MN Design & Build Ltd ν. Γιώργος Ρίζος κ.α., Αρ. Απαίτησης: 1383/2025, 5/6/2026
print
Τίτλος:
MN Design & Build Ltd ν. Γιώργος Ρίζος κ.α., Αρ. Απαίτησης: 1383/2025, 5/6/2026

Κλίμακα Εξόδων: € 2,000 – € 10,000

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 1383/2025

(i-Justice)

Μεταξύ:-

MN Design & Build Ltd

Ενάγοντες

και

1.    Γιώργος Ρίζος

2.    Στάλω Σουρμέλη

Εναγομένων

Αίτηση ημερ. 16/02/2026 για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας

Ημερομηνία: 05/06/2026

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους/ Αιτητές: κος Παναγιώτης Μ. Στυλιανού για Μόδεστος Πογιατζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Ενάγοντες/ Καθ’ ων η Αίτηση: Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

Ενδιάμεση Απόφαση

Με την παρούσα αίτηση, οι Εναγόμενοι/ Αιτητές («Αιτητές») αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Απαίτηση υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η δικαστική διαδικασία λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας («Αίτηση»). Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 («Κεφ. 4»).

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 («ΕΔ Ρίζου»). Οι Ενάγοντες/ Καθ’ ων η Αίτηση («Καθ’ ων η Αίτηση») καταχώρισαν ένσταση ημερ. 19/03/2026, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Κάλιας Χατζηηλία, εργοδοτούμενης στους Καθ’ ων η Αίτηση («ΕΔ Χατζηηλία»).

 

 

Γεγονότα και Διαδικαστικό Ιστορικό

Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, είναι το ακόλουθο:

1.    Σύμφωνα με τους Αιτητές, κατά ή περί τις 15/04/2022, υπεγράφη μεταξύ των μερών στην παρούσα διαδικασία έγγραφη συμφωνία εργολαβίας για την ανέγερση της κατοικίας των Αιτητών από τους Καθ’ ων η Αίτηση, υπό τη μορφή του προκαθορισμένου Εντύπου E2(A), Κυρίως Συμβόλαιο για Οικοδομικά Έργα (Χωρίς Ποσότητες), και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ΕΔ Ρίζου («Συμβόλαιο»). Το Άρθρο 36 του Συμβολαίου προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής σε σχέση με την επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ των μερών:

 

«Άρθρο 36: Επίλυση διαφορών

(1) Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ' ενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Άρθρου 14Α των παρόντων Όρων) είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά την συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, εις ότι αφορά

 

(α) την δομή του παρόντος Συμβολαίου, ή

 

(β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης από τον Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του Ποσού Συμβολαίου βάσει του Άρθρου 31(6)(γ) των παρόντων Όρων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών εις το παρόν Συμβόλαιον βάσει των Άρθρων 26, 27, 33 ή 34 των παρόντων Όρων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον Εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο,

 

τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος Άρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα»).

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

(4) Ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαη του τόσο εις τον Εργοδότη όσο και εις τον Εργολάβο εντός 28 ημερών από την ημερομηνία υποβολής του προς επίλυση θέματος. Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη εκτός εάν είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος, εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της Απόφασης, με γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και με αντίγραφο προς το άλλο μέρος, προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία.

…………………………………………………………………………………………»

 

2.    Στις 09/12/2025, οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν την πιο πάνω Απαίτηση, με την οποία αξιώνουν εναντίον των Αιτητών το ποσό των €3.810,23, «ως οφειλόμενο υπόλοιπο για την αξία της προσφερθείσας και εκτελεσθείσας εργοληπτικής εργασίας στην κατοικία των εναγομένων» και/ή ως «ποσόν οφειλόμενο ως υπόλοιπο, δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού».

 

3.    Οι Αιτητές στις 02/02/2026 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης και στις 16/02/2026, καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση.

 

4.    Εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας Αίτησης και συγκεκριμένα στις 02/03/2026, οι Αιτητές καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Με την Ανταπαίτηση, αξιώνουν εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση ποσό ύψους €16.650 ως αποζημιώσεις για την κατ’ ισχυρισμών καθυστέρηση εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση στην παράδοση της κατοικίας, αντικείμενο του Συμβολαίου.

 

Νομικές αρχές και η εφαρμογή τους στα γεγονότα

 

I.    Αναστολή με βάση το Κεφ. 4

Το Κεφ. 4 εφαρμόζεται σε διαιτησίες μεταξύ Κυπρίων υπηκόων (Pell Frischmann Consultants Ltd v Δημοκρατίας της Κύπρου, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2001) 1Α Α.Α.Δ. 33). Το σχετικό στο Κεφ. 4 άρθρο με βάση το οποίο το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει τη δικαστική διαδικασία και επικαλείται η πλευρά των Αιτητών, ήτοι το άρθρο 8, προνοεί τα εξής:

«Av oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμεvoς στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται oπoτεδήπoτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αvαστoλή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αν ικαvoπoιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιoλoγεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί να είναι έτoιμoς και πρόθυμος να πράξει oτιδήπoτε το αvαγκαίo για την καvovική διεξαγωγή της διατησίας.»

 

Όπως λέχθηκε στην απόφαση Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Στέλιος Κουρουκλίδης κ.ά. (2002) 1Β ΑΑΔ 1374 σχετικά με την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου:

«Το θέμα διέπεται από το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που προνοεί ότι αν συμβαλλόμενος σε γραπτή συμφωνία για παραπομπή διαφορών σε διαιτησία αρχίζει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον οιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αναφορικά με οιονδήποτε θέμα έχει συμφωνηθεί να παραπέμπεται σε διαιτησία, οιοσδήποτε διάδικος δύναται, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προ της καταχώρησης οποιουδήποτε δικόγραφου ή πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία, να αποταθεί για αναστολή της διαδικασίας και το δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ικανοποιητικός λόγος γιατί το θέμα δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί σύμφωνα με τη συμφωνία σε διαιτησία και ότι ο αιτητής, κατά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας, μπορεί να εκδόσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας.»

 

Το άρθρο 8 του Κεφ. 4 είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το section 4 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (Skaliotou v Pelekanos (1975) 1 C.L.R. 251) και είναι περαιτέρω παρόμοιο με το ανάλογο άρθρο στα μεταγενέστερα Arbitration Acts της Αγγλίας, αλλά και ορισμένων χωρών του κοινοδικαίου[1].

 

Σε σχέση με το βάρος απόδειξης στην Αίτηση ο κανόνας είναι ο εξής: αφ’ ης στιγμής ο αιτητής  καταδείξει ότι η διαφορά εμπίπτει εντός μιας έγκυρης ρήτρας διαιτησίας, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, το βάρος απόδειξης ότι η διαφορά δεν θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία το φέρει η πλευρά η οποία αντιτίθεται στην αναστολή (Yiola A. Skaliotou v Christoforos Pelekanos (1976) 1 C.L.R. 251 και Russel on the Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 190).

 

Πριν να προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 8, κρίνω σκόπιμο να ξεκαθαρίσω το εξής: Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας σαφώς δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει οποιαδήποτε διαφορά, η οποία καλύπτεται από την εν λόγω ρήτρα. Οποιοδήποτε μέρος στη ρήτρα διαιτησίας δύναται επομένως, κατά παράβαση της ρήτρας, να καταχωρίσει απαίτηση ενώπιον Δικαστηρίου (Russel on the Law of Arbitration, 24η έκδοση, παρ. 7-008). Το Δικαστήριο, ωστόσο, έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη δικαστική διαδικασία νοουμένου ότι ο διάδικος που επιθυμεί όπως η διαφορά παραπεμφθεί σε διαιτησία ζητήσει εγκαίρως όπως η διαδικασία ανασταλεί και συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Russel on the Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 172:

«A party to a contract to refer disputes to arbitration has a perfect right to bring an action in respect of those disputes, and the court has jurisdiction to try such disputes. Any provision to the contrary would be an ouster of the jurisdiction of the courts. ……

…………………………………………………………………………………………………..

But the court has a discretion to say whether it will try such disputes or stay the proceedings, provided the other party comes in time and otherwise complies with the provisions of the section.»

 

  i.     Ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας

Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον υφίσταται γραπτή ρήτρα διαιτησίας. Η θέση που προβάλλεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση ότι στο Συμβόλαιο δεν συμπεριλήφθηκε το Άρθρο 36 του προκαθορισμένου Εντύπου E2(A) και επομένως, δεν υπάρχει σχετική ρήτρα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.

 

Θεωρώ την πιο πάνω θέση αβάσιμη. Στην ΕΔ Ρίζου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 το υπογεγραμμένο Συμβόλαιο, το οποίο περιλαμβάνει και το Άρθρο 36 (και δεν έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαγραφεί ή απαλειφθεί). Αντιθέτως, η αναφορά που προβάλλεται στην ΕΔ Χατζηηλία είναι ατεκμηρίωτη, καθώς δεν επισυνάπτεται οποιαδήποτε συμφωνία, από το περιεχόμενο της οποίας να καταδεικνύεται ότι δεν συμπεριλήφθηκε το εν λόγω άρθρο.

 

Στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης και με δεδομένο ότι είναι το μόνο επιχείρημα που προβάλλεται σε σχέση με την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας, καταλήγω, μετά από μελέτη και του Άρθρου 36 του Συμβολαίου, ότι υπάρχει γραπτή, έγκυρη συμφωνία για παραπομπή των διαφορών των μερών σε διαιτησία. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία που προσκομίζεται μέσω της ΕΔ Ρίζου καταλήγω ότι η εν λόγω ρήτρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και δεν τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου.

 

 ii.     Η καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης

Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξετάσω είναι το κατά πόσον η καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εκκρεμούσης της εκδίκασης της Αίτησης επηρεάζει την τύχη της Αίτησης, με δεδομένο ότι το άρθρο 8 του Κεφ. 4 αναφέρει ότι διάδικος δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας «oπoτεδήπoτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας» (στο αγγλικό κείμενο του άρθρου 8 του Κεφ. 4 αναφέρονται τα εξης: « at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings …»).

 

Επομένως, όπως λέχθηκε στην Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω), διάδικος θα πρέπει να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ζητήσει αναστολή της διαδικασίας «προ της καταχώρησης οποιουδήποτε δικογράφου ή πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία».

 

Με βάση τη νομολογία, η καταχώριση Υπεράσπισης αδιαμφισβήτητα αποτρέπει την έκδοση διατάγματος για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας από το Δικαστήριο, τουλάχιστον σε περίπτωση η καταχώριση λάβει χώρα πριν την καταχώριση της αίτησης για αναστολή (Victor Onega A.G. v του πλοίου M/V Girvas κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1).

 

Η διαφορά της υπόθεσης Victor Onega (ανωτέρω) με την παρούσα είναι ότι η προκειμένη περίπτωση δεν αφορά την καταχώριση δικογράφου πριν την καταχώριση της Αίτησης, αλλά μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα εκκρεμούσης της εκδίκασης της Αίτησης. Επομένως, θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσο ο χρόνος καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης σε αυτή την περίπτωση διαφοροποιεί τα πράγματα, με δεδομένο ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε μεταγενέστερα της καταχώρισης της Αίτησης.

 

Σχετική είναι η απόφαση Capital Trust Investments Ltd v Radio Design TJ AB [2002] EWCA Civ 135, η οποία αφορούσε αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας. Η Εναγόμενη, εκκρεμούσης της εκδίκασης της αίτησης για αναστολή, καταχώρισε αίτηση για συνοπτική απόφαση περιλαμβάνοντας ωστόσο την εξής επιφύλαξη:

«In the event that its application for a stay is unsuccessful, the first defendant [ie Radio Design] applies for summary judgment against the claimant ….»

 

Το Court of Appeal έκρινε ότι η καταχώριση της αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν συνιστούσε «step in the  proceedings» για σκοπούς του section 9(3) του Arbitration Act 1996[2] καθώς με τη συμπερίληψη της πιο πάνω επιφύλαξης διαφαινόταν ξεκάθαρα ότι η Εναγόμενη, καταχωρίζοντας την αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν επέλεξε εν τέλει η διαφορά μεταξύ των μερών να εκδικαστεί από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε:

«60..  It appears to us that that application was not a “step in the proceedings” on the basis of the principles set out above. Thus, it did not (in the words of Lord Denning) express the willingness of Radio Design to go along with a determination of the courts instead of arbitration. On the contrary, it made it clear that the application for summary judgment was only advanced “in the event that its application for a stay is unsuccessful”. In Merkin's words, approved by Otton LJ, the application made it clear that it was specifically seeking a stay, with the result that a step which would otherwise be a step in the proceedings, namely an application for summary judgment, is not so treated.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

65..  In short, Radio Design has at no stage indicated a willingness that the courts should determine CTIL's claims instead of arbitrators. On the contrary, it has asserted throughout that the action should be stayed under section 9(4) of the 1996 Act. We would therefore dismiss the appeal on this ground.» (υπογράμμιση δική μου)

 

Συνεπακόλουθα, όπως προκύπτει από την απόφαση Capital Trust (ανωτέρω), το κριτήριο το οποίο εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε διαβήματα λαμβάνονται – είτε πριν είτε μετά την καταχώριση της αίτησης για αναστολή – είναι το κατά πόσον από τη συμπεριφορά του αιτητή προκύπτει ότι ο ίδιος, μέσω των ενεργειών του, επέλεξε όπως η διαφορά εκδικαστεί από το Δικαστήριο και επομένως, ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να επιμείνει στην εφαρμογή της ρήτρας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.

 

Σχετικά με το πιο πάνω κριτήριο είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 24η έκδοση, παρ. 7-028:

«By serving a defence or taking other steps in the proceedings that answer the substantive claim a party submits to the jurisdiction of the court in respect of the claim and will not thereafter be able to obtain a stay requiring the other party to pursue his claim, if at all, by arbitration. In other words, by accepting the court’s jurisdiction to hear the substantive case he is treated as electing to have the matter dealt with by the court rather than insisting on his contractual right to arbitrate.

………………………………………………………………………………….......................

…………………………………………………………………………………………………..

A step in the proceedings must, however, be one which

“impliedly affirms the correctness of the legal proceedings and the willingness of the defendant to go along with a determination by the courts instead of arbitration”.

First, the conduct of the applicant (and defendant to the legal proceedings) must be such as to demonstrate an election to abandon his right to a stay in favour of allowing the action to proceedSecondly, the act in question must have the effect of invoking the jurisdiction of the court. Further, an act which would otherwise be regarded as a step in the proceedings will not be treated as such if the applicant has specifically stated that he intends to seek a stay. Thus, a party who applied for leave to defend as well as asking for a default judgment to be set aside did not take a step in the proceedings, nor did a party who applied for summary judgment “in the event that its application for a stay was unsuccessful”.» (υπογράμμιση δική μου)

 

Επανερχόμενη στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής:

 

1.    Με την Υπεράσπιση αμφισβητείται επί της ουσίας η διαφορά στην Απαίτηση και η Ανταπαίτηση αφορά τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, με βάση τις σχετικές πρόνοιες στο Συμβόλαιο για την καθυστέρηση στην παράδοση της κατοικίας.

 

Ούτε στην Υπεράσπιση, αλλά ούτε στην Ανταπαίτηση συμπεριλαμβάνεται οποιαδήποτε επιφύλαξη σε σχέση με την επιθυμία των Αιτητών να επιμείνουν σε παραπομπή των μεταξύ τους διαφορών σε διαιτησία.

 

Για σκοπούς πληρότητας, θα πρέπει να αναφέρω ότι η πιο κάτω προδικαστική ένσταση που περιλαμβάνεται στην παρ. 1(i) της Υπεράσπισης δεν συνιστά έκφραση της επιθυμίας των Αιτητών όπως η διαφορά τους παραπεμφθεί σε διαιτησία:

«Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα, είναι νομικά αβάσιμη  και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθότι  καταχωρήθηκε κατά παράβαση των ρητών και δεσμευτικών όρων  της μεταξύ των μερών Συμφωνίας Εργολαβίας, με τίτλο «Έντυπο  Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (Ε2(Α))» ημερ.  15/04/2022. Η απαίτηση των Εναγόντων, όπως διατυπώνεται στην  Έκθεση Απαίτησης, αφορά ισχυριζόμενη συμβατική οφειλή  απορρέουσα από την εκτέλεση των εργασιών και εμπίπτει πλήρως  στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 36 (Επίλυση Διαφορών), το οποίο  προβλέπει ρητή και δεσμευτική πολυεπίπεδη διαδικασία επίλυσης  διαφορών. Σύμφωνα με το Άρθρο 36 της Συμφωνίας Εργολαβίας,  οποιαδήποτε διαφορά απορρέουσα από ή σχετιζόμενη με τη  Συμφωνία παραπέμπεται καταρχάς στον Αρχιτέκτονα του Έργου  προς κρίση και απόφαση και, μόνο σε περίπτωση ένστασης επί της  απόφασης αυτής, δύναται να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Οι  Ενάγοντες ουδέποτε τήρησαν την πιο πάνω συμφωνηθείσα  διαδικασία ούτε αποτάθηκαν στον Αρχιτέκτονα πριν την  καταχώρηση της παρούσας Αγωγής, παρακάμπτοντας τα συμβατικά  προαπαιτούμενα και ενεργώντας κατά κατάχρηση της διαδικασίας  του Δικαστηρίου.»

 

Με την εν λόγω παράγραφο, οι Αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν την παρούσα Απαίτηση καταχρηστικά, καθ’ ότι δεν ενεργοποίησαν τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών που προνοείται στο Συμβόλαιο, ήτοι να αποταθούν στον Αρχιτέκτονα για επίλυση της διαφοράς και αφ’ ότου εκδοθεί η απόφαση του Αρχιτέκτονα και εφόσον υπάρχει οποιαδήποτε ένσταση, το ζήτημα να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η εν λόγω θέση είναι σαφώς άσχετη με  το κατά πόσον οι Αιτητές επέλεξαν εν τέλει όπως η διαφορά των μερών προωθηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η καταχώριση της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης αδιαμφισβήτητα αντανακλά την επιλογή των Αιτητών όπως το Δικαστήριο εκδικάσει την ουσία των διαφορών.

 

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι δεν θα αποφανθώ επί του προκειμένου σε σχέση με το κατά πόσον, εάν συμπεριλαμβανόταν σχετική επιφύλαξη στο δικόγραφο των Αιτητών, η κατάληξή μου θα διαφορετική  (βλ. σχετικά την ανάλυση στην απόφαση Beltran, Julian Morena and another v. Terraform Labs Pte Ltd and others [2023] SGHC 340, παρ. 59 – 60), με δεδομένο ότι το διάβημα που λήφθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν η καταχώριση κάποιας ενδιάμεσης αίτησης, αλλά Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, με την οποία προβάλλονται οι θέσεις των Αιτητών επί της ουσίας των διαφορών των μερών (και οι οποίες καλύπτονται από τη ρήτρα διαιτησίας).

 

2.    Περαιτέρω, ακόμη και αν μπορούσε να λεχθεί ότι οι Αιτητές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να καταχωρίσουν Υπεράσπιση, επειδή ήταν υποχρεωμένοι με βάση τους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας να καταχωρίσουν Υπεράσπιση εντός του προκαθορισμένου χρόνου (επιχείρημα το οποίο δεν προβλήθηκε και σε κάθε περίπτωση, πιθανό να μην ευσταθεί – βλ. κατ’ αναλογία το Μέρος 12(1)(9)(α) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας και τα όσα λέχθηκαν στην Carona Holdings Pte Ltd & Ors v Go Go Delicacy Pte Ltd [2008] 4 SLR 460), η καταχώριση Ανταπαίτησης συνιστά αδιαμφισβήτητα διάβημα με το οποίο εκφράζεται η επιθυμία των Αιτητών όπως οι διαφορές των μερών, οι οποίες καλύπτονται από τη ρήτρα διαιτησίας, εκδικαστούν από το Δικαστήριο. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Beltran, Julian Morena and another v. Terraform Labs Pte Ltd and others [2023] SGHC 340:

«75Even if I am wrong with respect to the defence, there is clearly no reason for Terraform to have filed a Counterclaim. That is plainly an acceptance of the court’s jurisdiction to decide on the merits of the dispute. In this regard, I reiterate that parties should be decisive in whether they are insisting on arbitration in preference to litigation, and disingenuous reservations will be disregarded: Carona Holdings at [93]. In the circumstances, the Reservations did not detract from Terraform’s contradictory act in filing a Counterclaim.

76Terraform relied on O 6 r 8(1), which states that “[i]f the defendant intends to counterclaim against the claimant, the defendant must file and serve the counterclaim with the defence”.  This cannot be read as an obligation on a defendant, seeking to challenge the jurisdiction of the court, to file their intended counterclaim along with their Defence (Jurisdiction). Such a construction would render O 6 r 7(4) and O 2 r 5(2) (which introduce the Defence (Jurisdiction)) redundant. Form 13, which Terraform relies on, also does not assist it as it only requires Terraform to plead the jurisdictional basis on which it is asking the court to try the counterclaim.»

 

Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Αιτητές μέσω των ενεργειών τους αποδέχθηκαν και επέλεξαν την επίλυση της διαφοράς τους μέσω της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και επομένως, ότι η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

 

  iii.        Διαφορά για παραπομπή σε διαιτησία

Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί και το εξής: Η φύση της Απαίτησης αφορά άρνηση των Αιτητών να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό, το οποίο, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ΕΔ Χατζηηλία, ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι οφείλεται από τους Αιτητές πριν την καταχώριση της Απαίτησης. Όπως, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην παρ. 7 της ΕΔ Χατζηηλία:

«στ) Οι Εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν το εναπομείναν ποσόν για εξόφληση της οφειλής τους.

ζ) Επιπλέον, οι Εναγόμενοι ουδέποτε ήγειραν ζήτημα ούτε και έφεραν οποιαδήποτε ένσταση.»

 

Οι πιο πάνω αναφορές στην ΕΔ Χατζηηλία παρέμειναν αναντίλεκτες.

 

Με βάση τη σχετική νομολογία, απλή άρνηση πληρωμής, χωρίς να αποκαλύπτεται κάποια ουσιαστική υπεράσπιση, δεν συνιστά «θέμα» εν τη εννοία του άρθρου 8 του Κεφ. 4 για παραπομπή σε διαιτησία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Hudson's Building And Engineering Contracts, 10η έκδοση, σελ. 833 - 834:

«…if a trader persists in not paying for goods delivered to him without disclosing any substantive defence, this is merely a refusal to pay and not a dispute, and an action brought for the money will not be stayed on account of an arbitration clause.»

 

Η εκ των υστέρων επίκληση κάποιας υπεράσπισης στην Απαίτηση δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Russel on the Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 180 – 181:

«Mere failure to pay

Mere refusal to pay upon a claim which is not really disputed does not necessarily give rise to a “dispute” calling an arbitration clause into operation. “It does not follow that the courts cannot be resorted to without previous recourse to arbitration to enforce a claim which is not disputed but which the trader merely persists in not paying.”

1.  A railway Act empowered the company to charge a reasonable sum for certain services rendered to a trader, and enacted that “any difference arising under this section shall be determined by an arbitrator to be appointed by the Board of Trade.” The defendants declined to pay charges being made against them; they accepted the services with such knowledge, though protesting against the right of the plaintiffs to make any charge; they made no complaint that the amount of the charge was unreasonable, so as to enable the plaintiffs to apply to have such question settled by arbitration, and they took no steps themselves to have the question so settled. Held that the defendants could not when sued for the price of the services, raise then for the first time the question whether or not the charges were reasonable and that therefore they had a right to go to an arbitrator. London and North Western Ry. v. Billington [1899] A.C. 79.» (υπογράμμιση δική μου)

 

Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές δεν δικαιούνται να ζητούν την παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπιστώνω ότι οι Αιτητές, μέχρι και την καταχώριση της Υπεράσπισης, ουδέποτε αμφισβήτησαν το κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο. Για παράδειγμα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από τους Αιτητές οποιουδήποτε πιστοποιητικού του αρχιτέκτονα του έργου, ούτως ώστε να υπάρχει συγκεκριμένο «θέμα» για παραπομπή σε διαιτησία.

 

Επομένως, και για αυτό το λόγο η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

 

II.    Αναστολή με βάση τις συμφυείς εξουσίες

Οι Αιτητές βασίζονται στην Αίτησή τους και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου να αναστείλει την παρούσα διαδικασία. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να αναστείλει δικαστική διαδικασία, την οποία δύναται να ασκήσει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Κεφ. 4 για αναστολή της διαδικασίας (Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, Vol. 2 παρ. 623, υποσημείωση 4). Συγκεκριμένα, διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας βάσει των συμφυών εξουσιών εκδίδεται όταν δεν είναι δυνατή η αναστολή της διαδικασίας με βάση τον σχετικό Νόμο, καθ’ ότι υφίσταται κάποιο ζήτημα σχετικά με την ύπαρξη ή την ερμηνεία μίας ρήτρας διαιτησίας και το οποίο καθιστά τον σχετικό Νόμο ανεφάρμοστο. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, Vol. 2 παρ. 623:

«The inherent jurisdiction to stay proceedings may be exercised where there are issues as to the existence or construction of an arbitration clause.»

 

Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 24η έκδοση, παρ. 7-041 απαριθμούνται συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου δύναται να ανασταλεί η διαδικασία με βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται:

«The inherent jurisdiction may be exercised where:

1.The court cannot be certain that an arbitration agreement exists as is required for a stay under s.9 but there is an issue whether the parties entered into a binding agreement to arbitrate or whether the subject matter of the action is within the scope of the arbitration……………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………..

2.It is alleged that the arbitration agreement itself (rather than the underlying agreement) was induced by a misrepresentation, whether fraudulent or otherwise.

3.It is appropriate to stay related claims extending beyond the parties to the arbitration agreement but which are closely connected to the parties to the arbitration and where it would be wasteful of costs and give rise to a risk of conflicting outcomes to allow the closely related legal proceedings to proceed in tandem with the arbitration……………..

…………………………………………………………………………………………………..

4.For some other reason the application falls short of the requirements for a stay under the Arbitration Act 1996.»

 

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι στην υποσημείωση του σημείου 4 δίδεται ως παράδειγμα η περίπτωση όπου η συμφωνία διαιτησίας είναι προφορική.

 

Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω προκύπτει, θεωρώ, ξεκάθαρα ότι στην παρούσα περίπτωση δεν είναι δυνατή η αναστολή της διαδικασίας στη βάση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, καθ’ ότι οι λόγοι για τους οποίους η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει δυνάμει του Κεφ. 4, και τους οποίους παρέθεσα ανωτέρω, δεν συνιστούν περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών.

 

 

(Υπ.) ………………………….

Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Όπως για παράδειγμα με το section 6 του Arbitration Act της Σιγκαπούρης.

[2] Το οποίο είναι παρόμοιο με το section 1(1) του Arbitration Act 1975 και το section 4 του Arbitration Act 1950 (βλ. Capital Trust Investments Ltd v Radio Design TJ AB [2002] EWCA Civ 135, παρ. 55).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο