Αχιλλέα Δημητριάδη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1133/2017, 25/6/2026
print
Τίτλος:
Αχιλλέα Δημητριάδη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1133/2017, 25/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1133/2017

Μεταξύ:

 

 

1.    Αχιλλέα Δημητριάδη

2.    Μαρίας Ζωγράφου-Δημητριάδη

 

Ενάγοντες

και

 

            Κυπριακής Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

Εναγόμενη

-----------------------------

Ημερομηνία: 25.6.2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τους Ενάγοντες: Ο Στ. Κ. Στυλιανού

 

Για τον Εναγόμενο:  Ο κ. Α. Μελάς

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Ενάγοντες είναι αδέλφια. Από το 2004 είναι συνιδιοκτήτες, κατά ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο έκαστος, επί του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου [ ] (τα στοιχεία του οποίου καταγράφονται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης) (στο εξής «το επίδικο ακίνητο»).

 

Το εν λόγω επίδικο ακίνητο  βρίσκεται στο χωριό Πλάτρες στη Λεμεσό και συνορεύει στο ανατολικό του σύνορο  με τον Κρύο ποταμό (στο εξής «ο ποταμός»).

 

 

Oι Ενάγοντες είναι, επίσης, και συνιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. τεμαχίου [ ], το οποίο συνορεύει με το επίδικο ακίνητο και στο οποίο έχει αναγερθεί εντός αυτού και μια κατοικία.

 

Προηγούμενοι ιδιοκτήτες των πιο πάνω ακινήτων ήταν οι γονείς των Εναγόντων.

 

Η Εναγόμενη ενάγεται ως ιδιοκτήτρια του εν λόγω ποταμού αλλά και ως υπεύθυνη, μέσω των αρμοδίων τμημάτων της, μεταξύ άλλων για την διαχείριση και προστασία των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων.

 

Αποτελεί κοινός τόπος των μερών, ότι αρχικά η κοίτη του ποταμού διερχόταν από το δυτικό σύνορο του επίδικου ακινήτου.   Το 1970 η Εναγόμενη προέβη σε διεύρυνση του δρόμου Λεμεσού – Πλατρών, όπου και κατασκεύασε στο δρόμο μια νέα γέφυρα για τον αναφερόμενο ποταμό. Στα πλαίσια αυτά, η Εναγόμενη, για σκοπούς διασφάλισης της εν λόγω γέφυρας, μετατόπισε σε νέα θέση την κοίτη του ποταμού, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί η ροή του, έτσι ώστε αυτή να μην διέρχεται πλέον από το δυτικό σύνορο του επίδικου ακινήτου αλλά από το ανατολικό του σύνορο. Η νέα πλέον κοίτη ευθυγραμμίστηκε με το γεφύρι (σχετικό επί τούτου είναι το Τεκμήριο 1).   

 

Λόγω του ότι η νέα κοίτη κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου μέσα στο επίδικο ακίνητο του τότε ιδιοκτήτη του (από τον οποίο οι γονείς των Εναγόντων το αγόρασαν), το 1984 του παραχωρήθηκε από την Εναγόμενη μέρος της παλαιάς κοίτης του ποταμού, σε αντάλλαγμα με το μέρος του επίδικου ακινήτου από το οποίο περνούσε η νέα κοίτη, δίδοντας του και σχετική αποζημίωση. Ως εκ τούτου, το επίδικο ακίνητο, διαμέσου του οποίου διέρχετο αρχικά κατά τη φυσική του πορεία ο εν λόγω ποταμός, ενοποιήθηκε πλέον με το ακίνητο 740.

 

Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η μετακίνηση της νέας κοίτης έγινε πλημμελώς από τα αρμόδια τμήματα, χωρίς τις αναγκαίες και ορθές μελέτες που απαιτούντο, εφόσον το επίδικο ακίνητο, σε διάφορα χρονικά διαστήματα ( κατά τα έτη 2001,2003, 2014 και 2015, αντιστοίχως) διαβρώθηκε και υπέστη διάφορες ζημιές λόγω υπερχειλίσεων του εν λόγω ποταμού μετά από έντονες βροχοπτώσεις.

 

Είναι η κατ΄ισχυρισμόν θέση τους ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε την ευθύνη της και προχώρησε στην λήψη, περί το 2001, διορθωτικών μέτρων με σκοπό την επίλυση του προβλήματος. Τα εν λόγω αντιπλημμυρικά έργα όμως, σύμφωνα πάντοτε με την θέση των Εναγόντων, ήταν ανεπαρκή αλλά και κατασκευάστηκαν με ελαττωματικό τρόπο, με αποτέλεσμα τα πλημμυρικά επεισόδια να συνεχιστούν σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων. 

 

Πέραν των πλημμυρικών επεισοδίων που έλαβαν χώρα το 2001 και 2003, περί το έτος 2014, σημειώθηκε βαριά και έντονη βροχόπτωση, που οδήγησε στην υπερχείλιση της κοίτης του ποταμού, με αποτέλεσμα τα νερά του να εκβάλουν και να χυθούν στο επίδικο κτήμα των Εναγόντων διαβρώνοντας το έδαφος του και παρασύροντας τα χώματα του. Το ίδιο επεσυνέβη και στις αρχές του έτους 2015 όταν και πάλι σημειώθηκε έντονη βροχόπτωση. Λόγω και πάλι της υπερχείλισης του ποταμού, τα νερά εισήλθαν στο επίδικο κτήμα των Εναγόντων, με αποτέλεσμα να καταστρέψουν το φρεάτιο οχετό που συνέλεγε τα ημιυπόγεια νερά και στη συνέχεια να παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμα τους, διανοίγοντας ρήγματα και χαράδρες κατά μήκος αυτού.

 

Σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις των Εναγόντων, η Εναγόμενη, μέσω των αρμοδίων τμημάτων της, ενώ γνώριζε το πρόβλημα που δημιουργείτο στο επίδικο ακίνητο τους, μετά από έντονες βροχοπτώσεις, εντούτοις δεν έλαβε επαρκή και κατάλληλα μέτρα ώστε να αποτρέψει την υπερχείλιση του ποταμού. Εισηγήθηκαν δε, μέσω του εμπειρογνώμονα (M.E 2) που διόρισαν, διάφορα μέτρα προς οριστική επίλυση του προβλήματος, πλην όμως η Εναγόμενη, παρά τις υποσχέσεις της, δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες ώστε να το επιλύσει.

 

Οι Ενάγοντες θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνη την Εναγόμενη για τις υπερχειλίσεις και συνεπακόλουθα για τις ζημιές που υφίσταται το επίδικο ακίνητο τους, στη βάση της ιδιωτικής οχληρίας, αλλά και στη βάση αμέλειας και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων των αρμόδιων τμημάτων της. Παραθέτουν δε στο δικόγραφο τους σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης.

 

Είναι για τον λόγο αυτό που ήγειραν την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης, με την οποία αξιώνουν, πέραν από την επιδίκαση αποζημιώσεων, και την έκδοση προστακτικού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται, σε γενικές γραμμές, η Εναγόμενη να λάβει και ή προβεί σε όλα τα αναγκαία και ή δέοντα μέτρα για την επιδιόρθωση, αποκατάσταση, διαμόρφωση και μετακίνηση της υφιστάμενης κοίτης του ποταμού, στο μέρος και ή σημείο όπου η κοίτη του συνορεύει με το επίδικο ακίνητο.  

 

Από την άλλη πλευρά, η Εναγόμενη αρνείται ότι υπήρξε με οποιοδήποτε τρόπο αμελής και ότι φέρει την οποιαδήποτε ευθύνη για τις υπερχειλίσεις του εν λόγω ποταμού.  Είναι ειδικότερα, συνοπτικά, η θέση της, ως αυτή προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι από τις εργασίες μετατόπισης της κοίτης του ποταμού επωφελήθηκε η ιδιοκτησία των Εναγόντων.

 

Σε σχέση με την υπερχείλιση του ποταμού κατά το έτος 1994, η Εναγόμενη αποδέχεται την ευθύνη της, καταβάλλοντας και σχετικές αποζημιώσεις στα πλαίσια αγωγής που τότε ήγειραν οι γονείς των Εναγόντων.

 

Είναι όμως η θέση της, ότι, στα επόμενα χρόνια, δαπάνησε σημαντικό κονδύλι με σκοπό τη διαχείριση της ροής του ποταμού στην υφιστάμενη του θέση όπως την κατασκευή τεχνητής κοίτης (κανάλι) επί της νέας κοίτης που συνορεύει με το επίδικο ακίνητο, στη συνέχεια την αφαίρεση του ανατολικού τοιχώματος του καθώς και την κατασκευή αναβαθμών επί του επίδικου σημείου. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι έλαβε κάθε τεχνικό μέτρα που θα μπορούσε να λάβει υπό τις περιστάσεις.

 

Είναι, περαιτέρω, θέση της Εναγόμενης ότι τα πλημμυρικά περιστατικά οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα που άπτονται επιφανειακής και υπόγειας υδρολογίας αλλά και λόγω ανωτέρας βίας. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν έλαβαν, ως όφειλαν, οποιαδήποτε μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας του επίδικου ακινήτου με δεδομένο ότι αυτό συνορεύει με την κοίτη του ποταμού.

 

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που εισηγήθηκε να ληφθούν ο Μ.Ε 2 για την επίλυση του προβλήματος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αυτά δεν θα έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Όποια δε τεχνικά μέτρα και να ληφθούν στο επίδικο τεμάχιο αυτό κατά πάσα πιθανότητα, σύμφωνα πάντοτε με την θέση της, θα συγκεντρώνει κατά διαστήματα κάποια επιφανειακή ροή λόγω της μορφολογίας του εδάφους. Προβάλλει, περαιτέρω, τη θέση ότι για να επιλυθεί το όλο ζήτημα, ούτως ώστε να μην υπερχειλίζει ο ποταμός στο συγκεκριμένο σημείο, χρειάζεται ολιστική μελέτη, η οποία είναι αρκετά κοστοβόρα (μερικών εκατομμυρίων) για τα οποία το κράτος δεν διαθέτει τις αναγκαίες πιστώσεις.

 

Λόγω του ότι το κατ΄ισχυρισμό πρόβλημα των Εναγόντων στο επίδικο ακίνητο τους εξαιτίας των πλημμυρικών επεισοδίων χρονολογείται αλλά και στην βάση των διαφόρων παραπόνων που έγιναν κατά την διάρκεια των προηγούμενων ετών από τον πατέρα των Εναγόντων (Μ.Ε 1), αποτελεί κοινό τόπο ότι ο τελευταίος αντάλλαξε με τα αρμόδια τμήματα της Εναγόμενης, δηλαδή το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (στο εξής «το ΤΑΥ»), το Τμήμα Δημοσίων Έργων (στο εξής «το ΤΔΕ») και τον Έπαρχο Λεμεσού διάφορες επιστολές (Τεκμήριο 2).

 

Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι μέρος της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Επισημαίνεται εξ αρχής ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία (την αποδοχή της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξηγεί (Ανδρέου κ.α. ν Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 152)) το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία.  Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, λαμβάνεται υπόψιν από το δικαστήριο οι παράγοντες που καθορίζει το άρθρο 27(2) του πιο πάνω Νόμου. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd. (2012) 1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένο ότι οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς Εναγόμενης, ότι ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί ότι πράγματι αυτές έχουν αποσταλεί από μέρους των αρμόδιων τμημάτων και ότι αυτό είναι το περιεχόμενο τους, αλλά και λαμβάνοντας υπόψιν ότι η Εναγόμενη ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε θέμα είτε διαμέσου της τελικής της αγόρευσης, είτε κατά τη γραμμή αντεξέτασης της, ως προς την αποδεκτότητα τους, θα τους προσδώσω την αναγκαία βαρύτητα, αφού προηγουμένως το δικαστήριο αξιολογήσει το περιεχόμενο τους.

 

Παραθέτω, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επίδικων ζητημάτων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών.

 

Στις 24.11.1994, μετά το εν λόγω πλημμυρικό επεισόδιο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Μ.Ε 1, με σχετική επιστολή του (Τεκμήριο 2.2), ενημέρωσε τον Έπαρχο Λεμεσού για το πιο πάνω γεγονός αλλά και για τις ζημιές που υπέστη.  Τους ζήτησε δε να λάβουν μέτρα για την οριστική επίλυση του προβλήματος. 

 

Τα αρμόδια τμήματα, ως προκύπτει μέσω του Τεκμηρίου 2.3 δεν αμφισβητούν το πιο πάνω γεγονός.  Αναγνώρισαν, περαιτέρω, ότι η ζημιά που είχαν υποστεί οι γονείς των Εναγόντων (τότε ιδιοκτήτες) ήταν πολύ μεγάλη και ότι θα πρέπει να ληφθούν από μέρους τους έγκαιρα μέτρα, αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ευθύνη τους. 

 

Σχετική επιστολή απέστειλε και ο Μ.Ε 1 στις 22.12.94 (Τεκμήριο 2.4) προς τον Επαρχιακό Μηχανικό του ΤΑΥ. Ήταν, σε γενικές γραμμές, η θέση του, ότι ο λόγος που υπερχείλισε το ποτάμι ήταν η προχειρότητα και κακοτεχνία κατά την περίοδο κατασκευής της γέφυρας του νέου δρόμου Πλατρών – Λεμεσού και του έργου της εκτροπής του ποταμού προς τη νέα κοίτη. Ανάφερε ειδικότερα, ότι δεν έγινε καμία  απολύτως εκβάθυνση της νέας κοίτης του ποταμού και ούτε ανεγέρθη οποιοσδήποτε τοίχος που να εμποδίζει τα νερά του ποταμού να ακολουθήσουν ξανά την παλαιά τους ροή όπως ήδη έχει γίνει.  Αιτήθηκε, μέσω της επιστολής του, όπως το όλο ζήτημα επανεξεταστεί. Παρόμοια επιστολή αποστάληκε και στον Επαρχιακό Μηχανικό του ΤΔΕ (Τεκμήριο 2.5). 

 

Στην συνέχεια, ως προκύπτει από τη σχετική αλληλογραφία, πραγματοποιήθηκε συνεδρία στο γραφείο του Βοηθού Επαρχιακού Επιθεωρητή αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα (Τεκμήριο 2.6). Τα σχετικά πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας κατατέθηκαν, με σχετική δήλωση και των δύο πλευρών, και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Αποδεχόμενοι την ευθύνη τους τα αρμόδια τμήματα για τις ζημιές που υπέστη το επίδικο ακίνητο καθώς και το τεμάχιο 740, αναγνώρισαν επιπρόσθετα ότι πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα.  Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι ενόψει του γεγονότος ότι το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό, όπως αποκατασταθεί η ροή του ποταμού στη σωστή κοίτη και ακολούθως να εκτελεστούν τα αναγκαία εκείνα έργα για ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος. Στα πλαίσια αυτά ο εκτελεστικός μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης σε συνεργασία με τα εμπλεκόμενα τμήματα, ανέλαβε να ετοιμάσει κατάλληλο σχέδιο και εκτίμηση προς το σκοπό αυτό. 

 

Λόγω του ότι τα αρμόδια τμήματα δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα, οι γονείς των Εναγόντων ήγειραν την αγωγή υπ’ αριθμόν 6294/95. Στα πλαίσια αυτά, ως προκύπτει από την δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 2, αλλά και ως αποτελεί κοινό τόπο,  καταβλήθηκε, ως αποζημίωση, στους γονείς των Εναγόντων το ποσό των τότε ΛΚ 8.000. Το εν λόγω ποσό θα χρησιμοποιείτο  και για την κατασκευή από τους Ενάγοντες προστατευτικού για την οικοδομή τοίχου επί του τεμαχίου 740.  Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής η Εναγόμενη υποσχέθηκε, περαιτέρω, να προβεί στα αναγκαία έργα για να εξασφαλίσει την ομαλή και χωρίς πρόκληση κινδύνου ροής των υδάτων από την εκτροπή της κοίτης.

 

Στη συνέχεια, με σχετική επιστολή που απέστειλε το ΤΑΥ, ημερομηνίας 28.3.2000 στον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 2.9),  διαπιστώθηκε από μέρους τους ότι και πάλι το χειμώνα του 1998, μετά από ψηλή βροχόπτωση,  η ροή του ποταμού αυξήθηκε και υπερχείλισε του αναχώματος που κατασκευάστηκε από το ΤΔΕ, με αποτέλεσμα να αλλάξει και πάλι πορεία ο ποταμός και να καταστρέψει μέρος των κτημάτων των Εναγόντων.  Κατόπιν δικών τους μελετών, ήταν η εισήγηση τους ότι για να προστατευθεί το επίδικο ακίνητο, από τη διάβρωση του ποταμού, χρειάζεται να κατασκευαστεί τοίχος ή ανάχωμα, κατά μήκος και των δύο πλευρών της νέας τεχνητής κοίτης. 

 

Στις 14.6.2000 με επιστολή του Επαρχιακού του ΤΔΕ προς τον Διευθυντή του ΤΔΕ (Τεκμήριο 2.24) λέχθηκε ότι, σε σχέση με την υπόσχεση που δόθηκε από την Εναγόμενη στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6924/95, το γραφείο του, μετά από επιτόπια εξέταση του θέματος, ετοίμασε σχέδιο για την κατασκευή τεχνητού καναλιού μήκους 100 τ.μ. από σκυρόδεμα, εντός της νέας τεχνητής κοίτης, με πτερυγότοιχους στην αρχή και το τέλος της και με διαστάσεις 150 εκ. πλάτους και 1.40 εκ. ύψους, αντιστοίχως.  Το δε κόστος του εν λόγω καναλιού εκτιμήθηκε στο ποσό των τότε Λ.Κ. 27.000.

 

Πράγματι, αποτελεί περαιτέρω κοινό τόπο, ότι στην συνέχεια, κατά το 2001, η Εναγόμενη άρχισε να κατασκευάζει το πιο πάνω τεχνητό κανάλι. 

 

Tην 10.9.2001, αποτελεί κοινό τόπο, ότι ο Μ.Ε 1 απέστειλε επιστολή στο ΤΔΕ (Τεκμήριο 2.11) εκφράζοντας τους προβληματισμούς του ότι το εν λόγω υπό κατασκευή τεχνητό κανάλι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διαστάσεις, είναι μικρότερο από ότι θα έπρεπε να είναι, εφόσον τα νερά που φέρνει το χειμώνα κατεβαίνουν πολύ ορμητικά λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους. Οπότε, στην ουσία θα πρέπει να γίνουν μεγαλύτερες διαστάσεις ώστε το ρου του νερού να κυλά απρόσκοπτα εντός της κοίτης.  Πρότεινε δε διάφορες εισηγήσεις για την επίλυση του προβλήματος.

 

Το Δεκέμβριο του 2001, μετά από πάλι έντονη και βαριά βροχόπτωση, προκλήθηκε μεταφορά ογκόλιθων, τα οποία έφραξαν το κανάλι που εν τω μεταξύ είχε κατασκευαστεί, με αποτέλεσμα να υπερχειλίσουν τα νερά του ποταμού και να διαβρωθεί και πάλι το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων. 

 

Ενόψει του πιο πάνω γεγονότος, ο Μ.Ε 1 απέστειλε και πάλι διάφορες επιστολές προς τα αρμόδια τμήματα, εκφράζοντας την δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι δεν εισακούστηκαν οι πιο πάνω εισηγήσεις του, ότι η κατασκευή του τεχνητού καναλιού έγινε πλημμελώς και με κακοτεχνίες αλλά και ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί δεν επιλύαν οριστικά το όλο πρόβλημα που προέκυψε. 

 

Ειδικότερα, στις 10.12.2001, ο Μ.Ε 1 με επιστολή του στον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 2.12) και στο ΤΔΕ (Τεκμήριο 2.13) τους ανάφερε ότι η βροχόπτωση που έλαβε χώρα στις 8.12.2001, ήταν η αιτία που μεγάλοι ογκόλιθοι και κορμοί δέντρων έφραξαν το στόμιο του τεχνητού καναλιού που είχε κατασκευαστεί πρόσφατα.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα νερά να υπερχειλίσουν του καναλιού και το επίδικο ακίνητο του να υποστεί ζημιές. Ως διεφάνη, ήταν πάντοτε η θέση του, οι εργασίες που έγιναν δεν ήταν υπό τις περιστάσεις οι ενδεδειγμένες και ζήτησε και πάλι να ληφθούν τέτοιες αποφάσεις που θα λύσουν οριστικά αυτό το χρονίζον πρόβλημα. 

 

Στις 29.10.2003, ο Μ.Ε 1 απέστειλε επιστολή στον Επαρχιακό Μηχανικό του ΤΔΕ (Τεκμήριο 2.14) επισημαίνοντας και πάλι ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που εκτελέστηκαν παρουσιάζουν κακοτεχνίες, έχουν αρκετές ελλείψεις και δεν επιλύουν το πρόβλημα. Μεταξύ άλλων, τους ανάφερε ότι ο χωρίς θεμέλια τοίχος αντιστήριξης που έχει κατασκευαστεί, κατά μήκος της κοίτης του ποταμού και σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων, επιτρέπει στα νερά να περνούν κάτω από αυτόν και να τον υποσκάπτουν.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει εισροή νερού στο επίδικο ακίνητο και ουσιαστικά αυτός ο τοίχος να είναι άχρηστος. Περαιτέρω, κατάγγειλε το γεγονός ότι το ΤΔΕ ενώ είχε σχεδόν κατεδαφίσει ολόκληρο τον ανατολικό τοίχο το οποίο είχε αναγείρει, ξαφνικά αναιτιολόγητα οι εργασίες σταμάτησαν με αποτέλεσμα το χειμώνα του 2002 και 2003 το ποτάμι να ξεχειλίσει και να παρασύρει τα πάντα στο πέρασμα του. Μετά το πιο πάνω πλημμυρικό  συμβάν συνεργείο του Τμήματος Δημοσίων Έργων εσπευσμένα προσπάθησε να ολοκληρώσει το εναπομείναν ημιτελές έργο. 

 

Στις 22.3.2004, ο Μ.Ε 1 με νέα επιστολή του προς στον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 2.15), τον ενημέρωσε ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν ήταν ελαττωματικά και τούτο γιατί υπάρχει πρόβλημα στα θεμέλια και τη στεγανότητα της τεχνητής κοίτης που έχει διαμορφωθεί και του τοίχου.  Ήταν η θέση του ότι η τεχνητή κοίτη του ποταμού, που δημιουργήθηκε, είναι τελείως επιφανειακή, χωρίς να γίνει η ελάχιστη εκβάθυνση του εδάφους, οπότε με το χρόνο να υποσκάπτεται το υπέδαφος από τα ορμητικά νερά. Περαιτέρω, οι βροχοπτώσεις διάβρωσαν σε μεγάλο βαθμό το επιφανειακό τσιμέντωμα του τεχνητού καναλιού και τα νερά εισέρχονταν στο επίδικο ακίνητο δημιουργώντας ολόκληρο ρυάκι κατά μήκος αυτού. 

 

Ακολούθησε νέα επιστολή του Μ.Ε 1 προς τον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 2.17) στις 28.7.2010. Σε αυτήν και πάλι επισήμανε για ακόμα μια φορά ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που έλαβαν χώρα ήταν ελαττωματικά (εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο στο επίδικο ακίνητο εισήλθαν νερά από την υπερχείλιση του ποταμού), προειδοποιώντας για το γεγονός ότι αν δεν ληφθούν μέτρα το πρόβλημα υπερχείλισης θα εμφανιστεί και πάλι.   

 

Στη βάση της πιο πάνω καταγγελίας και του παραπόνου του Μ.Ε 1, ο Έπαρχος με επιστολή του, ημερομηνίας 17.9.2010 (Τεκμήριο 2.18), προς τον Επαρχιακό Μηχανικό του ΤΔΕ, η οποία κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, αφού τον ενημέρωσε για την πιο πάνω καταγγελία σε σχέση με κακοτεχνίες στην κατασκευή τοίχου στην κοίτη του ποταμού, ζητούσε διερεύνηση του περιστατικού. 

 

Στις 22.12.2011, ο Μ.Ε 1 με επιστολή του προς στον Επαρχιακό Μηχανικό του ΤΑΥ (Τεκμήριο 2.19), τους ενημέρωσε ότι εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα διαρροής υπόγεια των νερών της κοίτης του ποταμού στο επίδικο ακίνητο, ως αποτέλεσμα των επί σειρά λανθασμένων και πλημμελών κατασκευών που έγιναν για την αλλαγή της κοίτης του. Επεσύναψε δε έκθεση του Μ.Ε 2, στην οποία γίνεται αναφορά για την επικρατούσα κατάσταση καθώς και εισηγήσεις για οριστική επίλυση του προβλήματος.   

 

Το ΤΑΥ με επιστολή του, ημερομηνίας 1.11.2012 (Τεκμήριο 2.20), προς τον Έπαρχο Λεμεσού, η οποία και κατατέθηκε στο δικαστήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, σε σχέση με το πιο πάνω υπεβληθέν παράπονο του Μ.Ε 1, ανέφερε ότι το πρόβλημα που δημιουργείται δεν είναι δικής του αρμοδιότητας εφόσον η διατομή του ποταμού, όπως υφίσταται σήμερα, είναι ικανοποιητική για να παροχετεύει με ασφάλεια τα νερά του.  Το πρόβλημα, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του εν λόγω τμήματος, παρουσιάζεται λόγω του ότι ο τοίχος που κατασκευάστηκε στη δυτική όχθη του ποταμού από το ΤΔΕ και που συνορεύει με το επίδικο ακίνητο, παρουσιάζει διαρροή νερών τα οποία εκβάλλουν στο επίδικο ακίνητο. Το θέμα είναι δηλαδή κατασκευαστικό και όχι υδρολογικό. Το εν λόγω Τμήμα εισηγήθηκε όπως διευθετηθεί μια συνάντηση μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων με σκοπό την επίλυση του προβλήματος. 

 

Ακολούθως, στις 30.6.2014 το ΤΑΥ απέστειλε επιστολή στον Μ.Ε 1 (Τεκμήριο 2.21), η οποία επίσης κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Μέσω αυτής, τον πληροφόρησαν, μεταξύ άλλων, ότι στα χρόνια που ακολούθησαν έγιναν από τις κρατικές υπηρεσίες διάφορα έργα στην περιοχή, έναντι σημαντικών δαπανών με σκοπό τη διαχείριση της ροής του ποταμού στη νέα του θέση.  

 

Επίσης, τον ενημέρωσαν ότι με την μετακίνηση της εγγεγραμμένης κοίτης σε νέα θέση, στην πορεία διαφάνηκε ότι η εν λόγω μετακίνηση δημιουργούσε προβλήματα.  Ως εκ τούτου τα εμπλεκόμενα τμήματα προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα εν λόγω προβλήματα με την κατασκευή διαφόρων αντιπλημμυρικών έργων. Τον πληροφόρησαν δε, ότι κατά την επί τόπου επίσκεψη από λειτουργούς στις 24.9.2013,  δεν διαπιστώθηκε απώλεια νερού από το κανάλι και στα φρεάτια συλλογής υπήρχε νερό από την υπόγεια ροή του νερού στο υπόστρωμα του ποταμού. 

 

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που πρότεινε ο εμπειρογνώμονας που ο Μ.Ε 1 διόρισε, ήταν η θέση του ΤΑΥ ότι δεν θα έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Όσον αφορά την εισήγηση του για την υπερύψωση του δυτικού τοίχου κατά 0.35 εκ. σε μήκος 43 μέτρων, παρόλο που αυτό δεν θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, στα πλαίσια ενός φιλικού διακανονισμού θα μπορούσε να υλοποιηθεί, για μείωση της πιθανότητας σε μεγάλες ροές να υπερπηδά νερό πάνω από τον τοίχο.  Ήταν, επίσης, η θέση του Τμήματος ότι όποια τεχνικά μέτρα και  να ληφθούν, το επίδικο τεμάχιο θα συγκεντρώνει κατά διαστήματα κάποια επιφανειακή ροή λόγω της μορφολογίας του εδάφους στην ευρύτερη περιοχή και της γεωλογίας, αφού το υπόστρωμα είναι αυτό της παλαιάς κοίτης. Το δε κράτος, του επεσήμανε επίσης, έχει δαπανήσει πολλά χρήματα για να φέρει στη σημερινή κατάσταση την εγγεγραμμένη κοίτη και λήφθηκαν όλα τα τεχνητά μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν.  Σε περίπτωση που τίθεται θέμα για άλλες δαπανηρές λύσεις ίσως το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί εξ υπαρχής, μη αποκλειόμενης της μεταφοράς της κοίτης στην αρχική της θέση.

 

Στις 12.1.2015, ο Μ.Ε 1 με επιστολή του στον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 2.22) τον ενημέρωσε ότι και πάλι το επίδικο κτήμα υπέστη ζημιές εφόσον η έντονη βροχόπτωση των τελευταίων ημερών έγινε αιτία να υπερχειλίσουν τα νερά του ποταμού και να εισέλθουν ορμητικά μέσα στο επίδικο ακίνητο.  Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εκθεμελιώσουν και να αχρηστεύσουν το φρεάτιο οχετό που συνέλεγε τα ημιυπόγεια νερά.

 

Στην συνέχεια, ο Μ.Ε 2 απέστειλε στις 10.3.2015, 29.8.2016, 22.1.2017 και 21.6.2018, αντιστοίχως (Τεκμήριο 2.10), διάφορες εισηγήσεις ως προς την επίλυση του προβλήματος  αλλά και τα σχόλια του σε σχέση με τις επιστολές των αρμοδίων τμημάτων προς τον Μ.Ε 1.

 

Τέλος, ως προκύπτει από την ενώπιον του δικαστηρίου κατατεθείσα αλληλογραφία από τον Μ.Ε 1, στις 4.6.2018, δηλαδή μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού για επίλυση του επίδικου προβλήματος.  Σύμφωνα με τα σχετικά πρακτικά (Τεκμήριο 2.23), τα οποία και κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους,  αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων,  όπως ο εμπειρογνώμονας των Εναγόντων (Μ.Ε 2) να προχωρήσει σε κοστολόγηση των διορθωτικών μέτρων που προτείνει βάσει της υδρολογικής του μελέτης, την οποία να υποβάλει στα εμπλεκόμενα μέρη για μελέτη και αξιολόγηση.  Οι παρόντες εκπρόσωποι των τριών εμπλεκομένων τμημάτων δεσμεύτηκαν όπως εντός 1 μηνός από την παραλαβή του κοστολογίου θα απαντήσουν κατά πόσο είναι εφικτή η ανάληψη του έργου από το κράτος ή αν θα εισηγηθούν νέα αντιπρόταση. 

 

Στις 27.12.2014, το ΤΑΥ με επιστολή του προς τον Μ.Ε 1 (Τεκμήριο 2.26), και κατόπιν αξιολόγησης των μέτρων που εισηγήθηκε ο Μ.Ε 2, δεν τα έκανε αποδεκτά για τους λόγους που επεξηγούνται στην εν λόγω επιστολή. Οι λόγοι αυτοί παρατίθενται κατωτέρω.  

 

Εις απάντηση της πιο πάνω επιστολής, ο Μ.Ε 2 απέστειλε τα δικά του τελικά σχόλια (Τεκμήριο 2.27).

 

Ενόψει των πιο πάνω γεγονότων αλλά και της εκδοχής που προώθησε η κάθε πλευρά, τα επίδικα ζητήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν το δικαστήριο είναι το κατά πόσο η Εναγόμενη, μέσω των αρμοδίων τμημάτων της, φέρει την οποιαδήποτε ευθύνη για τα πλημμυρικά επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά το 2001 και εντεύθεν (για τα προηγούμενα έτη οι γονείς των Εναγόντων κίνησαν την αγωγή υπ’ αριθμόν 6294/95), ώστε να κριθεί υπόλογη για τις κατ’ ισχυρισμόν ζημιές που το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων υπέστη. Υπό αυτή τη σκοπιά, θα πρέπει το δικαστήριο να αξιολογήσει αφενός μεν κατά πόσο η μετακίνηση της κοίτης του ποταμού συνέβαλε στα οποιαδήποτε πλημμυρικά φαινόμενα αλλά και του κατά πόσο αυτή έγινε με τον ορθό και κατάλληλο τρόπο, αφετέρου, κατά πόσο τα μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας που τα αρμόδια τμήματα έλαβαν, ήταν υπό τις περιστάσεις ικανοποιητικά, επαρκή και κατάλληλα. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στα πιο πάνω, το αμέσως επόμενο ερώτημα που προκύπτει και που καλείται το δικαστήριο να απαντήσει είναι τι άλλα μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν και που δεν λήφθηκαν από τα αρμόδια τμήματα με σκοπό την οριστική επίλυση του όλου προβλήματος.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, θα συνοψίσω την ενώπιον του δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία. 

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο Μ.Ε 1 καθώς και ο εμπειρογνώμονας Μ.Ε.2.  Εκ μέρους του Εναγόμενου μαρτυρία έδωσε τόσο σε σχέση με τα γεγονότα αλλά και υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονά, ο προϊστάμενος του κλάδου Υδρολογίας του ΤΑΥ (Μ.Υ.1).

 

Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α’).  Αυτή αποτελεί μία αναπαραγωγή της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων.  Αναφέρθηκε στο ιστορικό της παρούσας διαφοράς ως προκύπτει μέσα από τη σχετική αλληλογραφία που κατατέθηκε ανωτέρω. 

 

Προέβαλε, επίσης, τον ισχυρισμό ότι το 2001 η Εναγόμενη, μετά την έγερση της αγωγής υπ’ αριθμόν 6924/95, ανέλαβε επιπρόσθετα, πέραν της αποζημίωσης που του κατέβαλαν, την υποχρέωση να προβεί στα αναγκαία έργα για να εξασφαλίσει την κατάλληλη και ασφαλή ροή των υδάτων του ποταμού. 

 

Στα πλαίσια αυτά, η Εναγόμενη το 2001 εκτέλεσε εργασίες και προέβη στην κατασκευή τεχνητού καναλιού από σκυρόδεμα, χωρίς όμως την αναγκαία εκσκαφή της κοίτης του ποταμού.  Ο ίδιος διαφώνησε με το τρόπο κατασκευής του, πλην όμως δεν εισακούστηκε από τα αρμόδια τμήματα και το κανάλι κατασκευάστηκε όπως η μελέτη προέβλεπε.

 

Το Δεκέμβριο του 2001, κατόπιν νέας βαριάς βροχόπτωσης, αυτή προκάλεσε μεταφορά ογκολίθων, τα οποία έφραξαν το τεχνητό κανάλι που κατασκευάστηκε και τα νερά υπερχείλισαν, με αποτέλεσμα να διαβρωθεί εκ νέου το επίδικο ακίνητο.  Κατόπιν επιστολών του, εξήγησε τα προβλήματα του σε όλη τους την έκταση, παρέθεσε τις λεπτομέρειες των ζημιών του και ζήτησε να ληφθούν άμεσα μέτρα προς πλήρη αντιμετώπιση του προβλήματος.  Η Εναγόμενη παρά τις υποδείξεις του δεν έπραξε το οτιδήποτε. 

 

Το 2014 και 2015, αντιστοίχως, έλαβαν χώρα νέα πλημμυρικά επεισόδια.  

 

Κατόπιν και πάλι νέων παραπόνων του, εντούτοις καμία αποτελεσματική ενέργεια δεν έγινε από μέρους της Εναγόμενης για την επίλυση του προβλήματος. 

 

Είναι η θέση του ότι η υπερχείλιση του ποταμού και η εκτροπή του νερού του στο επίδικο ακίνητο, οφείλονται στα λάθη και παραλείψεις των αρμόδιων τμημάτων της Εναγομένης.  Παραθέτει στη συνέχεια ποια ήταν αυτά, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του. Ισχυρίζεται, στη συνέχεια, ότι τα αρμόδια τμήματα παρέλειψαν να προβούν στις ανάλογες καταγραφές και μελέτες ώστε να γίνει ορθή αξιολόγηση των πλημμυρικών κινδύνων, ενώ γνώριζαν ότι και σε προηγούμενους χρόνους είχαν δημιουργηθεί πλημμύρες, παρέλειψαν και ή αμέλησαν να προβούν στα ανάλογα και κατάλληλα μέτρα για αποκλεισμό τους αλλά και να παρεμποδίσουν την ανεξέλεγκτη επιφανειακή ροή υδάτων. 

 

Ήταν η θέση του πως λόγω του ότι η Εναγόμενη με τα αντιπλημμυρικά έργα που εκτέλεσε δεν επίλυσε το όλο πρόβλημα, ο ίδιος αναγκάστηκε να διορίσει τον Μ.Ε 2. Ο εν λόγω εμπειρογνώμονας, αφού ερεύνησε τα αίτια που προκάλεσαν τις πλημμύρες, εισηγήθηκε μέτρα για οριστική αντιμετώπιση του.  Ήταν η θέση του ότι, σύμφωνα με τις εισηγήσεις του Μ.Ε 2,  θα πρέπει να γίνουν από τα αρμόδια τμήματα οι ακόλουθες πράξεις για την οριστική επίλυση του προβλήματος:

 

α)  Εκβάθυνση της κοίτης ποταμού.

β)  Κατεδάφιση μέρους του πυθμένα του αρχικού καναλιού από οπλισμένο σκυρόδεμα για να καταστεί δυνατή η κατασκευή του νέου δυτικού τοίχου της κοίτης σε μεγαλύτερο βάθος.

γ)  Κατατεμαχισμός των αναβαθμών.

δ)  Κατατεμαχισμός μεγάλων ογκόλιθων που παρασύρθηκαν από έναντι περιοχές της κοίτης.

ε)  Ανέγερση νέου τοίχου της κοίτης, σε απόσταση 0,40 μ. από τον υφιστάμενο δυτικό τοίχο της κοίτης.

στ)  Κατασκευή νέων αναβαθμών.

ζ)  Κατασκευή προστατευτικών των υφιστάμενων  αναβαθμών.

η)  Επίστρωση με οπλισμένο σκυρόδεμα της υπό εκβάθυνση νέας κοίτης του ποταμού.

θ)  Διαμόρφωση (εξομάλυνση) της κοίτης του ποταμού μετά την κατασκευή του νέου αναβαθμού και των προστατευτικών αναβαθμών.

ι)  Διαμόρφωση πρανούς κοίτης (στην ανατολική όχθη).

 

Ήταν, περαιτέρω, η θέση του, σε σχέση με την υπόγεια διαρροή που παρουσιάζεται από την νέα τεχνητή κοίτη προς το επίδικο ακίνητο,  ότι το ΤΑΥ, με σχετική του επιστολή του, ημερ. 1.11.2012 (Τεκμήριο 2.20), αποδέχεται ότι το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί είναι κατασκευαστικό και όχι υδρολογικό, επιρρίπτοντας ευθύνη στο ΤΔΕ.  Στα πλαίσια των προσπαθειών των μερών για εξεύρεση ορθής και δίκαιης επίλυσης του προβλήματος ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, έγινε συνάντηση στο γραφείο του Επάρχου στην παρουσία όλων των αρμόδιων τμημάτων στη παρουσία του ίδιου και του Μ.Ε.2.  Συμφωνήθηκε όπως ο Μ.Ε.2 προβεί σε κοστολόγηση των αναγκαίων διορθωτικών εργασιών, πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε. Η Εναγόμενη όμως υπαναχώρησε και δεν έπραξε ο,τιδήποτε μέχρι σήμερα με σκοπό την οριστική επίλυση του όλου προβλήματος. 

 

Ο Μ.Ε.2, Πολιτικός Μηχανικός αλλά και κάτοχος μεταπτυχιακού στην ειδικότητα της Εδαφομηχανικής, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η ειδικότητα της υδρολογίας, ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι του ζητήθηκε από τον Μ.Ε 1 να εκφέρει την επιστημονική του άποψη για το πως μπορεί να προστατευθεί το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων από τις υπερχειλίσεις του ποταμού. Προς το σκοπό αυτό ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 2.25), υιοθετώντας στο δικαστήριο το περιεχόμενο της. 

 

Επεξήγησε, στη συνέχεια, στο δικαστήριο τα κύρια ευρήματα του. 

 

Ήταν η θέση του ότι με τις υπερχειλίσεις του ποταμού διαβρώθηκε μέρος του επίδικου ακινήτου.  Ως εκ τούτου απαιτείτο η λήψη κάποιων μέτρων.   Αφού υπολόγισε την ποσότητα των όμβριων νερών του ποταμού, με σκοπό να ελέγξει κατά πόσο η τεχνητή κοίτη του ποταμού που είχε κατασκευαστεί από το ΤΑΥ είχε επαρκές πλάτος και ύψος, διαπίστωσε, μέσω υδρολογικής μελέτης που ετοίμασε (Τεκμήριο 3), ότι οι διαστάσεις του ήταν ανεπαρκείς υπό τις περιστάσεις. Και τούτο γιατί το κανάλι που δημιουργήθηκε από μπετόν, 1.50 μ. ύψους και μήκους, αντιστοίχως, ήταν αρκετό για ποσότητα νερού που έρεε στον ποταμό μόνο για περίπου 6 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο, ενώ η ποσότητα νερού που έρεε στην πραγματικότητα, ήταν πολύ μεγαλύτερη.

 

Διαπίστωσε περαιτέρω, ότι δεν ήταν μόνο η υπερχείλιση του ποταμού το μόνο πρόβλημα που παρουσιάζετο. Και τούτο γιατί, σύμφωνα πάντοτε με τα συμπεράσματα του, το βάθος της νέας κοίτης του ποταμού ήταν σχεδόν στο ίδιο υψόμετρο με το επίδικο ακίνητο.  Όταν το ΤΑΥ διαπίστωσε ότι το τεχνητό κανάλι που κατασκεύασε ήταν ανεπαρκές, αναγκάστηκε να χαλάσει τον ένα τοίχο του καναλιού προς την κοίτη, μεγαλώνοντας το πλάτος της.   Μετά το 1.50 μέτρο του πυθμένα του τεχνητού καναλιού που είχε πλάτος, το υπόλοιπο μέρος της κοίτης ήταν χωμάτινο.  Με τις βροχοπτώσεις που γίνονταν, μετά την κατεδάφιση του τοίχου από το ΤΔΕ, διαβρώνετο το έδαφος της τεχνητής κοίτης του ποταμού και το νερό περνούσε κάτω από την κοίτη του τεχνητού καναλιού, με αποτέλεσμα να διαβρώνει το επίδικο ακίνητο.  Επομένως, εισηγήθηκε να ανεγερθεί ένας τοίχος έξω από τον δυτικό τοίχο του καναλιού, που να πηγαίνει σε βάθος για να εμποδίζει τα νερά να περνούν ή να γίνει εκβάθυνση της κοίτης σε χαμηλότερο υψόμετρο από το υψόμετρο του επίδικου ακινήτου.  Επίσης, το ΤΑΥ στην προσπάθεια του να περιορίσει την υπερχείλιση και με δεδομένο ότι η νέα κοίτη του ποταμού, όπως κατασκευάστηκε, είχε μεγάλη κλήση, πρόσθεσε αναβαθμούς για να μειωθεί η κλήση της κοίτης και η ταχύτητα του νερού.  Δηλαδή ανά διαστήματα 10 μέτρων, ανεγέρθηκε ένας τοίχος μέσα στην κοίτη υπερυψωμένος, όπου κατέληγε σε βάση  κάποιου αναβαθμού. Με τη μείωση της κλήσης μειώνετο και η ταχύτητα ροής αλλά και διάβρωσης από το νερό.

 

Ετοίμασε, περαιτέρω, και άλλη έκθεση κατά το 2015  (Τεκμήριο 2.22) εις απάντηση της επιστολής που απέστειλε το ΤΑΥ (Τεκμήριο 2.21).   Στην εν λόγω έκθεση προέβη σε αναθεώρηση της αρχικής του μελέτης. Ακολούθησαν μετά κάποιες μικρές μετατροπές της μελέτης του, μετά από εισηγήσεις του ΤΑΥ, έγινε ανάλυση των εργασιών που έπρεπε να γίνουν και ακολούθως έγινε εκτίμηση του κόστους δαπάνης για την υλοποίηση των εισηγήσεων του (Τεκμήριο 2.10).

 

Στη συνέχεια, ήταν η θέση του, ότι το ΤΑΥ, αφού συμβουλεύτηκε το Τμήμα Περιβάλλοντος, ζήτησε όπως η κοίτη να επιστρωθεί με μεταλλικούς κλωβούς που περιέχουν πέτρες (gabions), τα οποία μειώνουν την ταχύτητα ροής, εμποδίζουν τη διάβρωση και είναι πιο περιβαλλοντικά για τη φύση.  Στα πλαίσια αυτά αναθεώρησε και πάλι την τελική του μελέτη περιλαμβάνοντας πλέον την πιο πάνω εισήγηση (Τεκμήριο 2.27). 

 

Ενώ αρχικά  εισηγήθηκε την ανέγερση τοίχου, έξω από το δυτικό τοίχο του τεχνικού καναλιού, ο οποίος να εισχωρεί σε βάθος εντός της κοιτής ώστε να περιορίζει τη ροή του νερού, τελικά θεώρησε πιο ορθό να γίνει εκβάθυνση της κοίτης είτε κατά 1.20 μέτρα ή κατά 2 μέτρα.  Με την εκβάθυνση δεν θα μπορούσε πλέον το νερό να περνά κάτω από το θεμέλιο του τοίχου εφόσον θα έβρισκε μπροστά του χώμα.  Για να καταστεί εφικτή αυτή η εκβάθυνση, θα έπρεπε να ανεγερθεί νέος τοίχος δίπλα από τον υφιστάμενο τοίχο, σε απόσταση μισού μέτρου που να πηγαίνει στο βάθος που θα γινόταν η εκβάθυνση. Μαζί με την εκβάθυνση, την τοποθέτηση μεταλλικών κλωβών αλλά και με την διενέργεια κάποιας διαπλάτυνσης που απαιτείτο να γίνει σε κάποιο τμήμα της κοίτης, ήταν η θέση του ότι αυτά, αν όχι με το να επιλύαν οριστικά το πρόβλημα, θα το βελτίωναν σε μεγάλο βαθμό.    

 

Ο Μ.Υ.1, διδάκτορας μηχανικός, ακαδημαϊκός ερευνητής και υδρολόγος, ο οποίος κατέχει σήμερα την θέση του προϊστάμενου του κλάδου υδρολογίας στο ΤΑΥ, υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β’). Αναπαράγει σε αυτήν, μεταξύ άλλων, τις υπερασπίσεις που προβάλλει η Εναγόμενη μέσω του δικογράφου της.

 

Ως προς την κατασκευή του τεχνητού καναλιού, ήταν η θέση του ότι αυτή  συναρτήθηκε με τα γεγονότα και τις πρακτικές της τότε εποχής. Ξεκαθάρισε, ότι η κατασκευή ανοικτών αγωγών οπλισμένου σκυροδέματος,  εντός κοίτης ποταμών, δεν αποτελεί τρέχουσα πρακτική του ΤΑΥ.  Με βάση την τρέχουσα προσέγγιση του, εφαρμόζονται και εγκαθίσταται λιθοπλήρωτα συρματοκιβώτια (gabions), τραπεζοειδούς διατομής, για διασφάλιση της παροχετευτικής ικανότητας εντός της κοίτης των ποταμών.  

 

Η εν λόγω κατασκευή του καναλιού, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, δεν περιορίζει το εύρος της εγγεγραμμένης κοίτης καθώς το ανοικτό κανάλι εξ ορισμού επιτρέπει ροή με ελεύθερη επιφάνεια, με την υπερχείλιση του να ρέει αμφοτεροβαρώς, εντός του εύρους της κοίτης εις περίπτωση πλημμυρικών περιστατικών, και εντός παραποτάμιων εκτάσεων. Δεν συνεπάγεται αύξηση της πλημμυρικής διακινδύνευσης καθώς η τελευταία συναρτάται με το εύρος της διαμορφωμένης φυσικής κοίτης.   Η ελεύθερη ροή ενός υδατορέματος, ήταν η θέση του, είναι εξ ορισμού δυναμική και ως τέτοια δύναται να μεταβάλλεται χωροχρονικά.  Η δε φυσική ροή της υδάτινης μάζας διαβρώνει και εκβαθύνει το έδαφος. 

 

Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι η προσπάθεια απόδοσης ευθύνης των Εναγόντων προς στο ΤΑΥ είναι αυθαίρετη και ανεδαφική καθώς δεν λαμβάνει υπόψη ότι τα πλημμυρικά περιστατικά που επικαλούνται, οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα που άπτονται ενδεχομένως επιφανειακής και υπόγειας υδρολογίας.  Κατά δε την βρόχινη περίοδο, το φαινόμενο αυτό γίνεται εντονότερο όταν επέλθει κορεσμός των υπόγειων υδατικών συστημάτων, συνδράμοντας έτσι στην αύξηση της επιφανειακής απορροής δια μέσου των εδαφικών πτυχώσεων. Εξ ου και επέρχεται, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, διαρροή νερού κάτωθεν του τοίχου που συνορεύει με το επίδικο ακίνητο. 

 

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι ιδιοκτήτες περιουσιών παρακείμενων ποταμών υπέχουν ευθύνη και οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας εντός των περιουσιών τους. Τέτοια μέτρα όμως δεν έχουν ληφθεί από τους Ενάγοντες, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις. Οι εν λόγω ιδιοκτήτες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα ύδατα ρέουν από τις εδαφικές πτυχώσεις και σε περιπτώσεις πλημμυρικών περιστατικών, τμήμα της ακίνητης ιδιοκτησίας τους λόγω των πλημμυρών υπόκεινται σε φθορές  ένεκα διαβρωτικής δράσης.

 

Ακόμα όμως, ήταν πάντοτε η θέση του, και αν ληφθούν όλα τα μέτρα, ο κίνδυνος παραμένει και ως εκ τούτου το κράτος δεν υπέχει ευθύνη σε περίπτωση αρνητικών  συνεπειών λόγω πλημμυρών.  Επίσης, ένα αντιπλημμυρικό επεισόδιο μπορεί να ενταχθεί και στους λόγους της ανωτέρας βίας εφόσον είναι ένα τυχαίο γεγονός που συναρτάται με συγκεκριμένη περίοδο επαναφοράς όπως η πλημμυρική αιχμή, είναι εκ της φύσεως της απρόβλεπτη και αναπότρεπτη για τις ανθρώπινες δυνάμεις όταν ξεπεραστεί αυτή η συγκεκριμένη περίοδος επαναφοράς. 

 

Αναφορικά τώρα με τις εισηγήσεις που πρότεινε ο Μ.Ε 2 για επίλυση του προβλήματος, αυτά προτείνονται από πολιτικό μηχανικό και όχι από υδρολόγο όπως είναι ο ίδιος.  Τα δε προτεινόμενα μέτρα, δεν φαίνεται να συναρτώνται με ενημερωμένη μελέτη που θα πρέπει να παραθέτει το μέγεθος της λεκάνης απορροής, τις παραδοχές που έγιναν και τις παραμέτρους της υδρολογικής και υδραυλικής ανάλυσης για την εκτίμηση της πλημμυρικής αιχμής, αλλά ούτε και καταγράφεται η εκτίμηση της πλημμυρικής παροχής για συγκεκριμένη περίοδο επαναφοράς. Ούτε και φαίνεται να έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση του επιφανειακού και υπόγειου υδατικού συστήματος. 

 

Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι οι προτεινόμενες λύσεις δεν αυξάνουν την προστασία των Εναγόντων έναντι κινδύνων πλημμύρας συγκεκριμένης περιόδου επαναφοράς σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση.  Η κατασκευή αναβαθμών για να είναι αποδοτική, είναι συνυφασμένη με αποτέλεσμα υδραυλικής ανάλυσης στα πλαίσια ολοκληρωμένης διευθέτησης της κοίτης του ποταμού καθόλο το μήκος της.  Επίσης, τα προτεινόμενα μέτρα και οι κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα δεν συνάδουν με τις πρακτικές του ΤΑΥ.  Αντίθετα, οι προτεινόμενες λύσεις σκυροδέματος αυξάνουν την επιφανειακή απορροή και επομένως την πλημμυρική διακινδύνευση, ενώ είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους υδροφθορών και διάβρωσης. Οι προτεινόμενες λύσεις αντιπλημμυρικής θωράκισης της περιουσίας των Εναγόντων στερούνται, επίσης, ολιστικής προσέγγισης.

 

Για την ελαχιστοποίηση της πλημμυρικής διακινδύνευσης τα προτεινόμενα υδραυλικά έργα θα πρέπει να αφορούν στην όδευση του ποταμού από την αρχή του και θα πρέπει να συναρτώνται με παροχεύτεση πλημμυρικής αιχμής περιόδου επαναφοράς τουλάχιστον 50 ετών.  Λόγω του ότι το ΤΑΥ επί του παρόντος προβαίνει σε έργα σε κοίτες ποταμών που διέρχονται από πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, δεν τελεί υπό προγραμματισμό του η κατασκευή εγγειοβελτιωτικών έργων εντός του επίδικου ποταμού, η αξία των οποίων, ως ισχυρίστηκε, ανέρχεται σε μερικά εκατομμύρια ευρώ και για τα οποία δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες πιστώσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό.

 

Έχοντας παραθέσει τις βασικές θέσεις έκαστου μάρτυρα, προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την ενώπιον του δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία (έγγραφη και προφορική). Οι νομολογιακές αρχές και παράμετροι που λαμβάνονται υπόψιν από το δικαστήριο ως προς την αξιολόγηση μαρτυρίας είναι καλά γνωστές και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω.

 

Ο Μ.Ε.1 άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην της πιο κάτω διευκρίνισης που προβαίνω αμέσως κατωτέρω. Αγανακτισμένος για την όλη κατάσταση και το διαχρονικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε το επίδικο ακίνητο σε σχέση με τις πλημμύρες, οι οποίες αποτελούν κοινό τόπο ότι έλαβαν χώρα, έπεισε το Δικαστήριο με τις απαντήσεις του, σε ό,τι αφορά όλα τα γεγονότα που υποστήριξε που αφορούν την ουσία αυτής της υπόθεσης. Περιέγραψε με απλοϊκό, σαφή και ξεκάθαρο τρόπο τα προβλήματα και τις ζημιές που υπέστη το επίδικο ακίνητο, ως ο ίδιος προσωπικά τα βίωσε, λόγω της υπερχείλισης του ποταμού  σε διάφορα χρονικά διαστήματα εξαιτίας των έντονων βροχοπτώσεων που έλαβαν χώρα κατά τους επίδικους χρόνους. Ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, έντονος από απογοήτευση από την χρόνια αυτή κατάσταση πραγμάτων και έχω πεισθεί ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που εκτελέστηκαν από τα αρμόδια τμήματα της Εναγομένης βελτίωσαν σε αρκετό βαθμό το πρόβλημα που δημιουργήθηκε από την μετακίνηση της κοίτης, πλην όμως διευκρίνισε ότι δεν το έλυσαν οριστικά. Παρέθεσε και εξήγησε στο Δικαστήριο, μέσω της σχετικής αλληλογραφίας που κατάθεσε (Τεκμήριο 2), τις συνεχείς και αγωνιώδεις εκκλήσεις του προς τα αρμόδια τμήματα για την επίλυση του όλου προβλήματος, υποβάλλοντας εισηγήσεις αλλά και προειδοποιώντας τους ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που τα αρμόδια τμήματα εκτέλεσαν ήταν είτε ελαττωματικά είτε ελλιπή. Γεγονός για το οποίο ο ίδιος επιβεβαιώθηκε, εφόσον και πάλι ο ποταμός, μετά τα πρώτα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων, υπερχείλισε το 2001, το 2003, το 2014, το 2015 και το 2018, αντιστοίχως, με αποτέλεσμα τα νερά του να εισέλθουν και πάλι στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων.  Παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε ώστε να ανατραπεί η θετική εικόνα που το δικαστήριο αποκόμισε απ’ αυτόν. Παρά όμως την αποδοχή της μαρτυρίας του, θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι το δικαστήριο δεν θα προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα αναφορικά με τις θέσεις του ως προς τις αιτίες που λαμβάνουν χώρα οι πλημμύρες στο επίδικο ακίνητο καθώς και ως προς τους λόγους, που σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, τα αντιπλημμυρικά έργα που κατασκευάστηκαν ήταν ελαττωματικά. Και τούτο γιατί τα πιο πάνω ζητήματα δεν εμπίπτουν εντός της σφαίρας των γνώσεων του εφόσον δεν κατέχει τις απαραίτητες επαγγελματικές γνώσεις. Τούτα δε είναι αποκλειστικά τεχνικά θέματα, για τα οποία θα αποφασίσει το ίδιο το δικαστήριο αφού αξιολογήσει την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία από τους ίδιους τους εμπειρογνώμονες που και οι δύο πλευρές κάλεσαν.

 

Ξετυλίγοντας ειδικότερα το κουβάρι των επίδικων γεγονότων, αποδέχομαι καταρχάς τη θέση του ότι η υπερχείλιση του ποταμού και η εισροή των υδάτων του εντός του επίδικου ακινήτου των Εναγόντων, έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 1994 και είχε ως γενεσιουργό αιτία το γεγονός ότι περί το έτος 1970 τα αρμόδια όργανα της Εναγομένης μετατόπισαν την κοίτη του ποταμού σε νέα θέση. Εξ ου και τα οποιαδήποτε πλημμυρικά φαινόμενα έλαβαν χώρα μετά την αλλαγή της κοίτης, γεγονός το οποίο αποδέχεται και η ίδια η Εναγόμενη.  Ως ανάφερε ο Μ.Ε 1, αγόρασε μαζί με την σύζυγο του το επίδικο ακίνητο το 1988 και ο ίδιος δεν ενημερώθηκε ότι προηγουμένως είχαν σημειωθεί οποιαδήποτε πλημμυρικά επεισόδια, θέση την οποία και αποδέχομαι. Ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία από πλευράς Εναγομένης ότι με την φυσική πορεία της κοίτης, δηλαδή πριν την μετακίνηση της, παρουσιάστηκαν και σημειώθηκαν οποιαδήποτε πλημμυρικά επεισόδια. Ισχυρίστηκε ο Μ.Υ 1, γενικά και αόριστα, ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, από τον οποίο οι γονείς των Εναγόντων αγόρασαν το επίδικο ακίνητο, εξέφρασε παράπονα στα αρμόδια τμήματα μετά την αλλαγή της κοίτης και για το γεγονός αυτό υπάρχει και σχετική αλληλογραφία. Ποια ήταν αυτά αλλά και τι αφορούσαν τα παράπονα που κατ’ ισχυρισμόν του Μ.Υ 1 εξέφρασε ο τότε ιδιοκτήτης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει. Ούτε και προσκόμισε στο δικαστήριο οποιαδήποτε σχετική αλληλογραφία, ώστε να επιβεβαιώσει καθ΄οιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς του. Συνεπώς δεν αποδέχομαι τη θέση του αυτή. Εν παση περιπτώσει ακόμα και με τη θέση αυτή του Μ.Υ 1, τα οποιαδήποτε παράπονα και αν έλαβαν χώρα, αυτά έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο από τη μετακίνηση της κοίτης, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει τις θέσεις του Μ.Ε 1, ότι γενεσιουργός αιτία των όλων προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στο επίδικο ακίνητο και των πλημμυρικών επεισοδίων ήταν η μετακίνηση της κοίτης σε νέα θέση.

 

Ως αποδέχεται η Εναγόμενη, και τούτου αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, η μετατόπιση μια φυσικής κοίτης ποταμού, και ειδικότερα του συγκεκριμένου ποταμού με την ροή που έχει, δεν είναι εύκολη υπόθεση και δεν συνίσταται, όπως αποδέχθηκε το ΤΑΥ (Τεκμήριο 2.21) αλλά και ο ίδιος ο Μ.Υ.1.

 

Έχοντας ως δεδομένο το πιο πάνω γεγονός, δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία, είτε από πλευράς Εναγόμενης, είτε από τον Μ.Υ 1,  πέραν της γενικής και αόριστης αναφοράς του τελευταίου, ότι έγινε από μέρους των αρμοδίων τμημάτων οποιαδήποτε μελέτη, συμπεριλαμβανομένου και της υδρολογικής μελέτης, για την μετακίνηση της φυσικής κοίτης του ποταμού και την δημιουργία μίας νέας τεχνητής κοίτης. Από την ενώπιον του δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι τα αρμόδια τμήματα δεν έλαβαν όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα που απαιτούνταν με σκοπό στο μέλλον να μην  δημιουργηθούν οποιαδήποτε προβλήματα από την αλλαγή της κοίτης. Ούτε και προκύπτει μέσω των διάφορων επιστολών που κατατέθηκαν στο δικαστήριο ότι έλαβαν χώρα τέτοιες μελέτες αλλά και έγιναν οποιαδήποτε προληπτικά έργα προς την κατεύθυνση αυτή. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 1, αλλά και του Μ.Ε 2, την μαρτυρία του οποίου επίσης αποδέχομαι ως εξηγώ κατωτέρω, κατά την μετακίνηση της κοίτης και στο σημείο αλλαγής της, δεν τοποθετήθηκε οποιοσδήποτε τοίχος ώστε η ροή του νερού, κατά την περίοδο των έντονων βροχοπτώσεων, να μην επανέλθει στην παλιά του φυσική πορεία. Όπως και επεσυνέβη και το 1994 και το 1998, γεγονός το οποίο αποδέχεται η Εναγόμενη. Η εκβάθυνση της νέας κοίτης, σύμφωνα με τον Μ.Ε 2, δεν ήταν η κατάλληλη. Επίσης, λόγω της μείωσης του μήκους της νέας τεχνητής κοίτης σε σχέση με την φυσική, η πρώτη κατέστη πιο απότομη και με μεγάλη κλίση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, κατά τις περιόδους των έντονων βροχοπτώσεων, το νερό να έχει αυξημένη ταχύτητα γεγονός που συνέβαλε στα πλημμυρικά φαινόμενα. Ο Μ.Ε.1 τους ενημέρωσε για τα πιο πάνω γεγονότα (Τεκμήρια 2.2, 2.4 και 2.5) και τους επέστησε την προσοχή ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα αλλά και έγιναν κακοτεχνίες από μέρους των αρμόδιων τμημάτων που ανέλαβαν την εκτροπή της κοίτης του ποταμού. Ως δε, επίσης, προκύπτει, μέσω του Τεκμήριο 2.9, η επέμβαση για την μετακίνηση της νέας κοίτης έγινε από το ΤΔΕ χωρίς να αναφέρεται σε αυτήν ότι λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα ή έγινε οποιαδήποτε μελέτη κατά την μετακίνηση της.  Μάλιστα στην εν λόγω επιστολή, υπάρχει παραδοχή από μέρους του ΤΑΥ ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για αποφυγή πλημμυρικών επεισοδίων. Δηλαδή, υπάρχει από μέρους του ΤΑΥ αποδοχή ότι θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα, τα οποία δεν λήφθηκαν.

 

Τούτα αποτελούν και τελικά ευρήματα του δικαστηρίου.    

 

Στη συνέχεια, τα αρμόδια τμήματα, διαπιστώνοντας τα πιο πάνω προβλήματα, ως προκύπτει από την τεθείσα αλληλογραφία (Τεκμήριο 2.6), έλαβαν απόφαση να εκτελέσουν τα αναγκαία έργα για ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος. Η εν λόγω απόφαση από μέρους των αρμόδιων τμημάτων για την λήψη μέτρων αλλά και γενικότερα η όλη στάση τους αποτελεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μία έμμεση παραδοχή, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, ότι αφενός μεν αναγνώριζαν το γεγονός ότι με την αλλαγή της κοίτης δεν λήφθηκαν εκείνα τα αναγκαία μέτρα ώστε να μην δημιουργηθούν οποιαδήποτε μελλοντικά πλημμυρικά φαινόμενα, αφετέρου δε ότι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για την υπερχείλιση του ποταμού και τις ζημιές που είχαν υποστεί οι γονείς των Εναγόντων (τότε ιδιοκτήτες των ακινήτων).   

 

Στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 6294/95, αποτελεί κοινό τόπο, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, ότι η Εναγόμενη ανέλαβε να προβεί στα αναγκαία έργα για την οριστική επίλυση του προβλήματος. Τούτο επιβεβαιώνεται από το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής του Τεκμήριο 2.24.  Ως εκ τούτου δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα η υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης προς τον Μ.Ε 1 ότι δεν έγινε μεταξύ του τελευταίου και της πρώτης οποιαδήποτε συμφωνία για λήψη μέτρων.  Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Μ.Ε 1 περί υπόσχεσης από μέρους της Εναγομένης για την λήψη μέτρων και αυτή ήταν η κοινή αντίληψη των μερών. 

 

Λόγω των πιο πάνω, αποτελεί επίσης κοινό τόπο, αλλά και ως προκύπτει από σχετική επιστολή (Τεκμήριο 2.9),  τα αρμόδια τμήματα, κατόπιν υδρολογικής μελέτης που εκπόνησαν, αποφάσισαν, με σκοπό την προστασία του επίδικου ακινήτου από τη διάβρωση του και με σκοπό την αντιμετώπιση των πλημμυρικών επεισοδίων, όπως κατασκευαστεί και κατασκευάστηκε εν τέλει, τεχνητό κανάλι εντός της κοίτης 1.5 μ. πλάτους και 1.40 μ. ύψους, αντιστοίχως,  κατά μήκος και των δύο πλευρών της νέας τεχνητής κοίτης (σχετικό σχέδιο της επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 2.24). Το κανάλι θα είχε μήκος 100 μέτρα. 

 

Ο Μ.Ε.1 με επιστολή του (Τεκμήριο 2.11) εξέφρασε τη διαφωνία του ότι το προτεινόμενο τεχνητό κανάλι που θα κατασκευαστεί, με τις σχετικές του πιο πάνω διαστάσεις, δεν θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και ότι στην περίπτωση νέων πλημμυρικών επεισοδίων το ποτάμι και πάλι θα υπερχειλίσει. Ως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, οι σχετικές επιφυλάξεις και οι ενδοιασμοί του Μ.Ε.1, δυστυχώς για τον ίδιο, επιβεβαιώθηκαν.  Και τούτο γιατί στις 8.12.2001 (Τεκμήρια 2.12 και 2.13), μετά από έντονη βροχόπτωση, μεγάλοι ογκόλιθοι και κορμοί δένδρων έφραξαν το στόμιο του τεχνητού καναλιού που κατασκευάστηκε από το ΤΔΕ, εντός της κοίτης, με αποτέλεσμα να υπερχειλίσουν και πάλι τα νερά του ποταμού και να προκαλέσουν ζημιές στο επίδικο ακίνητο.  Το ίδιο επεσυνέβη και το έτος 2003, όταν και πάλι πλημμύρισε ο ποταμός και τα νερά του εισήλθαν στο επίδικο ακίνητο των γονιών των Εναγόντων (Τεκμήριο 2.14) αλλά και το έτος 2010 (Τεκμήριο 2.17).  Ως προς τα αίτια που εμφανίστηκαν νέα πλημμυρικά επεισόδια αλλά και του κατά πόσο το πιο πάνω τεχνητό κανάλι κατασκεύαστηκε καταλλήλως και επαρκώς σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Ε 2 και Μ.Υ 1, η οποία θα σχολιαστεί αμέσως κατωτέρω.

 

Το γεγονός, επίσης, ότι αφενός  τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν ανεπαρκή προκύπτει και πάλι από τα ίδια τα μετέπειτα γεγονότα. Και τούτο γιατί το ΤΔΕ, μετά από δεύτερες σκέψεις του (Τεκμήριο 2.14), κατεδάφισε ολόκληρο τον ανατολικό τοίχο του τεχνητού καναλιού που κατασκεύασε (σχετικό είναι το Τεκμήριο 2.25). Τούτο δε επίσης αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου. Η κατεδάφιση του πιο πάνω ανατολικού τοίχου δεικνύει και πάλι την έμμεση παραδοχή από μέρους των αρμόδιων τμημάτων ότι αφενός το τεχνητό κανάλι δεν απέδωσε τα προσδοκόμενα αποτελέσματα, αφετέρου ότι η κατασκευή και οι διαστάσεις του δεν ήταν οι κατάλληλες. Ενόψει του πιο πάνω γεγονότος δεν έχει έρεισμα η υποβληθείσα θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης προς τον Μ.Ε 1, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του,  ότι η κατασκευή τεχνητού καναλιού ήταν επαρκή. Πέραν του ότι, ως έχει προαναφερθεί, οι μετέπειτα ενέργειες των αρμόδιων τμημάτων, δηλαδή περί της κατεδάφισης του ανατολικού τοίχου του τεχνητού καναλιού, καταρρίπτουν τη θέση αυτή, αυτή απορρίπτεται και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα πλημμυρικά επεισόδια συνεχίστηκαν.

 

Το γεγονός επίσης ότι τα αρμόδια τμήματα αποδέχθηκαν ότι το πρόβλημα δεν λύθηκε οριστικά, αλλά και ότι τα έργα ήταν ανεπαρκή και ελαττωματικά, επιβεβαιώνεται και από την επιστολή που απέστειλε το ΤΑΥ προς τον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 2.20) όπου και αναφέρονται τα εξής:

 

«Από μελέτη της αλληλογραφίας αλλά και επιτόπου επισκέψεις, φαίνεται ότι δεν είναι αρμοδιότητα του τμήματος μας.  Η διατομή του ποταμού όπως υφίσταται σήμερα είναι ικανοποιητική για να παροχετεύει με ασφάλεια τα νερά του ποταμού.  Το πρόβλημα παρουσιάζεται λόγω του ότι ο τοίχος που κατασκευάστηκε στη δυτική όχθη του ποταμού που συνορεύει με το τεμάχιο 871 παρουσιάζει διαρροή νερών τα οποία εκβάλλουν στο τεμάχιο του κ. Δημητριάδη.  Το θέμα είναι δηλαδή κατασκευαστικό και όχι υδρολογικό».

 

(υπογράμμιση από το δικαστήριο)

 

Στη βάση της εν λόγω επιστολής, υπάρχει πλέον ξεκάθαρη παραδοχή από το ΤΑΥ, και τούτο επίσης αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, ότι η κατασκευή του τεχνητού καναλιού ήταν ελαττωματική και για τον λόγο ότι υπήρχε διαρροή νερών κάτω από τον τοίχο του τεχνητού καναλιού, τα οποία εκβάλλουν στο επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, στην ίδια βάση δεν βρίσκει έρεισμα ούτε η σχετική υποβολή του συνηγόρου της Εναγομένης προς τον Μ.Ε 1 αλλά ούτε και η θέση του Μ.Υ 1 ότι η κατασκευή τεχνητού καναλιού ήταν επαρκή με βάση την τεχνογνωσία της τότε εποχής. Και τούτου γιατί ακόμη και με την τότε τεχνογνωσία της τότε εποχής, για να διαπιστώσουν τα αρμόδια τμήματα ότι υπάρχει κατασκευαστικό λάθος στην κατασκευή του τεχνητού καναλιού (εφόσον το νερό διαπερνούσε κάτω από τον τοίχο του), συνάγεται το εύλογο και λογικό συμπέρασμα ότι είχαν και τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να το επιλύσουν. Τίποτα όμως δεν έπραξαν, παρά την πιο πάνω διαπίστωση τους, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου. Εξ ού και τα πλημμυρικά επεισόδια συνεχίστηκαν και το 2003, και το 2011, και το 2014 αλλά και το 2015 και 2018. Αποτελεί, επίσης, κοινό τόπο ότι δεν έγιναν, κατά τις πιο πάνω περιόδους, οποιαδήποτε νέα αντιπλημμυρικά έργα από μέρους των αρμόδιων τμημάτων, γεγονός το οποίο, επίσης, αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου.

 

Σε σχέση με τα πλημμυρικό επεισόδιο που έλαβε χώρα το 2014, υποβλήθηκε στον Μ.Ε 1, ότι κατά τις επιτόπιες επισκέψεις των αρμοδίων, το ίδιο έτος, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε υπόγεια διαρροή νερού. Αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο ο Μ.Ε.1 να συντάξει επιστολές και να διαμαρτυρηθεί ότι υπήρχαν και πάλι υπερχειλίσεις, τόσο το 2014 όσο και το 2015, με αποτέλεσμα τα νερά να εκβάλλουν στο επίδικο ακίνητο του, είναι ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο.  Περαιτέρω, ως προκύπτει από την σχετική επιστολή (Τεκμήριο 2.21) οι αρμόδιοι λειτουργοί επισκέφθηκαν περί τον Σεπτέμβρη του 2014 το επίδικο ακίνητο και τον ποταμό. Περίοδος η οποία δεν θεωρείται βρόχιμη και ως εκ τούτου αποτελεί κοινή λογική ότι τα υπόγεια νερά, ενόψει και της παρόδου του καλοκαιριού, ασφαλώς ήταν μειωμένα και η γη δεν ήταν διψασμένη εφόσον η οποιαδήποτε διαρροή απορροφείτο από αυτήν. Περαιτέρω, τα οποιαδήποτε πλημμυρικά επεισόδια δεν είχαν ως βασική αιτία την υπόγεια διαρροή αλλά την επιφανειακή, σύμφωνα και με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 2, ως εξηγείται κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης έρχεται σε αντίφαση με την επιστολή (Τεκμήριο 2.20), όπου αποδέχονται την ύπαρξη της υπόγειας διαρροής.

 

Τέλος, υποβλήθηκε στον Μ.Ε 1 ότι οι εισηγήσεις του Μ.Ε.2 προς επίλυση του προβλήματος είναι ακατάλληλες. Πέραν του γεγονότος ότι η υποβολή είναι εντελώς αόριστη και γενική, τα αρμόδια τμήματα μέσω της συμπεριφοράς τους, ως προκύπτει μέσω της πιο πάνω τεθείσας μαρτυρίας που προκύπτει μέσω των σχετικών επιστολών, έμμεσα τις αποδέχθηκαν και δεν τις απέρριψαν εκ προοιμίου. Του ζήτησαν δε μάλιστα να βγει και σε προσφορές, στη βάση αυτών, ώστε στη συνέχεια να τις αξιολογήσουν. Αποτελεί άξιον απορίας αν τα αρμόδια τμήματα τις θεωρούσαν εξ αρχής ακατάλληλες, για ποιο λόγο δεν τις απέρριψαν άμεσα είναι ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο. Αντίθετα, τις απέρριψαν όταν και ο Μ.Ε 2 τους ενημέρωσε για το κόστος κατασκευής τους, χωρίς μάλιστα να αντιπροτείνουν οποιαδήποτε άλλα μέτρα σε ένα πρόβλημα που οι ίδιοι αφενός αποδέχθηκαν ότι υπάρχει, αφετέρου οι ίδιοι το δημιούργησαν με την μετακίνηση της φυσικής ροής της κοίτης με την νέα τεχνητή κοίτη και στη συνέχεια με την κατασκευή των πλημμελών εγγειοβελτιωτικών έργων που κατασκεύασαν. Προκύπτει επομένως, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, ότι τα αρμόδια τμήματα είχαν ως προτεραιότητα ποιο θα ήταν το κόστος των προτεινόμενων μέτρων και δεν είχαν ως προτεραιότητα τους κατά πόσο τα μέτρα που είχε εισηγηθεί ο Μ.Ε 2 θα επίλυαν οριστικά το πρόβλημα είτε τουλάχιστον θα το περιόριζαν σε μεγάλο βαθμό. 

 

Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την επί μέρους τεχνική μαρτυρία που προσκομίσθηκε στο δικαστήριο σε σχέση τα επίδικα ζητήματα.

 

Επί του προκειμένου, οι Ενάγοντες για να αποδείξουν το γεγονός ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων ήταν ανεπαρκή και ελαττωματικά, αλλά και ότι κατά την μετακίνηση της φυσικής κοίτης δεν έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες, με απώτερο σκοπό να καταδείξουν ότι η Εναγόμενη φέρει ευθύνη για τις ζημιές που έχουν υποστεί, κάλεσαν, ως έχει προαναφερθεί, ως εμπειρογνώμονα στο δικαστήριο τον Μ.Ε.2. Σκοπός, επίσης, της μαρτυρίας του ήταν να αναδείξει στο δικαστήριο, μέσω των εισηγήσεων του, ποια μέτρα έπρεπε να ληφθούν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων ώστε να επιλυθεί οριστικά το όλο πρόβλημα.

 

Από την άλλη, η Εναγόμενη κάλεσε ως εμπειρογνώμονα τον Μ.Υ.1 με σκοπό να καταρρίψει τους πιο πάνω ισχυρισμούς.  

 

Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή και τους δύο εμπειρογνώμονες κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους, έλαβα υπόψιν τόσο τα σχετικά επιχειρήματα τους που έκαστος προέβαλε, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους (έγγραφη και προφορική), αντιπαραβάλλοντας την μεταξύ τους.

 

Εκεί και όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει διϊστάμενη μαρτυρία, η οποία προέρχεται από εμπειρογνώμονες, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να αναλύσει και αντιπαραβάλει την συγκρουόμενη επιστημονική μαρτυρία ώστε στο τέλος να καταλήξει στη δική του ανεξάρτητη κρίση, αιτιολογώντας με επαρκή τρόπο την κατάληξη του ως προς την προτίμηση του (βλέπε κατ’ αναλογία Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη (2012) 1 Α.Α.Δ. 1111). 

Καταρχάς, προτού αξιολογήσω την ουσία της μαρτυρίας τους, αφού έλαβα υπόψη το επάγγελμα τους, την εκπαίδευση που έτυχαν, την πείρα τους και τα προσόντα τους, τα οποία, επί της ουσίας, ειρρήσθω εν παρόδω, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από καμία πλευρά, αντιστοίχως, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Τσαγγαρίδης Βασίλης και Άλλη ν. Ανδρέα Αυγουστή (2000) 1 ΑΑΔ 528) αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι και οι δύο εν λόγω μάρτυρες μπορεί να θεωρηθούν ως τέτοιοι.

Ο Μ.Υ 1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του προέβαλε επιδερμικά το γεγονός ότι ο Μ.Ε 2 δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις (εφόσον ως υποστήριξε ο τελευταίος είναι πολιτικός μηχανικός και όχι υδρολόγος, ως είναι ο ίδιος), ώστε να είναι σε θέση αφενός να γνωματεύσει ως προς τις αιτίες των πλημμυρικών επεισοδίων, αφετέρου να εισηγηθεί οποιαδήποτε μέτρα για την απάμβλυνση του προβλήματος που δημιουργείται στο επίδικο ακίνητο εξαιτίας αυτών. Δεν συμμερίζομαι τη θέση του αυτή. Πέραν του ότι η θέση του αυτή είναι γενική και αόριστη, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε 2 ουδέποτε έχουν αμφισβητηθεί τα προσόντα του αλλά και οι γνώσεις του και ουδέποτε του υποβλήθηκε μία τέτοια θέση ώστε να τοποθετηθεί (Στέλιος Σάββα και Υιοι Λτδ v. MEDCON CONSTRUCTIONS LIMITED κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 53/2013, ημερ. 20.3.18), ECLI:CY:AD:2018:A124. Άλλωστε, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των ίδιων των επιστολών που ο Μ.Ε 1 κατάθεσε στο δικαστήριο, ουδέποτε τα αρμόδια τμήματα, είτε μέσω της συμπεριφοράς τους, είτε ρητώς, έθεσαν ποτέ τέτοιο ένα τέτοιο ζήτημα στον Μ.Ε 2 περί ακατατηλλότητας του, λόγω μη επαρκών και επαγγελματικών του γνώσεων. Αντίθετα, ως προκύπτει, τα αρμόδια τμήματα βρισκόντουσαν σε συζητήσεις μαζί του σε σχέση με τα προτεινόμενα μέτρα, καλώντας τον μάλιστα να προχωρήσει ώστε, στην βάση των εισηγήσεων του, να λάβει προσφορές. Μάλιστα δε, κλήθηκε προσωπικά ώστε να είναι παρών στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των αρμόδιων τμημάτων και του Μ.Ε 1 για επίλυση του προβλήματος. Ούτε καν, επίσης, μέσω της τελικής αγόρευσης της Εναγόμενης προβάλλεται η θέση ότι ο ίδιος δεν έχει τα απαιτούμενα προσόντα.  Η όλη τελική αγόρευση της Εναγόμενης περιστρέφεται γύρω από την ουσία των θέσεων του. 

Ως δε ανέφερε ο Μ.Ε.2, την μαρτυρία του οποίου κάνω αποδεκτή, το μεταπτυχιακό του περιλαμβάνει και την ειδικότητα της υδρολογίας.  Τέλος, δεν έχει καταδειχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν διαθέτει τα αναγκαία προσόντα για την ετοιμασία σχετικών εκθέσεων που ετοίμασε ή τα προσόντα που κατέχει δεν είναι ικανοποιητικά και έπρεπε να υπάρχουν κάποια άλλα προσόντα για να τον κατατάσσει ως εμπειρογνώμονα στον τομέα που αναφέρθηκε. Η πραγματογνωμοσύνη, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας (πρακτικής εξάσκησης) ή εκπαίδευσης (σπουδών) (Ζαφείρης Κωνσταντινίδης ν Υπουργού Εσωτερικών (2006) 1 Α.Α.Δ. 610, Παναγιώτης Παναγή κ. α. ν Ιάκωβου Ανδρέου (2009) 1 Α.Α.Δ. 1591, Ιωάννης Πατσαλίδης ν Αβραάμ Δίσπυρου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1460).

Κατά συνέπεια κρίνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας μπορεί και θα θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας για τα ζητήματα που αναφέρθηκε στο Δικαστήριο και ως τέτοιο θα τον αξιολογήσω.

Από τη στιγμή λοιπόν που ένας μάρτυρας κρίνεται εμπειρογνώμονας, έχει νομολογηθεί ότι αυτός μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με τα ζητήματα που εμπίπτουν εντός της σφαίρας της ειδικότητας του, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από ένα μάρτυρα (Νικολάου v Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ 746).

Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Πιττάλης και άλλων v. Ianira Εnterprises Ltd (1997) 1(B) A.A.Δ.814, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298). Στις εν λόγω αποφάσεις λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.

 

Προχωρώ στην συνέχεια να αξιολογήσω την ουσία των όσων ο Μ.Ε 2 προέβαλε, αντιπαραβάλλοντας την με την μαρτυρία του Μ.Υ 1.

 

Η εικόνα που άφησε ο εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο ήταν πολύ θετική και ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι διάφορες εκθέσεις του, αλλά και τα σχέδια που ετοίμασε καθώς και οι εισηγήσεις του, με σκοπό να τεκμηριώσει τις θέσεις του, ως προς τις αιτίες που δημιουργούνται πλημμυρικά επεισόδια, ότι τα οποιαδήποτε εγγειοβελτιωτικά έργα που έγιναν από πλευράς Εναγομένης δεν ήταν επαρκή και κατάλληλα καθώς και ποια μέτρα ο ίδιος εισηγείται για την απάμβλυνση των προβλημάτων, δεικνύουν ότι ο ίδιος ήταν βαθύς γνώστης της όλης κατάστασης, κατόπιν πολλών επισκέψεων του στο επίδικο ακίνητο κατά τους ουσιώδεις χρόνους των πλημμυρικών επεισοδίων, αφιερώνοντας μάλιστα πολλές ώρες ώστε να ετοιμάσει τα πιο πάνω. Ο Μ.Ε 2, προέβαλε τη θέση, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε, ότι ο ίδιος επισκέφθηκε προσωπικά πολλές φορές αυτό, ώστε να έχει ιδίαν αλλά και κατάλληλη άποψη κατά το χρονικό σημείο των πλημμυρικών επεισοδίων.   Αυτό, σε αντιδιαστολή με την μαρτυρία του Μ.Υ 1, ο οποίος αρκέστηκε στο να δώσει μαρτυρία επί θεωρητικού επιπέδου. Ουδεμία μελέτη ο τελευταίος ετοίμασε ώστε να την προσκομίσει στο δικαστήριο, αλλά και σύμφωνα με την δική του θέση επισκέφθηκε μόλις μια φορά το επίδικο ακίνητο και μάλιστα σε μη βρόχιμη περίοδο αλλά και σε περίοδο που δεν υπήρχαν πλημμυρικά φαινόμενα.

 

Οι δε εκθέσεις του Μ.Ε 2 (4 στον αριθμό)  που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, και τις οποίες ο ίδιος υιοθέτησε, κρίνω ότι ήταν κατατοπιστικές, τεκμηριωμένες αλλά και αιτιολογημένες. Παραθέτουν με λεπτομέρεια για το πως κατέληξε στα σχετικά συμπεράσματα του αλλά και την μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ώστε να καταλήξει επί του ζητουμένου. Παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε απόλυτα σταθερός στις θέσεις του, ήταν σίγουρος και βέβαιος για τα λεγόμενα του, τα οποία επεξηγούσε με αναλυτικό τρόπο και σε κανένα σημείο οι ισχυρισμοί του δεν έχουν κλονιστεί. Θεωρώ ότι προσήλθε στο δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια αλλά και την πραγματική διάσταση των γεγονότων με αντικειμενικό τρόπο. Δείγμα της ειλικρίνειας του  αποτελεί και το γεγονός ότι αποδέχθηκε ότι τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν από τα αρμόδια τμήματα της Εναγομένης  βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό στην απάμβλυνση του προβλήματος και ότι θα ήταν πολύ χειρότερα τα πράγματα αν δεν γινόντουσαν αυτά. Ξεκαθάρισε όμως ότι αυτά δεν ήταν επαρκή.

 

Ο Μ.Ε 2, αφού έλαβε το ιστορικό των επίδικων γεγονότων από τον Μ.Ε.1, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί κοινό τόπο των μερών (ως προκύπτει τόσο από την τεθείσα αλληλογραφία που κατατέθηκε στο δικαστήριο, τα σχετικά δικόγραφα της Εναγομένης αλλά και μέσω της γραμμής αντεξέτασης του συνηγόρου της), ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 2.25), την οποία ακολούθως ο Μ. Ε 1 την παρέδωσε στα αρμόδια τμήματα.

 

Σύμφωνα με αυτή, ως ο ίδιος διαπίστωσε, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, η νέα κοίτη του ποταμού διαμορφώθηκε αρχικά χωμάτινη, χωρίς να ανεγερθεί οποιοδήποτε τοίχωμα στη δυτική του όχθη και προπαντώς στο σημείο έντονης αλλαγής της διεύθυνσης της άναντι του σημείου Α’, το οποίο σημείωσε στο σχεδιαγράφημα του και το οποίο αποτελεί μέρος της έκθεσης του.  Τα ευρήματα του αυτά σε κανένα σημείο δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ούτε και προσκομίστηκε από την Εναγόμενη οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία.

 

Στη συνέχεια, προέβαλε τη θέση ότι το τεχνητό κανάλι που δημιουργήθηκε με τις συγκεκριμένες διαστάσεις του ήταν ανεπαρκές.  Και τούτο γιατί σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, ο υπολογισμός της παροχής του ποταμού 6.0 κ.μ./δεύτερα, που υπολογίστηκε από υδρολόγο του ΤΑΥ, ήταν πολύ χαμηλή. Η θέση του αυτή γίνεται αποδεκτή εφόσον επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα γεγονότα.  Καταρχάς, μετά την κατασκευή του τεχνητού καναλιού, τα πλημμυρικά επεισόδια συνεχίστηκαν. Συνεπακόλουθα, το εν λόγω αντιπλημμυρικό έργο δεν απέφερε τα προσδοκόμενα αποτελέσματα εφόσον σκοπός της κατασκευής του ήταν η αντιμετώπιση των πλημμυρικών επεισοδίων. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι διαστάσεις του ήταν ανεπαρκείς επιβεβαιώνεται και από το ότι περί το 2003, ένα χρόνο μετά την κατασκευή του, οι αρμόδιες υπηρεσίες κατεδάφισαν τον ανατολικό τοίχο του καναλιού. Αν ήταν επαρκείς οι διαστάσεις του και αν το εν λόγω τεχνητό κανάλι κατασκευάστηκε ορθά, αποτελεί άξιον απορίας ποιος ο λόγος, μετά από ένα χρόνο περίπου από την κατασκευή του, να υπάρχει η αναγκαιότητα κατεδάφισης του ανατολικού του τοίχου, αποτελεί ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο από την Εναγόμενη και ειδικότερα από τον Μ.Υ 1. Επίσης, τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου.

 

Επιπρόσθετα, για να αποδείξει ο Μ.Ε 2 ότι οι διαμορφωθείσες διαστάσεις της τεχνητής κοίτης ήταν ανεπαρκείς, ο ίδιος προέβη στη δική του υδρολογική μελέτη (Τεκμήριο 3).  Χρησιμοποίησε, ως εξήγησε, χάρτες με ισοϋψείς καμπύλες σε κλίμακα 1:25000, όπου στη συνέχεια καθόρισε το μέγεθος και τη θέση της λεκάνης απορροής ανάντι του σημείου Α΄ επί του σχεδιαγραφήματος που αποτελεί μέρος της έκθεσης του.  Στη συνέχεια, αφού έλαβε υπόψη το μέγεθος της λεκάνης και τη μέση κλήση της κοίτης, υπολόγισε το χρόνο συγκεντρώσεως, δηλαδή το χρόνο που απαιτείται μια υγρή σταγόνα από το απώτατο σημείο της λεκάνης να φθάσει στο πιο χαμηλό σημείο.  Κατόπιν, ακολουθώντας τη μέθοδο HSU, που εφαρμόζει και το ΤΔΕ για υπολογισμό παροχών γεφυριών,  υπολόγισε την ένταση βροχοπτώσεων με πιθανότητα επανεμφάνισης μια φορά στα 25 χρόνια και στη συνέχεια την παροχή.  Σύμφωνα με την υδρολογική του μελέτη η ποσότητα νερών ανά δευτερόλεπτο στο σημείο Α’ είναι 16,5 κ.μ. και αν λάβει κανείς υπόψη και την παροχή από πηγές του Τροόδους, αυτή φθάνει συνολικά τα 18.4 κ.μ.. Λόγω των αναβαθμών που τοποθέτησε το ΤΔΕ, η ταχύτητα ροής μειώθηκε από 7,2 μ. ανά δευτερόλεπτο σε 3,6.  Με τέτοια ταχύτητα και με παροχή 18,4 κ.μ. απαιτείτο διατομή 5.10 τ.μ. και όχι 1,50 ως κατασκευάστηκε το τεχνητό κανάλι. 

 

Αποδέχομαι την πιο πάνω υδρολογική μελέτη και τα σχετικά του συμπεράσματα.  Ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί, κατά την αντεξέταση του, ότι αυτή είναι λανθασμένη υπό την έννοια σε ποια σημεία της τα δεδομένα που χρησιμοποίησε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επιπρόσθετα, με την παράδοση της εν λόγω υδρολογικής μελέτης στα αρμόδια τμήματα, ουδέποτε του λέχθηκε, ως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αλληλογραφία, ότι αυτή δεν είναι ορθή αλλά και ότι διαφωνούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τους υπολογισμούς του. Αντίθετα, αυτό το οποιο του λέχθηκε από τα αρμόδια τμήματα, μέσω σχετικής επιστολής, είναι να προχωρήσει σε προσφορές βασιζόμενος στην εν λόγω υδρολογική του μελέτη, βάση της οποίας πρότεινε μέτρα για απάμβλυνση των πλημμυρικών επεισοδίων (Τεκμήριο 2.23). Η όλη στάση και συμπεριφορά των αρμόδιων τμημάτων  συγκρούεται περαιτέρω με την πιο κάτω θέση του Μ.Υ 1.

 

Και τούτο γιατί ο μόνος, ο οποίος αμφισβήτησε τη μελέτη του, ήταν ο εν λόγω μάρτυρας, την μαρτυρία του οποίου όμως δεν κάνω αποδεκτή για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω.  Μέσω της γραπτής του δήλωσης ο Μ.Υ.1 προβάλλει τη θέση ότι:

 

«Τα εγγειοβελτιωτικά έργα που προτείνονται, δεν φαίνεται να συναρτώνται με ενημερωμένη μελέτη που θα πρέπει να παραθέτει το μέγεθος λεκάνης απορροής, τις παραδοχές που έγιναν και τις παραμέτρους της υδρολογικής και υδραυλικής ανάλυσης για την εκτίμηση της πλημμυρικής αιχμής». 

 

Κρίνω ότι οι αναφορές αυτές του Μ.Υ 1 είναι πολύ γενικές και αόριστες και σε κανένα σημείο αποκτούν τέτοια δυναμική ώστε να καταρρίπτουν τα συμπεράσματα του Μ.Ε 2. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας αφενός δεν ανέφερε στο δικαστήριο ποια ήταν εκείνα τα λανθασμένα δεδομένα που έλαβε ο Μ.Ε.2, αφετέρου ποια ήταν εκείνα τα δεδομένα που δεν έλαβε υπόψιν του.  Περαιτέρω, ο ίδιος, ως ο πλέον αρμόδιος, δεν παρουσίασε τη δική του υδρολογική μελέτη ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση αφενός να κατανοήσει τις οποιεσδήποτε θέσεις του, αφετέρου αυτή να μπορεί να συγκριθεί με την υδρολογική μελέτη του Μ.Ε 2.

 

Αποδεχόμενος την υδρολογική μελέτη και τους υπολογισμούς του Μ.Ε.2 καταλήγω σε εύρημα ότι οι διαστάσεις της τεχνητής κοίτης δεν ήταν οι κατάλληλες και απαιτείτο διατομή 5.10 μέτρων, δηλαδή μεγαλύτερη από αυτή που κατασκευάστηκε, ώστε σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων η αυξανόμενη ροή του νερού να διαπερνά μέσω αυτού. 

 

Ενόψει των πιο πάνω, δηλαδή έχοντας ως δεδομένο ότι οι διαστάσεις της κοίτης ήταν μικρές, σε συνάρτηση πάντοτε με την παροχή νερού ανά δευτερόλεπτο, ο Μ.Ε.2 εισηγήθηκε, με σκοπό την απάμβλυνση του προβλήματος, την υπερύψωση του δυτικού τοιχώματος κατά 0,35 μ. μέχρι 0,77 μ (με θέση 0 το σημείο Α’), επί σχετικού σχεδίου που ετοίμασε, για να επαρκεί η διατομή σε βροχοπτώσεις ανά 25 έτη.  Ο τρόπος υπερύψωσης φαίνεται στο σχέδιο 5 που ετοίμασε του Τεκμηρίου 2.25

 

Επιπρόσθετα, διαπίστωσε ότι ένας σοβαρός λόγος διαρροής των νερών του ποταμού προς το επίδικο ακίνητο, αποτελεί και το γεγονός ότι η κοίτη του ποταμού βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο από το επίπεδο του παρακείμενου εδάφους στο τμήμα του τοίχου όπου παρατηρείται διαρροή νερών.  Εισηγήθηκε δε, προς επίλυση του προβλήματος, την κατασκευή τοίχου, σε επαφή με τον υφιστάμενο, και σε βάθος 1,50 μ. από τη στάθμη εδάφους του επίδικου ακινήτου ή 1μ. από την κοίτη του ποταμού.  Κατέληξε, τέλος στο συμπέρασμα ότι επειδή οι υφιστάμενοι αναβαθμοί δεν προστατεύονται από κίνδυνο διάβρωσης, πρότεινε την κατασκευή τοίχων σε επαφή με όλους τους αναβαθμούς που να εισχωρούν εντός της κοίτης σε βάθος 0,70 μ..

 

Οι πιο πάνω θέσεις του Μ.Ε.2, ουσιαστικά δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ως προκύπτει και από την επιστολή που το ΤΑΥ απέστειλε στον Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 2.21) αλλά και ούτε έτυχαν επί της ουσίας αμφισβήτησης  από τον ίδιο τον Μ.Υ 1, πέραν από κάποιες γενικές και αόριστες του αναφορές.  Καταρχάς, αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί, ως προκύπτει από την εν λόγω επιστολή, είναι ότι το αρμόδιο τμήμα αποδέχεται την ύπαρξη του προβλήματος.  Και είναι για το λόγο αυτό που αποδέχονται ότι έγιναν από τις κρατικές υπηρεσίες διάφορα έργα, έναντι σημαντικών δαπανών, με σκοπό τη διαχείριση της ροής του ποταμού στη νέα του θέση. 

 

Ήταν, περαιτέρω, θέση του ΤΑΥ, μέσω της πιο πάνω επιστολής, ότι στις 24.9.13 έγινε επιτόπου επίσκεψη και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε απώλεια νερού.  Πέραν του γεγονότος ότι η επίσκεψη έλαβε χώρα, αμέσως μετά το καλοκαίρι όπου η κοινή λογική επιτάσσει ότι στερεύουν οι πηγές, αλλά και η επίσκεψη έλαβε χώρα σε μη βρόχινη περίοδο, αποτελεί άξιον απορίας πως μπορεί το ΤΑΥ να διαπίστωσε ένα τέτοιο γεγονός  όταν όλα τα προβλήματα στο επίδικο ακίνητο προκύπτουν μετά από έντονες βροχοπτώσεις που αυξάνουν την όλη ροή του ποταμού, είναι και πάλι ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο.   Θα ήταν προτιμότερο, ώστε τα αρμόδια τμήματα να έχουν καλύτερη αντίληψη των προβλημάτων που προκύπτουν, να επισκεφθούν το επίδικο ακίνητο κατά τις περιόδους αιχμής όπου σημειώνονται καταρρακτώδεις βροχές. Επισκέψεις τις οποίες όμως πραγματοποίησε ο Μ.Ε 2, και ως εκ τούτου κρίνω ότι είχε καλύτερη αντίληψη των γεγονότων.

 

Τώρα, ως προς την θέση του ΤΑΥ, η οποία προβλήθηκε και πάλι μέσω της πιο πάνω επιστολής, ότι δηλαδή τα μέτρα που εισηγήθηκε ο Μ.Ε.2 δεν θα έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα εφόσον το νερό ταξιδεύει όχι μόνο επιφανειακά αλλά και υπόγεια, διαμέσου του υποστρώματος του, γεγονός το οποίο συμβάλλει στα πλημμυρικά επεισόδια, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θέση την οποία ειρρήσθω εν παρόδω προώθησε και ο Μ.Υ 1.  Σε σχέση με την πιο πάνω θέση, ο Μ.Ε.1 απάντησε με τεκμηριωμένο τρόπο (Τεκμήριο 2.10). Οι θέσεις του αυτές και πάλι παρέμειναν αναντίλεκτες, εφόσον ουδέποτε αμφισβητήθηκαν είτε κατά την αντεξέταση του, είτε μέσω οποιασδήποτε απάντησης από τα αρμόδια τμήματα.  Ειδικότερα, σε σχέση με τη θέση του ότι υπάρχει εισροή νερού από το τεχνικό κανάλι στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων, εξήγησε με πειστικό τρόπο ότι επειδή το θεμέλιο του τοίχου που κατασκευάστηκε δεν εισχωρεί κάτω από τη στάθμη του επίδικου ακινήτου, τα νερά του ποταμού σε περιόδους έντονης ροής των νερών διαρρέουν εύκολα προς το επίδικο ακίνητο.  Είναι για το λόγο αυτό που εισηγήθηκε την κατασκευή δεύτερου τοίχου, σε επαφή με τον υφιστάμενο, σε βάθος 1 περίπου μέτρου για παρεμπόδιση της εισροής. Ούτε και τίθεται ζήτημα να δημιουργηθεί πρόβλημα στον υφιστάμενο τοίχο, ως προβλήθηκε από το ΤΑΥ, γιατί αυτός είναι συνεχόμενος με τον πυθμένα του αρχικού καναλιού που αποτελεί το θεμέλιο του.  Έτσι ο προταθείς τοίχος σε επαφή με τον υφιστάμενο δεν θα επηρεάζει την στατική επάρκεια του τελευταίου. Η θέση του αυτή, ότι δηλαδή η υπόγεια διαρροή του νερού προς το επίδικο ακίνητο, προέρχετο λόγω πλημμελούς κατασκευής του τοίχου του τεχνητού καναλιού, και όχι λόγω φυσικών φαινομένων (ως το ΤΑΥ προβάλλει αλλά και ο Μ.Υ 1), στην ουσία επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις προγενέστερες αναφορές του ΤΑΥ, μέσω σχετικής επιστολής του (Τεκμήριο 2.21). Σε αυτήν, το εν λόγω τμήμα, εις απάντηση των πιο πάνω θέσεων του Μ.Ε 2, αποδέχεται ότι υπάρχει διαρροή κάτω από τον τοίχο, η οποία οφείλεται όχι σε φυσικά φαινόμενα (ως υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου ο Μ.Υ 1) αλλά σε κατασκευαστικό λάθος του καναλιού από μέρους του ΤΔΕ. Αποδέχομαι συνεπώς την πιο πάνω θέση του αλλά και την εισήγηση του ότι για την επίλυση του προβλήματος θα πρέπει  να γίνει εκβάθυνση του ποταμού, πράγμα το οποίο βρίσκω απόλυτα λογικό και ως εκ τούτου αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή το νερό δεν μπορεί να διαφύγει από το μεγαλύτερο βάθος εφόσον θα βρίσκει αντίσταση από το χώμα. 

 

Εξήγησε, περαιτέρω, με πειστικό τρόπο ότι η αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων δεν είναι η υπόγεια διαρροή αλλά αυτή προέρχεται λόγω της επιφανειακής ροής. Θέση την οποία κάνω πλήρως αποδεκτή. Σε ό,τι αφορά την υπόγεια διαρροή, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, προέρχεται λόγω κατασκευαστικού λάθους και όχι λόγω φυσικών φαινομένων. Σε ό,τι αφορά την επιφανειακή ροή το γεγονός αυτό, ως ανάφερε, το διαπίστωσε κατόπιν πολλών επισκέψεων του στο επίδικο σημείο. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι η εκροή είναι επιφανειακή εφόσον  η κοίτη του ποταμού είναι στο ίδιο επίπεδο με το επίδικο ακίνητο. Θέση την οποία τα αρμόδια τμήματα μέσω των πιο πάνω επιστολών τους, ουδέποτε αμφισβήτησαν. Περαιτέρω, ο Μ.Ε 2 εξήγησε με πειστικό τρόπο ότι το νερό δεν βγαίνει στην επιφάνεια υπόγεια και ως εκ τούτου δεν αποτελεί την κύρια αιτία εμφάνισης των πλημμυρικών επεισοδίων εφόσον δεν είναι τόσο μεγάλη η ποσότητα τους αλλά και η ορμητικότητα τους. Εξήγησε και πάλι, με πειστικό και λογικό τρόπο, ότι αν πράγματι επεσυνέβαινε αυτό, το νερό θα έβγαινε εξ αρχής στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή πριν την μετακίνηση της κοίτης. Στη βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου πριν την μετακίνηση της κοίτης οι πρώην ιδιοκτήτες του δεν βρέθηκαν αντιμέτωποι με οποιαδήποτε πλημμυρικά επεισόδια ή με οποιαδήποτε διάβρωση.  Εξάλλου, αν δεν ήταν επιφανειακή η ροή, που ήταν η κύρια αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων, και αντίθετα το όλο πρόβλημα ήταν υπογείως, για ποιο λόγο τότε τα αρμόδια τμήματα της εναγόμενης έλαβαν μέτρα που να περιορίζουν μόνο την επιφανειακή ροή είναι ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο από τον Μ.Υ 1. Εξάλλου, αν η υπόγεια ροή ήταν η κυρία αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων, αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο τα πλημμυρικά φαινόμενα λάμβαναν χώρα μετά από έντονες βροχοπτώσεις και μετά από υπερχειλίσεις του ποταμού, και πάλι είναι ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο τόσο από τα αρμόδια τμήματα όσο και από τον Μ.Υ 1.

 

Επιπλέον, το γεγονός ότι η κύρια αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων είναι η επιφανειακή ροή, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, αποτελεί και το γεγονός ότι το ΤΑΥ, κατόπιν εισήγησης του Μ.Ε 2 περί αναγκαιότητας υπερύψωσης κατά 0,35 μ. του δυτικού τοιχώματος του καναλιού, ισχυρίστηκε ότι αυτή θα μπορούσε να υλοποιηθεί για μείωση της πιθανότητας σε μεγάλες ροές να υπερπηδά νερό πάνω από τον τοίχο. Θέση την οποία προέβαλε ο Μ.Ε 2, την οποία και αποδέχομαι.  Υπάρχει επομένως δηλαδή παραδοχή από μέρους του αρμόδιου τμήματος για το γεγονός ότι η κύρια αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων αποτελεί η επιφανειακή ροή, εφόσον σε μεγάλες ροές νερού, δηλαδή σε περίοδο έντονων βροχοπτώσεων, ενόψει και της απότομης κλίσης της κοίτης και σε συνάρτηση με την ταχύτητα του, αυτά δεν ακολουθούν την πορεία της κοίτης αλλά λόγω της δυναμικής και ποσότητας τους, υπερπηδούν πάνω από το τεχνητό κανάλι και πέφτουν εντός του επίδικου ακινήτου. Γεγονός που επιβεβαιώνει τις θέσεις του Μ.Ε 2 και ταυτόχρονα καταρρίπτει αυτές του Μ.Υ 1, ότι δηλαδή το νερό σε καμία περίπτωση δεν υπερπηδά πάνω από το τεχνητό κανάλι.

Ήταν η, περαιτέρω, θέση τους, μέσω της εν λόγω επιστολής, θέση την οποία επίσης επανέλαβε ο Μ.Υ 1, ότι όποια τεχνικά μέτρα και να ληφθούν, το επίδικο ακίνητο θα είχε κάποια επιφανειακή ροή αφού το υπόστρωμα είναι της παλαιάς κοίτης. Οι ισχυρισμοί αυτοί, πέραν του ότι είναι υποθετικοί, αόριστοί και γενικοί, η θέση του Μ.Ε 2 είναι ότι οι εισηγήσεις που προτείνει, αν όχι θα επιλύσουν οριστικά το πρόβλημα, θα το απαμβλύνουν, τουλάχιστον, σε μεγάλο βαθμό. Αυτός είναι και ο στόχος. Επιπρόσθετα, κανένα από τα μέτρα που εισηγήθηκε ο Μ.Ε.2 δεν έγινε από μέρους των αρμόδιων τμημάτων, ούτως ώστε αυτά να τύχουν δοκιμασίας αλλά και να εξαντληθούν όλες οι πιθανότητες για μείωση και επίλυση του προβλήματος. Το μόνο δεδομένο είναι ότι κανένα αντιπλημμυρικό έργο δεν έγινε, ακόμη και μετά που τα αρμόδια τμήματα διαπίστωσαν ότι τα εγγειοβελτιωτικά έργα που κατασκεύασαν δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

 

Οι πιο πάνω θέσεις του Μ.Ε 2, ότι δηλαδή τα οποιαδήποτε εγγειοβελτιωτικά έργα δεν ήταν επαρκή αλλά και ότι κατασκευάστηκαν με πλημμελή τρόπο, στην ουσία επιβεβαιώθηκαν από τα ίδια τα γεγονότα.  Και τούτο γιατί μετά την αρχική του έκθεση (Τεκμήριο 2.25), η οποία ετοιμάστηκε το 2011, ο ποταμός στις 8.1.15 και 20.2.15, αντιστοίχως, και πάλι υπερχείλισε με αποτέλεσμα το αποστραγγιστικό σύστημα που κατασκευάστηκε να υποστεί σοβαρές ζημιές, να μετακινηθεί ο τελευταίος 6ος αναβαθμός στην κοίτη αλλά και οι υπόλοιποι αναβαθμοί να διαβρωθούν  με κίνδυνο να παρασυρθούν και αυτοί μετά από μία νέα μελλοντική έντονη και διαρκή βροχόπτωση. Τα γεγονότα αυτά ουδέποτε έχουν αμφισβητηθεί και έχουν παραμείνει αναντίλεκτα. Ως εκ τούτου, στη βάση των πιο πάνω νέων δεδομένων, τα οποία δεν υπήρχαν κατά το 2011, όταν και ετοίμασε την αρχική του έκθεση, ο ίδιος ετοίμασε νέα μηκοτομή της κοίτης, την οποία επεσύναψε στην εν λόγω επιστολή του, ημερομηνίας 10.3.2015 (μέρος του Τεκμηρίου 2.10) εισηγώντας την λήψη συγκεκριμένων μέτρων.

Ούτε τα πιο πάνω μέτρα και οι εισηγήσεις του Μ.Ε 2 δεν έτυχαν επί της ουσίας οποιασδήποτε αμφισβήτησης, είτε κατά την αντεξέταση του είτε μέσω της μαρτυρία του Μ.Υ.1.

 

Στη συνέχεια στις 29.8.16 ο Μ.Ε.2 ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία και απέστειλε προς τον Μ.Ε 1, ο οποίος την προώθησε προς τα αρμόδια τμήματα,   προτείνοντας νέα ριζικότερα μέτρα (μέρος του Τεκμηρίου 2.10), κατόπιν νέας θεώρησης της κατάστασης και προς αποφυγή επανάληψης παρομοίων φαινομένων. Επεσήμανε μεν το γεγονός ότι τα μέτρα που εισηγήθηκε στην προηγούμενη του επιστολή είναι ορθά,  όμως τα νέα μέτρα ήταν διορθωτικά, βασισθέντα στην αρχή της όσο το δυνατόν διατήρησης των υφιστάμενων κατασκευών για  οικονομικούς λόγους. 

 

Ούτε τα πιο πάνω μέτρα και οι εισηγήσεις του Μ.Ε 2 δεν έτυχαν επί της ουσίας οποιασδήποτε αμφισβήτησης είτε κατά την αντεξέταση του (ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει και να εξηγήσει γιατί κατά την επιστημονική του άποψη θα βοηθούσαν ώστε να επιλύσουν το πρόβλημα), είτε μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.1. Και όχι μόνο δεν έτυχαν αμφισβήτησης, αλλά εμμέσως έγιναν αποδεκτά ως συνάγεται από το περιεχόμενο της επιστολής, ημερομηνίας 21.6.18 (μέρος του Τεκμηρίου 2.10) που ο Μ.Ε 1 απέστειλε προς τον Έπαρχο Λεμεσού. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε στην εν λόγω επιστολή, ότι στα πλαίσια της συνεδρίας που έλαβε χώρα στις 14.6.18 στην παρουσία όλων των αρμόδιων τμημάτων, είχε εκφραστεί η άποψη λόγω περιβαλλοντικών λόγων, σε συνάρτηση με τα προτεινόμενά του μέτρα, να προστεθεί στρώση από εγκιβωτισμένους λίθους ενός λίτρου έως 30 λίτρων εντός κλωβών (gabions). Συνάγεται, επομένως, το εύλογο συμπέρασμα ότι τα αρμόδια τμήματα επί της ουσίας δεν διαφώνησαν με τις πλείστες εισηγήσεις του, προτείνοντας επιπροσθέτως όμως ένα νέο μέτρο που να συνάδει με τις σύγχρονες πρακτικές τους. 

 

Το ΤΑΥ, επανήλθε 6 χρόνια μετά την αποστολή της πιο πάνω επιστολής και αφού είχε ενημερωθεί για το κόστος των προτεινόμενων έργων, απέστειλε στον Μ.Ε 1 επιστολή   (Τεκμήριο 26) απορρίπτοντας τις εισηγήσεις του.  

 

Ως συνάγεται από την πιο πάνω επιστολή, ένας από τους λόγους που απορρίφθηκαν τα μέτρα του Μ.Ε 2 από τα αρμόδια τμήματα, ήταν γιατί αυτά υποδεικνύουν ότι ο ποταμός δεν προσεγγίζεται ολιστικά, και ότι δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση του επιφανειακού και του υπόγειου υδατικού συστήματος. Θέσεις και ισχυρισμοί που επίσης προωθήθηκαν από τον Μ.Υ 1. Και πάλι μέσω της επιστολής του (μέρος του Τεκμηρίου 2.10) ο Μ.Ε 2 εξήγησε με πειστικό και αναλυτικό τρόπο ότι ο πυθμένας του τεχνητού καναλιού που κατασκευάστηκε βρίσκεται στην ίδια στάθμη περίπου με τη στάθμη εδάφους του επίδικου ακινήτου και λόγω διάβρωσης της κοίτης κάτω από τον πυθμένα, μέρος των υδάτων της διέρρεε προς το επίδικο ακίνητο. Ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2.27 βεβαιώνει ότι «μέτρησα τα ύψη της στέψης του ανατολικού τοίχου και προς την κοίτη και προς το έδαφος του τεμαχίου κι είναι ίσα. Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι διαρροή επιφανειακή και όχι από πίεση υπογείων νερών». Οι θέσεις του αυτές δεν αντικρούσθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Επιπρόσθετα, εξήγησε ο Μ.Ε 2 με πειστικό τρόπο, το οποίο και αποδέχομαι, ότι το πρόβλημα δεν είναι τοπικό. Και τούτο γιατί τα πλημμυρικά επεισόδια γίνονται πάντοτε στο ίδιο σημείο και που έχουν ως γενεσιουργό αιτία την μετακίνηση της κοίτης.

 

Του λέχθηκε επίσης από μέρους του ΤΑΥ, θέση η οποία επίσης προωθήθηκε από τον Μ.Υ 1, ότι τα από μέρους του προτεινόμενα μέτρα που σχετίζονται με διάφορες κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα δεν συνάδουν με τις τρέχουσες πρακτικές του εν λόγω τμήματος και ότι αντίθετα αυξάνουν την επιφανειακή απορροή και επομένως την πλημμυρική διακινδύνευση ενώ είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους υδροφθορών και διάβρωσης. Δεν αποδέχομαι την θέση αυτή.         Τα οποιαδήποτε μέτρα που προτάθηκαν από τον Μ.Ε 2 είχαν στόχο την αναδιαμόρφωση της κοίτης του ποταμού ώστε να αποφεύγονται διαρροές των νερών της κοίτης προς το επίδικο ακίνητο. Οι δε εισηγήσεις του βασίστηκαν σε διορθωτικά μέτρα στην βάση αλλά και σε συνάρτηση με τα μέτρα που τα αρμόδια τμήματα έκριναν ότι έπρεπε να γίνουν, εφόσον είναι οι ίδιοι που κατασκεύασαν τεχνητό κανάλι από σκυρόδεμα. Και είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που ο Μ.Ε 2 πρότεινε κάποια από τα μέτρα αυτά. Αντίθετα, τα αρμόδια τμήματα απέρριψαν με γενικό και αόριστο τρόπο τις εισηγήσεις του, χωρίς μάλιστα να παραθέτουν ποια ήταν τα μέτρα που οι ίδιοι πρότειναν ούτως ώστε αυτά να συνάδουν με τις τρέχουσες πρακτικές του τμήματος. Ο Μ.Ε 2, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, ήταν πρόθυμος να ακούσει τις οποιεσδήποτε προτάσεις και εισηγήσεις τους στην προσπάθεια του να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για απάμβλυνση του προβλήματος. Αυτό συνάγεται και από γεγονός ότι ο ίδιος αποδέχθηκε στην τελευταία του επιστολή που απέστειλε στο ΤΑΥ, την εισήγηση του εν λόγω τμήματος για την τοποθέτηση (gabions), εισήγηση η οποία συνάδει με τις τρέχουσες σύγχρονες πρακτικές που εφαρμόζονται από το ΤΑΥ. Στην δε επιστολή του Τεκμηρίου 2.21 το ΤΑΥ αναφέρει ότι σε περίπτωση που τίθεται θέμα για άλλες δαπανηρές λύσεις, μετά από τις εισηγήσεις του Μ.Ε 2, ίσως το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί εξ υπαρχής μη αποκλειόμενης της επαναφοράς της κοίτης στην αρχική θέση. Με την θέση αυτή του εν λόγω τμήματος δεν μπορεί παρά να συναχθεί άλλο συμπέρασμα περί του ότι η Εναγόμενη, και τούτο αποτελεί τελικό εύρημα του δικαστηρίου, αφενός αποδέχθηκε πως τα μέτρα που έλαβε κατά την αλλαγή της κοίτης δεν ήταν επαρκή αλλά και ότι τα μετέπειτα αντιπλημμυρικά έργα δεν επίλυσαν το όλο ζήτημα, αφετέρου δε συναρτά την λήψη οποιαδήποτε νέων μέτρων με το κόστος.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της και στην βάση αυτής προβαίνω και στα ανάλογα ευρήματα.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ 1 αυτή, πέραν των πιο πάνω λόγων που ήδη έχουν αναφερθεί ανωτέρω, δεν γίνεται αποδεκτή, στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την λοιπή αποδεκτή μαρτυρία, εφόσον θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε, με κάθε δυνατό τρόπο (χρησιμοποιώντας όρους της ειδικότητας του, οι οποίες δυσχαίρεναν σε μεγάλο βαθμό το έργο του δικαστηρίου ώστε να κατανοήσει με ακρίβεια τα λεγόμενα του), ώστε η Εναγόμενη να αποποιηθεί της οποιασδήποτε ευθύνης της για το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί, δηλαδή με τις υπερχειλίσεις του ποταμού και την εισροή νερού στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων.

 

Στην προσπάθεια του όμως αυτή, πλείστες βασικές του θέσεις συγκρούνται με τις προγενέστερες ενέργειες του τμήματος του ως αυτές αποτυπώνονται στην παρατεθείσα αλληλογραφία. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του στηρίχθηκε στη σφαίρα της θεωρίας και ο εν λόγω μάρτυρας δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει κάποιες φορές τις λέξεις «ενδεχομένως» και «πιθανόν», γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν ήταν βέβαιος και σίγουρος για τις θέσεις του, σε αντιδιαστολή με τις τοποθετήσεις του Μ.Ε 2, ο οποίος ενέπνεε μια βεβαιότητα και σιγουριά ως προς τα λεγόμενα του.

 

Επιπρόσθετα, στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο, ως προς τη δική του εκδοχή γεγονότων, δεν δίστασε να προωθήσει ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν εμπίπτουν εντός της σφαίρας ειδικότητας του, αλλά είναι θέσεις αμιγώς νομικές και που ως τέτοιες θα κριθούν από το δικαστήριο αφού αξιολογήσει στο σύνολο της, την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία.

 

Για του λόγου το αληθές, αποτέλεσε ισχυρισμό του Μ.Υ 1 ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να διαμαρτύρονται για τις εργασίες μετατόπισης της κοίτης εφόσον, μέσω αυτής, έχουν επωφεληθεί, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω.

 

Είναι πράγματι γεγονός ότι οι Ενάγοντες από την μετακίνηση της κοίτης σε νέα θέση έχουν επωφεληθεί. Γεγονός το οποίο το αποδέχονται και οι ίδιοι. Αυτό όμως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί υπεράσπιση και άλλοθι από πλευράς Εναγόμενης, ώστε να μην λάβει εκεί και όπου απαιτούνται τα αναγκαία μέτρα με σκοπό την προστασία της περιουσίας των Εναγόντων. Δεν μπορεί το γεγονός αυτό να την απαλλάσσει από την πιο πάνω υποχρέωση της. Ούτε και δύναται η Εναγόμενη, λόγω της αλλαγής της κοίτης που η ίδια αποφάσισε, και επειδή λόγω αυτής επωφεληθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι Ενάγοντες, να «συμψηφίζει» το κέρδος αυτό, με τις ζημιές που υφίσταται το επίδικο ακίνητο, λόγω της μετακίνησης της, και να κωφεύει στα οποιαδήποτε προβλήματα τους, που η ίδια η Εναγόμενη δημιούργησε με τις δικές της πράξεις και ενέργειες. Πόσο μάλλον που γίνεται αποδεκτό από τα ίδια τα αρμόδια τμήματα ότι δεν συνίσταται η αλλαγή των κοιτών ενός ποταμού, όπως και ο επίδικος.

 

Αποτέλεσε, περαιτέρω, θέση του Μ.Υ 1 ότι τα οποιαδήποτε τυχόν εγγειοβελτιωτικά έργα γίνουν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων αυτά θα προσκρούουν στην αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο γιατί για να γίνουν αυτά, θα πρέπει να γίνει μια ολιστική μελέτη όλου του ποταμού (η οποία θα περιλαμβάνει έργα κατά μήκος όλου του ποταμού), όχι δηλαδή μόνο στο σημείο όπου συνορεύει το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων με αυτόν,  το οποίο όμως θα κοστίσει αρκετά εκατομμύρια ευρώ. Με άλλα λόγια ήταν θέση του Μ.Υ 1 ότι δεν μπορεί το κράτος να σπαταλήσει ένα τόσο σημαντικό κεφάλαιο έχοντας ως σκοπό να προστατεύσει μόνο το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων. Δεν αποδέχομαι τη θέση του αυτή. Η αρχή της αναλογικότητας αφορά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης. Σημαίνει και επιβάλλει την εύλογη σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού. Τα μέτρα που επιλέγονται πρέπει να είναι τα καταλληλότερα για την επίτευξη του σκοπού ή των σκοπών που επιδιώκονται. (Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο, Νικολάου & Μιχαηλίδη, Σελ. 117). Πέραν του γεγονότος ότι τέτοια θέση δεν προωθήθηκε κατά την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης και ως εκ τούτου αυτή θεωρείται εγκαταληφθείσα, απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγομένης ότι και άλλα επίδικα ακίνητα κατά μήκος του ποταμού αντιμετωπίζουν προβλήματα υπερχειλίσεων. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, και σε αυτή μόνον μπορεί να στηριχθεί αυτό, είναι ότι μόνο το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων αντιμετώπισε πλημμυρικά φαινόμενα. Επιπρόσθετα, το όλο ζήτημα είναι τοπικό, στη βάση και της αποδεκτής μαρτυρίας του Μ.Ε 2, και τα αρμόδια τμήματα θα πρέπει να λάβουν όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα ώστε να το επιλύσουν. Εξάλλου, το γεγονός ότι το πρόβλημα είναι τοπικό, συνάγεται και από το γεγονός ότι τα αρμόδια τμήματα όλα τα μέτρα που εκτέλεσαν αφορούσαν το επίδικο σημείο που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο των Εναγόντων και ως τέτοιο το αντιμετώπισαν. Συνεπώς η θέση του Μ.Υ 1 συγκρούεται με τις ενέργειες και την στάση των συναδέλφων του κατά την διάρκεια των προγενέστερων χρόνων. Πέραν τούτου, ευθύνη για την δημιουργία του προβλήματος που δημιουργήθηκε έχει η ίδια η Εναγόμενη και επομένως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η εν λόγω αρχή.   Η θέση του επίσης αυτή είναι γενική και αόριστη εφόσον δεν εξήγησε με πειστικό τρόπο γιατί δεν μπορεί με τα έργα που εισηγήθηκε ο Μ.Ε.2 να επιλυθεί το όλο πρόβλημα.  Ούτε μπορεί να τίθεται θέμα οποιουδήποτε κόστους για την Εναγόμενη και να το προωθεί υπό τύπο υπεράσπισης, ως προς το λόγο που δεν γίνονται οποιαδήποτε νέα εγγειοβελτιωτικά έργα ή τροποποίησης των ήδη υφιστάμενων. H Εναγόμενη έχει το καθήκον να προβεί σε όλα τα εκείνα τα αναγκαία μέτρα ώστε είτε να επιλύσει το πρόβλημα οριστικά είτε να το απαμβλύνει στο μέγιστο βαθμό, ανεξαρτήτως κόστους. Ένα πρόβλημα που επαναλαμβάνω ότι είναι η ίδια που δημιούργησε.

 

Ούτε και συμμερίζομαι τη θέση του Μ.Υ 1 ότι με την τυχόν κατασκευή νέων εγγειοβελτιωτικών έργων στο επίδικο ακίνητο αυτά προσκρούουν στην αρχή της ισότητας, υπό την έννοια, ως υποστήριξε, ότι πλέον θα έχουν και απαιτήσεις και άλλοι ιδιοκτήτες από την Εναγόμενη, τα οποία τα ακίνητα τους συνορεύουν με ποταμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, θεραπεία από το δικαστήριο αξιώνουν οι Ενάγοντες, οι οποίοι, με τεκμηριωμένο τρόπο, απέδειξαν ότι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα λόγω της υπερχείλισης του ποταμού και ότι η γενεσιουργός αιτία του προβλήματος ξεκίνησε με την αλλαγή της εγγεγραμμένης κοίτης.  Προσπάθησε δε, ο Μ.Υ 1 να εξισώσει τους Ενάγοντες με όλους τους ιδιοκτήτες που έχουν ακίνητα δίπλα από ποταμούς.  Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και κρίνεται με τα δικά της δεδομένα.  Εδώ υπάρχει ένα υφιστάμενο πρόβλημα, το οποίο τα αρμόδια τμήματα παραδέχονται την ύπαρξη του, αυτό δεν προϋπήρχε και ότι αυτό προέκυψε μετά την αλλαγή της εγγεγραμμένης κοίτης του ποταμού. Οι Ενάγοντες δεν ζητούν από την Εναγόμενη την εκτέλεση έργων στο ακίνητο τους αλλά την εκτέλεση έργων για την προστασία της περιουσίας τους. Συνεπώς δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση του αυτή.

 

Ούτε και αποδέχομαι τη βασικότερη του θέση ότι  η αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων οφείλονται σε δύο παράγοντες, για τους οποίους η Εναγόμενη δεν φέρει καμία ευθύνη. Σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, ο ένας είναι ότι οι πλημμύρες είναι αναπόφευκτες λόγω της φυσικής θέσης του επίδικου ακινήτου, το οποίο συνορεύει με τον ποταμό, εφόσον αυτές οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα που άπτονται ενδεχομένης επιφανειακής και υπόγειας υδρολογίας. Ο δε 2ος παράγοντας συναρτάται με λόγους ανωτέρας βίας, τους οποίους η Εναγόμενη δεν μπορεί να προβλέψει.  

 

Οι θέσεις του αυτές, πέραν των λόγων που αναφέρθηκαν κατά το στάδιο της αξιολόγησης του Μ.Ε 2, με κάθε σεβασμό, θα ήταν ενδεχομένως ορθές, αν τα πλημμυρικά επεισόδια και η εκτροπή των νερών του ποταμού δημιουργούνταν κατά τη φυσική ροή του. Εν προκειμένω, το όλο πρόβλημα ανέκυψε μετά την αλλαγή της εγγεγραμμένης κοίτης, δηλαδή όταν η φυσική πορεία του ποταμού άλλαξε και δημιουργήθηκε μια νέα τεχνητή κοίτη. Ούτε και αποδέχομαι τη θέση του ότι η νέα τεχνητή κοίτη είναι φυσική, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτή δημιουργήθηκε, ως αποτελεί κοινό τόπο, κατόπιν ανθρωπογενούς παρέμβασης. Σε συνάρτηση με το γεγονός αυτό, η Εναγόμενη, ως αναφέρθηκε, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι με τη μετακίνηση αυτή έγιναν οι από μέρους της αναγκαίες και ορθές μελέτες ώστε να μην δημιουργηθεί το οποιοδήποτε μελλοντικό πρόβλημα. Ο Μ.Υ 1 ισχυρίστηκε, ότι πρέπει τα αρμόδια τμήματα να προέβησαν σε τέτοιες μελέτες. Ο ίδιος όμως δεν τις εντόπισε αλλά ούτε και προσκομίσθηκαν τέτοιες από οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα της Εναγόμενης. Ούτε και κατά τη φυσική ροή της κοίτης δημιουργήθηκε στο παρελθόν, ως αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, οποιοδήποτε πλημμυρικό επεισόδιο.

 

Επιπρόσθετα, η θέση του αυτή συγκρούεται και έρχεται σε αντίφαση με την ήδη εκφρασθείσα θέση του ΤΑΥ, ότι δηλαδή η υπόγεια διαρροή, δηλαδή δεν είναι λόγω του υποστρώματος και της υπόγειας υδρολογίας, αλλά οφείλεται σε κατασκευαστικό λάθος του τεχνητού καναλιού από μέρους του ΤΔΕ.  Απέφυγε ο Μ.Υ 1 να απαντήσει με πειστικό τρόπο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω, η πιο πάνω θέση του αναδιπλώθηκε, εφόσον κατά την αντεξέταση του αναγνώρισε και αποδέχθηκε το γεγονός ότι ακόμη και αν δεν υπήρχαν αναβλύζοντα νερά που καταλήγουν στο επίδικο ακίνητο, τα οποία προέρχονται υπογείως, και πάλι θα υπήρχε πρόβλημα υπερχείλισης εφόσον θα παρέμεινε η αντιμετώπιση της επιφανειακής ροής του ποταμού (βλέπε σελ. 9 των πρακτικών, ημερομηνίας 15.1.2026). Ούτε και ο Μ.Υ 1 σχολίασε τις εισηγήσεις του Μ.Ε 2 για το πως μπορεί να επιλυθεί η υπόγεια διαρροή που προέρχεται από το εν λόγω κατασκευαστικό λάθος. Κατά την αντεξέταση του δε (βλέπε σελίδα 20 των πρακτικών, ημερομηνίας 15.1.2016) και σε ερώτηση κατά πόσο οι τεχνικοί εμπειρογνώμονες που κατασκεύασαν το τεχνητό κανάλι έλαβαν υπόψη την κατάσταση των αναβλυζόντων νερών, ο ίδιος αποδέχθηκε ότι οι αρμόδιοι αυτό το οποίο έκαναν ήταν να προσπαθήσουν μέσω έργου επιφανειακής υδρολογίας να αμβλύνουν το πρόβλημα των πλημμυρών διευθετώντας τμήμα της επιφανειακής απορροής.

 

Ούτε και γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Υ 1 ότι το τεχνητό κανάλι δεν κατασκευάστηκε πλημμελώς σε ό,τι αφορά τις διαστάσεις του και ότι η κατασκευή του συναρτήθηκε με τα δεδομένα και πρακτικές της τότε εποχής.  Στο βαθμό που προβάλλει τη θέση ότι οι διαστάσεις ήταν ορθές η θέση του αυτή είναι γενική και αόριστη. Και τούτο γιατί, σε αντίθεση με τον Μ.Ε 2, ο οποίος αφού ετοίμασε υδρολογική μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ροή του νερού του ποταμού είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που υπολογίστηκε από το ΤΑΥ και ως εκ τούτου απαιτείτο μεγαλύτερη διατομή του, ο Μ.Υ 1 δεν προέβη και δεν παράθεσε στο δικαστήριο οποιαδήποτε τέτοια μελέτη. Περαιτέρω, τα ίδια τα γεγονότα διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του Μ.Υ 1. Και τούτο γιατί αν οι διαστάσεις του τεχνητού καναλιού ήταν ορθές αλλά και ότι αυτό δεν κατασκευάστηκε πλημμελώς, αποτελεί εύλογο ερώτημα γιατί τα αρμόδια τμήματα, ένα περίπου χρόνο μετά την κατασκευή του, γκρέμισαν τον ανατολικό του τοίχο και τοποθέτησαν αναβαθμούς για μείωση της κλήσης της ταχύτητας εφόσον τα πλημμυρικά επεισόδια συνεχίστηκαν και μετά την κατασκευή του, είναι ένα ερώτημα το οποίο έχει παραμείνει αναπάντητο από τον ίδιο. Επιπρόσθετα, η κατασκευή της τεχνητής κοίτης από μέρους των αρμόδιων τμημάτων, επί της ουσίας σημαίνει ότι αυτά αναγνώρισαν το πρόβλημα των Εναγόντων και προσπάθησαν να λάβουν μέτρα. Μέτρα βεβαίως που εκ του αποτελέσματος δεν ήταν αρκετά.  Ο λόγος που χαλάστηκε ο δυτικός του τοίχος, σύμφωνα με τον Μ.Υ 1, ήταν για να πέφτει το νερό εντός της κοίτης. Δεν απάντησε όμως στο βασικό ερώτημα, για ποιο λόγο αυτό δεν έγινε εξ αρχής.   Ως ανάφερε όμως ο Μ.Ε 2 και αποδέχθηκαν τα αρμόδια τμήματα στην επιστολή τους, μία από τις αιτίες των πλημμυρικών επεισοδίων είναι γιατί με την ταχύητητα του νερού αλλά και της μεγάλης κλήσης που δημιουργήθηκε μετά την αλλαγή της κοίτης, το νερό υπερπηδά επιφανειακά, κατευθείαν στο επίδικο ακίνητο χωρίς να ακολουθήσει το ρου της κοίτης.  

 

Στο βαθμό που η θέση του Μ.Υ 1 ότι η κατασκευή του τεχνητού καναλιού συναρτήθηκε με τα δεδομένα και πρακτικές της τότε εποχής και ότι πλέον το ΤΑΥ εφαρμόζει αντιπλημμυρικά έργα με βάση τις σύγχρονες εποχές, αρκούμαι στο να αναφέρω ότι η επίλυση του προβλήματος έγινε με τις τότε πρακτικές. Δεν σημαίνει όμως και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία από μέρους των αρμόδιων τμημάτων ότι επειδή πλέον εφαρμόζονται άλλες σύγχρονες μέθοδοι, το τεχνητό κανάλι που κατασκευάστηκε πλημμελώς, με τις τότε μεθόδους που εφαρμόζονταν, πρέπει να παραμείνει ως έχει και να αποτελεί μία από τις αιτίες των πλημμυρικών επεισοδίων. Θα πρέπει τα οποιαδήποτε νέα τυχόν εγγειοβελτιωτικά έργα που θα γίνουν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων να αφορούν διορθωτικά μέτρα στη βάση των παλαιών πρακτικών που έγιναν μέχρι σήμερα, είτε εξ ολοκλήρου να αντικαταστήσουν τα παλαιά και να εφαρμόσουν νέα μέτρα, με βάση τις σύγχρονες τους πρακτικές. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει, και το οποίο  δεν απάντησε ο Μ.Υ 1 με πειστικό τρόπο, είναι για ποιο λόγο τα αρμόδια τμήματα δεν εφαρμόζουν είτε το ένα είτε το άλλο.  Ο Μ.Ε.2 εισηγήθηκε μέτρα προς ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος.  Αν τα αρμόδια τμήματα θεωρούν ότι τα μέτρα αυτά δεν συνάδουν με τις σύγχρονες πρακτικές,  και με δεδομένο ότι οι ίδιοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα που υπάρχει, αποτελεί άξιον απορίας για ποιό λόγο δεν εφάρμοσαν μέτρα που να αρμόζουν με τις σημερινές σύγχρονες μεθόδους τους.   Ως αναφέρθηκε από τον Μ.Υ 1, με βάση την τρέχουσα προσέγγιση του ΤΑΥ, πλέον εφαρμόζονται και εγκαθίστανται κατά κανόνα λιθοπλήρωτα συρματοκιβώτια τραπεζοειδούς διατομής (gabions).  Με το εν λόγω μέτρο συμφώνησε και το Μ.Ε.1.  Για ποιο λόγο δεν τοποθέτησαν αυτά, έχοντας ως δεδομένο, το οποίο έχει παραμείνει αναντίλεκτο, ότι λόγω των έντονων βροχοπτώσεων κάποιοι αναβαθμοί έχουν μετακινηθεί από τη θέση τους ενώ κάποιοι άλλοι έχουν υποστεί φθορά, πράγμα το οποίο αποδέχθηκε και ο Μ.Υ 1 κατά την αντεξέταση του (βλέπε σελίδα 16 των πρακτικών, ημερομηνίας 15.1.2026) είναι και πάλι ένα ερώτημα το οποίο έχει παραμείνει αναπάντητο.    

 

Επιπρόσθετα, ο Μ.Υ.1 στην προσπάθεια του να αποδομήσει τις μελέτες του Μ.Ε 2 και κατ’ επέκταση τις εισηγήσεις του με σκοπό την αντιμετώπιση του προβλήματος ισχυρίστηκε ότι αυτές δεν συναρτώνται με ενημερωμένες μελέτες που θα πρέπει να παραθέτουν το μέγεθος της λεκάνης απορροής, τις παραδοχές που έγιναν και τις παραμέτρους της υδρολογικής.    Πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.2 παρουσίασε στο Δικαστήριο την υδρολογική του μελέτη στη βάση των δεδομένων και των αριθμών που τα αρμόδια τμήματα λαμβάνουν υπόψη, για την οποία δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία, ο Μ.Υ 1 δεν ανέφερε με τεκμηριωμένο και κατατοπιστικό τρόπο  σε ποια μέρη της μελέτης του Μ.Ε.2 διαφωνεί.  Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο το ΤΑΥ, το οποίο είναι το πλέον αρμόδιο, δεν προέβη στη δική του υδρολογική μελέτη ώστε να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του Μ.Υ 1.  Μελέτη, η οποία εν πάση περιπτώσει, έγινε στο παρελθόν όταν τα αρμόδια τμήματα είχαν την πρόθεση να κατασκευάσουν τεχνητό κανάλι με σκοπό την επίλυση του προβλήματος, που όπως φάνηκε όμως εκ των υστέρων αυτή ήταν λανθασμένη εκ του αποτελέσματος εφόσον τα πλημμυρικά επεισόδια συνεχίστηκαν. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η εξής τοποθέτηση του. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο το ΤΑΥ προέβη σε οποιεσδήποτε μελέτες, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι το τμήμα του δεν εκπονεί μελέτες για ιδιώτες. Στην προκειμένη όμως περίπτωση οι ίδιοι αποδέχθηκαν ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και προσπαθούσαν σε διάφορες συναντήσεις τόσο με τον Μ.Ε.1 όσο και με τον Μ.Ε.2 να εξεύρουν τρόπους για ριζική αντιμετώπιση το προβλήματος.

 

Ούτε και γίνεται αποδεκτή η θέση του, ότι ακόμα και αν ληφθούν μέτρα από τα αρμόδια τμήματα το πρόβλημα θα εξακολουθήσει να υπάρχει. Πρόκειται για μια εντελώς θεωρητική και υποθετική θέση.  Τα αρμόδια τμήματα οφείλουν να προβούν σε όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα με δεδομένο ότι οι ίδιοι αναγνωρίζουν το υφιστάμενο πρόβλημα, το οποίο οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει, και οφείλουν να εξαντλήσουν όλες τις πιθανότητες και ενδεχόμενα για την οριστική επίλυση του.

 

Αρνητική εντύπωση προκάλεσε και το εξής γεγονός.  Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του (βλέπε σελίδα 17 των πρακτικών, ημερομηνίας 15.1.2026) ούτε καν αναγνωρίζει ο ίδιος ότι υπάρχει πρόβλημα στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων σήμερα. Πέραν του γεγονότος ότι η θέση του αυτή συγκρούεται με προηγούμενες αναφορές του, βάση των οποίων ο ίδιος αποδέχθηκε το πρόβλημα,  οι σχετικές αλληλογραφίες και τα πλημμυρικά φαινόμενα που έχουν επισυμβεί αλλά και οι προσπάθειες του τμήματος του (ο οποίος σήμερα το εκπροσωπεί ενώπιον του δικαστηρίου), ώστε να το επιλύσουν, τον διαψεύδουν πλήρως. Προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να υποβαθμίσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το επίδικο ακίνητο.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ 1, ενώ αντίθετα αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε 2. Η μαρτυρία του τελευταίου υπερέχει έναντι του πρώτου, όχι μόνο λόγω των προσωπικών του γνώσεων για την αιτία των προβλήματων και τις εισηγήσεις του για την επίλυση τους, αλλά κυρίως λόγω της επιστημονικής και πραγματικής τεκμηρίωσης των θέσεων και επιχειρημάτων του. Νιώθω επομένως ασφάλεια, μέσω αυτής, ώστε να διαμορφώσω την δική μου ανεξάρτητη κρίση επί των ζητουμένων. Με τις εισηγήσεις του Μ.Ε.2 δεν διατηρώ αμφιβολία ότι θα μειωθεί σε μεγάλο βαθμό η αντιμετώπιση της επιφανειακής απορροής, η οποία αποτελεί την κύρια αιτία των πλημμυρικών επεισοδίων, αλλά και η υπόγεια διαρροή ως δευτερεύον πρόβλημα, η οποία προκύπτει από την πλημμελή κατασκευή του τεχνητού καναλιού. Ως εκ τούτου  δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ακόμα και αν το πρόβλημα δεν επιλυόταν οριστικά, σίγουρα θα το βελτίωναν σε μεγάλο βαθμό. 

 

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

H αγωγή των Εναγόντων εδράζεται στα αστικά αδικήματα της αμέλειας και της ιδιωτικής οχληρίας καθώς και στο ότι η Εναγόμενη παραβίασε τα εκ του Νόμου καθήκοντα της.  

 

Σημειώνεται εξ αρχής, σε ό,τι αφορά την τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη αιτία αγωγής, αυτή δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.  Η κατ’ ισχυριζόμενη από την Εναγόμενη παράβαση νόμιμου καθήκοντος, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, συμπλέκεται με τις λεπτομέρειες αμέλειας που της αποδίδονται. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 140/2011, ημερομηνίας 22.12.2016, το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από τη θεμελίωση της παραβίασης νόμιμου καθήκοντος και πως η ορθή δικογράφηση οφείλει να παραπέμπει σε ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγώγιμων δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, έχει νομολογηθεί ότι όπου εγείρεται ζήτημα παραβίασης θέσμιου καθήκοντος, ο ενάγοντας οφείλει να καταγράψει στην Έκθεση Απαίτησης του τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα του καθώς θα πρέπει να καταγράψει ευκρινώς και τη συγκεκριμένη διάταξη η οποία έχει παραβιαστεί (Bullen and Leake and Jacob' s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 516, κάτω από τον τίτλο Actions based on Breach of Statutory Duty).

 

Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πιο πάνω υποχρεώσεις τους. 

 

Ως εκ τούτου η εν λόγω αιτία αγωγής απορρίπτεται.

 

Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την άλλη αιτία αγωγής που επικαλούνται οι Ενάγοντες, αυτής της αμέλειας.

 

Συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η παράβαση τούτου και η πρόκληση ζημιάς συνεπεία της παράβασης (Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 684 και Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1Γ Α.Α.Δ. 1251).

 

Στην υπόθεση Ιακωβίδης MΣ & Σία Λτδ και Άλλες ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1 ΑΑΔ 1593 λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα εξής σχετικά:

 

«Η αμέλεια ως αστικό αδίκημα είναι βεβαίως πασίγνωστη ως έννοια και έχει αρχή στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Αφορά τη νομική αναγκαιότητα λήψης εύλογης επιμέλειας ώστε να αποφευχθούν πράξεις ή παραλείψεις που προβλεπτώς μπορούν να επιφέρουν ζημία στον γείτονα. Ως «γείτονας», θεωρούνται όλα εκείνα τα πρόσωπα που είναι σε επαρκή σχέση εγγύτητας ή γειτονίας με το πρόσωπο που επιφέρει τη ζημία ώστε το τελευταίο να έπρεπε λογικά να γνώριζε ή να προέβλεπε ότι οι πράξεις του θα επηρέαζαν το άλλο μέρος.

 

Το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αποτελεί την κωδικοποίηση των αρχών του Κοινοδικαίου, (Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ (1989) 1 Α.Α.Δ. 393). Έχει λεχθεί στην υπόθεση αυτή ότι το βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, η οποία θα έπρεπε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβληθεί από τον δράστη ώστε να μην προκληθεί ζημία στον πλησίον. Το όριο της επιμέλειας διαγράφεται από την επίδειξη της ανάλογης προσοχής από τον υποθετικό μέσο συνετό άνθρωπο.

 

Στο σύγγραμμα «Street on Torts» 11η έκδ. σελ. 200 κ.ε., αναφέρεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εξαιρεί τις δημόσιες αρχές από οποιαδήποτε ευθύνη λόγω αμελείας, απλώς και μόνο διότι είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές αρχές ή σώματα, (Mersey Docks and Harbour Board Trustees v. Gibbs [1866] LR 1 HL 93). Δεν υπάρχει με άλλα λόγια ασυλία εναντίον των δημοσίων αρχών ή του κράτους. Τα κριτήρια επιβολής καθήκοντος αμέλειας είναι τα ίδια όπως και στην περίπτωση των ιδιωτών. Στην υπόθεση Home Office v. Dorset Yacht Co Ltd [1970] AC 1004, HL, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αναφέρθηκε στο ότι η πιθανότητα της ζημιάς πρέπει να είναι εύλογα προβλεπτή. Όπου υπάρχει διακριτική ευχέρεια από το δημόσιο όργανο, ευχέρεια που δυνατόν να ασκείται καλόπιστα, αλλά κατά λανθασμένο τρόπο, δεν δημιουργεί κατ' ανάγκη δικαίωμα σε αποζημίωση. Στην υπόθεση Anns v. Merton London Borough Council [1978] AC 728, HL, λέχθηκε ότι εκεί όπου η άσκηση νομίμου δημοσίου καθήκοντος απορρέει από μια ευρεία άσκηση πολιτικής απόφασης, η εναπόθεση στοιχείου αμέλειας κατά το αστικό δίκαιο δεν επαφίεται κατά κανόνα στα πολιτικά Δικαστήρια. Όμως, τέτοιο καθήκον επιμέλειας μπορεί να εναποτεθεί στο στάδιο της εφαρμογής της πολιτικής αυτής του κράτους, («operational sphere»).

 

Έγινε προσπάθεια περαιτέρω επεξήγησης της εναπόθεσης καθήκοντος σε δημόσιες αρχές, εφόσον το κριτήριο της διαφοράς μεταξύ «policy and operational decisions» στην Anns v. Merton London Borough Council, δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα επαρκές, με τις κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε ο Lord Browne-Wilkinson στην X. v. Bedfordshire County Council [1995] 2 AC 633. Σχετική είναι και η μεταγενέστερη Barrett v. Enfield London Borough Council [2001] 2 AC 550. Η ουσία εν τέλει φαίνεται να έγκειται στην εφαρμογή των τριών βασικών γνωστών προϋποθέσεων της πρόβλεψης («foreseeability»), της εγγύτητας («proximity») και του δικαίου, ορθού και λογικού μέτρου («just, fair and reasonable»), τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νουν πριν αποδώσει ευθύνη σε κρατική υπηρεσία. Στην άσκηση αυτή υπεισέρχεται και ο παράγοντας της πολιτικής του κράτους, αλλά και του τρόπου της εν τη πράξει εφαρμογής αυτής της πολιτικής.»

 

Mετά την απόδειξη υπαιτιότητας που συναρτάται με την μη ή την πλημμελή εκπλήρωση οφειλόμενου καθήκοντος, το Δικαστήριο εξετάζει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και της ζημιάς που προκλήθηκε (Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Τάσου Ανδρέα Λουκά (2003) 1 ΑΑΔ 447).

 

Στην υπόθεση  HAJI κ.ά. ν. Adonis Baths Mavrokolimbos Waterfalls Limited κ.ά., Πολ. Έφ. 192/2014, ημερ. 10.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:D181, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά:

«Η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός (Layland Shipping Co Limited v. Norwich Union [1918] A.C. 350). Το ζήτημα προσεγγίζεται με πραγματιστική διάθεση ως ένα σύνηθες πρόβλημα της καθημερινής ζωής και όχι ως αντικείμενο θεωρητικής ενασχόλησης (Monarch Steamship Co Ltd v. Karlhamns Oljefabriker [1949] 1 All E.R. 16).

Ως πρώτο κριτήριο χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, το γνωστό ως «"but for" test», δηλαδή το κατά πόσον αν δεν λάμβανε χώρα η συμπεριφορά του εναγόμενου το ζημιογόνο αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν.  Όπως σημειώθηκε στην Voicu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 78/16, ημερ. 10.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:B389, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα πρέπει να συνιστά μια condition sine qua non, αναγκαίο και απαραίτητο όρο της παραγωγής του αποτελέσματος (factual causation) (R. v. White [1910] 2 Q.B. 124)»

 

Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, αυτό το οποίο οι Ενάγοντες αποδίδουν στην Εναγόμενη, με σκοπό να αποδείξουν ότι αυτή, υπό τις περιστάσεις, υπήρξε αμελής είναι, μεταξύ άλλων, ότι παρέλειψε να διερευνήσει το κανάλι κατά την έναρξη κατασκευής της νέας κοίτης καθώς και να επιδιορθώσει ορθά την νέα κοίτη, δεν προέβη στη λήψη των αναγκαίων και/ή κατάλληλων μέτρων κατά τον σχεδιασμό και εκτέλεσης των έργων της νέας κοίτης, δεν συντήρησε την κοίτη του ποταμού επαρκώς και ικανοποιητικά, δεν προέβη σε εκβάθυνση της κοίτης του ποταμού ώστε να κατεδαφίσει το πυθμένα του αρχικού τεχνητού καναλιού και να καταστεί έτσι δυνατή η κατασκευή του νέου τοίχου της κοίτης και στο σωστό βάθος, παρέλειψε να καθαρίσει τα χώματα και τους ογκόλιθους που ήταν στην κοίτη του ποταμού, δεν κατασκεύασε τοίχους αντιστήριξης και προστατευτικό σύστημα αναβαθμών στις διατομές της κοίτης για την ανακοπή της ορμητικότητας των νερών του ποταμού, κατασκεύασε την νέα κοίτη με τρόπο ελαττωματικό και με ανεπαρκή διατομή, με αποτέλεσμα να μην δύναται να λειτουργήσει επαρκώς και δεν έλαβε οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα μετά την νέα βροχόπτωση από το 2014 μέχρι και σήμερα.

 

Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις κατά πόσο η Εναγόμενη είχε καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγόντων. Η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική. Καταρχάς, αυτό το οποίο πρέπει να λεχθεί είναι ότι, εν προκειμένω, η Εναγόμενη ουδέποτε είτε μέσω της Υπεράσπισης της, είτε διαμέσου του τρόπου που  προώθησε την δική της εκδοχή, αμφισβήτησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το γεγονός αυτό.

 

Σε κάθε όμως περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 13(1) του περί της Ενιαίας Διαχείρισης Υδάτων Νόμου του 2010, Ν. 79(I)/2010, όλα τα ύδατα που ρέουν από ποταμό, αποτελούν, απόλυτη ιδιοκτησία της Δημοκρατίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3(1) του εν λόγω Νόμου η ενιαία διαχείριση των υδάτων ανατίθεται στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων.  

Σκοπός του περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμου του 2003, Ν. 13(Ι)/2004, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3, μεταξύ άλλων, είναι και η προστασία των επιφανειακών χερσαίων νερών, στα οποία κατατάσσονται και τα νερά ποταμών, κατά τρόπο που να μετριάζονται οι επιπτώσεις και από πλημμύρες.

 

Σχετικές ως προς το ζήτημα αυτό, είναι και οι πρόνοιες του περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημμύρας Νόμου του 2010, Νόμος 70(Ι)/2010, που ορίζει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των κινδύνων πλημμύρας, συμπεριλαμβανομένων και των ποταμών, και την κατάρτιση σχεδίου διαχείρισης τους με σκοπό την μείωση των δυνητικών αρνητικών συνεπειών τους, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος.

 

Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 7 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, κάθε ποταμός (και οι λεκάνες, κοίτες ή αυλάκια αυτού και κάθε γη από την οποία το νερό του έχει υποχωρήσει), που κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού δεν τελούσε υπό την κυριότητα ιδιώτη, ανήκει στην Δημοκρατία.

 

Το Μέρος ΙΧ του Ν. 13(Ι)/2004, τιτλοφορείται ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΦΥΣΙΚΩΝ ΥΔΑΤΟΡΕΜΑΤΩΝ και το Άρθρο 115 προνοεί ότι ο γενικός έλεγχος και εποπτεία επί όλων των θεμάτων που σχετίζονται με την αποστράγγιση γης μέσω φυσικών υδατορεμάτων, που στο εξής θα καλούνται "υδατορέματα"  ανατίθεται στο Διευθυντή και ο οποίος έχει εξουσία:

 

(α) να καθαρίζει, να συντηρεί, να επιδιορθώνει ή άλλως πως να διατηρεί σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση οποιαδήποτε υφιστάμενα έργα επί υδατορεμάτων,

(β) να εκβαθύνει, να διαπλατύνει, να ευθυγραμμίζει ή άλλως πως να βελτιώνει οποιαδήποτε υφιστάμενα έργα επί υδατορεμάτων ή να αφαιρεί ή μετατρέπει φράγματα, ή άλλα φυσικά ή τεχνητά εμπόδια υδατορεμάτων,

(γ) να εκβαθύνει, να διαπλατύνει, να ευθυγραμμίζει ή άλλως πως να βελτιώνει την κοίτη, τις όχθες ή το ρουν υδατορεμάτων, και

(δ) να κατασκευάζει οποιοδήποτε νέο έργο επί υδατορεμάτων ή να τοποθετεί ή να εγκαθιστά οποιοδήποτε μηχάνημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που απαιτείται για την κατασκευή έργων στο υδατόρεμα.»

 

Μέσα από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, προκύπτει ότι το ΤΑΥ, και κατ΄ επέκταση η Εναγόμενη, πέραν των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από το Νόμο για την ανάπτυξη, προστασία και διαχείριση των υδάτινων πόρων έχει και τον γενικό έλεγχο και εποπτεία επί όλων των θεμάτων που σχετίζονται με την φυσική ροή των ποταμών και την προστασία από πλημμυρικά επεισόδια, ως αναφέρεται ανωτέρω. Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι ο σκοπός του Νόμου ήταν να αποφεύγονται φαινόμενα πλημμυρών, δίνοντας τις πιο πάνω εξουσίες στο Διευθυντή του ΤΑΥ.

 

Η Εναγόμενη, δια μέσου του ΤΑΥ, ως η πλέον αρμόδια να λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση πλημμυρικών φαινομένων από τους ποταμούς, στη βάση της εκ του Νόμου υποχρέωσης της ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, όφειλε να λάβει όλα εκείνα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα με σκοπό την αποφυγή τέτοιων φαινομένων. Υπήρχε επομένως κάτω υπό αυτές τις περιστάσεις, καθήκον επιμέλειας της Εναγομένης έναντι των Εναγόντων.

 

Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η Εναγόμενη παραβίασε το καθήκον της αυτό.

 

Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο ποταμός, σε διάφορες χρονικές περιόδους, υπερχείλισε με αποτέλεσμα τα νερά του να εκβάλουν στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων, στο σημείο που αυτό συνορεύει με τον εν λόγω ποταμό. Αυτό εξάλλου είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη.

Στη βάση, περαιτέρω, της αποδεκτής μαρτυρίας και των τελικών ευρημάτων του δικαστηρίου, η γενεσιουργός αιτία των πιο πάνω πλημμυρικών φαινομένων, ήταν η αλλαγή της φυσικής κοίτης του ποταμού και η μετατροπή και κατασκευή από μέρους των αρμόδιων τμημάτων της Εναγόμενης, μίας νέας τεχνητής κοίτης ώστε αυτή να ευθυγραμμιστεί με το νέο γεφύρι που είχε κατασκευαστεί. Με απλά λόγια, ο φυσικός ρου του ποταμού άλλαξε, κατόπιν ανθρωπογενούς παρέμβασης των αρμόδιων τμημάτων της Εναγόμενης.

 

Στη βάση επίσης των τελικών ευρημάτων του δικαστηρίου, η μετακίνηση μίας τέτοιας κοίτης, με δεδομένη της λεκάνης απορροής του εν λόγω ποταμού, είναι έργο πολύ δύσκολο, γεγονός το οποίο ήταν εις γνώση των αρμοδίων τμημάτων. Έχοντας ως δεδομένο αυτό, θα έπρεπε με την μετακίνηση της νέας κοίτης να γίνουν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων όλες οι αναγκαίες μελέτες αλλά και να ληφθούν όλα τα δέοντα και απαραίτητα μέτρα, ώστε αφενός ο ρους του ποταμού να ακολουθεί την νέα πορεία της τεχνητής κοίτης, αφετέρου να γίνει ορθή αξιολόγηση του κίνδυνου πλημμύρας με την λήψη προληπτικών μέτρων ούτως ώστε στην περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων να μην προκληθούν οποιαδήποτε πλημμυρικά φαινόμενα. 

 

Στη βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου καμία μελέτη, συμπεριλαμβανομένης και της υδρολογικής (ώστε να υπολογιστεί η ροή του ποταμού σε συνάρτηση με τα μετεωρολογικά δεδομένα της περιοχής και τη φύση του), δεν έγινε από μέρους των αρμόδιων τμημάτων κατά τη μετακίνηση της κοίτης. Τα αρμόδια Τμήματα όφειλαν να προβούν σε υδρολογική μελέτη σε σχέση με τις ροές του ποταμού  και το ΤΑΥ όφειλε να είχε εκπονήσει μια τέτοια μελέτη, έτσι ώστε να βεβαιωθούν ότι οι διατομές της νέας κοίτης θα ήταν ικανοποιητικές στο να διέρχεται το νερό, για αποφυγή του κινδύνου διαφυγής και πλημύρας. Κατά την αλλαγή της εγγεγραμμένης κοίτης, τα αρμόδια τμήματα είχαν καθήκον να βεβαιωθούν ότι οι διατομές της και το βάθος της, θα μπορούσαν να διοχετεύουν το ρου του ποταμού χωρίς να δημιουργούνται οποιαδήποτε μελλοντικά προβλήματα. Όφειλαν να βεβαιωθούν ότι οι εργασίες μετατόπισης της κοίτης δεν θα εμπόδιζαν την ροή και/ή ικανοποιητική ροή του νερού και δεν θα δημιουργούσαν κίνδυνο πλημμύρας και ζημιών στο επίδικο ακίνητο. Κατά συνέπεια, είχαν καθήκον να προχωρήσουν με τις εργασίες μετατόπισης της κοίτης με επιμέλεια και να λάβουν υπόψη του τις ροές του εν λόγω ποταμού έτσι ώστε να αποφευγόταν ο κίνδυνος πλημύρας. Κάτι τέτοιο όμως εν προκειμένω δεν έγινε.

 

Αντίθετα, ως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του δικαστηρίου, μέσω της μαρτυρίας του Μ.Ε 2, η νέα τεχνητή κοίτη του ποταμού, διαμορφώθηκε αρχικά χωμάτινη και με βάθος μόνο 50 εκατοστών (ενώ θα έπρεπε να ήταν βαθύτερη), χωρίς την ανέγερση οποιουδήποτε τοιχώματος στην δυτική του όχθη, και ειδικότερα στο σημείο έντονης αλλαγής της διεύθυνσης της, ανάντι του σημείου Α’ της κοίτης (ως φαίνεται στο σχεδιαγράφημα που ο εν λόγω μάρτυρας ετοίμασε) προς την νέα κοίτη. Ως προκύπτει επίσης, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 2, λόγω συντόμευσης του μήκους της νέας κοίτης αυξήθηκε η κλίση και η ταχύτητα ροής των νερών του ποταμού και συνεπώς ο κίνδυνος διάβρωσης του επίδικου ακινήτου.

 

Στο νομικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22nd Edition στις παραγράφους 20-126 και 20-127, κάτω από τον υπότιτλο Liability in respect of damage caused by escaping water αναφέρονται τα εξής σχετικά:

 

‘Diversion of natural stream – A person who diverts a natural stream does so at his peril, and is liable under the rule in Rylands v Fletcher, subject to the “defences” available to the rule, for any damage caused by the failure of his works to contain the diverted stream.

 

“It is the duty of anyone who interferes with the course of a natural stream to see that the works which he substitutes for the channel provided by nature are adequate to carry off the water brought down even by extraordinary rainfall, and if damage results from the deficiency of the substitute which he had provided for the natural channel he will be liable.”

 

In Greenock Corp v Caledonian Ry, the Greenock corporation, in laying out a park, altered the course of a natural stream so as to make a padding pond for children.  Owing to an extraordinary rainfall the stream overflowed at the pond and the accumulated water damaged the railway company’s property.  The corporation were held liable on the principle stated above.  On the other hand, if there has been no diversion of the stream, but the stream has overflowed and the water has accumulated against a wall or other erection which bursts under the pressure of water and does damage, the owner of the wall is not liable.  If a natural stream is enclosed in a culvert, the owner of the culvert must maintain it so as to prevent the stream from damaging neighbouring property.  The owner of a wall fronting on a river is under no obligation to maintain the wall for the benefit of other landowners, and if he pulls it down so that the river in flood goes on the adjoining land, he is not liable.

 

When liability will not be imposed – Even if a stream is diverted, there will be no liability if it can be shown that the injured party would have suffered the same damage if the stream had not been diverted.  Again, if the diversion has been “fortified by prescription”, the person injured cannot allege that another state of thing is the true state of nature.’

 

Στην περίπτωση επέμβασης στην ροή του νερού σε ποτάμι ή αγωγών νερού, αποτελεί καθήκον αυτού που επεμβαίνει ή προβαίνει σε τέτοια έργα να βεβαιωθεί ότι ακόμη και σε περίπτωση ασυνήθιστης βροχής το νερό θα διέλθει χωρίς να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά, διαφορετικά θα είναι υπεύθυνος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχει αναφερθεί στην βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου, τα πλημμυρικά επεισόδια στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων είχαν ως γενεσιουργό αιτία την μετακίνηση της  φυσικής κοίτης και της κατασκευής νέας τεχνητής κοίτης που η Εναγόμενη δημιούργησε. Με δεδομένο ότι κατά τη μετακίνηση της κοίτης, δεν λήφθηκαν από μέρους των αρμόδιων τμημάτων τα απαραίτητα μέτρα, και έχοντας ως δεδομένο ότι δημιουργήθηκαν πλημμυρικά φαινόμενα, η Εναγόμενη υπέχει υπό τις περιστάσεις αυτές ευθύνη. Αν δεν μετακινήτο η κοίτη, οι Ενάγοντες δεν θα αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα. Τουναντίον, πριν την μετακίνηση της κοίτης δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε πλημμυρικά φαινόμενα.  

 

Στο Halsbury's Laws of England, 3rd edition, p. 162, para 231 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Ιt is the duty of anyone who interferes with the course of stream to see that works substituted for the natural channel are adequate to carry off water brought down even by extraordinary rainfall; and if damage results from the deficiency of the substitute, he is liable.» (βλ. Corporation of Greenock v. Glascow and South - Western Railway Company [1917] A.C. 556).

 

Ο κίνδυνος αυτός, στην βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου, ήταν προβλεπτός με την αλλαγή της εγγεγραμμένης κοίτης, με δεδομένη και την λεκάνη απορροής του εν λόγω ποταμού,  και θα μπορούσε να αποφευχθεί αν γινόταν η κατάλληλη έρευνα και υδρολογική μελέτη πριν την μετακίνηση της. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη κρίνεται αμελής εφόσον ο κίνδυνος πλημμυρών ήταν προβλεπτός με την εμφάνιση των πρώτων πλημμυρικών επεισοδίων κατά τα έτη 1994, 1998 και 2001, αντιστοίχως. Επομένως ήταν εις γνώση των αρμόδιων τμημάτων ότι η μετακίνηση της κοίτης δεν έγινε ορθά.  Συνεπακόλουθα, όφειλαν και είχαν υποχρέωση να λάβουν όλα εκείνα τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα με σκοπό να σταματήσουν τα πλημμυρικά επεισόδια.

 

Στην βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου, η Εναγόμενη υποσχέθηκε, μετά την μετακίνηση της κοίτης και αφού διαπίστωσε τα πλημμυρικά φαινόμενα και τα προβλήματα που δημιουργούνταν στο επίδικο ακίνητο λόγω αυτής, να προβεί στη λήψη αντιπλημμυρικών έργων, με σε μία προσπάθεια της να αποφευχθούν οι οποιεσδήποτε μελλοντικές πλημμύρες. Οι ενέργειες αυτές ουσιαστικά απολήγουν στο γεγονός ότι τα αρμόδια τμήματα αποδέχθηκαν ότι η μετακίνηση της κοίτης δημιούργησε προβλήματα. Εξ ου και στην επιστολή του ΤΑΥ (Τεκμήριο 2.21), γίνεται αποδεκτό από μέρους των αρμόδιων τμημάτων  ότι η μετακίνηση δημιουργούσε προβλήματα, που δεν άπτονται βεβαίως φυσικών φαινομένων ή λόγων ανωτέρας βίας.

 

Στην βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν (κατασκευή τεχνητού καναλιού, στη συνέχεια γκρέμισαν τον ανατολικό τοίχο της κοίτης, διαμόρφωσαν την κοίτη με αναβαθμούς καθώς και έγιναν κατασκευαστικά έργα συλλογής νερού κατά μήκος του δυτικού τοιχώματος του τεχνητού καναλιού (Τεκμήριο 2.21 και Τεκμήριο 2.25) κατασκευάστηκαν πλημμελώς, με κυριότερο το τεχνητό κανάλι, και ως εκ τούτου η Εναγόμενη θα πρέπει να κριθεί αμελής. Και τούτο φάνηκε εκ του αποτελέσματος, εφόσον με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου, τα πλημμυρικά φαινόμενα συνεχίστηκαν. Γεγονός που και πάλι η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί.  

 

Ως προκύπτει, στην βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου, τα αρμόδια τμήματα ενώ γνώριζαν ότι και σε προηγούμενους χρόνους είχαν δημιουργηθεί πλημμύρες και ότι υπήρχε κίνδυνος παρόμοιων μελλοντικών συμβάντων, παρέλειψαν και αμέλησαν να ενεργήσουν προληπτικά, με τον ορθό και κατάλληλο τρόπο, σε μία προσπάθεια τους να απαμβλύνουν το πρόβλημα. Έπεται, συνεπώς, από τα προαναφερόμενα, ότι, τα αρμόδια τμήματα  όφειλαν να γνωρίζουν και να προβλέψουν ότι ο εν λόγω κίνδυνος ζημιάς στο επίδικο ακίνητο ήταν πραγματικός και ορατός, τόσο κυρίως από πλημμυρικά επεισόδια μέσω επιφανειακής ροής, όσο και από υπόγεια διαρροή που πιθανόν να οδηγούσαν σε διάβρωση του εδάφους του. Τα αρμόδια έπρεπε να λάβουν μέτρα για την εξάλειψη των πιο πάνω κινδύνων (Lambert v Βarrat Homes Ltd [2010] EWCA Civ 681), αφού διαπίστωσαν ότι τα μέτρα που έλαβαν δεν έφεραν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν βρίσκω να υπήρχε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος ώστε η Εναγόμενη να μην είχε προβεί σε όλα τα αναγκαία μέτρα τόσο προληπτικά για την μη εμφάνιση οποιοδήποτε πλημμυρικών φαινομένων αλλά και όταν διαπίστωσε ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, λόγω ανεπάρκειας και ακαταλληλότητας αυτών, να παραμελήσουν τον εν λόγω κίνδυνο καθώς και να τον αποτρέψουν, με αποτέλεσμα την συνέχιση της διάβρωσης του επίδικου ακινήτου και τη συνέχιση των ζημιών εντός αυτού (μετακινήθηκαν χώματα και καταστράφηκαν δέντρα), οι οποίες δεν θα προκαλούντο αν η Εναγόμενη λάμβανε μέτρα για τα πιο πάνω.

 

Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. C&N KYRIAKOY LTD , το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματευόμενο το ζήτημα της πρόκλησης ζημιάς από διαφυγή νερού ανέφερε τα εξής κατά την ανάλυσή του:

 

«Το καθήκον επιμέλειας συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου. Εφόσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης ανάλογου μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 484).

 

Κατά συνέπεια, η παράλειψη των αρμόδιων τμημάτων να προβούν σε όλες τις αναγκαίες μελέτες αλλά και στη λήψη των αναγκαίων και απαραίτητων μέτρων ώστε να αποφευχθούν τα οποιαδήποτε πλημμυρικά επεισόδια και στην προσπάθεια των αρμόδιων τμημάτων να επιλύσουν το πρόβλημα που οι ίδιοι δημιούργησαν, αποδεχόμενοι μάλιστα την ευθύνη της αλλά και στη συνέχεια η παράλειψη τους να προβούν στα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα για διόρθωση της επί τόπου κατάστασης, αποτέλεσαν την αιτία ή συνέβαλαν ουσιαστικά στην υπερχείλιση του ποταμού σε διάφορα χρονικά διαστήματα. Δηλαδή, υπήρξε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας το οποίο είχε, υπό τις περιστάσεις το ΤΔΕ και το ΤΑΥ και κατ΄ επέκταση η Εναγόμενη φέρει ευθύνη για τις υπερχειλίσεις.

 

Η υπεράσπιση του Act of God και του απρόβλεπτου γεγονότος, η οποία προβάλλεται από την υπεράσπιση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, υπό τις περιστάσεις. Η ουσία αυτής της υπεράσπισης είναι ότι επενέργησαν δυνάμεις της φύσης για τις οποίες καμιά ανθρώπινη πρόβλεψη θα μπορούσε να προνοήσει και για την οποία η γνώση δεν επιβάλλει υποχρέωση αναγνώρισης αυτής της πιθανότητας (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου v. Αmerican Home Assurance Co Ltd κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ 1570). Η υπεράσπιση αυτή εξετάζεται με βάση τα πραγματικά γεγονότα σε κάθε περίπτωση. Εδώ η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι βροχές κατά τις οποίες οδήγησαν σε πλημμυρικά επεισόδια  ήταν καταρρακτώδεις και ασυνήθιστες και οι πλημμύρες άπτονται φυσικών φαινομένων με δεδομένο ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει με τον ποταμό. Τούτο, με βάση την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, δεν απαλλάσσει την Εναγόμενη να προνοήσει για την ελεύθερη ροή του ποταμού ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις. Επιπρόσθετα, η εν λόγω υπεράσπιση επί του προκειμένου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εφόσον η νέα τεχνητή κοίτη που κατασκευάστηκε ήταν μετά από ανθρώπινη παρέμβαση και τα πλημμυρικά επεισόδια δεν έλαβαν χώρα κατά την φυσική ροή των πραγμάτων. Περαιτέρω, η ύπαρξη έντονων βροχοπτώσεων στα ορεινά ήταν γεγονός προβλέψιμο, ως αποτελεί κοινό τόπο των μερών. 

 

Ούτε και έχει καταδειχθεί επίσης ή αποδειχτεί από τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες, παρέλειψαν, υπό τις περιστάσεις να λάβουν οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο με σκοπό την προστασία της περιουσίας τους. Δεν έχει υποδειχθεί ποιες ενέργειες έπρεπε να λάβουν υπό τις περιστάσεις για να προστατεύσουν αυτήν και δεν τις έλαβαν. Ούτε έχει αποδειχθεί από την υπεράσπιση ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να λάβουν οποιαδήποτε συγκεκριμένα αποτρεπτικά μέτρα και παρέλειψαν. Ούτε μπορούσαν ή είχαν δικαίωμα να παρέμβουν στην κοίτη του ποταμού.  Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας και/ή δεν έχει αποδειχθεί.

 

Η όλη συνολική συμπεριφορά των αρμοδίων τμημάτων της Εναγομένης, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου, οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικώς αποδεκτό υπό τις περιστάσεις επιπέδου, κρίνοντας, την διαγωγή της, με βάση των εκ του Νόμου υποχρεώσεων της, να προβεί σε όλες τις αναγκαίες και απαραίτητες ενέργειες για την προστασία του επίδικου ακινήτου των Εναγόντων. Ενόψει των πιο πάνω, και έχοντας πάντοτε οι Ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης της αποδιδόμενης αμέλειας της Εναγόμενης, καταλήγω ότι αυτοί κατάφεραν να αποδείξουν, στο απαιτούμενο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η τελευταία ήταν αμελής, στην βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές καταλήγω ότι η Εναγόμενη ήταν αμελής δια τον αντιπροσώπων της και το γεγονός αυτό τεκμηριώθηκε τόσο επιστημονικά όσο και πραγματικά.

 

Εξαιτίας των αμελών πράξεων της Εναγόμενης, οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά, σύμφωνα με τα τελικά ευρήματα του δικαστηρίου, εφόσον το επίδικο ακίνητο τους διαβρώθηκε, εξαιτίας των ορμητικών νερών παρέσυρε τα χώματα του, αλλά και ούτε αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί, όπως οι ίδιοι επιθυμούν, εφόσον ο κίνδυνος νέων πλημμυρικών επεισοδίων χωρίς την λήψη των αναγκαίων και απαραίτητων μέτρων είναι και υπαρκτός αλλά και ορατός.

 

Στρεφόμενος και στην άλλη βάση που οι Ενάγοντες προωθούν, δηλαδή αυτή της ιδωτικής οχληρίας, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις των γεγονότων της υπόθεσης καθώς και από τα τελικά ευρήματα του δικαστηρίου οι τελευταίοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, και την εν λόγω αιτία αγωγής (Medcon Construction Ltd ν. Ελευθερίου κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 565).

Στην υπόθεση Καλότυχου ν. CYPSUN HOLIDAYS CO LTD, Πολιτική Έφεση 11084 ημερομηνίας 23.10.2002) έχει επεξηγηθεί ότι το άρθρο 46 δεν επιτρέπει την αντίληψη ότι η πρόκληση ζημιάς είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ιδιωτικής οχληρίας.  Η προϋπόθεση ζημιάς συναρτάται προς την απαίτηση για αποζημίωση παρά προς την ύπαρξη της οχληρίας αυτής καθ΄ εαυτής και περιορίζεται στο είδος της ιδιωτικής οχληρίας, που συνίσταται ακριβώς στην πρόκληση φυσικής ζημιάς σε περιουσία.  Υπάρχει όμως το είδος της οχληρίας που συνίσταται στην παρέμβαση στην άνετη χρήση και απόλαυση της περιουσίας.

Στην κρινόμενη περίπτωση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση από το δικαστήριο του κατά πόσο η Εναγόμενη υπήρξε αμελής υπό τις περιστάσεις, και οι αιτίες που παρατέθηκαν ότι αποτελούν τους λόγους των πλημμυρικών επεισοδίων εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Πέραν του ότι η Εναγόμενη κρίθηκε αμελής διέπραξε και ταυτόχρονα και το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, εφόσον λόγω των πλημμυρικών επεισοδίων και την εκτροπή νερού στο επίδικο ακίνητο των Εναγόντων, προκλήθηκε ζημιά σε αυτό, όταν, σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων και αυξημένης ροής νερού στον ποταμό, διοχετεύεται αυτό εντός του επίδικου ακινήτου, διαβρώνοντας ουσιαστικά το έδαφος του (Χρίστος Καλότυχος ν Cypsun Holidays Co. Ltd (ανωτέρω). Σημειώνεται περαιτέρω ότι η συνεχής και επαναλαμβανόμενη διοχέτευση υδάτων, προφανώς εμπόδισε τους Ενάγοντες στην χρήση και απόλαυση του ακινήτου τους (Μιχαήλ ν. Αρτερμίου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ). Σε κάθε περίπτωση, η προαναφερόμενη διαπίστωση του Δικαστηρίου περί της αμέλειας της Εναγόμενής, δικαιολογεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί της πρόκλησης στους Ενάγοντες από πλευράς της του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας λόγω παρέμβασης στην ακίνητη ιδιοκτησία τους από παράλογη/παράνομη χρήση της δικής του ακίνητης ιδιοκτησίας (Michael A. Jones, Textbook on Torts, 8η έκδοση, στις σελίδες 340, 341 και 356). Ως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, έχει, μέχρι στιγμής προκληθεί φυσική ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγόντων, τουλάχιστον 5 φορές, φαινόμενο, που, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε 2, δύναται να επαναληφθεί σε περίπτωση βροχοπτώσεων που θα προκαλέσουν την ροή νερών στον ποταμό. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι η παρέμβαση της Εναγομένης, αν και όχι συνεχής και σταθερή, μπορεί να κριθεί ως συστηματική (Α. Ν. Stasis Estates Ltd v Jean Griffin κ. α. (2006) 1 Α.Α.Δ. 104 και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν Rawnsello Trading Ltd (2003) 1 ΑΑΔ 1570).

Έχοντας καταλήξει πιο πάνω ότι η Εναγόμενη διέπραξε τα αστικά αδικήματα της αμέλειας και της ιδιωτικής οχληρίας, προχωρώ να εξετάσω στην συνέχεια τις θεραπείες που οι Ενάγοντες αξιώνουν.

Βασική θεραπεία, η οποία αξιώνεται, είναι η έκδοση από το δικαστήριο του ακόλουθου προστακτικού διατάγματος, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο, για τους λόγους που θα διαφανούν αμέσως κατωτέρω:

«Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγομένη και ή τους αξιωματούχους και ή αρμοδίους λειτουργούς και ή τμήματα και ή όργανα και ή υπηρέτες της ή οποιονδήποτε από αυτούς, όπως μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση του διατάγματος στην Εναγόμενη ή σε χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, λάβουν και ή προβούν σε όλα τα αναγκαία και ή δέοντα μέτρα και ή διαβήματα και ή ενέργειες και ή έργα για την επιδιόρθωση και ή αποκατάσταση και ή διαμόρφωση και ή μετακίνηση της υφιστάμενης κοίτης του ποταμού Κρυού στο μέρος και ή σημείο όπου η κοίτη του συνορεύει με το πιο πάνω στην παράγραφο 1 αναφερόμενο ακίνητο των και ή Εναγόντων και ή για την εμπόδιση και ή αποτροπή και ή αποφυγή διαφυγής του νερού ή και υπερχείλισης του αναφερόμενου ποταμού Κρυού στο αναφερόμενο σύνορο και ή μέρος και ή την εισροή του στα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα των Εναγόντων και ή να άρουν και ή παύσουν την πρόκληση της πιο πάνω αναφερομένης οχληρίας και ή άλλως πως».

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Κώστας Πελεκάνος v Ταμείο Ευημερίας Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ: Ε27/2026, ημερομηνίας 10.6.2026, έτυχαν ανάλυσης, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος (οι οποίες εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και εν προκειμένω, παρά το γεγονός ότι αντικείμενο της ήταν η έκδοση παρεπίμπτοντος προστακτικού διατάγματος). Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα:

 

«Οι αναφερόμενες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και η σχετική με αυτές νομολογία είναι πολύ καλώς γνωστές (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o. (1982) 1 C.L.R. 557). Δεν κρίνουμε ότι απαιτείται εδώ η επανάληψη τους. Σειρά άλλων αποφάσεων αφορούν την έκδοση τελικού προστακτικού διατάγματος και όχι παρεμπίπτοντος. Τέτοιες είναι μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις R.K.B. Leathergoods Ltd ν. Αγγελίδη (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Σχίζας ν. Αδάμου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 395, Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2047, Αλλαγιώτης κ.ά. ν. Νεοκλέους, Πολ. Έφ. 389/14, ημερ. 13.7.22, ECLI:CY:AD:2022:A317, ECLI:CY:AD:2022:A317. Όμως, είναι γεγονός ότι και σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν ενδιάμεσα προστακτικά διατάγματα, γίνεται παραπομπή στην πιο πάνω νομολογία, για να τονιστεί η φειδώ με την οποία εκδίδεται ένα ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα (βλ. Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα κ.ά. (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 653). Στη δε υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1271, η οποία επίσης αφορούσε ενδιάμεσα προστακτικά διατάγματα, τονίστηκαν τα εξής:

 

«Σε ό,τι αφορά στο προστακτικό των διαταγμάτων, αναμφίβολα τα προστακτικά διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη, αλλά όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 35-37, η έκδοσή τους δεν αποκλείεται όταν υπάρχει ή θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς».

 

Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα Injunctions, David Bean, 8η έκδοση, §3.33, παρέπεμψε και η πρωτόδικη Δικαστής. Βέβαια, το παρατεθέν πρωτοδίκως απόσπασμα είναι κατ' ακρίβειαν από την απόφαση του δικαστή Megarry στην Shepherd Homes Ltd v. Sandham (1970) 3 All E. R. 402 και έχει ως εξής:

 

«...the court is far more reluctant to grant mandatory injunction than it would be to grant a comparable prohibitory injunction.  In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted and this is a higher standard than is required for a prohibitory injunction. [.] the case has to be unusually strong and clear before a mandatory injunction will be granted...».

 

(έμφαση δοθείσα)»

 

 

Στην προαναφερόμενη υπόθεση R.K.B. Leathergoods Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε ότι:

 

«Προστακτικό διάταγμα δεν εκδίδεται ποτέ ως εάν να είναι κάτι το βέβαιο ή φυσικό και η έκδοση του εμπίπτει πάντοτε εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Clerk & Lindsell on Torts, 16η εκ., παραγ. 7-06). Οι γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα έχουν τεθεί στην Morris v. Redland Bricks Ltd (1970) A.C. 652, 665, 666. Τις παραθέτουμε σε δική μας μετάφραση:

 

1.  Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.

 

2.  Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.

 

3.  Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάλειψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη:

 

(α) Όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του ή έχει προσπαθήσει να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του ή έχει προσπαθήσει να αποφύγει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή για να συνοψίσουμε, έχει ενεργήσει αδικαιολόγητα και παράλογα σε σχέση με το γείτονα του μπορεί να διαταχθεί να διορθώσει τις αδικαιολόγητες και παράλογες πράξεις του με την εκτέλεση εργασίας για επαναφορά του status quo έστω και αν η δαπάνη είναι δυσανάλογη με το πλεονέκτημα που θα πάρει ο ενάγων.

 

(β) Πλην όμως όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με λογικό τρόπο μολονότι, όπως αποδεικνύεται, εσφαλμένα η δαπάνη της θεραπείας των προηγούμενων ενεργειών του με θετικές πράξεις είναι πολύ σημαντικός παράγων.

 

4.  Αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφάλισει όπως ο εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τί οφείλει να πράξει και αυτό σημαίνει όχι ως ζήτημα νόμου αλλά ως ζήτημα γεγονότων, έτσι ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει στους εργολάβους του τις κατάλληλες οδηγίες.

 

Στην HjiNicolaou v. Gavriel and Another (1965) 1 C.L.R. 421, 431 χορηγήθηκε προστακτικό διάταγμα αφού λήφθηκαν υπόψη «οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση». Στην Colls Home and Colonial Stores [1904] A.C. 193 λέχθηκε ότι αν ο ίδιος εναγόμενος έχει ενεργήσει με δόλια και ληστρική περιφρόνηση έναντι των δικαιωμάτων του ενάγοντος «θα χορηγηθεί προστακτικό διάταγμα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου κατά τα άλλα δεν θα χορηγείτο γιατί ήταν πολύ ασήμαντο για τη θεραπεία» («too trifling for the remedy»).»

 

Στην υπόθεση Σοφοκλέους (ανωτέρω) λέχθηκε, επίσης, σε σχέση με την πιο πάνω 3η προϋπόθεση ότι:

 

«(ιιι) Θα υπάρξει άρνηση έκδοσης του διατάγματος όπου η συμμόρφωση από το εναγόμενο θα είναι παράνομη. Επομένως σε αντίθεση με τα απαγορευτικά διατάγματα, στην περίπτωση διαταγμάτων διατακτικής μορφής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κόστος του εναγομένου για συμμόρφωση. Για παράδειγμα στην υπόθεση Redland Bricks Ltd. v. Morris [1970] A.C. 652, διάταγμα επαναφοράς τοίχου που θα κόστιζε £30.000 περίπου, ακυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο για το λόγο ότι το ποσό αυτό ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερο από την αξία της γης που επηρεάστηκε από την παράνομη επέμβαση. Τέτοια κριτήρια όμως δεν έχουν θέση εκεί όπου φαίνεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε σκόπιμα. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα έστω κι' αν η δαπάνη που θα υποστεί ο εναγόμενος είναι μεγάλη.

 

Στη σελ. 333 του ιδίου συγγράμματος με αναφορά στην υπόθεση Shelfer v. City of London Electrical Lighting Co διατυπώνονται τα εξής κριτήρια ως ένας εύκολος κανόνας για εξέταση του θέματος: (1) Εάν η ζημιά του ενάγοντα είναι μικρή (2) είναι τέτοια που μπορεί να υπολογιστεί χρηματικά και να αποζημιωθεί επαρκώς ο ενάγων, (3) η περίπτωση είναι τέτοια που θα ήταν καταπιεστικό για τον εναγόμενο αν εκδοθεί το διάταγμα, τότε το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί του διατάγματος, λαμβανομένης πάντοτε υπόψη και της συμπεριφοράς των διαδίκων, ιδιαίτερα του εναγόμενου.

 

Στην υπόθεση Wrotham Park Estate Company v. Parkside Homer Ltd & others [1974] 2 All E.R. 321, 336 λέχθηκε ότι ακόμη και εκεί όπου ο εναγόμενος επίσπευσε το έργο που αποτελεί επέμβαση παρά τη διαμαρτυρία του ενάγοντα, δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και απλώς το γεγονός αυτό, σε κατάλληλη υπόθεση κι' αφού συνεκτιμηθεί με τα υπόλοιπα γεγονότα, μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του εναγόμενου ούτως ώστε να εκδοθεί το διάταγμα.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, η 1η και 2η προϋπόθεση πληρείται εφόσον οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστούν σοβαρή ζημιά στο μέλλον.  Και τούτο γιατί τα πλημμυρικά φαινόμενα είναι επαναλαμβανόμενα και ότι με την μη έκδοση του προστακτικού διατάγματος και τη μη λήψη διορθωτικών μέτρων από μέρους των αρμοδίων τμημάτων υπάρχει ορατό και πραγματικό ενδεχόμενο, σε περιόδους και πάλι έντονων βροχοπτώσεων, ο ποταμός να υπερχειλίσει και πάλι να υποστούν ζημιές.  Επίσης, αν δεν ληφθούν μέτρα δεν μπορούν οι Ενάγοντες να αξιοποιήσουν το επίδικο ακίνητο τους.  Σε ό,τι αφορά τη 2η  προϋπόθεση ασφαλώς και οι αποζημιώσεις, εν προκειμένω, δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία.  Και τούτο γιατί στο ενδεχόμενο αποζημίωσης των Εναγόντων, χωρίς την έκδοση του αξιούμενου προστακτικού διατάγματος, αυτές δεν θα περιορίσουν τα πλημμυρικά φαινόμενα, με αποτέλεσμα οι αποζημιώσεις να μην αποτελούν επαρκή θεραπεία. 

 

Έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα κατά πόσο πληρείται επί του προκειμένου η 3η  προϋπόθεση.  Υπενθυμίζω, ότι ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη, είναι και το κόστος της δαπάνης που εν προκειμένω θα υποστεί η Εναγόμενη για να εκτελέσει τα έργα που απαιτούνται με βάση τη αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2.  Είναι γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου απουσιάζει μαρτυρία ως προς το σημερινό ακριβές τελικό κόστος των προτεινόμενων εκτελεσθείσων εργασιών.  Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο είναι τα όσα αναφέρονται από τον Μ.Ε.2 στο Τεκμήριο 2.27 ότι δηλαδή

 

«…Υποβλήθηκαν 2 προσφορές.  Η χαμηλότερη προσφορά είναι για αναβαθμό 1.20 + 0.50 = 1.70 μ στη ΧΛΘ 88 : €320.000 + ΦΠΑ.  Η 2η προσφορά είναι  €350.000 + ΦΠΑ.  Τα σχέδια και οι όροι  των προσφορών και οι προσφορές  σας έχουν δοθεί σε εσάς». 

 

Ποιοι ήταν όμως οι όροι της προσφοράς και τι αυτή περιλάμβανε δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία.  Ούτε και για ποια έργα αφορούσε, δόθηκε επί τούτου σχετική μαρτυρία.  Αναπόφευκτα, έστω και υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι η δαπάνη που θα υποστεί η Εναγόμενη είναι αρκετά μεγάλη και δαπανηρή, έστω και υπό αυτές τις περιστάσεις που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Εξάλλου, αποτελεί κοινό τόπο, και ως τέτοιο το αντιλήφθηκαν τα μέρη ότι τα προτεινόμενα μέτρα στην βάση των εισηγήσεων του Μ.Ε 2 θα κοστίσουν αρκετά.   

 

Με δεδομένο το γεγονός αυτό, δηλαδή το υψηλό κόστος που θα υποστεί η Εναγόμενη για την εκτέλεση των έργων, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αυτό αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την έκδοση του αξιούμενου προστακτικού διατάγματος. Το δικαστήριο οφείλει, εξετάζοντας την εν λόγω προϋπόθεση, να λάβει υπόψιν του διάφορους παράγοντες, προτού αποφανθεί επ’ αυτού, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω την αρχή ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Με βάση την ανωτέρω σχετική νομολογία, σχετικοί παράγοντες είναι για παράδειγμα αν διαπιστωθεί ότι η Εναγόμενη ενήργησε ετσιθελικά και παράνομα, το οποιοδήποτε κόστος δεν αποτελεί εμπόδιο στην έκδοση προστακτικού διατάγματος. Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση εν προκειμένω.  Κατ’ αρχάς, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ναι μεν η αλλαγή της κοίτης έγινε μονομερώς από την Εναγόμενη, πλην όμως ο τότε ιδιοκτήτης του τότε ακινήτου την αποδέχθηκε, εφόσον επί της ουσίας επωφελήθηκε, με τα δεδομένα της τότε εποχής. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψιν ότι η Εναγόμενη προσπάθησε ανεπιτυχώς να λάβει μέτρα τα οποία όμως δεν ήταν επαρκή. Από την άλλη όμως, στη βάση των ευρημάτων του δικαστηρίου και στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, τυχόν μη έκδοση του προστακτικού διατάγματος θα συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά το επίδικο ακίνητο, ότι η λήψη μη διορθωτικών μέτρων είναι ο μόνος τρόπος για οριστική επίλυση του προβλήματος και ότι η αλλαγή της κοίτης ήταν η γενεσιουργός αιτία των προβλημάτων, αλλά και ότι η Εναγόμενη ενήργησε ενάντια στα συμφέροντα των Εναγόντων, είμαι της άποψης ότι αυτά υπερτερούν έναντι των πιο πάνω παραγόντων, έτσι που να καθιστούν την έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος μονόδρομο, στην περίπτωση που πληρείται και η 4η προϋπόθεση, ανεξαρτήτως του μεγάλου κόστους. Συνεπακόλουθα, κρίνω οριακά ότι εν προκειμένω πληρείται και η 3η προϋπόθεση για την έκδοση του εν λόγω προστακτικού διατάγματος.  

 

Η 4η όμως πιο πάνω προϋπόθεση δεν πληρείται, εφόσον, ως συνάγεται από το λεκτικό του διατάγματος, αυτό είναι ασαφή, γενικό, αόριστο και δεν προσδιορίζει τι επακριβώς πρέπει να πράξει η Εναγόμενη.  Το ζήτημα αυτό τέθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων προς το συνήγορο των Εναγόντων. Ο τελευταίος, αναγνωρίζοντας το πρόβλημα αυτό, κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει το εν λόγω προστακτικό διάταγμα, προσθέτοντας το ίδιο σε αυτό τα προτεινόμενα έργα για επίλυση του προβλήματος, τα οποία εξάγονται μέσω της μαρτυρίας του Μ.Ε.2. Ήταν δηλαδή η εισήγηση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, να εντοπίσει τις τελικές του εισηγήσεις και ακολούθως να εκδώσει το εν λόγω προστακτικό συμπεριλαμβάνοντας τα σε αυτό.  Δεν με βρίσκει, με κάθε σεβασμό, σύμφωνο η εν λόγω εισήγηση και προσέγγιση.  Ως πρώτο σχόλιο, οφείλω να αναφέρω ότι οι διάδικοι, εν προκειμένω οι Ενάγοντες καθώς και ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, με κάθε σεβασμό, δεν μπορούν να μεταθέσουν και να μετακυλούν τις δικές τους υποχρεώσεις στο ίδιο το Δικαστήριο.  Όφειλαν και είχαν υποχρέωση να διαμορφώσουν το αξιούμενο προστακτικό διάταγμα με το κατάλληλο λεκτικό.  Ούτε και στη γραπτή αγόρευση των Εναγόντων γίνεται μνεία επί του ζητήματος αυτού, ώστε το Δικαστήριο να αντλήσει την οποιαδήποτε καθοδήγηση.  Ασφαλώς και δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να ανατρέξει στη μαρτυρία και να εκδώσει ένα τέτοιο δραστικό διάταγμα το οποίο εκδίδεται με φειδώ, ούτε το Δικαστήριο είναι εμπειρογνώμονας ούτως ώστε να γνωρίζει με ακρίβεια τα έργα που πρέπει να εκτελεστούν.  Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, το δικαστήριο όντως ανάτρεξε στο περιεχόμενο της αποδεκτής μαρτυρίας του Μ.Ε 2, σε μία προσπάθεια του, έστω και υπό τις περιστάσεις αυτές, ώστε να καταλήξει ποια έργα πρέπει να εκτελέσει η Εναγόμενη, διαμορφώνοντας αναλόγως το λεκτικό του προστακτικού διατάγματος.

 

Ενώπιον του δικαστηρίου τέθηκαν 5 εκθέσεις, στις οποίες σε κάποιες συμπεριλαμβάνονται και σχέδια, με διάφορες εισηγήσεις και μέτρα.  Στη δε επιστολή, ημερομηνίας 29.8.16, (Τεκμήριο 2.10) ο Μ.Ε.2 αναφέρει ότι οι εισηγήσεις του που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη του επιστολή, ημερομηνίας 10.3.15 (μέρος του Τεκμηρίου 2.10) θα πρέπει να αγνοηθούν (διευκρινίζει ότι αυτές έγιναν για την όσο το δυνατόν διατήρηση των υφιστάμενων κατασκευών για οικονομικούς λόγους) και στην επιστολή, ημερομηνίας 29.8.16, εισηγείται να ληφθούν τα ακόλουθα ριζικότερα μέτρα, τα οποία και παραθέτω αυτούσια:

 

«1α. Να προβούν σε εκβάθυνση κοίτης ποταμού από διατομή 7 έως διατομή 4 στα υψόμετρα που φαίνονται στη μηκοτομή του σχδ. Αρ.2.  Η διατομή 7 απέχει 2,00 μ προς ανάντι από τη διατ. 7.

 

1β.  Κατεδάφιση μέρους του πυθμένα  του αρχικού καναλιού από οπλισμένο σκυρόδεμα μεταξύ των διατομών 7 και 4 σε πλάτος 1,0 μ (ολικό πλάτος πυθμένα 1,50 μ) για να καταστεί δυνατή η κατασκευή του νέου δυτικού τοίχου της κοίτης σε μεγαλύτερο βάθος (εισήγηση αρ.2) και η εκβάθυνση της κοίτης.

 

1γ. Κατατεμαχισμός των αναβαθμών 5, 4, 3 και του παρασυρθέντος 6, από οπλισμένο σκυρόδεμα, για επίτευξη της εκβάθυνσης.  Τα υλικά κατεδάφισης μπορούν να γεμίσουν κοιλώματα της διαβρωμένης χωμάτινης κοίτης κατάντι των αναβαθμών 4, 3 και 2.

 

1δ.  Κατατεμαχισμός μεγάλων ογκόλιθων που παρασύρθηκαν από ανάντι περιοχές της κοίτης.  Τέτοιοι ογκόλιθοι υπάρχουν μεταξύ  των αναβαθμών 1 και 2, 2 και 3, 8 και 6.

 

2.  Ανέγερση νέου τοίχου της  κοίτης, σε απόσταση 0,40 μ από τον υφιστάμενο δυτικό τοίχο της κοίτης, από τη διατομή 4 έως τη διατομή 7.  Μήκος νέου τοίχου 46 μ  και ύψος 1,20 μ πάνω από νέα κοίτη.  Ο τοίχος εισχωρεί σε βάθος 0,25 μ κάτω από την επιφάνεια της κοίτης. 

 

3.  Κατασκευή αναβαθμού  ύψους 1,20 μ στη διατομή  7. Μήκος αναβαθμού 11,0 μ.  Επίσης κατασκευή νέου αναβαθμού 3 μετά την κατεδάφιση του υφιστάμενου.  Μήκος νέου αναβαθμού 5,30 μ και ύψος 0,50 μ ως φαίνονται στις λεπτομέρειες των αναβαθμών στο σχ. Αρ. 4.

 

4.  Κατασκευή προστατευτικών των υφιστάμενων αναβαθμών στις διατομές 1, 2.  Λεπτομέρειες των αναβαθμών φαίνονται στο σχ. αρ. 4 στην επιστολή του Μ.Ε 2, ημερομηνίας 10.3.2015 (μέρος του Τεκμηρίου 2.10).

 

      Μήκη νέων προστατευτικών αναβαθμών στη θέση 1     5,30 μ., ύψος 1,40 μ.

                                                                                       2     7,70 μ., ύψος 0,80 μ.  

 

5α.  Επίστρωση με οπλισμένο σκυρόδεμα της υπό εκβάθυνση νέας κοίτης του ποταμού σε κλίση 11,4% από διατομή 7 έως 4 σε μήκος 44 μ και πλάτη ως φαίνονται στην οριζοντογραφία αρ. σχ.2 και 4.

 

5β.  Διαμόρφωση (εξομάλυνση) της κοίτης του ποταμού μετά την κατασκευή  του νέου αναβαθμού 3 και των προστατευτικών αναβαθμών στις διατομές 2 και 1 από τη διατομή 4 έως τη διατομή 0.

 

6.  Διαμόρφωση πρανούς κοίτης (στην ανατολική όχθη).

 

7.  Αποκατάσταση ζημιών στο τεμάχιο 740, δηλ. αναπλήρωση διαβρωθέντων και παρασυρθέντων χωμάτων με κατάλληλο υλικό.»

 

 

Στην βάση της εν λόγω επιστολής, οι προηγούμενες του εισηγήσεις επί των επιστολών του, ημερομηνίας 19.12.2011 και 10.3.2015, αντιστοίχως, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Αν ήταν αυτά μόνο τα πιο πάνω δεδομένα, δεν θα αποτελούσε πρόβλημα για το ίδιο το δικαστήριο να εκδώσει ένα τέτοιο προστακτικό διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης, στο οποίο να περιλαμβάνονται τα πιο πάνω μέτρα. Τα σχέδια στα οποία παραπέμπει ο Μ.Ε 2 περιέχονται στην επιστολή, ημερομηνίας 10.7.2015. 

 

Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. 

 

Και τούτο γιατί, στη συνέχεια ο Μ.Ε.2 στην μεταγενέστερη επιστολή του, ημερομηνίας 21.6.18, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

“Στη σύσκεψη  της 14.6.2018 είχεν εκφρασθεί η άποψη για μη επίστρωση της κοίτης μεταξύ διατομών 4 και 7 με σκυρόδεμα για περιβαλλοντικούς λόγους αλλά και για μείωση της ταχύτητας ροής.  Συμφωνώ  με την άποψη αυτή και γι’ αυτό  προτείνω χωρίς ν’ αφαιρεθεί  η στρώση από σκυρόδεμα να προτεθεί στρώση από εγκιβωτισμένους λίθους μεγέθους  1 λιτρ. (1 κυβ. παλάμης) έως 30lt (1 κυβ. ποδ. περίπου) εντός κλωβών από συρμάτινο  πλέγμα όγκου έκαστος 2,0 x 1,0 x 0,30 = 0,6 κ.μ.  Το πάχος των κλωβών (gabions στα αγγλικά) 0,30 μ. θα υπέρκειται της στρώσης σκυροδέματος από αναβαθμό 4 έως 7.

 

 Από αναβ. 1 έως 4 προτείνω να αφαιρεθεί  στρώμα πάχους 30 εκ. από την υπάρχουσα χαλικώδη κοίτη για να αναπληρωθεί από κλωβούς με λίθους πάχους 0,30 μ.  Οι κλωβοί θα τοποθετούνται κενοί και θα γεμίζουν με λίθους της περιοχής επί τόπου.  Η δαπάνη για τους κλωβούς υπολογίζεται ν’ ανέλθει σε €9.060.»

 

Ενώ στην επιστολή του, ημερομηνίας 29.8.16, εισηγείται στην παράγραφο 5Α να επιστρωθεί με οπλισμένο σκυρόδεμα η υπό εκβάθυνση νέα κοίτη, από τη διατομή 7 έως 4, στην επιστολή, ημερομηνίας 21.6.18, συμφωνεί πλέον να μην επιστρωθεί η κοίτη μεταξύ της διατομής 4 και 7 με σκυρόδεμα.  Προτείνει δε, χωρίς να αφαιρεθεί η στρώση από σκυρόδεμα (ενώ πιο πάνω συμφωνεί να μην επιστρωθεί η κοίτη με σκυρόδεμα μεταξύ διατομών 4 έως 7), να προστεθεί στρώση από κλωβούς.  Οι κλωβοί θα εγκατασταθούν πάνω από τη στρώση σκυροδέματος από αναβαθμό  4 έως 7. Πέραν των πιο πάνω, το μεγαλύτερο πρόβλημα που εντοπίζεται αποτελεί το γεγονός ότι ο Μ.Ε 2 δεν διευκρινίζει τι θα γίνει πλέον με τους αναβαθμούς.  Και τούτο γιατί στην επιστολή, ημερομηνίας 29.8.16, εισηγείται τον κατατεμαχισμό των αναβαθμών 5, 4, 3 και  6, στη δε παρατήρηση 3 της εν λόγω επιστολής, εισηγείται την κατασκευή αναβαθμού στη διατομή 7,  ενώ στην παρατήρηση 5β προτείνει την κατασκευή νέου αναβαθμού 3.  Στη συνέχεια, στην επιστολή του, ημερομηνίας 21.6.18, αναφέρει ότι μεταξύ αναβαθμών 1 έως 4 προτείνει να αφαιρεθεί στρώμα από την κοίτη του ποταμού για να αναπληρωθεί από κλωβούς.  Ενώ στην επιστολή, ημερομηνίας 29.8.16, προτείνει την κατασκευή νέου αναβαθμού 3 (παρατήρηση 5β), την κατασκευή νέου αναβαθμού στην διατομή 7 και στην παρατήρηση 4 κατασκευή προστατευτικών των υφιστάμενων αναβαθμών στις διατομές 1 και 2.  Δεν τίθεται, εν προκειμένω, ξεκάθαρη μαρτυρία, ούτε μέσω των επιστολών αυτών αλλά ούτε και μέσω της μαρτυρίας του, κατά πόσο στα προτεινόμενα μέτρα που αφορούν τους αναβαθμούς, είναι εντέλει αναγκαία η κατασκευή τους, αλλά και του κατά πόσο στη θέση αυτών θα πρέπει να τοποθετηθούν κλωβοί ή αν θα κατασκευαστούν και τα δύο πιο πάνω έργα ταυτόχρονα. Δεν μπορεί το δικαστήριο, με βάση τα δεδομένα αυτά, να εξάγει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Συνεπακόλουθα, δεν είναι σε θέση το δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια ποια ακριβώς έργα πρέπει να γίνουν, πως πρέπει να γίνουν αλλά και που και σε ποιο σημείο, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος είτε τα μέτρα που θα αποφασίσει να μην είναι τα ορθά και να μην επιλύουν το πρόβλημα και αντίθετα να το δυσχεραίνουν, είτε η Εναγόμενη να υποστεί μεγαλύτερο κόστος που θα ήταν άδικο να επωμιστεί, λαμβάνοντας υπόψιν ήδη και το μεγάλο κόστος που θα επωμιστεί.

 

Το ζήτημα ως προς τα τελικά μέτρα που πρέπει να γίνουν δεν ξεκαθάρισε αλλά αντίθετα έγινε ακόμα πιο θολό, εφόσον ο Μ.Ε.2 απέστειλε, την μεταγενέστερη επιστολή, ημερομηνίας 31.12.24 (Τεκμήριο 2.27).  Στην εν λόγω επιστολή αναφέρει ότι το 2018 το ΤΑΥ πρότεινε την τοποθέτηση gabions στην κοίτη του ποταμού για μείωση της ταχύτητας ροής και για αποφυγή παρασυρμού των κλωβών από τα νερά.  Στη βάση αυτής της πρότασης ο ίδιος πρότεινε την επίστρωση οπλισμένου σκυροδέματος κάτω από τους κλωβούς και τοποθέτηση βλήτρων εντός των κλωβών που να εισχωρούν στην στρώση του σκυροδέματος κατά 10 εκ..  Πρότεινε επίσης η εκσκαφή για τη στρώση σκυροδέματος να αυξηθεί κατά 50 εκ. ώστε η τελική στάθμη των κλωβών να παραμείνει στο 1,20 μ. (ΧΛΘ88) και στη ΧΛΘ 30 στο υψόμετρο 8.80 μ./8.30 μ έως ΧΛΘ 29 στο υψ. 7.50/7.—και στα ΧΛΘ 10 5.90/5.00 μ.    Από ΧΛΘ 19 έως ΧΛΘ οι κλωβοί τοποθετούνται επί χαλικώδους  εδάφους. Οι παρατηρήσεις του αυτές με τα πιο πάνω στοιχεία δεν αναφέρονται στην επιστολή του ημερομηνίας 29.8.16. Επίσης, και πάλι δεν διευκρινίζεται κατά πόσο η τοποθέτηση κλωβών θα γίνει είτε παράλληλα με την κατασκευή των νέων αναβαθμών, είτε οι αναβαθμοί θα καταργηθούν και στην θέση τους θα τοποθετηθούν κλωβοί.  Αναφέρει, περαιτέρω, στην επιστολή Τεκμήριο 2.27 ότι πρότεινε την διαπλάτυνση της κοίτης προς την πλευρά του πρανούς ώστε το ελάχιστο πλάτος της κοίτης να είναι 6 μ..  Ανατρέχοντας στην επιστολή ημερομηνίας 29.8.16 δεν μπορώ να εντοπίσω κατά πόσο το εν λόγω προτεινόμενο νέο μέτρο επί του Τεκμηρίου 2.27 συμπεριλαμβάνεται στην επιστολή ημερομηνίας 29.8.16. Ούτε και διευκρινίζεται, στην εν λόγω επιστολή, ποια θα είναι η τύχη των αναβαθμών 3 και 7.  Επίσης, αναφέρει ότι υπάρχουν δένδρα που πρέπει να κοπούν και αν το εγκρίνει η Υπηρεσία Περιβάλλοντος αυτό το μέτρο να γίνει διαφορετικά να μην γίνει διαπλάτυνση. Το μέτρο αυτό τελεί υπό αίρεση και είναι αβέβαιο κατά πόσο μπορεί να γίνει. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί ένα προστακτικό διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη να εκτελέσει το εν λόγω έργο, το οποίο τελεί υπό αίρεση.  Επίσης, αναφέρει ότι ο αρχικός πυθμένας του καναλιού έχει 1.5 μ. πλάτος.  Για να γίνει χαμήλωμα της κοίτης στο τμήμα ΧΛΘ 88 – ΧΛΘ 49 και να μην περιοριστεί το πλάτος της κοίτης, κατεδαφίζεται τοίχος πλάτος 1.10 μ. ώστε να κατασκευαστεί νέος τοίχος παράλληλος με τον αρχικό της κοίτης σε απόσταση 40 εκ. από αυτόν. Πουθενά δεν αναφέρεται στην επιστολή του, ημερομηνίας 29.8.16,  ότι θα πρέπει να κατεδαφιστεί τοίχος πλάτους 1.10 μ. από τον κανάλι. Τέλος, δεν υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία και δεν επεξηγήθηκαν τα σχέδια, σε συνάρτηση με τις νέες του εισηγήσεις, ούτως ώστε να γνωρίζει το δικαστήριο με ακρίβεια σε ποιο σημείο, ύψος αλλά και πως θα κατασκευαστούν τα προτεινόμενα έργα.  

 

Ως είναι διατυπωμένο το εν λόγω προστατικό διάταγμα από τους Ενάγοντες δεν μπορεί να εκδοθεί από το δικαστήριο λόγω αοριστίας και ασάφειας. Με βάση την νομολογία για να δύναται το δικαστήριο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει αυτό να καθορίζει με σαφήνεια και με λεπτομέρεια τι ακριβώς πρέπει να πράξει ο Εναγόμενος για να συμμορφωθεί με αυτό (Wendling Elizabeth κ.α v Eleri Trading Ltd (2014) 1 AAΔ 983). Κάτι το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω ως συνάγεται από το πιο πάνω λεκτικό του.

 

Η μη έκδοση του εν λόγω προστακτικού διατάγματος δεν αποτελεί άρνηση του δικαστηρίου να αποδώσει θεραπεία. Είναι υπό τις περιστάσεις η λογική εξέλιξη των πραγμάτων ενόψει της θολής εικόνας και της αβεβαιότητας που το δικαστήριο νιώθει ως προς ποια τελικά έργα πρέπει να γίνουν, με ποιο τρόπο αλλά και πού, ενόψει των μη ξεκάθαρων θέσεων του Μ.Ε 2. Όφειλαν οι Ενάγοντες να παρουσιάζουν μία ξεκάθαρη εικόνα ως προς τα προτεινόμενα έργα που πρέπει να γίνουν. Απέτυχαν όμως να πράξουν κάτι τέτοιο.

Συνεπακόλουθα η αξίωση των Εναγόντων για την έκδοση προστακτικού διατάγματος απορρίπτεται.

Σε ό,τι αφορά την έτερη αξίωση των Εναγόντων για αποζημιώσεις  δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό είναι κάτι το οποίο δικαιολογείται να τους αποδοθεί. Πέραν του γεγονότος ότι αυτές δεν έχουν προωθηθεί κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και ως εκ τούτου θεωρούνται εγκαταλειφθέντες, ουδεμιά μαρτυρία έχει προσκομιστεί ως προς το ύψος της ακριβής ζημιάς που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες στο επίδικο ακίνητο λόγω της διάβρωσης του αλλά και τις υπερχειλίσεις του ποταμού στο επίδικο ακίνητο τους. Αποτελεί σταθερή αρχή της νομολογίας η νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία, αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή (2000) 1 Α.Α.Δ. 1153, Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου (1994) 1 ΑΑΔ 239), Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 2126).  Ενόψει όμως της απόδειξης της ευθύνης της Εναγόμενης και την πρόκληση ζημιάς στους Ενάγοντες, χωρίς όμως να αποδειχθεί το ύψος της, κρίνω ότι οι Εναγοντες δικαιούνται σε ονομαστικές αποζημιώσεις, τις οποίες καθορίζω στο ποσό των €200 για κάθε έκαστο Ενάγοντα (Παπακόκκινου v. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379, Χατζηκυπρής & Άλλοι v. Sanfix Agencies Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 447 και Χαράλαμπος Χριστoφόρου v. Eυριπίδη Ρούμπα (2010) 1Β Α.Α.Δ 754), με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.  

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπερ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ένα σετ εξόδων να δοθεί στους Ενάγοντες. Ενόψει της τελικής κατάληξης του δικαστηρίου, θεωρώ ορθό και δίκαιο, όπως τα έξοδα της παρούσας αγωγής να υπολογιστούν στην κλίμακα €500-€2000.

 

 

(Υπ.).....................................

                                                                                                Μ. Χαραλάμπους, Α.E.Δ

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο