ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Απαίτησης: 764/2024, 9/6/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Απαίτησης: 764/2024, 9/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

                                                                                   Αρ. Απαίτησης: 764/2024 (IJ)

Μεταξύ:

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

 

Ενάγουσας,

ν.

 

1.    Σοφοκλή Σοφοκλέους

2.    Αλίκη Σοφοκλέους

3.    Μιλτιάδη Σοφοκλέους και Ζωή Σαρκά, υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Σοφοκλέους

4.    Κατερίνα Σοφοκλέους

5.    Ζωή Σαρκά

Εναγόμενων.

 

Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερ. 27/2/25[1]

για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης

 

Ημερομηνία: 9 Ιουνίου, 2026

 

Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Λ. Χριστοδούλου για ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενους 1-3 και 5/ Καθ’ων η Αίτηση: κ. Ν. Χατζηλοϊζου για ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ, ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

1.   Η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Ενάγουσα») καταχώρησε την παρούσα απαίτηση διεκδικόντας εναντίον των Εναγόμενων 1-5 ποσό ύψους €75.484,77σ βάσει συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και/ή δανείου και/ή δυνάμει σχετικών συμβατικών εγγράφων και/ή εγγράφων εξασφαλίσεως και/ή άλλως πως.

2.   Ως διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης, η οποία συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα της ως διάδοχος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κρασοχωρίων (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ΣΠΕΚ») σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της, περιλαμβανομένων των επίδικων συμβατικών και/ή νομικών και/ή άλλων δικαιωμάτων, τα οποία μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα από την τελευταία.

 

3.   Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ.24/9/08 μεταξύ της ΣΠΕΚ και των Εναγόμενων 1, 2 και της αποβιώσασας Χ.Σ. (στο εξής ως η «Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού»), η ΣΠΕΚ συμφώνησε να παρέχει και/ή παραχωρήσει στους τελευταίους πίστωση σε Τρεχούμενο Λογαριασμό, και ως προς τούτο ανοίχθηκε και λειτούργησε ο επίδικος λογαριασμός (στο εξής ως ο «Τρεχούμενος Λογαριασμός»).

 

4.   Προς εξασφάλιση της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού και/ή του Τρεχούμενου Λογαριασμού, ο αποβιώσαντας Α.Σ. (για την περιουσία του οποίου ενάγονται οι Εναγόμενοι 3, ως διαχειριστές της), μαζί με τους Εναγόμενους 4 και 5, παρείχαν εγγύηση δια της υπογραφής σχετικής συμφωνίας εγγύησης (στο εξής ως η «Σύμβαση Εγγύησης»).

 

5.   Η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης της ότι, κατά ή περί την 26/9/2013, ο Τρεχούμενος Λογαριασμός και/ή Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού έληξε και/ή παν ποσό οφειλόμενο δυνάμει αυτής ποσό κατέστη απαιτητό και/ή πληρωτέο. Παράλληλα όμως δικογραφεί ότι, διαζευκτικά της προαναφερόμενης θέσης, ο Τρεχούμενος Λογαριασμός και/ή Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού τερματίστηκε περί τις 16/10/2018 και/ή οιονδήποτε δυνάμει αυτού οφειλόμενο κατέστη απαιτητό και/ή πληρωτέο.

 

6.   Παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη 4 παρέλειψε να εμφανιστεί, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον της απόφαση ερήμην στις 30/4/2025, οι Εναγόμενοι 1-3 και 5/Καθ’ων η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως οι «Εναγόμενοι») εμφανίστηκαν στην διαδικασία καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης, μέσω του δικηγόρου τους.

 

7.   Ακολούθως, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης στην οποία εγείρουν 3 προδικαστικές ενστάσεις, μια εκ των οποίων εγείρει ζήτημα παραγραφής των αξιώσεων και/ή της απαίτησης της Ενάγουσας. Όσο αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, παραδέχονται τη σύναψη της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού και την υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης, αγνοούν όμως την ιδιότητα της Ενάγουσας, και εγείρουν ζήτημα καταχρηστικών ρητρών και πρακτικών από πλευράς της Ενάγουσας και/ή της ΣΠΕΚ και ζήτημα απαλλαγής των εγγυητών λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση της απαίτησης της. Παραδέχονται μεν τη λήξη του τρεχούμενου λογαριασμού και/ή της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού στις 26/9/13, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα.

 

II.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

8.   Με την παρούσα Αίτηση, η Ενάγουσα επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή παραγράφου και αναφορών, σε σχέση με την θέση τους ότι ο Τρεχούμενος Λογαριασμός και/ή Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού έληξε και/ή παν ποσό οφειλόμενο δυνάμει αυτής ποσό κατέστη απαιτητό και/ή πληρωτέο στις 26/9/2013, ως και το δικαίωμα να καταχωρήσει απάντηση σε τυχόν υπεράσπιση που θα ακολουθήσει εάν η αίτηση της εγκριθεί.

 

9.   Η αίτηση της Ενάγουσας εδράζεται, μεταξύ άλλων επί του Μέρους 3, καν.1(2), 2 και 8, του Μέρους 18 καν.1(2)(β), 4, 6 και 6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου, και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση (στο εξής η «ΕΔ-ΜΖ») εργοδοτούμενης της εταιρείας που ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επίδικες.

 

10.          Συνοπτικά, δτην ΕΔ-ΜΖ, η ομνύουσα δηλώνει την εξουσιοδότηση της και αναφέρει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες γιατί συνιστούν διευκρινίσεις στους υφιστάμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, με σκοπό να καταστήσουν δυνατή την πλήρη και ορθή παρουσίαση των θέσεων και της υπόθεσης της, για να αποφευχθεί οιαδήποτε σύγχυση σε σχέση με τον τερματισμό και απαίτηση της επίδικης πίστωση. Διαφορετικά, σύμφωνα με την ομνύουσα, θα προκληθεί αδικία στην Ενάγουσα.

 

ΕΝΣΤΑΣΗ

11.          Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί του Μέρους 3 καν.1(2) και 8, του Μέρους 16 καν.1-5 και 7(1)(γ), 11-13, 15 και 16, του Μέρους 18 και του Μέρους 22 καν,1,3 και 6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων δικαιωμάτων Νόμο του 2012, άρθρα 3 και 7 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

12.          Με την ένσταση των Εναγόμενων προβάλλονται διάφοροι λόγους για τους οποίους δεν πρέπει η αίτηση της Ενάγουσας να επιτύχει και τους οποίους παραθέτω συνοπτικά ως εξής: 1. Η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και καταχρηστική, 2. Επιχειρείται εκ των υστέρων, κακόπιστα και καταχρηστικάζ, να αλλοιωθεί ουσιώδες μέρος του πραγματικού υπόβαθρου επι του οποίου βασίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας και η οποία υποστηρίζεται από δήλωση αληθείας, προκειμένου να αποφύγει απόρριψη της απαίτησης της συνεπεία παραγραφής, ζήτημα που εγείρεται προδικαστικά από τους Εναγόμενους, 3. Τα δικαιώματα των Εναγόμενων θα επηρεαστούν δυσμενώς και θα υποστούν ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, 4. Η Ενάγουσα κωλύεται λόγω της δήλωσης αληθείας να ζητεί τις αιτούμενες τροποποιήσεις και λόγω του ότι η σχετική θέση που επιχειρεί να διαγράψει, έγινε παραδεκτή από πλευράς των Εναγόμενων, 5. Η ΕΔ-ΜΖ δεν δίδει επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή είναι ελλιπής, και 6. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

13.          Η ένσταση των Εναγόμενων βασίζεται επί των γεγονότων που προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτηση και Υπεράσπιση και επί της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 1 (στο εξής η «ΕΔ-ΣΣ»), ο οποίος δηλώνει τη σχετική εξουσιοδότηση του κσι ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και επιχειρηματολογεί προς απόρριψη της αίτησης.

III. ΑΚΡΟΑΣΗ

14.          Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένστασης.

 

15.          Και οι δύο πλευρές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, προέβηκαν επίσης σε συμπληρωματική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.

 

16.          Επισημαίνεται ότι, τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν από αμφότερους συνήγορους μέσω των αγορεύσεων τους, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους, καθότι, η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999)2 Α.Α.Δ. 490, Κώστουλος και Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/19, 1.2.2021 και Παύλου ν. Ευθυμίου, Πολ.΄Εφ. 33/2014, 23.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A269

 

17.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δικογράφων, τα οποία συμπληρώθηκαν πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.

 

IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

18.          Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, περιλαμβάνεται στο Μέρος 18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής οι «ΝΚΠΔ»). Ειδικότερα, ο καν.1 του Μέρους 18 προνοεί τα εξής:

«18.1. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα

 

(1) Διάδικος δύναται να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επίδοσή του σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο.

(2) Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο:

(α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή

(β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.

(3) Αν δικόγραφο έχει επιδοθεί, αίτηση τροποποίησής του διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.4.»

 

19.  Συνάγεται από λεκτικό του Μέρους 18 καν.1(2) (β) των ΝΚΠΔ  ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την επίδοση, είναι δυνατή μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των διαδίκων ή με άδεια του δικαστηρίου, εφόσον τούτο εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβανομένου υπόψη του πρωταρχικού σκοπού. Ο πρωταρχικός σκοπός καθορίζεται στο Μέρος 1 καν.2 των ΝΚΠΔ και το πνεύμα του έχει σχετικά πρόσφατα τύχει ερμηνείας στην  Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 54/2024, ημερ. 18.10.2024, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο:

«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν  κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις

 

20.          Αναφορικά με απαιτήσεις που έχουν παραγραφεί,  σύμφωνα με τον καν.4(2)(γ), η εξουσία του δικαστηρίου να δώσει άδεια για τροποποίηση δυνάμει του Μέρους 18, υπόκειται στον κανονισμό 7, ο οποίος αφορά τροποποίηση δικογράφου μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής και διαλαμβάνει τα εξής:

 

«18.7. Τροποποιήσεις σε δικόγραφο μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής

 

(1) Ο παρόν κανονισμός εφαρμόζεται όταν:

(α) διάδικος αιτείται τροποποίηση του δικόγραφού του με ένα από τους τρόπους οι οποίοι αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό· και

(β) η περίοδος παραγραφής έχει εκπνεύσει.

(2) Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει τροποποίηση, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη ή υποκατάσταση απαίτησης, αλλά μόνο αν η νέα απαίτηση απορρέει από τα ίδια ή ουσιωδώς τα ίδια γεγονότα της απαίτησης σε σχέση με την οποία ο διάδικος ο οποίος αιτείται αδείας έχει ήδη αξιώσει θεραπεία στη διαδικασία.

(3) Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει τροποποίηση για διόρθωση σφάλματος σε σχέση με το όνομα διαδίκου, αλλά μόνο όταν το σφάλμα ήταν γνήσιο και όχι τέτοιο που θα προκαλούσε εύλογη αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τού εν λόγω διαδίκου.

(4) Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει τροποποίηση για αλλαγή της ιδιότητας με την οποία διάδικος ενάγει αν ο διάδικος εκείνος είχε την ιδιότητα αυτή κατά την έναρξη της διαδικασίας ή την έχει έκτοτε αποκτήσει.»

 

21.          Πέραν των πιο πάνω, το Μέρος 18 προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με τα έξοδα μιας αίτησης τροποποίησης, την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται και την ημερομηνία ισχύος των τροποποιήσεων:

«18.2. Έξοδα

(1) Τηρουμένου του Μέρους 39 το οποίο αφορά στα έξοδα:

(α) τα έξοδα τροποποίησης και τα έξοδα τα οποία προκαλούνται από την τροποποίηση βαρύνουν συνήθως τον διάδικο, ο οποίος αιτείται την τροποποίηση.

(β) τα έξοδα αίτησης η οποία αμφισβητείται ακολουθούν συνήθως το αποτέλεσμα και βαρύνουν το μη επιτυχόντα διάδικο.

[.]

18.5. Ημερομηνία από την οποία ισχύουν οι τροποποιήσεις

(1) Τροποποίηση, η οποία γίνεται δεόντως, με ή χωρίς άδεια, ισχύει από την ημερομηνία του αρχικού εγγράφου, το οποίο έχει τροποποιηθεί.

(2) Η πρόνοια αυτή δεν εφαρμόζεται σε τροποποιήσεις για αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων στη διαδικασία.

18.6. Διαδικασία: αιτήσεις τροποποίησης όταν απαιτείται η άδεια του δικαστηρίου

(1) Η αίτηση μπορεί να τύχει χειρισμού σε ακρόαση ή, αν εφαρμόζεται ο κανονισμός 23.11(3), χωρίς ακρόαση.

(2) Όταν υποβάλλει αίτηση τροποποίησης δικογράφου, ο αιτητής οφείλει να καταχωρίσει στο δικαστήριο:

(α) την αίτηση, και

(β) αντίγραφο του δικογράφου το οποίο να προσδιορίζει με σαφήνεια τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.»

22.          Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΝΤΑΚΙΔΟΥ κ.α. v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε207/2018, 17/10/2023, αναφέρεται ότι, εφόσον το κριτήριο για να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου με βάση τους ΝΚΠΔ, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, οι νομικές αρχές που εφάρμοζαν σε τροποιήσεις με βάση την παλαιά Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, εξακολουθούν να εφαρμόζουν. Παραθέτω, το κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:

«Στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας όπως έχουν δημοσιευτεί στις 3/7/2023 στο Μέρος 18 με τίτλο «Τροποποιήσεις σε δικόγραφα», αναφέρεται ότι αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος μπορεί να το τροποποιήσει μόνο (β) με άδεια του Δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό (βλ. 18.1 (2)). Η νομολογία επομένως που εφαρμοζόταν με βάση τους παλιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δη τη Διαταγή 25 εξακολουθεί να ισχύει και εφαρμόζεται.

Οι νομικές αρχές που η νομολογία καθιέρωσε που υπάρχει μέχρι σήμερα επί του θέματος, παρόλο ότι δημιουργήθηκε με βάση τους παλαιούς θεσμούς, θεωρούμε ότι εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που διέπονται από τους νέους θεσμούς.

Όπως είναι γνωστό, οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας έχουν καθοριστεί με σαφήνεια από τη νομολογία. Από αυτές προκύπτει ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις δικογράφων από το Δικαστήριο, ακόμα και όπου οι περιπτώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation (1989) 1(E) ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη (1995) 1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 44, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α. (2007) 1(Β) ΑΑΔ 1005, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου (2011) 1(Γ) ΑΑΔ 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι (2012) 1(Α) ΑΑΔ 817, Kayat Trading Limitedν. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1(Α) ΑΑΔ 543, Kyriacos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Ltd κ.α.ν. Highway Gardens City Ltd, ΠΕ 106/2012, ημερομηνίας 18.4.2018).»

V.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

23.          Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση και κατά πόσο δικαιολογούνται οι αιτούμενες τροποποιήσεις.

 

24.          Κατ' αρχάς διαπιστώνεται ότι μαζί με την αίτηση, δεν επισυνάπτεται αντίγραφο του δικογράφου ως η τυπική προϋπόθεση που επιβάλλει το Μέρος 18.6 (2)(β), ανωτέρω. Θεωρώ ότι το ζήτημα παραλείψεων του εν λόγω είδους διέπεται από το Μέρος 3 καν.8 των ΝΚΠΔ, όπου προβλέπονται τα πιο κάτω:

 

«3.8 Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα

(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:

(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και

(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:

(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και

(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.»

 

25.          Η διόρθωση διαδικαστικού σφάλματος στην βάση του Μέρους 3 καν.8 απασχόλησε το Εφετείο στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd v. Δήμου Πάφου, Πολιτική Έφεση αρ. E5/2018, 16/1/2024[2], όπου μεταξύ άλλων επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες και παρά την διαπίστωση μας ότι η επιλογή του εφεσίβλητου να προωθήσει το αίτημα του με τον τύπο των παλαιών Θεσμών δεν ήταν η ενδεδειγμένη, κρίνουμε ότι η ως άνω λανθασμένη δικονομική διαδικασία δεν οδηγεί χωρίς άλλο στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και εξέταση της στοιχεία, χωρίς παράλληλα να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου.

 

Η διάσωση του διαβήματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνάδει κατά την κρίση μας με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8 (1) όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

 

Επιπλέον δυνάμει των διατάξεων του Μέρους 3.8.(2) δεν ακυρώνεται η διαδικασία εκτός αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όπως το ότι αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την εξέταση της στοιχεία, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, κρίνουμε ότι το σφάλμα δεν είναι σοβαρό και η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία, παρά τον λανθασμένο έντυπο αίτησης με το οποίο προωθείται».

 

26.          Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η συγκεκριμένη παράλειψη από πλευράς της Ενάγουσας συνιστά διαδικαστικό σφάλμα υπό την έννοια του Μέρους 3 καν.8 των ΝΚΠΔ. Όμως, το συγκεκριμένο σφάλμα δεν καταδικάζει αυτόματα την αίτηση της σε απόρριψη και ότι το Δικαστήριο διατηρεί την διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του.

 

27.          Στην υπό κρίση περίπτωση, από το αιτητικό της αίτησης διαφαίνονται ξεκάθαρα οι ισχυρισμοί που επιθυμεί η Ενάγουσα να αφαιρέσει, δια της αιτούμενης τροποποίησης. Γενικά, δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτημα ασάφειας ή αβεβαιότητας ως προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει επικαλεστεί το εν λόγω σφάλμα, δεν ήγειρε ζήτημα δυσμενή επηρεασμού της από την εν λόγω παράλειψη και ούτε συνάγεται κάτι τέτοιο από την ένσταση της και την ΕΔ-ΣΣ. Σε κάθε περίπτωση, εάν η αίτηση της Ενάγουσας επιτύχει, με βάσει το 18 καν.6(3) η Ενάγουσα οφείλει εντός 14 ημερών από την ημερομηνία του διατάγματος ή εντός τέτοιας άλλης περιόδου σύμφωνα με οποιεσδήποτε οδηγίες του δικαστηρίου, να καταχωρίσει στο δικαστήριο το τροποποιημένο δικόγραφο. Έχω ικανοποιηθεί ότι η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και εξέταση της στοιχεία, χωρίς παράλληλα να επηρεάζονται τα δικαιώματα των Εναγόμενων, και κρίνω ότι δεν πρόκειται για σοβαρό σφάλμα και ότι η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, θεωρώ ότι το πνεύμα του πρωταρχικού σκοπού επιτάσσει διάσωση της διαδικασία, προς αποφυγή άλλων διαδικασιών και εξόδων, σε περίπτωση απόρριψη της αίτησης λόγω σφάλματος ήσσονος σημασίας.

 

28.          Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, συντρέχουν λόγοι να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος διόρθωσης του προαναφερόμενου σφάλματος.

 

 

29.          Ερχόμενη τώρα στην ουσία της υπό κρίση αίτησης. Η Ενάγουσα, ουσιαστικά, επιχειρεί την αφαίρεση από το δικόγραφο της θέσης ότι, κατόπιν λήξης της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού και/ή του Τρεχούμενου Λογαριασμού, κάθε οφειλόμενο ποσό δυνάμει αυτών κατέστη απαιτητό και/ή πληρωτέο στις 26/9/2013. Προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της ότι, η προαναφερόμενη θέση, προβάλλεται διαζευκτικά με τον ισχυρισμό ότι η Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού και/ή ο Τρεχούμενος Λογαριασμός, μέσω της αποστολής σχετικής επιστολής,  τερματίστηκαν μετά την παρέλευση δύο μηνών από τις 16/8/2028.

 

30.          Σημειώνεται ότι, με βάση τη Νομολογία υπό το καθεστώς των Παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ένας διάδικος δικαιούτο να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά κατά την ακρόαση, όφειλε να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. (Βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ (2012)1 Α.Α.Δ. 41). Λόγω της σχετικά πρόσφατης υιοθέτησης των ΝΚΠΔ και παρά την έρευνα που έχω διενεργήσει, δεν έχω εντοπίσει απόφαση του Εφετείου ή του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με την προώθηση διαζευκτικών ισχυρισμών στο πλαίσιο των ΝΚΠΔ. Φυσικά, το Μέρος 22 των ΝΚΠΔ προνοεί ότι, τα δικόγραφα μιας διαδικασίας, περιλαμβανομένης της Έκθεσης Απαίτησης, πρέπει να επιβεβαιώνονται με δήλωση αληθείας, ώστε να δύναται ένας διάδικος να στηριχθεί επί του περιεχομένου τους, ως μαρτυρία. Σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης στην βάση των Παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαζευκτικοί ισχυρισμοί γεγονότων δεν μπορούσαν να έχουν θέση σε έγγραφη μαρτυρία.[3] Δεν βρίσκω οιονδήποτε λόγο γιατί ο προαναφερόμενος κανόνας να μην εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, και στο περιεχόμενο δικογράφων που επιβεβαιώνονται με δήλωση αληθείας, όπου αυτό καθίσταται μαρτυρία. Η εν λόγω προσέγγιση βρίσκει έρεισμα και στο γενικότερο πνεύμα του Μέρους 22, το οποίο επιτάσσει περισσότερη προσοχή κατά τη σύνταξη δικογράφων, ειδικά εφόσον επιβεβαίωση ψευδούς δήλωσης σε έγγραφο, το οποίο επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας, ενδεχομένως να αποτελέσει καταφρόνηση Δικαστηρίου.[4]

 

31.          Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα δεδομένα που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση, είμαι της άποψης ότι, η καταχώρηση της από την Ενάγουσα ήτο επιβεβλημένη εφόσον, εάν προτίθετο σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας να βασιστεί επί του περιεχομένου της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης, ενδεχομένως να τίθετο ζήτημα προώθησης, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, διαζευκτικών ή και αντιφατικών θέσεων ως προς τα γεγονότα, με αποτέλεσμα η σχετική μαρτυρία να μην ληφθεί υπόψη. Πιθανότατα να εγείρετο και ζήτημα διαγραφής των θέσεων της, είτε κατόπιν αίτησης του αντιδίκου της ή και αυτεπάγγελτα από πλευράς του Δικαστηρίου, στην βάση του Μέρους 3 των ΝΚΠΔ. Μέσω της αίτησης της, διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα αποσαφηνίσει την εκδοχή ως προς τα γεγονότα που επιθυμεί να προωθήσει, αφού επιχειρεί να εγκαταλείψει τον ισχυρισμό ότι το αξιούμενο δια της απαίτησης χρέος, κατέστη απαιτητό και/ή πληρωτέο στις 26/9/2013, και να προωθήσει αποκλειστικά τη θέση ότι αυτό κατέστη απαιτητό και/ή πληρωτέο κατόπιν τερματισμού περί τις 16/10/2018. Εάν η αίτηση της εγκριθεί, αναπόφευκτα θα αποφευχθούν αχρείαστες διαδικασίες και έξοδα, και το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας θα ξεκαθαρίσει.

 

32.          Συνάγεται, από τις πρόνοιες του Μέρους 18, ότι, παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο των δικογράφων συνιστά, στις κατάλληλες περιπτώσεις, μαρτυρία, δύναται να τροποποιηθεί. Δεν προκύπτει να αποτελεί κώλυμα για την τροποποίηση του το γεγονός ότι το αρχικό δικόγραφο συνοδεύεται από δήλωση αληθείας. Αντιθέτως, ο καν.6(4), επιβάλλει την επιβεβαίωση ενός τροποποιημένου δικογράφου εκ νέου με δήλωση αληθείας. Ούτε το αληθές των θέσεων που επιβεβαιώθηκαν μέσω της δήλωσης αληθείας, είτε πριν ή μετά την τροποποίηση, συνιστά προφανώς εμπόδιο για την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης, εφόσον δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό από το Δικαστήριο το εν λόγω ζήτημα.

 

33.          Έχοντας υπόψη ότι η θέση της περί τερματισμού είναι ήδη δικογραφημένη και απορρέει από τα ίδια γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης της, τα οποία παραμένουν αναλλοίωτα, είμαι της άποψης ότι, η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποκαθιστά την παρούσα απαίτηση της Ενάγουσας ούτε και προσθέτει οιαδήποτε νέα απαίτηση, απλά διευκρινίζει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η υφιστάμενη αξίωση της και επί των οποίων εν τέλει θα προωθηθεί κατά το στάδιο εκδίκασης της. Αλλά, ακόμη και να επιδιώκετο η από πλευράς της προσθήκη ή υποκατάσταση της απαίτησης μετά την περίοδο παραγραφής της, κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό με βάση το Μέρος 18 καν.7(2), εφόσον η ‘νέα’ απαίτηση απορρέει από τα ίδια ή ουσιωδώς τα ίδια γεγονότα της απαίτησης σε σχέση με την οποία η Ενάγουσα έχει ήδη αξιώσει θεραπεία στη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση όμως, το Δικαστήριο δεν έχει εξετάσει, και συνεπώς, ούτε αποφανθεί επί του ζητήματος παραγραφής που ήγειραν οι Εναγόμενοι, αφού κάτι τέτοιο προαπαιτεί να έχει ενώπιον του όλα τα απαραίτητα προς κρίση στοιχεία και κοινό πραγματικό υπόβαθρο.

 

34.          Κατά συνέπεια, κρίνω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι αναγκαίοι για να μπορέσει η Ενάγουσα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την υπόθεση της με σαφήνεια και στην απουσία αντιφάσεων ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, επί του οποίου εδράζεται, και να υποστηρίξει την εκδοχή της για τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών κατόπιν την παραβίασης τους εκ μέρους του Εναγόμενων. Νοείται ότι, η προώθηση ξεκάθαρης γραμμής ως προς τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, η προτεινόμενη τροποποίηση δεν αιφνιδιάζει τους Εναγόμενους ως προς τη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας, η οποία παραμένει εδραζόμενη στην Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού και/ή τον Τρεχούμενου Λογαριασμού.

 

35.          Ο Εναγόμενοι προβάλλουν ως εμπόδιο το γεγονός ότι η θέση που επιχειρεί, δια της τροποποίησης, να αφαιρέσει η Ενάγουσα, κατέστη παραδεκτή από πλευράς των Εναγόμενων, μέσω της Υπεράσπισης τους, και επί του εν λόγω παραδεκτού υπόβαθρου εδράζεται το ζήτημα παραγραφής της απαίτησης που εγείρουν. Δεν διαπιστώνω οιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Εναγόμενων με την έγκριση της επίδικης αίτησης. Η αφαίρεση, δια της επιδιωκόμενης τροποποίησης, των ισχυρισμών της Ενάγουσας δεν αποτελούν εμπόδιο στην προώθηση της θέσης των Εναγόμενων περί παραγραφής της απαίτησης το 2013, έχοντας υπόψη ότι αυτή ήδη δικογραφείται στην υπεράσπιση τους προς αντίκρουση της θέσης της Ενάγουσας σε σχέση με τον τερματισμό το 2018. Οι Εναγόμενοι δεν θα εμποδιστούν, με την έγκριση της αίτησης, να προωθήσουν το εν λόγω ισχυρισμό, αλλά ούτε και το ζήτημα παραγραφής που εγείρουν προδικαστικά. Το σύνολο των θέσεων και ισχυρισμών που προβάλλονται, από αμφότερες πλευρές, θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο πλαίσιο, που δεν είναι αυτό της υπό εξέταση αίτησης.

 

36.          Δεν συμμερίζομαι επίσης τη θέση των Εναγόμενων ότι, η παραδοχή της θέσης της Ενάγουσας, δεσμεύει την τελευταία με τρόπο που να εμποδίζεται να τροποποιήσει το δικόγραφο της. Ειδικά, εν όψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προς τη δυνατότητα τροποποίησης όταν αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβανομένου υπόψη του πρωταρχικού σκοπού. Πιστεύω ότι  ο επηρεασμός της Ενάγουσας, εάν δεν εγκριθεί η αίτηση της, θα ήταν δυσανάλογος με τις επιπτώσεις που θα είχε στα δικαιώματα των Εναγόμενων τυχόν έγκριση της και οι διάδικοι δεν θα διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις.

 

37.          Δεν διακρίνω οιαδήποτε κακοπιστία ή καταχρηστικότητα στον τρόπο που ενήργησε η Ενάγουσα, στην προσπάθεια διόρθωσης του δικογράφου της, αλλά ούτε και έχει προσαχθεί οιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των Εναγόμενων το οποίο να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, διαφαίνεται από το φάκελο ότι ενήργησε χωρίς καθυστέρηση αφού η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και πριν το στάδιο διαχείρισης της υπόθεσης από το Δικαστήριο και ειδικότερα πριν τον ορισμό αυτής για ακρόαση, προτού μάλιστα τα μέρη προβούν σε οιονδήποτε άλλο διάβημα στην βάση του Μέρους 28. Συνακόλουθα, στην απουσία στοιχείων κακοπιστίας και κατάχρησης και σε συνδυασμό με τα όσα ανέφερα ανωτέρω ως προς την ακαταλληλότητα και τις τυχόν επιπτώσεις διαζευκτικών ισχυρισμών σε μαρτυρία, η θέση που προβάλλει μέσω της ΕΔ-ΜΖ για αιτιολόγηση της αίτησης της, δηλαδή ότι επιθυμούν να αποφύγουν οιαδήποτε σύγχυση σε σχέση με τον τερματισμό και απαίτηση της επίδικης απαίτησης, είναι επαρκής. Δεν θα εισέλθει το Δικαστήριο σε εις βάθος αξιολόγηση αυτής και τους λόγους που επέλεξε η Ενάγουσα να προωθήσει την εν λόγω εκδοχή γεγονότων. Το κατάλληλο πλαίσιο για την αξιολόγηση αυτών είναι το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης, εάν και εφόσον οι Εναγόμενοι προωθήσουν τη θέση ότι οι επίδικες διευκολύνσεις κατέστησαν απαιτητές το 2013 αντί το 2018 που ισχυρίζεται η Ενάγουσα.

 

38.          Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι, λαμβανομένου υπόψη του πρωταρχικού σκοπού, οι αιτούμενες τροποποιήσεις εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

39.          Αναφορικά με το αίτημα για καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση που θα καταχωρηθεί στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, παρατηρώ ότι δεν έχει προβληθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο από πλευράς των Εναγόμενων σχετικό. Φυσικά, διαπιστώνεται από το φάκελο ότι, δεν καταχωρήθηκε απάντηση στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης. Η εξουσία για την παράταση προθεσμιών διέπεται από το Μέρος 3 ΝΚΠΔ καν.1(2)(α). Επιπρόσθετα, σε σχέση με περιπτώσεις όπου δόθηκε άδεια σε διάδικο να τροποποιήσει το δικόγραφό του, το Δικαστήριο, με βάση το Μέρος 18 καν.4 των ΝΚΠΔ, έχει εξουσία να εκδώσει οδηγίες για συνακόλουθες τροποποιήσεις οι οποίες θα γίνουν σε άλλο δικόγραφο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση των εξουσιών του που του παρέχονται από τους ΝΚΠΔ οφείλει να επιδιώκει την υλοποίηση του πρωταρχικού σκοπού, ο οποίος κατά το Μέρος 1 καν.2, είναι ο χειρισμός των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.  Εν όψει της απουσίας οιασδήποτε ένστασης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, θεωρώ ότι προάγεται ο πρωταρχικός σκοπός με την έγκριση του αιτήματος της Ενάγουσας, προς αποφυγή άλλων διαδικασιών και εξοικονόμησης πολύτιμου Δικαστικού χρόνου και εξόδων.

 

VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

40.          Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω στο ότι η Αίτηση πρέπει να πετύχει.

 

41.          Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα διόρθωσης του διαδικαστικού σφάλματος αναφορικά με την μη συμμόρφωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας με το Μέρος 18 καν.6(2)(β) των ΝΚΠΔ.

 

42.          Περαιτέρω, δίδεται άδεια στην Ενάγουσα/Αιτήτρια για την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και εκδίδονται διατάγματα ως το αιτητικό της αίτησης παράγραφοι αρ.1)-3).

 

43.          Έντυπο Απαίτησης μετά της Τροποποιημένης Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, το οποίο να ζητηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα και να εφαρμοστεί ο καν.6(4)-(7) του Μέρους 18 ΝΚΠΔ. Έκθεση υπεράσπισης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 28 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου δικογράφου.

 

44.          Άδεια δίδεται για καταχώρηση τυχόν Απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης, η οποία να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την παράδοση της τελευταίας.

 

45.          Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, έχω λάβει υπόψη μου τις πρόνοιες του Μέρους 39 καθώς και αυτές του Μέρους 18 καν.2 των ΝΚΠΔ, και δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται, αλλά ούτε και έχει καταδειχθεί, λόγος να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που εφαρμόζει σε αιτήσεις τροποποίησης.

 

46.          Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της Ενάγουσας, κατά παράβαση του Μέρους 39 καν.9(1), δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων. Ως αποτέλεσμα, έχοντας υπόψη μου τον καν.9(2), θεωρώ ότι οιονδήποτε ποσό επιδικαστεί, είναι ορθό υπό τις περιστάσεις να μειωθεί κατά 10%. Για τον ίδιο λόγο, κρίνω ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα με βάση τον καν.7 σε σχέση με τον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων από πλευράς του Δικαστηρίου.

 

47.          Συνακόλουθα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόμενων 1-3 και 5/Καθ’ων η Αίτηση, τα οποία να υπολογιστούν λεπτομερώς από τον πρωτοκολλητή και τα οποία θα τελούν υπό την αίρεση της έγκρισης του δικαστηρίου, μειωμένα κατά 10%.

 

48.          Όσον αφορά τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση, αυτά επιδικάζονται υπέρ Εναγόμενων 1-3 και 5/Καθ’ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα επίσης κατά 10%.

 

49.          Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα εντός 14 ημερών από την επίδοση στην άλλη πλευρά του εγκεκριμένου καταλόγου.

 

 

                                                                                     (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής         

 

                                   

 

 



[1] Βλ.καν.18 του περί της Ηλετρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024 (1/2024).

[2] Βλ. επίσης Ελευθέριος Θεοδώρου ν. Κωνσταντίνος Μαλλούπα κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 62/18, 5/4/2024.

[3] El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά. (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1255 και Δημητρίου Aθηνούλλα Γ. ν. Tράπεζας Kύπρου Λτδ (1997) 1 ΑΑΔ 782.

[4] Βλ. Μέρος 22 καν.6(1) των ΝΚΠΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο