ZAHI YOUNAN κ.α. ν. SQUARED FINANCIAL (CY) LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 1346/25, 24/6/2026
print
Τίτλος:
ZAHI YOUNAN κ.α. ν. SQUARED FINANCIAL (CY) LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 1346/25, 24/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 1346/25

i-justice

 

Μεταξύ:

 

1. ZAHI YOUNAN, Λεμεσός

2. ILANA ZACKA, Λεμεσός

3. ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΣΤΑΙΚΟΣ, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

4. ALI MATAR, Metn, Lebanon

5. ROY ROOSEVELT FATTOUH, Dekwaneh, Lebanon

6. AFIF FATTOUH, Dekwaneh, Lebanon

7. NOUR FATTOUH, Dekwaneh, Lebanon

8. SAMAR ABBAS ZARZUR, Beirut, Lebanon

9. NICHOLAS NAJM, Beirut, Lebanon

10. CARL NICOLAS NAJA, Metn, Lebanon

11. GEORGES AZAR, Λευκωσία

12. WALID GHARZUDDINE, Beirut, Lebanon

13. GEORGE EL HAGE YOUSSEF, Keserwan, Lebanon

14. ELIE EL HAGE YOUSSEF, Keserwan, Lebanon

      Εναγόντων

 

και

 

1. SQUARED FINANCIAL (CY) LIMITED, Λεμεσός

2. CRAIG JOHN JENKINS, Λεμεσός

3. PHILIPPE GHANEM, Μονακό

4. SQ SEY LTD (πρώην SQUARED FINANCIAL (SEYCHELLES), Mahe,

Seychelles

     Εναγομένων

 

                                                -----------------------------------------------------

 

Αίτηση ημερ. 28/01/2026 από τον Εναγόμενο αρ. 4 για παραμερισμό της Απαίτησης και του Διατάγματος ημερ. 08/12/2025 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης και/ή της επίδοσης

 

Ημερομηνία: 24/06/2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο 4 – Αιτητή: κ. Α. Δημητρίου με κ. Π. Χατζηπέτρου, κα Χ. Αλεξάνδρου, κ. Α. Γεωργίου και κα Χ. Πέτρου για ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Ενάγοντες – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφόρου με κα Μ. Κελίρη για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα Απαίτηση στις 28/11/2025 εναντίον όλων των Εναγόμενων, με την οποία αξιώνουν το ποσό των 8.548.360,90 Δολαρίων Αμερικής ως αποζημιώσεις για απάτη και/ή δόλο και/ή συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς και/ή καταδολίευση και/ή ψευδείς παραστάσεις σε βάρος των Εναγόντων και/ή για χρηματικά ποσά που οι Εναγόμενοι παρανόμως οικειοποιήθηκαν και/ή απέσπασαν από τους Ενάγοντες και/ή για ιδιοποίηση και/ή αθέμιτο πλουτισμό των Εναγόμενων εις βάρος τω Εναγόντων. Αξιώνουν, επίσης, την καταβολή σε έκαστο Ενάγοντα τα ποσά που αναφέρονται στην Πίνακα Α καθώς και Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων.

 

Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 28/11/2025, ταυτόχρονα δηλαδή με την Απαίτηση, μονομερή Αίτηση με την οποία αξίωναν διάφορα απαγορευτικά προσωρινά διατάγματα, προστακτικά καθώς και διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων, ως λεπτομερώς φαίνονται στο Αιτητικό της Αίτησης εκείνης, υπό στοιχεία Α-Δ. Το Δικαστήριο στις 03/12/2025 εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα εναντίον όλων των Eναγόμενων με το οποίο απαγορεύεται σε αυτούς να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία μέχρι συνολικού ποσού ύψους US$8.548.360,90. To αιτητικό υπό στοιχείο Α, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ενώ τα αιτητικά υπό στοιχεία Γ και Δ, παρέμειναν προς επίδοση.  

 

Στις 05/12/2025 οι Ενάγοντες καταχώρισαν Αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας του Εντύπου Απαίτησης και όλων των συναφών δικαστικών εγγράφων και διαταγμάτων καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την επίδοση και/ή  υποκατάστατη επίδοση τους στους εναγόμενους αρ. 2, 3 και 4. Στις 08/12/2025 το Δικαστήριο ενέκρινε την εν λόγω Αίτηση και εξέδωσε, μεταξύ άλλων, α) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση στους Εναγόμενους αρ. 3 και 4 του εντύπου απαίτησης και όλων των συναφών δικαστικών εγγράφων και διαταγμάτων, εκτός δικαιοδοσίας, β) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση και/ή την υποκατάστατη επίδοση στον Εναγόμενο αρ. 3 των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων μέσω των Κεντρικών Αρχών του Μονακό, στη βάση της Σύμβασης της Χάγης, στη διεύθυνση Sufferen Reymond, 7Et N. (OB072), 7 Le Suffren Bloc B 98000, Mονακό και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Εναγόμενου 3: [ ]@sqfin.com και γ) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση και/ή την υποκατάστατη επίδοση στην Εναγόμενη αρ. 4 των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων, μέσω ταχυδρομείου και/ή υπηρεσίας ταχυμεταφορέα (courier), στη βάση των προνοιών της Σύμβασης της Χάγης, στη διεύθυνση Commercial House 1, office no.4, Eden Island, Victoria, Mahe, Σεϋχέλλες και μέσω των ακόλουθων ηλεκτρονικών διευθύνσεων: 1. [ ]@squaredfinancial.sc, 2. [ ]@squarefinancial.com και 3. [ ]@sqfin.com. Περαιτέρω, εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση όλων των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων στον Εναγόμενο αρ. 2, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [ ]@sqfin.com.

 

Στις 11/12/2025 οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης, στο οποίο σημείωσαν τις ενδείξεις ότι προτίθεται να αμφισβητήσουν την απαίτηση και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στις 31/12/2025, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους και η Εναγόμενη αρ. 4, καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 19/01/2026 στο οποίο σημείωσε τις ενδείξεις ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

 

 

 

ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ

Στις 28/01/2026, η Εναγόμενη αρ. 4 (από τώρα και στο εξής η «Αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αξιώνει ως ακολούθως:

 

«(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το Διάταγμα που εκδόθηκε στις 08/12/2025 στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερ. 05/12/2025 των Εναγόντων, για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε σχέση και ή στο βαθμό που αφορά την

      Εναγόμενη 4,

 

(Β)  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το Διάταγμα που εκδόθηκε στις 08/12/2025 στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερ. 05/12/2025 των Εναγόντων, για υποκατάστατη επίδοση, σε σχέση και ή στον βαθμό που αφορά την Εναγόμενη 4,

 

(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει οποιαδήποτε επίδοση των δικαστικών εγγράφων που έγινε στην Εναγόμενη 4 με βάση το διάταγμα ημερ. 08/12/2025, επί τη βάσει του ότι η επίδοση είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη,

 

(Δ)  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει και/ή αναστέλλει την Απαίτηση με τον ως άνω τίτλο και αριθμό και/ή το Έντυπο Απαίτησης ημερ. 28/11/2025 και/ή οιονδήποτε δικονομικό μέτρο λήφθηκε από τους Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση στα πλαίσια της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό Απαίτησης λόγω του ότι δεν προκύπτει βάσιμη και εύλογη αιτία και/ή αγώγιμο δικαίωμα και/ή είναι προδήλως ανυπόστατη και/ή νομικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή κακόπιστη ένεκα του ότι οι Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση δεν δύνανται και/ή κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να προωθούν τις αιτούμενες θεραπείες εναντίον της Εναγόμενης 4,

 

(Ε)  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η Απαίτηση με τον ως άνω τίτλο και αριθμό και/ή το Έντυπο Απαίτησης ημερ. 28/11/2025 και/ή οιονδήποτε δικονομικό μέτρο λήφθηκε από τους Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση στα πλαίσια της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό Απαίτησης λόγω του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Απαίτησης.

 

(ΣΤ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το Διάταγμα που εκδόθηκε στις 03/12/2025 στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερ. 28/11/2025 των Εναγόντων/Καθ’ ω η Αίτηση λόγω του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης.

 

(Ζ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

 

(Η) Τα έξοδα της Αίτησης πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.»

 

Η Αίτηση στηρίζεται στα Μέρη 1,2,3,4,7, 6.8, 6.10, 6.11, 6.13, 6.14, 10.1, 12, 22, 23.1 – 23.5, 23.8, 23.10, 23.11, 23.13, 23.14, 25.1, 25.2, 25.3, 32 και 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60) άρθρο 21,22,29,32,41, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (ΚΕΦ.6) άρθρο 3,9, στον Περί Απόδειξης Νόμο (Κεφ.9), επί του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στην Σύμβαση της Χάγης και στον Κυρωτικό της Νόμο Ν.40/1982, στα Άρθρα 26 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο κοινό δίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας (equity law), στη νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση, επίσης, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/01/2026 της κας Αναστασίας Κουτσογιάννη, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε την Αιτήτρια κατά την καταχώρηση της. Στις 23/03/2026, επίσης, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Wellington Gondai Manjengwa, διευθυντή της Αιτήτριας.

 

Σημειώνεται ότι κατά τις 28/01/2026, επίσης, καταχωρήθηκε αντίστοιχη Αίτηση από τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3, η οποία εξετάζεται παράλληλα με την παρούσα.

 

ΕΝΣΤΑΣΗ

Οι Ενάγοντες (οι «Καθ’  ων η Αίτηση»), καταχώρησαν ένσταση στις 09/03/2026, με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

«1) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και συνιστά μια συνειδητή προσπάθεια των Εναγόμενων 1,2,3 και 4 να αποφύγουν την Κυπριακή Δικαιοσύνη.

 

 2) Η Απαίτηση των Εναγόντων αφορά, μεταξύ άλλων, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και συνομωσία υπό των Εναγόμενων για καταδολίευση των Εναγόντων. Όλα τα αδικήματα και τα γενεσιουργά γεγονότα που αφορούν την Απαίτηση έλαβαν χώρα στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό.

 

3)  Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει ειδική δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς.

 

4)   Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η σχετική επί του θέματος Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αντίθετα υφίστανται ισχυροί λόγοι για την εκδίκαση της Αγωγής στην Κύπρο.

 

5)  Δεν υφίσταται και/ή δεν διαφαίνεται μέσω της μαρτυρίας η οποία έχει προσαχθεί οποιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί τη χορήγηση θεραπείας ως η Αίτηση. Αντίθετα, το συμφέρον της δικαιοσύνης (interests of justice) επιβάλει υπό τις περιστάσεις, την απόρριψη της Αίτησης.

 

6)    Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση βρίθει από αναλήθειες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν στοιχειοθετεί και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

7)    Δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στους Ενάγοντες / Καθ’ ων η Αίτηση σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης αφού η Εναγόμενη 4 δεν είναι τίποτε άλλο μια εταιρεία κέλυφος χωρίς προσωπικό ή οιαδήποτε πραγματική υπόσταση στης Σεϋχέλλες.

 

8)    Τα Δικαστήρια, ειδικότερα όπου έλκουν τη δικαιοδοσία τους και από το δίκαιο της επιείκειας, έχουν ευρείες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια αλλά και καθήκον όπως λάβουν οιαδήποτε απόφαση που κατά την άποψη τους επιβάλλει η ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.

 

9)    Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 στερούνται locus standi και/ή κωλύονται να αιτούνται την εκδίκαση της Απαίτησης των Εναγόντων εναντίον τους από τα Δικαστήρια των Σεϋχελλών.

 

10) Η σύμπλεξη των επίδικων θεμάτων αλλά και η δικαιοδοσία εντός της οποίας έλαβαν χώρα, επιβάλλουν όπως η αγωγή εκδικαστεί συνολικώς για όλους τους εναγόμενους, δεδομένων και των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων/βάσεων αγωγής αλλά και της εμπλοκής και του πρωταγωνιστικού ρόλου που είχαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 σε αυτά. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 4 είναι αναγκαία διάδικος ενώ η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών διασφαλίζεται από το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη σχετική νομολογία, τόσο ευρωπαϊκή όσο και εγχώρια.

 

11) Η μαρτυρία και τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη 4 λειτουργούσε από και/ή μέσω Κύπρου και συγκεκριμένα από τα γραφεία της Εναγόμενης 1 στη Λεμεσό και περαιτέρω εκ της συμπεριφοράς της κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω τα γεγονότα και η μαρτυρία που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου αυτό καταδεικνύουν.

 

12) Το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά στην ολότητα της και περαιτέρω δεν μπορεί να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του.

 

13) Άνευ βλάβης των ως άνω, η συνεκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων στην παρουσία όλων των διαδίκων ενώπιον ενός και μόνο Δικαστηρίου είναι η μόνη πρόσφορη, ορθή και δίκαιη δικονομική οδός αφού θα εξυπηρετήσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, θα μειώσει τα έξοδα, θα αποφευχθεί η κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, θα αποκλειστεί ο κίνδυνος έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων και περαιτέρω διασφαλίζει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος.

 

14) Όπου εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1215/12 δεν εφαρμόζονται οι αρχές του forum conveniens. Ακόμα και στην περίπτωση που εφαρμόζονταν οι αρχές του forum conveniens και πάλιν το καταλληλότερο forum θα ήταν ξεκάθαρα η Κύπρος και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενόψει της υπάρχουσας μαρτυρίας και της στενής σχέσης των γεγονότων με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου.»

 

Η ένσταση των Καθ’  ων η Αίτηση, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09/03/2026 του κ. Zahi Younan, Eνάγοντα αρ. 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένου από όλους τους Ενάγοντες. Στις 30/03/2026, επίσης, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας. Μαρίας Κελίρη, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η αίτηση. Η ένσταση, επίσης, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα αρ. 1, ημερομηνίας 28/11/2025 και στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Κελίρη ημερομηνίας 03/12/2025. Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις συνοδεύουν την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Θα προχωρήσω, αρχικά, να σκιαγραφήσω την εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση, όπως αναφύεται από την ενώπιον μου μαρτυρία και τα δικόγραφα και ακολούθως θα αναφερθώ στην μαρτυρία της υπό κρίση αίτησης και την περαιτέρω μαρτυρία της ένστασης.

 

Συνοπτικά, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη αρ.1 είναι Κυπριακή εταιρεία και ο Εναγόμενος αρ.2 είναι ο διευθυντής της και ο οποίος, επίσης, διαμένει στην Κύπρο, Λεμεσό. Η Squared Financial είναι η εμπορική επωνυμία η οποία ανήκει στην Εναγόμενη αρ.1. Κάτω από την ομπρέλα αυτής της εμπορικής επωνυμίας, οι Εναγόμενοι αρ.1 και 4 προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες στο κοινό και η συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού που παρέχει αυτές τις υπηρεσίες εργοδοτείται στα γραφεία της Εναγόμενης αρ.1 στη Λεμεσό και με τους οποίους ο Ενάγοντας αρ.1 είχε καθημερινή επικοινωνία και οι οποίοι έλεγχαν και ενέκριναν όλες ανεξαίρετα τις swapfree συναλλαγές.

 

Όσον αφορά την Εναγόμενη αρ.4, εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες, αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εταιρικό όχημα που χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος αρ.3, απώτερος ιδιοκτήτης και της Εναγόμενης αρ.1.

 

Οι Ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι δημιούργησαν ένα κεντρικό λογαριασμό / master account (Multi Account Manager / MAM account), κάτω από τον οποίο ετέθησαν ένας έκαστος των λογαριασμών που ανοίχτηκαν για όλους τους Ενάγοντες. Τον λογαριασμό ΜΑΜ τον χειριζόταν ο Ενάγοντας αρ.1.

 

Οι όροι της συνεργασίας μεταξύ των μερών, συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν στα γραφεία της Εναγόμενης αρ.1 στη Λεμεσό. Ο βασικότερος όρος που ετέθη από τον Ενάγοντα αρ.1 εξ αρχής και έγινε αποδεχτός από τον Εναγόμενο αρ.3 (ιδιοκτήτης της Squared Financial) ήταν ότι οι λογαριασμοί που θα ανοίγονταν θα ήταν όλοι “swap-free”, δηλαδή οι συναλλαγές μέσω αυτών των λογαριασμών δεν θα υπόκειντο σε επιβολή επιβαρύνσεων, ήτοι τοκοφόρων χρεώσεων (interest charges).

 

Μετά από αρκετές συναντήσεις και μια περίοδο δοκιμών (testing) συμφωνήθηκαν οι τελικοί όροι της συνεργασίας τους, ήτοι swapfree συναλλαγές για τους Ενάγοντες σε αντάλλαγμα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους (higher bid-ask spreads and higher slippage) από τα συνήθη στην αγορά για την Squared Financial και νοουμένου η κάθε συναλλαγή θα ολοκληρωνόταν σε περίοδο 5 ημερών, ήτοι Δευτέρα με Παρασκευή. Η συμφωνία για Swapfree συναλλαγές αφορούσε μόνο συναλλαγές σε χρυσό (gold).

 

Οι Εναγόμενοι, ήτοι οι Squared Fianancial όρισαν πρόσωπα τα οποία έλεγχαν και ενέκριναν όλες ανεξαίρετα τις swap-free συναλλαγές στις οποίες ο Ενάγοντας αρ.1 προέβαινε εκ μέρους του και εκ μέρους όλων των υπόλοιπων Εναγόντων κάτω από τον κεντρικό λογαριασμό ΜΑΜ.

 

Στις 13/10/2025, οι Εναγόμενοι ανακοίνωσαν τον Ενάγοντα αρ.1, ότι δεν ήθελαν να συνεχίσουν την συνεργασία με τους όρους που συνεργάζονταν τα τελευταία δύο χρόνια. Όταν ο Ενάγοντας αρ.1 ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι θα ακολουθήσουν αιτήματα απόσυρσης των χρημάτων των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι θορυβήθηκαν και με σκοπό να καθυστερήσουν την απόσυρση των χρημάτων, βρήκαν πρόφαση ότι δήθεν έπρεπε να ελέγξουν τους λογαριασμούς. Στις 23/10/2025, ο Εναγόμενος αρ.3 απέστειλε επιστολή προς τον Ενάγοντα αρ.1, με την οποία τον ενημέρωνε ότι οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να επιβάλουν χρεώσεις στους λογαριασμούς των Εναγόντων. Προηγήθηκε συνάντηση του Ενάγοντα αρ.1 με τον Εναγόμενο αρ.2 στη Λεμεσό όπου τον ενημέρωσε για αυτή τους την πρόθεση.

 

Ακολούθησε αλληλογραφία και συναντήσεις των μερών στα γραφεία της Εναγόμενης αρ.1 στη Λεμεσό, οι οποίες δεν οδήγησαν πουθενά. Στις 02/12/2025 εν τέλει οι Εναγόμενοι, «κούρεψαν» τους λογαριασμούς των Εναγόντων υφαρπάζοντας τα χρήματα τους, επιβάλλοντας αναδρομικές επιβαρύνσεις, ύψους μάλιστα US$10.347.039,65, οι οποίες υπερβαίναν το ποσό το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς των Εναγόντων, ύψους US$8.548.360,90.  

 

Σύμφωνα με την μαρτυρία, η οποία προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, η Αιτήτρια, κατ’ αρχάς, ισχυρίζεται ότι η σχέση του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 και Ενάγοντα αρ.1 με την Αιτήτρια, άρχισε περίπου να υφίσταται από το 2020 καθώς αυτός διατηρούσε κοινούς λογαριασμούς μαζί με τον κ. Joseph Hajjar και τον πατέρα του κ. Camille Younan, κατ’ αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε στην ένορκη του ομολογία ημερομηνίας 28/11/2025 ότι η σχέση αυτού και των υπόλοιπων Εναγόντων με την Αιτήτρια ξεκίνησε πριν από 2 ½ περίπου χρόνια. Επίσης, κατά τα έτη 2020 – 2022, ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 εισέπραξε περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια από την Αιτήτρια, μέσω εμβάσματος από την Τράπεζα της, με έδρα τις Σεϋχέλλες.

 

Περαιτέρω, κατά ή περί τις 20/02/2022, ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, μέσω της εταιρείας τους Quant Insight Limited εισήλθε σε εμπορική συμφωνία με την Αιτήτρια. Κατά συνέπεια, η συνεργασία τους δεν ξεκίνησε το 2022 στη Λεμεσό και ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 γνώριζε πλήρως τον τρόπο λειτουργίας και τους όρους συνεργασίας που λειτουργούσε η Αιτήτρια, πολύ πιο πριν τα γεγονότα που ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση.

 

Όσο αφορά τη συμβατική σχέση με την Αιτήτρια, αναφέρεται ότι ο λογαριασμός ΜΑΜ δεν παρέχεται ως επιλογή στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μόνο στις Σεϋχέλλες, γεγονός που γνώριζε ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1. Ο εν λόγω λογαριασμός τύπου ΜΑΜ, με swapfree χρεώσεις, ανοίχτηκε από την Αιτήτρια υπό την προϋπόθεση και τον όρο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, θα εισήγαγε κεφάλαια στην Αιτήτρια ύψους περίπου 25 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Η Αιτήτρια διατηρούσε το δικαίωμα να επιβάλλει χρεώσεις εκ των υστέρων εφόσον δεν τηρούνταν τα συμφωνηθέντα. Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 κατέστησε σαφές ότι δεν θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να προβεί στην επιβολή των χρεώσεων, οι οποίες έγιναν νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις, που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 προσκόμισε πληρεξούσιο έγγραφο ημερ.15/02/2024, δυνάμει του οποίου λάμβανε εξουσιοδότηση από τους υπόλοιπους Καθ’ ων η αίτηση να ενεργεί για λογαριασμό τους. Στο εν λόγω πληρεξούσιο ήταν εμφανές ότι ο λογαριασμός ήταν στην Αιτήτρια, η οποία είχε έδρα στις Σεϋχέλλες, με όρους και δικαιοδοσία στις Σεϋχέλλες. Το εν λόγω πληρεξούσιο διέπετο από την αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών τα οποία ορίστηκαν ως τα αρμόδια για οποιαδήποτε διαφορά τυχόν προέκυπτε από το εν λόγω πληρεξούσιο για την επίλυση της.

 

Πέραν των πιο πάνω, δόθηκαν στους Καθ’ ων η αίτηση γραπτώς οι όροι και προϋποθέσεις, τους οποίους οι τελευταίοι αποδέχτηκαν και αποδέχονταν πριν από κάθε συναλλαγή. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν συγκεκριμένοι όροι, μεταξύ των οποίων, ήταν  α) η αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων των Σεϋχελλών, β) το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση συναλλάσσονταν με την Αιτήτρια, γ) το γεγονός ότι η Αιτήτρια διατηρούσε το δικαίωμα επιβολής χρεώσεων με το κλείσιμο των λογαριασμών, δ) ειδική πρόνοια και/ή προειδοποίηση για τους πελάτες οι οποίοι προέρχονταν από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η Αιτήτρια κάλεσε αρκετές φορές τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 να τηρήσει την συμφωνία του αναφορικά με την εισαγωγή κεφαλαίων και παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι θα συμμορφωνόταν εντούτοις ουδέποτε τήρησε τις υποσχέσεις του και/ή υποχρεώσεις του έναντι στην Αιτήτρια.

 

Όταν κατέστη εμφανές στην Αιτήτρια ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 δεν πρόκειται να εκπληρώσει τις πιο πάνω υποχρεώσεις του, τον κάλεσαν σε συναντήσεις στις 20/10/2025, 27/10/2025, 11/11/2025 και 12/11/2025 δίνοντας του την ευκαιρία να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προτού επιβληθούν χρεώσεις στους λογαριασμούς των Καθ’ ων η αίτηση. Του επεξηγήθηκε εκ νέου ότι με την άρνηση του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, η Αιτήτρια είχε υποστεί και/ή απορροφήσει χρεώσεις ύψους 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ που κανονικά θα επιβάλλονταν στους λογαριασμούς των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Όταν ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 αντιλήφθηκε ότι επιβλήθηκαν οι χρεώσεις στους λογαριασμούς των Καθ’ ων η αίτηση, συνεπεία της παραβίασης εκ μέρους του της συμφωνίας που σύναψε με την Αιτήτρια και γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτή η συμφωνία διέπετο αποκλειστικά από την δικαιοδοσία των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών, επινόησε μια ιστορία δόλου και απάτης εμπλέκοντας τους Εναγόμενους         αρ. 1, 2 και 3, με μόνο σκοπό να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια.

 

Καθ’ όσον αφορά τη σχέση της Αιτήτριας με τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3, αναφέρονται τα εξής:

 

Η Εναγόμενη αρ.1 και η Αιτήτρια είναι διακριτές και ανεξάρτητες νομικές οντότητες, με πλήρη ξεχωριστή ιδιοκτησία, διοίκηση και προσωπικό. Η Εναγόμενη αρ.1 έχει έδρα τη Λεμεσό και δραστηριοποιείται στο τομέα της αγοράς και πώλησης χρηματοοικονομικών προϊόντων. Μέτοχος της είναι η εταιρεία SQUARED HOLDING S.A με έδρα το Λουξεμβούργο και θέσεις διευθυντή κατέχουν οι Εναγόμενοι αρ.2 και 3.

 

Η Αιτήτρια είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες και ουδεμία σχέση έχει, είτε με την Εναγόμενη αρ.1 είτε με τους Εναγόμενους αρ.2 και 3, ως ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1. Από τις 13/03/2025 η Αιτήτρια δεν άνηκε πλέον στον εταιρικό όμιλο που άνηκε στη Squared Holding SA. O ισχυρισμός, επίσης, ότι η Αιτήτρια και η Εναγόμενη αρ.1 ενεργούν δήθεν κάτω από την ομπρέλα της εμπορικής επωνυμίας Squared Financial η οποία ανήκει στην Εναγόμενη αρ.1, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εν λόγω επωνυμία, δεν ανήκει ούτε στην Αιτήτρια ούτε στην Εναγόμενη αρ.1.

 

Ο ισχυρισμός, επίσης, ότι η Αιτήτρια, αποτελεί απλώς μια “εταιρεία – κέλυφος” είναι απόλυτα αβάσιμος, ατεκμηρίωτος και λανθασμένος. Αντιθέτως, η Αίτητρια αποτελεί μια πλήρως νόμιμα καταχωρημένη και αδειοδοτημένη οντότητα με πλήρη κανονιστική συμμόρφωση και έγκριση από τις αρμόδιες αρχές των Σεϋχελλών. Περαιτέρω, η Αιτήτρια διαθέτει πλήρη οργανωτική δομή, με γραφεία, διευθυντή και εξειδικευμένο προσωπικό στις Σεϋχέλλες, τα οποία υποστηρίζονται από τρίτους παρόχους υπηρεσιών, όπως εταιρείες συμβουλευτικές και λογιστικές, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις αυστηρές κανονιστικές απαιτήσεις.

 

Οι προσπάθειες που έλαβαν χώρα από την Εναγόμενη αρ.1, πριν από την επιβολή των χρεώσεων στο λογαριασμό των Καθ’ ων η αίτηση, ήταν προϊόν καλής πίστης και πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την επίλυση του ζητήματος χωρίς να απαιτηθεί η επιβολή χρεώσεων. Η παρέμβαση του Εναγόμενου αρ.3, περιοριζόταν μόνο στο να μεσολαβήσει και να συμμετάσχει στις συζητήσεις μεταξύ Εναγόμενης αρ.1 και του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, προκειμένου να βοηθήσει στην εξεύρεση λύσης και δεν ήταν σε θέση να λάβει οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους της Αιτήτριας.

 

Ωστόσο ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την διαμεσολάβηση του Εναγόμενου αρ.3 και να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας και μετατρέποντας μια συμβατική διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ’ ων η αίτηση σε Απαίτηση για δόλο και απάτη με απόλυτο σκοπό να αποκτήσουν δικαιοδοσία τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και καταδολίευση εκ μέρους της Αιτήτριας, είναι γενικόλογοι, αόριστοι και εντελώς παραπλανητικοί. Το μόνο που ζήτησε η Αιτήτρια από τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 είναι να εφαρμόσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν συνδέονται με την δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων.

 

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Δεν αποκαλύπτεται καλή αιτία αγωγής εναντίον της Αιτήτριας. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να δικάσουν την παρούσα Αγωγή, καθότι είναι εμφανές ότι η διαφορά των μερών πηγάζει από τις συμφωνίες που συνήψαν οι Καθ’ ων η αίτηση με την Αιτήτρια. Οι εν λόγω συμφωνίες ρητώς ορίζουν ότι όλες οι διαφωνίες που προκύπτουν από ή σε σχέση με τη Συμφωνία θα επιλύονται οριστικά από τα Δικαστήρια των Σεϋχελλών. Επίσης, στις πρόνοιες των συμφωνιών, υπάρχει ρητή πρόνοια σχετικά με τη δυνατότητα της Αιτήτριας να προβεί σε αναθεώρηση των χρεώσεων και/ή διευκολύνσεων που ενδεχομένως παρείχε στους Καθ’ ων η αίτηση κατά τη σύναψη της συμφωνίας.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απέκρυψε, την προϋπάρχουσα μακροχρόνια επαγγελματική σχέση που διατηρούσε με την Αιτήτρια, μέσω της οποίας ήταν καλός γνώστης των συμβολαίων που σύναπτε η Αιτήτρια με τους πελάτες της και των χρεώσεων που αυτές περιλάμβαναν, το γεγονός ότι λάμβανε μεγάλα χρηματικά ποσά ως προμήθεια από την Αιτήτρια συνεπεία της συνεργασίας τους και το γεγονός ότι συμφώνησε με την Αιτήτρια να εισάγει κεφάλαια πελατών ύψους 25 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση λογαριασμού τύπου swap free.

 

Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι διατηρεί εγγεγραμμένο γραφείο στις Σεϋχέλλες όπου ασκεί τις δραστηριότητες της και ουδεμία σχέση έχει με τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3. Οι επίδικοι λογαριασμοί των Καθ’ ων η αίτηση, βρίσκονται στις Σεϋχέλλες και όχι στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνεπώς η οποιαδήποτε κατ’ ισχυρισμό ζημιά επήλθε ή θα επέλθει, αυτή θα είναι εκτός της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων.

 

Η σχέση της Αιτήτριας με τους Καθ’ ων η αίτηση είναι καθαρά συμβατική και οι Καθ’ ων η αίτηση προσπαθούν να στοιχειοθετήσουν δήθεν αδικήματα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από τους Εναγόμενους, εκμεταλλευόμενοι την καλοπροαίρετη προσπάθεια επίλυσης της συμβατικής διαφοράς που προέκυψε από τον Εναγόμενο αρ.3.

 

Ακόμα και αν όλα τα πιο πάνω απορριφθούν από το Δικαστήριο, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση πάσχει, καθότι δεν έχει προηγηθεί απόπειρα επίδοσης των δικαστικών εγγράφων μέσω των υπηρεσιών ταχυμεταφοράς, ως προνοεί η Σύμβαση της Χάγης. Ο ισχυρισμός ότι δήθεν θα καθυστερήσει η επίδοση και/ή ότι η Αιτήτρια θα προσποιηθεί ότι δεν παρέλαβε έγγραφα, προβλήθηκε άνευ της οποιασδήποτε τεκμηρίωσης. Επίσης, οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις που περιλήφθηκαν στην Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, δεν είναι αυτές που χρησιμοποιούνται από την Αιτήτρια για λήψη δικαστικής αλληλογραφίας.

 

Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν συνιστά forum conveniens για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς, δεδομένου ότι η Αιτήτρια εδρεύει στις Σεϋχέλλες, οι επίδικες συμβάσεις διέπονται από το δίκαιο των Σεϋχελλών, η αποκλειστική δικαιοδοσία έχει ρητώς συμφωνηθεί υπέρ των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς δεν συνδέονται ουσιωδώς με την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη μαρτυρία τους, απορρίπτουν εντόνως όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από την Αιτήτρια και ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι αναληθείς. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η παρούσα αγωγή αφορά δόλο, απάτη, συνωμοσία και ψευδείς παραστάσεις από τους Εναγόμενους σε βάρος των Καθ’ ων η αίτηση. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής γίνεται παραπομπή στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/11/2025 και στα εκεί επισυναπτόμενα τεκμήρια καθώς και στην Έκθεση Απαίτησης ημερομηνίας 31/12/2025. Η αξίωση δεν αφορά συμβατική διαφορά, όπως προσπαθούν οι Εναγόμενοι και η Αιτήτρια, στην υπό κρίση Αίτηση να παρουσιάσουν.

 

Η ουσία της Απαίτησης αφορά την απροκάλυπτη, από τους Εναγόμενους, κλοπή της περιουσίας των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι εφάρμοσαν ένα δόλιο σχέδιο το οποίο έθεσαν σε λειτουργία μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι τελευταίοι προτίθεντο να αποσύρουν τα χρήματα από τους λογαριασμούς τους. Αρχικά τους ανάφεραν ότι θα έπρεπε να επιθεωρήσουν (review) τους λογαριασμούς τους και μετά απλά κωλυσιεργούσαν μέχρι που τελικά κούρεψαν τα χρήματα τους. Όπως μάλιστα προέκυψε εκ των υστέρων, την «τακτική» της δήθεν ανάγκης να επιθεωρήσουν τους λογαριασμούς της εφάρμοσαν και σε πολλά άλλα θύματα τους οι Εναγόμενοι, τόσο σε επενδυτές όσο και σε συνεργάτες τους.

 

Στις 06/12/2025, ήτοι δύο μέρες μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφορήθηκαν για το κλείσιμο των γραφείων της Εναγόμενης    αρ.1 στη Λεμεσό αλλά και τον οικειοθελή τερματισμό παροχής υπηρεσιών και την επιστροφή της άδειας λειτουργίας της στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ).

 

Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι τα αστικά αδικήματα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή τους, έλαβαν χώρα εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και του παρόντος Δικαστηρίου, όπου διαμένουν ή εδρεύουν τουλάχιστον κάποιοι εκ των Εναγόμενων και υφίστανται ισχυροί λόγοι απόκλισης από την εφαρμογή της ρήτρας δικαιοδοσίας. Επιβάλλεται όπως η αγωγή εκδικαστεί συνολικώς για όλους τους εναγόμενους στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, όπου εδρεύει η Εναγόμενη αρ.1 και έλαβαν χώρα όλα τα γεγονότα. Αυτό, δεδομένου και των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων αλλά και της εμπλοκής και του πρωταγωνιστικού ρόλου που είχαν ο Εναγόμενος αρ.2 (κάτοικος Λεμεσού και διευθυντής της Εναγόμενης αρ. 1) και ο Εναγόμενος αρ.3 (διευθυντής και απώτερος ιδιοκτήτης της Εναγόμενης αρ. 1 και της Εναγόμενης αρ.4), σε αυτά. Η Εναγόμενη αρ.4, εμπλέκεται ξεκάθαρα στο δόλιο σχέδιο και είναι εν πάση περιπτώσει αναγκαία διάδικος.

 

Η Αίτηση της Αιτήτριας αλλά και αυτή των υπόλοιπων Εναγόμενων, είναι κακόπιστες και με αυτές προσπαθούν να αποφύγουν την Κυπριακή Δικαιοσύνη.

 

Είχε προ καιρού αποφασιστεί ότι η Εναγόμενη αρ.1 θα τερματίσει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και μάλιστα είχε υποβληθεί αίτημα για επιστροφή της άδειας της ΕΚΚ. Στις 04/12/2025 επιδόθηκε η αγωγή και το προσωρινό διάταγμα στην Εναγόμενη αρ.1. Οι πρώτες πληροφορίες ήταν ότι είχε ήδη προ καιρού παρθεί η απόφαση για την επιστροφή της άδειας της Εναγόμενης αρ.1 και ήρθε σε γνώση των Καθ’ ων η αίτηση στις 06/12/2025. Στις 08/12/2025 παραιτήθηκαν οι δύο εκ των τεσσάρων διευθυντών της Εναγόμενης αρ.1 και παρέμειναν μόνο ως διευθυντές οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3.

 

Στις 11/12/2025 οι Εναγόμενοι αρ.1 – 3 καταχώρησαν Αίτηση για τροποποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 03/12/2025, με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την συνόδευε να ήταν εσκεμμένα παραπλανητικό και αναληθές. Είχε ήδη παρθεί η απόφαση για τερματισμό της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, γεγονός που όχι μόνο δεν το αποκάλυψαν αλλά ισχυρίστηκαν αναληθώς ότι το διάταγμα «οδηγεί» με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση και παύση των εργασιών της.

 

Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 «βούλιαξαν το καράβι» με σκοπό να καταδολιεύσουν τους Καθ’ ων η αίτηση και άλλους επενδυτές. Όταν καταχωρούσαν την Αίτηση για τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος είχαν ήδη αδειάσει τα γραφεία της Εναγόμενης αρ.1 στη Λεμεσό. Κατέβασαν και τις διαφημιστικές πινακίδες και σημάνσεις της Squared Financial.

 

Με απλά λόγια η Εναγόμενη αρ.1 οδηγήθηκε εσκεμμένα σε τερματισμό των υπηρεσιών της από τους Εναγόμενους αρ.2 και 3 και συνιστά μέρος του δόλιου σχεδίου των Εναγόμενων αρ.1 – 4. Μάλιστα η ανακοίνωση για τον τερματισμό των εργασιών της Εναγόμενης αρ.1 δημοσιεύτηκε μόλις την 12/12/2025 και μόνον κατόπιν έντονων παραστάσεων στις οποίες προέβησαν οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση προς την ΕΚΚ θέτοντας την εν λόγω Επιτροπή προ των ευθυνών της ως το κατεξοχήν δια νόμου υπεύθυνο σώμα για προστασία των επενδυτών.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη αρ.4 είναι εταιρεία κέλυφος χωρίς καμιά υπόσταση και ότι ουσιαστικά όλα γίνονταν από την Λεμεσό και προκύπτει η άρρηκτη σχέση της Εναγόμενης αρ.1 με την Εναγόμενη αρ.4.

 

Τόσο η Εναγόμενη αρ.4 όσο και οι Εναγόμενοι αρ.1 – 3 ψεύδονται για το ότι δήθεν ο Εναγόμενος αρ.3 έπαψε από τον Μάρτιο του 2025 να έχει οιαδήποτε σχέση με την Εναγόμενη αρ.4. Πρόκειται για μια απατηλή συναλλαγή μόνο στα χαρτιά.

 

Η Εναγόμενη αρ.4 δεν έχει στην ουσία υπόσταση στις Σεϋχέλλες και είναι χρεοκοπημένη και επισυνάπτονται οι τελευταίοι επίσημοι εξελεγμένοι λογαριασμοί της για το έτος που ολοκληρώθηκε το 2023. Από αυτούς προκύπτει, κατά τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, ότι τα έξοδα προσωπικού αντιστοιχούν σε ένα υπάλληλο, γεγονός προδήλως ασύμβατο με τα όσα υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι και ιδίως για μια εταιρεία η οποία υποτίθεται διαχειρίζεται εκατομμύρια. Κατά τα άλλα οι Εναγόμενοι αρ. 1 – 3 προσπαθούν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη αρ.4 έχει παρουσία και ουσία στις Σεϋχέλλες.

 

Επίσης, προκύπτει από τους εν λόγω λογαριασμούς, το ποσό των US$2.138.352 να είναι πληρωτέο στην Εναγόμενη αρ.1. Κατά άλλα θέλουν να πείσουν ότι η εταιρεία έχει υπόσταση στις Σεϋχέλλες και ότι είναι ανεξάρτητη από την Εναγόμενη αρ.1.

 

Πέραν των πιο πάνω, από πληροφόρηση που έλαβαν, η Εναγόμενη αρ.4 δεν έχει καν δικό της γραφείο αλλά μισθώνει προφανώς τις υπηρεσίες ενός τοπικού παροχέα υπηρεσιών, ήτοι του κ. Wellington Manjengwa. Προφανώς, στεγάζεται μαζί με άλλες πολλές εταιρείες και μάλιστα το γραφείο δεν είναι πάντα ανοικτό.

 

Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Εναγόμενη αρ.4 είναι εταιρεία «κέλυφος» επιβεβαιώνεται και από τις πιο πάνω πληροφορίες που συλλέχθηκαν. Οι Σεϋχέλλες είναι γνωστές ανά το παγκόσμιο ως η πλέον ελκυστική δικαιοδοσία παροχής υπηρεσιών με ελάχιστο έως καθόλου ρυθμιστικό έλεγχο. Ο αναφερόμενος Wellington Manjengwa, ο οποίος είναι και διευθυντής της Εναγόμενης αρ. 4, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας παροχέας υπηρεσιών και όχι πραγματικός υπάλληλος της Εναγόμενης αρ. 4.

 

Πέραν των πιο πάνω, αποκαλύπτεται περαιτέρω και η διασύνδεση της Εναγόμενης αρ. 1 με την Εναγόμενη αρ. 4. Τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εναγόμενης αρ.4 υπέγραψε ο κ. Van Rooyen. Το πρόσωπο αυτό, ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης ημερ. 11/12/2025 και είναι COO της Εναγόμενης αρ. 1. Είναι, επίσης, το ίδιο πρόσωπο το οποίο εκπροσωπεί και ενεργεί για την Εναγόμενη αρ. 4 στην συμφωνία ενοικίασης χώρου την οποία αποκάλυψε η κα Κουτσογιάννη ως τεκμήριο 11. Επίσης, το πρόσφατο πιστοποιητικό διευθυντών της Εναγόμενης αρ. 4, κατονομάζει ως διευθυντές της Εναγόμενης αρ. 4 τον ως άνω επαγγελματία παροχέα υπηρεσιών κ. Wellington Condai Manjengwa και τον κ. Van Rooyen, ήτοι τον COO της Εναγόμενης αρ. 1.

 

Επιπρόσθετα, παρουσιάζονται γραπτά μηνύματα του Εναγόμενου αρ.3, από τα οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος αρ.3 εξακολουθεί να χειρίζεται ο ίδιος προσωπικά και σε καθημερινή βάση τα ζητήματα της Εναγόμενης αρ.4. Όλες οι επικοινωνίες έλαβαν χώρα μετά τον Μάρτιο του 2025, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ο Εναγόμενος αρ.3 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Εναγόμενους. Αναφέρεται, επίσης, από τον Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1, ότι συνάντησε τον Amro Ali Mohamed Alawour στο Ντουμπάι στις 12/02/2026 και του ανάφερε ότι δεν είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Εναγόμενης αρ.4 και ο οποίος έδειχνε απίστευτα ταραγμένος και τρομοκρατημένος από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος αρ.3 τον ενέπλεξε με αυτόν τον τρόπο σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων και του ισχυρίστηκε ότι είναι μέτοχος της Εναγόμενης αρ.4 μόνο στα χαρτιά και αυτό κατόπιν σχετικής συμφωνίας του με τον Εναγόμενο αρ.3. Μάλιστα τηλεφώνησε ενώπιον του στον Εναγόμενο αρ.2 και φωνασκούσε και ύβριζε για το γεγονός ότι προσπάθησαν να τον εμπλέξουν στην απάτη τους.

 

Πέραν τούτου, η σχέση της Εναγόμενης αρ.4 με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποκαλύπτεται και από το γεγονός ότι αυτή ήρθε σε συμβιβασμό με την ΕΚΚ καταβάλλοντας το ποσό των €50,000 για ενδεχόμενη παράβαση του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2017. Συνεπώς, κωλύεται εκ της συμπεριφοράς της να προωθεί αίτηση για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του παρόντος του Δικαστηρίου αφού ουσιαστικά έχει η ίδια παραδεχθεί τη σχέση της με τη δικαιοδοσία.

 

Όσον αφορά τα ζητήματα επίδοσης, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι όλοι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση και εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Ορθά διατάχθηκε η επίδοση μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης, την στιγμή που υπάρχει μονομερές εκδοθέν διάταγμα (άρα ήταν επείγον), το οποίο μάλιστα πάσχιζαν να τροποποιήσουν και έλαβαν, εν τω μεταξύ, μέτρα τροποποίησης του.

 

Περαιτέρω, από τη στιγμή που αποδεδειγμένα τα γραφεία της Εναγόμενης αρ.4 τη μια μέρα είναι ανοικτά και την άλλη όχι, κωλύονται να εγείρουν θέματα επίδοσης. Η εταιρεία DHL δήλωσε ότι προσπάθησε να τους παραδώσει τη δικογραφία αλλά τα γραφεία τους ήταν κλειστά.

 

Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Wellinghton Gondai Manjengwa γίνεται άρνηση όλων των ισχυρισμών του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1. Επί της ουσίας επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της Αίτησης και ότι η σχέση των μερών είναι συμβατική στην οποία περιλαμβάνεται ρήτρα δικαιοδοσίας. Με βάση το δίκαιο των Σεϋχελλών, επίσης, είναι απολύτως νόμιμο να γίνεται αναδρομική χρέωση των swap fees. Η επιβολή μια τέτοιας χρέωσης ήταν μια απολύτως νόμιμη και επιτρεπτή άσκηση συμβατικού δικαιώματος. Δεν αποτελεί «ποινή» ή «απάτη» αλλά νόμιμη εμπορική ανάκτηση οφειλόμενων τελών. Συνεπώς, δεν υφίσταται καμία απολύτως υπεξαίρεση ή δόλος, παρά μόνο μια αμιγώς συμβατική διαφορά.

 

Όσον αφορά την Αιτήτρια και τις αναφορές στην ένσταση περί εταιρεία κέλυφος, αυτοί απορρίπτονται και ισχυρίζεται ότι η τρέχουσα οικονομική κατάσταση μιας εταιρείας δεν έχει σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το υπόλοιπο οφειλόμενο της Αιτήτριας προς την Εναγόμενη αρ.1 προκύπτει από την μακροχρόνια σχέση που είχαν οι δύο εταιρείες μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2023. Τούτο δεν αναιρεί το γεγονός πως οι δύο εταιρείες έχουν πλέον διαχωριστεί. Παλαιότερα ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών και είναι φυσιολογικό να παραμένουν οικονομικές εκκρεμότητες. Πρόκειται, όμως, για δύο ανεξάρτητες νομικές οντότητες.

 

Η Αιτήτρια διατηρεί τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για να διεξάγει τις εργασίες της και οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός περί του αντιθέτου, σκοπό έχει να παραπλανήσει το Δικαστήριο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ένστασης για το πρόσωπο του και ισχυρίζεται ότι εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί ενεργό μέλος και προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διευθυντής της εταιρείας. Ο ισχυρισμός περί ανάμειξης του Hermanus Van Rooyen δεν είναι ικανός να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς περί δόλου και/ή απάτης εκ μέρους της Αιτήτριας. Εξάλλου είναι παραδεκτό ότι κατά το παρελθόν οι δύο εταιρείες ανήκαν στον ίδιο όμιλο. Τα μηνύματα που παρουσιάζονται με την ένσταση για να δημιουργήσουν σχέση μεταξύ του Εναγόμενου αρ.3 και της Εναγόμενης αρ.4 δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα ζητήματα και η παρούσα διαφορά αποτελεί συμβατική διαφορά η οποία θα πρέπει να εκδικαστεί κατάλληλα από το Δικαστήρια των Σεϋχελλών. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι μετά την νόμιμη μεταβίβαση των μετοχών της, ο Εναγόμενος αρ.3 δεν κατέχει καμία εκτελεστική, διοικητική ή μετοχική ιδιότητα στην Αιτήτρια. Το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, λόγω παλαιάς γνωριμίας, επέλεγε ο ίδιος να επικοινωνεί άτυπα με τον Εναγόμενο αρ.3 για τα ζητήματα της Αιτήτριας, δεν δεσμεύει νομικά την Αιτήτρια, δεν της στερεί την αυτοτελή νομική της προσωπικότητα και σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει τον ψευδή ισχυρισμό περί δήθεν «εικονικής» μεταβίβασης.

 

Περαιτέρω, αμφισβητείται το περιεχόμενο της συνομιλίας του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 με τον κ. Αmro Ali Mohamed Alawour και ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση ο τελευταίος συμφώνησε με τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση αρ.1. Εν πάση περιπτώσει, η μεταβίβαση των μετοχών στον κ. Alawour εγκρίθηκε επίσημα από τη Ρυθμιστική Αρχή των Σεϋχελλών μόνο αφού ο ίδιος υποβλήθηκε σε 12 μήνες αυστηρών οικονομικών εξετάσεων και ελέγχων καταλληλόλητας.

 

Ο συμβιβασμός ύψους €50,000 της Αιτήτριας με την ΕΚΚ, έγινε προκειμένου να αποφύγει μια μακροχρόνια και κοστοβόρα νομική διαμάχη για μια αμιγώς “τεχνική” παράβαση των Κανονισμών κατά τη μεταβατική περίοδο διαχωρισμού των ενσωματωμένων τεχνολογικών συστημάτων της Εναγόμενης αρ.1 και της Εναγόμενης αρ.4, όταν είχαν συνεργασία.

 

Με την απαντητική ένορκη δήλωση της κας Κελίρη, επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της ένστασης και ισχυρίζεται ότι ο κ. Manjengwa, δεν κατάφερε να καλύψει τις αναλήθειες που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Κουτσογιάννη. Τίποτα από τα όσα προσκόμισε επηρεάζει το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Κατά άλλα επιμένει και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα των Καθ’ ων η αίτηση και αυτούς που αφορούν το ζήτημα της επίδοσης.   

     

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι, επίσης, αγόρευσαν και συμπληρωματικά διευκρινίζοντας τις θέσεις τους. Οι εν λόγω γραπτές και προφορικές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης να τις αναπαράγω. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις και θέσεις των μερών κατά την εξέταση της αίτησης, αν τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 

 

Σύμφωνα με την Αίτηση, ζητείται ο παραμερισμός της παρούσας Απαίτησης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος, ακύρωση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, καθώς και παραμερισμό του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, συνεπεία των ως άνω αναφερόμενων. Επιζητείται, επίσης, ο παραμερισμός της επίδοσης του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας και/ή μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της Αιτήτριας. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, τα αιτητικά της παρούσας Αίτησης είναι εν μέρει αλληλένδετα, αφού για να εκδοθεί διάταγμα για να παραχωρηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προϋποθέτει την ύπαρξη, κατ’ αρχάς, δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να εκδικάσει την διαφορά. Από εκεί πέρα και σε περίπτωση ύπαρξης μιας τέτοιας δικαιοδοσίας, παραμένει η εξέταση της ορθότητας του τρόπου με τον οποίο διατάχθηκε η επίδικη επίδοση.

 

Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να εκδικάσει την διαφορά και το δικαίωμα του εναγόμενου να την αμφισβητήσει, εξετάζεται κατά προτεραιότητα, με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Εναγόμενος ο οποίος αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστήριο για να εκδικάσει την απαίτηση, δύναται να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο με το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του (βλ. Μέρος 12(1)). Για να δύναται να ασκήσει αυτό το δικαίωμα του, ο εναγόμενος θα πρέπει, πρώτα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση του αυτή (βλ. Μέρος 12(2)) και ακολούθως να υποβάλει αίτηση εντός 14 ημέρων από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης, η οποία να υποστηρίζεται από μαρτυρία (βλ. Μέρος 12(3)).

 

Δεν αμφισβητείται στην παρούσα περίπτωση, ότι η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με τις πιο πάνω δικονομικές πρόνοιες και/ή δεν εγείρεται οποιονδήποτε άλλο δικονομικό ζήτημα από την πλευρά των Καθ’  ων η Αίτηση. Δεν παραβλέπω ότι στο Σημείωμα Εμφάνισης σημειώνεται και η ένδειξη ότι η Αιτήτρια προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση, πέραν από την ένδειξη ότι θα αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία. Είναι ορθό να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις που εναγόμενος επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία θα πρέπει να ακολουθήσει πιστά τις δικονομικές πρόνοιες, καθότι σε αντίθετη περίπτωση ενδέχεται να θεωρηθεί ότι αυτός έχει αποδεχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Hoddinot v. Persimmon Homes (Wessex) Ltd [2008] 1 WLR 806 και Burns – Anderson Independent Network Plc v. Wheeler [2005] EWHC 575). Βέβαια, η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να κριθεί ότι η σημείωση και της ένδειξης στο Σημείωμα Εμφάνισης, ότι η Αιτήτρια θα αμφισβητήσει την απαίτηση αποτελεί κώλυμα σε αυτήν να προχωρήσει και να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εντός του τασσόμενου χρονικού διαστήματος των 14 ημερών και χωρίς να έχει ληφθεί οποιαδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο από την Αιτήτρια που να υποδηλώνει ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία (βλ. Massey v. Glover [2006] EWHC 2323 (Ch) ).

 

Πέραν των πιο πάνω, το Μέρος 12(6) προνοεί ότι διάταγμα το οποίο περιέχει αναγνωριστική δήλωση ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί, επίσης, να περιέχει περαιτέρω πρόνοιες, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, παραμερισμό του εντύπου απαίτησης και της επίδοσης αυτού. 

 

Η Aιτήτρια, επίσης, επιζητεί τον παραμερισμό του εντύπου απαίτησης, λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος. Ο Κανονισμός 3.3 (2)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο, αν διαπιστώσει ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης. Ανάλογη πρόνοια, περιλαμβανόταν και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στην Δ.27, Θ.3. Σύμφωνα με τη νομολογία επί της παλαιάς Διαταγής, η διαγραφή δικογράφου, συνιστούσε εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείτο μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείτο νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων (2004) 1Γ Α.Α.Δ. 1852) και Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1Β Α.Α.Δ. 1316). Τέτοιου είδους αιτήσεις, κρίνονταν αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία τις υποστήριζε και μια τέτοια μαρτυρία δεν γινόταν αποδεκτή (βλ. Halsburys Laws of England, 4th edition, vol. 37, para 436).

 

Με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, προκύπτει, η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις να μην απαγορεύεται, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 23(4) και (5). H πιο πάνω πρόνοια δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί από το Εφετείο, αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να εφαρμόζεται. Άντληση καθοδήγησης, όμως, μπορεί να γίνει από την Αγγλική νομολογία η οποία έχει ερμηνεύσει αντίστοιχη πρόνοια που βρίσκεται στους CPR, r.3.4(2)(a). Στο σύγγραμμα BLACKSTONES CIVIL PRACTICE 2018, para. 33.8, p. 581, αναφέρονται τα εξής:

 

According to Potter LJ in Partco Group Ltd v. Wragg [2002] EWCA Civ. 594, [2002] 2 Lloyd’s Rep 343 at [46], cases where striking out under CPR, R.3.4(2)(a), is appropriate include:

 

(a)Where the statement of case raises an unwinnable case where continuing the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides (Harris v Bolt Burdon [2000] CPLR9); and

(b)Where the statement of case does not raise a valid claim or defence as a matter of law (Price Meats Ltd v Barclays Bank plc [2000] 2 All ER (Comm) 346)”   

 

Όταν, όμως, υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν ή όταν εγείρεται νομικό σημείο το οποίο δεν δύναται να απαντηθεί ξεκάθαρα και δεν είναι ξεκάθαρη η νομολογία επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να διαγράφεται το δικόγραφο αλλά θα πρέπει τα ζητήματα αυτά να αφήνονται να αποφασιστούν στη δίκη (βλ. Hughes v Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ. 266 και D v East Berkshire Community Health NHS Trust [2005] UKHL 23, [2005] AC 373).

Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, περιλαμβάνονται στο Μέρος 6.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας χωρίς να χρειάζεται η αναπαραγωγή τους στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, όμως, σχετικές είναι οι πρόνοιες ότι επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εντύπου απαίτησης μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο όταν εγείρεται απαίτηση για την οποία το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (6.8(α)), όταν εγείρεται απαίτηση σε σχέση με σύμβαση, όταν η σύμβαση διέπεται από το κυπριακό δίκαιο (6.8(η)(iii)) ή όταν εγείρεται απαίτηση για αστικό αδίκημα όταν επήλθε ή θα επέλθει η ζημιά εντός της δικαιοδοσίας ή η ζημιά η οποία επήλθε ή θα επέλθει προκύπτει από πράξη η οποία διαπράχθηκε ή πιθανόν να διαπραχθεί εντός της δικαιοδοσίας (6.8(κ)(i) και (ii) ).

 

Η αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εντύπου απαίτησης σε εναγόμενο εκτός Κύπρου γίνεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και υποστηρίζεται από μαρτυρία, η οποία ικανοποιεί το δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και δηλώνει τον τόπο ή χώρα στην οποία ο εν λόγω εναγόμενος βρίσκεται ή ενδέχεται να βρίσκεται, και κατά πόσον ο εν λόγω εναγόμενος είναι Κύπριος πολίτης ή όχι, και τους λόγους για τους οποίους καταχωρίζεται η αίτηση, και καμία τέτοια άδεια δεν παραχωρείται εκτός αν καταστεί επαρκώς εμφανές στο δικαστήριο ή στον δικαστή ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου, δυνάμει του παρόντος Μέρους (6.10(1) ).

 

Στην περίπτωση παραχώρησης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ο εναγόμενος θεωρεί ότι δεν έπρεπε να είχε παραχωρηθεί, μπορεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

Αίτηση για παραμερισμό της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αποφασίζεται με αναφορά στη θέση που ίσχυε κατά το χρόνο που παραχωρήθηκε μια τέτοια άδεια και όχι με αναφορά σε περιστάσεις κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης για παραμερισμό, αν και μετέπειτα γεγονότα μπορούν να ρίξουν φως στους λόγους που ήταν σχετικοί κατά το χρόνο εκείνο (βλ. BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, para.19.3, p. 430 και Erste Group Bank AG London Branch v. JSC VMZ Red October [2015] 1 CLC 706).

Σύμφωνα με την παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27, Θ.1, το Δικαστήριο είχε εξουσία να προβαίνει σε προδικασμό σημείων, τα οποία ήταν αμιγώς νομικά και η βάση των γεγονότων επί των οποίων θα αποφασίζονταν ήταν παραδεκτή. Σε περίπτωση που υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα ή όταν το σημείο που εγειρόταν ήταν εν μέρει νομικό και εν μέρει πραγματικών γεγονότων, δεν εκδιδόταν διαταγή για προδικασμό. Διαταγή για προδικασμό εκδιδόταν με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικά καθαρές περιπτώσεις (βλ. Pavlou v. Hellenic Bank Ltd (1990) 1 A.A.Δ. 483, ΚΟΤ v. Philippa Estates Ltd κ.α. (1999) 1 (B) A.A.Δ. 1431, Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 949 και Malactou v. Armeftis (1984) 1 C.L.R. 548). 

 

Με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες, ανάλογα με τη φύση τους, μπορεί να εφαρμόσει συγκεκριμένα «τεστ» για να αποφασίσει, όπως αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω και αφορά τη διαδικασία παραμερισμού του εντύπου απαίτησης λόγω μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής. Άλλο παράδειγμα, είναι η αίτηση για συνοπτική απόφαση, όπου το τεστ είναι η ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης (real prospect of success) σε αντίθεση από την ύπαρξη μιας φαντασιώδους (fanciful) προοπτικής (βλ. Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91), χωρίς όμως το Δικαστήριο να προβαίνει στη διεξαγωγή μικρής δίκης (mini trial) και σε βάθος αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων. Γενικότερα, όμως, όπως προκύπτει, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε ενδιάμεσες διαδικασίες να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών.

 

Σε ότι αφορά ζητήματα δικαιοδοσίας, αυτά κατά βάση αποφασίζονται επί των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Στην περίπτωση αιτήσεων για να επιτραπεί η επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση ότι η απαίτηση εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες, για τις οποίες επιτρέπεται η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της (βλ. Αltimo Holdings and Investments Ltd v. Kyrgyz Mobil Tel Ltd [2001] UKPC 7, [2012] 1 WLR 1804). Στο σύγγραμμα BLACSTONES CIVIL PRACTICE 2018, para.16.43, p. 385 αναφέρεται ότι το τεστ για το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι το ίδιο με αυτό που εφαρμόζεται για την συνοπτική απόφαση, δηλαδή “whether there is a real (as opposed to a fanciful) prospect of success (e.g. Carvill America Inc v Camperdown UK Ltd [2005] EWCA Civ. 645, 2 Lloyd’s Rep 457). Where a question of law goes to the existence of jurisdiction, the court will normally decide it, rather than treating it as a question of whether there is a good arguable case, unless the facts are not clear (on the basis of the pleaded case) or the point of law is exceptionally difficult and doubtful (Lungowe v Veranda Resources plc [2017] EWCA Civ. 1528, LTL 02/11/2017).

 

Αναφορικά με το τεστ για την «καλή συζητήσιμη υπόθεση» αναφέρεται: “Ιn this context, good arguable case has been held to mean that one side has a much better argument than the other (Canada Trust Co v. Stolzenberg (No.2) [1998] 1 WLR 547, [2002] 1 AC; Bols Distilleries BV v Superior Yacht  Services Ltd [2006] UKPC 45, [2007] 1 WLR 12).

 

Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αλλά και από τις αγορεύσεις της Αιτήτριας, το κύριο ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει τη διαφορά και άρα δεν αποκαλύπτεται και καλή αιτία αγωγής. Η θέση, όπως μπορεί να συνοψισθεί, είναι ότι υπάρχει υπογραμμένη συμφωνία μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση με την Αιτήτρια, για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, στην οποία περιέχεται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας στα Δικαστήρια των Σεϋχελλών και εφαρμοζόμενο δίκαιο είναι αυτό της εν λόγω χώρας. Η θέση είναι ότι, αν και η αξίωση φαίνεται να εδράζεται σε αστικά αδικήματα, εντούτοις αυτό γίνεται με σκοπό να αποκτήσει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο και η ουσία της διαφοράς αφορά παράβαση σύμβασης.

 

Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η αξίωση τους δεν στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας αλλά στα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης, των ψευδών παραστάσεων, τη συνωμοσίας όλων των εναγόμενων με σκοπό την καταδολίευση και της ιδιοποίησης.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν διακρίνω οποιαδήποτε ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος για την παροχή άδειας εκτός δικαιοδοσίας. Eίναι νομολογημένο ότι σε κάθε περίπτωση έκδοσης διατάγματος μονομερώς θα πρέπει να υπάρχει πλήρης αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που τεκμηριώνουν το αίτημα και τα οποία μπορούν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Στην  El Sayegh v. Credit Suisse (1996) 1 Α.Α.Δ. 836  παραμερίστηκε η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας λόγω μη αποκάλυψης από τον ενάγοντα, ουσιαστικών στοιχείων που αφορούσαν το αγώγιμο του δικαίωμα και ιδιαίτερα, δεν αποκάλυψε ρήτρα διαιτησίας στην σύμβαση των διαδίκων. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό, παραπλανήθηκε το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ξένης δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα να δικαιολογείται ο παραμερισμός της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αναφέρθηκε επίσης ότι η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων από τον ενάγοντα, ισχύει και στις μονομερείς αιτήσεις για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όπως ακριβώς ισχύει στις περιπτώσεις ενδιάμεσων ασφαλιστικών διαταγμάτων (βλ. επίσης The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κα (1990) 1 Α.Α.Δ 219 και Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κα ν. Adeona Holdings Limited κα, Πολ. Έφεση 6/14, ημ. 27.2.15.

 

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, τόσο σε εκείνη την αίτηση όσο και στην αίτηση ημερομηνίας 28/11/2025, γίνεται ρητή αναφορά για τους ενδεχόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αλλά και όλων των Εναγόμενων. Δηλαδή, αναφέρεται ότι πιθανόν να ισχυριστούν ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Επισυνάπτεται, επίσης, η συμφωνία με την Αιτήτρια και οι λοιποί όροι αυτής. Πέραν τούτου, το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση    αρ.1 δεν αναφέρθηκε στην προηγούμενη σχέση που είχε με την Αιτήτρια, δεν αλλοιώνει την εικόνα της παρούσας υπόθεσης, η οποία αφορά τους λογαριασμούς ΜΑΜ. Το κατά πόσο ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 γνώριζε τον τρόπο λειτουργίας παλαιότερων λογαριασμών του και ότι αυτός συναλλασσόταν με την Αιτήτρια αφορά άλλες δοσοληψίες και όχι τις επίδικες. Ακόμα, όμως, και το γεγονός αυτός να κρίνεται σχετικό, αποτελεί την εκδοχή της Αιτήτριας, η οποία θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης στο κατάλληλο στάδιο. Σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί ζήτημα απόκρυψης.

 

Θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία των όσων εγείρονται στην παρούσα.

 

Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας η οποία έχει προσκομιστεί από αμφότερες τις πλευρές και έλαβα υπόψη μου την Έκθεση Απαίτησης. Όντως η αξίωση των Καθ’ ων η αίτηση, στηρίζεται στα πιο πάνω αστικά αδικήματα. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι όλοι οι Εναγόμενοι συνδέονται μεταξύ τους κάτω από την εμπορική επωνυμία Squared Financial και οι διαπραγματεύσεις για την κατάληξη σε συνεργασία γίνονταν στη Λεμεσό. Όλοι οι εναγόμενοι, παρουσίασαν στον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, ότι μπορούσαν να του παράσχουν επενδυτικούς λογαριασμούς σε χρυσό με swap free χρησιμοποιώντας την Αιτήτρια. Επίσης, του ανάφεραν ότι η Εναγόμενη αρ.1 είναι Κυπριακή δεόντως αδειοδοτημένη εταιρεία από την ΕΚΚ και όλες οι συναλλαγές θα γίνονταν από την Κύπρο, Λεμεσό. Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι η Εναγόμενη αρ.1 και η Αιτήτρια είναι ένα και το αυτό και ότι η Αιτήτρια είναι μια εταιρεία κέλυφος. Η πραγματική βάση και η «σάρκα» της Squared Financial βρίσκεται στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, όπου εργοδοτείται και εργάζεται το προσωπικό της με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 είχε αμέτρητες συναντήσεις, επαφές και επικοινωνίες τα τελευταία 2 χρόνια.

 

Η όλη ουσία της υπόθεσης των Καθ’ ων η αίτηση, όπως αποκαλύπτεται, αφορά την ισχυριζόμενη συνωμοτική και καθόλα δόλια και παράνομη συμπεριφορά των Εναγόμενων και την ιδιοποίηση (embezzlement) των κεφαλαίων τους, που οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν κατατεθειμένα στους επενδυτικούς τους λογαριασμούς.

 

Γίνεται αναφορά, επίσης, στη σχέση των Εναγόμενων μεταξύ τους. Ο Εναγόμενος     αρ.3, είναι ουσιαστικά ο ιδιοκτήτης της εμπορικής επωνυμίας Squared Financial αλλά και των Εναγόμενων αρ.1 και 4 και ο Εναγόμενος αρ.2 είναι διευθυντής της Εναγόμενης αρ.1 και είναι το δεξί χέρι και ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα για τον Εναγόμενο αρ.3.

 

Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, είναι ότι όλοι οι Εναγόμενοι λειτουργούν κάτω από την πιο πάνω επωνυμία, στη Λεμεσό, ένα μοντέλο που χρησιμοποιούν και αρκετοί ανταγωνιστές τους. Δηλαδή, το να έχουν μια κυπριακή (ευρωπαϊκή) επενδυτική εταιρεία αδειοδοτημένη από την CySEC (Εναγόμενη αρ.1), κάτι που προσδίδει κύρος προσελκύοντας περισσότερους επενδυτές, ενώ παράλληλα και στην ουσία να διατηρούν υπεράκτια εταιρεία (Εναγόμενη 4), με το ίδιο όνομα, κάτω από την ίδια εμπορική επωνυμία, ώστε να προσφέρουν πιο «ελκυστικές» υπηρεσίες – προϊόντα, με καλύτερες αποδόσεις για τον επενδυτή σε ένα περιβάλλον λιγότερο ελεγχόμενο (less regulated) και συνάμα θεωρητικά γεωγραφικά «απομακρυσμένο» και άρα δυσκολότερα προσβάσιμο σε περίπτωση διαφοράς, ήτοι αυτό των Σεϋχελλών.

 

Οι Εναγόμενοι αρ.2 και 3 είναι δύο από τους τέσσερεις διευθυντές της Εναγόμενης αρ.1 και τους αποδίδεται ενεργή συμμετοχή στην απάτη και ότι αυτοί αποτελούν τα ιθύνοντα πρόσωπα.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1, στη βάση του ότι δεν θα υπήρχαν χρεώσεις αλλά θα υπήρχαν και καλύτερες αποδόσεις στις επενδύσεις τους, αποφάσισε να συνεργαστεί με τους Εναγόμενους, οι οποίοι του δημιούργησαν ένα κεντρικό λογαριασμό / master account (MAM) κάτω από τον οποίο ετέθησαν ένας έκαστος των λογαριασμών που ανοίχτηκαν για όλους τους Καθ’ ων η αίτηση. Για να γίνει αυτό, τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 τον έπεισε ο Εναγόμενος αρ.3, εξηγώντας του τον τρόπο που λειτουργούσαν οι Εναγόμενοι. Ειδικότερα, στην επιμονή του Καθ΄ ου η αίτηση αρ.1 ότι ο λογαριασμός θα έπρεπε να ήταν swap free, ο Εναγόμενος αρ.3 του είπε να μην ανησυχεί καθότι θα μπορούσαν του προσφέρουν το προϊόν αυτό μέσω της Αιτήτριας, όμως, στην ουσία τα πάντα θα γίνονταν από τα γραφεία της Καθ’ ης η αίτηση αρ.1, στη Λεμεσό και ότι η Αιτήτρια είναι κάτω από την ομπρέλα της εμπορικής επωνυμίας Squared Financial, που ανήκει στην Εναγόμενη αρ.1 η οποία υπόκειται σε έλεγχο από την CySEC. Του ανάφερε, επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων της Squared Financial βρίσκονται στη Λεμεσό. Ουδέποτε ο Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 υποσχέθηκε να φέρει περισσότερους επενδυτές ή χρήματα στην Squared Financial. Οι υπάλληλοι που χειρίζονταν τους εν λόγω λογαριασμούς και με τους οποίους επικοινωνούσε, βρίσκονταν στη Λεμεσό.

 

Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι ουδέποτε χρεώθηκαν οι λογαριασμοί τους με χρεώσεις και όταν δύο φορές έγινε, οι χρεώσεις επιστράφηκαν διότι έγιναν εκ λάθους.

 

Η χρέωση αναδρομικών χρεώσεων, μετά από την πρόθεση των Καθ’ ων η αίτηση να αποσύρουν τα χρήματα, αποτελεί ξεκάθαρα παράνομη απόφαση εκ μέρους των Εναγόμενων, η οποία καταδεικνύει τη δολιότητα και κακοπιστία τους. Πρόκειται για μια ξεκάθαρα παράνομη απόφαση εκ μέρους των Εναγόμενων, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απροκάλυπτη κλοπή της περιουσίας των Καθ’ ων η αίτηση και ένα δόλιο σχέδιο, το οποίο έθεσαν σε εφαρμογή μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προτίθενται να αποσύρουν χρήματα από τους λογαριασμούς τους. Προς τούτο, παραθέτουν στην Έκθεση Απαίτησης τους, λεπτομέρειες δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων.

Τα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι και συγκεκριμένα το δικαίωμα τους να επιβάλουν αναδρομικά χρεώσεις και μάλιστα ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτές, ενόψει της υπόλοιπης μαρτυρίας που παρουσιάζουν, αναφέρουν ότι καταδεικνύει την δολιότητα και κακοπιστία των Εναγόμενων και την πρόθεση τους να υφαρπάξουν την περιουσία των Καθ’ ων η αίτηση με το έτσι θέλω. Παρουσιάζουν τους Όρους και Προϋποθέσεις της Αιτήτριας «Version 13 – July 2025», oι οποίοι παρόλο που τέθηκαν σε εφαρμογή τον Ιούλιο του 2025, χρησιμοποιούνται για να επιβάλουν χρεώσεις στους Καθ’ ων η αίτηση για συναλλαγές που έκαναν το 2024 και οι όροι και προϋποθέσεις ήταν διαφορετικοί. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να ίσχυαν οι εν λόγω όροι, αυτοί είναι προδήλως παράνομοι και καταχρηστικοί.

 

Στη συνέχεια και με βάση τη μαρτυρία των Καθ’ ων η αίτηση, γίνεται αναφορά στις συναντήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 και Εναγόμενων, στα γραφεία τους στη Λεμεσό σε μια προσπάθεια εξεύρεσης λύσης. Στην συνάντηση ημερομηνίας 11/11/2025, συντονιστής της οποίας ήταν ο Εναγόμενος αρ.2, ξεκαθάρισε ότι η Squared Financial, αποφάσισε να επιβάλει αναδρομικά swap charges στους λογαριασμούς των Καθ’ ων η αίτηση. Στη συνάντηση ημερομηνίας 12/11/2025 στα γραφεία των Εναγόμενων στη Λεμεσό, έλαβε μέρος και ο Εναγόμενος αρ.3, μέσω τηλεδιάσκεψης, ο οποίος ήταν επιθετικός και απείλησε τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 ότι αν στραφεί εναντίον τους δικαστικώς οι δικηγόροι του θα τον “κυνηγήσουν” μέχρι τέλους και θα τον καταστρέψουν προσωπικά.

 

Η όλη υπόθεση των Καθ’ ων η αίτηση αφορά στην κλοπή των κεφαλαίων τους από τους Εναγόμενους και ο ισχυρισμός τους είναι ότι η Αιτήτρια δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εταιρικό όχημα που χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος αρ.3, απώτερος ιδιοκτήτης της Εναγόμενης αρ.1. Λειτουργούν κάτω από το επιχειρησιακό μοντέλο της Squared Financial και την αθέμιτη εκμετάλλευση της άδεια της Εναγόμενης αρ.1.

 

Υπάρχουν ισχυρισμοί, επίσης, ότι η Squared Financial αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και εν τέλει αυτή έκλεισε τα γραφεία της στη Λεμεσό και η Εναγόμενη αρ.1 παράδωσε την άδεια της στην ΕΚΚ.

 

Όλα τα πιο πάνω γεγονότα και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η αίτηση καταδεικνύουν ότι οι αιτίες αγωγής τους εδράζονται στα πιο πάνω αναφερόμενα αστικά αδικήματα. Αποδίδουν σε όλους τους Εναγόμενους ένα συνωμοτικό σχέδιο με σκοπό να υφαρπάξουν τα κεφάλαια τους τα οποία βρίσκονταν στους επενδυτικούς τους λογαριασμούς. Περιγράφουν την δομή των Εναγόμενων και ότι στην ουσία η συμφωνία με την Αιτήτρια, ήταν μέρος του όλου σχεδίου για υφαρπαγή των χρημάτων τους.

 

Έχω συνυπολογίσει τα όσα η Αιτήτρια αναφέρει και ειδικότερα το γεγονός ότι υπάρχει υπογραμμένη συμφωνία μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ων η αίτηση με ξεκάθαρη ρήτρα δικαιοδοσίας, η οποία κατά την θέση τους, δεν αμφισβητείται από τους Καθ’ ων η αίτηση. Οι Καθ’ ων η αίτηση, όμως, όπως προκύπτει δεν βασίζουν την αξίωση τους σε παράβαση σύμβασης. Φαίνεται και προκύπτει να εντάσσουν την εν λόγω συμφωνία, ως μέρος του όλου συνωμοτικού σχεδίου των Εναγόμενων και ότι αποτελεί το μέσο για την υφαρπαγή των χρημάτων τους. Κατά συνέπεια, παρά την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας, οι Καθ’ ων η αίτηση, δεν προκύπτει να εδράζουν την αξίωση τους σε αυτήν, έτσι ώστε το Δικαστήριο να πρέπει και να μπορεί, στο στάδιο αυτό, να κρίνει και να εξετάσει την εν λόγω ρήτρα για να αποφασίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας.

 

Άλλωστε και η Αιτήτρια, αναγνωρίζει ότι η αξίωση εδράζεται επί αστικών αδικημάτων. Εκείνο το οποίο ισχυρίζεται, όμως, είναι ότι αυτά είναι επίπλαστα με σκοπό να αποκτήσει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο και η ουσία της διαφοράς αφορά την παράβαση της συμφωνίας μεταξύ Καθ’ ων η αίτηση και Αιτήτριας και είναι σε αυτή τη βάση που θα πρέπει να αποφασιστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας.

 

Έχω λάβει υπόψη μου την εν λόγω εισήγηση και έχω διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί. Προκύπτει από αυτήν, οι Καθ’ ων η αίτηση να παρουσιάζουν επαρκή στοιχεία και ισχυρισμούς, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας από την οποία να καταδεικνύεται το αγώγιμο δικαίωμα τους. Ειδικότερα, υπάρχουν επαρκείς ισχυρισμοί και στοιχεία – τεκμήρια για τον ισχυριζόμενο τρόπο που οι Εναγόμενοι λειτουργούσαν και τον τρόπο που παρουσιάζονταν στο κοινό. Υπάρχει, περαιτέρω, επαρκής μαρτυρία για το γεγονός ότι όλα τα γεγονότα έλαβαν χώρα στη Λεμεσό και όλες οι επαφές με την εμπλοκή όλων των εναγόμενων γίνονταν και έγιναν στη Λεμεσό. Ακόμα και μετά την απόφαση των Εναγόμενων να επιβάλουν χρεώσεις, εμπλοκή στο όλο ζήτημα είχαν οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3. Η Αιτήτρια δίνει εξήγηση για αυτό και αναφέρει ότι ο ρόλος τους ήταν βοηθητικός και τίποτε άλλο. Τούτο, όμως, δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη δίκη.

 

Αντικρουόμενα γεγονότα υπάρχουν και σε σχέση με τη σύνδεση των Εναγόμενων     αρ.1, 2 και 3 με την Αιτήτρια. Παρουσιάζονται, επαρκή στοιχεία από πλευράς Καθ’ ων η αίτηση για να καταδείξουν την σύνδεση τους, όπως αλληλογραφία, επικοινωνίες και συναντήσεις καθώς και αναφορές του Εναγόμενου αρ.3 για τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους με σκοπό να πείσει τον Καθ’ ου η αίτηση αρ.1 και μέσω αυτού τους υπόλοιπους Καθ’ ων η αίτηση να συναλλαχθούν με τους Εναγόμενους. Παρουσιάζονται, επίσης, στοιχεία για να καταδείξουν τη σύνδεση της Αιτήτριας με την Εναγόμενη αρ.1 και τους υπόλοιπους εναγόμενους, όπως εξελεγμένοι λογαριασμοί και σχετικά πιστοποιητικά μετόχων και διευθυντών των Εναγόμενων αρ.1 και 4. Υπάρχει, επίσης, μαρτυρία αναφορικά με την αλλαγή μετόχων της Αιτήτριας στις 13/03/2025, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια και ότι Εναγόμενος αρ. 3 έκτοτε δεν είχε καμία σχέση. Η Αιτήτρια, παρουσιάζει τη δική της εκδοχή για την σχέση των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 με την Αιτήτρια και ότι στην ουσία δεν είχαν καμία σχέση. Αν και παραδέχεται ότι σε κάποιο προγενέστερο στάδιο η Αιτήτρια και η Εναγόμενη αρ.1 ήταν συνδεδεμένες και μετά διαχωρίστηκαν, εξ ου και η Αιτήτρια κατέληξε σε συμβιβασμό με την ΕΚΚ για την καταβολή προστίμου.

 

Όλα τα πιο πάνω αντικρουόμενα γεγονότα, όμως, θα πρέπει να τύχουν αξιολόγησης κατά τη δίκη και δεν είναι εφικτό στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα.

 

Η όλη ουσία, όμως, είναι ότι στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των Καθ’ ων η αίτηση, της μαρτυρίας που έχουν παρουσιάσει και των σχετικών τεκμηρίων, αυτοί καταδεικνύουν εύλογη αιτία αγωγής, η οποία εδράζεται επί των πιο πάνω αναφερόμενων αστικών αδικημάτων. Η αξίωση τους δεν εδράζεται επί της ισχυριζόμενης από πλευράς Αιτήτριας συμφωνίας και δεν προκύπτει στα στάδιο αυτό ότι η ουσία της όλης διαφοράς είναι η παράβαση της εν λόγω σύμβασης. Για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα το Δικαστήριο απαιτείται αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών, κάτι που εκφεύγει του σταδίου αυτού (βλ. Digimed Communications Ltd v. 1. Matra Marconi Space UK Ltd κ.α. (2010) 1Α Α.Α.Δ 625)    

 

Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία και μαρτυρία ικανά, για σκοπούς του σταδίου αυτού να καταδείξουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον όλων των Εναγόμενων, ως απαιτείται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να προβώ σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Αρκεί να αναφέρω ότι με τους ισχυρισμούς των Καθ’  ων η Αίτηση και τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί μέχρι στιγμής καταδεικνύεται προοπτική επιτυχίας της αξίωσης και εύλογη αιτία αγωγής.

 

Στην βάση των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Απαίτηση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η αξίωση εδράζεται στα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης, των ψευδών παραστάσεων, της συνωμοσίας και της ιδιοποίησης. Τα εν λόγω αδικήματα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, φέρεται να έχουν διαπραχθεί στη Λεμεσό. Όλες οι συναντήσεις του Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 με τους Εναγόμενους, τόσο πριν από την κατάληξη να συναλλαχθεί με τους Εναγόμενους όσο και μετά κατά τη διάρκεια που συναλασσόταν με αυτούς, γίνονταν στη Λεμεσό. Όλες οι παραστάσεις προς τον Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 και κατ’ επέκταση στους υπόλοιπους Καθ’ ων η αίτηση, τους οποίους εκπροσωπούσε και όλες οι δοσοληψίες γίνονταν στη Λεμεσό, στα γραφεία της Εναγόμενης αρ. 1. Η δε επιστροφή των χρημάτων των Καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, έπρεπε να γίνει στη Λεμεσό.

 

Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό και/ή η ζημιά από τις εν λόγω αδικοπραξίες έλαβε χώρα στη Λεμεσό.

 

Στο πιο πάνω σύγγραμμα BLACKSTONES, para. 16.51, p. 391 αναφέρεται ότι “Jurisdiction may be founded either on the basis of damage being suffered in England or through the tortious act being committed in England. It is sufficient if damage has been or will be, sustained within the jurisdiction. ………In Booth v Phillips [2004] EWHC 1437 (Comm), [2004] 1 WLR 3292, the court considered the meaning of the word ‘damage’ in what is now PD 6B, para. 3.1(9) and stated that it should be given its natural and ordinary meaning. It referred to harm which had been sustained by the claimant, whether physical or economic, and it was sufficient if some damage (not necessarily all of the damage) was sustained within the jurisdiction. There was no requirement that the damage sustained within the jurisdiction should be that which completed the cause of action.” 

 

Παραπέμπω, επίσης, στις πρόνοιες του Άρθρου 21(1) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προνοεί για την τοπική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αναφέρει ότι έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή, η βάση της οποίας έχει «προκύψει είτε καθ’ ολοκληρίαν είτε εν µέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι’ ην το δικαστήριον καθιδρύθη».

 

Kρίνω ότι στοιχειοθετείται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ως ανωτέρω αναφέρθηκε.

 

Η Αιτήτρια επιχειρηματολογεί ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Η θέση της αυτή, όμως, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω εδράζεται στο γεγονός ότι η παρούσα διαφορά αφορά παράβαση σύμβασης, στην οποία υπάρχει ρήτρα διαιτησίας και εφαρμοζόμενο αλλοδαπό δίκαιο και παραπέμπει στη σχετική νομολογία που αφορά το Αγγλικό δόγμα του forum non conveniens.

 

Για να ανασταλεί μια αγωγή λόγω του forum non conveniens, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει κάποιο άλλο forum το οποίο ξεκάθαρα είναι καταλληλότερο και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου (βλ. Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd [1987] AC 460 και The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV και Άλλος (1990) 1 Α.Α.Δ. 219).  Στο πιο πάνω σύγγραμμα BLACKSTONE’S, para. 16.72, p. 404 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι “The burden of proof rests on the defendant to show there is some other clearly more appropriate forum. If there is no other more suitable forum, the stay should usually be refused.”

 

Κατά την εξέταση κατά πόσο υπάρχει άλλο καταλληλότερο forum για εκδίκαση της διαφοράς, το Δικαστήριο θα αναζητήσει την χώρα με την οποία η αγωγή έχει την πιο ουσιαστική σύνδεση (the most real and substantial connection) (βλ. The Αbidin Daver [1984] AC 398). Ο τόπος όπου διαμένουν και δραστηριοποιούνται τα μέρη, λαμβάνεται, επίσης, υπόψη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του τη διαθεσιμότητα της μαρτυρίας, πραγματικής και επιστημονικής, το δίκαιο που διέπει τη διαφορά και κατά πόσο τα μέρη έχουν προβεί σε επιλογή δικαιοδοσίας (jurisdiction clause) και/ή δικαίου (choice of Law). Σημειώνεται, ότι η επιλογή δικαιοδοσίας ή δικαίου αποτελούν παράγοντες με αυξημένη βαρύτητα που συνηγορούν στην άρνηση της αναστολής της διαδικασίας.

 

Εφόσον καταδειχθεί η ύπαρξη άλλου καταλληλότερου forum, δεν σημαίνει ότι αυτόματα το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην παραχώρηση της αναστολής της διαδικασίας. Θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως για παράδειγμα κατά πόσο σε εκείνο το forum θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη (Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση παραπέμπω στην Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd (ανωτέρω), Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 Β Α.Α.Δ. 1316 και Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1999) 1 A.A.Δ. 1168).

 

Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει κριθεί ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν καταδείξει, στα πλαίσια του σταδίου αυτού, ότι υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Η Αιτήτρια θα πρέπει, στο στάδιο αυτό, να προβάλει καλύτερο επιχείρημα καταδεικνύοντας ότι υπάρχει άλλο forum, εκτός από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καταλληλότερο και να πείσει ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί ή ακόμη και να παραμεριστεί το έντυπο απαίτησης και το διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.

 

Στην παρούσα, προκύπτει, πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, ότι όλα τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν στην Κύπρο. Περαιτέρω, προκύπτει όλες οι ισχυριζόμενες πράξεις να έγιναν στην Κύπρο. Κατά συνέπεια, αναφύεται, η μαρτυρία να βρίσκεται στην Κύπρο. Η θέση ότι η μαρτυρία βρίσκεται στις Σεϋχέλλες αφορά ισχυρισμούς ότι οι λογαριασμοί διατηρούνταν στις Σεϋχέλλες. Ακόμα και τούτο, όμως, να ισχύει, ο πυρήνας της ισχυριζόμενης αξίωσης και η μαρτυρία βρίσκεται στην Κύπρο. Επομένως, η θέση περί της ύπαρξης των λογαριασμών και όλων των εγγράφων στις Σεϋχέλλες, περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι η διαφορά είναι συμβατική. Επίσης, ουδεμία αναφορά γίνεται για τους μάρτυρες που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι βρίσκονται στις Σεϋχέλλες και ποιοι είναι αυτοί. Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρονται λεπτομερώς στα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσονταν και επικοινωνούσαν και τα οποία βρίσκονταν όλα στην Κύπρο. Η δε εισήγηση ότι το εφαρμοζόμενο δίκαιο είναι αυτό των Σεϋχελλών σχετίζεται με τη θέση πάλι ότι η διαφορά είναι συμβατική και υπάρχει ρήτρα αλλοδαπού δικαίου. Επίσης, η στενή συνάφεια των αγωγών και των επίδικων θεμάτων, προκύπτει ξεκάθαρα από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Συνοπτικά, προκύπτει να υπάρχει, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, στενή σύνδεση όλων των εναγόμενων και η απάτη, δόλος, ψευδείς παραστάσεις, συνωμοσία και ιδιοποίηση να έγινε από όλους στην βάση ενός σχεδίου το οποίο οργάνωσαν. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να διαχωριστεί η εκδίκαση της παρούσας αγωγής με τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων να είναι ορατός (βλ. Άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60).

 

Στην βάση των πιο πάνω και στο σύνολο των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της παρούσας διαφοράς και η θέση περί του αντιθέτου απορρίπτεται.

 

Θα πρέπει να αναφερθεί, ότι παρά το στοιχείο της αλλοδαπότητας της παρούσας υπόθεσης και της έδρας των εργασιών της Εναγόμενης αρ. 1 στην Κύπρο και της διαμονής του Εναγόμενου αρ. 2, επίσης, στην Κύπρο, η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με την Αιτήτρια θα πρέπει να ανευρεθεί με βάση το εσωτερικό δίκαιο, ως ανωτέρω εξηγήθηκε και όχι με βάση τον Κανονισμό 1215/2012, όπως υποστηρίζει ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, με το αποτέλεσμα εν πάση περιπτώσει να είναι το ίδιο. Και τούτο διότι η έδρα της Αιτήτριας είναι σε τρίτη χώρα και δεν μπορεί να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Άρθρου 8 του Κανονισμού, το οποίο προνοεί για την παθητική δικαιοδοσία. Σε μια τέτοια περίπτωση η δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του δικάζοντος Δικαστηρίου (βλ. το σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία κατ’ άρθρον του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια (1215/2012), σελ. 217 και 218 και ΔΕΕ 11.4.2013 (Land Berlin / Sapir) C-645/2011, σκέψεις 51-55). Ο Κανονισμός 6, επίσης, δεν αποκλείει τη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αν ο εναγόμενος κατοικεί εκτός του εδάφους του κράτους μέλους της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, ο Κανονισμός 6 παραπέμπει αποκλειστικά στο εθνικό δίκαιο του forum

 

Η κατάληξη στη βάση των πιο πάνω, είναι ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν καταδείξει καλή αιτία αγωγής και καλή και συζητήσιμη υπόθεση ότι το παρών Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Επισημαίνεται βεβαίως πως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, κάτι το οποίο θα γίνει κατά την ακρόαση της ουσίας της επίδικης διαφοράς και το θέμα της δικαιοδοσίας δύναται να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

 

Απομένει η εξέταση του κατά πόσο ορθώς διατάχθηκε η υποκατάστατη επίδοση στην Αιτήτρια. Οι Καθ’  ων η Αίτηση με την Αίτηση τους ημερομηνίας 05/12/2025 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και επίδοσης μέσω της Σύμβασης της Χάγης και/ή υποκατάστατη επίδοση, αναφέρθηκαν στην Σύμβαση της Χάγης και στον Κυρωτικό Νόμο 40/1982, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι και οι Σεϋχέλλες. Αναφέρθηκαν επίσης, στις επίσημες γλώσσες των Σεϋχελλών, μια εκ των οποίων είναι η Αγγλική (βλ. τεκμήριο 12 της ένορκης δήλωσης της κας Κελλίρη ημερ. 05/12/2025). Παρουσίασαν το τεκμήριο 13, το οποίο δείχνει τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Αιτήτριας. Ανάφεραν, επίσης, ότι οι Σεϋχέλλες δεν εναντιώνονται στο Άρθρο 10(α) της Σύμβασης της Χάγης, το οποίο επιτρέπει την αποστολή δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομείου (βλ. τεκμήριο 14).

 

Ζήτησαν, επίσης, όπως η επίδοση προς την Αιτήτρια λάβει χώρα και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε τρεις συγκεκριμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις, παρουσιάζοντας σχετική αλληλογραφία από αυτές προς τον Καθ’ ου η αίτηση αρ. 1 (βλ. τεκμήρια 15 και 16) καθώς και το τεκμήριο 13, το οποίο επιβεβαιώνει την μια εκ των τριών ηλεκτρονικών της διευθύνσεων. Ο λόγος, σύμφωνα, με τους Καθ’ ων η αίτηση, για τον οποίο αιτήθηκαν και διάταγμα για υποκατάσταση επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είναι διότι η επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών ενδέχεται να καθυστερήσει ή να προσπαθήσουν οι Εναγόμενοι αρ.4 να αμφισβητήσουν ότι παρέλαβαν τα έγγραφα.

 

Σύμφωνα με το αιτητικό (Γ) της Αίτησης, η Αιτήτρια ζητεί τον παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, ως άκυρης, παράνομης και αντικανονικής. Υποστηρίζει τη θέση αυτή στο γεγονός ότι δεν έγινε προσπάθεια να επιδοθούν τα δικαστικά έγγραφα μέσω ταχυδρομείου, ως προνοείται στη Σύμβαση και οι Καθ’ ων η αίτηση να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της. Η επιλογή τους να επιδώσουν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έγινε χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε τεκμηριωμένη αιτιολόγηση περί αδυναμίας ή αποτυχίας επίδοσης με συμβατικά μέσα και χωρίς να διασφάλιζε την πραγματική γνώση της Αιτήτριας αναφορικά με την καταχωρηθείσα Απαίτηση. Η Αιτήτρια, επίσης, ισχυρίζεται ότι τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία μέσω των οποίων επιχειρήθηκε η επίδοση δεν αποτελούν επίσημες ηλεκτρονικές διευθύνσεις του νομικού τμήματος της Αιτήτριας, ούτε χρησιμοποιούνται για σκοπούς λήψης δικαστικής ή άλλης νομικής αλληλογραφίας και η επίδοση μέσω αυτών δεν διασφαλίζει ότι η Αιτήτρια έλαβε πραγματική γνώση.

 

Η υποκατάστατη επίδοση του εντύπου απαίτησης ή εγγράφων εκτός του εντύπου απαίτησης και η αίτηση που υποβάλλεται για το σκοπό αυτό, προνοείται στο Μέρος 6.13 και 6.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1):

 

“Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος Μέρους, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σε αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και επίδοσης ή παράδοσης μέσω τηλεμοιότυπου (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στη διεύθυνση επίδοσης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο.

………………………………………………………………………………………..”

 

Παρόμοια πρόνοια υπήρχε και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 λέχθηκαν στα εξής:

 

«Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω).

……………………………………………………………………………………………

Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2.

 

Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg (1915) 1 K.B. 857). ΄Οπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.»

 

Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1), ως ανωτέρω έχει παρατεθεί, προϋπόθεση για να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση είναι να φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ. Προκύπτει δηλαδή, ότι εκείνο το οποίο απαιτείται είναι να καταδειχθεί οποιαδήποτε αιτία για το μη εφικτό της επίδοσης με τους προβλεπόμενους τρόπους σε συνάρτηση με το χρόνο που πρέπει να γίνει η επίδοση. Στην Αγγλία περιλαμβάνεται ως προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ο όρος «good reason» (βλ. CPR r. 6.15(1) και 6.27) σε αντιδιαστολή με τον δικό μας Κανονισμό που αναφέρεται μόνο σε οποιαδήποτε αιτία. Σε κάθε περίπτωση, η Αγγλική νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο “good reason” και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Έχει κριθεί ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση το γεγονός ότι είναι αδύνατη (impractical) η επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Είναι αρκετό να καταδειχθεί “καλός λόγος”. To Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει “καλός λόγος” θα λάβει υπόψη του και τον πρωταρχικό σκοπό (overriding objection) και κατά πόσο με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επιτυγχάνεται η δίκαιη αντιμετώπιση της υπόθεσης και εξοικονομείται χρόνος και χρήμα. Εφόσον ικανοποιηθεί για την ύπαρξη καλού λόγου, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά των διαδίκων (βλ. Αlbon v. Naza Motor Trading Sdn Bhd (No.2) [2007] EWHC 327 (Ch), [2007] 1 All ER (Comm) 813).

 

Το Μέρος 6.13(1) και η εξουσία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται και ασκείται και στις περιπτώσεις όπου η επίδοση θα γίνει εκτός δικαιοδοσίας. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση που, μεταξύ άλλων, υπάρχει διακρατική συμφωνία για τον τρόπο επίδοσης, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η υποκατάστατη επίδοση για να ανατρέπει τις πρόνοιες μιας τέτοιας Συμφωνίας (βλ. Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ. 135, [2011] 1 WLR 3086). Η έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις. Το γεγονός ότι μια δικαστική διαδικασία θα γνωστοποιηθεί πιο γρήγορα στον εναγόμενο με υποκατάστατη επίδοση αντί μέσω της διακρατικής Συμφωνίας, αν και παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, γενικά δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Παράκαμψη των προνοιών της διακρατικής Συμφωνίας και έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, μπορεί να δικαιολογηθεί από γεγονότα τα οποία αφορούν συγκεκριμένα τον εναγόμενο, όπως όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα αποφύγει την προσωπική επίδοση, αν ο τρόπος αυτός αποτελεί τον μοναδικό τρόπο επίδοσης που προβλέπεται από το αλλοδαπό δίκαιο ή από γεγονότα που σχετίζονται με τη διαδικασία, όπως για παράδειγμα η γνωστοποίηση ενός προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η απλή επιθυμία για γρήγορη επίδοση δεν μπορεί να αποτελεί καλό λόγο.

 

Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επίδοσης όλων των δικαστικών εγγράφων μέσω της Σύμβασης της Χάγης και μέσω ηλεκτρονικών διευθύνσεων, αφού ικανοποιήθηκε από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Τα όσα ο η Αιτήτρια αναφέρει δεν ανατρέπουν το βάθρο επί των οποίων βασίστηκε το Δικαστήριο για να εξεδώσει το επίδικο διάταγμα. Το γεγονός ότι παράλληλα με την επίδοση μέσω της Σύμβασης της Χάγης εκδόθηκε και διάταγμα μέσω των ηλεκτρονικών διευθύνσεων, δεν μπορεί να συνιστά ακυρότητα ή αντικανονικότητα. Άλλωστε, οι Καθ’ ων η αίτηση, έστω και με γενικό τρόπο, έθεσαν γεγονότα τα οποία αφορούν το πρόσωπο της Αιτήτριας και ότι ενδέχεται να ισχυριστεί ότι δεν παρέλαβε τα δικαστικά έγγραφα. Αναφέρθηκε, επίσης, στη δυσκολία επίδοσης τους αφού τα γραφεία του είναι κλειστά. Τούτα σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της που αφορά τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα αγωγή και τον τρόπο που η Αιτήτρια αλλά και όλοι οι εναγόμενοι ενέργησαν σε βάρος των Καθ’ ων η αίτηση. Πέραν τούτου, σημειώνεται ότι πέραν του Εντύπου Απαίτησης, θα έπρεπε να επιδοθεί και το προσωρινό διάταγμα, κάτι που, ενόψει της φύσης του επέβαλε την ταχεία επίδοση του.

 

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση της παρούσας διαδικασίας, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προχωρεί και υπερασπίζεται τα δικαιώματα της. Διερωτώμαι, επίσης, αφού αναφέρει ότι οι εν λόγω ηλεκτρονικές διευθύνσεις δεν είναι οι κατάλληλες για να λάβει γνώση και ότι μέσω αυτές δεν διασφαλίζεται ότι έλαβε πραγματική γνώση, από πού έλαβε γνώση και εμφανίστηκε στη διαδικασία;

 

Περαιτέρω, δεν εγείρεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα σε σχέση με τον τρόπο που επιτεύχθηκε η υπό κρίση επίδοση, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και υποστηρίχθηκε το εν λόγω αίτημα. Δεν διαβλέπω, οποιοδήποτε λόγο, υπό τις περιστάσεις, για τον οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Η Αιτήτρια έλαβε γνώση όλων των εγγράφων της διαδικασίας και δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς.

 

Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη είναι ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ’  ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης αρ.4 - Αιτήτριας. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €6,834 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €31 ως πραγματικά έξοδα.

 

Συμφώνως του Μέρους 12(7) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το σημείωμα εμφάνισης παύει να ισχύει και η Εναγόμενη αρ. 4 δύναται να καταχωρήσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών από σήμερα και σε τέτοια περίπτωση, να προχωρήσει με την καταχώρηση και επίδοση της υπεράσπισης της στην απαίτηση, εντός του χρονοδιαγράμματος που προνοείται στους Κανονισμούς.               

                                                                       

                                                                                    (Υπ.)……………………………………

                                                                                                  Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο,

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο