ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΦΙΟΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 433/2024, 4/5/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΦΙΟΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 433/2024, 4/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                            Αριθμός Απαίτησης: 433/2024 (i-justice)

 

Μεταξύ:

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ

                     Εναγόντων

και

 

                                     1. ΦΙΟΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

        2. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ ΝΙΚΗΤΑ

Εναγόμενων

                                                                                                          

--------------------

 

Μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 27/2/2026

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4/5/2026

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενη 1 - αιτήτρια: κ. Α. Χαραλάμπους, για Ανδρέας και Βασίλειος Χαραλάμπους  

Για ενάγοντες - καθ’ ων η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης, για ΝΤΙΝΟΣ ΜΑΣΤΟΡΟΥΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες, στις 14/5/2024 καταχώρισαν την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων επί εντύπου απαίτησης αρ. 4 μαζί με έκθεση απαίτησης. Με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, δυο διαφορετικά ποσά, υπό μορφή χρεωστικού υπολοίπου το οποίο προκύπτει από δυο δάνεια που το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ είχε παραχωρήσει στους εναγόμενους, δυνάμει σχετικών γραπτών συμφωνιών. Περαιτέρω αξιώνουν και διατάγματα εκποίησης δυο υποθηκών, οι οποίες εξασφάλιζαν τα δυο αυτά δάνεια.

 

Η εναγόμενη, στις 17/12/2024 καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Με την υπεράσπισή της - για λόγους που αναφέρονται στο σώμα της - ζητά την απόρριψη της αγωγής, ενώ, με την ανταπαίτησή της, ουσιαστικά επιδιώκει - μεταξύ άλλων - την ακύρωση των παραπάνω συμφωνιών δανείου και υποθηκών.

 

Η εναγόμενη, στις 5/12/2025 καταχώρησε αίτηση με την οποία, με τις δυο αιτούμενες θεραπείες, ουσιαστικά ζητά διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες να προβούν στην πώληση των βεβαρημένων - με τις παραπάνω υποθήκες - ακινήτων, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, δυνάμει του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2022 (στο εξής «Νόμος») μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το συγκεκριμένο Μέρος του Νόμου διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η εναγόμενη, η οποία σ’ αυτή αναφέρει - μεταξύ άλλων - τα εξής:

 

Κατά η περί τις 15/11/2024, οι ενάγοντες τής επέδωσαν την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» με βάση τις διατάξεις του Νόμου, καλώντας την να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, με βάση τη μια από τις παραπάνω υποθήκες και το σχετικό λογαριασμό. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 6/2/2025 της επέδωσαν και την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΒ» με την οποία την καλούν να διορίσει εκτιμητή για σκοπούς εκτίμησης της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων με σκοπό την εξεύρεση της επιφυλαχθείσας τιμής.

 

Οι παράγραφοι 29 και 31 της ίδιας ένορκης δήλωσης, ακολουθούν αυτούσιες:

 

«29. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία των εκτιμήσεων, θα προχωρήσουν σε καθορισμό ημερομηνίας πλειστηριασμού με την έκδοση και επίδοση επιστολής κατά τον τύπο ΙΑ.

 

31. Αν οι Ενάγοντες επιτραπεί να συνεχίσουν την διαδικασία του πλειστηριασμού της υποθήκης με αριθμό [ ] ή να ξεκινήσουν νέο πλειστηριασμό για το άλλο ενυπόθηκο ακίνητο που καλύπτεται με την υποθήκη με αριθμό [  ], παρά το δεδικασμένο που αναφέρω ανωτέρω, θα προκληθεί εις βάρος μου ανεπανόρθωτη βλάβη και απώλεια της περιουσίας μου χωρίς νόμιμη βάση.»

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία, στις 21/1/2026  ορίστηκε για ακρόαση, στις 27/5/2026.

 

Ωστόσο, οι ενάγοντες, προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις 24/11/2025, συνεχίζοντας τις σχετικές διαδικασίες πώλησης του ενός - από τα παραπάνω - ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, εξέδωσαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ(2) του Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, κατά τον Τύπο «ΙΑ», του Δεύτερου Παραρτήματος, την οποία επέδωσαν στην εναγόμενη, στις 9/2/2026. Με αυτή, την ειδοποιούν ότι το ενυπόθηκο και εξασφαλιζόμενο με τη σχετική υποθήκη - προς όφελός τους - χρέος, έχει καταστεί πληρωτέο από τις 12/3/2012 και γι’ αυτό προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού, όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, στις 19/5/2026 και ώρα 10:00 π.μ.

 

Αυτή η ενέργεια των εναγόντων, ώθησε την εναγόμενη να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, στις 27/2/2026 με την οποία ζητά διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες, ουσιαστικά, να ολοκληρώσουν τη διαδικασία πώλησης του παραπάνω ακινήτου με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, «… ο οποίος πλειστηριασμός έχει οριστεί στις 19 Μαΐου 2026 μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης δια κλήσεως ημερομηνίας 05/12/2026 η οποία έχει προγραμματιστεί για ακρόαση στις 27 Μαΐου 2026 και έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται και πάλι από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η εναγόμενη.

Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία αποτελείται από 4 λόγους.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των παραπάνω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι δικονομικά αβάσιμη, ανεπίτρεπτη και απαράδεκτη, καθώς με αυτή επιδιώκεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, ματαίωσης του προγραμματισμένου για τις 19/5/2026, πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της άλλης αίτησης τής εναγόμενης, ημερομηνίας 5/12/2025 για έκδοση και πάλι προσωρινού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης. Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, καθώς ο δικηγόρος της εναγόμενης όφειλε πριν την καταχώρησή της να ζητήσει τον επαναορισμό για ακρόαση της αίτησης, ημερομηνίας 5/12/2025 έτσι ώστε αυτή να περατωθεί πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου.

Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014:

«΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000).

 

Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".»

Προστίθενται και τα εξής και πάλι από την Περρέλλα:

«Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams vHunt [1905] 1 Κ.Β. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ...".»

Είναι γεγονός, ότι, αφ’ ης στιγμής, ό,τι αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης, που είναι να εμποδιστούν οι ενάγοντες να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης με τη διαδικασία πλειστηριασμού, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, ουσιαστικά αποτελεί αντικείμενο και της πρώτης αίτησης, την οποία η εναγόμενη καταχώρησε στις 5/12/2025, με τη διαφορά ότι με την πρώτη αίτηση ζητά την έκδοση διατάγματος σε σχέση και με τα δυο ενυπόθηκα ακίνητα και με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, ενώ με τη δεύτερη ζητά την έκδοση διατάγματος σε σχέση με το ένα από δυο αυτά ακίνητα και με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της πρώτης αίτησης, η υπό κρίση αίτηση - που ακολούθησε της πρώτης -, προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και τούτο, επειδή η εναγόμενη προωθεί ταυτόχρονα δυο διαδικασίες, οι οποίες αποβλέπουν στην επίτευξη του ίδιου στόχου.

Δε μου διαφεύγει ο λόγος για τον οποίο η εναγόμενη - όπως είναι η θέση της -καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, μολονότι καταχώρησε και την πρώτη, η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 31, 32 και 36 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Και οι τρεις αυτές παράγραφοι ακολουθούν αυτούσιες:

«31. Οι Ενάγοντες όμως αν και προφανώς γνώριζαν από τον δικηγόρο τους τα πιο πάνω αναφερόμενα (εννοεί ότι η πρώτη αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση, στις 27/5/2026), εν τούτοις, εντελώς δόλια και παράνομα και προκειμένου να κερδίσουν οφέλη καθιστώντας την Αίτηση μου για αναστολή πλειστηριασμού ατελέσφορη, όρισαν ημερομηνία πλειστηριασμού στις 19 Μαΐου, οκτώ μέρες πριν την ακρόαση της Αίτησης μου δια κλήσεως ημερομηνίας 05/12/2025. Επισυνάπτω σχετική ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ, η οποία μου επιδόθηκε στις 09/02/2026 σαν Τεκμήριο 13.

32. Αν οι Ενάγοντες επιτραπεί να συνεχίσουν την διαδικασία του πλειστηριασμού της υποθήκης με αριθμό [ ] ή να ξεκινήσουν νέο πλειστηριασμό για το άλλο ενυπόθηκο ακίνητο που καλύπτεται με την υποθήκη με αριθμό [  ], παρά το δεδικασμένο που αναφέρω ανωτέρω, θα προκληθεί εις βάρος μου ανεπανόρθωτη βλάβη και απώλεια της περιουσίας μου χωρίς νόμιμη βάση.

36. Αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημία από την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού, αφού τα ενυπόθηκα ακίνητα είναι βεβαρημένα με υποθήκες υπέρ τους και δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης τους.  Ενώ αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα τότε η Αίτηση μου η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 27 Μαΐου θα καταστεί άνευ αντικειμένου και θα βραβευτεί έτσι η κακή πίστη των Εναγόντων αφού ενώ γνώριζαν ότι η αίτηση αυτή είναι προγραμματισμένη για ακρόαση σε συγκεκριμένη ημερομηνία όρισαν πλειστηριασμό αρκετές μέρες νωρίτερα για να αποκτήσουν έτσι παράνομα και καταχρηστικά οφέλη.»

Είναι γεγονός, ότι οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγόμενη την επίμαχη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», στις 9/2/2026, δηλαδή, μετά τις 21/1/2026 που η πρώτη αίτησή της είχε οριστεί για ακρόαση, στις 27/5/2026. Ωστόσο, αποτελεί επίσης γεγονός, ότι οι ενάγοντες είχαν εκδώσει την εν λόγω ειδοποίηση, σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας ορισμού της πρώτης αίτησης της εναγόμενης σε ακρόαση. Συγκεκριμένα, την εξέδωσαν στις 24/11/2025. Με αυτό δεδομένο, τα όσα αυτή τους αποδίδει με την παράγραφο 31, δεν ισχύουν.

Εν πάση περιπτώσει, συμφωνώ με τους ενάγοντες ότι εάν η εναγόμενη ήθελε να διαφυλάξει το αντικείμενο της πρώτης αίτησής της για να μην καταστεί ατελέσφορη - όπως είναι η θέση της -, θα μπορούσε να ζητήσει επίσπευση της ακρόασης της εν λόγω αίτησης, κάτι που δεν έκανε.

Για να συνεχίσω, υπάρχει ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η παρούσα αίτηση, όντως είναι και ανεπίτρεπτη και απαράδεκτη.

Κάθε αίτηση στο πλαίσιο αγωγής για ενδιάμεση θεραπεία με δικαιοδοτικό υπόβαθρο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου, θα πρέπει να είναι σε συνάρτηση με το αντικείμενο της αγωγής. Αποβλέπει στην προστασία των δικαιωμάτων του ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του ώστε να μπορεί να απονεμηθεί ουσιαστική δικαιοσύνη, υπό την έννοια ότι ο ενάγοντας θα μπορεί να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του που απορρέουν από τη δικαστική απόφαση που θα εξασφαλίσει.

Έτσι, η καταχώρηση μιας ενδιάμεσης αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία με δικαιοδοτικό υπόβαθρο το άρθρο 32 η οποία αποβλέπει στη διαφύλαξη μιας άλλης τέτοιας αίτησης, με ίδιο δικαιοδοτικό υπόβαθρο θεωρώ ότι, πράγματι είναι και ανεπίτρεπτη και απαράδεκτη.

Όμως υπάρχει ακόμη ένας λόγος, δικαιοδοτικής φύσεως και αυτός, που καθιστά έκθετη σε απόρριψη την υπό κρίση αίτηση, η οποία, καθ’ ομολογία της εναγόμενης αποβλέπει στο να εμποδιστούν οι ενάγοντες να συνεχίσουν και ολοκληρώσουν τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου.     

Ο συγκεκριμένος λόγος αναδύεται με απόλυτη καθαρότητα και σαφήνεια από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε176/2019, ημερ. 10/12/2019:

«Ο Εφεσείοντας αιτήθηκε την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων για να αποτρέψει την πώληση του ακινήτου που είχε υποθηκεύσει προς όφελος της Τράπεζας όταν η τελευταία εκκίνησε τη διαδικασία για την πώληση του δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018. 

Πρόκειται για τη διαδικασία που έχει εισαχθεί  με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014 (Ν.142(Ι)/2014) που αφορά στην πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.  Η διαδικασία εκποίησης υποθήκης δυνάμει των προνοιών  του Μέρους VIA των Νόμων άρχεται με την επίδοση ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «Ι».  Εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδώσει  ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό.  Τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερομένου προσώπου κατοχυρώνονται από τις πρόνοιες του  άρθρου 44Γ(3)  το οποίο παρέχει δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την παραλαβή της και σε αυτό αναφέρονται εξαντλητικά οι λόγοι για τους οποίους η ειδοποίηση μπορεί να παραμεριστεί.  Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018 (Ν.87(Ι)/2018)  που δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ την 13.7.2018, επέφερε διάφορες αλλαγές στο Μέρος VIA των Νόμων.  Μια σημαντική αλλαγή ήταν ότι η πρόνοια του άρθρου 44Γ(3)(δ), που καθιστούσε λόγο έφεσης για τον παραμερισμό ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» την εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι», καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με πρόνοια που καθιστά λόγο έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη.

Έτσι, όταν την 8.8.2019 επιδόθηκε στον Εφεσείοντα ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», αυτός επεδίωξε την έκδοση  απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε να τεκμηριώσει λόγο έφεσης για τον παραμερισμό της.  Η ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι» που προηγήθηκε πρέπει να είχε επιδοθεί στον Εφεσείοντα τουλάχιστο 30 ημέρες προηγουμένως (βλ. άρθρο 44Γ(1))

Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της  ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της.  Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας.  Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά. 

Είχε συνεπώς ο Εφεσείοντας προθεσμία 30 ημερών από τις 8.8.2019 για να καταχωρήσει την έφεση του στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα για να τεκμηριώσει το σχετικό λόγο έφεσης.»

Τα ίδια ακριβώς λέχθηκαν και στη μεταγενέστερη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Α. Παπακόκκινου, Πολ. Έφ. Αρ. 110/2019, ημερ. 18/2/2020.

Από το παραπάνω απόσπασμα είναι φανερό ότι το μόνο ορθό και επιτρεπτό μέσο που παρεχόταν στην εναγόμενη για σκοπούς ματαίωσης του επίμαχου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της, ο οποίος ορίστηκε στις 19/5/2026 με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» που της είχε επιδοθεί στις 9/2/2026, ήταν η καταχώρηση έφεσης, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία αυτή, με αίτημα τον παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης, για ένα ή περισσότερους από τους λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 44Γ(3) του Μέρους VIA του Νόμου. Και ένας από αυτούς τους λόγους (ο τέταρτος, υπό (δ)) είναι ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.

Κάτι που δεν έκανε η εναγόμενη και ασφαλώς, η προσπάθειά της να πετύχει ματαίωση του προγραμματισμένου για τις 19 Μαΐου, 2026 πλειστηριασμού με την έκδοση σχετικού διατάγματος στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης η οποία καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, είναι μάταιη.

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου και λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση, για λόγους που έχουν αναφερθεί, συν τοις άλλοις, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, για να χρησιμοποιήσω τη φρασεολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Loukos Trading Co (ανωτέρω) στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Constantinides (ανωτέρω επίσης), αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης.

Η αίτηση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Επειδή ωστόσο, τόσο αυτοί όσο και η εναγόμενη, χωρίς εύλογη αιτία απέστησαν του, με βάση τον κανονισμό 9(1), καθήκοντός τους, να με βοηθήσουν να προβώ σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων τους σύμφωνα με τον κανονισμό 7 του ίδιου Μέρους, καθώς δεν υπόβαλαν ποτέ κατάλογο εξόδων, κάτι που όφειλαν να είχαν κάνει, το αργότερο, δυο μέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης, σε εφαρμογή της παραγράφου 2 του κανονισμού 9, η επί του προκειμένου παράλειψή τους θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των εξόδων των εναγόντων.

 

Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €2.000, πλέον Φ.Π.Α. και πραγματικά έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης.

 

 

 

                                                                          (Υπ.) ...…………………………

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο