ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ & ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Μ. ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ ΕΡΓΟΛΙΠΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 749/2024, 19/6/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ & ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Μ. ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ ΕΡΓΟΛΙΠΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 749/2024, 19/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 749/2024

ΜΕΤΑΞΥ:

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ & ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 21102)

Ενάγουσας / Αιτήτριας

και

Μ. ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ ΕΡΓΟΛΙΠΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 142564)

Εναγομένης / Καθ’ ης η Αίτηση

Ημερομηνία: 19/6/2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κ. Κ. Καλυφόμματος για Χρήστος Πουργουρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη: κ. Κ. Κυριακίδης για Σάββας Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτηση ημερ. 20/11/2025 για συνοπτική απόφαση)

Α. Εισαγωγή

1.    Με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης επί της απαίτησης, καθώς και την έκδοση συνοπτικής απόφασης για απόρριψη της ανταπαίτησης. Διαζευκτικά, ζητείται η διαγραφή της ανταπαίτησης. Μεταξύ άλλων, η αίτηση στηρίζεται στο Μ.24 και στον Κ.3 του Μ.3 των Κ.Π.Δ. 2023. Με την αίτηση προσδιορίστηκε μαρτυρία που ήταν ήδη καταχωρισμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου, ήτοι οι ένορκες δηλώσεις που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο προγενέστερης αίτησης ημερ. 27/9/2024. Πρόκειται για την ένορκη δήλωση ημερ.27/9/2024 της κας Μελάνθης Χαραλαμπίδου, συνεργάτιδας των δικηγόρων της Εναγομένης («Ε/Δ ΜΧ»), καθώς και την ένορκη δήλωση ημερ. 2/12/2024 του κ. Χριστάκη Αντωνίου, Διευθυντή και μετόχου της Ενάγουσας («1η Ε/Δ ΧΑ»).

2.    Δυνάμει του Κ.5(1) του Μ.24, η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρισε την ένορκη δήλωση ημερ. 11/12/2025 του κ. Μάριου Βαρναβίδη, Διευθυντή της Καθ’ ης η Αίτηση («Ε/Δ ΜΒ»). Ακολούθως, βάσει του Κ.5(2) του Μ.24, η Αιτήτρια καταχώρισε απαντητική μαρτυρία με την ένορκη δήλωση ημερ. 27/3/2026 του κ. Χριστάκη Αντωνίου («2η Ε/Δ ΧΑ»).

3.    Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων, ενώ ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε.

4.    Κρίνεται απαραίτητο να καταγραφούν πρωτίστως περιληπτικά οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και, ακολούθως, το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει τα επίδικα ζητήματα με τη σειρά που κρίνει ορθή για τις ανάγκες αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης, με ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, όπου αυτό είναι χρήσιμο.

Β. Σύνοψη δικογραφίας

Οι θέσεις της Αιτήτριας

5.    Με την Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ενήργησε ως υπεργολάβος και η Καθ’ ης η Αίτηση  ως εργολάβος, για σκοπούς ανέγερσης δύο οικοδομών με τις ονομασίες «Malibu Residence» και «Spring Residence». Η Αιτήτρια ανέλαβε, κατόπιν απευθείας ανάθεσης από τον ιδιοκτήτη των έργων, και διεκπεραίωσε την κατασκευή και τοποθέτηση κουφωμάτων, αλουμινίων και γυάλινων κιγκλιδωμάτων. Βάσει των συμβατικών όρων των συμβολαίων εργολαβίας και υπεργολαβίας, όλες οι εργασίες θα πιστοποιούνταν από τον επιμετρητή / αρχιτέκτονα, ο οποίος και θα εξουσιοδοτούσε τις πληρωμές.

6.    Σύμφωνα με την Αιτήτρια, σε άγνωστη ημερομηνία, ο ιδιοκτήτης των έργων προέβη σε πληρωμή του ποσού των €17.276,25 προς την Καθ’ ης η Αίτηση, το οποίο η Καθ’ ης η Αίτηση όφειλε να καταβάλει στην Αιτήτρια έναντι των εργασιών που εκτελέστηκαν. Θέση της Αιτήτριας είναι ότι στις 11/1/2024 η Καθ’ ης η Αίτηση αναγνώρισε γραπτώς την πιο πάνω υποχρέωση. Ωστόσο, η Καθ’ ης η Αίτηση επικαλέστηκε δήθεν καθυστέρηση και συνακόλουθη πρόκληση ζημιάς από την πλευράς της Αιτήτριας. Έτσι, η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται να καταβάλει το ποσό. Δικογραφείται ότι από τα γεγονότα προκύπτει παραδεδεγμένος λογαριασμός (account stated) και ότι η Καθ’ ης η Αίτηση έχει διαπράξει τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης πράγματος και της ιδιοποίησης.

Οι θέσεις της Καθ’ ης η Αίτηση

7.    Στον αντίποδα των επίδικων θεμάτων, με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, η Καθ’ ης η Αίτηση προωθεί τη θέση ότι η συνολική απαίτηση της Αιτήτριας περιλαμβάνει ποσό ύψους €6.462, για το οποίο η απαίτηση έχει παραγραφεί. Άνευ βλάβης της διαδικαστικής αυτής ένστασης, η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρεται στην ύπαρξη τεσσάρων συνολικά συμβάσεων. Σε σχέση με καθεμία εκ των δύο οικοδομών, συνάφθηκε ‘Κυρίως Συμβόλαιο’ μεταξύ του ιδιοκτήτη και της εργολάβου - Καθ’ ης η Αίτηση, καθώς και ‘Συμβόλαιο Υπεργολαβίας’ μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση και της υπεργολάβου – Αιτήτριας.

8.    Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται ότι έλαβε από τον ιδιοκτήτη των έργων ποσό, το οποίο προοριζόταν για την αμοιβή της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται ότι, βάσει των συμβατικών όρων, δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής τέτοιου ποσού στην Αιτήτρια.

9.    Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η προμήθεια και εφαρμογή αλουμινίων και γυάλινων κιγκλιδωμάτων από την Αιτήτρια στα δύο έργα ήταν προβληματική, καθυστερημένη και εκτός χρονοδιαγραμμάτων. Ως αποτέλεσμα, η Καθ’ ης η Αίτηση αναγκάστηκε να αιτηθεί παρατάσεις χρόνου από τον αρχιτέκτονα για την ολοκλήρωση των οικοδομών. Περαιτέρω, η προκληθείσα καθυστέρηση αποτελεί αιτία ζημιάς για την Καθ’ ης η Αίτηση, εφόσον οδήγησε σε παρατεταμένη παρουσία της στα εργοτάξια. Δικογραφεί λεπτομέρειες, βάσει των οποίων η εν λόγω ζημιά ανήλθε στο συνολικό ποσό των €78.433,65.

10. Επιπρόσθετα, η Καθ’ ης η Αίτηση δικογραφεί ότι, δυνάμει των συμβατικών όρων των Συμβολαίων Υπεργολαβίας, προέβη νόμιμα σε συμψηφισμό του εν λόγω ποσού των €78.433,65 με το ποσό των €17.276,25 (δηλαδή το ποσό που αξιώνει η Αιτήτρια) και το οποίο προκύπτει από τα πιστοποιητικά των αρχιτεκτόνων. Επομένως, το ποσό που αντιστοιχεί στη ζημιά της Καθ’ ης η Αίτηση μειώθηκε σε €61.157,40. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι, εφόσον από την αξίωση της Αιτήτριας το ποσό των €6.642 έχει παραγραφεί, αυτό πρέπει να επαναπροστεθεί στη ζημιά που διεκδικεί η Καθ’ ης η Αίτηση. Βάσει αυτών των ισχυρισμών, η Καθ’ ης η Αίτηση αξιώνει με την ανταπαίτηση το τελικό ποσό των €67.799,40.

Γ. Πραγματικό Υπόβαθρο

11. Η μαρτυρία που προκύπτει από τις προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις κυμάνθηκε εντός των πιο πάνω δικογραφημένων πλαισίων, με τους ομνύοντες ουσιαστικά να αναφέρονται στα δικογραφημένα γεγονότα.

12. Με την Ε/Δ ΜΧ κατατέθηκαν οι δύο συμφωνίες εργολαβίας και οι δύο συμφωνίες υπεργολαβίας που συνάφθηκαν για καθεμία από τις δύο οικοδομές. Επισημάνθηκε ότι οι όροι των συμφωνιών εργολαβίας είναι πανομοιότυποι μεταξύ τους, όπως πανομοιότυποι είναι και οι όροι των συμφωνιών υπεργολαβίας. Με την 1η Ε/Δ ΧΑ, παρουσιάστηκαν οι επιστολές που αντάλλαξαν τα μέρη. Ο ομνύων ισχυρίστηκε  ότι με την επιστολή ημερ. 11/1/2024 η Καθ’ ης η Αίτηση παραδέχτηκε την οφειλή της και ότι οι απαιτήσεις της Καθ’ ης η Αίτηση είναι ασύνδετες και ανεξάρτητες από την απαίτηση της Αιτήτριας.

13. Με την Ε/Δ ΜΒ, ο ενόρκως δηλών παρέθεσε τα πιστοποιητικά αρχιτέκτονα ημερ. 25/1/2021 και 24/9/2019 για το συνολικό ποσό των €6.642, ώστε να τεκμηριώσει ότι η αντίστοιχη απαίτηση της Αιτήτριας έχει παραγραφεί. Αναφέρθηκε εκ νέου στα συμβόλαια εργολαβίας και υπεργολαβίας, επισημαίνοντας ότι ουδέποτε ο ιδιοκτήτης του έργου προέβη σε πληρωμή του ποσού των €17.276,25 προς την Καθ’ ης η Αίτηση, ειδικά σε σχέση με τις εργασίες της Αιτήτριας, ούτε η Καθ’ ης η Αίτηση ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει το εν λόγω ποσό στην Αιτήτρια. Επίσης, τόνισε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση ουδέποτε αναγνώρισε γραπτώς την υποχρέωση καταβολής του ίδιου ποσού προς την Αιτήτρια.

14. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ημέρες της καθυστέρησης που, ως ισχυρίστηκε, προκλήθηκαν από την Αιτήτρια, καθώς και στις συνακόλουθες παρατάσεις που ενέκρινε ο Αρχιτέκτονας για την ολοκλήρωση των οικοδομών. Αναφέρθηκε στη συνολική ζημιά που προέκυψε. Επισύναψε, προς τεκμηρίωση των θέσεών του, δέσμη επιστολών, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και πρακτικών συναντήσεων, που αποστάλθηκαν σε πρόσωπα που συμμετείχαν στην ανέγερση των οικοδομών, συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας, ώστε μέσω του περιεχομένου τους να καταδείξει την καθυστέρηση που προκάλεσε η Αιτήτρια στην ολοκλήρωση των οικοδομών. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια προέβαλε την απαίτησή της με ιδιαίτερη καθυστέρηση και μόνο όταν η Καθ’ ης η Αίτηση ζήτησε πρώτη την καταβολή του συμψηφισμένου ποσού.

15. Με τη 2η Ε/Δ ΧΑ, ο ομνύων επισύναψε πιστοποιητικά πληρωμών που έγιναν από τον ιδιοκτήτη του έργου προς την Καθ’ ης η Αίτηση, αναφέροντας ότι έλαβε τα εν λόγω πιστοποιητικά απευθείας από τον ιδιοκτήτη. Σημείωσε ότι έλαβε για πρώτη φορά τα εν λόγω πιστοποιητικά με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 23/5/2024, το οποίο και παρουσίασε. Ανέφερε, επίσης, ότι εάν η Καθ’ ης η Αίτηση επιθυμούσε να ανταπαιτήσει οποιοδήποτε ποσό, θα έπρεπε να το πράξει στο πλαίσιο διαιτητικής διαδικασίας.

Δ. Νομικό Πλαίσιο και Συμπεράσματα

16. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες παρέπεμψαν σε πρόσφατη νομολογία και ανέλυσαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματά τους. Νοείται ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα των μερών εξετάζονται στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας αίτησης. Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης η ανάλυση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1]

17. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στην απαίτηση και, ακολούθως, κατά πόσο μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για διαγραφή της  ανταπαίτησης ή συνοπτική απόφαση για απόρριψή της.

Συνοπτική Απόφαση στην Απαίτηση

18. Σύμφωνα με τον κ.2(1) του Μ.24, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον είτε του Ενάγοντα είτε του Εναγομένου, εάν κρίνει ότι ο συγκεκριμένος διάδικος  «δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας» και ότι «δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη».

19. Στην παράγραφο 24.3.2. του White Book 2026 παρατίθενται οι αρχές που εφαρμόζει το Δικαστήριο, ώστε να αποφανθεί κατά πόσο υπάρχει ‘πραγματική προοπτική επιτυχίας’. Γίνεται αναφορά στην απόφαση Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch), η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal στην AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098.

20. Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Διογένους v Orogeorgio Jewellery Limited Π.Ε. 86/2025, όπου υιοθετήθηκαν και καταγράφηκαν οι αρχές της Easyair (ανωτέρω) ως ακολούθως:

«1.    Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).

2.    Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

3.    Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

4.    Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).

5.    Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

6.    Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

7.    Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική,  σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).»

21. Υποθέσεις που δεν έχουν ‘πραγματική προοπτική επιτυχίας’, περιλαμβάνουν  περιπτώσεις όπου, το πραγματικό υπόβαθρο είναι ξεκάθαρα αβάσιμο, ο απαιτητής δεν έχει στη διάθεση του υλικό για να υποστηρίξει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τους ισχυρισμούς του και όπου το δικόγραφο στερείται των αναγκαίων δικογραφημένων γεγονότων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει εκδοχή γεγονότων που είναι απίθανη ή αντιφατική με το ίδιο της το περιεχόμενο ή δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που δημιουργήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.[2]

22. Σύμφωνα με την παράγραφο 24.3.2.2. του White Book 2026, το Δικαστήριο οφείλει να αποφύγει, χωρίς να ακούσει δια ζώσης μαρτυρία, τη διεξαγωγή ‘μίνι δίκης’ (mini trial) επί των εγγράφων για να επιλύσει σύνθετες υποθέσεις. Η συνοπτική απόφαση προσφέρεται για υποθέσεις που είναι παντελώς ακατάλληλες για ακρόαση, όπως για παράδειγμα, όπου ο διάδικος δεν θα δικαιούτο οποιαδήποτε θεραπεία, ακόμα και εάν αποδείκνυε όλα τα γεγονότα που προβάλλει με τους ισχυρισμούς του.[3]

23. Όσον αφορά τα πιο πάνω σημεία 6 και 7 των αρχών της Easyair (ανωτέρω), σε σχέση με το κατά πόσο εύλογα αναμένεται να καταστεί διαθέσιμη περαιτέρω μαρτυρία κατά την ακρόαση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι η αποκάλυψη εγγράφων μπορεί ουσιωδώς να προσθέσει ή να μεταβάλει τη σχετική μαρτυρία επί της οποίας στηρίζεται η επιτυχία της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Duchess of Sussex v Associated Newspapers Ltd [2021] EWHC 273 (Ch) Warby LJ:

«The focus is not just on whether something more might emerge, but also – and crucially – on whether, if so, it might ‘affect the outcome of the case’; and the court’s task is to assess whether there are ‘reasonable grounds’ for believing that both these things would occur»

24. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης, σύμφωνα με την παράγραφο 24.3.3. του White Book 2026, ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για να προχωρήσει η υπόθεση σε ακρόαση. Εφόσον ο Αιτητής παραθέσει αξιόπιστη μαρτυρία, τότε μόνο ο Καθ’ ου η Αίτηση φέρει το αποδεικτικό βάρος να αποδείξει ότι έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ότι συντρέχει επιτακτικός λόγος για να προχωρήσει η απαίτηση σε ακρόαση.[4]

25. Σύμφωνα με τη Διογένους (ανωτέρω), το Δικαστήριο οφείλει να αντιπαραβάλει τη μαρτυρία του Αιτητή με εκείνη του Καθ’ ου η Αίτηση, ώστε να αποφανθεί κατά πόσο πληρούνται οι ρηθείσες προϋποθέσεις.

26. Για σκοπούς καλύτερης επεξήγησης της διάκρισης μεταξύ νομικού και αποδεικτικού βάρους, παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την παράγραφο 697 των τόμων Halbsurys Laws of England (Volume 12A, 2020):

«There are at least two distinct senses in which burden of proof is used, and clarity over which sense is relevant at any given time is essential. The legal burden (or the burden of persuasion) is a burden of proof which remains constant throughout a trial; it is the burden of establishing the facts and contentions which will support a party's case, or persuading the tribunal of the correctness of a party's allegations. If at the conclusion of the trial he has failed to establish these to the appropriate standard, he will lose. The incidence of this burden is usually clear from the statements of case, it usually being incumbent upon the claimant to prove what he contends.

The evidential burden (or the burden of adducing evidence) requires the party bearing the burden to produce evidence capable of supporting but not necessarily proving a fact in issue; the burden rests upon the party who would fail if no evidence at all, or no further evidence, as the case may be, was adduced by either side. It has been said that the evidential burden shifts from one party to another as the trial progresses according to the balance of evidence given at any particular stage, but it may be more accurate to say that it is the need to respond to the other party's case that changes.»

27. Σε σχέση με το κατά πόσο συντρέχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη, σχετικά παραδείγματα ‘επιτακτικού λόγου’ παρατέθηκαν από το Εφετείο στη Διογένους (ανωτέρω).

28. Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, η απαίτηση της Αιτήτριας βασίζεται σε παραδεδεγμένο λογαριασμό και στα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης πράγματος και της ιδιοποίησης. Στην πρόσφατη απόφαση Παπαθεοδώρου v Χατζηχαραλάμπους Π.Ε. 272/2019 ημερ. 21/1/2026, το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το πότε προκύπτει παραδεδεγμένος λογαριασμός:

«Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς το τι συνιστά ο παραδεδεγμένος - εκκαθαρισμένος λογαριασμός μπορεί να αντληθεί από την Κουρουκλάρης ν. Κωνσταντίνου (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3155, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου (1993) 1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 610, 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση. Αυτή είναι η έννοια του παραδεδεγμένου λογαριασμού, ως αυτοτελούς αγώγιμου δικαιώματος…»

29. Η θέση που προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας είναι ότι η παραδοχή της Καθ’ ης η Αίτηση επί του αξιούμενου ποσού προκύπτει από τις επιστολές  που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση και των δικηγόρων της Αιτήτριας.[5] Ειδικότερα, μέσω της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας, γίνεται εισήγηση πως η παραδοχή της οφειλής προκύπτει από την ίδια την Καθ’ ης η Αίτηση, η οποία αξιώνει, στη βάση αυτής ακριβώς της οφειλής, συμψηφισμό των οφειλών. Πρόκειται, δηλαδή, σύμφωνα με την πλευρά της Αιτήτριας, για νέα σύμβαση που προκύπτει επί παραδοχής που έλαβε χώρα στις 11/1/2024.

30. Για να γίνει αντιληπτή η θέση της Αιτήτριας, θα παραθέσω συνοπτικά το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11/1/2024, που αποστάλθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια. Αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά των αρχιτεκτόνων για τα  δύο προαναφερόμενα έργα, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Αιτήτριας ανέρχεται σε €17.276,25. Ωστόσο, στην ίδια επιστολή ακολουθούν εκτεταμένοι και λεπτομερείς ισχυρισμοί, ως προς το ότι η εφαρμογή των αλουμινίων και των γυάλινων κιγκλιδωμάτων υπήρξε προβληματική, καθυστερημένη και εκτός χρονοδιαγραμμάτων. Γίνεται παραπομπή με ημερολογιακή αναφορά σε πρακτικά συναντήσεων εργοταξίου, καθώς και σε επιστολές μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση και του αρχιτέκτονα των έργων, με τις οποίες η Καθ’ ης η Αίτηση αιτήθηκε παράταση χρόνου για καθορισμένη χρονική περίοδο, επικαλούμενη την καθυστέρηση που προκάλεσε η Αιτήτρια. Καταγράφονται με λεπτομέρεια οι εγκριθείσες παρατάσεις χρόνου και η συνολική καθυστέρηση σε ημερολογιακές ημέρες που προκλήθηκε για κάθε έργο, σε σχέση με τη συμβατική ημερομηνία ολοκλήρωσης κάθε οικοδομής.

31. Καταλήγοντας με την ίδια επιστολή, η Καθ’ ης η Αίτηση παραθέτει υπολογισμούς της ζημιάς της, επικαλούμενη την προκληθείσα παρατεταμένη παρουσία της στα εργοτάξια, με ειδικότερη αναφορά σε μηνιαία προκαταρκτικά (extended preliminaries). Βάσει των υπολογισμών της Καθ’ ης η Αίτηση, η ζημιά σε σχέση με την οικοδομή Spring Residence ανέρχεται σε €27.364,37 και για την οικοδομή Malibu Residence  σε €51.069,28. Αναφέρεται ρητά ότι από τα εν λόγω ποσά αφαιρείται το ποσό των €17.276,25, που προκύπτει από τα πιστοποιητικά των αρχιτεκτόνων, με αποτέλεσμα η Καθ’ ης η Αίτηση να ζητεί το ποσό των €61.157,40.

32. Με την απαντητική επιστολή ημερ. 26/1/2024 των δικηγόρων της Αιτήτριας, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί περί καθυστέρησης και επισημαίνεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €17.276,25. Η Καθ’ ης η Αίτηση επανήλθε με συνακόλουθη επιστολή ημερ. 5/2/2024, με την οποία, επί της ουσίας, επαναλαμβάνει τις προγενέστερες θέσεις της.

33. Στο περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, το κατά πόσο είναι βάσιμες οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με τους όρους των Συμβολαίων Υπεργολαβίας που συνήφθησαν μεταξύ τους.[6] Το Άρθρο 23 των Συμβολαίων Υπεργολαβίας τιτλοφορείται «Δικαίωμα εργολάβου να συμψηφίζει απώλειες και έξοδα του με οφειλόμενες πληρωμές προς τον Υπεργολάβο». Το εδάφιο 2 του Άρθρου 23 εμπεριέχει συμβατικό μηχανισμό που επιτρέπει στην Καθ’ ης η Αίτηση να συμψηφίζει οποιαδήποτε χρήματα οφείλονται προς την Αιτήτρια βάσει του Συμβολαίου Υπεργολαβίας, με το ποσό οποιασδήποτε απαίτησης  για απώλεια και έξοδα που έχει πραγματικά υποστεί η Καθ’ ης η Αίτηση εξαιτίας συμβατικής παράβασης της Αιτήτριας.

34. Σωρευτικές προϋποθέσεις για ενεργοποίηση του δικαιώματος συμψηφισμού είναι η προγενέστερη πιστοποίηση της καθυστέρησης από τον Αρχιτέκτονα του έργου, η λεπτομερής ποσολόγηση του προς συμψήφιση ποσού από την Καθ’ ης η Αίτηση και η αποστολή γραπτής ειδοποίησης από την Καθ’ ης η Αίτηση στην Αιτήτρια, με την οποία, μεταξύ άλλων, να καθορίζεται η πρόθεση για συμψηφισμό.

35. Το Άρθρο 24 των Συμβολαίων Υπεργολαβίας, παραθέτει διαδικασία με την οποία η Αιτήτρια δικαιούται να αμφισβητήσει τον συμψηφισμό, κατόπιν λήψης της αναφερόμενης ειδοποίησης συμψηφισμού. Συνοπτικά, η αμφισβήτηση γίνεται με την αποστολή συστημένης επιστολής και την ταυτόχρονη επίδοση ειδοποίησης διαιτησίας προς τον Καθ’ ης η Αίτηση, καθώς και την παραπομπή της διαφοράς σε συμβατικά προκαθορισμένο ‘Κριτή’ για να αποφασίσει το ζήτημα, μέχρις ότου τα θέματα επιλυθούν είτε σε διαιτησία είτε από το Δικαστήριο.

36. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11/1/2024 σε συνάρτηση με τους πιο πάνω συμβατικούς όρους, για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν έχω πειστεί ότι η Καθ’ ης η Αίτηση στερείται πραγματικής προοπτικής επιτυχούς υπεράσπισης στην απαίτηση.

37. Όπως επεξηγήθηκε, το Δικαστήριο, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, οφείλει να αποφύγει τη διεξαγωγή ‘μίνι δίκης’ επί των εγγράφων σε μη ξεκάθαρες υποθέσεις. Δεν αποφαίνομαι ως προς το κατά πόσο η Καθ’ ης η Αίτηση έχει προβεί νόμιμα σε συμψηφισμό. Το ουσιώδες για την παρούσα αίτηση είναι ότι η υπάρχει ενώπιον Δικαστηρίου ειδοποίηση συμψηφισμού που φαίνεται να στάλθηκε στο πλαίσιο συμβατικών όρων, καθώς και αριθμός εγγράφων [7] που, σε όγκο και περιεχόμενο, παρουσιάζουν πλέγμα ιστορικού σε σχέση με την προκληθείσα καθυστέρηση στην ανέγερση των οικοδομών. Ειδικότερα, στο μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε εντοπίζονται ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστάλθηκαν από την Καθ’ ης η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο, τόσο προς την Αιτήτρια όσο και προς τρίτα πρόσωπα που φαίνεται να είχαν ρόλο στην ανέγερση των οικοδομών, με τα οποία γίνεται αναφορά στη μη ανταπόκριση της Αιτήτριας για σκοπούς ολοκλήρωσης των εργασιών. Εντοπίζονται, επίσης, πρακτικά συναντήσεων εργοταξίου με αντίστοιχες αναφορές, καθώς και αιτήματα προς τον αρχιτέκτονα για παράταση χρόνου για ολοκλήρωση των οικοδομών. 

38. Στη βάση των πιο πάνω, η υπόθεση της Καθ’ ης η Αίτηση ως προς το κατά πόσο δικαιούτο να προβεί σε συμβατικό συμψηφισμό δεν είναι φανταστική (fanciful) αλλά ρεαλιστική και, κατά την κρίση μου, χρήζει πλήρους διερεύνησης κατά την ακροαματική διαδικασία, ώστε το Δικαστήριο να αποκτήσει πλήρη εικόνα για τις αιτίες της κατ’ ισχυρισμό προκληθείσας καθυστέρησης και τον βαθμό στον οποίο η Αιτήτρια συνέδραμε σε αυτήν.

39. Περαιτέρω, εξετάζοντας το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11/1/2024, θεωρώ ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν προβαίνει  άνευ ετέρου σε παραδοχή της οφειλής του ποσού των €17.276,25, ως διατείνεται η πλευρά της Αιτήτριας. Από το περιεχόμενο της επιστολής, φαίνεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση επιχειρεί, με την ίδια την επιστολή, να ενεργοποιήσει το εν λόγω συμβατικό δικαίωμα συμψηφισμού, ώστε να απαλείψει το χρέος της προς την Αιτήτρια, προς αντίστοιχη μείωση του κατ’ ισχυρισμόν χρέους που οφείλει η Αιτήτρια προς την Καθ’ ης η Αίτηση. Οι αναφορές της ρηθείσας επιστολής στις παρατάσεις που ενέκρινε ο αρχιτέκτονας, στον υπολογισμό της ζημιάς και στην αφαίρεση του ποσού που αξιώνει η Αιτήτρια, αντικατοπτρίζουν την πρόθεση της Καθ’ ης η Αίτηση για πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 23 της Σύμβασης Υπεργολαβίας για συμψηφισμό οφειλών.

40. Επομένως, το νόημα που προκύπτει από την επιστολή δεν είναι η κατηγορηματική παραδοχή οφειλής, αλλά, τουναντίον ότι, κατά την Καθ’ ης η Αίτηση, η συγκεκριμένη οφειλή δεν υφίσταται πλέον. Τούτο διότι έχει μειωθεί αντίστοιχα το ποσό που αντιστρόφως αξιώνει η Καθ’ ης η Αίτηση από την Αιτήτρια. Αυτό είναι το αποτέλεσμα που επιφέρει ένας ‘συμβατικός συμψηφισμός’ (Heatron Co Ltd v Νικολάου (1999) 1 ΑΑΔ 577).[8]

41. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, η επιχειρηματολογία της Αιτήτριας ότι «η παραδοχή της οφειλής προκύπτει από την ίδια την Εναγόμενη, η οποία αξιώνει, στη βάση αυτής ακριβώς της οφειλής, συμψηφισμό οφειλών»[9] δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τούτο θα ίσχυε εάν η Καθ’ ης η Αίτηση με το δικόγραφο της Υπεράσπισης προέβαλε ζήτημα ‘διαδικαστικού συμψηφισμού’, υπό την έννοια του Κ.3 του Μ.2.[10], ώστε να ζητήσει από το Δικαστήριο να συμψηφίσει παραδεκτή απαίτηση της Αιτήτριας με εκκαθαρισμένο ποσό που θα διεκδικούσε η Καθ’ ης η Αίτηση. Αξίζει να επισημανθεί ότι αυτή η δυνατότητα συμψηφισμού μέσω της δικαστικής διαδικασίας δεν ήταν επιτρεπτή πριν από την εφαρμογή των Κ.Π.Δ. 2023.[11]

42. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν επιζητεί από το Δικαστήριο συμψηφισμό, αλλά ανταπαιτεί απευθείας το εναπομείναν ποσό των €67.799,40, δικογραφώντας ότι έχει ήδη συμβατικά συμψηφίσει το συνολικό ποσό των €78.433,65, ήτοι τη ζημιά που θεωρεί ότι υπέστη, με το συνολικό ποσό των €17.276,25, που θα δικαιούτο η Αιτήτρια βάσει των σχετικών πιστοποιητικών του αρχιτέκτονα.[12] Ακολούθως, πρόσθεσε στο ποσό που ανταπαιτεί και το ποσό των €6.462, το οποίο θεωρεί ότι παραγράφηκε.

43. Επομένως, εάν η Καθ’ ης η Αίτηση επιτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της σε σχέση με το συμβατικό συμψηφισμό, θα σημαίνει ότι ολόκληρη η οφειλή της προς την Αιτήτρια  εξαλείφθηκε συμβατικά πριν τα μέρη αποταθούν στο Δικαστήριο. Υπό αυτή την έννοια, ο ισχυρισμός περί συμβατικού συμψηφισμού δεν αποτελεί παραδοχή, αλλά υπεράσπιση στην απαίτηση της Αιτήτριας.

44. Σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας για μέρος του ποσού που απαιτεί, επισημαίνεται ότι η υπεράσπιση του συμβατικού συμψηφισμού καλύπτει ολόκληρη την απαίτηση της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης του κατά πόσο η Καθ΄ης η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική προοπτική επιτυχίας  να υπερασπιστεί μερικώς την απαίτηση και σε αυτή τη βάση.

45. Όσον αφορά τα δικογραφημένα αγώγιμα δικαιώματα περί παράνομης κατακράτησης πράγματος και ιδιοποίησης, κατά παράβαση των Άρθρων 37 και 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αντίστοιχα, επισημαίνεται πως δεν εντοπίζεται επιχειρηματολογία στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας επί αυτών των θεμάτων. Συνεπώς, θεωρώ ότι, για σκοπούς της παρούσας αίτησης, τα ζητήματα έχουν εγκαταλειφθεί.

46. Για σκοπούς πληρότητας, επισημαίνεται πως πρόκειται για αστικά αδικήματα που προστατεύουν περιουσιακά δικαιώματα  επί κινητής ιδιοκτησίας. Βάσει του εδαφίου 2 του Άρθρου 2 του Κεφ.148, η κινητή ιδιοκτησία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρηματικά ποσά. Εν προκειμένω, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η Απαίτηση της Αιτήτριας είναι συμβατική και στηρίζεται στα Συμβόλαια Υπεργολαβίας μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση.

47. Συνεπώς, προϋπόθεση για να διαπιστωθεί ότι η Αιτήτρια έχει οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα επί ποσού που δόθηκε από τον ιδιοκτήτη των έργων και κρατείται από την Καθ’ ης η Αίτηση, είναι η ύπαρξη υφιστάμενης συμβατικής οφειλής προς όφελος της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, τα όσα επεξηγήθηκαν σε  σχέση με την υπεράσπιση του συμβατικού συμψηφισμού καλύπτουν και αυτά τα θέματα.

48. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας να υπερασπιστεί επιτυχώς  την απαίτηση. Επομένως, δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση.

Συνοπτική απόφαση για απόρριψη της ανταπαίτησης ή Διάταγμα για διαγραφή της ανταπαίτησης

49. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης για απόρριψη της ανταπαίτησης και διαζευκτικά η διαγραφή της. Ειδικότερα, με το Αιτητικό Β της αίτησης, η Αιτήτρια αναφέρει ότι η ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, εύλογη αιτία έγερσης ή οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου προκύπτει από τον Κ.3(2) του Μ.3, ο οποίος προνοεί ότι:

«Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι: (α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή (γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

50. Ο Κ.3(6) του Μ.3 προνοεί ότι η αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης μπορεί να εκδικαστεί ταυτόχρονα με αίτηση για διαγραφή δικογράφου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πιο συχνή περίπτωση όπου αλληλεπικαλύπτονται οι δύο αιτήσεις αφορά την έκδοση συνοπτικής απόφασης βάσει του Κ.2(1)(α) του Μ.24 λόγω ανυπαρξίας ‘πραγματικής προοπτικής επιτυχίας’ και τη διαγραφή δικογράφου βάσει του Κ.3(2)(α) του Μ.3, λόγω του ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει ‘εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης’. Αναλόγως της περίπτωσης, αίτηση για συνοπτική απόφαση θα μπορούσε να προωθηθεί ταυτόχρονα και με άλλο σκέλος  του Κ.3(2) του Μ.3. Για παράδειγμα, στην Your Lawyers Ltd v Capital Interchange Ltd [2024] EWHC 287 (Ch)   επιχειρήθηκε η διαγραφή δικογράφου λόγω ΄κατάχρησης διαδικασίας’ και διαζευκτικά ζητήθηκε η έκδοση συνοπτικής απόφασης.  

51. Στην James-Bowen v Commissioner of Police for the Metropolis [2016] EWCA Civ 1217 εξηγείται ότι υπάρχει λεπτή διαφορά μεταξύ των δύο αιτήσεων. Η διαγραφή δικογράφου λόγω μη αποκάλυψης ‘εύλογης αιτίας αγωγής ή υπεράσπισης’ εξετάζεται βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών, χωρίς αναφορά σε μαρτυρία, ενώ η έκδοση συνοπτικής απόφασης απαιτεί κάποια αξιολόγηση μαρτυρίας, ώστε να διαφανεί εάν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Σε κατάλληλες περιπτώσεις, ένα ελαττωματικό δικόγραφο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει και τους δύο διαδικαστικούς μηχανισμούς. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

«Although defendants seeking to challenge claims at an early stage often seek to rely on both Part 3 and Part 24 (as in this case), it is important to appreciate that they provide different grounds of relief. Rule 3.4 is concerned with striking out defective statements of case, principally statements of case that disclose no reasonable grounds for bringing or defending the claim. An application under rule 3.4(2)(a), therefore, requires the court to examine the statement of case in order to decide whether the allegations it contains are, if established, capable as a matter law of supporting the claim or providing a defence, as the case may be. It does not involve an examination of the evidence that may be called in support of the pleaded case.

Part 24, by contrast, is concerned with the prospects of success. It proceeds primarily on the assumption that the statement of case is not defective as a matter of law, but that the pleaded case has no real prospect of being made good at the trial. Inevitably the two overlap when the pleaded case is said to be bad in law, because a case which is bad in law has no prospect of success, but in principle it is desirable not to confuse the different procedures.»

52. Ωστόσο, στην AF Kopp Ltd v HSBC UK Bank PLC [2024] EWHC 1004 (Ch) το Δικαστήριο εξέφρασε αποδοκιμασία για την τάση της άστοχης ταυτόχρονης προώθησης (“scatter-gun” approach) και των δύο αιτήσεων. Εάν ο αιτητής αμφισβητεί την ουσία και τη δύναμη της υπόθεσης της άλλης πλευράς, τότε περισσεύει το αίτημα για διαγραφή δικογράφου λόγω μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης:

«The application notice expressly seeks to strike out the claim pursuant to CPR 3.4 (2) (a). For such an application to succeed, the defendant must establish that the particulars of claim disclose no reasonable grounds for bringing the claim. The court may conclude that particulars of claim fall within CPR 3.4 (2) (a) if they set out no facts indicating what the claim is about, or if they are incoherent and make no sense, or if they fail to disclose any legally recognisable claim against the defendant. Mr Metcalfe submits that the present application for strike out is inappropriate. The defendant makes no complaint regarding the claims set out in the particulars of claim themselves. Rather, the defendant maintains that it has a defence to such claims by virtue of an exclusion clause. Mr Metcalfe submits that an issue as to the merits of a pleaded defence may be appropriate for summary judgment, but not for a strike out. I agree. In my judgment, this is not an appropriate case for the defendant to seek to strike out the particulars of claim. I therefore dismiss the strike out limb of this application. To be fair to him, Mr Cobill did not actively seek to pursue this aspect of the defendant's application.

I have recently detected an unfortunate tendency for applicants to seek to bolster summary judgment applications by incorporating applications to strike out, even in cases where the latter relief is wholly inappropriate. I would encourage legal representatives to desist from this 'scatter-gun' approach, which only serves to divert the court's attention away from the real issues which arise on the summary judgment application.»

53. Στην παρούσα περίπτωση, η πλευρά της Αιτήτριας δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του δικογράφου της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης, ούτε προβλήθηκε ειδικότερη επιχειρηματολογία για την εφαρμογή οποιουδήποτε από τα σκέλη του Κ.3(2) του Μ.3. Επομένως, το διαζευκτικό αίτημα για διαγραφή της Ανταπαίτησης απορρίπτεται.

54. Όσον αφορά το αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης για απόρριψη της ανταπαίτησης, κατά την ακρόαση της αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας συμπλήρωσε ότι, δυνάμει του Άρθρου 33 των Συμβολαίων Υπεργολαβίας, τα πιστοποιητικά του αρχιτέκτονα θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν μόνο μέσω διαιτησίας, αλλά όχι με ανταπαίτηση σε δικαστική διαδικασία.

55. Κατά την άποψή μου, το κατά πόσο η Καθ’ ης η Αίτηση όφειλε να προωθήσει την ανταπαίτησή της σε διαιτητική διαδικασία, δεν αφορά επί της ουσίας την πιθανότητα επιτυχίας της, ώστε να επηρεάζεται η έκβαση του αιτήματος για συνοπτική απόρριψη της ανταπαίτησης. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα για να εξεταστεί το συγκεκριμένο ζήτημα.

56. Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τα όσα ήδη επεξηγήθηκαν, με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν αμφισβητείται το περιεχόμενο και το ποσό που αναγράφεται στα  πιστοποιητικά αρχιτέκτονα, αλλά ότι, κατόπιν συμβατικού συμψηφισμού, η οφειλή προς την Αιτήτρια παραμένει υφιστάμενη. Περαιτέρω, το ποσό που ανταπαιτεί η Καθ’ ης η Αίτηση βασίζεται σε ισχυρισμούς περί ζημιάς που προκλήθηκε από την καθυστέρηση που επέδειξε η Αιτήτρια, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στα πιστοποιητικά του αρχιτέκτονα. Ως εκ τούτου, δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω επιχειρηματολογία.

57. Τέλος, επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης της υπό κρίση αίτησης, δεν έχει προβάλει μέχρι στιγμής ισχυρισμούς ούτε έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να αντιτίθεται στα όσα προβλήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση με την ανταπαίτηση, σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμόν καθυστέρηση και τη ζημιά που προκλήθηκε. Απεναντίας, όπως αναλύθηκε προηγουμένως, η Καθ’ ης η Αίτηση προσκόμισε  αριθμό εγγράφων για να υποστηρίξει τις συγκεκριμένες θέσεις, τα οποία χρήζουν εξέτασης στο πλαίσιο πλήρους ακροαματικής διαδικασίας.

58. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι η ανταπαίτηση στερείται πραγματικής προοπτικής επιτυχίας. Επομένως, δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση.

59. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Αμφότεροι οι συνήγοροι καταχώρισαν, βάσει του Κ.9 του Μ.39, κατάλογο εξόδων για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων. Η Καθ’ ης η Αίτηση διεκδικεί ως τελικό σύνολο το ποσό των €1.854,88, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., το οποίο κρίνεται δικαιολογημένο και επιδικάζεται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Νίκος Οδυσσέα v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[2] Elite Property Holdings Ltd v Barclays Bank Plc [2019] EWCA Civ 204 at [41]–[42]: “41. For the amendments to be allowed the Appellants need to show that they have a real as opposed to fanciful prospect of success which is one that is more than merely arguable and carries some degree of conviction: ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472. A claim does not have such a prospect where (a) it is possible to say with confidence that the factual basis for the claim is fanciful because it is entirely without substance; (b) the claimant does not have material to support at least a prima facie case that the allegations are correct; and/or (c) the claim has pleaded insufficient facts in support of their case to entitle the Court to draw the necessary inferences: Three Rivers District Council v Bank of England (No. 3) [2003] 2 A.C. 1. 42. The court is entitled to reject a version of the facts which is implausible, self-contradictory or not supported by the contemporaneous documents and it is appropriate for the court to consider whether the proposed pleading is coherent and contains the properly particularized elements of the cause of action relied upon.”

[3] WhiteBook 2026 παρ.24.3.2.2: «Guidance as to what is meant by the inappropriateness of conducting a “mini-trial” is provided by the decision of the Supreme Court in Okpabi v Royal Dutch Shell Plc [2021] UKSC 3; [2021] Bus.L.R. 332. It is important to observe judicial restraint and to avoid mini-trials, in accordance with the well-known guidance set out by Lord Hope of Craighead in Three Rivers District Council v Governor and Company of the Bank of England (No 3) [2003] 2 A.C. 1: “94. For the reasons which I have just given, I think that the question is whether the claim has no real prospect of succeeding at trial and that it has to be answered having regard to the overriding objective of dealing with the case justly. But the point which is of crucial importance lies in the answer to the further question that then needs to be asked, which is what is to be the scope of that inquiry? 95. I would approach that further question in this way. The method by which issues of fact are tried in our courts is well settled. After the normal processes of discovery and interrogatories have been completed, the parties are allowed to lead their evidence so that the trial judge can determine where the truth lies in the light of that evidence. To that rule there are some well-recognised exceptions. For example, it may be clear as a matter of law at the outset that even if a party were to succeed in proving all the facts that he offers to prove he will not be entitled to the remedy that he seeks. In that event a trial of the facts would be a waste of time and money, and it is proper that the action should be taken out of court as soon as possible. In other cases it may be possible to say with confidence before trial that the factual basis for the claim is fanciful because it is entirely without substance. It may be clear beyond question that the statement of facts is contradicted by all the documents or other material on which it is based. The simpler the case the easier it is likely to be to take that view and resort to what is properly called summary judgment. But more complex cases are unlikely to be capable of being resolved in that way without conducting a mini-trial on the documents without discovery and without oral evidence. As Lord Woolf said in Swain v Hillman [[2001] 1 All ER 91], at p 95, that is not the object of the rule. It is designed to deal with cases that are not fit for trial at all.”

[4] WhiteBook 2026 παράγραφο 24.3.3: «In ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472, it was said that under r.24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial. The existence of this burden is indicated by r.24.5. If an applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of the application, the respondent then comes under an evidential burden to prove some real prospect of success or other reason for having a trial: Sainsbury’s Supermarkets Ltd v Condek Holdings Ltd (formerly Condek Ltd) [2014] EWHC 2016 (TCC) at [13].»

 

[5] 1η Ε/Δ ΧΑ, Τεκμήρια 1, 2, και 3.

[6] Ε/Δ ΜΧ, Τεκμήρια 3 και 4.

[7] Ε/Δ ΜΒ Τεκμήριο 2

[8] «Η υπεράσπιση αυτή δεν είναι δε συμψηφισμός ή set off αλλά accord and satisfaction, με την έννοια και το αποτέλεσμα ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να απαλλάξουν εκάτερο των υποχρεώσεων του. Δεν ερμηνεύουμε την παράγραφο 2(δ) της υπεράσπισης ως να περιορίζετο σε συμφωνία αναφορικά με το ύψος των οφειλομένων προμηθειών του Εφεσίβλητου. Η παράγραφος 2(δ) ομιλεί όχι μόνο για "συμβιβαστική" λύση του θέματος των προμηθειών αλλά και συσχετισμό του συμφωνηθέντος ποσού προς το οφειλόμενο από τον Εφεσίβλητο για την αγορά εμπορευμάτων. Η δε παράγραφος 2(ε) καθιστά σαφές ότι μετά την εν λόγω συμφωνία ο Εφεσίβλητος δεν όφειλε πλέον οποιοδήποτε ποσό στην Εφεσείουσα, διευκρινίζοντας έτσι το νόημα της παραγράφου 2(δ) ως εγείρουσας υπεράσπιση accord and satisfaction. Εξ άλλου, δεν θα είχε νόημα η αναφορά στην υπεράσπιση του Εφεσίβλητου στις οφειλόμενες προμήθειες του ως θέμα υπεράσπισης, παρά μόνο σε συσχετισμό με την ισχυριζόμενη συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής….Η συμφωνία προβάλλεται ως συμφωνία συμψηφισμού (όρο τον οποίο η ίδια η υπεράσπιση δεν χρησιμοποιεί) με την έννοια accord and satisfaction, που αποτελεί ιδίω δικαιώματι ισχύουσα σύμβαση, η αντιπαροχή για την οποία είναι η εκατέρωθεν ανταλλαγή προηγουμένων ανεξαρτήτων ή μη ανεξαρτήτων υποχρεώσεων. Η ισχύς μιας τέτοιας σύμβασης δεν έγκειται στην αριθμητική αντιπαραβολή των εκατέρωθεν οφειλομένων ποσών αλλά στην ίδια τη συμφωνία ως δημιουργούσα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των όρων της οι οποίοι καθορίζουν και το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα της. Κρίνουμε λοιπόν ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η υπεράσπιση του Εφεσίβλητου κάλυπτε επαρκώς τη θέση την οποία πρόβαλε στο Δικαστήριο και ορθώς ερμήνευσε την υπεράσπιση ως αναφερόμενη σε συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής υποχρεώσεων, με αυτή την έννοια δε και μόνο χρησιμοποιείται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ο όρος "συμφωνία συμψηφισμού»

[9] Γραπτή Αγόρευση Αιτήτριας παρ. 26.

[10] Κ.Π.Δ. 2023, Μ.2.3(1): «"συμψηφισμός"  σημαίνει προβολή δικογραφημένου ισχυρισμού ως υπεράσπιση στο σύνολο ή σε μέρος της απαίτησης ενάγοντα, με το οποίο ο εναγόμενος αξιώνει εκκαθαρισμένο ποσό·»

[11] Αντωνίου v Cyprus Popular Bank Ltd (1994) 1 ΑΑΔ 720: «Είναι αυτός ο συμψηφισμός που δεν ισχύει στην Κύπρο (βλ. Δ.19, Καν. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), που δημιουργεί αιτία ξεχωριστής αγωγής ή ανταξίωσης και που προέρχεται από ανεξάρτητες υποχρεώσεις.»

[12] Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση παρ. 10 και 14 Α.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο