Galex Consultants Limited ν. Yang Wang, Αριθμός Απαίτησης: 2671/2023, 21/5/2026
print
Τίτλος:
Galex Consultants Limited ν. Yang Wang, Αριθμός Απαίτησης: 2671/2023, 21/5/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                          Αριθμός Απαίτησης: 2671/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

                                        Galex Consultants Limited

Εναγόντων

                                                          και

 

                                                   Yang Wang

Εναγόμενης

 

                                                --------------------

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης, ημερομηνίας 23/12/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/5/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Μ. Σπαστρής, για Μιχάλης Π. Σπαστρής ΔΕΠΕ

Για ενάγοντες- καθ’ ων η αίτηση: κα K. Αχιλλέως, για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.  

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες, στις 8/12/2025 εξασφάλισαν συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγόμενης, με την οποία, αυτή διατάχθηκε να τους παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή ενός διαμερίσματος (στο εξής «επίμαχο διαμέρισμα»), ιδιοκτησίας τους. Με την ίδια απόφαση, η εναγόμενη διατάχθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των €162.750, υπό μορφή αποζημιώσεων και/ή ενδιάμεσων οφελών και/ή διαφυγόντων οφελών, λόγω της παράνομης κατοχής και/ή εκμετάλλευσης και/ή χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος, για τις περιόδους  που αναφέρονται στην απόφαση. Περαιτέρω διατάχθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες και το ποσό των €3.720, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Με την ίδια απόφαση, η ανταπαίτηση της εναγόμενης, με την οποία ζητούσε, πρώτο, αναγνωριστική απόφαση ότι το επίμαχο διαμέρισμα κατέχεται από τους ενάγοντες, ως εμπίστευμα προς όφελος του αποβιώσαντα συζύγου της και δεύτερο, αναγνωριστική, επίσης, απόφαση ότι το επίμαχο διαμέρισμα αποτελεί τη συζυγική στέγη σύμφωνα με τη νομοθεσία του Βελγικού δικαίου και ως τέτοιο κατέχεται και/ή καρπείται και/ή χρησιμοποιείται από την ίδια μέχρι το θάνατό της, απορρίφθηκε.

 

Η εναγόμενη, στις 18/12/2025 καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και στις 23/12/2025, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά:

 

«1. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή οιονδήποτε μέτρων εκτέλεσης της απόφασης της Αγωγής 2671/2023 ως παράγραφοι Α έως Δ επί του Διατάγματος 08.12.2025 έως την εκδίκαση της Έφεσης υπ’ αρ. 142/2025.

 

2. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης ως αυτά προκύπτουν από την απόφαση και/ή Διάταγμα  08.12.2025 αναστέλλεται η καταβολή των δικηγορικών εξόδων έως την εκδίκαση της Έφεσης υπ’ αρ. 142/2025.»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η εναγόμενη.

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων τους, Γιάννης Ιωάννου.

 

Η ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, Έλενα Πατρασκάνου και η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Ερατώ Αλεξάνδρου προέβησαν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Η ακρόαση της αίτησης η οποία να πω εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Προς υποστήριξη της αίτησης, η εναγόμενη, στην ένορκη δήλωσή της, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:

 

Με τις πρώτες 12 παραγράφους επαναλαμβάνει μερικές από τις θέσεις που πρόβαλε και με την ένστασή της στην αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση της συνοπτικής απόφασης προκειμένου να με πείσει ότι με βάση το Βελγικό δίκαιο δικαιούται σε επικαρπία δια βίου του επίμαχου διαμερίσματος και όχι για 6 μήνες, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

 

Ακολούθως, με αριθμό παραγράφων παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί εσφαλμένη την εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα με τους λόγους της έφεσης που έχει καταχωρήσει. Σ’ αυτό το πλαίσιο αναφέρει και τα εξής:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ολότελα και μεροληπτικά την πασιφανή διαφωνία που προβλήθηκε με τους ενάγοντες, ως και το δικαίωμά της στην προάσπιση των δικαιωμάτων της και κατά πόσο έπρεπε να σκεφτεί ποιο δίκαιο να εφαρμόσει, ανάμεσα στο Κυπριακό και το Βελγικό και εξέδωσε απόφαση ότι πρόκειται για μια απλή υπόθεση νομικού προσώπου. Με συνοπτικές διαδικασίες απέφυγε και δεν αιτιολόγησε γιατί δεν τίθεται ζήτημα εφαρμοστέου δικαίου, γιατί δεν εφαρμόζεται το Βελγικό δίκαιο της επικαρπίας αποβιώσαντος, επειδή απλά και μόνο είμαστε στην Κύπρο και εξέδωσε μια καταστροφική απόφαση εναντίον της, χωρίς να καθοδηγήσει τον εαυτό του ότι τίθεται θέμα εφαρμοστέου δικαίου. Είναι η γνώμη της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, επιτήδεια δεν καθοδήγησε τον εαυτό του ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμοστέου δικαίου, γιατί αν το ανάφερε δε θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση συνοπτικά.

 

Με τις παραγράφους 18 και 19 αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί εσφαλμένη την εκκαλούμενη απόφαση στο βαθμό που με αυτή διατάχθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των €73.500 έναντι του συνολικού ποσού των €162.750, το οποίο διατάχθηκε να τους καταβάλει υπό μορφή αποζημιώσεων και/ή ενδιάμεσων οφελών και/ή διαφυγόντων οφελών, λόγω της παράνομης κατοχής και/ή εκμετάλλευσης και/ή χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος. Σ’ αυτό το πλαίσιο ισχυρίζεται - μεταξύ άλλων - ότι το Δικαστήριο την αδίκησε και την καταδίκασε χωρίς ποτέ να αποφασίσει ή να καθοδηγήσει τον εαυτό του να σκεφτεί αντικειμενικά.

 

Η παράγραφος 20 ακολουθεί αυτούσια. «Είναι μόνο δίκαιο να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης 08.12.2025 για τους ως άνω λόγους ως και για τις συνέπειες τις οποίες η απόφαση επιφέρει και αναφέρω πιο κάτω, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι θεωρώ ότι δυστυχώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ολότελα μεροληπτικά εναντίον μου.»

 

Όσα ακολουθούν τα οποία η εναγόμενη αναφέρει στη συνέχεια αποβλέπουν  σε στοιχειοθέτηση της παραπάνω θέση της.

 

Αφενός, το επίμαχο διαμέρισμα αποτελεί την πρώτη κατοικία της από το 2008. Εάν το Δικαστήριο δεν αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ίδια, αφού σημαίνει ότι θα πρέπει να μετακομίσει από το σπίτι της, εντός δυο μηνών, ως προνοεί το Διάταγμα. Περαιτέρω δεν έχει πού αλλού να μείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και θα προκληθεί αφάνταστη ταλαιπωρία για τη μετακόμισή της και την εξεύρεση παρόμοιας κατοικίας. Επίσης, ο Βελγικός νόμος επικαρπίας κάνει αναφορά ότι τίθεται ζήτημα και της επίπλωσης τα οποία επίσης της στέρησε το Δικαστήριο. Εάν δικαιωθεί κατ’ έφεση, θα πρέπει να ξαναμετακομίσει μέσα και να κινηθεί διαδικασία αναγνώρισης εκ πρώτης όψεως, νόμιμης κατοχής και να απαιτήσει και τα έξοδα μετακόμισης και ενοικίου. Αντίθετα, για την εταιρεία δεν αποτελεί παρόμοια απώλεια σε καμιά περίπτωση, αφού ουδέποτε κατείχε ή καρπωνόταν το επίμαχο διαμέρισμα που ήταν και παραμένει η συζυγική τους εστία.

 

Είναι ξεκάθαρη η πρόθεση των εναγόντων να ρευστοποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, ήτοι, το επίμαχο διαμέρισμα, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης.

 

Θεωρεί ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση, καθότι προκύπτει και πάλι ξεκάθαρη αμφισβήτηση του νομικού σημείου του δικαιώματος νόμιμης κατοχής της συζυγικής εστίας, δηλαδή, του επίμαχου διαμερίσματος. Επίσης, στην περίπτωση που θα κερδίσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση, αλλά το διαμέρισμα έχει ήδη αποξενωθεί από τους ενάγοντες, θα απωλέσει το δικαίωμα νόμιμης κατοχής του και συνεπώς, θα απωλέσει το δικαίωμα εισοδημάτων, εάν ήθελε να το ενοικιάζει για όσο καιρό θα το δικαιούται. Αυτό σημαίνει ότι για περίπου 20 χρόνια, με 12 μήνες, ανά €3.500 το μήνα, περίπου €800.000 για το υπόλοιπο της ζωής της.

 

Οι ενάγοντες δεν έχουν καμιά περιουσία και κανένα ενεργητικό στην Κύπρο ή το εξωτερικό το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την εξασφάλισή της ή για αποζημίωσή της και αν υπήρχε θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο και άδικο να προσπαθήσει να εκκινήσει διαδικασίες για να εξασφαλίσει τα δικαιώματά της. Εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησής της, τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι ουδέποτε θα μπορέσει να ανακτήσει τα δικαιώματά της, είτε διαβίωσης στο επίμαχο διαμέρισμα είτε εκμετάλλευσης και χρήσης του είτε εξασφάλισης αποζημίωσης για απώλεια των δικαιωμάτων της. Αποξένωσή του σημαίνει οικονομική καταστροφή για την ίδια.

 

Είναι η θέση της ότι εκτίθενται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματά της στην οικογένεια και στην περιουσία, εάν και πάλι τύχει της ίδιας αντιμετώπισης από το Δικαστήριο και δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης.

 

Εάν παραμείνει στο επίμαχο διαμέρισμα δεν τυγχάνουν κανενός ουσιώδους κινδύνου οι ενάγοντες, αφού δεν μπορεί να το αποξενώσει, όντας εγγεγραμμένο στο όνομά τους.

 

Αφετέρου θεωρεί και πάλι ότι είναι αβάσιμο το ποσό των €77.000, ως η παράγραφος Β του διατάγματος, αλλά και αναφορικά με το ποσό των €85.750, ως η παράγραφος Γ και για το ποσό των €3.720 μηνιαίως, ως η παράγραφος Δ, είναι ποσά υπέρογκα τα οποία δεν έχει προς το παρόν σε μετρητά ή σε τραπεζικό λογαριασμό για να καταβάλει και εάν ρευστοποιηθεί η περιουσία που έχει προς κάλυψη των εν λόγω ποσών και μετά επικυρωθεί η υπεράσπιση και ανταπαίτησή της, επίσης θα είναι αδύνατο να τα ανακτήσει.

 

Εν τέλει, όπως γίνεται αποδεκτό και από την πλευρά των εναγόντων, κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, όπως την έπαυλη στην Κίνα και τη μισή κατοικία στο Βέλγιο, προς ικανοποίηση τυχόν αποζημιώσεων σε περίπτωση που χάσει την έφεση.

 

Έναντι  των παραπάνω ισχυρισμών της εναγόμενης, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στη δική του ένορκη δήλωση - η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση - μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:

 

Το ζήτημα του κατά πόσο τα κατ’ ισχυρισμό δικαιώματα της εναγόμενης επί του επίμαχου διαμερίσματος διέπονται από το Βελγικό δίκαιο, αποσαφηνίζεται πλήρως στην απόφαση του Βελγικού Οικογενειακού Δικαστηρίου της Λιέγης, ημερομηνίας 12/2/2026. Η εν λόγω απόφαση αφορά στην αγωγή που είχε καταχωρήσει η εναγόμενη για την οποία αναφέρεται στην παράγραφο 9 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής της, ημερομηνίας 16/6/2025 στο πλαίσιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση.

 

Το Βελγικό Δικαστήριο με την απόφασή του απέρριψε αρχικά την αξίωση της εναγόμενης να της αναγνωριστεί είτε η επικαρπία επί των μετοχών των εναγόντων είτε να θεωρηθούν αυτές υποκατάστατο της οικογενειακής κατοικίας, προκειμένου να θεμελιωθεί η νόμιμη μοίρα της. Το Βελγικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι μετοχές των εναγόντων ανήκουν στην εκ των διευθυντών τους και θυγατέρα του αποβιώσαντα συζύγου της εναγόμενης και δεν αποτελούν στοιχείο της κληρονομίας που θα μπορούσε να στηρίξει δικαίωμα της επιζώσας συζύγου. Τόνισε ακόμη ότι δεν υπάρχει κανένας νομικός μηχανισμός που να επιτρέπει να θεωρηθούν οι εταιρικές μετοχές, ως υποκατάστατο της οικογενειακής κατοικίας, ώστε να παρακαμφθεί το γεγονός ότι το ίδιο το ακίνητο ανήκει στους ενάγοντες και όχι στον αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η οικογενειακή κατοικία στην Κύπρο δεν ανήκε στον αποβιώσαντα σύζυγο της εναγόμενης, αλλά στους ενάγοντες και επομένως, δεν αποτελούσε στοιχείο της κληρονομίας ώστε να εμπίπτει στη νόμιμη μοίρα. Περαιτέρω, έλαβε υπόψη και την εκκαλούμενη απόφαση, αναφέροντας ότι έχει ήδη κριθεί από Κυπριακό Δικαστήριο, που ήταν και αρμόδιο, ότι η κατοχή του διαμερίσματος από την εναγόμενη, ήταν χωρίς νόμιμο τίτλο, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται οποιοδήποτε δικαίωμα επικαρπίας ή μίσθωσης.

 

Για λόγους που αναφέρονται σε αριθμό παραγράφων στη συνέχεια προβάλλεται η θέση ότι η εναγόμενη δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην έφεση.

 

Η εναγόμενη δεν έχει στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης και όλα όσα ισχυρίζεται εμπίπτουν στο πεδίο των προσωπικών λόγων, εικασιών, καχυποψίας και προκατάληψης απέναντι στο Δικαστήριο.

 

Η εναγόμενη φαίνεται να έπαυσε να διαμένει στο επίμαχο διαμέρισμα και από τότε που καταχωρήθηκε η παρούσα απαίτηση, το επισκέφτηκε μερικές φορές. Σε συνάρτηση με αυτό παρουσιάζει αντίγραφο σημειώματος του ιδιώτη επιδότη, ο οποίος προσπάθησε επανειλημμένα σε διαφορετικές μέρες και ώρες να της επιδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς επιτυχία, αφού δεν υπήρχε κανένας στο διαμέρισμα. Η εν λόγω απόφαση δεν της έχει ακόμη επιδοθεί έτσι ώστε να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος των δυο μηνών για παράδοση της κενής και ελεύθερης κατοχής του επίμαχου διαμερίσματος, επομένως, αυτή έχει όλο τον απαραίτητο χρόνο να λάβει τα απαραίτητα διαβήματα για να λάβει κατοχή του διαμερίσματος στην Κίνα ή να εξεύρει άλλη διαμονή στην ημεδαπή.

 

Η εναγόμενη επιμένει να κατέχει διαμέρισμα το οποίο δε χρησιμοποιεί πλέον και επί του οποίου γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα απολύτως δικαίωμα. Με την αδικαιολόγητη και παράνομη κατοχή του στερεί από τους ενάγοντες την απόλαυση και εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας τους, κατά τρόπο που η ίδια επιθυμεί, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί απομείωση της αξίας του ακινήτου, δημιουργώντας απώλειες προς τους ενάγοντες, καθότι δε μεριμνά για τη συντήρηση και φροντίδα του.

 

Για το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν πλήρες νόμιμο δικαίωμα να διαχειρίζονται την περιουσία τους, με όποιο τρόπο επιθυμούν είναι πρόθυμοι να παράσχουν δέσμευση ότι δε θα προβούν στη ρευστοποίηση και στην πώληση του επίμαχου διαμερίσματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό όμως δε συνεπάγεται ότι θα πρέπει να αποστερούνται τα ενεργά περιουσιακά τους στοιχεία και να εμποδίζεται η εκμετάλλευση και η κάρπωση του επίμαχου διαμερίσματος, προς όφελος της εναγόμενης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.

 

Από τους ίδιους ισχυρισμούς της εναγόμενης προκύπτει ξεκάθαρα ότι συνεχίζει να παρεμβαίνει στο ακίνητο, όχι επειδή δεν έχει άλλο τόπο διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως ισχυρίζεται, αλλά, επειδή σκοπεύει να το ενοικιάσει και να αποκομίσει οικονομικό όφελος, σε βάρος των εναγόντων. Είναι ξεκάθαρο ότι ο ισχυρισμός της ότι θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την ίδια να μετακομίσει από το σπίτι της για σκοπούς παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του στους ενάγοντες δεν ισχύει και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Δεν μπορεί ταυτόχρονα να ισχυρίζεται ότι θα είναι καταστροφικό να μετακομίσει και παράλληλα να προτίθεται να ενοικιάσει το επίδικο διαμέρισμα και να αποκομίσει κέρδος από αυτό.

 

Αφ’ ης στιγμής καθίσταται ξεκάθαρο ότι η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος για έφεση, διασφαλίζεται, τότε, κανένα συνταγματικό δικαίωμα της εναγόμενης δε θίγεται και επιπλέον, σε σχέση με τις χρηματικές αποζημιώσεις, οι οποίες επιδικάστηκαν στο πλαίσιο της πρωτόδικης απόφασης, η αποκατάστασή τους σε καμιά περίπτωση δε δύναται να θεωρηθεί αδύνατη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού δύναται να αξιωθεί επιστροφή τους από την εναγόμενη σε οποιοδήποτε μελλοντικό χρονικό διάστημα.

 

Η Έλενα Πατρασκάνου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της αναφέρει - μεταξύ άλλων - τα εξής:

 

Οι ενάγοντες παραδέχονται όπως και η απόφαση του Δικαστηρίου του Βελγίου ότι αρμόδιο Δικαστήριο για να αποφανθεί επί του θέματος είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια, καθιστώντας την απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου, μη δεσμευτική.

 

Ακολούθως, η μάρτυρας αναλώνει αριθμό παραγράφων προκειμένου να εξηγήσει γιατί η απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη.

 

Αναφορικά με αριθμό παραγράφων της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, όπως αναφέρει στην παράγραφο 15, τίθεται ζήτημα ότι εάν το επίμαχο διαμέρισμα δοθεί στους ενάγοντες και ενοικιαστεί δε θα μπορέσει να δοθεί εκ νέου στην εναγόμενη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και ούτε οικονομική δυνατότητα των εναγόντων υφίσταται να ικανοποιήσουν σε χρήμα τέτοια απώλεια, καθότι δεν έχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η εναγόμενη σκοπεύει να καρπωθεί το επίμαχο διαμέρισμα, «με βάση δικαίωμα επικαρπίας ως χρειάζεται η ίδια ανά περίπτωση είτε διαβίωσης είτε ενοικίασης.»

 

Με τη σειρά της, η Ερωτώ Αλεξάνδρου, στη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρει - μεταξύ άλλων - τα εξής:

 

H εναγόμενη επιχειρεί να διαστρεβλώσει τη μαρτυρία του Γιάννη Ιωάννου, προκειμένου να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με την απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου. Η στάση της στερείται λογικής συνέπειας, καθώς, αφενός, υποστηρίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Βελγικό, θέση βάσει της οποίας προχώρησε και στην καταχώρηση αγωγής ενώπιον του Βελγικού Δικαστηρίου, το οποίο και αποφάσισε σύμφωνα με το εν λόγω δίκαιο, αφετέρου, επειδή η απόφαση δεν εκδόθηκε υπέρ της, ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από αυτήν και ουσιαστικά καλεί τα Κυπριακά Δικαστήρια να την «διορθώσουν» στη βάση του ίδιου δικαίου.

 

Σε αντίθεση με την εναγόμενη, οι ενάγοντες, ουδέποτε αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η διαφορά των μερών εντοπίζεται αποκλειστικά στο εφαρμοστέο δίκαιο, με την πλευρά των εναγόντων να υποστηρίζει ότι αυτό είναι το Κυπριακό και όχι το Βελγικό. Η αναφορά στην απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου, γίνεται, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ακόμη και υπό την εφαρμογή του Βελγικού δικαίου, οι ενάγοντες δικαιώνονται. Κατά συνέπεια, τα διαβήματα που ακολούθησαν την εκκαλούμενη απόφαση, περιλαμβανομένης της έφεσης καθίστανται ουσιαστικά, άνευ αντικειμένου.

 

Η εναγόμενη δεν δύναται να καλεί το Κυπριακό Δικαστήριο να ακυρώσει απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου και να εκδώσει αντικρουόμενη απόφαση.

 

Ακολούθως, η μάρτυρας παραθέτει το ακόλουθο απόσπασμα από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εναγόμενης, ημερομηνίας 16/6/2025:

 

«10. Είναι για ακόμη μια φορά η θέση μας, όπως ήταν και η θέση των Εναγόντων, ότι οι διαφορές στα δικαιώματα που ανάγονται στη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα, είθισται να δικασθούν και αποφασισθούν στο Βέλγιο και με το Βελγικό Δίκαιο, και όχι στην Κύπρο.

 

11. Περαιτέρω, αναφέρω στην αγωγή μου στο Βέλγιο ότι δικαιούμαι σε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας εταιρείας, ως επίσης και σε απόφαση του Δικαστηρίου στο Βέλγιο, ότι το επίδικο διαμέρισμα αποτελούσε εκ των πραγμάτων τη συζυγική εστία, με αποτέλεσμα να αποκτώ δικαίωμα επικαρπίας του επίδικου διαμερίσματος, δυνάμει του Νόμου που ίσχυε κατά την ημερομηνία του γάμου μας, 2008, σύμφωνα με το δίκαιο του Βελγίου.

 

12. Ως εκ τούτου είναι η θέση μου ότι συνεπεία και της καταχωρηθείσας αγωγής στο Βέλγιο, δε θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση στην Κύπρο ως τα αιτητικά 14/10/24. Εάν εκδοθεί τέτοια απόφαση, υπάρχει πιθανότητα να μη μπορέσω να ανατρέψω την εναντίον μου τελεσίδικη απόφαση η οποία θα εκδοθεί από το παρών Δικαστήριο. Περαιτέρω ανυπολόγιστη δυσχέρεια προς όλα τα μέρη θα προκληθεί σε περίπτωση στην οποία εκδοθεί στο Βέλγιο απόφαση με αντίθετο αποτέλεσμα.

 

13. Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου στο Βέλγιο, η δικαστική διαδικασία στο Βέλγιο δε θα λάβει πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί, και θα αποφασισθεί με γνώμονα το Βελγικό Δίκαιο τόσο η μέθοδος, όσο και τα ποσοστά δυνάμει των οποίων θα κατανεμηθεί η όλη περιουσία του αποβιώσαντα συζύγου μου, μεταξύ άλλων οι μετοχές της Ενάγουσας Εταιρείας αλλά και επίδικο το διαμέρισμα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας εταιρείας.»

 

Συνεχίζοντας η μάρτυρας αναφέρει τα εξής:

 

Οι εδώ ισχυρισμοί της εναγόμενης, δηλαδή, ότι αρμόδια για την εκδίκαση της υπόθεσης είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια και ότι η απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική, οι οποίοι αναιρούν τις προηγούμενες θέσεις της, καθιστούν ασαφή την πραγματική της θέση επί των επίδικων ζητημάτων. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση και κατ’ επέκταση, η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, στερείται της απαιτούμενης σαφήνειας και συνοχής, προκαλώντας αχρείαστη ταλαιπωρία και καθυστέρηση ενώπιον του Δικαστηρίου και δέον όπως απορριφθεί.

 

Το περιεχόμενο της απόφασης του Βελγικού Δικαστηρίου (Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση Γιάννη Ιωάννου) είναι ξεκάθαρο, ως προς το εύρος των δικαιωμάτων της νόμιμης μοίρας της επιζώσας συζύγου. Το Βέλγικο Δικαστήριο αυτολεξεί ανέφερε ότι «Το ζήτημα του δικαιώματος της κυρίας ΟΥΑΝΓΚ επί της συγκεκριμένης νόμιμης μοίρας της, ήτοι της επικαρπίας επί της οικογενειακής κατοικίας στην Κύπρο, η οποία καταλαμβανόταν από το ζεύγος επί σειρά ετών, τίθεται και θα εξεταστεί κατωτέρω. Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναγνώριση στην κυρία ΟΥΑΝΓΚ – όπως ζητεί με τις προτάσεις της επικαρπίας επί του συνόλου της κληρονομίας ή επί των μετοχών της εταιρείας SRL GALEX. Οι μετοχές αυτές ανήκουν στην κυρία ΦΙΛΙΠ και κανένας νομικός μηχανισμός δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την οικογενειακή κατοικία, ώστε να αποτελέσουν, στη θέση της, τη βάση της συγκεκριμένης νόμιμης μοίρας.»

 

Η θέση των εναγόντων ήταν και παραμένει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Κυπριακό και όχι το Βελγικό. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση του Γιάννη Ιωάννου, στην απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου γίνεται αποκλειστικά προς κατάδειξη του γεγονότος, ότι ακόμη και υπό την εφαρμογή του Βελγικού δικαίου, η εναγόμενη δεν είχε καμία πιθανότητα να διατηρήσει το επίμαχο διαμέρισμα. Κατά συνέπεια, η αναστολή της εκτέλεσης δεν θα επιφέρει οποιοδήποτε ουσιαστικό όφελος, αλλά, θα έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα την αποστέρηση των εναγόντων από την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας τους.

 

Σε αντίθεση με τους ενάγοντες, η εναγόμενη δεν τηρεί σταθερή και συνεπή θέση. Ειδικότερα, ενώ στην αρχική της ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 23/12/2025 υποστηρίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Βελγικό, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση Πατρασκάνου ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε βάσει του ίδιου δικαίου, δεν είναι δεσμευτική. Η εν λόγω αντίφαση καταδεικνύει ότι η εναγόμενη έχει αντιληφθεί πως, υπό το φως των υφιστάμενων αποφάσεων, δεν έχει καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας, ως προς το επίμαχο διαμέρισμα.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιτρέψει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, καθώς κάτι τέτοιο, θα ισοδυναμούσε με επικρότηση της παράνομης κατοχής του διαμερίσματος.

 

Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της αίτησης.

 

Δικαιοδοτική βάση της αίτησης αποτελεί το Μέρος 41.7 των ΚΠΔ, κατ’ αντιστοιχία της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Μέρος 41.7 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.

 

(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.»

 

Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

Ουσιαστικά τα ίδια αναφέρονται και στην Σταύρου ν. A. Panayides Contracting Ltd. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1978 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:

 

«Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία** και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:

     (α)   Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.

     (β)   Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της  από το Εφετείο. Έπεται ότι ο  επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης.

Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas (2001) 1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής:

"Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας."

Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει  τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.»

Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και σε σωρεία άλλων υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου Bερεγγάρια Π. ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd. ως εκπροσώπου της Pearl Assurances Plc κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 513, Penderhil Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων (2011) 1 Α.Α.Δ. 1921) και την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αζά v. Αζά, Πολ. Έφ. αρ. E31/2023, ημερ. 30/11/2023.

 

Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει την αίτηση θεωρώ ότι αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Ακολουθεί το σκεπτικό:

 

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης στη γραπτή αγόρευσή του αναφέρει - μεταξύ άλλων - τα εξής:

 

Η εναγόμενη διαθέτει τουλάχιστον σοβαρό και όχι προσχηματικό εφετειακό έρεισμα. Ο πυρήνας της έφεσης αφορά το κατά πόσο ήταν επιτρεπτό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση σε υπόθεση όπου υπήρχε πραγματική και ουσιώδης διαφωνία ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και ως προς τη φύση και έκταση των δικαιωμάτων που η εναγόμενη προβάλλει επί του επίμαχου διαμερίσματος.

 

Η ίδια η εναγόμενη είχε θέσει ευθέως, προ της έκδοσης της συνοπτικής απόφασης, ζήτημα Βελγικού δικαίου και δικαιωμάτων επιζώσας συζύγου. Αντίστοιχα, οι ενάγοντες απάντησαν εκτενώς επί του ίδιου νομικού πλαισίου. Η δε ύπαρξη μεταγενέστερης απόφασης του Βελγικού Δικαστηρίου δεν εξαλείφει το ερώτημα, εάν κατά χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, η υπόθεση επιδεχόταν συνοπτική κρίση.

 

Αντίθετα, η μεταγενέστερη Βελγική απόφαση καταδεικνύει πόσο σύνθετη, διασυνοριακή και νομικά φορτισμένη ήταν και παραμένει η διαφορά. Αυτό ενισχύει και δεν αποδυναμώνει τη θέση της εναγόμενης ότι η υπόθεση δεν ήταν «καθαρή» για συνοπτική διεκπεραίωση. Περαιτέρω, η απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου αναφέρει ρητώς ότι δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, ενώ αμφότεροι οι διάδικοι κάνουν ρητή αναφορά στο Βελγικό δίκαιο, τόσο σε επιστολές όσο και στο Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο και στο 6μηνο δικαίωμα διαμονής ή το δικαίωμα επικαρπίας, πάντα με βάση το Βελγικό δίκαιο.

 

Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά απλώς χρηματική υποχρέωση. Αφορά πρωτίστως παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής διαμερίσματος, του οποίου η κατοχή, χρήση και απόλαυση αποτελούν τον πυρήνα της διαφοράς.

 

Αν εκτελεστεί άμεσα η απόφαση, η εναγόμενη θα απωλέσει την κατοχή και τη δυνατότητα να ασκήσει στην πράξη το επίδικο δικαίωμα προτού κριθεί η έφεσή της. Εάν ακολούθως, το ακίνητο παραδοθεί στους ενάγοντες και στη συνέχεια εκμισθωθεί ή παραχωρηθεί κατά χρήση σε τρίτο, η αποκατάσταση της εναγόμενης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα είναι εξαιρετικά δυσχερής, αν όχι πρακτικά αδύνατη.

 

Εδώ ακριβώς έγκειται η ανεπανόρθωτη βλάβη: όχι σε μια αφηρημένη οικονομική απώλεια, αλλά στην απώλεια της κατοχής και στην ανατροπή της πραγματικής κατάστασης επί του ίδιου του επιδίκου. Η NAVARINO WINE LODGE LIMITED παρέχει άμεσο παράδειγμα όπου η ανάγκη διατήρησης της κατοχής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης θεωρήθηκε καθοριστική.

 

Όπως αναφέρεται καταληκτικά:

 

Ζητείται όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει την αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, ημερομηνίας 8/12/2025 μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης ή τουλάχιστον, όπως παραχωρήσει αναστολή, ως προς την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής και κάθε συναφή εκτελεστική ενέργεια υπό τέτοιους όρους που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιους.

 

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η εναγόμενη, εν τέλει, ουσιαστικά περιορίζει το αίτημά της για αναστολή της εκκαλούμενης απόφασης, στο σκέλος που αφορά στην έκδοση διατάγματος παράδοσης στους ενάγοντες, ελεύθερης και κενής κατοχής του επίμαχου διαμερίσματος.

 

Ωστόσο, για δυο βασικούς λόγους θεωρώ πως δε συντρέχει κανένας λόγος έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Συναφώς με αυτό το σκέλος της εκκαλούμενης απόφασης, καταρχάς, η έφεση της εναγόμενης, είναι βέβαιο ότι ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας συγκεντρώνει.

 

Η εναγόμενη, με την ένστασή της στη αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, κατέβαλε πολύ μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να πείσει πως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, ισχυριζόμενη στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της - μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα:

 

Εάν οι ενάγοντες πετύχουν το στόχο τους και εκδοθεί συνοπτική απόφαση δε θα μπορέσει να αμφισβητήσει δικαστικώς, στο Βέλγιο, τις ενέργειες της θυγατέρας του αποβιώσαντα συζύγου της, υπό την ιδιότητά της, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του. Ως εκ τούτου, στις 14/4/2025 αναγκάστηκαν και καταχώρησαν εναντίον της, αγωγή στο Βέλγιο. Με την εν λόγω αγωγή ζητά από το Δικαστήριο - μεταξύ άλλων - να διαπιστώσει ότι η ίδια διαθέτει το δικαίωμα επικαρπίας του επίμαχου διαμερίσματος. Είναι για ακόμη μια φορά η θέση της, ότι οι διαφορές στα δικαιώματα που ανάγονται στη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της είθισται να δικαστούν και αποφασιστούν στο Βέλγιο και με βάση το Βελγικό δίκαιο και όχι στην Κύπρο. Στην αγωγή της στο Βέλγιο αναφέρει ότι δικαιούται σε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου των εναγόντων, ως επίσης και σε απόφαση του Δικαστηρίου ότι το επίμαχο διαμέρισμα αποτελούσε εκ των πραγμάτων τη συζυγική εστία, με αποτέλεσμα να αποκτά δικαίωμα επικαρπίας του, δυνάμει του Νόμου που ίσχυε κατά την ημερομηνία του γάμου τους, το 2008, σύμφωνα με το δίκαιο του Βελγίου. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι συνεπεία και της εν λόγω αγωγής στο Βέλγιο, δε θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση στην Κύπρο. Εάν εκδοθεί τέτοια απόφαση, υπάρχει πιθανότητα να μη μπορέσει να ανατρέψει την εναντίον της τελεσίδικη απόφαση η οποία θα εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, θα προκληθεί ανυπολόγιστη δυσχέρεια προς όλα τα μέρη σε περίπτωση στην οποία εκδοθεί στο Βέλγιο, απόφαση με αντίθετο αποτέλεσμα. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της στο Βέλγιο, η δικαστική διαδικασία στο Βέλγιο δε θα λάβει πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί και θα αποφασισθεί με γνώμονα το Βελγικό δίκαιο, τόσο η μέθοδος όσο και τα ποσοστά, δυνάμει των οποίων θα κατανεμηθεί η όλη περιουσία του αποβιώσαντα συζύγου της, μεταξύ άλλων, οι μετοχές των εναγόντων, αλλά και το επίμαχο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας τους.

 

Εν τέλει εκδόθηκε η απόφαση από το Βελγικό Δικαστήριο στην παραπάνω αγωγή και από το περιεχόμενό της, είναι φανερό, ότι αυτή είναι σε πλήρη αντίθεση με τις παραπάνω θέσεις της εναγόμενης και σε απόλυτη συμφωνία με την εκκαλούμενη απόφαση.

 

Η ουσία της εν λόγω απόφασης - για ό,τι μας ενδιαφέρει - περικλείεται στα ακόλουθα αποσπάσματα:

 

«Το ζήτημα του δικαιώματος της κυρίας ΟΥΑΝΓΚ επί της συγκεκριμένης νόμιμης μοίρας της, ήτοι της επικαρπίας επί της οικογενειακής κατοικίας στην Κύπρο, η οποία καταλαμβανόταν από το ζεύγος επί σειρά ετών, τίθεται και θα εξεταστεί κατωτέρω.

 

Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναγνώριση στην κυρία ΟΥΑΝΓΚ – όπως ζητεί με τις προτάσεις της επικαρπίας επί του συνόλου της κληρονομίας ή επί των μετοχών της εταιρείας SRL GALEX. Οι μετοχές αυτές ανήκουν στην κυρία ΦΙΛΙΠ και κανένας νομικός μηχανισμός δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την οικογενειακή κατοικία, ώστε να αποτελέσουν, στη θέση της, τη βάση της συγκεκριμένης νόμιμης μοίρας.

….

Πράγματι, η συγκεκριμένη νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου μπορεί να καταστεί αποτελεσματική ή ενεργή μόνο εφόσον το ακίνητο που έχει χαρακτηριστεί ως οικογενειακή κατοικία και τα έπιπλα που το εξοπλίζουν ανήκουν πράγματι στην κληρονομία του προαποβιώσαντος συζύγου. Τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία οι σύζυγοι κατελάμβαναν ακίνητο που ανήκε κατά κυριότητα σε εταιρεία διαχείρισης περιουσίας, οι σύζυγοι (ή ο προαποβιώσας σύζυγος) δεν ήταν κύριοι παρά μόνο μετοχών ή εταιρικών μεριδίων.

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το ακίνητο που είχε χαρακτηριστεί ως οικογενειακή κατοικία κατά τον χρόνο έναρξης της διαδοχής ήταν το ακίνητο που βρίσκεται στην Κύπρο. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί ιδιοκτησία της εταιρείας GALEX και ότι δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομία. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι η εταιρεία GALEX κίνησε διαδικασία στην Κύπρο για την έξωση της κυρίας ΟΥΑΝΓΚ και ότι εκδόθηκε πρόσφατα δικαστική απόφαση, η οποία διαπιστώνει ότι η κατοχή του ακινήτου από την κυρία ΟΥΑΝΓΚ συνιστούσε κατοχή χωρίς τίτλο και χωρίς δικαίωμα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, η κυρία ΟΥΑΝΓΚ δεν μπορεί να επικαλεστεί κανένα δικαίωμα (ούτε επικαρπίας ούτε μίσθωσης ούτε κατοίκησης) επί του επίμαχου ακινήτου, δεδομένου ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομία του θανόντος και ότι η κατοχή της έχει ήδη χαρακτηριστεί ως κατοχή χωρίς τίτλο και χωρίς δικαίωμα με δικαστική απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου.

Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, η κυρία ΟΥΑΝΓΚ δεν απέδειξε την ύπαρξη μίσθωσης, καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, ενώ οι ισχυρισμοί της δεν κρίνονται πειστικοί ως προς την ύπαρξη τέτοιας συμβατικής σχέσης. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στην εταιρεία συνιστά τεχνητή κατασκευή με σκοπό τη στέρησή της από τη συγκεκριμένη νόμιμη μοίρα της στερείται πραγματικού και νομικού ερείσματος και δεν επιβεβαιώνεται  από τα στοιχεία του φακέλου.»

Το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση, όπως είναι η θέση της εναγόμενης, δεν είναι δεσμευτική, δεν αναιρεί την ουσία η οποία έγκειται στο γεγονός ότι οικοδόμησε την ένστασή της στην αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης συνοπτικής απόφασης, στην απόφαση που προσδοκούσε να εξασφαλίσει από το Βελγικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της παραπάνω αγωγής. Την οποία δεν έχει εξασφαλίσει και εν πάση περιπτώσει, μολονότι θεωρεί μη δεσμευτική, δεν ισχυρίζεται ότι την έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε ένδικο μέσο στο Βέλγιο.

 

Από το παραπάνω απόσπασμα της απόφασης του Βελγικού Δικαστηρίου σε συνάρτηση με το αντίστοιχο της εκκαλούμενης απόφασης είναι φανερό, ότι η νομική θέση αναφορικά με το νομικό/ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίμαχου διαμερίσματος και τα δικαιώματα των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με αυτό, με βάση, τόσο το Βελγικό δίκαιο όσο και το Κυπριακό δίκαιο, είναι ταυτόσημη.

Η ουσία έγκειται στο γεγονός, ότι κανένα δικαίωμα οποιασδήποτε μορφής αναγνωρίζεται στην εναγόμενη επί του επίμαχου διαμερίσματος. Εξ’ ου και η διαπίστωσή μου για βεβαιότητα αποτυχίας της έφεσής της σε σχέση με αυτό το σκέλος της εκκαλούμενης απόφασης.

Το γεγονός δε, ότι, ενώ οικοδόμησε την ένστασή της στην αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, στη θεμελιακή θέση ότι το όλο θέμα θα πρέπει να κριθεί από το Βελγικό Δικαστήριο και με βάση το Βελγικό δίκαιο, τώρα, υπό το βάρος του περιεχομένου της απόφασης του Βελγικού Δικαστηρίου - που δεν την ευνοεί -, ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή (απαίτηση και ανταπαίτηση) θα έπρεπε να κριθούν από το Κυπριακό Δικαστήριο, πλην όμως, με βάση το Βελγικό δίκαιο, συν τοις άλλοις αποτελεί και αντινομία.

Η εναγόμενη, από την ημερομηνία έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, κανένα δικαίωμα έχει επί του επίμαχου διαμερίσματος, επομένως δε συντρέχει κανένας δικαιολογημένος λόγος να διατηρεί ακόμη την κατοχή του, στερώντας έτσι το δικαίωμα των εναγόντων, που είναι οι μόνοι νόμιμοι ιδιοκτήτες και κάτοχοί του, να απολαύσουν τα όποια δικαιώματα και ωφελήματα συνεπάγεται αυτή η ιδιότητά τους, ως αποτέλεσμα του δικαστικού αγώνα τον οποίο διεξήγαγαν για το σκοπό αυτό.

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο θεωρώ πως δεν μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αποδοχής της αίτησης σε σχέση με το ίδιο σκέλος της εκκαλούμενης απόφασης, αφορά στις κατ’ ισχυρισμό της εναγόμενης, επιπτώσεις στην ίδια από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

Σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι και με την προσαγωγή ανεξάρτητων στοιχείων μαρτυρίας προέβαλαν πειστικά τη θέση ότι η εναγόμενη, ουσιαστικά δε διαμένει στο επίμαχο διαμέρισμα, η εναγόμενη, ουδέν στοιχείο προσκομίζει για σκοπούς τεκμηρίωσης της περί αντιθέτου θέσης της, ενώ η εκδοχή της αναφορικά με τις επιπτώσεις στην ίδια σε περίπτωση μη αποδοχής της αίτησης, είναι αντιφατική.

Οι ενάγοντες, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους ότι η εναγόμενη από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής φαίνεται να έπαυσε να διαμένει στο επίμαχο διαμέρισμα το οποίο έκτοτε επισκέφτηκε μερικές φορές, με την ένορκη δήλωση Ιωάννου η οποία υποστηρίζει την ένστασή τους στην αίτηση, ισχυρίζονται και τα εξής:

Ο ιδιώτης επιδότης, Γιαννάκης Βαλανίδης προσπάθησε επανειλημμένα σε διαφορετικές μέρες και ώρες να επιδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς επιτυχία, αφού δεν υπήρχε κανένας στο διαμέρισμα. Να πω απλώς, ότι ο μάρτυρας, στην ένορκη δήλωσή του επισυνάπτει σχετική ειδοποίηση του εν λόγω επιδότη, από την οποία προκύπτει ότι μετέβηκε στο επίμαχο διαμέρισμα, τρεις φορές (στις 13/2/2026 και ώρα 14:30, στις 17/2/2026 και ώρα 12:30 και στις 24/2/2026 και ώρα 17:30) και όπως αναφέρει ουδέποτε βρήκε κάποιο μέσα.

Όπως αναφέρει στη συνέχει ο μάρτυρας, η εκκαλούμενη απόφαση δεν έχει ακόμη επιδοθεί στην εναγόμενη έτσι ώστε να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος των δυο μηνών για παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του επίμαχου διαμερίσματος.

Παρεμβάλλεται ότι ο μάρτυρας προέβη στην παραπάνω ένορκη δήλωση, στις 11/3/2026.

Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, οι οποίοι περικλείονται στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου, η θέση της εναγόμενης διατυπώνεται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης, Πατρασκάνου. Ακολουθεί αυτούσια. «Η παράγραφος των Καθ’ ων η αίτηση 28 μετά των υποπαραγράφων αυτών απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ανυπόστατοι καθότι δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις τόσο για τη χρήση του διαμερίσματος από την ίδια την Αιτήτρια. Περαιτέρω, το δικαίωμα επικαρπίας δεν αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα διαβίωσης εντός αλλά κάρπωσης κατά όποιον τρόπο επιθυμεί ο δικαιούχος ήτοι η Αιτήτρια.»

Η δεύτερη πρόταση της παραγράφου σε συνδυασμό και με διάφορους ισχυρισμούς της εναγόμενης οι οποίοι περιέχονται στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι για σκοπούς αιτιολόγησης του συμπεράσματός μου ότι η εκδοχή της εναγόμενης αναφορικά με τις επιπτώσεις στην ίδια σε περίπτωση μη αποδοχής της αίτησης, είναι αντιφατική.

Όσα ακολουθούν είναι από την ένορκη δήλωσή της:

Εάν το Δικαστήριο δεν αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ίδια, αφού σημαίνει ότι θα πρέπει να μετακομίσει από το σπίτι της, εντός δυο μηνών, ως προνοεί το Διάταγμα. Περαιτέρω δεν έχει πού αλλού να μείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και θα προκληθεί αφάνταστη ταλαιπωρία για τη μετακόμισή της και την εξεύρεση παρόμοιας κατοικίας. Επίσης, στην περίπτωση που θα κερδίσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση, αλλά το διαμέρισμα έχει ήδη αποξενωθεί από τους ενάγοντες, θα απωλέσει το δικαίωμα νόμιμης κατοχής του και συνεπώς, θα απωλέσει το δικαίωμα εισοδημάτων, εάν ήθελε να το ενοικιάζει για όσο καιρό θα το δικαιούται. Αυτό σημαίνει ότι για περίπου 20 χρόνια, με 12 μήνες, ανά €3.500 το μήνα, περίπου €800.000 για το υπόλοιπο της ζωής της. Εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησής της, τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι ουδέποτε θα μπορέσει να ανακτήσει τα δικαιώματά της, είτε διαβίωσης στο επίμαχο διαμέρισμα είτε εκμετάλλευσης και χρήσης του είτε εξασφάλισης αποζημίωσης για απώλεια των δικαιωμάτων της. Αποξένωσή του σημαίνει οικονομική καταστροφή για την ίδια.

 

Από τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς της, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: για ποιο λόγο θα είναι καταστροφικές για την ίδια οι συνέπειες, εάν το Δικαστήριο δεν αναστείλει την εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης; Επειδή θα πρέπει να μετακομίσει από το σπίτι της, εντός δυο μηνών, ως προνοεί το Διάταγμα και δεν έχει πού αλλού να μείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και θα προκληθεί αφάνταστη ταλαιπωρία για τη μετακόμισή της και την εξεύρεση παρόμοιας κατοικίας; Ή μήπως, επειδή στην περίπτωση που θα κερδίσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση, αλλά το διαμέρισμα θα έχει ήδη αποξενωθεί από τους ενάγοντες, θα απωλέσει το δικαίωμα νόμιμης κατοχής του και συνεπώς, το δικαίωμα εισοδημάτων εάν ήθελε να το ενοικιάζει;

 

Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε συναφώς με αυτή την πτυχή της αίτησης, είναι ολοφάνερο.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου και λαμβάνοντας γενικά υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, σε σχέση με το πρώτο από τα διατάγματα που διαλαμβάνει η εκκαλούμενη απόφαση, ειλικρινά δεν βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να στερήσω το δικαίωμα των εναγόντων να δρέψουν άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας τους από το δικαστικό αγώνα που διεξήγαν.

 

Απ’ εκεί και πέρα, με μόνο λόγο ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, με την ικανή αγόρευσή του επικέντρωσε την όλη επιχειρηματολογία του, αποκλειστικά στους λόγους για τους οποίους ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με το ίδιο διάταγμα, εξ’ ου και το γεγονός ότι με την τελευταία παράγραφο της αγόρευσής του, ζητά από το Δικαστήριο γενικά την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης «ή, τουλάχιστον, όπως παραχωρήσει αναστολή ως προς την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής και κάθε συναφή εκτελεστική ενέργεια, υπό τέτοιους όρους που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιους.») και πάλι, ομολογώ πως δε βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να διατάξω την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης, στο βαθμό που με αυτή, η εναγόμενη διατάχθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες τα τρία ποσά που αναφέρονται υπό μορφή αποζημιώσεων.

 

Η αίτηση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Ωστόσο, επειδή, χωρίς εύλογη αιτία απέστησαν του, με βάση τον κανονισμό 9(1), καθήκοντός τους να με βοηθήσουν να προβώ σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων τους σύμφωνα με τον κανονισμό 7 του ίδιου Μέρους, καθώς δεν υπόβαλαν ποτέ κατάλογο εξόδων, κάτι που όφειλαν να είχαν κάνει, το αργότερο, δυο μέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης, σε εφαρμογή της παραγράφου 2 του κανονισμού 9, η επί του προκειμένου παράλειψή τους θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των εξόδων τους.

 

Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, μειωμένα κατά το ήμισυ και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης.

 

                                                                         (Υπ.) ….….………………………

                                                                                   Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

/ΚΚ

 

         

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο