ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 425/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Alexey Gubarev
Ενάγοντα
και
1. Leonid Grigoriev
2. Dmitry Khmelnitsky
3. Yuriy Shulipa
4. Boris Demash
5. Godaddy.com LLC
6. Cloudflare, Inc
7. Immaterialism Limited
8. Manuel Isaias Cabrera
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 29/10/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/5/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντα - αιτητή: κα Ν. Λιασίδου, για ΗARRIS KYRIAKIDES (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.)
Για εναγόμενους 6 - καθ’ ων η αίτηση: κ. M. Παναγίδης με κα Γ. Ματσεντίδου, για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Όσα ακολουθούν απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης και ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών.
Ο ενάγοντας, στις 16/4/2025 καταχώρισε την αγωγή του εναντίον των εναγόμενων επί εντύπου απαίτησης αρ. 4. Στις 16/6/2025 καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων.
Ο συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης, στις 23/6/2025 διέταξε την επίδοσή της, ορίζοντάς την για το σκοπό αυτό, στις 3/7/2025.
Ο ενάγοντας, στις 25/6/2025 καταχώρησε μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 27/6/2025 εξασφάλισε διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 5, 6 και 7, του εντύπου απαίτησης, της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και των τριών ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν, της αίτησης για παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, του σχετικού διατάγματος σε περίπτωση έκδοσής του και των μεταφράσεων όλων των παραπάνω εγγράφων στην αγγλική γλώσσα. Αναφορικά με τον εναγόμενο 6 εξασφάλισε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση των προς επίδοση εγγράφων, με ηλεκτρονικό μήνυμα, σε τρεις διαφορετικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις.
Με το ίδιο διάταγμα δόθηκε στους τρεις εναγόμενους δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή, εντός 45 ημερών από την επίδοση του εντύπου απαίτησης. Τέλος, το διάταγμα διαλαμβάνει ότι εάν οι εν λόγω εναγόμενοι παραλείψουν να καταχωρήσουν εμφάνιση ή ειδοποίηση ένστασης «(ως εφαρμόζεται)» τότε θα θεωρείται ότι δεν έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία και αυτή θα μπορεί να προχωρήσει στην απουσία τους και οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση, διαδικασία, δικόγραφο, ειδοποίηση ή διάβημα στην αίτηση, θα θεωρείται ότι τους επιδόθηκε εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου, για περίοδο 5 ημερών.
Στις 3/7/2025, το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η αίτηση, ημερομηνίας 16/6/2025 είχε επιδοθεί στους εναγόμενους 5, 6 και 7, χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς να παρουσιαστεί, εξέδωσε στην απουσία τους τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα. Εναντίον των εναγόμενων 6 που μας ενδιαφέρει (στο εξής «εναγόμενοι») εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκαν να σταματήσουν την παροχή υπηρεσιών, σε δυο συγκεκριμένες ιστοσελίδες, καθώς και διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Με το δεύτερο από τα δυο αυτά διατάγματα, οι εναγόμενοι διατάχθηκαν να συμμορφωθούν, εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος. Για σκοπούς ευκολίας αναφοράς, τα δυο αυτά διατάγματα, στο εξής θα αναφέρονται ως «το επίμαχο διάταγμα».
Την επομένη, 4/7/2025, οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στους εναγόμενους ηλεκτρονικό μήνυμα, στις διευθύνσεις που προβλέπει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, με το οποίο τους ενημερώνουν για την έκδοση του επίμαχου διατάγματος, για την υποχρέωσή τους να συμμορφωθούν με αυτό, καθώς και για τις συνέπειες, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους.
Οι δικηγόροι του ενάγοντα, με νέο ηλεκτρονικό μήνυμά τους στους εναγόμενους, το οποίο στάλθηκε στις 13/7/2025, στις ίδιες διευθύνσεις επαναλαμβάνουν τη θέση τους περί της μη συμμόρφωσης των εναγόμενων με το επίμαχο διάταγμα, ότι αυτό συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου και επιφυλάσσουν τα δικαιώματα του ενάγοντα για λήψη μέτρων.
Οι δικηγόροι του ενάγοντα, στις 16/7/2025 απέστειλαν στους δικηγόρους των εναγόμενων, νέο ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο τους ενημερώνουν για την έκδοση του επίμαχου διατάγματος και ότι αυτό έγινε απόλυτο, συνιστώντας στους εναγόμενους τη συμμόρφωσή τους με αυτό.
Παρεμβάλλεται ότι, στις 12/8/2025, η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, Άντρεα Δρουσιώτου προέβη σε ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρει ότι το επίμαχο διάταγμα στάλθηκε στους εναγόμενους με ηλεκτρονικό μήνυμα, στις 4/7/2025.
Οι δικηγόροι των εναγόμενων, με ηλεκτρονικό μήνυμά τους προς τους συναδέλφους τους, ημερομηνίας 30/7/2025 τους ενημερώνουν ότι τους έχουν δοθεί οδηγίες να λάβουν μέτρα για ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, καθώς πιστεύουν ότι εκδόθηκε εσφαλμένα. Συνεπώς, προστίθεται, προς το παρόν, οι πελάτες τους δεν θα συμμορφωθούν με το εν λόγω διάταγμα.
Οι εναγόμενοι, στις 24/7/2025 καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, αίτηση, για άδεια καταχώρησης δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari με το οποίο να ακυρώνεται το επίμαχο διάταγμα.
Η αιτούμενη άδεια δόθηκε την 1/8/2025 με την έκδοση της σχετικής απόφασης. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή της ισχύoς του επίμαχου διατάγματος μέχρι και την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης και νοουμένου ότι αυτή καταχωρείτο εντός του καθορισμένου χρόνου, η αναστολή θα ίσχυε μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της δια κλήσεως αίτησης ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την δια κλήσεως αίτηση, στις 5/8/2025 η οποία απορρίφθηκε μετά από ακρόαση, με τη σχετική αιτιολογημένη απόφαση, ημερομηνίας 6/10/2025.
Εν τω μεταξύ, οι εναγόμενοι, στις 26/8/2025 καταχώρησαν αίτηση - η οποία εκκρεμεί -, με την οποία ζητούν - μεταξύ άλλων - διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, καθώς και η επίδοση των δικαστικών εγγράφων που τους έγιναν δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, «επί τη βάσει του ότι η επίδοση είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη».
Ο ενάγοντας, στις 29/10/2025 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά:
«Α. Οδηγίες και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Cloudflare, Inc., Εναγόμενη 6 / Καθ’ ης η Αίτηση (η Καθ’ ης η Αίτηση) από το να λάβει οποιοδήποτε διάβημα στην διαδικασία και/ή στην απαίτηση και από το να προωθεί και/ή να προωθήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία και/ή διάβημα στα πλαίσια της απαίτησης και/ή σχετικά με την απαίτηση, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης και της προώθησης και/ή περαιτέρω προώθησης της αίτησης παραμερισμού την οποία έχει καταχωρήσει στις 26/08/2025 και οποιουδήποτε διαβήματος για την ακύρωση του Διατάγματος ημερομηνίας 03/07/2025, μέχρις ότου η Καθ’ ης η Αίτηση και/ή αντιπρόσωποι της και/ή εκπρόσωποι της και/ή διευθυντές της και/ή πρόσωπα που ενεργούν στο όνομά της, συμμορφωθούν με το Διάταγμα ημερομηνίας 03/07/2025 και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου.»
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη και πάλι η Άντρεα Δρουσιώτη.
Σύμφωνα με αυτή, οι εναγόμενοι δε συμμορφώθηκαν με το επίμαχο διάταγμα. Συνεχίζουν να παρέχουν υπηρεσίες και δεν καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Ακόμη και να έχουν σταματήσει να παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο επίμαχο διάταγμα δεν έχουν ενημερώσει σχετικά τους δικηγόρους του ενάγοντα. Εξ όσων γνωρίζει δεν έχουν αιτηθεί παράταση του χρόνου για συμμόρφωσή τους με το διάταγμα.
Τα άτομα που βρίσκονται πίσω από τις δυο ιστοσελίδες, δρουν δόλια και κακόπιστα με σκοπό να βλάψουν τον ενάγοντα μέσα από δυσφημιστικές και αναληθείς αναφορές και αναρτήσεις και είναι επιτακτική ανάγκη, όπως οι εν λόγω ιστοσελίδες παύσουν και/ή τερματιστούν και/ή απενεργοποιηθούν.
Σε ό,τι αφορά το διάταγμα αποκάλυψης, αυτό ήταν και παραμένει αναγκαίο ώστε να καθοριστεί η πραγματική αλυσίδα γεγονότων και να ταυτοποιηθούν τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στην αδικοπραξία, νοουμένου να μπορεί ο ενάγοντας να προωθήσει τις απαιτήσεις του, διαφορετικά θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Τα όσα αναφέρει η ομνύουσα υπό μορφή κατάληξης ακολουθούν αυτούσια:
«33. Με τα πιο πάνω δεδομένα, και με δεδομένη τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει τις δικαστικές διαδικασίες οι οποίες ανάγονται ενώπιον του, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία εκδίδοντας το αιτούμενο διάταγμα.
34. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν θα υπακούσει στο Διάταγμα ημερ. 03/07/2025 και θα συνεχίσει να προωθεί ενδιάμεσες αιτήσεις και άλλες διαδικασίες με σκοπό να αποφύγει και να καθυστερήσει την συμμόρφωσή της με το εν λόγω διάταγμα.
35. Εξ’ όσων πιστεύω και πληροφορούμαι, δεν υπάρχει άλλος αποτελεσματικός τρόπος να διασφαλιστεί η υπακοή της Καθ’ ης η Αίτηση με το Διάταγμα ημερ. 03/07/2025.
36. Η Αίτηση υποβάλλεται με την επιφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων του Αιτητή να προωθεί δικαστικές διαδικασίες παρακοής και να ενστεί στην Αίτηση Παραμερισμού.
37. Επίσης, όπως γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους του Ενάγοντα πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικοί κανονισμοί, νομοθεσία και νομολογία ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
38. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και το σεβαστό Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.»
Παρεμβάλλεται ότι, οι εναγόμενοι, στις 18/11/2025 καταχώρησαν και νέα αίτηση - η οποία επίσης εκκρεμεί - με την οποία ζητούν, πρώτο, διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού του επίμαχου διατάγματος και δεύτερο, υποβοηθητικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον ενάγοντα να καταχωρήσει οποιαδήποτε άλλη αίτηση και/ή να λάβει οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα στην απαίτηση, πέραν της υποβολής ένστασης και ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για σκοπούς εκδίκασης της τελευταίας αυτής αίτησης, μέχρι την έκδοση απόφασης σ’ αυτή ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Για να συνεχίσω, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Όμηρος Καΐλης.
Οι βασικές θέσεις των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι οι εξής:
Είναι φανερό ότι ο ενάγοντας δεν έχει πάρει οποιαδήποτε κατάλληλα μέτρα επίδοσης αριθμού εγγράφων και ή δικογράφων, περιλαμβανομένου και του επίμαχου διατάγματος, για την συμμόρφωση με την οποία εμμένει προς τους εναγόμενους, αλλά την ίδια ώρα απαιτεί να τους επιβληθεί περιορισμός στα συνταγματικά τους δικαιώματα.
Οι εναγόμενοι θεωρούν ότι οι επιδόσεις που τους έγιναν ως αυτές αναλύονται στις δυο αιτήσεις παραμερισμού και στις υποστηρικτικές τους ένορκες δηλώσεις, είναι κακές, παράτυπες και αντινομικές και αντιβαίνουν στις βασικές αρχές μιας ορθής διαδικασίας.
Όπως συμβουλεύουν τους εναγόμενους οι δικηγόροι τους, διαδικασίες unless, όπως εν προκειμένω η αίτηση, δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του μη συμμορφούμενου διαδίκου, αλλά στη διασφάλιση της δίκαιης δίκης και σε κάθε περίπτωση η παρακοή διατάγματος δεν συνεπάγεται αυτόματα και την στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου.
Εν προκειμένω, δεν υπάρχει διαπιστωμένη, από πλευράς διαδίκου, παρακοή ούτε έχει καταχωρηθεί έστω σχετική διαδικασία από πλευράς ενάγοντα, γεγονός που καθιστά την αίτηση, τουλάχιστον πρόωρη. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα κι αν υπήρχε παρακοή διατάγματος δεν συνεπάγεται αυτόματα και την στέρηση του δικαιώματος ακρόασης των εδώ εναγόμενων.
Το κατά πόσο αυτοί, ορθώς έλαβαν γνώση του επίμαχου διατάγματος είναι κάτι που θα εξεταστεί από το σεβαστό Δικαστήριο στα πλαίσια των δυο αιτήσεων παραμερισμού. Η έκδοση αποφάσεων επί των εν λόγω αιτήσεων, θα αποκρυσταλλώσει - κατά την θέση των εναγόμενων -, την ύπαρξη ή μη γνώσης από πλευράς τους και θα λειτουργήσει ως αρωγός προς το Δικαστήριο για την εξέταση της παρούσας αίτησης.
Σε διαφορετική περίπτωση, αν εκδοθούν διατάγματα, ως η αίτηση, οι δυο αιτήσεις παραμερισμού, θα καταστούν άνευ αντικειμένου και θα προδικαστεί η όποια αμφισβήτηση εγείρεται από πλευράς των εναγόμενων, την ίδια ώρα που ο ενάγοντας δεν έχει ακολουθήσει τα προβλεπόμενα βάσει νομοθεσίας.
Ο ενάγοντας, με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης φαίνεται να συνεχίζει την στρατηγική της παρενόχλησης αντί να ακολουθεί τις νενομισμένες διαδικασίες για την διεκδίκηση τυχόν δικαιωμάτων, εφαρμόζοντας πάντα την πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία.
Η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα σε αριθμό παραγράφων αναφέρεται σε μη συμμόρφωση και μη υπακοή εκ μέρους των εναγόμενων. Ο ενάγοντας, που μη ακολουθώντας τις νενομισμένες διαδικασίες, με την αίτηση επιζητά την αφαίρεση συνταγματικών δικαιωμάτων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους εναγόμενους.
Είναι η θέση των εναγόμενων ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και σε κάθε περίπτωση, πρόωρη και αποσκοπεί απλά στην φίμωσή τους σε μια προσπάθεια αποκλεισμού προάσπισης των συμφερόντων τους.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στην ολότητά της την προσαχθείσα μαρτυρία και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Συναφώς με το υπό εξέταση θέμα υπάρχει πλούσια νομολογία. Οι αρχές που το διέπουν αναδύονται από το εκτενές απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αζά v. Αζά, Πολ. Έφ. αρ. E31/2023, ημερ. 30/11/2023:
«Η εξουσία του Δικαστηρίου να αρνείται να ακούσει διάδικο ενόσω αυτός βρίσκεται σε παρακοή αποτελεί σύμφυτη εξουσία η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει αποτελεσματικά διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί, εμπίπτει δε και στην ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του διαδικασίες προς παρεμπόδιση κατάχρησης (βλ. JSC BTA Bank v. Ablyazov (No. 8) Civ [2012] EWCA 1411, Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.o. (1983) 1 C.L.R. 348). H εξουσία δεν αποσκοπεί στην τιμωρία του μη συμμορφούμενου διάδικου αλλά στην διασφάλιση της δίκαιης δίκης, αποτελεί δε ζήτημα δημοσίου συμφέροντος.
Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι η παρακοή διατάγματος δεν συνεπάγεται αυτόματα και την στέρηση δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου, αφού το ζήτημα παραμένει πάντα στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην Γεώργιος Θρασυβούλου ν. Λοΐζος Λουκά (2001) 1(Α) Α.Α.Δ.687, ανάλογη με την φύση και το μέγεθος της παρασπονδίας του διαδίκου, είναι και η ευρύτητα του τρόπου με τον οποίο το Δικαστήριο θα θεωρήσει πρόσφορο να αντιμετωπίσει την κατάχρηση της διαδικασίας του.
Στην υπόθεση Γρηγορίου κα ν. Σταύρου κα (αρ.1) (1992) 1Α Α.Α.Δ 237 λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και το δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατακυρώνονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Το δικαίωμα τούτο όμως μπορεί να ρυθμιστεί. (βλ. Irr. Divission "Katzilos" v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1068.)
Η γενική αρχή είναι ότι καθένας διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο - δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του».
(Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Η αποστέρηση του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί αποτελεί δρακόντειο μέτρο και το Δικαστήριο θα το λάβει μόνο όπου η περιφρόνηση αφ' εαυτής εμποδίζει την πορεία της δικαιοσύνης και δεν υπάρχει άλλος αποτελεσματικός τρόπος να διασφαλιστεί η υπακοή του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hadkinson v. Hadkinson [1952] 2 All ER 567:
«It is the plain and unqualified obligation of every person against, or in respect of, whom an order is made by a court of competent jurisdiction to obey it unless and until that order is discharged. The uncompromising nature of this obligation is shown by the fact that it extends even to cases where the person affected by an order believes it to be irregular or even void».
Η παρούσα αποτελεί διαδικασία στην οποία η νομιμότητα του διατάγματος το οποίο ο εφεσείων παρακούει, αποτελεί επίδικο θέμα. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της αίτησης για αναστολή του διατάγματος εξετάζεται, έστω σε ένα περιορισμένο βαθμό η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης που αφορά το διάταγμα και έτσι η νομιμότητα του διατάγματος αποτελεί επίδικο θέμα ενώπιον μας.
Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί ότι η κατ' ισχυρισμό παρακοή του διατάγματος έξωσης αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων της υπόθεσης.
Υπό τας περιστάσεις και έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, μας είναι δύσκολο να δούμε πως θα μπορούσαμε να ασκήσουμε την διακριτική μας ευχέρεια επιβάλλοντας ένα τόσο δραστικό μέτρο, να στερήσουμε δηλαδή το δικαίωμα του εφεσείοντα να αποταθεί στο Εφετείο. Όπως προαναφέρθηκε, το μέτρο αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ (βλ. Hadkinson v. Hadkinson ανωτέρω). Ο εφεσείων δεν αμφισβητεί βέβαια ότι δεν εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο. Όμως, στην παρούσα υπόθεση δεν έχουν σε καμία περίπτωση διασαφηνιστεί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εφεσείων παρέβηκε το υπό κρίση διάταγμα έξωσης αφού η αίτηση παρακοής εκκρεμεί ακόμα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ούτε και έχει καταδειχθεί από την εφεσίβλητη με οιονδήποτε τρόπο ότι η κατ' ισχυρισμό παρακοή του διατάγματος έξωσης, αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης με το να δυσκολεύεται ή εμποδίζεται, η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου (βλ. Γρηγορίου ανωτέρω).
Αντιθέτως, κρίνουμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως ο εφεσείοντας να μην στερηθεί του δικαιώματος να προβάλει τις θέσεις τους ενώπιον του Εφετείου αναφορικά με την αναστολή αλλά και την αμφισβήτηση της υπό κρίση πρωτόδικης απόφασης.»
Καθ’ όλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση BORIS MINTS κ.α. v. PAVEL SHISHKIN, Πολ. Εφ. Αρ. E69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, ημερ. 10/1/2024:
«Πιστεύουμε ότι οι αρχές που διέπουν το σημαντικό αυτό ζήτημα τέθηκαν με επαρκή ευκρίνεια στην πολύκροτη υπόθεση LOUIS VUITTON. v. ΔΕΡΜΟΣΑΚ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΗΣ, (1992) 1Β Α.Α.Δ 1453. Συγκεκριμένα, διευκρινίστηκαν τα ακόλουθα:
«Η παρακοή διατάγματος δικαστηρίου δε συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να μη επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του δικαστηρίου ν' ακουστεί σ' άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσον κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η αρχή η οποία προκύπτει για τις διαδικαστικές συνέπειες παρακοής από την απόφαση του Εφετείου στην Mouzouris & Another ν. Xylophaghou Plantations Ltd. (1977) 1 C.L.R. 287 και η οποία θεμελιώνεται στην απόφαση του Δικαστή Denning στη Hadkinson ν. Hadkinson (1952).
Στη Mouzouris (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η απόφαση στη Theofylactos Mavrommatis & 2 οthers v. Cyprus Hotels Co Ltd. (1967) 1 C.L.R. 266 δε θεμελιώνει κανόνα απόλυτου αποκλεισμού του εν παρακοή διαδίκου από τη διαδικασία. Τις συνέπειες της παρακοής διατάγματος είχα την ευκαιρία να διερευνήσω σε δυο αποφάσεις του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα στη Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. and Others (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 499 και στη Μαυρομμάτη και Άλλοι ν. Δημοκρατίας [Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις 228/88 και 284/88 (αναθεωρητική δικαιοδοσία), αποφασίστηκαν στις 6/12/90 και θα δημοσιευθούν στους τόμους (1990) 3 Α.Α.Δ.]. Επεσήμανα ότι στη Hadkinson (ανωτέρω), οι απόψεις που εκφράστηκαν από τα τρία μέλη του Δικαστηρίου δεν ήταν ταυτόσημες ως προς τις συνέπειες της παρακοής. τα άλλα δυο μέλη του Δικαστηρίου (Romer, L.J., Somervell, L. J.), υιοθέτησαν αυστηρότερη προσέγγιση από το Denning, L.J., ως προς τις συνέπειες της ανυπακοής στο δικαίωμα ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε μεταγενέστερη διαδικασία. Σύμφωνα με την απόφαση των άλλων δυο Δικαστών, η ανυπακοή συνεπάγεται κατά κανόνα στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, υποκειμένου όμως σε τέσσερις εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση όπου ο διάδικος αμφισβητεί την εγκυρότητα του διατάγματος που κατά τεκμήριο ή ισχυρισμό παρήκουσε.
Η μεταγενέστερη αγγλική νομολογία παρουσιάζει διακυμάνσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί διάδικος εν παρακοή να αποκλειστεί, [βλ. Midland Bank Trust Co. Ltd. v. Green [1979] 2 All E.R. 193; Isaacs v. Robertson [1984] 3 All E.R. 140 και J (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156 (Sheldon J.)]. Ανεξάρτητα από τον κανόνα ο οποίος υιοθετείται για τις συνέπειες της παρακοής, κοινή είναι η θέση ότι μπορεί να επιτραπεί σε διάδικο εν παρακοή να ακουστεί σε διαδικασία που αποβλέπει στην ακύρωση του διατάγματος για παρακοή για το οποίο βαρύνεται ή κατηγορείται. Αυτό βεβαιώνει και η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Γρηγορίου και Άλλοι ν. Σταύρου και Άλλων (1992) 1 Α. Α.Δ. 237, 249.»
Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένο ότι δεν έχει καταχωρηθεί, ως θα έπρεπε, αίτηση παρακοής διατάγματος συμφώνως των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε μέσα από τη νενομισμένη αυτή διαδικασία, να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και στη βάση των ισχυόντων νομολογιακών αρχών, ότι πράγματι οι εφεσείοντες βαρύνονται με παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, ασκούμε τη διακριτική μας ευχέρεια προς όφελος των εν λόγω εφεσειόντων, μη αποστερώντας τους συνακόλουθα το δικαίωμα να ακουστούν. Κατά την ενάσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας, συνυπολογίσαμε σαφώς το γεγονός ότι η αμφισβήτηση που εκδηλώνεται δια της έφεσης, άπτεται αυτού καθαυτού του διατάγματος που φέρονται να μην υπάκουσαν.
Η πιο πάνω κατάληξη ουδόλως θα πρέπει να εκληφθεί ως ανοχή του Εφετείου σε ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Τουναντίον, θεωρούμε ότι όπου διαπιστώνεται τέτοια ανυπακοή, θα πρέπει εγκαίρως και απαρέγκλιτα να λαμβάνονται τα κατάλληλα ένδικα μέτρα ώστε ο ανυπάκουος, δια της σπάθης επιβολής τιμωρίας, να εξαναγκάζεται σε υπακοή.»
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Γρηγορίου και πάλι (ανωτέρω):
«Σε διαδικασία για την εγκυρότητα του διατάγματος -ένσταση ή έφεση - ή διαδικασία στην οποία η νομιμότητα του διατάγματος είναι επίδικο θέμα, ο διάδικος δεν εμποδίζεται να ακουστεί, γιατί δεν είναι ορθό να επιτραπεί σε διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει, χωρίς να αποφασιστεί πρώτα το θέμα της νομιμότητας του.»
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:
Οι εναγόμενοι, με την αίτησή τους, ημερομηνίας 26/8/2025, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω καταχωρήθηκε πριν από την υπό κρίση αίτηση επιδιώκουν την ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση στους ίδιους, μεταξύ άλλων και του επίμαχου διατάγματος, επειδή, όπως είναι η θέση τους, η επίδοση είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη. Με την αίτησή τους, ημερομηνίας, 18/11/2025 που ακολούθησε της υπό κρίση αίτησης, ζητούν ευθέως την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος στο βαθμό που τους αφορά.
Με την πρώτη αίτηση αμφισβητούν τη νομιμότητα της επίδοσης στους ίδιους, μεταξύ άλλων και του επίμαχου διατάγματος και με τη δεύτερη, τη νομιμότητα του επίμαχου διατάγματος.
Το βάσιμο ή μη των δυο αυτών αιτήσεων, ασφαλώς δεν μπορεί να προκριθεί στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, με την οποία ο ενάγοντας ζητά από το Δικαστήριο, ουσιαστικά, να απαγορεύσει στους εναγόμενους να ακουστούν, επειδή, όπως είναι η θέση του, δεν συμμορφώνονται με το επίμαχο διάταγμα.
Είναι καλά γνωστό ότι το ορθό δικαιοδοτικό/δικονομικό μέσο εξακρίβωσης κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι ένοχο παρακοής δικαστικού διατάγματος, είναι η καταχώρηση σχετικής αίτησης παρακοής διατάγματος συμφώνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, ώστε μέσα από τη νενομισμένη αυτή διαδικασία, να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και στη βάση των ισχυόντων νομολογιακών αρχών, ότι πράγματι, οι εναγόμενοι, στην προκειμένη περίπτωση, βαρύνονται με παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου (βλ. την BORIS MINTS, ανωτέρω).
Όπως επίσης είναι πολύ καλά γνωστό ότι η νομιμότητα της επίδοσης του δικαστικού διατάγματος καθώς και του ίδιου του διατάγματος και το ηθελημένο της παρακοής, δηλαδή, η απόδειξη πρόθεσης καταστρατήγησης του διατάγματος, αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρακοής, η απόδειξη των οποίων βαραίνει την κατηγορούσα αρχή με το υψηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για σκοπούς στοιχειοθέτησης ποινικής κατηγορίας. Δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ οι εναγόμενοι, με δυο αιτήσεις αμφισβητούν τη νομιμότητα, τόσο της επίδοσης του επίμαχου διατάγματος στους ίδιους όσο και του ίδιου του διατάγματος, ο ενάγοντας, ο οποίος με την υπό κρίση αίτηση ζητά να τους στερηθεί το δικαίωμα να ακουστούν στο εξής, δηλαδή, ακόμη και να μην τους επιτραπεί να προωθήσουν τις δυο αυτές αιτήσεις τους, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία προβάλλει για την παράλειψή του να καταχωρήσει εναντίον τους, αίτηση παρακοής του επίμαχου διατάγματος, στο πλαίσιο της οποίας, θα εξεταζόταν ως επίδικο θέμα και θα κρινόταν και η νομιμότητα ή μη, τόσο της επίδοσης του επίμαχου διατάγματος όσο και του ίδιου του διατάγματος.
Τα παραπάνω απαντούν και στο γενικό και αόριστο ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας για τον ενάγοντα, της παραγράφου 35 της ένορκης δήλωσής της, ότι εξ’ όσων πιστεύει και πληροφορείται δεν υπάρχει άλλος αποτελεσματικός τρόπος να διασφαλιστεί η υπακοή των εναγόμενων με το επίμαχο διάταγμα. Σε αντίθεση βέβαια με αυτό που αναφέρει στην επόμενη παράγραφο (36) ότι η αίτηση υποβάλλεται με την επιφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων του ενάγοντα να προωθεί δικαστικές διαδικασίες παρακοής.
Σε περίπτωση παρακοής δικαστικού διατάγματος, η καταχώρηση σχετικής αίτησης αποτελεί το πλέον κατάλληλο και αποτελεσματικό, δικονομικά, μέσο για σκοπούς, τόσο τιμωρίας του υπαίτιου διάπραξης του αδικήματος όσο και για εξαναγκασμό του σε συμμόρφωση προς το διάταγμα.
Για να επαναλάβω σύμφωνα με τη Γρηγορίου (ανωτέρω):
«Σε διαδικασία για την εγκυρότητα του διατάγματος -ένσταση ή έφεση - ή διαδικασία στην οποία η νομιμότητα του διατάγματος είναι επίδικο θέμα, ο διάδικος δεν εμποδίζεται να ακουστεί, γιατί δεν είναι ορθό να επιτραπεί σε διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει, χωρίς να αποφασιστεί πρώτα το θέμα της νομιμότητας του.»
Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής τα παραπάνω. Οι εναγόμενοι, σε καμιά περίπτωση μπορεί θεωρηθούν αποδεδειγμένα ένοχοι παρακοής, επομένως, στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, πραγματικά, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθώ, πώς θα μπορούσα ορθολογικά και δίκαια να τους στερήσω το δικαίωμα να ακουστούν και να προωθήσουν τις δυο αιτήσεις τους, οι οποίες αποβλέπουν και σε ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη τη θέση του ενάγοντα ότι τόσο το επίμαχο διάταγμα όσο και η επίδοσή του στους εναγόμενους, είναι νόμιμα.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα της αίτησης, τα οποία - ως έχουν προσυμφωνηθεί μεταξύ των μερών - ανέρχονται στο ποσό των €3.000, πλέον Φ.Π.Α. και πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος του ενάγοντα.
(Υπ.) ...…………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο