ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1346/25
i-justice
Μεταξύ:
1. ZAHI YOUNAN, Λεμεσός
2. ILANA ZACKA, Λεμεσός
3. ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΣΤΑΙΚΟΣ, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
4. ALI MATAR, Metn, Lebanon
5. ROY ROOSEVELT FATTOUH, Dekwaneh, Lebanon
6. AFIF FATTOUH, Dekwaneh, Lebanon
7. NOUR FATTOUH, Dekwaneh, Lebanon
8. SAMAR ABBAS ZARZUR, Beirut, Lebanon
9. NICHOLAS NAJM, Beirut, Lebanon
10. CARL NICOLAS NAJA, Metn, Lebanon
11. GEORGES AZAR, Λευκωσία
12. WALID GHARZUDDINE, Beirut, Lebanon
13. GEORGE EL HAGE YOUSSEF, Keserwan, Lebanon
14. ELIE EL HAGE YOUSSEF, Keserwan, Lebanon
Εναγόντων
και
1. SQUARED FINANCIAL (CY) LIMITED, Λεμεσός
2. CRAIG JOHN JENKINS, Λεμεσός
3. PHILIPPE GHANEM, Μονακό
4. SQ SEY LTD (πρώην SQUARED FINANCIAL (SEYCHELLES), Mahe,
Seychelles
Εναγομένων
-----------------------------------------------------
Αίτηση ημερ. 28/01/2026 από τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 για αναγνώριση έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή για παραμερισμό της Απαίτησης και των επιδόσεων των δικαστικών εγγράφων
Ημερομηνία: 24/06/2026.
Εμφανίσεις:
Για τον Εναγόμενο 1, 2 και 3 – Αιτητή: κ. Α. Δημητρίου με κ. Π. Χατζηπέτρου, κα Χ. Αλεξάνδρου, κ. Α. Γεωργίου και κα Χ. Πέτρου για ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Ενάγοντες – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφόρου με κα Μ. Κελίρη για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα Απαίτηση στις 28/11/2025 εναντίον όλων των Εναγόμενων, με την οποία αξιώνουν το ποσό των 8.548.360,90 Δολαρίων Αμερικής ως αποζημιώσεις για απάτη και/ή δόλο και/ή συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς και/ή καταδολίευση και/ή ψευδείς παραστάσεις σε βάρος των Εναγόντων και/ή για χρηματικά ποσά που οι Εναγόμενοι παρανόμως οικειοποιήθηκαν και/ή απέσπασαν από τους Ενάγοντες και/ή για ιδιοποίηση και/ή αθέμιτο πλουτισμό των Εναγόμενων εις βάρος τω Εναγόντων. Αξιώνουν, επίσης, την καταβολή σε έκαστο Ενάγοντα τα ποσά που αναφέρονται στην Πίνακα Α καθώς και Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων.
Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 28/11/2025, ταυτόχρονα δηλαδή με την Απαίτηση, μονομερή Αίτηση με την οποία αξίωναν διάφορα απαγορευτικά προσωρινά διατάγματα, προστακτικά καθώς διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων, ως λεπτομερώς φαίνονται στο Αιτητικό της Αίτησης εκείνης, υπό στοιχεία Α-Δ. Το Δικαστήριο στις 03/12/2025 εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα εναντίον όλων των Εναγόμενων με το οποίο απαγορεύεται σε αυτούς να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία μέχρι συνολικού ποσού ύψους US$8.548.360,90. To αιτητικό υπό στοιχείο Α, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ενώ τα αιτητικά υπό στοιχεία Γ και Δ, παρέμειναν προς επίδοση.
Στις 05/12/2025 οι Ενάγοντες καταχώρισαν Αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας του Εντύπου Απαίτησης και όλων των συναφών δικαστικών εγγράφων και διαταγμάτων καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την επίδοση και/ή υποκατάστατη επίδοση τους στους Εναγόμενους αρ. 2, 3 και 4. Στις 08/12/2025 το Δικαστήριο ενέκρινε την εν λόγω Αίτηση και εξέδωσε, μεταξύ άλλων, α) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση στους Εναγόμενους αρ. 3 και 4 του εντύπου απαίτησης και όλων των συναφών δικαστικών εγγράφων και διαταγμάτων, εκτός δικαιοδοσίας, β) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση και/ή την υποκατάστατη επίδοση στον Εναγόμενο αρ. 3 των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων μέσω των Κεντρικών Αρχών του Μονακό, στη βάση της Σύμβασης της Χάγης, στη διεύθυνση Sufferen Reymond, 7Et N. (OB072), 7 Le Suffren Bloc B 98000, Mονακό και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Εναγόμενου 3: [ ]@sqfin.com και γ) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση και/ή την υποκατάστατη επίδοση στην Εναγόμενη αρ. 4 των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων, μέσω ταχυδρομείου και/ή υπηρεσίας ταχυμεταφορέα (courier), στη βάση των προνοιών της Σύμβασης της Χάγης, στη διεύθυνση Commercial House 1, office no.4, Eden Island, Victoria, Mahe, Σεϋχέλλες και μέσω των ακόλουθων ηλεκτρονικών διευθύνσεων: 1. [ ]@squaredfinancial.sc, 2. [ ]@squarefinancial.com και 3. [ ]@sqfin.com. Περαιτέρω, εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση όλων των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων στον Εναγόμενο αρ. 2, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [ ]@sqfin.com.
Στις 11/12/2025 οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης, στο οποίο σημείωσαν τις ενδείξεις ότι προτίθεται να αμφισβητήσουν την απαίτηση και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στις 31/12/2025, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους και η Εναγόμενη αρ. 4, καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 19/01/2026 στο οποίο σημείωσε τις ενδείξεις ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ
Στις 28/01/2026, οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 (από τώρα και στο εξής οι «Αιτητές») καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αξιώνουν ως ακολούθως:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την απαίτηση και/ή να εκδώσει τις θεραπείες που ζητούνται με αυτή.
Β. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά προς το αιτητικό (Α) ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκδώσει τις ζητούμενες θεραπείες και/ή διατάγματα.
Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή διαγράφεται: i) το Έντυπο Απαίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ii) η μονομερής Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 28/11/2025 iii) το Διάταγμα ημερομηνίας 03/12/2025, μονομερώς εκδοθέν στο πλαίσιο της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 28/11/2025, iv) η ειδοποίηση υποκατάστατης επίδοσης, ημερομηνίας 10/12/2025 στο βαθμό που αφορά στον Αιτητή 3 – Εναγόμενο 3 v) οποιοδήποτε άλλο δικαστικό έγγραφο και/ή διάταγμα και/ή αίτηση που καταχωριστεί μεταγενέστερα στην παρούσα διαδικασία, ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου προς εκδίκαση τους.
Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επίδοση των ακόλουθων εγγράφων: i) του Εντύπου Απαίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ii) της μονομερούς Αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 28/11/2025, iii) το Διάταγμα, ημερομηνίας 03/12/2025 μονομερώς εκδοθέν στο πλαίσιο της Αίτησης, ημερομηνίας 28/11/2025 iv) της ειδοποίησης υποκατάστατης επίδοσης, ημερομηνίας 10/12/2025 στο βαθμό που αφορά στον Αιτητή 3 – Εναγόμενο 3 v) οποιουδήποτε άλλου δικαστικού εγγράφου και/ή διατάγματος και/ή αίτησης που καταχωριστεί μεταγενέστερα στην παρούσα διαδικασία και επιδοθεί στους Εναγόμενους 1,2 και 3, ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή επί τη βάσει του ότι η επίδοση των ανωτέρω εγγράφων είναι άκυρη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη.
Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη και/ή καθολική διαγραφή και/ή ο παραμερισμός του Εντύπου Απαίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καθώς και όλων των δικαστικών εγγράφων που καταχωρήθηκαν στην παρούσα διαδικασία, ως αντικανονικά και/ή ως παράτυπα και/ή ως καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας και/ή ως νομικά αβάσιμα εφόσον δεν αποκαλύπτουν εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και/ή τείνουν να προκαλέσουν αχρείαστη ταλαιπωρία στους Εναγόμενους.
ΣΤ. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των αιτητικών, (Γ), (Δ), (Ε), ανωτέρω. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη και/ή παραμερισμός και/ή αναστολή της διαδικασίας στην Απαίτηση με τον πιο πάνω αριθμό λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω του ότι το Κυπριακό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις δεν είναι το κατάλληλο Δικαστήριο (forum conveniens) για να επιληφθεί της Απαίτησης και να εκδώσει τις ζητούμενες θεραπείες και/ή διατάγματα.
Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.
Η. Έξοδα της παρούσης αίτησης, πλέον έξοδα επιδόσεως, πλέον Φ.Π.Α.»
Η Αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ειδικότερα στο Μέρος 1, Μέρος 2, Κ.2.1 – 2.3, 2.8 – 2.11, Μέρος 3, Κ. 3.1, 3.3, 3.4, 3.8, 3.10, 3.11, Μέρος 4, Μέρος 6, Κ. 6.4 – 6.7, 6.10, 6.11, 6.13, 6.14, Μέρος 7, Μέρος 10, Μέρος 12, Μέρος 16, Κ. 16.3 (1) – (4), Μέρος 22, Κ. 22.1, 22.6, Μέρος 23, Κ. 23.1 – 5, 23.8, 23.10, 23.11 – 23.13, Μέρος 25, Κ. 25.1, 25.2, 25.3, 25.6, 25.7, 25.8, 25.12, 25.13, Μέρος 32, Κ. 32.2, 32.3, 32.7, 32.13, 32.14, 32.15, Μέρος 39, στα άρθρα 21, 29, 30, 31, και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 Ν.14/60), στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στα άρθρα 2, 10, 37, 39, 73, του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στην αιτιολογική σκέψη 20, στα άρθρα 4, 7, 25, 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση), στα άρθρα 1 – 10, 14 και 18 – 30 της Σύμβασης περί της εν τη Αλλοδαπή επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις του 1965 (Σύμβασης της Χάγης) και στον κυρωτικό Νόμο 14/1982, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της επιείκειας, στο κοινοδίκαιο, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Η Αίτηση, επίσης, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/01/2026 του κ. Craig Jenkins, Αιτητή αρ. 2 και διευθυντή της Αιτήτριας αρ. 1 και εξουσιοδοτημένου από αυτήν καθώς και από τον Αιτητή αρ. 3. Στις 16/03/2026, επίσης, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου πιο πάνω προσώπου.
Σημειώνεται ότι κατά τις 28/01/2026, επίσης, καταχωρήθηκε αντίστοιχη Αίτηση από την Εναγόμενη αρ. 4, η οποία εξετάζεται παράλληλα με την παρούσα.
ΕΝΣΤΑΣΗ
Οι Ενάγοντες (οι «Καθ’ ων η Αίτηση»), καταχώρησαν ένσταση στις 09/03/2026, με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
«1) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και συνιστά μια συνειδητή προσπάθεια των Εναγόμενων 1,2,3 και 4 να αποφύγουν την Κυπριακή Δικαιοσύνη.
2) Η Απαίτηση των Εναγόντων αφορά, μεταξύ άλλων, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και συνομωσία υπό των Εναγόμενων για καταδολίευση των Εναγόντων. Όλα τα αδικήματα και τα γενεσιουργά γεγονότα που αφορούν την Απαίτηση έλαβαν χώρα στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό.
3) Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει ειδική δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς.
4) Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η σχετική επί του θέματος Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αντίθετα υφίστανται ισχυροί λόγοι για την εκδίκαση της Αγωγής στην Κύπρο.
5) Δεν υφίσταται και/ή δεν διαφαίνεται μέσω της μαρτυρίας η οποία έχει προσαχθεί οποιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί τη χορήγηση θεραπείας ως η Αίτηση. Αντίθετα, το συμφέρον της δικαιοσύνης (interests of justice) επιβάλει υπό τις περιστάσεις, την απόρριψη της Αίτησης.
6) Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση βρίθει από αναλήθειες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν στοιχειοθετεί και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
7) Δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στους Ενάγοντες / Καθ’ ων η Αίτηση σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης αφού η Εναγόμενη 4 δεν είναι τίποτε άλλο μια εταιρεία κέλυφος χωρίς προσωπικό ή οιαδήποτε πραγματική υπόσταση στης Σεϋχέλλες.
8) Τα Δικαστήρια, ειδικότερα όπου έλκουν τη δικαιοδοσία τους και από το δίκαιο της επιείκειας, έχουν ευρείες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια αλλά και καθήκον όπως λάβουν οιαδήποτε απόφαση που κατά την άποψη τους επιβάλλει η ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.
9) Οι Εναγόμενοι 1,2,3 και 4 στερούνται locus standi και/ή κωλύονται να αιτούνται την εκδίκαση της Απαίτησης των Εναγόντων εναντίον τους από τα Δικαστήρια των Σεϋχελλών.
10) Η σύμπλεξη των επίδικων θεμάτων αλλά και η δικαιοδοσία εντός της οποίας έλαβαν χώρα, επιβάλλουν όπως η αγωγή εκδικαστεί συνολικώς για όλους τους εναγόμενους, δεδομένων και των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων/βάσεων αγωγής αλλά και της εμπλοκής και του πρωταγωνιστικού ρόλου που είχαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 σε αυτά. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 4 είναι αναγκαία διάδικος ενώ η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών διασφαλίζεται από το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη σχετική νομολογία, τόσο ευρωπαϊκή όσο και εγχώρια.
11) Η μαρτυρία και τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη 4 λειτουργούσε από και/ή μέσω Κύπρου και συγκεκριμένα από τα γραφεία της Εναγόμενης 1 στη Λεμεσό και περαιτέρω εκ της συμπεριφοράς της κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω τα γεγονότα και η μαρτυρία που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου αυτό καταδεικνύουν.
12) Το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά στην ολότητα της και περαιτέρω δεν μπορεί να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του.
13) Άνευ βλάβης των ως άνω, η συνεκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων στην παρουσία όλων των διαδίκων ενώπιον ενός και μόνο Δικαστηρίου είναι η μόνη πρόσφορη, ορθή και δίκαιη δικονομική οδός αφού θα εξυπηρετήσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, θα μειώσει τα έξοδα, θα αποφευχθεί η κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, θα αποκλειστεί ο κίνδυνος έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων και περαιτέρω διασφαλίζει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος.
14) Όπου εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1215/12 δεν εφαρμόζονται οι αρχές του forum conveniens. Ακόμα και στην περίπτωση που εφαρμόζονταν οι αρχές του forum conveniens και πάλιν το καταλληλότερο forum θα ήταν ξεκάθαρα η Κύπρος και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενόψει της υπάρχουσας μαρτυρίας και της στενής σχέσης των γεγονότων με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου.»
Η ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09/03/2026 του κ. Zahi Younan, Eνάγοντα αρ. 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένου από όλους τους Ενάγοντες. Στις 23/03/2026, επίσης, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας. Μαρίας Κελίρη, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η αίτηση. Η ένσταση, επίσης, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα αρ. 1, ημερομηνίας 28/11/2025 και στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Κελίρη ημερομηνίας 03/12/2025. Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις συνοδεύουν την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος.
Θα προχωρήσω, αρχικά, να σκιαγραφήσω την εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση, όπως αναφύεται από την ενώπιον μου μαρτυρία και τα δικόγραφα και ακολούθως θα αναφερθώ στην μαρτυρία της υπό κρίση αίτησης και την περαιτέρω μαρτυρία της ένστασης.
Συνοπτικά, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη αρ. 1 είναι Κυπριακή εταιρεία και ο Εναγόμενος αρ. 2, είναι ο διευθυντής της και ο οποίος, επίσης, διαμένει στην Κύπρο, Λεμεσό. Η Squared Financial είναι η εμπορική επωνυμία η οποία ανήκει στην Εναγόμενη αρ. 1. Κάτω από την ομπρέλα αυτής της εμπορικής επωνυμίας, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 4 προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες στο κοινό και η συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού που παρέχει αυτές τις υπηρεσίες εργοδοτείται στα γραφεία της Εναγόμενης αρ. 1 στη Λεμεσό και με τους οποίους ο Ενάγοντας αρ. 1 είχε καθημερινή επικοινωνία και οι οποίοι έλεγχαν και ενέκριναν όλες ανεξαίρετα τις swap – free συναλλαγές.
Όσον αφορά την Εναγόμενη αρ. 4, εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες, αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εταιρικό όχημα που χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος αρ. 3, απώτερος ιδιοκτήτης και της Εναγόμενης αρ. 1.
Οι Ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι δημιούργησαν ένα κεντρικό λογαριασμό / master account (Multi Account Manager / MAM account), κάτω από τον οποίο ετέθησαν ένας έκαστος των λογαριασμών που ανοίχτηκαν για όλους τους Ενάγοντες. Τον λογαριασμό ΜΑΜ τον χειριζόταν ο Ενάγοντας αρ. 1.
Οι όροι της συνεργασίας μεταξύ των μερών, συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν στα γραφεία της Εναγόμενης αρ. 1 στη Λεμεσό. Ο βασικότερος όρος που ετέθη από τον Ενάγοντα 1 εξ αρχής και έγινε αποδεκτός από τον Εναγόμενο 3 (ιδιοκτήτης της Squared Financial) ήταν ότι οι λογαριασμοί που θα ανοίγονταν θα ήταν όλοι “swap-free”, δηλαδή οι συναλλαγές μέσω αυτών των λογαριασμών δεν θα υπόκειντο σε επιβολή επιβαρύνσεων, ήτοι τοκοφόρων χρεώσεων (interest charges).
Μετά από αρκετές συναντήσεις και μια περίοδο δοκιμών (testing) συμφωνήθηκαν οι τελικοί όροι της συνεργασίας τους, ήτοι swap – free συναλλαγές για τους Ενάγοντες σε αντάλλαγμα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους (higher bid-ask spreads and higher slippage) από τα συνήθη στην αγορά για την Squared Financial και νοουμένου η κάθε συναλλαγή θα ολοκληρωνόταν σε περίοδο 5 ημερών, ήτοι Δευτέρα με Παρασκευή. Η συμφωνία για Swap – free συναλλαγές αφορούσε μόνο συναλλαγές σε χρυσό (gold).
Οι Ενάγοντες, ήτοι οι Squared Financial όρισαν πρόσωπα τα οποία έλεγχαν και ενέκριναν όλες ανεξαίρετα τις swap-free συναλλαγές στις οποίες ο Ενάγοντας αρ. 1 προέβαινε εκ μέρους του και εκ μέρους όλων των υπόλοιπων Εναγόντων κάτω από τον κεντρικό λογαριασμό ΜΑΜ.
Στις 13/10/2025, οι Εναγόμενοι ανακοίνωσαν τον Ενάγοντα αρ. 1, ότι δεν ήθελαν να συνεχίσουν την συνεργασία με τους όρους που συνεργάζονταν τα τελευταία δύο χρόνια. Όταν ο Ενάγοντας αρ. 1 ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι θα ακολουθήσουν αιτήματα απόσυρσης των χρημάτων των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι θορυβήθηκαν και με σκοπό να καθυστερήσουν την απόσυρση των χρημάτων, βρήκαν πρόφαση ότι δήθεν έπρεπε να ελέγξουν τους λογαριασμούς. Στις 23/10/2025, ο Εναγόμενος αρ. 3 απέστειλε επιστολή προς τον Ενάγοντα αρ. 1, με την οποία τον ενημέρωνε ότι οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να επιβάλουν χρεώσεις στους λογαριασμούς των Εναγόντων. Προηγήθηκε συνάντηση του Ενάγοντα αρ. 1 με τον Εναγόμενο 2 στη Λεμεσό όπου τον ενημέρωσε για αυτή τους την πρόθεση.
Ακολούθησε αλληλογραφία και συναντήσεις των μερών στα γραφεία της Εναγόμενης αρ. 1 στη Λεμεσό, οι οποίες δεν οδήγησαν πουθενά. Στις 02/12/2025 εν τέλει οι Εναγόμενοι, «κούρεψαν» τους λογαριασμούς των Εναγόντων υφαρπάζοντας τα χρήματα τους, επιβάλλοντας αναδρομικές επιβαρύνσεις, ύψους μάλιστα US$10.347.039,65, οι οποίες υπερβαίναν το ποσό το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς των Εναγόντων, ύψους US$8.548.360,90.
Σύμφωνα με την μαρτυρία, η οποία προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Αιτητών και Καθ’ ων η αίτηση. Η μόνη συμφωνία που υπάρχει είναι μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Εναγόμενης αρ. 4, με την οποία συναλλάσσονταν. Οι Αιτητές δεν εμπλέκονται σε οποιαδήποτε απάτη ή στη διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αστικού αδικήματος και σε κάθε περίπτωση το οποιοδήποτε ισχυριζόμενο διαπραχθέν αστικό αδίκημα, δεν έλαβε χώρα στην Κύπρο, δεδομένου ότι οι Καθ’ ων η αίτηση συναλλάσσονταν αποκλειστικά με την Εναγόμενη αρ. 4 στις Σεϋχέλλες. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία με την Εναγόμενη αρ. 4, περιέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας προς όφελος των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών.
Οι Αιτητές προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών τους, παραπέμπουν σε αναφορές και τεκμήρια της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 28/11/2025 του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 και ισχυρίζονται ότι τα όσα εκεί αναφέρει είναι αντιφατικά.
Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση συναλλάσσονταν για χρόνια με την Εναγόμενη αρ. 4 και όχι με την Αιτήτρια αρ.1. Ουδέποτε κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν οποιαδήποτε συναλλαγή με την Αιτήτρια αρ.1. Η Αιτήτρια αρ.1 και η Εναγόμενη αρ.4 είναι δύο ανεξάρτητες εταιρείες και δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Από τις 13/03/2025 και μετά αποκλειστικός ιδιοκτήτης της Εναγόμενης αρ. 4 είναι ο κ. Αrmo Ali Mohamed Alawour και δεν υπάρχει καμία εμπορική σχέση της Αιτήτριας αρ. 1 και της Εναγόμενη αρ. 4. Η Αιτήτρια αρ. 1 ουδέποτε κατείχε οποιεσδήποτε μετοχές της Εναγόμενης αρ. 4. Η μοναδική τους σχέση ήταν ότι είχαν τον ίδιο μέτοχο, δηλαδή την Squared Holding S.A. μέχρι τις 13/03/2025.
Ο λογαριασμός ΜΑΜ ανοίχθηκε και λειτουργούσε από την Εναγόμενη αρ. 4 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 12/12/2023, η οποία υπογράφηκε από τον Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου που κατείχε και για λογαριασμό των Καθ’ ων η αίτηση αρ. 2 – 14. Τόσο η συμφωνία όσο και το πληρεξούσιο περιείχαν ρήτρα δικαιοδοσίας. Δηλαδή, σε περίπτωση οποιαδήποτε διαφοράς προκύψει δικαιοδοσία θα έχουν τα Δικαστήρια των Σεϋχελλών.
Οι Καθ’ ων η αίτηση αρ. 2,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13 και 14 ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Αιτήτρια αρ.1. Οι δε Καθ’ ων η αίτηση αρ. 1 και 3 είχαν λογαριασμούς με την Αιτήτρια αρ. 1, οι οποίοι, όμως, έκλεισαν στις 17/07/2024 και 28/11/2024 αντίστοιχα και σε καμία περίπτωση σχετίζονται με τους λογαριασμούς ΜΑΜ.
Η Εναγόμενη αρ. 4 σε καμία περίπτωση αποτελεί εταιρεία “κέλυφος”, όπως ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση καθότι ενοικιάζει γραφεία με μηνιαίο ενοίκιο 1,684.00 δολαρίων Αμερικής και πληρώνει λογαριασμούς κοινής ωφελείας.
Επίσης, απορρίπτεται η εμπλοκή των Αιτητών αρ.2 και 3 σε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Ο Αιτητής αρ.3 είναι τελικός δικαιούχος και διευθυντής της Αιτήτριας αρ.1, αλλά δεν έχει καμία σχέση ή εξουσία επί της Εναγόμενης αρ.4. Ούτε είναι διευθυντής ή δικαιούχος της. Ούτε ο Αιτήτης αρ.2 έχει οποιαδήποτε σχέση ή άλλη εξουσία σε σχέση με την Εναγόμενη αρ.4. Καμία μαρτυρία παρουσιάζεται από τους Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τη διάπραξη οποιοδήποτε αστικών αδικημάτων εκ μέρους των Αιτητών αρ.1 και 3. Οποιαδήποτε συνομιλία είχε ο Αιτητής αρ.2 με τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, ήταν στα πλαίσια παροχής βοήθειας για να προωθήσει τα προβλήματα που είχε και σε καμία περίπτωση ανάλαβε οποιαδήποτε ευθύνη ή υποχρέωση σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Εναγόμενου αρ.4. Περαιτέρω, δεν μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε ιδιοποίηση τη στιγμή που κανένας από τους Αιτητές κατείχαν οποιαδήποτε χρήματα τα οποία ανήκαν στους Καθ’ ων η αίτηση.
Η έγερση της παρούσας Απαίτησης στη βάση της ιδιοποίησης ή άλλων αστικών αδικημάτων, περιλαμβανομένης απάτης, με σκοπό να αποδοθεί δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι ουδεμία αδικοπραξία θα μπορούσε να λάβει χώρα στη Κύπρο. Οι Καθ’ ων η αίτηση, συναλλάσσονταν αποκλειστικά με την Εναγόμενη αρ.4, η οποία έχει έδρα της Σεϋχέλλες. Οι λογαριασμοί των Καθ’ ων η αίτηση, διατηρούνταν από την Εναγόμενη αρ.4 στις Σεϋχέλλες. Οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση ή απάτη έλαβε χώρα ή θα μπορούσε να λάβει χώρα ήταν στις Σεϋχέλλες και όχι στη Κύπρο. Κανένας από τους Αιτητές έχει οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με το ισχυριζόμενο “κούρεμα” ή ιδιοποίηση των χρημάτων των Καθ’ ων η αίτηση.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση για την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στη βάση των ισχυριζόμενων αστικών αδικημάτων.
Άνευ βλάβης των πιο πάνω, το καταλληλότερο forum για την επίλυση της όποιας διαφοράς είναι οι Σεϋχέλλες αφού: 1) Η συμφωνία που υπογράφηκε από τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 με την Εναγόμενη αρ.4, περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας προς όφελος των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών. 2) Η Εναγόμενη αρ.4, δηλαδή η πραγματική συμβαλλόμενη, είναι εγκατεστημένη στις Σεϋχέλλες. 3) Η συμφωνία μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση και της Εναγόμενης αρ.4 έγινε στις Σεϋχέλλες. 4) Όλες οι συναλλαγές φαίνονται να έγιναν στις Σεϋχέλλες. 5) Όλοι οι λογαριασμοί των Καθ’ ων η αίτηση και τα κεφάλαια τους σε αυτούς, φαίνεται να διατηρούνταν στις Σεϋχέλλες. 6) Τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης βρίσκονται στις Σεϋχέλλες. 7) Οι μάρτυρες που θα μπορούσαν να έχουν γνώση των γεγονότων βρίσκονται στις Σεϋχέλλες.
Η προσπάθεια να αποκτήσουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελεί απόπειρα “forum shopping” χωρίς καμία νομική βάση.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη μαρτυρία τους, απορρίπτουν εντόνως όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους Αιτητές και ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι αναληθείς. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η παρούσα αγωγή αφορά δόλο, απάτη, συνωμοσία και ψευδείς παραστάσεις από τους Εναγόμενους σε βάρος των Καθ’ ων η αίτηση. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής γίνεται παραπομπή στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/11/2025 και στα εκεί επισυναπτόμενα τεκμήρια καθώς και στην Έκθεση Απαίτησης ημερομηνίας 31/12/2025. Η αξίωση δεν αφορά συμβατική διαφορά, όπως προσπαθούν οι Εναγόμενοι και οι Αιτητές στην υπό κρίση Αίτηση να παρουσιάσουν.
Η ουσία της Απαίτησης αφορά την απροκάλυπτη, από τους Εναγόμενους, κλοπή της περιουσίας των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι εφάρμοσαν ένα δόλιο σχέδιο το οποίο έθεσαν σε λειτουργία μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι τελευταίοι προτίθεντο να αποσύρουν τα χρήματα από τους λογαριασμούς τους. Αρχικά τους ανάφεραν ότι θα έπρεπε να επιθεωρήσουν (review) τους λογαριασμούς τους και μετά απλά κωλυσιεργούσαν μέχρι που τελικά κούρεψαν τα χρήματα τους. Όπως μάλιστα προέκυψε εκ των υστέρων, την «τακτική» της δήθεν ανάγκης να επιθεωρήσουν τους λογαριασμούς της εφάρμοσαν και σε πολλά άλλα θύματα τους οι Εναγόμενοι, τόσο σε επενδυτές όσο και σε συνεργάτες τους.
Στις 06/12/2025, ήτοι δύο μέρες μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφορήθηκαν για το κλείσιμο των γραφείων της Εναγόμενης αρ.1 στη Λεμεσό αλλά και τον οικειοθελή τερματισμό παροχής υπηρεσιών και την επιστροφή της άδειας λειτουργίας της στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ).
Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι τα αστικά αδικήματα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή τους, έλαβαν χώρα εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και του παρόντος Δικαστηρίου, όπου διαμένουν ή εδρεύουν τουλάχιστον κάποιοι εκ των Εναγόμενων και υφίστανται ισχυροί λόγοι απόκλισης από την εφαρμογή της ρήτρας δικαιοδοσίας. Επιβάλλεται όπως η αγωγή εκδικαστεί συνολικώς για όλους τους Eναγόμενους στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, όπου εδρεύει η Εναγόμενη αρ.1 και έλαβαν χώρα όλα τα γεγονότα. Αυτό, δεδομένου και των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων αλλά και της εμπλοκής και του πρωταγωνιστικού ρόλου που είχαν ο Εναγόμενος αρ.2 (κάτοικος Λεμεσού και διευθυντής της Εναγόμενης αρ.1) και ο Εναγόμενος αρ.3 (διευθυντής και απώτερος ιδιοκτήτης της Εναγόμενης αρ.1 και της Εναγόμενης αρ.4), σε αυτά. Η Εναγόμενη αρ.4, εμπλέκεται ξεκάθαρα στο δόλιο σχέδιο και είναι εν πάση περιπτώσει αναγκαία διάδικος.
Η Αίτηση της Αιτητών αλλά και αυτή της Εναγόμενης αρ.4, είναι κακόπιστες και με αυτές προσπαθούν να αποφύγουν την Κυπριακή Δικαιοσύνη.
Είχε προ καιρού αποφασιστεί ότι η Εναγόμενη αρ.1 θα τερματίσει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και μάλιστα είχε υποβληθεί αίτημα για επιστροφή της άδειας της ΕΚΚ. Στις 04/12/2025 επιδόθηκε η αγωγή και το προσωρινό διάταγμα στην Εναγόμενη αρ.1. Οι πρώτες πληροφορίες ήταν ότι είχε ήδη προ καιρού παρθεί η απόφαση για την επιστροφή της άδειας της Εναγόμενης αρ.1 και ήρθε σε γνώση των Καθ’ ων η αίτηση στις 06/12/2025. Στις 08/12/2025 παραιτήθηκαν οι δύο εκ των τεσσάρων διευθυντών της Εναγόμενης αρ.1 και παρέμειναν μόνο ως διευθυντές οι Εναγόμενοι αρ.2 και 3.
Στις 11/12/2025 οι Εναγόμενοι αρ. 1 – 3 καταχώρησαν Αίτηση για τροποποίηση του μονομερώς εκδοθέντoς διατάγματος ημερομηνίας 03/12/2025, με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την συνόδευε να ήταν εσκεμμένα παραπλανητικό και αναληθές. Είχε ήδη παρθεί η απόφαση για τερματισμό της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, γεγονός που όχι μόνο δεν το αποκάλυψαν αλλά ισχυρίστηκαν αναληθώς ότι το διάταγμα «οδηγεί» με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση και παύση των εργασιών της.
Οι Εναγόμενοι αρ.2 και 3 «βούλιαξαν το καράβι» με σκοπό να καταδολιεύσουν τους Καθ’ ων η αίτηση και άλλους επενδυτές. Όταν καταχωρούσαν την Αίτηση για τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος είχαν ήδη αδειάσει τα γραφεία της Εναγόμενης αρ.1 στη Λεμεσό. Κατέβασαν και τις διαφημιστικές πινακίδες και σημάνσεις της Squared Financial.
Με απλά λόγια η Εναγόμενη αρ.1 οδηγήθηκε εσκεμμένα σε τερματισμό των υπηρεσιών της από τους Εναγόμενους αρ.2 και 3 και συνιστά μέρος του δόλιου σχεδίου των Εναγόμενων αρ.1 – 4. Μάλιστα η ανακοίνωση για τον τερματισμό των εργασιών της Εναγόμενης αρ.1 δημοσιεύτηκε μόλις την 12/12/2025 και μόνον κατόπιν έντονων παραστάσεων στις οποίες προέβησαν οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση προς την ΕΚΚ θέτοντας την εν λόγω Επιτροπή προ των ευθυνών της ως το κατεξοχήν δια νόμου υπεύθυνο σώμα για προστασία των επενδυτών.
Οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη αρ.4 είναι εταιρεία κέλυφος χωρίς καμιά υπόσταση και ότι ουσιαστικά όλα γίνονταν από την Λεμεσό και προκύπτει η άρρηκτη σχέση της Εναγόμενης αρ.1 με την Εναγόμενη αρ. 4.
Τόσο η Εναγόμενη αρ.4 όσο και οι Εναγόμενοι αρ.1 – 3 ψεύδονται για το ότι δήθεν ο Εναγόμενος αρ.3 έπαψε από τον Μάρτιο του 2025 να έχει οιαδήποτε σχέση με την Εναγόμενη αρ.4. Πρόκειται για μια απατηλή συναλλαγή μόνο στα χαρτιά.
Η Εναγόμενη αρ.4 δεν έχει στην ουσία υπόσταση στις Σεϋχέλλες και είναι χρεοκοπημένη και επισυνάπτονται οι τελευταίοι επίσημοι εξελεγμένοι λογαριασμοί της για το έτος που ολοκληρώθηκε το 2023. Από αυτούς προκύπτει, κατά τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, ότι τα έξοδα προσωπικού αντιστοιχούν σε ένα υπάλληλο, γεγονός προδήλως ασύμβατο με τα όσα υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι και ιδίως για μια εταιρεία η οποία υποτίθεται διαχειρίζεται εκατομμύρια. Κατά τα άλλα οι Εναγόμενοι αρ.1 – 3 προσπαθούν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη αρ.4 έχει παρουσία και ουσία στις Σεϋχέλλες.
Επίσης, προκύπτει από τους εν λόγω λογαριασμούς, το ποσό των US$2.138.352 να είναι πληρωτέο στην Εναγόμενη αρ.1. Κατά άλλα θέλουν να πείσουν ότι η εταιρεία έχει υπόσταση στις Σεϋχέλλες και ότι είναι ανεξάρτητη από την Εναγόμενη αρ.1.
Πέραν των πιο πάνω, από πληροφόρηση που έλαβαν, η Εναγόμενη αρ.4 δεν έχει καν δικό της γραφείο αλλά μισθώνει προφανώς τις υπηρεσίες ενός τοπικού παροχέα υπηρεσιών, ήτοι του κ. Wellington Manjengwa. Προφανώς, στεγάζεται μαζί με άλλες πολλές εταιρείες και μάλιστα το γραφείο δεν είναι πάντα ανοικτό.
Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Εναγόμενη αρ.4 είναι εταιρεία «κέλυφος» επιβεβαιώνεται και από τις πιο πάνω πληροφορίες που συλλέχθηκαν. Οι Σεϋχέλλες είναι γνωστές ανά το παγκόσμιο ως η πλέον ελκυστική δικαιοδοσία παροχής υπηρεσιών με ελάχιστο έως καθόλου ρυθμιστικό έλεγχο. Ο αναφερόμενος Wellington Manjengwa, ο οποίος είναι και διευθυντής της Εναγόμενης αρ.4, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας παροχέας υπηρεσιών και όχι πραγματικός υπάλληλος της Εναγόμενης αρ.4.
Πέραν των πιο πάνω, αποκαλύπτεται περαιτέρω και η διασύνδεση της Εναγόμενης αρ.1 με την Εναγόμενης αρ.4. Τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εναγόμενης αρ.4 υπέγραψε ο κ. Van Rooyen. Το πρόσωπο αυτό, ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης ημερ. 11/12/2025 και είναι COO της Εναγόμενης αρ.1. Είναι, επίσης, το ίδιο πρόσωπο το οποίο εκπροσωπεί και ενεργεί για την Εναγόμενη αρ.4 στην συμφωνία ενοικίασης χώρου την οποία αποκάλυψε η κα. Κουτσογιάννη ως τεκμήριο 11. Επίσης, το πρόσφατο πιστοποιητικό διευθυντών της Εναγόμενης αρ.4, κατονομάζει ως διευθυντές της Εναγόμενης αρ.4 τον ως άνω επαγγελματία παροχέα υπηρεσιών κ. Wellington Condai Manjengwa και τον κ. Van Rooyen, ήτοι τον COO της Εναγόμενης αρ.1.
Επιπρόσθετα, παρουσιάζονται γραπτά μηνύματα του Εναγόμενου αρ.3, από τα οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος αρ.3 εξακολουθεί να χειρίζεται ο ίδιος προσωπικά και σε καθημερινή βάση τα ζητήματα της Εναγόμενης αρ.4. Όλες οι επικοινωνίες έλαβαν χώρα μετά τον Μάρτιο του 2025, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ο Εναγόμενος αρ.3 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Εναγόμενους. Αναφέρεται, επίσης, από τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 ότι συνάντησε τον Amro Ali Mohamed Alawour στο Ντουμπάι στις 12/02/2026 και του ανάφερε ότι δεν είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Εναγόμενης αρ.4 και ο οποίος έδειχνε απίστευτα ταραγμένος και τρομοκρατημένος από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος αρ.3 τον ενέπλεξε με αυτόν τον τρόπο σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων και του ισχυρίστηκε ότι είναι μέτοχος της Εναγόμενης αρ.4 μόνο στα χαρτιά και αυτό κατόπιν σχετικής συμφωνίας του με τον Εναγόμενο αρ.3. Μάλιστα τηλεφώνησε ενώπιον του στον Εναγόμενο αρ.2 και φωνασκούσε και ύβριζε για το γεγονός ότι προσπάθησαν να τον εμπλέξουν στην απάτη τους.
Πέραν τούτου, η σχέση της Εναγόμενης αρ.4 με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποκαλύπτεται και από το γεγονός ότι αυτή ήρθε σε συμβιβασμό με την ΕΚΚ καταβάλλοντας το ποσό των €50,000 για ενδεχόμενη παράβαση του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2017. Συνεπώς, κωλύεται εκ της συμπεριφοράς της να προωθεί αίτηση για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του παρόντος του Δικαστηρίου αφού ουσιαστικά έχει η ίδια παραδεχθεί τη σχέση της με τη δικαιοδοσία.
Όσον αφορά τα ζητήματα επίδοσης, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι όλοι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση και εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Ορθά διατάχθηκε η επίδοση μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης, την στιγμή που υπάρχει μονομερές εκδοθέν διάταγμα (άρα ήταν επείγον), το οποίο μάλιστα πάσχιζαν να τροποποιήσουν και έλαβαν, εν τω μεταξύ, μέτρα τροποποίησης του.
Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο κ. Craig Jenkins, επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί του περί προσπάθειας χαρακτηρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση ως απαίτηση δυνάμει δόλου και απάτης και ιδιοποίησης για να δημιουργήσουν μια τεχνητή δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η παρούσα διαφορά δεν είναι τίποτε άλλο από μια κλασσική συμβατική διαφορά. Η συμφωνία ημερομηνίας 12/12/2023 και το πληρεξούσιο έγγραφο επιβεβαιώνουν ξεκάθαρα την ύπαρξη συμβατικής σχέσης με την Εναγόμενη αρ.4 και όχι με την Αιτήτρια αρ.1.
Οι Καθ’ ων η αίτηση ερχόμενοι αντιμέτωποι με αυτή την πραγματικότητα, προσπαθούν να μετακινήσουν το επίκεντρο της διαφοράς από συμβατική σχέση σε ισχυριζόμενη απαίτηση για απάτη και συνωμοσία προσπαθώντας να εμπλέξουν την Αιτήτρια αρ.1 και τους διευθυντές της παρά την μη ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Αιτήτριας αρ.1.
Η πιο πάνω θέση, δηλαδή ότι πρόκειται για μια καθαρά συμβατική σχέση μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Εναγόμενης αρ.4, προκύπτει από την ίδια την μαρτυρία που προσκομίστηκε στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Οι Καθ’ ων η αίτηση παραδέχονται ότι ο λογαριασμός ΜΑΜ δημιουργήθηκε και διατηρείτο από την Εναγόμενη αρ.4.
Σε κάθε περίπτωση κανένα αστικό αδικήματα διαπράχθηκε στην Κύπρο και οι Αιτητές δεν έχουν καμία σχέση και εμπλοκή με την ισχυριζόμενη απάτη και ιδιοποίηση καθότι τα κεφάλαια διατηρούνταν από την Εναγόμενη αρ.4, συμφώνως της σχετικής συμφωνίας και ουδέποτε από την Αιτήτρια αρ.1
Η Εναγόμενη αρ.4 αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από την Αιτήτρια αρ.1. Έχει τους δικούς της διευθυντές και υπαλλήλους, υπόκειται στους ελέγχους και κανονισμούς των Σεϋχελλών και διατηρεί τους δικούς της τραπεζικούς λογαριασμούς μέσω τους οποίους διενεργούνται οι συναλλαγές και μέσω των οποίων διατηρούνται τα κεφάλαια των πελατών της. Το γεγονός ότι ο Αιτητής αρ. 1 στο παρελθόν άνηκε στον ίδιο όμιλο εταιρειών και εμπορευόταν κάτω από την ίδια επωνυμία δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Εναγόμενη αρ.4 αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα.
Οι λογαριασμοί και τα κεφάλαια των Καθ’ ων η αίτηση διατηρούνταν από την Εναγόμενη αρ.4 και όχι από την Αιτήτρια αρ.1.
Η όλη υπόθεση των Καθ’ ων η αίτηση εδράζεται στο λεγόμενο swap – free το οποίο κατ’ ισχυρισμό εφαρμοζόταν στους λογαριασμούς τους. Στην βάση αυτή προσπαθούν να αναγάγουν την επιβολή χρεώσεων σε αστικά αδικήματα ενώ είναι ζήτημα που αφορά τη συμφωνία με την Εναγόμενη αρ.4.
Ο τερματισμός της λειτουργίας της Αιτήτριας αρ. 1 οφείλεται στην έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος, το οποίο την εμποδίζει να διεξάγει τις εργασίες της.
Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής αρ.4 είναι ο πραγματικός δικαιούχος της Εναγόμενης αρ.4. Ο ισχυρισμός, επίσης, ότι ένεκα της επικοινωνίας του Αιτητή αρ.3 με τον Καθ’ ου η αίτηση συνάγεται ότι ελέγχει τις δραστηριότητες της Εναγόμενης αρ.4, δεν ευσταθεί. Τα μηνύματα τα οποία επικαλείται ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Ούτε ο Αιτητής αρ.2 ούτε ο Αιτητής αρ.3 έχουν οποιαδήποτε εξουσία διαχείρισης ή εμπλοκής με τις εργασίες της Εναγόμενης αρ.4.
Με την απαντητική της ένορκη δήλωση η κα. Κελίρη, αρνείται τα όσα προβάλλονται με την πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση και ισχυρίζεται ότι ουδέν νεότερο προβάλλεται παρά επιχειρηματολογία η οποία ήδη είχε προβληθεί. Οι θέσεις που προβάλλονται προσκρούουν στο μαρτυρικό υλικό.
Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αρ.2 δεν δίνει οποιαδήποτε πειστική απάντηση αναφορικά με το τί έκοπτε τον ίδιο ή υπό ποια ιδιότητα διαπραγματευόταν με τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 για τα χρήματα των Καθ’ ων η αίτηση. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αρ.2 παρερμηνεύει τα γραπτά μηνύματα του Αιτητή αρ.3.
Καταλήγοντας, αναφέρει ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή αρ.2 περιέχει άκρως παραπλανητικές αναφορές και ανεδαφικούς ισχυρισμούς.
Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι, επίσης, αγόρευσαν και συμπληρωματικά διευκρινίζοντας τις θέσεις τους. Οι εν λόγω γραπτές και προφορικές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης να τις αναπαράγω. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις και θέσεις των μερών κατά την εξέταση της αίτησης, αν τούτο κριθεί αναγκαίο.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Σύμφωνα με την Αίτηση, ζητείται, ουσιαστικά, ο παραμερισμός της παρούσας Απαίτησης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος και ζητείται η ακύρωση των επιδόσεων. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, τα αιτητικά της παρούσας Αίτησης είναι εν μέρει αλληλένδετα, αφού για να εκδοθεί διάταγμα για να παραχωρηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προϋποθέτει την ύπαρξη, κατ’ αρχάς, δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να εκδικάσει την διαφορά. Από εκεί πέρα και σε περίπτωση ύπαρξης μιας τέτοιας δικαιοδοσίας, παραμένει η εξέταση της ορθότητας του τρόπου με τον οποίο διατάχθηκε η επίδικη επίδοση.
Η όλη ουσία της Αίτησης εδράζεται στον ισχυρισμό ότι δεν αποκαλύπτεται καλή αιτίας αγωγής καθότι η διαφορά είναι συμβατική μεταξύ της Εναγόμενης αρ.4 και των Καθ’ ων η αίτηση. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξεταστεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και/ή καλής αιτίας αγωγής και κατά πόσο υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να εκδικάσει την διαφορά και το δικαίωμα του Εναγόμενου να την αμφισβητήσει, εξετάζεται κατά προτεραιότητα, με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Εναγόμενος ο οποίος αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστήριο για να εκδικάσει την απαίτηση, δύναται να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο με το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του (βλ. Μέρος 12(1)). Για να δύναται να ασκήσει αυτό το δικαίωμα του, ο εναγόμενος θα πρέπει, πρώτα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση του αυτή (βλ. Μέρος 12(2)) και ακολούθως να υποβάλει αίτηση εντός 14 ημέρων από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης, η οποία να υποστηρίζεται από μαρτυρία (βλ. Μέρος 12(3)).
Δεν αμφισβητείται στην παρούσα περίπτωση, ότι οι Αιτητές έχουν συμμορφωθεί με τις πιο πάνω δικονομικές πρόνοιες και/ή δεν εγείρεται οποιονδήποτε άλλο δικονομικό ζήτημα από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση. Δεν παραβλέπω ότι στο Σημείωμα Εμφάνισης σημειώνεται και η ένδειξη ότι οι Αιτητές προτίθεται να αμφισβητήσουν την απαίτηση, πέραν από την ένδειξη ότι θα αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία. Είναι ορθό να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις που εναγόμενος επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία θα πρέπει να ακολουθήσει πιστά τις δικονομικές πρόνοιες, καθότι σε αντίθετη περίπτωση ενδέχεται να θεωρηθεί ότι αυτός έχει αποδεχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Hoddinot v. Persimmon Homes (Wessex) Ltd [2008] 1 WLR 806 και Burns – Anderson Independent Network Plc v. Wheeler [2005] EWHC 575). Βέβαια, η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να κριθεί ότι η σημείωση και της ένδειξης στο Σημείωμα Εμφάνισης, ότι οι Αιτητές θα αμφισβητήσουν την απαίτηση αποτελεί κώλυμα σε αυτούς να προχωρήσουν και να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία. Στην παρούσα περίπτωση το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 11/12/2025 και η παρούσα Αίτηση στις 28/01/2026. Παρόλα αυτά προηγήθηκαν εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου με δηλωμένη την πρόθεση των Αιτητών να προβούν στο παρόν διάβημα και ο χρόνος καταχώρισης του είχε παραταθεί από το Δικαστήριο μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας Αίτησης. Δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο από τους Αιτητές που να υποδηλώνει ότι ο Αιτητές έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία (βλ. Massey v. Glover [2006] EWHC 2323 (Ch) ).
Πέραν των πιο πάνω, το Μέρος 12(6) προνοεί ότι διάταγμα το οποίο περιέχει αναγνωριστική δήλωση ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί, επίσης, να περιέχει περαιτέρω πρόνοιες, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, παραμερισμό του εντύπου απαίτησης και της επίδοσης αυτού.
Oι Aιτητές, επίσης, επιζητούν τον παραμερισμό του εντύπου απαίτησης, λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος. Ο Κανονισμός 3.3 (2)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο, αν διαπιστώσει ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης. Ανάλογη πρόνοια, περιλαμβανόταν και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στην Δ.27, Θ.3. Σύμφωνα με τη νομολογία επί της παλαιάς Διαταγής, η διαγραφή δικογράφου, συνιστούσε εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείτο μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείτο νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων (2004) 1Γ Α.Α.Δ. 1852) και Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1Β Α.Α.Δ. 1316). Τέτοιου είδους αιτήσεις, κρίνονταν αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία τις υποστήριζε και μια τέτοια μαρτυρία δεν γινόταν αποδεκτή (βλ. Halsbury’s Laws of England, 4th edition, vol. 37, para 436).
Με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, προκύπτει, η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις να μην απαγορεύεται, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 23(4) και (5). H πιο πάνω πρόνοια δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί από το Εφετείο, αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να εφαρμόζεται. Άντληση καθοδήγησης, όμως, μπορεί να γίνει από την Αγγλική νομολογία η οποία έχει ερμηνεύσει αντίστοιχη πρόνοια που βρίσκεται στους CPR, r.3.4(2)(a). Στο σύγγραμμα BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, para. 33.8, p. 581, αναφέρονται τα εξής:
“According to Potter LJ in Partco Group Ltd v. Wragg [2002] EWCA Civ. 594, [2002] 2 Lloyd’s Rep 343 at [46], cases where striking out under CPR, R.3.4(2)(a), is appropriate include:
(a)Where the statement of case raises an unwinnable case where continuing the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides (Harris v Bolt Burdon [2000] CPLR9); and
(b)Where the statement of case does not raise a valid claim or defence as a matter of law (Price Meats Ltd v Barclays Bank plc [2000] 2 All ER (Comm) 346)”
Όταν, όμως, υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν ή όταν εγείρεται νομικό σημείο το οποίο δεν δύναται να απαντηθεί ξεκάθαρα και δεν είναι ξεκάθαρη η νομολογία επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να διαγράφεται το δικόγραφο αλλά θα πρέπει τα ζητήματα αυτά να αφήνονται να αποφασιστούν στη δίκη (βλ. Hughes v Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ. 266 και D v East Berkshire Community Health NHS Trust [2005] UKHL 23, [2005] AC 373).
Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, περιλαμβάνονται στο Μέρος 6.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας χωρίς να χρειάζεται η αναπαραγωγή τους στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, όμως, σχετικές είναι οι πρόνοιες ότι επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εντύπου απαίτησης μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο όταν εγείρεται απαίτηση για την οποία το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (6.8(α)), όταν εγείρεται απαίτηση σε σχέση με σύμβαση, όταν η σύμβαση διέπεται από το κυπριακό δίκαιο (6.8(η)(iii)) ή όταν εγείρεται απαίτηση για αστικό αδίκημα όταν επήλθε ή θα επέλθει η ζημιά εντός της δικαιοδοσίας ή η ζημιά η οποία επήλθε ή θα επέλθει προκύπτει από πράξη η οποία διαπράχθηκε ή πιθανόν να διαπραχθεί εντός της δικαιοδοσίας (6.8(κ)(i) και (ii) ).
Η αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εντύπου απαίτησης σε εναγόμενο εκτός Κύπρου γίνεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και υποστηρίζεται από μαρτυρία, η οποία ικανοποιεί το δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και δηλώνει τον τόπο ή χώρα στην οποία ο εν λόγω εναγόμενος βρίσκεται ή ενδέχεται να βρίσκεται, και κατά πόσον ο εν λόγω εναγόμενος είναι Κύπριος πολίτης ή όχι, και τους λόγους για τους οποίους καταχωρίζεται η αίτηση, και καμία τέτοια άδεια δεν παραχωρείται εκτός αν καταστεί επαρκώς εμφανές στο δικαστήριο ή στον δικαστή ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου, δυνάμει του παρόντος Μέρους (6.10(1) ).
Στην περίπτωση παραχώρησης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ο εναγόμενος θεωρεί ότι δεν έπρεπε να είχε παραχωρηθεί, μπορεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
Αίτηση για παραμερισμό της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αποφασίζεται με αναφορά στη θέση που ίσχυε κατά το χρόνο που παραχωρήθηκε μια τέτοια άδεια και όχι με αναφορά σε περιστάσεις κατά το χρόνο εξέτασης της αίτηση για παραμερισμό, αν και μετέπειτα γεγονότα μπορούν να ρίξουν φως στους λόγους που ήταν σχετικοί κατά το χρόνο εκείνο (βλ. BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, para.19.3, p. 430 και Erste Group Bank AG London Branch v. JSC VMZ Red October [2015] 1 CLC 706).
Σύμφωνα με την παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27, Θ.1, το Δικαστήριο είχε εξουσία να προβαίνει σε προδικασμό σημείων, τα οποία ήταν αμιγώς νομικά σημεία και η βάση των γεγονότων επί των οποίων θα αποφασίζονταν ήταν παραδεκτή. Σε περίπτωση που υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα ή όταν το σημείο που εγειρόταν ήταν εν μέρει νομικό και εν μέρει πραγματικών γεγονότων, δεν εκδιδόταν διαταγή για προδικασμό. Διαταγή για προδικασμό εκδιδόταν με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικά καθαρές περιπτώσεις (βλ. Pavlou v. Hellenic Bank Ltd (1990) 1 A.A.Δ. 483, ΚΟΤ v. Philippa Estates Ltd κ.α. (1999) 1 (B) A.A.Δ. 1431, Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 949 και Malactou v. Armeftis (1984) 1 C.L.R. 548).
Με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες, ανάλογα με τη φύση τους, μπορεί να εφαρμόσει συγκεκριμένα «τεστ» για να αποφασίσει, όπως αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω και αφορά τη διαδικασία παραμερισμού του εντύπου απαίτησης λόγω μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής. Άλλο παράδειγμα, είναι η αίτηση για συνοπτική απόφαση, όπου το τεστ είναι η ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης (real prospect of success) σε αντίθεση από την ύπαρξη μιας φαντασιώδους (fanciful) προοπτικής (βλ. Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91), χωρίς όμως το Δικαστήριο να προβαίνει στη διεξαγωγή μικρής δίκης (mini trial) και σε βάθος αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων. Γενικότερα, όμως, όπως προκύπτει, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε ενδιάμεσες διαδικασίες να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών.
Σε ότι αφορά ζητήματα δικαιοδοσίας, αυτά κατά βάση αποφασίζονται επί των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Στην περίπτωση αιτήσεων για να επιτραπεί η επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση ότι η απαίτηση εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες, για τις οποίες επιτρέπεται η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της (βλ. Αltimo Holdings and Investments Ltd v. Kyrgyz Mobil Tel Ltd [2001] UKPC 7, [2012] 1 WLR 1804). Στο σύγγραμμα BLACSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, para.16.43, p. 385 αναφέρεται ότι το τεστ για το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι το ίδιο με αυτό που εφαρμόζεται για την συνοπτική απόφαση, δηλαδή “whether there is a real (as opposed to a fanciful) prospect of success (e.g. Carvill America Inc v Camperdown UK Ltd [2005] EWCA Civ. 645, 2 Lloyd’s Rep 457). Where a question of law goes to the existence of jurisdiction, the court will normally decide it, rather than treating it as a question of whether there is a good arguable case, unless the facts are not clear (on the basis of the pleaded case) or the point of law is exceptionally difficult and doubtful (Lungowe v Veranda Resources plc [2017] EWCA Civ. 1528, LTL 02/11/2017).
Αναφορικά με το τεστ για την «καλή συζητήσιμη υπόθεση» αναφέρεται: “Ιn this context, good arguable case has been held to mean that one side has a much better argument than the other (Canada Trust Co v. Stolzenberg (No.2) [1998] 1 WLR 547, [2002] 1 AC; Bols Distilleries BV v Superior Yacht Services Ltd [2006] UKPC 45, [2007] 1 WLR 12).”
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αλλά και από τις αγορεύσεις των Αιτητών, το κύριο ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι ότι δεν αποκαλύπτεται καλή αιτία αγωγής εναντίον των Αιτητών αρ.1 - 3. Η δόμηση της αγωγής στη βάση διάπραξης αστικών αδικημάτων είναι τεχνητή για να αποκτήσουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια ενώ στην ουσία αφορά συμβατική διαφορά μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση και της Εναγόμενης αρ.4, στην οποία υπάρχει ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει τη διαφορά. Η θέση, όπως μπορεί να συνοψισθεί, είναι ότι υπάρχει υπογραμμένη συμφωνία μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση με την Εναγόμενη αρ.4, για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, στην οποία περιέχεται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας στα Δικαστήρια των Σεϋχελλών και εφαρμοζόμενο δίκαιο είναι αυτό της εν λόγω χώρας. Αν και η αξίωση φαίνεται να εδράζεται σε αστικά αδικήματα, εντούτοις αυτό γίνεται με σκοπό να αποκτήσει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο και η ουσία της διαφοράς αφορά παράβαση σύμβασης.
Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η αξίωση τους δεν στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας αλλά στα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης, των ψευδών παραστάσεων, τη συνωμοσίας όλων των εναγόμενων με σκοπό την καταδολίευση και της ιδιοποίησης.
Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας η οποία έχει προσκομιστεί από αμφότερες τις πλευρές και έλαβα υπόψη μου την Έκθεση Απαίτησης. Όντως η αξίωση των Καθ’ ων η αίτηση, στηρίζεται στα πιο πάνω αστικά αδικήματα. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι όλοι οι εναγόμενοι συνδέονται μεταξύ τους κάτω από την εμπορική επωνυμία Squared Financial και οι διαπραγματεύσεις για την κατάληξη σε συνεργασία γίνονταν στη Λεμεσό. Παρουσίασαν στον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, ότι μπορούσαν να του παράσχουν επενδυτικούς λογαριασμούς σε χρυσό με swap – free χρησιμοποιώντας την Εναγόμενη αρ.4. Επίσης, του ανάφεραν ότι η Εναγόμενη αρ.1 είναι Κυπριακή δεόντως αδειοδοτημένη εταιρεία από την ΕΚΚ και όλες οι συναλλαγές θα γίνονταν από την Κύπρο, Λεμεσό. Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι η Αιτήτρια αρ.1 και η Εναγόμενη αρ.4 είναι ένα και το αυτό και ότι η Εναγόμενη αρ.4 είναι μια εταιρεία κέλυφος. Η πραγματική βάση και η «σάρκα» της Squared Financial βρίσκεται στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, όπου εργοδοτείται και εργάζεται το προσωπικό της με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 είχε αμέτρητες συναντήσεις, επαφές και επικοινωνίες τα τελευταία 2 χρόνια.
Η όλη ουσία της υπόθεσης των Καθ’ ων η αίτηση, όπως αποκαλύπτεται, αφορά την ισχυριζόμενη συνωμοτική και καθόλα δόλια και παράνομη συμπεριφορά των Εναγόμενων και την ιδιοποίηση (embezzlement) των κεφαλαίων τους, που οι Ενάγοντες είχαν κατατεθειμένα στους επενδυτικούς τους λογαριασμούς.
Γίνεται αναφορά, επίσης, στη σχέση των Εναγόμενων μεταξύ τους. Ο Εναγόμενος αρ.3, είναι ουσιαστικά ο ιδιοκτήτης της εμπορικής επωνυμίας Squared Financial αλλά και των Εναγόμενων αρ.1 και 4 και ο Εναγόμενος αρ.2 είναι διευθυντής της Εναγόμενης αρ.1 και είναι το δεξί χέρι και ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα για τον Εναγόμενο αρ.3.
Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, είναι ότι όλοι οι Εναγόμενοι λειτουργούν κάτω από την πιο πάνω επωνυμία, στη Λεμεσό, ένα μοντέλο που χρησιμοποιούν και αρκετοί ανταγωνιστές τους. Δηλαδή, το να έχουν μια κυπριακή (ευρωπαϊκή) επενδυτική εταιρεία αδειοδοτημένη από την CySEC (Εναγόμενη αρ.1), κάτι που προσδίδει κύρος προσελκύοντας περισσότερους επενδυτές, ενώ παράλληλα και στην ουσία να διατηρούν υπεράκτια εταιρεία (Εναγόμενη 4), με το ίδιο όνομα, κάτω από την ίδια εμπορική επωνυμία, ώστε να προσφέρουν πιο «ελκυστικές» υπηρεσίες – προϊόντα, με καλύτερες αποδόσεις για τον επενδυτή σε ένα περιβάλλον λιγότερο ελεγχόμενο (less regulated) και συνάμα θεωρητικά γεωγραφικά «απομακρυσμένο» και άρα δυσκολότερα προσβάσιμο σε περίπτωση διαφοράς, ήτοι αυτό των Σεϋχελλών.
Οι Εναγόμενοι αρ.2 και 3 είναι δύο από τους τέσσερεις διευθυντές της Εναγόμενης αρ.1 και τους αποδίδεται ενεργή συμμετοχή στην απάτη και ότι αυτοί αποτελούν τα ιθύνοντα πρόσωπα.
Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, στη βάση του ότι δεν θα υπήρχαν χρεώσεις αλλά θα υπήρχαν και καλύτερες αποδόσεις στις επενδύσεις τους, συνεργάστηκε με τους Εναγόμενους οι οποίοι του δημιούργησαν ένα κεντρικό λογαριασμό / master account (MAM) κάτω από τον οποίο ετέθησαν ένας έκαστος των λογαριασμών που ανοίχτηκαν για όλους τους Καθ’ ων η αίτηση. Για να γίνει αυτό, τον Καθ’ ου η αίτηση τον έπεισε ο Εναγόμενος αρ.3, εξηγώντας του τον τρόπο που λειτουργούσαν οι Εναγόμενοι. Ειδικότερα, στην επιμονή του Καθ΄ ου η αίτηση αρ.1 ότι ο λογαριασμός θα έπρεπε να ήταν swap – free, ο Εναγόμενος αρ.3 του είπε να μην ανησυχεί καθότι θα μπορούσαν του προσφέρουν το προϊόν αυτό μέσω της Εναγόμενης αρ.4, όμως, στην ουσία τα πάντα θα γίνονταν από τα γραφεία της Αιτήτριας αρ.1, στη Λεμεσό και ότι η Εναγόμενη αρ.4 είναι κάτω από την ομπρέλα της εμπορικής επωνυμίας Squared Financial, που ανήκει στην Αιτήτρια αρ.1 η οποία υπόκειται σε έλεγχο από την CySEC. Του ανάφερε, επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων της Squared Financial βρίσκονται στη Λεμεσό. Ουδέποτε ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 υποσχέθηκε να φέρει περισσότερους επενδυτές ή χρήματα στην Squared Financial. Οι υπάλληλοι που χειρίζονταν τους εν λόγω λογαριασμούς και με τους οποίους επικοινωνούσε, βρίσκονταν στη Λεμεσό.
Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι ουδέποτε χρεώθηκαν οι λογαριασμοί τους με χρεώσεις και όταν δύο φορές έγινε, οι χρεώσεις επιστράφηκαν διότι έγιναν εκ λάθους.
Η χρέωση αναδρομικών χρεώσεων, μετά από την πρόθεση των Καθ’ ων η αίτηση να αποσύρουν τα χρήματα, αποτελεί ξεκάθαρα παράνομη απόφαση εκ μέρους των Εναγόμενων, η οποία καταδεικνύει τη δολιότητα και κακοπιστία τους. Πρόκειται για μια ξεκάθαρα παράνομη απόφαση εκ μέρους των Εναγόμενων, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απροκάλυπτη κλοπή της περιουσίας των Καθ’ ων η αίτηση και ένα δόλιο σχέδιο, το οποίο έθεσαν σε εφαρμογή μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προτίθενται να αποσύρουν χρήματα από τους λογαριασμούς τους. Προς τούτο, παραθέτουν στην Έκθεση Απαίτησης τους, λεπτομέρειες δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων.
Τα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι και συγκεκριμένα το δικαίωμα τους να επιβάλουν αναδρομικά χρεώσεις και μάλιστα ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτές, ενόψει της υπόλοιπης μαρτυρίας που παρουσιάζουν, αναφέρουν ότι καταδεικνύει την δολιότητα και κακοπιστία των Εναγόμενων και την πρόθεση τους να υφαρπάξουν την περιουσία των Καθ’ ων η αίτηση με το έτσι θέλω. Παρουσιάζουν τους Όρους και Προϋποθέσεις «Version 13 – July 2025», oι οποίοι παρόλο που τέθηκαν σε εφαρμογή τον Ιούλιο του 2025, χρησιμοποιούνται για να επιβάλουν χρεώσεις στους Καθ’ ων η αίτηση για συναλλαγές που έκαναν το 2024 και οι όροι και προϋποθέσεις ήταν διαφορετικοί. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να ίσχυαν οι εν λόγω όροι, αυτοί είναι προδήλως παράνομοι και καταχρηστικοί.
Στη συνέχεια και με βάση τη μαρτυρία των Καθ’ ων η αίτηση, γίνεται αναφορά στις συναντήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 και Εναγόμενων, στα γραφεία τους στη Λεμεσό σε μια προσπάθεια εξεύρεσης λύσης. Στη συνάντηση ημερομηνίας 11/11/2025, συντονιστής της οποίας ήταν ο Εναγόμενος αρ. 2, ξεκαθάρισε ότι η Squared Financial, αποφάσισε να επιβάλει αναδρομικά swap charges στους λογαριασμούς των Καθ’ ων η αίτηση. Στη συνάντηση ημερομηνίας 12/11/2025 στα γραφεία των Εναγόμενων στη Λεμεσό, έλαβε μέρος και ο Εναγόμενος αρ.3, μέσω τηλεδιάσκεψης, ο οποίος ήταν επιθετικός και απείλησε τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 ότι αν στραφεί εναντίον τους δικαστικώς οι δικηγόροι του θα τον “κυνηγήσουν” μέχρι τέλους και θα τον καταστρέψουν προσωπικά.
Η όλη υπόθεση των Καθ’ ων η αίτηση αφορά στην κλοπή των κεφαλαίων τους από τους Εναγόμενους και η Εναγόμενη αρ.4 δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εταιρικό όχημα που χρησιμοποιεί ο Αιτητής αρ.3, απώτερος ιδιοκτήτης της Αιτήτριας αρ. 1. Λειτουργούν κάτω από το επιχειρησιακό μοντέλο της Squared Financial και την αθέμιτη εκμετάλλευση της άδεια της Αιτήτριας αρ.1.
Υπάρχουν ισχυρισμοί, επίσης, ότι η Squared Financial αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και εν τέλει αυτή έκλεισε τα γραφεία της στη Λεμεσό και η Αιτήτρια αρ.1 παράδωσε την άδεια της στην ΕΚΚ.
Όλα τα πιο πάνω γεγονότα και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η αίτηση καταδεικνύουν ότι οι αιτίες αγωγής τους εδράζονται στα πιο πάνω αναφερόμενα αστικά αδικήματα. Αποδίδουν σε όλους τους Εναγόμενους ένα συνωμοτικό σχέδιο με σκοπό να υφαρπάξουν τα κεφάλαια τους τα οποία βρίσκονταν στους επενδυτικούς τους λογαριασμούς. Περιγράφουν την δομή των Εναγόμενων και ότι στην ουσία η συμφωνία με την Εναγόμενη αρ.4, ήταν μέρος του όλου σχεδίου για υφαρπαγή των χρημάτων τους.
Έχω συνυπολογίσει τα όσα οι Αιτητές αναφέρουν και ειδικότερα το γεγονός ότι υπάρχει υπογραμμένη συμφωνία μεταξύ Εναγόμενης αρ.4 και Καθ’ ων η αίτηση με ξεκάθαρη ρήτρα δικαιοδοσίας, η οποία κατά την θέση τους, δεν αμφισβητείται από τους Καθ’ ων η αίτηση. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου τη θέση τους ότι η ουσία της διαφοράς είναι συμβατική και ότι δεν τίθεται ζήτημα διάπραξης αστικών αδικημάτων από τους Αιτητές αρ.1 – 3. Οι Καθ’ ων η αίτηση, όμως, όπως προκύπτει δεν βασίζουν την αξίωση τους σε παράβαση σύμβασης. Φαίνεται και προκύπτει να εντάσσουν την εν λόγω συμφωνία, ως μέρος του όλου συνωμοτικού σχεδίου των Εναγόμενων και ότι αποτελεί το μέσο για την υφαρπαγή των χρημάτων τους. Κατά συνέπεια, παρά την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας, οι Καθ’ ων η αίτηση, δεν προκύπτει να εδράζουν την αξίωση τους σε αυτήν, έτσι ώστε το Δικαστήριο να πρέπει και να μπορεί, στο στάδιο αυτό, να κρίνει και να εξετάσει την εν λόγω ρήτρα για να αποφασίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας.
Άλλωστε και οι Αιτητές, αναγνωρίζουν ότι η αξίωση εδράζεται επί αστικών αδικημάτων. Εκείνο το οποίο ισχυρίζονται, όμως, είναι ότι αυτά είναι επίπλαστα με σκοπό να αποκτήσει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο και ότι η ουσία της διαφοράς αφορά την παράβαση της συμφωνίας μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Εναγόμενης αρ.4. Κατά συνέπεια, αναφέρουν, δεν αποκαλύπτεται καλή αιτία αγωγής και δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
Έχω λάβει υπόψη μου την εν λόγω εισήγηση και έχω διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί. Προκύπτει από αυτήν, οι Καθ’ ων η αίτηση να παρουσιάζουν επαρκή στοιχεία, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας από την οποία να καταδεικνύεται το αγώγιμο δικαίωμα τους. Ειδικότερα, υπάρχουν επαρκείς ισχυρισμοί και στοιχεία – τεκμήρια για τον ισχυριζόμενο τρόπο που οι Εναγόμενοι λειτουργούσαν και τον τρόπο που παρουσιάζονταν στο κοινό. Υπάρχει, περαιτέρω, επαρκής μαρτυρία για το γεγονός ότι όλα τα γεγονότα έλαβαν χώρα στη Λεμεσό και όλες οι επαφές με την εμπλοκή όλων των εναγόμενων γίνονταν και έγιναν στη Λεμεσό. Ακόμα και μετά την απόφαση των Εναγόμενων να επιβάλουν χρεώσεις, εμπλοκή στο όλο ζήτημα είχαν οι Αιτητές αρ.2 και 3. Οι Αιτητές δίνουν εξήγηση για αυτό και αναφέρουν ότι ο ρόλος τους ήταν βοηθητικός και τίποτε άλλο αφού δεν είχαν οποιαδήποτε εξουσία στα ζητήματα της Εναγόμενης αρ.4. Τούτο, όμως, δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη δίκη.
Αντικρουόμενα γεγονότα υπάρχουν και σε σχέση με τη σύνδεση των Αιτητών αρ.1, 2 και 3 με την Εναγόμενη αρ.4. Παρουσιάζονται, επαρκή στοιχεία από πλευράς Καθ’ ων η αίτηση για να καταδείξουν την σύνδεση τους, όπως αλληλογραφία, επικοινωνίες και συναντήσεις καθώς και αναφορές του Αιτητή αρ.3 για τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους με σκοπό να πείσει τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 και μέσω αυτού τους υπόλοιπους Καθ’ ων η αίτηση να συναλλαχθούν με τους Εναγόμενους. Παρουσιάζονται, επίσης, στοιχεία για να καταδείξουν τη σύνδεση της Εναγόμενης αρ.4 με την Αιτήτρια αρ.1 και τους υπόλοιπους Εναγόμενους, όπως εξελεγμένοι λογαριασμοί και σχετικά πιστοποιητικά μετόχων και διευθυντών των Εναγόμενων αρ.1 και 4. Υπάρχει, επίσης, μαρτυρία αναφορικά με την αλλαγή μετόχων της Εναγόμενης αρ.4 στις 13/03/2025, όπως ισχυρίζεται η Εναγόμενη αρ.4 και ότι ο Αιτητής αρ.3 έκτοτε δεν είχε καμία σχέση. Οι Αιτητές αρ.1 - 3, παρουσιάζουν τη δική τους εκδοχή για την σχέση τους με την Εναγόμενη αρ.4 και ισχυρίζονται στην ουσία ότι δεν είχαν καμία σχέση. Αν και παραδέχονται ότι σε κάποιο προγενέστερο στάδιο η Αιτήτρια αρ.1 και η Εναγόμενη αρ. 4 ήταν συνδεδεμένες και μετά διαχωρίστηκαν, εξ’ ου και η Αιτήτρια αρ.1 κατέληξε σε συμβιβασμό με την ΕΚΚ για την καταβολή προστίμου, όπως παρουσιάζεται στην Αίτηση της Εναγόμενης αρ.4, στην οποία οι Αιτητές παραπέμπουν.
Όλα τα πιο πάνω αντικρουόμενα γεγονότα, όμως, θα πρέπει να τύχουν αξιολόγησης κατά τη δίκη και δεν είναι εφικτό στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα.
Η όλη ουσία, όμως, είναι ότι στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των Καθ’ ων η αίτηση, της μαρτυρίας που έχουν παρουσιάσει και των σχετικών τεκμηρίων, αυτοί καταδεικνύουν εύλογη αιτία αγωγής, η οποία εδράζεται επί των πιο πάνω αναφερόμενων αστικών αδικημάτων. Η αξίωση τους δεν εδράζεται επί της ισχυριζόμενης από πλευράς Αιτητών συμφωνίας με την Εναγόμενη αρ.4 και δεν προκύπτει στο στάδιο αυτό ότι η ουσία της όλης διαφοράς είναι η παράβαση της εν λόγω σύμβασης. Για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα το Δικαστήριο απαιτείται αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών, κάτι που εκφεύγει του σταδίου αυτού (βλ. Digimed Communications Ltd v. 1. Matra Marconi Space UK Ltd κ.α. (2010) 1Α Α.Α.Δ 625)
Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία και μαρτυρία ικανά, για σκοπούς του σταδίου αυτού να καταδείξουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον όλων των Εναγόμενων, ως απαιτείται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να προβώ σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Αρκεί να αναφέρω ότι με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η Αίτηση και τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί μέχρι στιγμής καταδεικνύεται προοπτική επιτυχίας της αξίωσης και εύλογη αιτία αγωγής.
Στην βάση των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση και σε σχέση με τους Αιτητές αρ. 1 και 2, κρίνω ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου θα πρέπει να ανευρεθεί με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 1215/2012.
Κατ’ αρχάς κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει το στοιχείο της αλλοδαπότητας, το οποίο είναι αναγκαίο για να έχει εφαρμογή ο Κανονισμός 1215/2012. Η Αιτήτρια αρ. 1 έχει έδρα την Κύπρο (βλ. σκέψη 63). Ο Αιτητής αρ.2 είναι κάτοικος Κύπρου. Ο Αιτητής αρ.3 προκύπτει να είναι κάτοικος Μονακό ενώ η Εναγόμενη αρ.4 έχει την έδρα της στις Σεϋχέλλες. Τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα προκύπτει να διαπράχθηκαν στην Κύπρο, με την συμμετοχή όλων των εναγόμενων και η διαφορά είναι εμπορικής φύσεως (βλ. Σκέψη 13 και Άρθρο 4(1) του Κανονισμού και απόφαση του ΔΕΕ C-412/98, Group Josi, σκέψη 61, Ημερομηνίας 13/07/2000). Στην Owusu v. Jackson Case C-281/02 αναφέρθηκε στη σκέψη 26 ότι «Η εμπλοκή συμβαλλομένου κράτους και τρίτου κράτους, λόγω, π.χ., της κατοικίας του ενάγοντος και ενός εναγόμενου στο πρώτο κράτος και της τελέσεως των επίμαχων πράξεων στο δεύτερο κράτος, είναι και αυτή ικανή να προσδώσει διεθνή χαρακτήρα στην επίμαχη έννομη σχέση». Κατά συνέπεια, κρίνω ότι υπάρχει το στοιχείο της αλλοδαπότητας στην παρούσα υπόθεση και εφαρμόζεται ο Κανονισμός.
“O πιο πάνω Κανονισμός που καθορίζει την διεθνή δικαιοδοσία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρει στο Άρθρο 4.1 ως γενική αρχή ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος - μέλος της Ένωσης, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους.
Στην υπόθεση Owusu v. Jackson Case C-281/02, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) αποφάσισε (παρ.37) ότι το άρθρο 2 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 που καθόριζε αποκλειστική δωσιδικία κατοικίας του εναγόμενου, είχε επιτακτικό χαρακτήρα και ότι μπορούσε να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει η διάταξη αυτή, μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονταν από τη Σύμβαση. Τονίστηκε επίσης ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών, απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία, την οποία αντλεί από το Άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλομένου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους ή η ως άνω διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
Παρά το ότι η συνθήκη των Βρυξελλών έχει αντικατασταθεί από τον Κανονισμό 44/2001 και στην συνέχεια από τον Κανονισμό 1215/2012, η αρχή που τέθηκε στην Owusu (ανωτέρω) συνεχίζει να έχει εφαρμογή αφού η εν λόγω υπόθεση έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.ά. Πολ. Έφ. 13/2009 ημερ. 27.3.2012 και The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v Hapag-Lloyd AG Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 38/2016 ημ. 21/06/2018).
Είναι σαφές ότι ο Κανονισμός καθορίζει ως βασικό κανόνα, την αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου. Η δωσιδικία αυτή θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο (βλ. παρ. 15 στο προοίμιο του Κανονισμού). Έτσι στον γενικό αυτό κανόνα που αναφέρεται στην νομική ορολογία ως “δωσιδικία της κατοικίας του εναγόμενου”, ο Κανονισμός καθορίζει κάποιες εξαιρέσεις.»
Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και από τις πρόνοιες και φιλοσοφία του Κανονισμού (βλ. Σκέψη 15) είναι ότι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου. Στην The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v Hapag-Lloyd AG (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι “Από το πνεύμα και το γράμμα των συνδυασμένων προνοιών του Κανονισμού, άρθρου 4(1) ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Κανονισμός δεν εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, σε περίπτωση συντρέχουσας αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας ή εκεί όπου προκύπτει παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού.”
Πέραν των πιο πάνω, το Άρθρο 5 του Κανονισμού προνοεί ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου. Το Άρθρο 7
(2) του Κανονισμού προνοεί πως τέτοια πρόσωπα μπορούν να εναχθούν σε κράτος μέλος «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·»
Επιπρόσθετα, το Άρθρο 8(1) του Κανονισμού προνοεί ότι ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί, εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους.
Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές αρ.1 και 2 είναι κάτοικοι Κύπρου και εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 4 του Κανονισμού, το οποίο προνοεί για την γενική δωσιδικία. Οι πρόνοιες του Άρθρου 7(2) του Κανονισμού δίδουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ αυτού και της γενικής δωσιδικίας του Άρθρου 4. Στην παρούσα περίπτωση, η κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των αστικών αδικημάτων ή το ζημιογόνο αποτέλεσμα έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Οι ενάγοντες επέλεξαν να προωθήσουν την αγωγή τους στην Κύπρο όπου είναι ο ίδιος τόπος της κατοικίας των Αιτητών αρ. 1 και 2 και της διάπραξης των αστικών αδικημάτων. Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έχει το Άρθρο 4 το οποίο παρέχει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια.
Όσον αφορά τον Αιτητή αρ. 3, αυτός προκύπτει να είναι κάτοικος του Μονακό, δηλαδή σε χώρα εκτός της Ένωσης. Εφόσον η κατοικία του Αιτητή αρ.3 βρίσκεται σε τρίτη χώρα και ο τόπος της αδικοπραξίας ή του ζημιογόνου αποτελέσματος εντοπίζεται σε χώρα μέλος, δεν εφαρμόζεται για αυτόν το Άρθρο 7(2) του Κανονισμού. Το ίδιο ισχύει και για το Άρθρο 8 του Κανονισμού, το οποίο, επίσης, επικαλείται ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση. Και τούτο διότι η κατοικία του Αιτητή αρ. 3 είναι σε τρίτη χώρα και δεν μπορεί να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Άρθρου 8 του Κανονισμού, το οποίο προνοεί για την παθητική δικαιοδοσία. Σε μια τέτοια περίπτωση η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του δικάζοντος Δικαστηρίου (βλ. το σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία κατ’ άρθρον του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια (1215/2012), σελ. 217 και 218 και ΔΕΕ 11.4.2013 (Land Berlin / Sapir) C-645/2011, σκέψεις 51-55). Ο Κανονισμός 6, επίσης, δεν αποκλείει τη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αν ο εναγόμενος κατοικεί εκτός του εδάφους του κράτους μέλους της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, ο Κανονισμός 6 παραπέμπει αποκλειστικά στο εθνικό δίκαιο του forum.
Κατά συνέπεια, η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με τον Αιτητή αρ. 3 θα πρέπει να ανευρεθεί με βάση τις πρόνοιες του εσωτερικού δικαίου.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η αξίωση εδράζεται στα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης, των ψευδών παραστάσεων, της συνωμοσίας και της ιδιοποίησης. Τα εν λόγω αδικήματα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, φέρεται να έχουν διαπραχθεί στη Λεμεσό. Όλες οι συναντήσεις του Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 με τους Εναγόμενους, τόσο πριν από την κατάληξη να συναλλαχθεί με τους Εναγόμενους όσο και μετά κατά τη διάρκεια που συναλασσόταν με αυτούς, γίνονταν στη Λεμεσό. Όλες οι παραστάσεις προς τον Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 και κατ’ επέκταση στους υπόλοιπους Καθ’ ων η αίτηση, τους οποίους εκπροσωπούσε και όλες οι δοσοληψίες γίνονταν στη Λεμεσό, στα γραφεία της Αιτήτρια αρ.1. Η δε επιστροφή των χρημάτων των Καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, έπρεπε να γίνει στη Λεμεσό. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό και/ή η ζημιά από τις εν λόγω αδικοπραξίες έλαβε χώρα στη Λεμεσό.
Στο πιο πάνω σύγγραμμα BLACKSTONE’S, para. 16.51, p. 391 αναφέρεται ότι “Jurisdiction may be founded either on the basis of damage being suffered in England or through the tortious act being committed in England. It is sufficient if damage has been or will be, sustained within the jurisdiction. ………In Booth v Phillips [2004] EWHC 1437 (Comm), [2004] 1 WLR 3292, the court considered the meaning of the word ‘damage’ in what is now PD 6B, para. 3.1(9) and stated that it should be given its natural and ordinary meaning. It referred to harm which had been sustained by the claimant, whether physical or economic, and it was sufficient if some damage (not necessarily all of the damage) was sustained within the jurisdiction. There was no requirement that the damage sustained within the jurisdiction should be that which completed the cause of action.”
Παραπέμπω, επίσης, στις πρόνοιες του Άρθρου 21(1) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προνοεί για την τοπική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αναφέρει ότι έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή, η βάση της οποίας έχει «προκύψει είτε καθ’ ολοκληρίαν είτε εν µέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι’ ην το δικαστήριον καθιδρύθη».
Kρίνω ότι στοιχειοθετείται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και σε σχέση με τον Αιτητή αρ. 3, ως ανωτέρω αναφέρθηκε.
Σε κάθε περίπτωση και ο Κανονισμός 1215/2012 να εφαρμοζόταν και σε σχέση με τον Αιτητή αρ.3, στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγα.
Οι Αιτητές επιχειρηματολογούν ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς και παραπέμπουν στην σχετική νομολογία. Σε σχέση με τους Αιτητές αρ. 1 και 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα του forum non conveniens δεδομένης της εφαρμογής του Κανονισμού 1215/2012. Επομένως, το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί μόνο σε σχέση με τον Αιτητή αρ.3, για τον οποίο δεν έχει εφαρμογή ο Κανονισμός.
Για να ανασταλεί μια αγωγή λόγω του forum non conveniens, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει κάποιο άλλο forum το οποίο ξεκάθαρα είναι καταλληλότερο και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου (βλ. Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd [1987] AC 460 και The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV και Άλλος (1990) 1 Α.Α.Δ. 219). Στο πιο πάνω σύγγραμμα BLACKSTONE’S, para. 16.72, p. 404 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι “The burden of proof rests on the defendant to show there is some other clearly more appropriate forum. If there is no other more suitable forum, the stay should usually be refused.”
Κατά την εξέταση κατά πόσο υπάρχει άλλο καταλληλότερο forum για εκδίκαση της διαφοράς, το Δικαστήριο θα αναζητήσει την χώρα με την οποία η αγωγή έχει την πιο ουσιαστική σύνδεση (the most real and substantial connection) (βλ. The Αbidin Daver [1984] AC 398). Ο τόπος όπου διαμένουν και δραστηριοποιούνται τα μέρη, λαμβάνεται, επίσης, υπόψη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του τη διαθεσιμότητα της μαρτυρίας, πραγματικής και επιστημονικής, το δίκαιο που διέπει τη διαφορά και κατά πόσο τα μέρη έχουν προβεί σε επιλογή δικαιοδοσίας (jurisdiction clause) και/ή δικαίου (choice of Law). Σημειώνεται, ότι η επιλογή δικαιοδοσίας ή δικαίου αποτελούν παράγοντες με αυξημένη βαρύτητα που συνηγορούν στην άρνηση της αναστολής της διαδικασίας.
Εφόσον καταδειχθεί η ύπαρξη άλλου καταλληλότερου forum, δεν σημαίνει ότι αυτόματα το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην παραχώρηση της αναστολής της διαδικασίας. Θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως για παράδειγμα κατά πόσο σε εκείνο το forum θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη (Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση παραπέμπω στην Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd (ανωτέρω), Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 Β Α.Α.Δ. 1316 και Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1999) 1 A.A.Δ. 1168).
Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει κριθεί ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν καταδείξει, στα πλαίσια του σταδίου αυτού, ότι υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Ο Αιτητής αρ.3 θα πρέπει, στο στάδιο αυτό, να προβάλει καλύτερο επιχείρημα καταδεικνύοντας ότι υπάρχει άλλο forum, εκτός από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καταλληλότερο και να πείσει ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί ή ακόμη και να παραμεριστεί το έντυπο απαίτησης και το διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
Στην παρούσα, προκύπτει, πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, ότι όλα τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν στην Κύπρο. Περαιτέρω, προκύπτει όλες οι ισχυριζόμενες πράξεις να έγιναν στην Κύπρο. Κατά συνέπεια, αναφύεται, η μαρτυρία να βρίσκεται στην Κύπρο. Η θέση ότι η μαρτυρία βρίσκεται στις Σεϋχέλλες αφορά ισχυρισμούς που σχετίζονται με την Εναγόμενη αρ. 4 και στη βάση ότι οι λογαριασμοί διατηρούνταν στις Σεϋχέλλες. Ακόμα και τούτο, όμως, να ισχύει, ο πυρήνας της ισχυριζόμενης αξίωσης και η μαρτυρία βρίσκεται στην Κύπρο. Επομένως, η θέση περί της ύπαρξης των λογαριασμών και όλων των εγγράφων στις Σεϋχέλλες, περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι η διαφορά είναι συμβατική. Επίσης, ουδεμία αναφορά γίνεται για τους μάρτυρες που ο Αιτητής αρ.3 ισχυρίζεται ότι βρίσκονται στις Σεϋχέλλες και ποιοι είναι αυτοί. Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρονται λεπτομερώς στα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσονταν και επικοινωνούσαν και τα οποία βρίσκονταν όλα στην Κύπρο. Η δε εισήγηση ότι το εφαρμοζόμενο δίκαιο είναι αυτό των Σεϋχελλών σχετίζεται με τη θέση πάλι ότι η διαφορά είναι συμβατική και υπάρχει ρήτρα αλλοδαπού δικαίου. Επίσης, η στενή συνάφεια των αγωγών και των επίδικων θεμάτων με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, προκύπτει ξεκάθαρα από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Συνοπτικά, προκύπτει να υπάρχει, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, στενή σύνδεση όλων των εναγόμενων και η απάτη, δόλος, ψευδείς παραστάσεις, συνωμοσία και ιδιοποίηση να έγινε από όλους στην βάση ενός σχεδίου το οποίο οργάνωσαν και εκτελέστηκε στη Λεμεό. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να διαχωριστεί η εκδίκαση της παρούσας αγωγής με τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων να είναι ορατός (βλ. Άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60).
Σε κάθε περίπτωση η θέση του Αιτητή αρ.3 είναι ότι δεν έχει καμία σχέση με την Εναγόμενη αρ. 4 αλλά και τις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες. Επομένως και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα καταλληλότερου forum στις Σεϋχέλλες με τις οποίες δεν προκύπτει ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε σχέση.
Στην βάση των πιο πάνω και στο σύνολο των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της παρούσας διαφοράς μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Αιτητή αρ. 3 και η θέση περί του αντιθέτου απορρίπτεται. Όπως έχει αναφερθεί στην Dolphin Shipping Co Ltd αnd Another v Cantieri Navali Ruiniti S.P.A (1984) 1 C.L.R. 853, στην οποία οι συνήγοροι των Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν «ένας ενάγοντας δεν πρέπει με ελαφρά την καρδία να στερείται του δικαιώματος να κινήσει αγωγή σε Κυπριακά Δικαστήρια, αν η δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου είναι ορθά θεμελιωμένη». (βλ. επίσης Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α. (1999) 1Β Α.Α.Δ 1168).
Όσον αφορά το ζήτημα των επιδόσεων, οι Αιτητές προβάλλουν στην Αίτηση τους το παράτυπο και/ή αντικανονικό των επιδόσεων. Παρόλα αυτά δεν προκύπτει οι ισχυρισμοί τους αυτοί να συγκεκριμενοποιούνται στη μαρτυρία που έχουν παρουσιάσει για την υποστήριξη της Αίτησης τους. Εκείνο το οποίο προκύπτει από την προσφερθείσα μαρτυρία είναι ότι οι Αιτητές επιχείρησαν να παρουσιάσουν μαρτυρία και τη θέση τους ότι δεν αποκαλύπτεται καλή αιτία αγωγής και υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, κάτι το οποίο έχει κριθεί. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο που επιτεύχθηκε η επίδοση στους Αιτητές αρ. 1, 2 και 3 που να καταδεικνύεται το παράτυπο και/ή αντικανονικό της επίδοσης και στο τέλος της ημέρας ότι υπάρχουν ισχυροί λόγοι παραμερισμού των εν λόγω επιδόσεων. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή παρέμεινε μετέωρη.
Ανεξάρτητα των πιο πάνω, οι συνήγοροι των Αιτητών στην αγόρευση τους επιχειρηματολογούν ότι η επίδοση στην Αιτήτρια αρ. 1 δεν είναι καλή καθότι η ένορκη δήλωση επίδοσης δεν προσδιορίζει το πρόσωπο που παρέλαβε τα έγγραφα, ούτε την ιδιότητα του ή αν έχει εξουσιοδότηση να παραλάβει έγγραφα εκ μέρους της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι τα έγγραφα στους Αιτητές αρ. 2 και 3 αποστάληκαν μέσω συνδέσμου (link) αντί άμεσης επισύναψης και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο σύνδεσμός ανοίχθηκε, ότι τα έγγραφα τέθηκαν σε γνώση των Αιτητών ή ποια έγγραφα ήταν αυτά. Η απουσία τεχνικών δεδομένων, όπως καταγραφές πρόσβασης ή επιβεβαιώσεις λήψης, αφήνει πλήρες κενό ως προς το κατά πόσο τα έγγραφα περιήλθαν σε γνώση τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα στον Αιτητή αρ. 3 δεν επιδόθηκαν σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης, δηλαδή δεν επιχειρήθηκε να επιδοθεί με ένα από τους τρόπους που προνοείται στη Σύμβαση και μετά να ζητηθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Ούτε για τον Αιτητή αρ. 2, ισχυρίζονται ότι εξαντλήθηκαν όλα όσα έπρεπε να γίνουν για να επιδοθούν τα έγγραφα προτού εξασφαλιστεί διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση.
Η υποκατάστατη επίδοση του εντύπου απαίτησης ή εγγράφων εκτός του εντύπου απαίτησης και η αίτηση που υποβάλλεται για το σκοπό αυτό, προνοείται στο Μέρος 6.13 και 6.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1):
“Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος Μέρους, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σε αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και επίδοσης ή παράδοσης μέσω τηλεμοιότυπου (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στη διεύθυνση επίδοσης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο.
………………………………………………………………………………………..”
Παρόμοια πρόνοια υπήρχε και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 λέχθηκαν στα εξής:
«Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω).
……………………………………………………………………………………………
Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2.
Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg (1915) 1 K.B. 857). ΄Οπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.»
Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1), ως ανωτέρω έχει παρατεθεί, προϋπόθεση για να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση είναι να φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ. Προκύπτει δηλαδή, ότι εκείνο το οποίο απαιτείται είναι να καταδειχθεί οποιαδήποτε αιτία για το μη εφικτό της επίδοσης με τους προβλεπόμενους τρόπους σε συνάρτηση με το χρόνο που πρέπει να γίνει η επίδοση. Στην Αγγλία περιλαμβάνεται ως προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ο όρος «good reason» (βλ. CPR r. 6.15(1) και 6.27) σε αντιδιαστολή με τον δικό μας Κανονισμό που αναφέρεται μόνο σε οποιαδήποτε αιτία. Σε κάθε περίπτωση, η Αγγλική νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο “good reason” και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Έχει κριθεί ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση το γεγονός ότι είναι αδύνατη (impractical) η επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Είναι αρκετό να καταδειχθεί “καλός λόγος”. To Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει “καλός λόγος” θα λάβει υπόψη του και τον πρωταρχικό σκοπό (overriding objection) και κατά πόσο με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επιτυγχάνεται η δίκαιη αντιμετώπιση της υπόθεσης και εξοικονομείται χρόνος και χρήμα. Εφόσον ικανοποιηθεί για την ύπαρξη καλού λόγου, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά των διαδίκων (βλ. Αlbon v. Naza Motor Trading Sdn Bhd (No.2) [2007] EWHC 327 (Ch), [2007] 1 All ER (Comm) 813).
Το Μέρος 6.13(1) και η εξουσία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται και ασκείται και στις περιπτώσεις όπου η επίδοση θα γίνει εκτός δικαιοδοσίας. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση που, μεταξύ άλλων, υπάρχει διακρατική συμφωνία για τον τρόπο επίδοσης, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η υποκατάστατη επίδοση για να ανατρέπει τις πρόνοιες μιας τέτοιας Συμφωνίας (βλ. Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ. 135, [2011] 1 WLR 3086). Η έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις. Το γεγονός ότι μια δικαστική διαδικασία θα γνωστοποιηθεί πιο γρήγορα στον εναγόμενο με υποκατάστατη επίδοση αντί μέσω της διακρατικής Συμφωνίας, αν και παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, γενικά δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Παράκαμψη των προνοιών της διακρατικής Συμφωνίας και έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, μπορεί να δικαιολογηθεί από γεγονότα τα οποία αφορούν συγκεκριμένα τον εναγόμενο, όπως όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα αποφύγει την προσωπική επίδοση, αν ο τρόπος αυτός αποτελεί τον μοναδικό τρόπο επίδοσης που προβλέπεται από το αλλοδαπό δίκαιο ή από γεγονότα που σχετίζονται με τη διαδικασία, όπως για παράδειγμα η γνωστοποίηση ενός προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η απλή επιθυμία για γρήγορη επίδοση δεν μπορεί να αποτελεί καλό λόγο.
Έχω διεξέλθει της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη ημερομηνίας 04/12/2025 και από αυτή προκύπτει ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας αρ. 1. Τούτο δεν προκύπτει να αμφισβητείται. Eίναι γεγονός, όμως, ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης σε ποιο πρόσωπο αφέθηκαν και ποια η ιδιότητα του. Πλην, όμως, αναφέρεται ότι αρνήθηκαν να υπογράψουν την παραλαβή των εγγράφων. Η ουσία, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι η Αιτήτρια αρ. 1 έλαβε γνώση και εμφανίστηκε στη διαδικασία. Δεν έχει τεθεί, επίσης, ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί δυσμενούς επηρεασμού της. Ακόμα και να θεωρηθεί ότι υπάρχει παρατυπία στον τρόπο επίδοσης διότι δεν αναφέρεται το όνομα του προσώπου που τα παρέλαβε και η ιδιότητα του, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να ακυρώσω την υπό κρίση επίδοση καθότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρακτικό όφελος. Όλα τα έγγραφα επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας αρ. 1, αυτή αποδεδειγμένα έλαβε γνώση της παρούσας διαδικασίας και υπερασπίζεται δεόντως τον εαυτό της.
Όσον αφορά τον Αιτητή αρ. 3, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επίδοσης όλων των δικαστικών εγγράφων με ένα από τους τρόπους που προνοεί η Σύμβαση της Χάγης, δηλαδή μέσω των Κεντρικών Αρχών του Μονακό στη διεύθυνση Suffen Reymond 7Et N. (0B072) 7 Le Suffen Bloc B 98000, Μονακό. Επίσης, διατάχθηκε να γίνει επίδοση, επίσης, μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης, αφού ικανοποιήθηκε από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 05/12/2025 που υποστήριζε την σχετική Αίτηση. Ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να ανατρέπει το βάθρο επί των οποίων βασίστηκε το Δικαστήριο για να εξεδώσει το επίδικο διάταγμα. Το γεγονός ότι παράλληλα με την επίδοση μέσω της Σύμβασης της Χάγης εκδόθηκε και διάταγμα μέσω των ηλεκτρονικής διεύθυνσης, δεν μπορεί να συνιστά ακυρότητα ή αντικανονικότητα. Η επίδοση, όπως προκύπτει, έγινε τόσο μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας όσο και μέσω της Σύμβασης της Χάγης, συμφώνως του διατάγματος του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η επίδοση μέσω της Σύμβασης της Χάγης ολοκληρώθηκε στις 10/03/2026, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του διατάγματος. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι στην παρούσα διαδικασία εκκρεμούσε προσωρινό διάταγμα το οποίο επέβαλλε την ταχεία επίδοση του. Ο Αιτητής αρ. 3 εμφανίστηκε στη διαδικασία προτού ολοκληρωθεί η επίδοση και μέσω του άλλου τρόπου που αυτή διατάχθηκε, δηλαδή μέσω των Κεντρικών Αρχών και προχωρεί και υπερασπίζεται τα δικαιώματα του.
Πέραν των πιο πάνω και όσον αφορά τον Αιτητή αρ. 2, εξηγείται στην ένορκη ομολογία ημερομηνίας 05/12/2025 για ποιο λόγο ζητείται η επίδοση προς αυτόν μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης και δεν έχει ανατραπεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία το βάθρο αυτό επί του οποίου το Δικαστήριο ενέργησε και εξέδωσε το σχετικό διάταγμα.
Ενώ προβάλλονται οι πιο πάνω αναφερόμενοι ισχυρισμοί στην αγόρευση των συνηγόρων των Αιτητών περί παράτυπης επίδοσης, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να υποστηρίζει ότι τα έγγραφα δεν ανοίχθηκαν ή δεν παραλήφθηκαν από τους Αιτητές αρ. 2 και 3. Εκείνο, όμως, που προκύπτει είναι ότι τα έγγραφα αποστάληκαν συμφώνως του διατάγματος του Δικαστηρίου μέσω e-mail. Τούτο επιβεβαιώνεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 29/12/2025, στην οποία παρουσιάζονται τα σχετικά τεκμήρια και εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο αποστάληκαν μαζί με τον σχετικό σύνδεσμο. Δεδομένου τούτου και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι δεν αποστάληκαν τα έγγραφα ή ότι οι Αιτητές αρ. 2 και 3, δεν τα άνοιξαν ή με οποιοδήποτε τρόπο δεν έλαβαν γνώση, δεν καταδεικνύει ότι η επίδοση είναι κακή. Άλλωστε δεν διευκρινίζεται και με ποιο άλλο τρόπο οι Αιτητές αρ. 2 και 3 έλαβαν γνώση και εμφανίστηκαν στη διαδικασία.
Περαιτέρω, δεν εγείρεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα σε σχέση με τον τρόπο που επιτεύχθηκε η υπό κρίση επίδοση, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και υποστηρίχθηκε το εν λόγω αίτημα. Δεν διαβλέπω, οποιοδήποτε λόγο, υπό τις περιστάσεις, για τον οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στους Αιτητές αρ. 2 και 3. Αυτοί προκύπτει να έλαβαν γνώση όλων των εγγράφων της διαδικασίας και δεν έχει καταδειχθεί ότι έχουν επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς.
Κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσης των επιδόσεων ή παραμερισμού του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/12/2025 και κατά συνέπεια ούτε και αυτό το αιτητικό μπορεί να επιτύχει.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη είναι ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 - Αιτητών. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €6,834 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €31 ως πραγματικά έξοδα.
Συμφώνως του Μέρους 12(7) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το σημείωμα εμφάνισης παύει να ισχύει και οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 δύναται να καταχωρήσουν πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών από σήμερα και σε τέτοια περίπτωση, να προχωρήσουν με την καταχώρηση και επίδοση της υπεράσπισης τους στην απαίτηση, εντός του χρονοδιαγράμματος που προνοείται στους Κανονισμούς.
(Υπ.)……………………………………
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο,
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο