Παναγιώτης Μουζουρίδης κ.α. ν. Ελένη Ευσταθίου κ.α., Αρ. Απαίτησης: 1112/2024, 23/6/2026
print
Τίτλος:
Παναγιώτης Μουζουρίδης κ.α. ν. Ελένη Ευσταθίου κ.α., Αρ. Απαίτησης: 1112/2024, 23/6/2026

Κλίμακα Εξόδων: € 50,000 – € 100,000

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 1112/2024

(i-Justice)

Μεταξύ:-

1.    Παναγιώτης Μουζουρίδης

2.    Κυριάκος Μουζουρίδης

Ενάγοντες

και

1.    Ελένη Ευσταθίου

2.    Αναστασία Παπαθανασίου

3.    Κύπρος Μουζουρίδης

4.    Κώστας Μουζουρίδης

5.    Γιαννούλα Μουζουρίδου

Εναγόμενοι

Αίτηση ημερ. 14/05/2026 για απόρριψη της Απαίτησης λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με το χρονοδιάγραμμα για επίδοση των δηλώσεων μαρτύρων

Ημερομηνία: 23/06/2026

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγομένους/ Αιτητές: κος Εύρος Κλεάνθους

Για τους Ενάγοντες/ Καθ’ ων η Αίτηση: κα Στέλλα Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

Ενδιάμεση Απόφαση

Είναι γεγονός ότι οι δηλώσεις μαρτύρων των Εναγόντων δεν επιδόθηκαν στην άλλη πλευρά εντός του χρονικού περιθωρίου που τέθηκε από το Δικαστήριο στη Συνεδρία Διαχείρισης Υπόθεσης, ήτοι μέχρι τις 14/04/2026.

Ως αποτέλεσμα της εν λόγω παράλειψης, οι Εναγόμενοι προέβηκαν στις 14/05/2026 στην καταχώριση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητούν διάφορες θεραπείες από το Δικαστήριο, αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω.

 

Συνέπειες παράλειψης επίδοσης δηλώσεων μαρτύρων

Οι επιπτώσεις που επιφέρει η παράλειψη διαδίκου να επιδώσει τις δηλώσεις των μαρτύρων του εντός της καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας καθορίζονται από το Μέρος 32.9 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο προνοεί τα εξής:

«32.9. Συνέπειες παράλειψης επίδοσης δήλωσης μάρτυρα ή σύνοψης μαρτυρίας

(1) Αν δήλωση μάρτυρα ή σύνοψη μαρτυρίας προοριζόμενου μάρτυρα για την οποία υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη δεν επιδοθεί εντός του χρόνου ο οποίος καθορίζεται από το δικαστήριο, τότε ο μάρτυρας δεν μπορεί να κληθεί να δώσει προφορική μαρτυρία εκτός αν το δικαστήριο το επιτρέψει.

(2) Όταν διάδικος παραλείπει να επιδώσει δηλώσεις μάρτυρα εμπρόθεσμα: η αίτηση για παράταση χρόνου είναι αίτηση απαλλαγής από κυρώσεις και εφαρμόζεται το Μέρος 3.6.»

Επομένως, σε περίπτωση που η δήλωση μάρτυρα δεν επιδοθεί εμπρόθεσμα, ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι δυνατό να κληθεί να δώσει προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο, εκτός εάν δοθεί προηγουμένως σχετική άδεια από το Δικαστήριο.

1.    Το αίτημα για απόρριψη της Απαίτησης

Οι Εναγόμενοι προβάλλουν μεταξύ άλλων τη θέση ότι, ένεκα της εν λόγω παράλειψης των Εναγόντων, η Απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Το αίτημα των Εναγομένων βασίζεται στο Μέρος 3.3(2) (β) – (γ) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο προνοεί τα εξής:

«(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

…………………………………………………………………………………………………...

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

i.        Κατάχρηση

Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι η διαγραφή της απαίτησης, ακόμη και όπου εντοπίζεται κατάχρηση, θα πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.4.3:

«The striking out of a valid claim should be the last option. If the abuse can be addressed by a less draconian course, it should be.»

Σχετικά με τον ορισμό της κατάχρησης στον εν λόγω Κανονισμό είναι τα όσα αναφέρονται στην ίδια παράγραφο του εν λόγω συγγράμματος:

«Although the term “abuse of the court’s process” is not defined in the rules or practice direction, it has been explained in another context as “using that process for a purpose or in a way significantly different from its ordinary and proper use” (Attorney General v Barker [2000] 1 F.L.R. 759, DC, per Lord Bingham of Cornhill, Lord Chief Justice).» (υπογράμμιση δική μου)

Ο όρος κατάχρηση είναι πολύ ευρύς και επομένως, δεν μπορούν να απαριθμηθούν εξαντλητικά οι περιπτώσεις όπου υφίσταται κατάχρηση.

Η θέση των Εναγομένων, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 που συνοδεύει την αίτηση, είναι ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης επίδοσης των δηλώσεων μαρτύρων έγινε σκόπιμα και είναι εργαλείο πίεσης και παγώματος της υπόθεσης, ούτως ώστε να εξυπηρετηθούν οι αλλότριοι σκοποί των Εναγόντων. Όπως αναφέρεται σχετικά στην παρ. 36 της εν λόγω ένορκης δήλωσης:

«Οι Ενάγοντες χρησιμοποιούν την εκκρεμοδικία καταχρηστικά και στρατηγικά για πάγωμα των διαδικασιών, καθυστέρηση, και ως μοχλό πίεσης και προς εξυπηρέτηση των ακόλουθων αλλότριων σκοπών: (α) Παράνομα δωρεάν σπίτωμα, στενών συγγενικών τους προσώπων στην επίδικη οικία που αποτελεί κληρονομία και περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα τους και προς (β) άσκηση πίεσης αναφορικά με διευθετήσεις/συμφωνίες εξαγοράς των μεριδίων τους από άλλο κληρονόμο στην κληρονομιά της διαχείρισης και επί κληρονομικών/περιουσιακών ζητημάτων.»

Δεν συμφωνώ με τους Εναγομένους. Σημειώνω ότι εκείνο που έχει σημασία για την εξέταση του κινήτρου των Εναγόντων είναι το κατά πόσον υφίσταται μια βάσιμη (genuine) αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων, ακόμη και εάν η απαίτηση εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και κάποιον άλλο σκοπό. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.4.15:

«A litigant with a genuine cause of action, which he would wish to pursue in any event, would not be debarred (by stay or striking out) from proceeding because he had an ulterior purpose in mind as a desired by-product of the litigation.

In Wallis v Valentine [2002] EWCA Civ 1034; [2003] E.M.L.R. 8, CA, (see 3.4.14 above) the court approved the dicta of Simon Brown LJ in Broxton v McClelland [1995] E.M.L.R. 485 to the effect that the institution of proceedings with an ulterior motive is not of itself enough to constitute an abuse. An action is only that if the court’s processes are being misused to achieve something not properly available to the plaintiff in the course of properly conducted proceedings. The cases suggest two distinct categories of such misuse of process: [1] the achievement of a collateral advantage beyond the proper scope of the action; and [2] the conduct of the proceedings themselves (including the initiation of the claim itself) is not so as to vindicate a right but rather in a manner designed to cause the defendant problems of expense, harassment, commercial prejudice or the like beyond those ordinarily encountered in the course of properly conducted litigation. Only in the most clear and obvious case will it be appropriate upon preliminary application to strike out proceedings as an abuse of process so as to prevent a plaintiff from bringing an apparently proper cause of action to trial. »

Από τα όσα αναφέρονται στα δικόγραφα και χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης, ουδόλως καταδεικνύεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν βάσιμη αιτία αγωγής. Η απαίτηση βασίζεται ουσιαστικά σε κατ’ ισχυρισμόν κακοδιαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Μουζουρίδη από την διαχειρίστρια της περιουσίας του, την Εναγόμενη 1.

Σε σχέση με την πρόθεση παγώματος της διαδικασίας σημειώνω τα εξής: Η καθυστέρηση στην επίδοση των δηλώσεων μαρτύρων που προκλήθηκε είναι δύο μηνών. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για απαλλαγή από κυρώσεις, με την οποία ζητείται σχετική παράταση της προθεσμίας επίδοσης των δηλώσεων των μαρτύρων τους. Η κα Ευριπίδου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι οι δηλώσεις των μαρτύρων των Εναγόντων είναι δυνατό να επιδοθούν μέχρι τις 30/06/2026.

Δεν προκύπτει επί του προκειμένου η ύπαρξη πρόθεσης πρόκλησης οποιασδήποτε καθυστέρησης στην εκδίκαση της Απαίτησης, ούτε υπάρχει επί του παρόντος οποιοδήποτε αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου για αναβολή της ακρόασης την ορισθείσα ημερομηνία. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι η κα Ευριπίδου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι παρά το ότι με την αίτηση ζητείται χρόνος 20 ημερών για την επίδοση των δηλώσεων των μαρτύρων, οι Ενάγοντες θα μπορούν το αργότερο μέχρι τις 30/06/2026 να επιδώσουν τις δηλώσεις μαρτύρων των Εναγόντων. Ανέφερε περαιτέρω ότι συμφωνεί να της δοθεί μικρότερη από την καθορισθείσα προθεσμία για επίδοση συμπληρωματικών δηλώσεων μαρτύρων, εάν αυτό κριθεί αναγκαίο, ούτως ώστε να μην αλλάξει η ημερομηνία ακρόασης.

Επομένως, δεν θεωρώ ότι συνάγεται επί του προκειμένου οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους των Εναγόντων να καταχραστούν τη δικαστική διαδικασία μέσω της πρόκλησης καθυστέρησης.

Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η καθυστέρηση στην προώθηση μιας διαδικασίας, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν συνιστά αφ’ εαυτής κατάχρηση. Θα πρέπει να συντρέχει κάποιο επιπρόσθετο στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει την ύπαρξη καταχρηστικής συμπεριφοράς. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.4.16:

«Delay, even a long delay, cannot by itself be categorised as an abuse of process without there being some additional factor which transforms the delay into an abuse (Icebird Ltd v Winegardner [2009] UKPC 24; see too Wearn v HNH International Holdings Ltd [2014] EWHC 3542 (Ch), per Barling J).»

Δεν θεωρώ επομένως ότι στην παρούσα περίπτωση υφίσταται κατάχρηση.

Ένεκα της κατάληξής μου περί της μη ύπαρξης κατάχρησης, απορρίπτεται και το δεύτερο αιτητικό της αίτησης, το οποίο επίσης αφορά την ύπαρξη κατάχρησης.

ii.        Παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό/ δικαστικό διάταγμα

Η απόρριψη της απαίτησης ένεκα μη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα είναι επίσης το πιο δραστικό μέτρο. Στην απόφαση Al-Subaihi v Al-Sanea [2020] EWHC 3206 (Comm) χαρακτηρίστηκε ως «nuclear option». Όπως περαιτέρω αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice 5η έκδοση, παρ. 12.193:

«Striking out a statement of case is the most potent response to party default. The power is set out in CPR 3.4(2)(c), which provides that the court may exercise its power of strike out if it appears “that there has been a failure to comply with a rule, practice direction or court order”. Striking out a statement of case in such circumstances is a very serious matter since it effectively decides the case against the defaulting party not on the merits but for procedural reasons. As with all the court’s case management powers, its powers to determine the consequences of party default must be guided by the overriding objective. Where appropriate, regard must also be had to the right to fair trial under the ECHR art.6 (especially where the decision would effectively determine the case), and to the possible impact of case management decisions on other Convention rights, such as freedom of expression under art.10.» (υπογράμμιση δική μου)

Για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η απόρριψη της Απαίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα κριτήρια που τέθηκαν στις υποθέσεις Mitchell v News Group Newspapers Ltd [2013] EWCA Civ 1537 και Denton v TH White Ltd and another [2014] EWCA Civ 906 σχετικά με την απαλλαγή από κυρώσεις. Όπως αναφέρεται σχετικά στο White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.4.18:

«In Walsham Chalet Park Ltd v Tallington Lakes Ltd [2014] EWCA Civ 1607, the Court of Appeal held that, in exercising its discretion under r.3.4(2)(c), the court is entitled to have regard to the Mitchell/Denton principles (which apply to applications under r.3.9, as to which, see para.3.9.2). However, in that case, the Court of Appeal stressed that the ultimate question for the court in deciding whether to impose the sanction of strike-out is materially different from that in deciding whether to grant relief from a sanction that has already been imposed. In a strike-out application under r.3.4 the proportionality of the sanction itself is in issue, whereas an application under r.3.9 for relief from sanction has to proceed on the basis that the sanction was properly imposed (and see further, para.3.4.1, above).»

 

Κριτήρια Mitchell/ Denton

Τα κριτήρια που τέθηκαν στη απόφαση Mitchell (ανωτέρω) και διασαφηνίστηκαν στην μεταγενέστερη απόφαση Denton (ανωτέρω) είναι τα εξής:

«24. We consider that the guidance given at paras 40 and 41 of Mitchell remains substantially sound. However, in view of the way in which it has been interpreted, we propose to restate the approach that should be applied in a little more detail. A judge should address an application for relief from sanctions in three stages. The first stage is to identify and assess the seriousness and significance of the “failure to comply with any rule, practice direction or court order” which engages rule 3.9(1). If the breach is neither serious nor significant, the court is unlikely to need to spend much time on the second and third stages. The second stage is to consider why the default occurred. The third stage is to evaluate “all the circumstances of the case, so as to enable [the court] to deal justly with the application including [factors (a) and (b)] (υπογράμμιση δική μου)

 i.   Σοβαρότητα της παράλειψης

Σημειώνεται κατ’ αρχάς ότι ένεκα του γεγονότος ότι υπάρχει αρκετό χρονικό περιθώριο μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης, είναι ακόμη δυνατό να επιδοθούν δηλώσεις μαρτύρων από τους Ενάγοντες χωρίς να επηρεαστεί η ημερομηνία ακρόασης.

Ο παράγοντας αυτός, αν και σημαντικός δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς εξέτασης της σοβαρότητας της παράλειψης. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.9.4:

«In Denton the Court of Appeal accepted that, in many cases, a court might conclude that a breach is not serious or significant if it does not imperil future hearing dates and does not otherwise disrupt this case or litigation generally. Nevertheless, it declined to adopt this as a test of seriousness and significance, holding that some breaches are serious even though they are incapable of affecting the efficient progress of litigation, e.g. a failure to pay court fees (see judgment at [26] and see Joshi and Welch Ltd v Taj Foods Ltd [2015] EWHC 3905 (QB), Green J).» (υπογράμμιση δική μου)

Στην Αγγλία, τα Δικαστήρια υιοθέτησαν αυστηρή προσέγγιση σε υποθέσεις όπου υπάρχει παράλειψη εμπρόθεσμης επίδοσης δηλώσεων μαρτύρων. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice 5η έκδοση, παρ. 20.37:

«An applicant who fails for no good reason to serve a witness statement in time must bear a heavy burden in supporting an application for late service, especially when this would involve a substantial disruption to the trial, and even where allegations of fraud are involved.» (υπογράμμιση δική μου)

Προκύπτει επομένως ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν επηρεάζεται η ημερομηνία της ακρόασης, η παράλειψη εμπρόθεσμης επίδοσης των δηλώσεων των μαρτύρων θεωρείται σοβαρή.

Για παράδειγμα, στην υπόθεση Clearway Drainage Systems Ltd v Miles Smith Ltd [2016] EWCA Civ 1258, οι Ενάγοντες καθυστέρησαν πέραν των δύο μηνών να επιδώσουν τις δηλώσεις των μαρτύρων τους και εν τέλει τις επέδωσαν ενώ παράμενε διάστημα μικρότερο του ενός μηνός πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Η καθυστέρηση αυτή, καθώς και η καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για απαλλαγή από κυρώσεις, είχαν ως αποτέλεσμα την αναβολή της προδικαστικής εξέτασης δύο φορές. Το Court of Appeal επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση για απαλλαγή από κυρώσεις, κρίνοντας ότι η παρατεταμένη παράλειψη συμμόρφωσης ήταν σοβαρή και σημαντική, παρά το γεγονός ότι δεν είχε θέσει σε κίνδυνο την ημερομηνία της ακρόασης.

Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ την παράλειψη των Εναγόντων στην προκειμένη περίπτωση να επιδώσουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις των μαρτύρων τους σοβαρή.

ii.    Λόγοι για τους οποίους δεν υπήρξε συμμόρφωση

Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων για απαλλαγή από κυρώσεις, στην οποία βασίστηκε η συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, οι λόγοι για τους οποίους δεν υπήρξε συμμόρφωση είναι οι εξής:

1.    Λάθος κατά την αρχειοθέτηση του φακέλου. Συγκεκριμένα, μετά από τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος από το Δικαστήριο, ο φάκελος έπρεπε να δοθεί στη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση από τη γραμματέα του δικηγορικού γραφείου για σκοπούς ετοιμασίας των γραπτών δηλώσεων. Αντ’ αυτού, ο φάκελος αρχειοθετήθηκε και δεν τέθηκε υπόψη της εν λόγω δικηγόρου εγκαίρως.

 

2.    Προσωπικούς λόγους, για τους οποίους η δικηγόρος των Εναγόντων έπρεπε να απουσιάζει από το γραφείο και επομένως, δεν μπορούσε να παρακολουθεί την υπόθεση ούτως ώστε να τηρήσει την προθεσμία.

Σαφώς, οι πιο πάνω λόγοι δεν συνιστούν καλό λόγο για παράλειψη συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.9.5.1:

«Examples of reasons held not to be good reasons explaining a failure to comply with a rule, practice direction or order include the following: “…overlooking a deadline will rarely be a good reason” (Mitchell at [41]); “…well-intentioned incompetence, for which there is no good reason, should not usually attract relief from a sanction unless the default is trivial” (Mitchell at [48]).»

iii.   Περιστάσεις της υπόθεσης

Ακόμη και σε περίπτωση που η παράλειψη κριθεί σοβαρή και δεν προβληθεί καλός λόγος για την εν λόγω παράλειψη, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ούτως ώστε να αποφασίσει το κατά πόσο δικαιολογείται η επιβολή κυρώσεων ή η απαλλαγή από κυρώσεις, αναλόγως της περίπτωσης. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.9.6.

«The Court of Appeal highlighted what had been an important misunderstanding of Mitchell: it is wrong to assume that, if (i) there is a non-trivial (now serious or significant) breach and (ii) there is no good reason for the breach, the application for relief from sanctions will automatically fail. That is not so. Rule 3.9(1) requires that, in every case, the court will consider “all the circumstances of the case, so as to enable it to deal justly with the application”. The Court of Appeal regarded this as the third stage.

Two circumstances which are specifically mentioned in r.3.9 are (a) the need for litigation to be conducted efficiently and at proportionate cost and (b) the need to enforce compliance with rules, practice directions and court orders and are referred to in Denton as factors (a) and (b). The court stated that factor (a) makes it clear that the court must consider the effect of the breach in every case. If the breach has prevented the court or the parties from conducting the litigation (or other litigation) efficiently and at proportionate cost, that will be a factor weighing in favour of refusing relief. Factor (b) emphasises the importance of complying with rules, practice directions and orders. The court observed that this factor received insufficient attention in the past. However, the old lax culture of non-compliance is no longer tolerated.

Other factors or circumstances mentioned in Denton are the need to consider whether the sanction imposed is proportionate to the breach in question (see the ruling given in Decadent Vapours Ltd v Bevan a case which was heard with Denton), whether the application for relief from sanctions was made promptly, and whether the defaulting party has a poor record as to compliance with proper court procedures: other past or current breaches of the rules, practice directions and court orders may also be taken into account as a relevant circumstance (υπογράμμιση δική μου)

Θεωρώ ότι η απόρριψη της Απαίτησης από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο θα ήταν άδικη για τους πιο κάτω λόγους:

1.    Λόγω της παράλειψης των Εναγόντων, έχει επιβληθεί αυτομάτως η κύρωση του Μέρους 32.9. Επομένως, έχει ήδη επιβληθεί αυτομάτως σχετική κύρωση για την εν λόγω παράλειψη των Εναγόντων.

 

2.    Η καθυστέρηση προς το παρόν δεν είναι τόσο μεγάλη και εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει προς το παρόν ένδειξη ότι θα μεταβληθεί η ημερομηνία της ακρόασης. Όπως προανέφερα, έχει καταχωριστεί ήδη αίτηση για απαλλαγή από κυρώσεις και τροποποίηση του χρονοδιαγράμματος. Η κα Ευριπίδου ανέφερε ότι μέχρι τις 30/06/2026 θα μπορεί να επιδώσει τις δηλώσεις μαρτύρων των Εναγόντων. Είναι επομένως κατά τη γνώμη μου ξεκάθαρο ότι είναι ακόμη δυνατή η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης.

Σημειώνω ότι απόρριψη της απαίτησης λαμβάνει χώρα μόνο στις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση είναι μεγάλη και εκτροχιάζει την πορεία της υπόθεσης. Παραδείγματα αποτελούν οι πιο κάτω υποθέσεις:

1.    Η υπόθεση Bot v Barnick [2019] 12 WLUK 371 αφορούσε ιατρική αμέλεια. Η Ενάγουσα δεν είχε προσκομίσει οποιαδήποτε έκθεση εμπειρογνώμονα εναντίον του Εναγομένου, παρά το ότι είχαν παρέλθει τρία χρόνια από την καταχώριση της απαίτησης, είχαν δοθεί σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο για καταχώριση της έκθεσης και είχαν ήδη παραχωρηθεί αρκετές παρατάσεις. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι η εν λόγω έκθεση θα εξασφαλιζόταν σύντομα. Ένεκα του γεγονότος ότι η απαίτηση για ιατρική αμέλεια ήταν αδύνατο να προχωρήσει χωρίς μαρτυρία εμπειρογνώμονα και ο Εναγόμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να περιμένει να ετοιμαστεί η εν λόγω έκθεση επ’ αόριστον, το Δικαστήριο διέγραψε την απαίτηση εναντίον του λόγω της επανειλημμένης μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας με τις οδηγίες του Δικαστηρίου.

 

2.    Στην υπόθεση Maqsood v Mahmood [2012] EWCA Civ 251, το Court of Appeal έκρινε ότι ήταν δικαιολογημένη η διαγραφή της απαίτησης, καθώς ο Ενάγοντας είχε παραλείψει να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου που αφορούσαν την αποκάλυψη εγγράφων, την ανταλλαγή δηλώσεων μαρτύρων και την ετοιμασία της δέσμης εγγράφων για την ακρόαση. Ο Ενάγοντας, την ημέρα της ακρόασης, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ζητώντας αναβολή. Το αίτημά του απορρίφθηκε. Κατά την  ακρόαση της υπόθεσης, ήταν αδύνατο ο Ενάγοντας να αποδείξει την υπόθεσή του αφού δεν μπορούσε να προσκομίσει την απαραίτητη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Court of Appeal, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δεν ανήκει μόνο στους Ενάγοντες αλλά και στους Εναγομένους.

 

3.    Θεωρώ περαιτέρω ότι θα ήταν άδικο οι Ενάγοντες τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της υπόθεσης να υποστούν τις συνέπειες των παραλείψεων των δικηγόρων τους (βλ. Hansom v E Rex Makin & Co [2003] EWCA Civ 1801).

Για τους λόγους που έχω παραθέσει πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να απορριφθεί η Απαίτηση.

2.    Αιτούμενη παράταση προθεσμίας

Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι ζητούν παράταση της προθεσμίας για καταχώριση των δηλώσεων μαρτύρων των Εναγόντων. Τέτοια θεραπεία δεν είναι δυνατό να δοθεί κατόπιν αίτησης των Εναγομένων. Διάδικος δεν δύναται να αιτηθεί παράταση προθεσμίας συμμόρφωσης εκ μέρους του αντιδίκου του.

3.    Διάταγμα αποκλεισμού της μαρτυρίας που δεν καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα

Δεν θεωρώ ότι υπάρχει αναγκαιότητα απόδοσης τέτοιας θεραπείας, αφού η κύρωση η οποία προνοείται στο Μέρος 32.9(2) είναι αυτόματη και έχει ήδη τεθεί σε ισχύ.

4.    Διάταγμα για κατάθεση χρηματικού ποσού στο Δικαστήριο

Δεν θεωρώ ότι συντρέχουν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις για έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.1.16:

«The circumstances in which it is appropriate to order a party to pay a sum of money into court are limited. In Olatawura (above) Simon Brown LJ suggested that a party only becomes exposed to an adverse order for security under r.3.1(5) once they can be seen either to be regularly flouting proper court procedures or otherwise to be demonstrating a want of good faith—good faith for this purpose consisting of a will to litigate a genuine claim or defence as economically and expeditiously as reasonably possible in accordance with the overriding objective. See also: CIBC v Mellon Trust Co v Mora Hotel [2002] EWCA Civ 1688; [2003] 1 All E.R. 564, CA; and Ali v Hudson [2003] EWCA Civ 1793; [2004] C.P. Rep. 15, CA.» (υπογράμμιση δική μας)

Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, δεν προκύπτει από τα δεδομένα ενώπιον μου ότι η παρούσα πρόκειται για τέτοια περίπτωση.

5.    Διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου υπάρξει συμμόρφωση των Εναγόντων

Δεν συντρέχει, θεωρώ, οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή της διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι η αναστολή της υπόθεσης θα ήταν προς όφελος των Εναγομένων.

Η υπόθεση τελεί επί του παρόντος εκ των πραγμάτων υπό αναστολή, αφού μέχρι την επίδοση των δηλώσεων των μαρτύρων των Εναγόντων στους Εναγομένους δεν θα ξεκινήσει να τρέχει η προθεσμία των Εναγομένων για επίδοση των δηλώσεων των μαρτύρων τους.

Περαιτέρω, οι θέσεις των Εναγομένων είναι αντιφατικές αφού από τη μια αναφέρονται σε πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης από πλευράς των Εναγόντων και φαίνεται να επιθυμούν την ταχεία διεκπεραίωση της παρούσας υπόθεσης, ενώ από την άλλη, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι ζητούν αναστολή της διαδικασίας, ούτως ώστε να δοθεί ουσιαστικά η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ετοιμάσει τις δηλώσεις μαρτύρων της.

Επομένως, δεν θεωρώ ότι η υπόθεση θα πρέπει να ανασταλεί.

 

6.    Κατάληξη

Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω αναγκαίο να παραθέσω το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2026, Vol. 1, παρ. 3.9.7 σε σχέση με την υποχρέωση των διαδίκων με βάση το Μέρος 1.4 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας να επικουρούν την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού:

«The Court of Appeal in Denton went on to state that litigation cannot be conducted efficiently and at proportionate cost without fostering a culture of compliance with rules, practice directions and court orders, and cooperation between the parties and their lawyers. Rule 1.3 provides that “the parties are required to help the court to further the overriding objective”. Parties who opportunistically and unreasonably oppose applications for relief from sanctions take up court time and act in breach of this obligation. The court made it plain that it is wholly inappropriate for litigants or their lawyers to take advantage of mistakes made by opposing parties in the hope that relief from sanctions will be denied and that they will obtain a windfall strike out or other litigation advantage. In a case where (a) the failure can be seen to be neither serious nor significant, (b) where a good reason is demonstrated, or (c) where it is otherwise obvious that relief from sanctions is appropriate, parties should agree that relief from sanctions be granted without the need for further costs to be expended in satellite litigation (υπογράμμιση δική μου)

Παρά την απόρριψη της αίτησης, ένεκα της μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με τις υποχρεώσεις τους, κρίνω ορθότερο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της.

 

 

(Υπ.) ………………………….

Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο