το τιμολόγιο αρ. 17SCA0350 ημερ. 28.11.17 δια το ποσό των €1.237,40 (βλ. Τεκμήριο 2), το οποίο ποσό καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα.

(11)Τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν, από οδηγό της Εναγόμενης, από την αποθήκη της «Amathus Aegeas Ltd» στη Λεμεσό στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα.

(12)Το αντικείμενο υπέστη ζημιά, ήτοι φθορές οι οποίες φαίνονται πάνω στα πλάγια και μέσα στην ίδια τη μπανιέρα (βλ. Τεκμήριο 4 και σελ. 1 – 8 και 15 – 19 του Τεκμηρίου 10). Τα λοιπά εμπορεύματα, ήτοι τα 2 «CHASERS HOT TUB SPA» (υδρομασάζ) και τα δέκα εξαρτήματα, παραδόθηκαν, στον Ενάγοντα στις 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 9) χωρίς ζημιά, ενώ ο Ενάγοντας αρνήθηκε να παραλάβει το αντικείμενο, το οποίο ο οδηγός της Εναγόμενης ξαναφόρτωσε και αποθήκευσε στην αποθήκη της Εναγόμενης (βλ. σχετικά Τεκμήριο 17).

(13)Ο Ενάγοντας, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 22.12.17 προς την Εναγόμενη προέβη σε απαίτηση αποζημιώσεων εναντίον της Εναγόμενης, ήτοι αξίωση της αξίας του αντικειμένου που καταστράφηκε ύψους £6.999,00, επιστροφή ποσού ύψους €412, που αντιπροσωπεύει το 1/3 των χρεώσεων που πλήρωσε στην Εναγόμενη για τη μεταφορά των εμπορευμάτων και τη παράδοση στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα, γενικές αποζημιώσεις και δικηγορικά έξοδα (βλ. Τεκμήριο 11).  Η προαναφερθείσα επιστολή απαντήθηκε με επιστολή ημερ. 28.12.17 του ΜΥ.1 προς τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του (βλ. Τεκμήριο 17). Ακολούθησε ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας («e-mails») μεταξύ των δικηγόρων του Ενάγοντα και του ΜΥ.1 για σκοπούς διευθέτησης της παρούσας υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 18).

(14)H συναλλαγματική ισοτιμία στις 26.10.17 είναι ως αυτή απεικονίζεται στο έγγραφο «Συναλλαγματικές ισοτιμίες 26.10.17» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 12).

 

 

 

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας & Ευρήματα Δικαστηρίου

 

43. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Συνεπώς, η αναφορά στη γραπτή αγόρευση του Ενάγοντα στις αρχές της «παρακαταθήκης με ευρεία έννοια», δεν θα ληφθεί υπόψη καθώς τέτοια βάση αγωγής δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Παρομοίως, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στη γραπτή αγόρευση της Εναγόμενης ότι η Εναγόμενη ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Ενάγοντα δεν δύνανται να εξεταστούν στην έκταση που επιχειρείται να προβληθούν, καθότι τέτοια θέση δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης με την απαιτούμενη σαφήνεια, ως θα αναφερθώ και κατωτέρω.

 

44. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2012, 19.04.2018), ECLI:CY:AD:2018:A179. Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/11, ημερ. 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, ημερ. 26.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A403).

 

45. Περαιτέρω, φωτογραφία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία για να μπορέσει μάρτυρας να αναγνωρίσει πρόσωπο ή αντικείμενο που απεικονίζεται σε αυτή (R v. Tolson (1886-90) All E.R. Rep. 26, R v. United Kingdom Electric Telegraph Co (1862) 31 LJMC 166 και Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 337). Επιπλέον, φωτογραφίες μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία για οποιοδήποτε σκοπό (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 337). Επιπρόσθετα, η πραγματική μαρτυρία δυνατόν να χρησιμοποιείται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση διιστάμενων εκδοχών (βλ. Ιωαννίδου ν. Γιαννή (1990) 1 Α.Α.Δ. 213 και Σαββίδου ν. Μάγου, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/17 ημερ. 05.06.2025).

 

46. Στη βάση των πιο πάνω αρχών, τυχόν μαρτυρία που προσκομίστηκε και δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ήτοι που εκφεύγει εξ ολοκλήρου των δικογραφημένων θέσεων των μερών ή επί θεμάτων που περιορίστηκαν από τους συνηγόρους, καθηκόντως θα αγνοηθεί και δεν θα τύχει περαιτέρω σχολιασμού. Ειδικότερα, αυτό που πραγματικά αποτελεί επίδικο ζήτημα είναι ποιοι είναι οι όροι που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών αναφορικά με τη μεταφορά των εμπορευμάτων και ποιος ευθύνεται για τη ζημιά που υπέστη το αντικείμενο. 

 

47. O ΜΕ.1, κατά την κατάθεση της μαρτυρίας του, διαφάνηκε στο Δικαστήριο ότι ήταν απόλυτος και έντονος στις θέσεις του ενώ εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι δεν αναγνώρισε την ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών (βλ. Τεκμήρια 13 και 14), από την οποία προκύπτει τι διαμείφθηκε και συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Η πλείστη μαρτυρία του, επί της ουσίας, δεν αμφισβητήθηκε. Αντιθέτως, η μαρτυρία του αναφορικά με τη διαδικασία μεταφοράς των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο ήταν περιορισμένη και διαφάνηκε να μην γνωρίζει ο ίδιος επαρκώς το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε αναφορικά με τη διαδικασία μεταφοράς.

 

48. Ο ΜΥ.1 δημιούργησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι προσπαθούσε, ως Διευθυντής της Εναγόμενης, να αποποιηθεί των οποιοδήποτε ενδεχόμενων ευθυνών της ενώ παράλληλα διαφάνηκε ότι προσπαθούσε να επιρρίψει ευθύνη στην «Andante», η οποία ανέλαβε τη διαδικασία μεταφοράς των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο. Ο ΜΥ.1 δεν ήταν καθόλου πειστικός αναφορικά με τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών, υποστηρίζοντας αρχικά ότι η Εναγόμενη ενεργούσε ως «αντιπρόσωπος» και «κατ΄εντολή» του Ενάγοντα ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι λειτουργούσε ως «διαμεσολαβητής».

 

49. Πιο κάτω θα αναφερθώ στη μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων, ως προς τα επίδικα γεγονότα, επισημαίνοντας τα σημεία της μαρτυρίας τους που δεν αποδέχομαι, ως αναξιόπιστα, καθώς και εκείνα τα οποία αποδέχομαι, παραθέτοντας προς τούτο τους λόγους που οδηγούν το Δικαστήριο στα σχετικά ευρήματα του.

 

Συμφωνία των μερών

 

50. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι, περί τον Οκτώβρη του 2017, συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης όπως η τελευταία αναλάβει τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο και ακολούθως στη διεύθυνση διαμονής του. Τα πιο πάνω τεκμηριώνονται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 25.10.17 των μερών (βλ. Τεκμήριο 13) καθώς και από τα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 26.10.17 και 17.11.17 της «Μ.Α.», εκ μέρους της Εναγόμενης, προς τον Ενάγοντα. (βλ. Τεκμήριο 14).  Ειδικότερα, ο Ενάγοντας με ηλεκτρονικό μήνυμα του ημερ. 25.10.17 (βλ. Τεκμήριο 13) ανέφερε προς την «Μ.Α.» ότι αναζητούσε τη φθηνότερη μεταφορά (cheapest delivery) τριών (3) νέων τζακούζι, πλήρως συσκευασμένων («fully packed»), από το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία θα μεταφέρονταν στην αποθήκη της Εναγόμενης στο «Bradford». Ακολούθως, η «Μ.Α.» απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 25.10.17 (βλ. Τεκμήριο 13), στο οποίο, για τη μεταφορά των πιο πάνω προϊόντων από την αποθήκη στο «Bradford» στη Λεμεσό, δόθηκε αρχική τιμή προσφοράς («For the loading of the above cargo from UK to Cyprus, pls find below our quotation»), η οποία δεν συμπεριλάμβανε το Φ.Π.Α. και τη μεταφορά από την αποθήκη στη Λεμεσό μέχρι τη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα. Περαιτέρω, στο προαναφερόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα της «Μ.Α.» καταγράφεται ότι η προσφορά ισχύει μόνο για γενικό εμπόρευμα το οποίο ήταν δεόντως συσκευασμένο, μη επικίνδυνο και κατάλληλο για στοίβαξη («The quotation is valid for general cargo, well packed, non imo/non dangerous and stackable»). Η πιο πάνω προσφορά της Εναγόμενης, συμπεριλαμβανομένου των όρων αναφορικά με τα εμπορεύματα, έγινε αποδεχτή από τον Ενάγοντα, με ηλεκτρονικό μήνυμα του ημερ. 26.10.17 προς την «Μ.Α» (βλ. Τεκμήριο 14), ενώ στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ της «Μ.Α» και του Ενάγοντα δοθήκαν πληροφορίες αναφορικά με τον προμηθευτή του Ενάγοντα και τους αντιπρόσωπους της Εναγόμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο και προτάθηκε η τελική τιμή προσφοράς για τη μεταφορά των προϊόντων του Ενάγοντα (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 17.11.17 της «Μ.Α.» προς τον Ενάγοντα εντός του Τεκμηρίου 14). Για τις πιο πάνω υπηρεσίες μεταφοράς της Εναγόμενης, αυτή εξέδωσε το τιμολόγιο αρ. 17SCA0350 ημερ. 28.11.17 δια το ποσό των  €1.237,40 (βλ. Τεκμήριο 2), το οποίο ο Ενάγοντας κατέβαλε, ως το πιο πάνω εύρημα του Δικαστηρίου.

 

51. Αποδέχομαι επιπλέον τη θέση του ΜΥ.1, επί τούτου, ότι η Εναγόμενη διευθέτησε την μεταφορά των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο μέσω τρίτων και ακολούθως η ίδια τη μεταφορά τους μέχρι την διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα, εφόσον, πέραν του ότι τεκμηριώνεται από την πιο πάνω ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών (βλ. Τεκμήριο 13 και 14) και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την αντιπρόσωπο της Εναγόμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία ότι η ίδια η Εναγόμενη μετέφερε τα εμπορεύματα  από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι η Εναγόμενη λειτουργούσε ως «αντιπρόσωπος» και «κατ’εντολή» του Ενάγοντα και ως «διαμεσολαβητής», καθώς η θέση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών (βλ. Τεκμήρια 13 και 14). Ειδικότερα, στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών δεν προβαίνει η «Μ.Α.» σε αναφορά ότι η Εναγόμενη λειτουργεί ως «αντιπρόσωπος» και «κατ’εντολή» του Ενάγοντα είτε ως «διαμεσολαβητής» για τη μεταφορά των εμπορευμάτων. Η γενική αναφορά του ΜΥ.1 ότι η Εναγόμενη λειτουργούσε για λογαριασμό του Ενάγοντα για να διευθετήσει, εκ μέρους του, την παραλαβή των εμπορευμάτων δεν αρκεί, υπό τις περιστάσεις, για να καταδείξει ότι αυτή ενεργούσε υπό την ιδιότητα του «αντιπροσώπου» του Ενάγοντα. Η αναφορά ότι η Εναγόμενη λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος («αgent») του Ενάγοντα προβλήθηκε για πρώτη φορά στην επιστολή ημερ. 28.12.17 του ΜΥ.1 προς τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του (βλ. Τεκμήριο 17), χωρίς όμως κάτι τέτοιο να προκύπτει από τη συμφωνία των μερών ή την προαναφερθείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία τους. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ.1 επί τούτου κρίνεται ως αντιφατική καθώς δεν αποσαφηνίζεται κατά τρόπο συνεπή η ιδιότητα της Εναγόμενης, ήτοι εάν η Εναγόμενη ενεργούσε ως «αντιπρόσωπος» του Ενάγοντα ή ως «διαμεσολαβητής», ισχυρισμοί που τέθηκαν για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία χωρίς να δικογραφούνται ή εν πάση περίπτωση να δικογραφείται με σαφήνεια ότι η Εναγόμενη ενεργούσε ως «αντιπρόσωπος» του Ενάγοντα, αντί γενικά και αόριστα να δικογραφείται ότι η Εναγόμενη θα διευθετούσε, για λογαριασμό και εκ μέρους του Ενάγοντα, τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο μέσω διεθνών μεταφορέων. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι, περί τον Οκτώβρη του 2017, συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης όπως η τελευταία αναλάβει τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο και ακολούθως στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα και ότι προς τούτο η Εναγόμενη διευθέτησε τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο, από τρίτα πρόσωπα και ειδικότερα από την αντιπρόσωπο της στο Ηνωμένο Βασίλειο δηλαδή την «Andante», ενώ ακολούθως ο οδηγός της Εναγόμενης μετέφερε τα εμπορεύματα  από την αποθήκη της «Amathus Aegeas Ltd» που χρησιμοποιεί η «Seamodal» στη Λεμεσό μέχρι την διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα.

 

52. Ως προς τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας των μερών, παρατηρείται ότι ο Ενάγοντας, κατά τη μαρτυρία του, προβαίνει σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα ο Ενάγοντας ανέφερε ότι τα εμπορεύματα θα παραλαμβάνονταν από την εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους της από τον χώρο αποθήκευσης των εμπορευμάτων της «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο και/ή από τον χώρο υπόδειξης της «DOLPHIN», ότι τα εμπορεύματα θα μεταφέρονταν με ασφάλεια και τη δέουσα επιμέλεια και δεξιότητα από την εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους της από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Κύπρο, ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα σε «άριστη κατάσταση και/ή στην ίδια κατάσταση που είχαν παραληφθεί» από την «DOLPHIN» και ότι η Εναγόμενη θα ευθυνόταν για «κάθε ζημιά και/ή πλημμελή εκτέλεση της αναληφθείσας εργασίας». Η πάγια νομολογία επιτρέπει τη δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών αλλά όχι την προώθηση διαζευκτικών γεγονότων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη (2008) 1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/08, 23.01.2012). Προς τούτο ο διάδικος οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Η παράλειψη αυτή του Ενάγοντα να διαλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει δημιουργεί αβεβαιότητα στο Δικαστήριο, ως προς τους ακριβείς όρους της συμφωνίας των μερών.

 

53. Αξιολογώντας την ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών και ειδικότερα την αναφορά ότι η προσφορά της Εναγόμενης, για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της, ίσχυε μόνο για γενικό εμπόρευμα το οποίο ήταν δεόντως συσκευασμένο, μη επικίνδυνο και κατάλληλο για στοίβαξη, πρόταση την οποία ο Ενάγοντας αποδέχθηκε (βλ. ηλεκτρονικό ημερ. 25.10.17 της «Μ.Α» και απαντητική ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντα ημερ. 26.10.17 εντός των Τεκμηρίων 13 και 14 αντίστοιχα), καταλήγω ότι αποτελούσαν ρητούς όρους της συμφωνίας των μερών ότι τα εμπορεύματα θα ήταν δεόντως συσκευασμένα, μη επικίνδυνα και κατάλληλα για στοίβαξη. Οι πιο πάνω ρητοί όροι, πέραν των όρων που αφορούσαν τον τόπο και κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων ως τα προαναφερόμενα ευρήματα του Δικαστηρίου, αποτελούν τους μόνους ρητούς όρους που αποδείχθηκαν ότι συμφωνηθήκαν μεταξύ των μερών, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία τους (βλ. Τεκμήρια 13 και 14) και συνεπώς γίνονται τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

54. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ.1 για τους όρους συναλλαγής (βλ. Τεκμήριο 15) αποδέχομαι ότι η Εναγόμενη διεξήγαγε γενικά τις εργασίες της  με βάση τους όρους αυτούς, καθώς κάτι τέτοιο τεκμηριώνεται από το έγγραφο «Pre-advice Notification» της Εναγόμενης ημερ. 22.11.17 (βλ. Τεκμήριο 5), το έγγραφο «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 27.11.17 (βλ. Τεκμήριο 6) και το έγγραφο «Arrival Notification» της Εναγόμενης ημερ. 28.11.17 (βλ. Τεκμήριο 7), τα οποία εκδόθηκαν από την ίδια την Εναγόμενη και περιέχουν σχετικά αναφορά στους όρους συναλλαγής. Συνεπώς γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι οι όροι συναλλαγής συμφωνηθήκαν όπως εφαρμοστούν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας των μερών και εξηγώ. Κατ’αρχάς ο Ενάγοντας δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 5 έως 7 και 15, ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο και τον τρόπο κοινοποίησης[4] τους προς αυτόν. Περαιτέρω, στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών (βλ. Τεκμήρια 13 και 14), δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι οι όροι συναλλαγής θα διέπουν τη συμφωνία των μερών, ενώ ούτε προσκομίστηκε η ηλεκτρονική αλληλογραφία στην οποία κατ’ισχυρισμό του ΜΥ.1, ο Ενάγοντας ενημερώθηκε ότι αυτοί ίσχυαν. Η θέση του ΜΥ.1 ότι οι όροι συναλλαγής αναγράφονται στο «Deliver Order» απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. Το Δικαστήριο διεξήλθε του έγγραφου «Delivery Order» αρ. 93928 (βλ. Τεκμήριο 8) χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε τέτοια αναφορά. Ούτε προσκομίστηκαν τα, κατ’ισχυρισμόν του ΜΥ.1, προηγούμενα 7 – 8 «Delivery Order» που φέρεται να είχε παραλάβει ο Ενάγοντας από την Εναγόμενη και στα οποία αναγράφονταν ότι ίσχυαν οι όροι συναλλαγής. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ο Ενάγοντας γνώριζε γενικά την ύπαρξη των όρων συναλλαγής, κάτι τέτοιο δεν εξυπακούει ότι αυτοί είχαν ενσωματωθεί και συμφωνηθεί ότι θα εφαρμόζονταν στην επίδικη συμφωνία των μερών, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι τέθηκαν επαρκώς υπόψη του Ενάγοντα και έγιναν αποδεκτοί από αυτόν.

 

55. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι τα εμπορεύματα θα παραλαμβάνονταν από την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους της από τον χώρο αποθήκευσης των εμπορευμάτων της «DOLPHIN» στο Ηνωμένο Βασίλειο και/ή από τον χώρο υπόδειξης της «DOLPHIN» απορρίπτεται, καθώς αντιβαίνει στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος του Ενάγοντα ημερ. 25.10.17 προς την «Μ.Α.» (βλ. Τεκμήριο 13) σύμφωνα με το οποίο οι προμηθευτές του Ενάγοντα, δηλαδή η «DOLPHIN», θα μετέφεραν τα εμπορεύματα στην αποθήκη της «Andante», ως το άνωθεν εύρημα του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι αποτελούσαν εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας των μερών ότι τα εμπορεύματα θα μεταφέρονταν με ασφάλεια και τη δέουσα και εύλογη επιμέλεια και δεξιότητα από τους αντιπροσώπους της Εναγόμενης από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο, ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν στην διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα στην ίδια κατάσταση που είχαν παραληφθεί από την «DOLPHIN» και ότι η Εναγόμενη, κατά την εκτέλεση της συμφωνίας των μερών, θα επιδείκνυε τη δέουσα επιμέλεια και θα ευθυνόταν για κάθε πλημμελή εκτέλεση της αναληφθείσας εργασίας της. Οι πιο πάνω όροι συνάδουν με τη φύση της συμφωνίας των μερών αναφορικά με τη μεταφορά των εμπορευμάτων, ενώ δεν αμφισβητήθηκαν ουσιωδώς ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, γίνονται τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τους εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας των μερών.

 

56. Κατ’επέκταση δεν αποδέχομαι ότι ήταν εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των μερών ότι η Εναγόμενη θα προέβαινε η ίδια στη μεταφορά των εμπορευμάτων, από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Κύπρο, με ασφάλεια και τη δέουσα και εύλογη επιμέλεια και δεξιότητα, καθώς με βάση τα άνωθεν ευρήματα του Δικαστηρίου, την πιο πάνω μεταφορά των εμπορευμάτων ανέλαβε η αντιπρόσωπος της Εναγόμενης, δηλαδή η «Andante». Ούτε αποδέχομαι ότι συμφωνήθηκε οποιοσδήποτε εξυπακουόμενος όρος ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν σε «άριστη κατάσταση», υπό την έννοια της απόλυτης εγγύησης της κατάστασής τους, καθώς ουδεμία μαρτυρία, πέραν της συσκευασίας των εμπορευμάτων, προσκομίστηκε προς τεκμηρίωση της ακριβούς κατάστασης στην οποία παραδόθηκαν τα εμπορεύματα από την «DOLPHIN» στην αποθήκη της «Andante», ούτε αποσαφηνίστηκε επαρκώς τι εννοούσε ο Ενάγοντας με τον όρο «άριστη κατάσταση». Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι ότι συμφωνήθηκε οποιοσδήποτε όρος περί απόλυτης ευθύνης της Εναγόμενης για κάθε ζημιά, καθότι τέτοιος ισχυρισμός διατυπώθηκε κατά τρόπο γενικό και αόριστο και δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ζημιά στο αντικείμενο

 

57. Κρίσιμο είναι να ξεκαθαριστεί πότε το αντικείμενο υπέστη ζημιά. Ειδικότερα, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου η «Andante» έκδωσε την φορτωτική (βλ. Τεκμήριο 3), εντός της οποίας κατέγραψε ότι τα εμπορεύματα αποστάλθηκαν, εντός του εμπορευματοκιβώτιου με αριθμό «MCLU4056740», με ρίσκο των ιδιοκτητών λόγω ανεπαρκής συσκευασίας («CARGO SENT AT OWNERS OWN RISK DUE TO INSUFFICIANT PACKING»). Για την πιο πάνω σημείωση, ως ανέφερε ο ΜΥ.1, δεν ενημερώθηκε ο Ενάγοντας ενώ η Εναγόμενη ενημερώθηκε εκ των υστέρων. Η πιο πάνω μαρτυρία του ΜΥ.1 δεν έτυχε αμφισβήτησης και ούτε προσκομίστηκε σχετικό αποδεικτικό έγγραφο προγενέστερης ενημέρωσης του Ενάγοντα για το ρίσκο που αναλάμβανε λόγω της ανεπαρκής συσκευασίας των εμπορευμάτων. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δεν ενημερώθηκε προγενέστερα για το πιο πάνω περιεχόμενο της φορτωτικής (βλ. Τεκμήριο 3) ενώ η Εναγόμενη ενημερώθηκε εκ των υστέρων.

 

58. Η ανεπάρκεια της συσκευασίας των εμπορευμάτων, όταν αυτά παραδόθηκαν από την «DOLPHIN» στην αποθήκη της «Andante», ως αναγράφεται στην φορτωτική (βλ. Τεκμήριο 3), δεν αμφισβητήθηκε και ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η συσκευασία των εμπορευμάτων ήταν επαρκής. Τα φωτοαντίγραφα (βλ. Τεκμήρια 16) αναφορικά με την ανεπάρκεια της συσκευασίας του αντικειμένου, δεν υποβοηθούν το έργο του Δικαστηρίου καθώς εκτός του ότι είναι ασπρόμαυρα και δεν διακρίνονται εύκολα, ο ΜΥ.1, πέραν του ότι κατ’ισχυρισμόν απεικονίζουν το αντικείμενο όπως παραλήφθηκε τόσο στην αποθήκη της «Andante» όσο και στην αποθήκη της «SeaModal» στη Λεμεσό, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει περαιτέρω το περιεχόμενο αυτών σχετικά με την συσκευασία του αντικειμένου αλλά και την κατάσταση αυτού. Ο ΜΥ.1 ανέφερε επιπλέον γενικά και αόριστα ότι το ελαφρύ άσπρο νάιλον, με το οποίο ήταν συσκευασμένο το αντικείμενο, δεν αποτελεί ανεπαρκή συσκευασία, χωρίς να διευκρινίσει τι θεωρεί επαρκή συσκευασία για να αξιολογήσει το Δικαστήριο αυτή του τη θέση. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι η ανεπαρκή συσκευασία των εμπορευμάτων δεν σημαίνει ότι αυτόματα αυτά θα καταστραφούν, αφού στην προκειμένη καταστράφηκε μόνο το αντικείμενο. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα εμπορεύματα  παραδόθηκαν με ανεπαρκή συσκευασία από την «DOLPHIN» στην αποθήκη της «Αndante» και ότι η ανεπαρκής συσκευασία των εμπορευμάτων από μόνη της δεν σημαίνει ότι είναι η αιτία τυχόν ζημιάς τους.

 

59. Παρά το πιο πάνω εύρημα του Δικαστηρίου για την παράδοση των εμπορευμάτων στην αποθήκη της «Andante» με ανεπαρκή συσκευασία, η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε αναφορικά με την κατάσταση των εμπορευμάτων, εντός της ανεπαρκούς συσκευασίας, ήταν αυτή του Ενάγοντα, ο οποίος ανέφερε ότι η Εναγόμενη, μέσω των εξουσιοδοτημένων από αυτήν αντιπροσώπων, παρέλαβε τα εμπορεύματα από την «DOLPHIN» σε εξαιρετική κατάσταση. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε, ούτε προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία από τον ΜΥ.1 ότι κατά την πιο πάνω παραλαβή τα εμπορεύματα ήταν ήδη κατεστραμμένα ή παρουσίαζαν εμφανείς ζημιές. Ο Ενάγοντας επέμεινε ότι η Εναγόμενη ουδέποτε προέβαλε οποιοδήποτε παράπονο ότι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν σε κακή κατάσταση ή με φθορές, ούτε τον ενημέρωσε κατά την παραλαβή για οποιαδήποτε ζημιά ή ελάττωμα στα εμπορεύματα. Παρά ταύτα, ο Ενάγοντας δεν εξήγησε πώς γνωρίζει ότι διενεργήθηκε οποιαδήποτε επιθεώρηση των εμπορευμάτων κατά την παραλαβή τους από την «Andante», ενώ, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι η «Andante» δεν είχε υποχρέωση ελέγχου των εμπορευμάτων. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι διενεργήθηκε ουσιαστική επιθεώρηση των εμπορευμάτων κατά την παραλαβή τους από την «Andante». Προς τούτο, έλαβα υπόψη βεβαίως τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι το αντικείμενο ήταν καλυμμένο με συσκευασία κατά τη μεταφορά του, γεγονός που δύναται να εξηγεί γιατί η παρατηρούμενη ζημιά δεν διαπιστώθηκε νωρίτερα κατά την παραλαβή του από την «Andante». Εν πάση περιπτώσει, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι τα εμπορεύματα είχαν ήδη υποστεί ζημιά κατά την παραλαβή τους στην αποθήκη της «Andante» και έχοντας υπόψη το «Outrun Report» της «Amathus Aegeas Ltd» στο οποίο καταγράφεται ότι παραλήφθηκε ένα «τζακούζι» του Ενάγοντα εξωτερικά καταστραμμένο (externally damaged), καθώς και τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι, όταν το αντικείμενο έφθασε στη Λεμεσό και ανοίχθηκε το εμπορευματοκιβώτιο, διαπιστώθηκε ότι αυτό έφερε ζημιά, η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι το αντικείμενο υπέστη ζημιά κατά τη μεταφορά του από την αποθήκη της «Andante» προς την αποθήκη της «Seamodal» στη Λεμεσό. Υπό το φως της πιο πάνω περιστατικής μαρτυρίας, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα εμπορεύματα δεν είχαν ήδη υποστεί ζημιά κατά την παραλαβή τους στην αποθήκη της «Andante» και ότι το αντικείμενο υπέστη ζημιά κατά τη μεταφορά του από την αποθήκη της «Andante» προς τη Λεμεσό, ενώ τελούσε υπό τον έλεγχο της «Andante».

 

60. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι, κατόπιν απαίτησης («claim») της Εναγόμενης προς την «Andante», υποβλήθηκε πρόταση προς τον Ενάγοντα, η οποία απορρίφθηκε, ενώ εξέφρασε τη θέση ότι η «Andante» αποτάθηκε στους ασφαλιστές της αναφορικά με τη ζημιά του αντικειμένου. Η πιο πάνω μαρτυρία συνάδει με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29.03.2018 του ΜΥ.1 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 18), στο οποίο αναγράφεται ότι «we have placed officially claim on your behalf to carriers who will in turn apply to their insurers and will wait for their reply» καθώς και ότι «in agreement with carriers are shipping back the unit for a proper survey for damage assessment and possible salvage evaluation as well». Η πιο πάνω μεταγενέστερη συμπεριφορά της Εναγόμενης συνάδει με τη θέση ότι η ζημιά του αντικειμένου αντιμετωπίστηκε από τα μέρη ως προκύψασα κατά το στάδιο της μεταφοράς των εμπορευμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τη Λεμεσό.

 

61. Σε συνέχεια του ευρήματος του Δικαστηρίου αναφορικά με την ζημιά που υπέστη το αντικείμενο, αποδέχομαι επιπλέον την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι, κατά την επιτόπια εξέταση των εμπορευμάτων, πριν από την παραλαβή τους, διαπίστωσε ότι το αντικείμενο έφερε τις προαναφερθείσες ζημιές, οι οποίες το καθιστούσαν μη λειτουργήσιμο για το σκοπό που αγοράστηκε. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε, ενώ συνάδει με τα φωτοαντίγραφα που προσκόμισε ο Ενάγοντας, στα οποία απεικονίζεται το αντικείμενο και οι φθορές που αυτό υπέστη (βλ. σελ. 1 – 8 και 15 – 19 του Τεκμηρίου 10). Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία ότι, παρά τις πιο πάνω ζημιές, το αντικείμενο παρέμεινε λειτουργικό ή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κανονικά. Συνεπώς, γίνεται περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας, κατά την επιτόπια εξέταση των εμπορευμάτων, πριν από την παραλαβή τους, διαπίστωσε ότι το αντικείμενο έφερε τις προαναφερθείσες ζημιές και ότι, ένεκα των ζημιών αυτών, δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε.

 

62. Αναφορικά με τη μαρτυρία του πως το αντικείμενο υπέστη τις ζημιές, η μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα όσο και του ΜΥ.1 απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη και εξηγώ. Ο Ενάγοντας επιχείρησε να πείσει το Δικαστήριο ότι το αντικείμενο καταστράφηκε επειδή τοποθετήθηκε σε κιβώτιο μεταφοράς μικρότερων διαστάσεων, ακατάλληλο να το προστατεύσει κατά τη μεταφορά, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για εύθραυστο προϊόν, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αφαιρέθηκε η εργοστασιακή συσκευασία και το αντικείμενο τοποθετήθηκε χωρίς την εργοστασιακή συσκευασία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι  το αντικείμενο μεταφέρθηκε από τον οδηγό της Εναγόμενης και ξεφορτώθηκε χωρίς την άδεια του κοντά στο σπίτι του, σε κάθετη θέση, με έλλειψη οποιασδήποτε συσκευασίας και με φθορές. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα δεν τεκμηριώθηκαν με μαρτυρία αναφορικά με τις διαστάσεις του κιβώτιου μεταφοράς του αντικειμένου, ενώ από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ως θα αναφέρω πιο κάτω, προκύπτει ότι το αντικείμενο μεταφέρθηκε σε ξεχωριστό εμπορευματοκιβώτιο από τα λοιπά εμπορεύματα. Ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία ποια ήταν η εργοστασιακή συσκευασία που αφαιρέθηκε και παρέμεινε το αντικείμενο να είναι τυλιγμένο με το άσπρο ελαφρύ νάιλον. Ούτε η προαναφερθείσα θέση για την αφαίρεση της εργοστασιακής συσκευασίας και την τοποθέτηση του αντικειμένου χωρίς αυτή υποβλήθηκε στον ΜΥ.1 για να τοποθετηθεί. Η μαρτυρία του αναφορικά με το πως τοποθετήθηκε το αντικείμενο και ξεφορτώθηκε σε κάθετη θέση, ως προκύπτει και από τα φωτοαντίγραφα (βλ. σελ 17 - 19 του Τεκμηρίου 10) δεν υποβοηθεί ουσιωδώς το έργο του Δικαστηρίου καθώς, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, το αντικείμενο είχε ήδη υποστεί ζημιά, χωρίς να διευκρινίζεται ότι η πιο πάνω μεταφορά και ξεφόρτωση του αντικειμένου στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα, προκάλεσε περαιτέρω ζημιά σε αυτό. 

 

63. Η μαρτυρία του ΜΥ.1 ήταν εξίσου μη πειστική αναφορικά με το πώς το αντικείμενο υπέστη τις ζημιές. Η θέση του σχετικά με την κατ’ισχυρισμό απότομη τοποθέτηση του εμπορευματοκιβώτιου, εντός του οποίου βρισκόταν το αντικείμενο, με αποτέλεσμα το «σοκ της δόνησης» να προκαλέσει τη ζημιά, απορρίπτεται ως γενική και ατεκμηρίωτη. Ούτε ο μάρτυρας παρουσιάστηκε ότι έχει εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος. Περαιτέρω, αρνητική εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο ότι ενώ ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι το ελαφρύ άσπρο νάιλον, με το οποίο ήταν συσκευασμένο το αντικείμενο, δεν αποτελεί ανεπαρκή συσκευασία μετά ανέφερε ότι το αντικείμενο δεν ήταν σωστά πακεταρισμένο. Επιπλέον ενώ ανέφερε ότι είναι ευθύνη του προμηθευτή να τοποθετήσει πρόνοια για να μεταφερθεί σωστά, δεν ανέφερε ότι δεν υπήρχαν οδηγίες μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον προμηθευτή. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει σε ασφαλή εύρημα πως καταστράφηκε το αντικείμενο.

 

Μεταφορά εμπορευμάτων

 

64. Αναφορικά με τη μεταφορά των εμπορευμάτων από την αποθήκη της «Andante» στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τα εμπορεύματα έφυγαν από το λιμάνι στο Λίβερπουλ («Liverpool») της Αγγλίας στις 12.11.17, κατέφθασαν στην αποθήκη στη Λεμεσό στις 24.11.17 και μεταφέρθηκαν στη διεύθυνση διαμονής του στις 28.11.17. Η πιο πάνω μαρτυρία, εκτός όσον αφορά τη μεταφορά του αντικειμένου ως θα αναφερθώ πιο κάτω, δεν αμφισβητήθηκε και τεκμηριώνεται από την ενώπιον μου μαρτυρία σχετικά με το εμπορευματοκιβώτιο με αριθμό «MCLU4056740» που μετέφερε τα εμπορεύματα  (βλ. Τεκμήρια 3, 5, 6, 7 και 9). Εντούτοις, αναφορικά με τη μεταφορά του αντικειμένου από τα τεκμήρια που κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, προκύπτει ότι, εν τέλει, το αντικείμενο μεταφέρθηκε σε διαφορετικό εμπορευματοκιβώτιο, ήτοι το εμπορευματοκιβώτιο με αριθμό «MCLU5030993». Ειδικότερα, στο «Outrun Report» της «Amathus Aegeas Ltd» (βλ. Τεκμήριο 4) αναφορικά με το εμπορευματοκιβώτιο με αριθμό «MCLU5030993» αναγράφεται ότι λήφθηκε 1 «τζακούζι» του Ενάγοντα που ήταν εξωτερικά καταστραμμένο. Περαιτέρω, στο «Delivery Order» αρ. 93928 (βλ. Τεκμήριο 8) γίνεται αναφορά ότι το τζακούζι που αφορά τη φορτωτική «LCY84224A» τοποθετήθηκε (stuffed) στο εμπορευματοκιβώτιο «MCLU5030993», το οποίο κατέφθασε στο λιμάνι της Λεμεσού στις 01.12.17.  Συνεπώς, η μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με το τι αποδεικνύει το Outrun Report» της «Amathus Aegeas Ltd» (βλ. Τεκμήριο 4) δεν συνάδει με τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια όπως και η μαρτυρία του ότι το αντικείμενο επίσης μεταφέρθηκε στις 28.11.17. Αντιθέτως, από τα ενώπιον μου τεκμήρια προκύπτει ότι το αντικείμενο τοποθετήθηκε (stuffed) στο εμπορευματοκιβώτιο με αριθμό «MCLU5030993», το οποίο κατέφθασε στο λιμάνι της Λεμεσού στις 01.12.17 και συνεπώς είναι αδύνατο να μεταφέρθηκε προγενέστερα, ήτοι στις 28.11.17, στον Ενάγοντα. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι το αντικείμενο τοποθετήθηκε (stuffed) στο εμπορευματοκιβώτιο με αριθμό «MCLU5030993», το οποίο κατέφθασε στο λιμάνι της Λεμεσού στις 01.12.17 ενώ άγνωστο παραμένει πότε ακριβώς έγινε προσπάθεια παράδοσης του αντικειμένου στον Ενάγοντα.

 

65. Βεβαίως, το πιο πάνω εύρημα δεν αναιρεί το εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα. Εκείνο που παραμένει άγνωστο είναι η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία έγινε η προσπάθεια παράδοσης του αντικειμένου στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα, γεγονός που αποτελεί επιμέρους ζήτημα και δεν επηρεάζει τα λοιπά ευρήματα του Δικαστηρίου.  

 

Βάρος Απόδειξης

 

66. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295) Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων Η.  Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of  proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is  more probable than not) (βλ. Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858).

 

67. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι  το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.

 

Νομική Πτυχή

 

68. Ως αναφέρω ανωτέρω, η αξίωση του Ενάγοντα για αποζημιώσεις εδράζεται στη παράβαση της συμφωνίας των μερών. Προς τούτο το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) (εφ’εξής «ο Νόμος»), διαλαμβάνει τα εξής ως προς το ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις: «10.-(1) Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών».

 

69. Στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο - Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Α σελ. 33 αναγράφεται ότι τόσο στο κοινοδίκαιο όσο και στον Κυπριακό Νόμο βασικά στοιχεία μιας έγκυρης σύμβασης είναι η πρόταση (offer),[5] η αποδοχή (acceptance)[6] και η αντιπαροχή (consideration)[7] (βλ. σχετικά Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 1794).

 

70. Σύμφωνα με τη νομολογία, για την κατάρτιση έγκυρης συμφωνίας, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη αντιπαροχής, αλλά απαιτείται επιπλέον η ύπαρξη δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών προς δημιουργία έννομης σχέσης (intention to create legal relations) ή, αλλιώς, η ύπαρξη πρόθεσης δημιουργίας έννομης σχέσης (βλ. Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1772, C. Malathouras & Sons Ltd v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ. 1233 και ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΙΖΟΥ κ.α. v. ΦΡΟΣΟΥΛΑΣ ΤΟΦΑΡΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2015, 12/12/2023).

 

71. Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στην Alpan Furnishings v. Δημάδη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 170, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του συμβατικού δικαίου ότι οι όροι μιας σύμβασης καθορίζονται από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη, αρχή που ερείδεται στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι, ως κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι λοιπόν ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης και προς τούτο οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Άλλωστε στο άρθρο 29 του Νόμου[8] προνοείται ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ (βλ. Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης (1993) 1 C.L.R. 436).

 

72. Το κριτήριο κατά πόσο οι όροι της σύμβασης διατυπώνονται με την αναγκαία βεβαιότητα υποδείχθηκε στην Saab κ.α. and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neοphytos (1982) 1 C.L.R. 499, ήτοι «Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so» σε ελεύθερη μετάφραση του Δικαστηρίου: «Κατά πόσο κάποιος που επιδιώκει πραγματικά να ανακαλύψει το νόημά του, είναι σε θέση να το πράξει». 

 

73. Ως προς την ερμηνεία των όρων μιας σύμβασης στην υπόθεση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 111/13 ημερ. 17.06.21, ECLI:CY:AD:2021:A260 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«[…], η ερμηνεία των όρων μιας συμφωνίας αποτελεί νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου εναπόκειται στο δικαστήριο και μόνο. Παρέπεμψε στην πλούσια περί τούτου νομολογία την οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε στην ίδια έκταση(Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση (2000) 1 Α.Α.Δ. 1809, Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance (2011) 1 A.A.Δ.1739, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2) (1998) 1 Α.Α.Δ. 2335).

 

Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή».»

 

74. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΤΩΝ Π.Κ. ΟΡΕΙΝΟΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΣΑΔΟΛΙΝ ΠΕΙΝΤΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ κ.α. ν. ΦΡΙΞΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ (2004) 1 Α.Α.Δ. 2013, αναφέρθηκε ότι η αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό.

 

75. Ως προς τα εγειρόμενα ζητήματα, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ και στη νομολογία που αφορά συμβάσεις μεταφοράς εμπορευμάτων δια θαλάσσης, στις οποίες παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα.

 

76. Στην υπόθεση Andreas Orthodoxou Limitd v. Δημητρίου Τυλληρή Λίμιτεδ (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1247, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με τη φύση της φορτωτικής, την ευθύνη του μεταφορέα καθώς και τη γνωστοποίηση των όρων της σύμβασης, τα οποία παραθέτω αυτούσια:

 «Η φορτωτική αποτελεί έγγραφο εκδιδόμενο από ή εκ μέρους του μεταφορέα αγαθών δια θαλάσσης, στο πρόσωπο με το οποίο έχει συμβληθεί για τη μεταφορά των αγαθών. Καθορίζει τη μεταφορά των αγαθών από συμφωνηθέντα προορισμό, είτε στο κατονομαζόμενο πρόσωπο ή, πιο συχνά, σε πρόσωπο που καθορίζεται. Η φορτωτική εκδίδεται στη διαταγή του προσώπου στο οποίο τα αγαθά πρέπει να παραδοθούν και εξυπηρετεί τρεις σκοπούς. Συνιστά απόδειξη της φόρτωσης των περιγραφόμενων σ' αυτήν αγαθών στο πλοίο, αποτελεί ή μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία της συμφωνίας μεταφορά και τέλος αποτελεί έγγραφο τίτλου  για τα αγαθά. (βλέπε Benjamin's Sale of Goods, 2η έκδοση, παραγρ. 1464). Κατοχή της φορτωτικής θεωρείται ως τεκμαρτή κατοχή των αγαθών.

 

Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση J. & P. Ltd κ.ά. ν. S. Ch. Jeropoulos & Co Ltd κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 451, 459-460, η φορτωτική είναι έγγραφο που υπογράφεται από τον πλοιοκτήτη ή τον αντιπρόσωπό του με το οποίο αναγνωρίζεται ότι τα αγαθά έχουν φορτωθεί επί του συγκεκριμένου σκάφους το οποίο αναμένεται να φτάσει σε συγκεκριμένο προορισμό και το οποίο καθορίζει τους όρους με τους οποίους θα μεταφερθούν τα αγαθά που έχουν παραληφθεί (βλέπε Sewell v. Burdick [1884] 10 App. Cas. 74, 105. Βλέπε επίσης Scrutton on Charterparties 18η έκδοση, σελ.2). Η σύμβαση μεταφοράς αποτελεί τη συμφωνία, ενώ η φορτωτική συνιστά την απόδειξη παραλαβής των αγαθών, στην οποία αναφέρονται και οι όροι σύμφωνα με τους οποίους θα πραγματοποιηθεί η μεταφορά.

 

[…]

 

Η ιδιοκτησία στο φορτίο πλοίου δεν οφείλεται στη μεταβίβαση της φορτωτικής που το αντιπροσωπεύει. Η φορτωτική αποτελεί εκ πρώτης όψεως τίτλο ιδιοκτησίας, αλλά τούτο οφείλεται κυρίως στο συμβολικό χαρακτήρα της φορτωτικής. Δεν δημιουργεί ουσιαστικά δικαιώματα κυριότητας στο φορτίο. Η κυριότητα στο φορτίο εξαρτάται από τη δοσοληψία μεταξύ των μερών, μέρος της οποίας μπορεί να περιλαμβάνει τη μεταβίβαση ή όχι της φορτωτικής (Standard Fruit Company (Bermuda) Limited κ. ά. ν. Gold Seal Shipping Company Ltd, (1997) 1 Α.Α.Δ. 464).

[…]

 

Στην υπόθεση Standard Fruit Company (Bermuda) Limited κ. ά. ν. Gold Seal Shipping Company Ltd, ανωτέρω, αναφέρεται ότι ο μεταφορέας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο έχει υποχρέωση ως θεματοφύλακας μεταφορέας (common carrier) να παραδώσει το φορτίο με ασφάλεια και, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, είναι υπόλογος για οιανδήποτε ζημιά η οποία θα συμβεί στο φορτίο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.

 

Στην υπόθεση J. & P. Ltd κ.ά. ν. S. Ch. Jeropoulos & Co Ltd κ.ά., ανωτέρω, γίνεται αναφορά και στις υποθέσεις Runquist v. Ditchell [1800] 2 Camp. 556 και Philips v. Edwards [1858] 3 H. & N. 813, οι οποίες, αν και ασαφείς επί του συγκεκριμένου σημείου, φαίνεται να ευνοούν τη θέση ότι η φορτωτική δεν αποτελεί αναμφισβήτητη απόδειξη της ύπαρξης της σύμβασης (βλέπε επίσης την απόφαση του δικαστή Gibbs C.J. στην υπόθεση Sanderson v Busher [1814] 4 Camp. 54). Η σύμβαση μεταφοράς, αποτελεί τη συμφωνία, ενώ η φορτωτική συνιστά την απόδειξη παραλαβής των αγαθών στην οποία αναφέρονται και οι όροι σύμφωνα με τους οποίους θα πραγματοποιηθεί η μεταφορά.

 

[…]

 

Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Holiday Tours Ltd v. Κούτα κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 766, για να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει αποδεχτεί όρους σύμβασης θα πρέπει να τους πληροφορηθεί πριν τη σύναψη της συμφωνίας. Όροι οι οποίοι εισάγονται μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν ισχύουν γιατί δεν έχουν συμφωνηθεί  Κανένας δεν μπορεί να συμφωνήσει σε κάτι που δεν γνωρίζει.  Οι όροι θα πρέπει να τεθούν υπ' όψιν του συμβαλλόμενου που θα δεσμευτεί, πριν ή κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αν δεν του γνωστοποιηθούν μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας, δεν έχουν οποιονδήποτε αποτέλεσμα (Olley v. Marlborough Court Ltd [1949] 1 K.B. 532. Βλέπε επίσης Chitty on Contracts, 25η έκδοση, 1ος τόμος, σελ. 406, παραγρ. 739).»

 

77. Περαιτέρω, στην υπόθεση Jeropoulos & Co Ltd κ.ά. (ανωτέρω), σχετικά με σύμβαση για συνθέτη μεταφορά λέχθηκε ότι «Όταν σύμβαση για σύνθετη μεταφορά συνάπτεται με μεταφορέα ή υπεργολάβο αυτός είναι υπεύθυνος για την πλήρη εκτέλεση της σύμβασης, παρ' όλο ότι μπορεί να υπάρχει πρόθεση ότι μέρος της μεταφοράς θα γίνει από άλλους (Muschamp v. Lancaster and Preston Ry. [1841] 8 M. & W. 421), εκτός αν, όπως είναι συνήθως η περίπτωση, η σύμβαση ρητά περιορίζει την ευθύνη του στο δικό του μέρος του ταξιδιού (βλ.Zunz v. S.E. Ry. [1869] L.R. 4 Q.B. 539).» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

78. Όσο αφορά το ζήτημα αποζημιώσεων σε περίπτωση παράβαση σύμβασης, σύμφωνα με τη νομολογία, σε περίπτωση παράβασης σύμβασης το μη υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημιά που ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης του υπαίτιου συμβαλλομένου μέρους. Το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων προνοείται στο άρθρο 73(1) του Νόμου[9] που παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση. 

 

79. Ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης έγινε πρόσφατα από το Εφετείο στην Μιχάλης Ιωάννου ν. S.G. Massif Wooden Doors & Windows Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 81/19 ημερ. 21.03.25 όπου αναφέρθηκε ότι το Άρθρο 73 (1) του Νομού ενσωματώνει τις αρχές του κοινοδικαίου στο ζήτημα των αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης, ως διαμορφώθηκε με τη θεμελιακή υπόθεση Hadley v. Baxendale [1969] 1 AC 350 (βλ. Phillippou Ltd ν. Joesphy Hoyle & Son (1982) 1 CLR 625). Στην Μιχάλης Ιωάννου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν επίσης τα εξής σχετικά:

 

«Κατά την κρίση μας, η αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου 73(1) του Κεφ. 149, όχι μόνον δεν έγινε εκ του περισσού αλλά αντιθέτως ήταν ορθή και επιβεβλημένη. Αυτό, παρότι τα ποσά που διεκδικούσε η εφεσίβλητη στην ανταπαίτηση της, δεν αφορούσαν αποζημίωση μετά από τερματισμό της σύμβασης, αλλά αποζημίωση μετά την εκτέλεση της σύμβασης, με τη μορφή του υπόλοιπου χρέους από δύο συμφωνίες εκτέλεσης εργασιών, με τις πρόνοιες των οποίων, η εφεσίβλητη συμμορφώθηκε πλήρως.

 

Τονίζουμε ότι όπως είναι νομολογημένο, το αναίτιο μέρος μπορεί να ζητήσει αποζημιώσεις χωρίς να τερματίσει τη σύμβαση. Ούτε το Άρθρο 73(1) του Κεφ. 149, ούτε η νομολογία καθορίζει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καταγγελία της σύμβασης, προκειμένου να ζητηθούν αποζημιώσεις από το αναίτιο μέρος.

 

Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου μας, στην υπόθεση Adamko Developers Ltd κ.α ν. Χριστίνας Θεμιστοκλέους κ.α. Πολ. Έφεση 25/19, ημ. 30.1.2024, στην οποία παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο -Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Β σελ. 650, στο οποίο αναφέρονται οι επιλογές που έχει το αναίτιο μέρος στην περίπτωση παράβασης σύμβασης:

 

«Εκεί που ένας συμβαλλόμενος αρνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, είτε στο σύνολο τους είτε σε κάποιο σημαντικό βαθμό, τότε ο άλλος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση και να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσης της. Η ίδια αρχή ισχύει σε περιπτώσεις παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης ή εκεί που ένας συμβαλλόμενος καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την σύμβαση. Στις πιο πάνω περιπτώσεις, η σύμβαση δεν τερματίζεται από μόνη της. Το αθώο μέρος έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση, εάν έτσι επιλέξει, και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Υπαλλακτικά, εάν έτσι επιθυμεί, μπορεί να συνεχίσει με την σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις.»

 

Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μάριος Κυριάκου κ.α. v. Α/φοι Μ & Κ Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 203/2015, ημ. 1/2/2024, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

 

«Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση παράβασης μιας συμφωνίας η συμφωνία δεν τερματίζεται από μόνη της. Το ανυπαίτιο μέρος έχει το δικαίωμα είτε να τερματίσει τη συμφωνία, και να διεκδικήσει αποζημιώσεις, είτε να συνεχίσει με τη Συμφωνία και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις.»

 

Αναφέρεται επίσης στη σελίδα 652 του πιο πάνω συγγράμματος του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, ότι όποια και να είναι η φύση της παράβασης, από τη στιγμή που αυτή διαπιστώνεται, το αναίτιο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Σε περίπτωση σοβαρής παράβασης ή παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, το αναίτιο μέρος έχει επιπλέον το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης. Αν το ασκήσει εντός εύλογου χρόνου, τότε η σύμβαση παύει να έχει νομική ισχύ (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co. Ltd v. George Evans Edwards κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 385, 393)».

 

80. Επιπρόσθετα, στην ΒΟΥΖΟΥΝΗ κ.α. ν. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 457/12, ημερ. 10.04.2019, ECLI:CY:AD:2019:A138, επισημάνθηκε ότι ο σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου αντισυμβαλλόμενου στη θέση που θα βρισκόταν αν η σύμβαση εκτελείτο απρόσκοπτα (βλ. επίσης Μαγδαλήνη Θεοδούλου Καλογήρου ν. Α. ZAKHEOS ESTATES LTD Φ/ΔΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ κ.α.  (2008) 1 Α.Α.Δ. 1260), ενώ η επιδίκαση και επιμέτρησή τους απαιτεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προβαλλόμενης απώλειας και της παραβίασης της σύμβασης. H ζημιά θα πρέπει να προέρχεται, είτε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε να ήταν προβλέψιμη, με βάση το τι γνώριζαν ή είχαν υπόψη οι διάδικοι, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης (Hadley v. Baxendale (1854) 9 Exch 341, Saab (ανωτέρω), Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 679 και σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο -Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Β σελ. 758).

 

 

 

 

Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

81.  Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση του εναντίον της Εναγόμενης.

 

Ευθύνη Εναγόμενης

 

82.  Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων, μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη ανέλαβε, έναντι αμοιβής ύψους €1.237,40 (βλ. Τεκμήριο 2), τη μεταφορά των εμπορευμάτων, μέσω της «Andante», από την αποθήκη της «Andante» προς την Κύπρο και την ακόλουθη παράδοση τους από την ίδια στη διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντα. Η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε κατόπιν συμφωνίας των μερών έναντι νόμιμης αντιπαροχής και με πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης.

 

83.  Αποδείχθηκε επιπλέον ότι η πιο πάνω μεταφορά και παράδοση θα γινόταν με ασφάλεια και με τη δέουσα και εύλογη επιμέλεια και δεξιότητα, ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν στον Ενάγοντα στην ίδια κατάσταση στην οποία αυτά παραλήφθηκαν από την «DOLPHIN» και ότι η Εναγόμενη θα ευθυνόταν για πλημμελή εκτέλεση της πιο πάνω αναληφθείσας εργασίας. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι όροι συναλλαγής αποτέλεσαν μέρος της συμφωνίας των μερών, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί γνωστοποιήθηκαν ή έγιναν αποδεκτοί από τον Ενάγοντα πριν ή κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας των μερών.

 

84.  Το γεγονός ότι μέρος της μεταφοράς εκτελέστηκε μέσω της «Andante» δεν απαλλάσσει, υπό τις περιστάσεις, την Εναγόμενη από τις συμβατικές της υποχρεώσεις, έναντι του Ενάγοντα, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία. Ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, δεν δικογραφήθηκε ούτε αποδείχθηκε οποιοσδήποτε περιορισμός ευθύνης της Εναγόμενης. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι το αντικείμενο υπέστη ζημιά κατά τη μεταφορά του από την αποθήκη της «Andante» προς τη Λεμεσό, ενώ τελούσε υπό τον έλεγχο της «Andante», μέσω της οποίας η Εναγόμενη εκτελούσε τη συμφωνηθείσα μεταφορά των εμπορευμάτων του Ενάγοντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ένεκα των ζημιών που υπέστη, το αντικείμενο δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε.

 

85.  Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι αποδείχθηκε, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Εναγόμενη παρέβη τις πιο πάνω συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Ενάγοντα αναφορικά με τη ασφαλή μεταφορά και παράδοση του αντικειμένου. Συνεπώς υπέχει ευθύνη για τις ζημιές που ο Ενάγοντας υπέστη, ως φυσικό και προβλέψιμο επακόλουθο της παράβασης αυτής, καθότι το αντικείμενο δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό τον οποίο αγοράστηκε.

 

Αποζημιώσεις

 

86. Ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας αγόρασε το αντικείμενο έναντι του ποσού των £6.999, το οποίο κατέβαλε για την αγορά του. Ενόψει του ότι το αντικείμενο υπέστη ζημιά κατά τη μεταφορά του και ότι, ένεκα των ζημιών αυτών, δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται αποζημιώσεις ύψους £6.999 προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους της Εναγόμενης. Επί τούτου αναφέρω ότι συμφωνά με τη νομολογία είναι επιτρεπτή η έκδοση απόφασης σε ξένο νόμισμα (βλ. Williams and Glyn's Bank Inc. v. Kouloumbis and the Ship "MARIA" (1986) 1 C.L.R. 627).

 

87. Αντιθέτως, αναφορικά με το αξιούμενο ποσό ύψους £2.001 για αποκατάσταση της ζημιάς του Ενάγοντα και/ή αγορά νέου αντικειμένου, δεν προσκομίστηκε καθόλου μαρτυρία αναφορικά με το ύψος της εν λόγω ζημίας του Ενάγοντα. Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για το κόστος αποκατάστασης ή επαναγοράς του αντικειμένου, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να επιδικάσει το συγκεκριμένο ποσό. Προς τούτο αναφέρω ότι, σύμφωνα με την νομολογία, οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται με λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται αυστηρά από τον Ενάγοντα με την προσκόμιση της κατάλληλης αποδεκτής μαρτυρίας (βλ. Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου (1996) 1 Α.Α.Δ. 1157 και Νεοκλής Αντωνιάδης ν. Μιχάλης Σταύρου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1171). Ένεκα της έλλειψης προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας αναφορικά με το κόστος αποκατάστασης ή επαναγοράς του αντικειμένου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού των £2.001 υπέρ του.

 

88. Παρομοίως, αναφορικά με το ποσό των €412, το οποίο αξιώνεται ως αναλογία ποσού που καταβλήθηκε στην Εναγόμενη, δυνάμει της συμφωνίας μεταφοράς των μερών και/ή για εκτέλεση εργασίας που δεν ολοκληρώθηκε, κρίνω ότι αυτό το ποσό δεν δικαιολογείται, καθώς η μεταφορά και η παράδοση των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς και της προσπάθειας παράδοσης του αντικειμένου, πραγματοποιήθηκε και επομένως η αναληφθείσα εργασία εκτελέστηκε. Η μεταφορά και η προσπάθεια παράδοσης του αντικειμένου με τις πιο πάνω ζημιές, κατά παράβαση της συμφωνίας των μερών, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Εναγόμενη παρείχε την υπηρεσία δια την οποία συμβλήθηκε. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον τρόπο υπολογισμού του συγκεκριμένου ποσού ή γιατί αυτό αντιστοιχεί στο 1/3 της συμφωνηθείσας αμοιβής μεταφοράς και όχι, λόγου χάρη, στο 1/13 αυτής, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα ήταν δεκατρία συνολικά. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση του ποσού των €412 υπέρ του Ενάγοντα.

 

Κατάληξη

 

89.  Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των £6.999. Οι αξιώσεις του Ενάγοντα για τα ποσά των £2.001 και €412 απορρίπτονται.

 

Έξοδα

 

90. Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Ν.14/1960 και τη Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντος διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 419).

 

91. Στην βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ

 

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Subject: Civil/Other Actions /Final

(Αναφορά: Πολιτική – παράβαση σύμβασης μεταφοράς εμπορευμάτων). 



[1] Η Ένορκη Δήλωση του μεταφραστή «Δ.Π» ημερ. 12.12.25, στην οποία επισυνάφθηκε η γραπτή δήλωση του Ενάγοντα στη ρωσική και ελληνική γλώσσα ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, κατατέθηκε ως Έγγραφο Α

[2] Σημειώνεται ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 26.10.17 αναγράφεται «agents in the U.K.» το οποίο σε ελεύθερη μετάφραση του Δικαστηρίου είναι «αντιπρόσωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο».

[3] «All business is undertaken subject to Cyprus Freight Forwarders Associations Standard Trading Conditions CFFA Standard Trading Conditions are available on CFFA website».

[4] Όσο αφορά τα Τεκμήρια 5 – 7.

[5] Βλ. Άρθρο 2 (2) (α) του Νόμου.

[6] Βλ. Άρθρο 2 (2) (β) του Νόμου.

[7] Βλ. Άρθρο 2 (2) (δ), (ε) και (στ) του Νόμου καθώς και το Άρθρο 25 (1) του Νόμου που προβλέπει ότι η συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός και αν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπει το Άρθρο 25 (1) (α) έως (γ) του Νόμου.

[8] «29. Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες».

[9] «73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.»

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο