ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΕΚ), Αρ. Αγωγής: 888/2021, 9/6/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΕΚ), Αρ. Αγωγής: 888/2021, 9/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

                                                                                                             Αρ. Αγωγής: 888/2021

 

ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΙΧΑΗΛ  

            Ενάγοντας

 

-και-

 

       ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΕΚ)

                                                   

                                                       Εναγόμενη                                                            

Ημερομηνία:  09/06/2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγουσα: κύριος Πουργουρίδης Χ. για Χήστος Πουργουρίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη: κύριος Καλλής Δ. για Καλλής & Καλλής  Δ.Ε.Π.Ε.     

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

I.          ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

1.         Ο Ενάγοντας εργαζόταν για δεκαετίες στην Εναγόμενη και διετέλεσε παράλληλα ανώτατο στέλεχος της, αφυπηρετώντας το 2013. Στο πλαίσιο της εργοδότησης του είχε συμφωνηθεί ότι θα καταβαλλόταν στον Ενάγοντα ωφέλημα το οποίο χαρακτηριζόταν ως «επικουρική σύνταξη». Επίδικο στην παρούσα Αγωγή είναι η μείωση ύψους 6% που εφαρμόστηκε από τις 28/06/2020 στο ωφέλημα της «επικουρικής σύνταξης» που παρεχόταν από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα.

 

II.         ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

 

2.         Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τρείς μάρτυρες. Από την πλευρά του Ενάγοντα, κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ) και από την πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσε ο κύριος Μιχάλης Μιχαήλ, μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της Εναγόμενης (ΜΥ2) και ο κύριος Μαρίνος Θεοδοσίου (ΜΥ1), αναλογιστής και Διευθύνων Σύμβουλος του Οίκου i.e. Muhanna & Co.

 

3.         Κατωτέρω θα παρατεθεί κατά τρόπο συνοπτικό η μαρτυρία που προσφέρθηκε κατά την ακρόαση. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραθέσει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή ν’ αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς  η μαρτυρία στην πλήρη της έκταση είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

 

4.         Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι λήφθηκε υπόψη όλη η μαρτυρία που προσκομίστηκε στη πλήρη της μορφή.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ

 

5.         Ο ΜΕ ανέφερε ότι προσλήφθηκε στην Εναγόμενη την 01/06/1979 ως Οργανωτικός Γραμματέας και η Συμφωνία για την πρόσληψη του έγινε στην Λεμεσό. Εργάστηκε στην Εναγόμενη «με ζήλο και ευσυνειδησία μέχρι το 2001» όπου διορίστηκε στην θέση του Γραμματέα. Κατά τον επόμενο χρόνο διορίστηκε ως «Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας» της Ομοσπονδίας Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας της Εναγόμενης Παγκύπρια και το 2006 εκλέγηκε στην θέση του Γενικού Γραμματέα της Ομοσπονδίας Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας της Εναγόμενης.

 

6.         Κατόπιν εκλογών, αναδείχθηκε Γενικός Οργανωτικός της Εναγόμενης στην Γραμματεία, η οποία είναι το Διοικητικό Όργανο της Εναγόμενης και εκλέγηκε εκ νέου τον Νοέμβρη του 2021. Αφυπηρέτησε από την εν λόγω θέση στις 31/10/2013 σε ηλικία 63 ετών και τιμήθηκε στις 25/05/2016 με το «χρυσό μετάλλιο Μάρκος Δράκος. Η ανώτατη διάκριση-τιμή που δίδει η ΣΕΚ σε άτομα».

 

7.         Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του, δημιουργήθηκε «Ειδικό Ταμείο» το οποίο ονομάστηκε «Ταμείο Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της Συνομοσπονδίας Εργαζόμενων Κύπρου», το οποίο εφεξής θα αναφέρεται ως Ταμείο. Στο εν λόγω ταμείο κατατίθεντο και συνεχίζουν να κατατίθενται μέχρι σήμερα διάφορα ποσά αποκλειστικά από την Εναγόμενη με βάση το μισθολόγιο των εργαζομένων της σε όλη την Κύπρο χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση από την πλευρά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του εν λόγω ταμείου σκοπός του είναι «να κατοχυρώσει το δικαίωμα παροχής αποζημίωσης ετών υπηρεσίας ή/και Επικουρικής Σύνταξης στο προσωπικό του Κινήματος όπως καθορίζεται στο άρθρο 2». Κατατέθηκε προς τούτο ως Τεκμήριο 1 οι Κανονισμοί του εν λόγω Ταμείου.

 

8.         Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του, ο ΜΕ συμμετείχε σε διάφορες συνεδρίες και συζητήσεις και αποφάσεις που λήφθηκαν για την βιωσιμότητα του Ταμείου και ουδέποτε δεν τέθηκε ζήτημα μείωσης των ποσών που δικαιούνταν οι Συνταξιούχοι. Κατατέθηκαν προς τούτο τα πρακτικά ημερομηνίας 02/03/2010, 05/03/2010, 21/05/2013, 24/05/2013, 10/09/2013 και 13/09/2013 σε σημεία των οποίων έκανε αναφορά ο ΜΕ. Τα σχετικά πρακτικά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 6 και 7.

 

9.         Όπως αναφέρει ο ΜΕ, σε καμία από τις συνεδρίες που συμμετείχε ο ίδιος δεν τέθηκε θέμα η μείωση των συντάξεων, είτε σε υφιστάμενους είτε σε μελλοντικούς Συνταξιούχους. Εξ’ όσων είναι σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ η Εκτελεστική Επιτροπή αποφάσισε στις 04/12/2015 να διαφοροποιήσει/τροποποιήσει την «επικουρική σύνταξή» αρχής γενομένης την 01/01/2016 χωρίς να επηρεάζονται οι υφιστάμενοι συνταξιούχοι.

 

10.      Περί τον Μάιο του 2020 έλαβε επιστολή υπογεγραμμένη από τον κύριο Μάτσα Α., Γενικό Γραμματέα της Εναγόμενης, με την οποία ενημερωνόταν ότι από την 01/06/2020 θα του αποκοπτόταν ποσοστό 6% από την Επικουρική Σύνταξη που λάμβανε από το «Ταμείο Επικουρικής Σύνταξης ΣΕΚ» από τον Οκτώβρη του 2013 και εντεύθεν. Το ποσοστό αυτής της αποκοπής σε πραγματικά χρήματα «ήταν τότε 92.77 ευρώ τον μήνα». Κατατέθηκε προς τούτο κατάσταση μισθοδοσίας για τον μήνα Μάιο και Ιούνιου του έτους 2020. Από το ποσό αυτό γίνονταν διάφορες αποκοπές που νόμιμα γίνονταν και ως εκ τούτου απορρίπτει ο ΜΕ τους ισχυρισμούς ότι το ποσό που του αποκόπηκε ήταν ύψους 60 Ευρώ.

11.      Πέραν τούτου δια της πιο πάνω επιστολής πληροφορείτο ο ΜΕ ότι δεν θα λάμβανε πλέον, όπως ο ίδιος ανέφερε «αναπροσαρμογή του τιμαριθμικού δείκτη (ΑΤΑ). Πράγμα που εφάρμοσε η ΣΕΚ στους Συνταξιούχους της από το 2022. Αν είναι δυνατόν. Η Συντεχνία μου που για την διατήρηση της ΑΤΑ στους εργαζόμενους έκανε παναπεργίες σε όλους τους κλάδους της οικονομίας να έρχεται να καταργεί ουσιαστικά την ΑΤΑ στους ανθρώπους της που δούλεψαν για να διατηρηθεί αυτός ο θεσμός. Και έχουμε το φαινόμενο να παίρνουν οι υφιστάμενοι εργαζόμενοι στη ΣΕΚ, τιμαριθμικό επίδομα 12.56% πάνω στους βασικούς μισθούς τους και οι Συνταξιούχοι της ΣΕΚ σήμερα να παίρνουμε ΑΤΑ 1.25% αφού έχουν ενσωματώσει στο περσινό Βασικό 1.68%».

 

12.      Τέλος, ο ΜΕ έκανε αναφορά σε διάφορες συναντήσεις που έκανε με τον Γενικό Γραμματέα της ΣΕΚ σε μια προσπάθεια να μεταπειστεί, στις οποίες εξέφρασε την διαφωνία του.  

 

13.      Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο ΜΕ κατέθεσε 11 τεκμήρια, στα οποία θα γίνεται συγκεκριμένα αναφορά εκεί και όπου καθίσταται αναγκαίο.

 

14.      Κατά την αντεξέταση του ΜΕ του υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις. Επιχειρώντας μια σύνοψη των όσων αναφέρθηκαν, σημειώνονται τα ακόλουθα:

 

(i)        Το επίδικο ταμείο συγκροτήθηκε με σκοπό να καταβάλλει εξ’ ολοκλήρου η Εναγόμενη ποσά, χωρίς να υπάρχει η οποιαδήποτε συνεισφορά από τους υπαλλήλους.

 

(ii)       Μέσα από το εν λόγω Ταμείο θα καταβαλλόταν επιπρόσθετη σύνταξη που θα καταβαλλόταν προς κάθε μέλος της ΣΕΚ που θα εργοδοτείτο και του αναφερόταν με τους όρους εργοδότησης του ότι θα έχει και αυτό το ωφέλημα.

 

(iii)      Τα εισοδήματα της ΣΕΚ προέρχονται από τις εισφορές των μελών της, από εράνους, λαχεία, την Εργατική Φωνή, από κονδύλια που λαμβάνουν από «την Ευρωπαϊκή Ένωση για σεμινάρια και κονδύλια που λαμβάνουν από την ΑΝΑΔ για σεμινάρια». Διευκρίνισε σε διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τα «κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ότι «έρχονταν τα κονδύλια για το σκοπό τούτο, αλλά δεν παν ούλλα σε τούτο τον σκοπό, μεινίσκουν και κέρδος για τη ΣΕΚ […] Όταν ήμουν γενικός οργανωτικός εγώ δηλωνόμουν ότι έκανα δουλειά του κονδυλιού εκείνου και έμπαινα μέσα στο κονδύλι που πήγαινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση […] Έπρεπε να πληρώνομαι από τη ΣΕΚ, ήμουν οργανωτικός της ΣΕΚ, ήταν καθήκον μου να είμαι τζιαμέ να κάνω αυτή τη δουλειά. […]». Σε ερώτηση κατά πόσο τα χρήματα αυτά έμπαιναν μέσα στο επικουρικό ταμείο η απάντηση του ΜΕ ήταν ότι «έμπαιναν μέσα στα ταμεία της ΣΕΚ και κάνει τις πληρωμές κάνει τα υπόλοιπα».

 

(iv)      Ανέφερε ότι συζητείτο μια «περισυλλογή στα οικονομικά» από το 2010 γιατί «βλέπαμε ότι πάει για πάττισμα η οικονομία μας, όπως έγινε το 2013, αν θυμάστε». Αρνήθηκε όμως ότι «πήγαινε για πάττισμα και η ΣΕΚ». Μάλιστα ανέφερε ότι η ΣΕΚ είχε πλεονάσματα και «πρόσφατα αγόρασε και κτίριο». Σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν ανέφερε ότι στην βάση και των όσων καταγράφει στο Έγγραφο Α, σε καμία περίπτωση δεν είχε αποφασιστεί να μειωθούν οι συντάξεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην σελίδα 5 της γραπτής του δήλωσης όπου ανέφερε ότι «κατατέθηκαν κάποιες απόψεις, τις οποίες λέχθηκε εκεί στη συνεδρία θα πάνε στις συνεδρίες και θα πάνε στα οργανωτικά γραφεία να τις μελετήσουν. Αλλά σε καμία περίπτωση να μην γίνουν αποκοπές από συνταξιούχους.» Εξήγησε δε ότι η αναλογιστική μελέτη δεν συζητείτο για προβλήματα βιωσιμότητας του ταμείου αλλά ήταν μια μελέτη που κάνουν όλα τα ταμεία.

 

(v)        Σε σχέση με τους εργαζόμενους της ΣΕΚ ανέφερε ότι δεν υπήρχαν μειώσεις στους μισθούς τους εκτός από το 33% του 14ου μισθού, όπως επίσης και στις συντάξεις χωρίς να θυμάται αν «πρόλαβε». Σε καμία περίπτωση όμως δεν υπήρχε ζήτημα να «παττίσει» η επικουρική σύνταξη αφού η «ΣΕΚ με τις νούσιμες αποφάσεις που έπαιρνε κατάθετε από τα περισσεύματα όλων των σωμάτων για να καλύψει τυχόν ελλείματα της επικουρικής σύνταξης». Ούτε θυμόταν να μειώθηκαν τα μέλη της ΣΕΚ.

(vi)      Κατά το στάδιο της αντεξέτασης κατατέθηκαν κάποια Τεκμήρια, είτε εκ συμφώνου, είτε κατόπιν αναγνώρισης τους από τον ΜΕ, ήτοι το Τεκμήριο 12 που συνιστά ονομαστική κατάσταση των συνταξιούχων της Εναγόμενης περί την 01/01/2014, το Τεκμήριο 13 που συνιστά ονομαστική κατάσταση των συνταξιούχων της Εναγόμενης περί την 31/12/2015, το Τεκμήριο 14 που συνιστά ονομαστική κατάσταση των συνταξιούχων της Εναγόμενης περί την 31/12/2024, το Τεκμήριο 16 που είναι τα πρακτικά «της ad hoc επιτροπή» ημερομηνίας 19/02/2010. Στα πρακτικά αυτά καταγράφεται όπως ανέφερε ο ΜΕ η εισήγηση της εν λόγω επιτροπής για την αύξηση των εισφορών της ΣΕΚ στο Ταμείο, το οποίο έγινε αποδεκτό από την Εκτελεστική Επιτροπή η οποία έχει τον τελευταίο λόγο, ενώ η Γενική Γραμματεία παρακολουθεί την εφαρμογή των Αποφάσεων της Εναγόμενης. Επιπλέον, κατατέθηκε το Καταστατικό της Εναγόμενης ως Τεκμήριο 15 και τα πρακτικά συνεδρίας της Εκτελεστικής Επιτροπής ημερομηνίας 01/11/2013, στην οποία ο ΜΕ συμμετείχε.

 

(vii)    Αρνήθηκε ότι η αποκοπή που έγινε στην σύνταξη του ανέρχεται στα 60 ευρώ μηνιαίως και ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των 97 Ευρώ, καθότι από το συνολικό αυτό ποσό αποκόπτεται «φόρος εισοδήματος, κοινωνικές ασφαλίσεις, στο Γ.Ε.Σ.Υ. το 2,6%» και παρέπεμψε προς τούτο στις καταστάσεις αποδοχών του ημερομηνίας 28/05/2020 και 28/06/2020 που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 και 11 στο πλαίσιο της Κυρίως Εξέτασης του.

 

(viii)   Αρνήθηκε ότι υπήρξε η οποιαδήποτε απόφαση για αποκοπή των συντάξεων από τους συνταξιούχους. Η όποια πρόταση υπήρχε αφορούσε την διευθέτηση με «αυτούς που ήταν μέσα και θα συμφωνήσουν. Εμείς οι συνταξιούχοι σε καμία συνεδρία δεν καλεστήκαμε να πάρουμε απόφαση, ήρθε η ΣΕΚ και έκοψε μας την, όπως την ππάλα χωρίς να μας ενημερώσει, χωρίς τίποτε. Εγώ δεν εργάστηκα 34 συνεχόμενα χρόνια στη ΣΕΚ που πολέμουν για τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων, που ήταν στο κλάδο που παρακολουθούσα για να έρθουν να αδικήσω τον εαυτό μου, επειδή αποφάσισε η ΣΕΚ και η νέα εκτελεστική της ΣΕΚ […] να αποφασίσουν να μας κάμουν αποκοπές ετσιθελικά.».

 

(ix)      Συμφώνησε ότι το επίδικο Ταμείο δεν ήταν «οπουδήποτε εγγεγραμμένο» σημειώνοντας ότι «κανένας δεν διανοήθηκε ότι η ΣΕΚ θα μας φάει τα ωφελήματα μας για να εγγραφεί κανένας».

 

(x)       Αναφορικά με το Τεκμήριο 6, που είναι τα πρακτικά της έκτακτης Συνεδρίας της Γενικής Γραμματείας ημερομηνίας 10/09/2013, αρνήθηκε ότι γίνεται η οποιαδήποτε αναφορά σε αποκοπή στους υφιστάμενους συνταξιούχους. Όταν του υποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε για την αποκοπή από τους μελλοντικούς συνταξιούχους ανέφερε «οι μελλοντικοί ήταν μέσα και συνεδρίαζαν, δεν μπορώ να ξέρω τούτου το πράγμα». Όσο αφορά το Ταμείο Προνοίας και σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρει για μείωση της συνεισφοράς κατά 3% ανέφερε ότι «μπορεί και να μειώθηκε».

 

(xi)      Υποδείχθηκε στον ΜΕ η αναφορά που εντοπίζεται στο Τεκμήριο 7 που είναι πρακτικά Συνεδρίας της Εκτελεστικής Επιτροπής ημερομηνίας 13/09/2013 όπου στο σημείο 2.1. καταγράφεται το ακόλουθο «Σωτήρης Καλογήρου: Ξεκαθαρίζει πως η σύνταξη ως συμβατικό δικαίωμα δεν μπορεί να αφαιρεθεί. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι η αφαίρεση για παράδειγμα του 13ου και 14ου από τον υπολογισμό, διευκρινίζοντας πως για τους υφιστάμενους συνταξιούχους δεν μπορεί να γίνει κάτι ανάλογο. Σημειώνει επίσης πως όσοι είναι ήδη στα Ταμεία ακόμα και αυτοί με υπηρεσία κάτω των 10 χρόνων, δικαιούνται τη λήψη σε αναλογία ποσού. Μετά την τελική διευθέτηση του ζητήματος όσοι προσληφθούν στο Κίνημα είναι αυτονόητο πως δεν θα έχουν κανένα δικαίωμα».  Ο ΜΕ ενέταξε την πιο πάνω αναφορά σε ένα πλαίσιο προβληματισμού, το οποίο θα παραπεμπόταν στα αρμόδια οργανωτικά γραφεία για συζήτηση και για «να βγει τελική απόφαση» αφού υπήρχαν σκέψεις για να σταματήσει το ταμείο της επικουρικής σύνταξης, να πληρωθούν τα ωφελήματα στους δικαιούχους και να γίνει ένα διαφορετικό ταμείο.  

(xii)     Έκανε διάφορες αναφορές στην μονομερή αποκοπή της επικουρικής σύνταξης από την πλευρά της Εναγόμενης και στην θέση του ότι αυτό ήταν παράβαση των συμβατικών όρων. Ωστόσο, ανέφερε ότι δεν έχει στην κατοχή του τους όρους της Συμφωνίας.

 

(xiii)   Ερωτήθηκε αναφορικά με την μη παραχώρηση στις προσαυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων της Εναγόμενης. Αποτέλεσε θέση του ΜΕ ότι η όποια μη παραχώρηση έγινε ομόφωνα «με την παρουσία των οργανωτικών όλων, δεν έκοψε να ράψει η εκτελεστική […] Η Γραμματεία εισηγήθηκε, η εκτελεστική το ενέκρινε, οι εργαζόμενοι στις συνελεύσεις που έκαναν επαρχιακά το δέχτηκαν με την σύμφωνη γνώμη τους».

 

(xiv)   Υποδείχθηκε στον μάρτυρα επιστολή ημερομηνίας 16/12/2015 την οποία αναγνώρισε και στην οποία αναφέρεται ότι η Εκτελεστική Επιτροπή της ΣΕΚ τροποποίησε τους Κανονισμούς Λειτουργίας του Ταμείου Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της ΣΕΚ αναφέροντας ότι η παράγραφος που επηρεάζει την σύνταξη είναι η 3 και αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Για σκοπούς υπολογισμού του μηνιαίου συντάξιμου μισθού για την υπηρεσία πριν την 01/01/2016 θα υπολογίζονται οι 13 μισθοί και το 64% του 14ου μισθού και θα διαιρείται δια 13. Η πρόνοια αυτή θα εφαρμοστεί και για όλους τους συνταξιούχους του Σχεδίου Σύνταξης από 01/01/2016»

 

Η θέση του ΜΕ σε σχέση με την πιο πάνω επιστολή ήταν ότι παρά το ότι έγινε στην απουσία του η σχετική τροποποίηση, εντούτοις την αποδέχτηκε ευχαρίστως. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι υπήρξε μείωση στην σύνταξη της τάξεως των «30 με 40 Ευρώ» και ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται αφού πήρε σύνταξη από τον Οκτώβρη του 2015, ωστόσο δεν συμμετείχε σε καμία συνέλευση. Όταν έλαβε επιστολή τον Μάιο του 2020 δια της οποίας ενημερωνόταν για την αποκοπή επικοινώνησε με τον κύριο Μάτσα, Γενικό Γραμματέα της ΣΕΚ και αρνήθηκε την οποιαδήποτε αποκοπή. Τα ίδια ανέφερε και σε συνάντηση που είχε μαζί του.

 

15.      Όσο αφορά το ποσό που οφείλεται στον ΜΕ, συμφώνησε ότι το ποσό που οφείλεται είναι 60 Ευρώ καθαρά, ενώ το συνολικό ποσό που αποκόπηκε ανερχόταν στο ποσό των 92,77 Ευρώ από το οποίο θα αποκόπτετο φόρος εισοδήματος, Γ.Ε.Σ.Υ., κοινωνικές ασφαλίσεις και ποσό  «για την Συντεχνία». Ανέφερε ότι αν του επιδικαστεί το ποσό που θεωρεί ότι του οφείλεται να του αποκοπούν «οι Κοινωνικές και τα ταμεία που πρέπει να πληρωθούν».  

 

Η μαρτυρία του ΜY 2

 

16.      Ο ΜΥ2 στην δική του μαρτυρία έκανε αναφορά στην εργασιακή του διαδρομή στην Εναγόμενη και ότι αποτελεί μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΣΕΚ από τον Ιανουάριο του 2005. Αναφορά έκανε επίσης στις σπουδές του.

 

17.      Σύμφωνα με τον ΜΥ, το Ταμείο Αποζημιώσεων και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της ΣΕΚ ξεκίνησε την λειτουργία του το 1992 με σκοπό την διασφάλιση καλών όρων απασχόλησης των εργαζομένων της ΣΕΚ. Ήταν μια περίοδος που οι συντάξεις του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν ιδιαίτερα χαμηλές. H καθαρή αποκοπή που έγινε στον Ενάγοντα ήταν «κάτω από 60 Ευρώ και όχι 92.77 Ευρώ». Το εν λόγω ταμείο λειτουργεί αποκλειστικά με την χρηματοδότηση από τον εργοδότη, του οποίου οι βασικοί πόροι προέρχονται από τις συνδρομές των εργαζομένων της ΣΕΚ.

 

18.      Από προσωπική του γνώση, ενόψει της συμμετοχής του στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΣΕΚ από το 2005 ανέφερε ότι τέθηκε πολλές φορές το θέμα αλλαγής στο συνταξιοδοτικό σχέδιο, απόψεις που έφταναν μέχρι και την κατάργηση του. Μεταξύ των επιχειρημάτων ήταν και το ότι τα δεδομένα σε σχέση με τις συντάξεις του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων άλλαξαν.

 

19.      Στα 28 χρόνια λειτουργίας του εν λόγω ταμείου λήφθηκαν διάφορες αποφάσεις από την ηγεσία, στην οποία ανήκε και ο Ενάγοντας για την «προστασία των μελών του». Περί το έτος 2006 αποφασίστηκε να γίνει η πρώτη αναλογιστική μελέτη με ημερομηνία αναφοράς την 31/12/2005 ενώ την ίδια περίοδο εφαρμόστηκε πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης υψηλόμισθων στελεχών προς συγκράτηση των εξόδων.

 

20.      Με την έναρξη της οικονομικής κρίσης μειώθηκαν τα μέλη και συνακόλουθα οι συνδρομές και τα έσοδα της ΣΕΚ. Απέρριψε την θέση που προέβαλε ο Ενάγοντας ότι τα μέλη της ΣΕΚ συνέχισαν να εγγράφονται. Την πενταετία 2010 – 2015 τα μέλη της ΣΕΚ μειώθηκαν κατά 8% και τα έσοδα κατά 1.565.000 Ευρώ. Καταγράφει στο Έγγραφο Β, ήτοι την Γραπτή Δήλωση του τον αριθμό των μελών και τα έσοδα της ΣΕΚ από το έτος 2010 έως 2020.

 

21.      Μετά «το κούρεμα του 2013» τα οικονομικά προβλήματα συμπαρέσυραν και την ΣΕΚ με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ένα νέο σχέδιο εθελοντικών αφυπηρετήσεων. Μεταξύ των υπαλλήλων που αξιοποίησαν το εν λόγω σχέδιο ήταν και ο Ενάγοντας. Ταυτόχρονα, λήφθηκαν και διάφορα μέτρα όπως μηδενικές αυξήσεις, μη παραχώρηση προσαυξήσεων για τα έτη 2014, 2015, 2016 ενώ για άλλα 2 έτη το 2013 και 2017 δόθηκε μόνο η μισή προσαύξηση. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 17 μειώθηκε κατά 3% η εισφορά της ΣΕΚ στο Ταμείο Προνοίας όλων των υπαλλήλων. Η απόφαση για την μείωση της προσαύξησης για τα έτη 2013 και 2014 και η μείωση του 3% στο Ταμείο Προνοίας καθώς επίσης και η μείωση κατά 40% των επιδομάτων έγιναν όταν ήταν και ο Ενάγοντας στην ηγεσία.

 

22.      Ανέφερε επίσης ότι η βιωσιμότητα του επίδικου ταμείου ήταν πάντα μεταξύ των ανησυχιών της ηγεσίας διαχρονικά, ακόμα και την περίοδο που στην ηγεσία βρισκόταν ο Ενάγοντας. Παραπέμπει δε στο Τεκμήριο 6 που κατέθεσε ο Ενάγοντας και συνιστά πρακτικό της Γενικής Γραμματείας στο οποίο αναφέρονται καταληκτικά «Ανάλογα με τα αποτελέσματα της αναλογιστικής μελέτης να συζητηθεί κατά πόσο το Σχέδιο θα συνεχίσει να παρέχει συντάξεις με τον ίδιο τρόπο όπως και προηγουμένως ή εάν είναι αναγκαίο να μειωθούν τα ωφελήματα για να θεωρείται το Σχέδιο βιώσιμο.»

23.      Τον Ιανουάριο του 2014 κατόπιν υλοποίησης απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής (Τεκμήριο 17) ζητήθηκε από τον αναλογιστή να προχωρήσει σε νέα αναλογιστική μελέτη με σκοπό να εξεταστεί η βιωσιμότητα του Ταμείου. Σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη του 2014 το «αναλογιστικό έλλειμα αυξήθηκε σημαντικά». Η Εκτελεστική Επιτροπή έχοντας υπόψη την αναλογιστική μελέτη του 2014 αποφάσισε την αλλαγή φόρμουλας υπολογισμού που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των συντάξεων των συνταξιούχων από 01/01/2016. Δια επιστολής ημερομηνίας 16/12/2015 ενημερώθηκαν όλοι οι συνταξιούχοι για την μείωση, οι οποίοι στο σύνολο τους την αποδέχτηκαν. Η αλλαγή φόρμουλας αφορούσε και τους μελλοντικούς συνταξιούχους. Λήφθηκαν παράλληλα μέτρα και για τους υφιστάμενους υπαλλήλους.

 

24.      Κατόπιν νέας αναλογιστικής μελέτης που έγινε το 2019 με ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου 2017 προέκυψε ότι το αναλογιστικό έλλειμα αυξήθηκε κατά 19.36 εκατομμύρια ευρώ. Κατόπιν προβληματισμού σε συνεδρία ημερομηνίας 04/02/2020 αποφασίστηκαν αλλαγές στην φόρμουλα υπολογισμού της σύνταξης με τρόπο που να επηρεάζονται μελλοντικοί και υφιστάμενοι συνταξιούχοι. Αποφασίστηκε όπως υπάρξει μείωση ύψους 6%. Για τους υφιστάμενους υπαλλήλους εφαρμόστηκε άμεσα, ενώ για τους υφιστάμενους συνταξιούχους αποφασίστηκε να τύχει εφαρμογής η μείωση από την 01/06/2020 για να δοθεί χρόνος να ενημερωθούν οι συνταξιούχοι για την αναγκαιότητα. Προς τούτο στάλθηκε η επιστολή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9.

 

25.      Πραγματοποιήθηκαν τρείς συναντήσεις, όπου ενημερώθηκαν οι συνταξιούχοι για τις μειώσεις. Στις εν λόγω συγκεντρώσεις ένας πολύ μικρός αριθμός συνταξιούχων διαφώνησε με την αποκοπή της ΑΤΑ εκτός από τον Ενάγοντα που διαφώνησε με όλες τις αποκοπές. Η ΑΤΑ όμως επανήλθε τον Μάρτιο του 2022. Παρά τα όσα ανέφερε ο ΜΕ, ήτοι ότι δεν έλαβε ΑΤΑ από το 2022, από ενημέρωση που έλαβε από το λογιστήριο προέκυψε ότι καταβλήθηκε στον Ενάγοντα η ΑΤΑ από το 2022 και του δόθηκε μάλιστα και 4 φορές, ήτοι την 01/01/2022, 01/01/2023, 01/11/2024 και 01/01/2025. Ενόψει των ποσών που έλαβε η σύνταξη που λαμβάνει έχει ανέλθει στο ποσό των 1.576,42 Ευρώ, ήτοι αύξηση ύψους 122,97 Ευρώ που είναι ποσό μεγαλύτερο από το 6% που του αποκόπηκε.

 

26.      Κατά την αντεξέταση ανέφερε τα εξής ο ΜΥ1:

 

(i)        Σε ερώτηση κατά πόσο λήφθηκε προηγουμένως η έγκριση των συνταξιούχων, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι την απόφαση την έλαβε η Εκτελεστική Επιτροπή, όπως έγινε και η προηγούμενη αποκοπή η οποία επηρέαζε με τον ίδιο τρόπο και τις συντάξεις των συνταξιούχων αλλά και τα ωφελήματα των υφιστάμενων συναδέλφων. H Εκτελεστική Επιτροπή μετά την απόφαση της είχε στείλει σχετική επιστολή στους συνταξιούχους με την οποία τους είχε ενημερώσει για την ανάγκη να ληφθούν οι συγκεκριμένες μικρές αποκοπές επί των συντάξεων και μετά από κάποιους μήνες λόγω του ότι ήταν τα μέτρα του covid και δεν μπορούσαν να γίνουν εύκολα μεγάλες συγκεντρώσεις. Μόλις το επέτρεψαν οι συνθήκες ο Γενικός Γραμματέας μαζί με τον ίδιο προσωπικά και τον Γενικό Ταμία επισκέφθηκαν την επαρχία Λευκωσίας, Λάρνακας και Λεμεσού όπου κάλεσαν όλους τους συνταξιούχους στους οποίους επεξήγησαν για την ανάγκη και τη λογική των αποκοπών, ότι οι αποκοπές αυτές έλαβαν υπόψη τόσο τους συνταξιούχους, όπως και τους υφιστάμενους υπαλλήλους της ΣΕΚ κατά δίκαιο τρόπο και η συντριπτική πλειοψηφία των «συναδέλφων» αποδέχτηκαν την αποκοπή.

 

(ii)       Αποδέχτηκε ότι δεν υπήρχε προηγούμενη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων. Ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρξε ούτε το 2016 που έγιναν οι προηγούμενες αποκοπές τις οποίες ο Ενάγοντας αποδέχτηκε. Ανέφερε επίσης ότι δεν έλαβε νομική συμβουλή η ΣΕΚ πριν τις αποκοπές αλλά έλαβαν σοβαρά υπόψη τις εκθέσεις του αναλογιστή αφού το επίδικο Ταμείο δεν ήταν πουθενά εγγεγραμμένο και ούτε είχε κάποια νομική ή θεσμική οντότητα αλλά παρέμενε «συμφωνία Κυριών».

 

(iii)      Σε ερώτηση κατά πόσο υπήρχαν εναλλακτικοί τρόποι για να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά προβλήματα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι «μειώσεις και οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό ήταν η τελευταία επιλογή» κάνοντας αναφορά στην μείωση των εσόδων της ΣΕΚ και στην απροθυμία της ΣΕΚ να αξιοποιήσει τα όποια αποθέματα για τις «συντάξεις» καθότι η ΣΕΚ ανταποδίδει στα μέλη της διάφορες παροχές. Τα όποια αποθέματα της ΣΕΚ δεν μπορούν, όπως ανέφερε, να καλύψουν τη μεγάλη ανάγκη και το μεγάλο έλλειμμα το οποίο έχει το συνταξιοδοτικό ταμείο το οποίο στην τελευταία μελέτη που έγινε πριν ενάμισι χρόνο το έλλειμμα ξεπέρασε τα €21.000.000. Η μελέτη του αναλογιστή έδειξε ότι το 7.5 8% που εισφέρει στο Ταμείο Σύνταξης η ΣΕΚ, για να μπορέσει να καλύψει αυτό το έλλειμμα πρέπει να πάει κοντά στο 30%. Αυτό θα αυξήσει το μισθολόγιο της ΣΕΚ κατά 22-23%, την οποία δυστυχώς δεν μπορεί να «αντέξει».

 

(iv)      Όταν ζητήθηκε από τον ΜΥ1 να εξηγήσει την λέξη «κλείδωμα» του Σχεδίου που αναφέρει στην παράγραφο 23 του Εγγράφου Β, ήτοι της Γραπτής Δήλωσης του, ανέφερε ότι το κλείδωμα  σημαίνει τη συγκεκριμένη μέρα το κάθε μέλος του συγκεκριμένου ταμείου με βάση την υπηρεσία την οποία έχει δημιουργήσει κλειδώνει τα ωφελήματα που δημιουργούνται μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία και το ταμείο την επόμενη ημέρα ουσιαστικά παύει να αποδίδει και να λειτουργεί ως ταμείο και να παρέχει συντάξεις. Δηλαδή αν κάποιος εργαζόμενος τη μέρα που θα το κλειδώσεις έχει 10 χρόνια αντί 34, για να πάρει πλήρη θα πάρει τα 10, όταν θα φτάσει στο 65ο έτος της αφυπηρέτησης του.

 

(v)       Ανέφερε ότι έγιναν δύο αποκοπές των συντάξεων, ήτοι μια το 2016 και μια το 2020. Την πρώτη ο Ενάγοντας την αποδέχτηκε, όπου τα οικονομικά ήταν σαφώς καλύτερα αφού το αναλογιστικό έλλειμμα ήταν €17.000.000 ενώ κατά την δεύτερη «πήγε στα €20.000.000». Ανέφερε επιπλέον ότι η σύνταξη αυτή είναι συμπληρωματική, αφού είναι η σύνταξη Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως βασική και αυτή είναι συμπληρωματική. Πέραν τούτων η  ΣΕΚ παρέχει και άλλη συνταξιοδοτική παροχή στους εργαζόμενους την οποία επωφελήθηκε ο κύριος Δημήτρης Μιχαήλ, επιπρόσθετα, παρέχει Ταμεία Προνοίας και οι «συνάδελφοι» που αφυπηρετούν λαμβάνουν ένα πολύ σεβαστό ποσό από το Ταμείο Προνοίας, προς συμπλήρωση των αναγκών των εργαζομένων κατά τη συνταξιοδότησή τους. Σε σχέση δε με τον Ενάγοντα ανέφερε ότι λαμβάνει και πρόσθετη σύνταξη, διότι διετέλεσε Κοινοτάρχης και ως Κοινοτάρχης παίρνει και μία πρόσθετη σύνταξη από κάποιο άλλο ταμείο του Κράτους. Αποτέλεσμα τούτων είναι ότι λαμβάνει 4 συνταξιοδοτικά ωφελήματα και ότι η πολύ περιορισμένη αποκοπή του 6% που του έγινε πάνω στη σύνταξη του είναι τέτοια που σε καμία περίπτωση δεν μειώνει το βιοτικό του επίπεδο ή του δημιούργησε το οποιαδήποτε θέματα. Επανέλαβε δε ότι 65 συνάδελφοι του αποδέχτηκαν αυτές τις μειώσεις και τις σεβάστηκαν, πλην του Ενάγοντα, ο οποίος δεν τις αποδέχθηκε.

 

(vi)      Όσο αφορά για το ποσό που εν τέλει αποκόπηκε από την σύνταξη του Ενάγοντα ανέφερε ότι η μείωση στο εισόδημα που έχει ο κύριος Δημήτρης Μιχαήλ από το ταμείο είναι €59,77. Το  ποσό στο οποίο αναφέρθηκε ο κύριος Μιχαήλ, «τα 93 τόσα ευρώ» η διαφορά η οποία υπάρχει αφορά ουσιαστικά φορολογία και εισφορά προς το ΓΕΣΥ, την οποία από τα €93 όταν αφαιρεθούν οι φορολογίες που αποκόπηκαν από τη σύνταξη ήταν τα €59,77 και δεν θεωρείται εισόδημα για έναν συνταξιούχο αυτό το οποίο του αποκόπτεται. Για τον συνταξιούχο εκείνο το οποίο ουσιαστικά έχει σημασία, το μόνο όφελος το οποίο έχει από το τι βγαίνει από το ταμείο του που καταβάλλει είναι αυτό το καθαρό το εισόδημα το οποίο μπαίνει στη τσέπη του τέλος του μήνα και από τον κύριο Μιχαήλ αποκόπηκε από τη σύνταξη του €59,77 που ήταν το 6% ποσοστό που εφαρμόστηκε για όλους τους συνταξιούχους.

 

Η Μαρτυρία του ΜΥ1

 

27.      Ο ΜΥ έκανε αναφορά στο πλαίσιο της εμπειρογνωμοσύνης των αναλογιστών και του τρόπου με τον οποίο εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Ακολούθως, ανέφερε ότι μέσα στο πλαίσιο της εμπειρογνωμοσύνης τους κλήθηκαν να εκτιμήσουν τις υποσχέσεις του ταμείου της ΣΕΚ στους υπαλλήλους της αναφορικά με την επικουρική σύνταξη. Σημείωσε δε ότι η επικουρική σύνταξη δεν είναι επαγγελματική σύνταξη επειδή προέρχεται από τους κανονισμούς του Ταμείου. Όπως ανέφερε:

 

 «Το ταμείο λέει ότι θα σας δώσω μέχρι 30% των ωφελημάτων σας όταν εργαστείτε 34 χρόνια, μέχρι 34 χρόνια, αλλά αν το ωφέλημα που παίρνετε από άλλες συντάξεις ξεπερνά το 60%, θα σας δώσω το 50% από αυτό το ωφέλημα. Γιατί ο στόχος του δεν ήταν να τους δώσει μίαν επαγγελματική σύνταξη, ήθελε να τους προσφέρει μία σύνταξη η οποία να είναι ας το πούμε να μπορέσουν να διατηρήσουν το ίδιο επίπεδο ζωής τζιαι μετά την αφυπηρέτησή τους. Δεν ήταν ο στόχος του να τους δώσει άλλο επαγγελματικό σχέδιο. Επειδή παλιά οι συντάξεις των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η βασική και η αναλογική, δεν έφταναν ούτε το 60%, διότι παλιά, το αναλογικό έχει ξεκινήσει το 1981, άρα όταν ιδρύθηκε το ταμείο το 1990 αντιλαμβάνεστε ότι οι αναλογικές συντάξεις δεν ήταν του επιπέδου να δίνει τα 2/3 του μισθού, έδινε πολύ πιο χαμηλές συντάξεις, άρα έκλινε, αντιλαμβάνομαι, διότι δεν ήμουν εγώ που το σχεδίασα, αλλά βλέποντας τους κανονισμούς ότι εφόσον του δώσω 60% τζιαι κάτι εν ΟΚ. Άρα όταν ξεπερνούσαν ο υπάλληλος η συνολική του σύνταξη το 60%, ο κανονισμός του επέτρεπε να μειώσει τη σύνταξη του κατά 50%, άρα δεν έπαιρναν όλοι το ίδιο. Λοιπόν, όταν μου ανατέθηκε αυτή η δουλειά έκαμε τις χρηματοροές για όλους τους υπαλλήλους τζιαι έφερα πίσω σε σημερινές αξίες τζιαι όταν τα έφερα σε σημερινές αξίες ρώτησα «Πόσα περιουσιακά στοιχεία έχετε για να πληρώσετε αυτές τις υποχρεώσεις οι οποίες υποσχέσεις δώσατε;» Η απάντηση ήταν ότι είχαν μόνο 10% των λεφτών που χρειάζονταν και αμέσως η εισήγησή μου ήταν ότι έπρεπε να πάρουν άμεσα μέτρα, παρόλο που υπήρχαν λεφτά για να πληρώσει τις άμεσες συντάξεις που πλήρωναν αυτή την εποχή, δεν υπήρχαν λεφτά να πληρωθούν σε βάθος 20ετίας και 30ετίας που ήταν οι αναμενόμενες πληρωμές στο μέλλον. Άρα έγιναν εισηγήσεις για να μπορέσουν να ομαλοποιήσουν τις αλλαγές και να μην έχουν μεγάλο αντίκτυπο όταν χρειαστούν τα λεφτά άμεσα. Διότι αν χρειάζεσουν αυτά τα λεφτά και ξαφνικά βρεθείς... εμείς προσπαθούμε να ομαλοποιήσουμε τις αλλαγές που μπορούν να επέλθουν με τις αυξήσεις των συνταξιούχων για σύνταξη γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή θα γίνουν 65. Αν γνωρίζω ότι έχω 50 άτομα σήμερα που είναι ηλικίας 55 χρονών, γνωρίζω ότι σε 10 χρόνια κατά 99% αυτοί οι 50 θα γίνουν 65 και θα παίρνουν συντάξεις. Άρα εμείς προσπαθούμε τις συνέπειες αυτών των... το ότι δεν υπήρχαν λεφτά για να πληρώσουν αυτές τις υποχρεώσεις να πάρουν μέτρα πολύ πιο γρήγορα. Εμείς είχαμε εισηγηθεί πολλές διάφορες εισηγήσεις, μία από τις εισηγήσεις ήταν να αυξηθεί η εισφορά στο 28% από 7. Οι δικές μας εισηγήσεις είναι απλά μαθηματικές εκφράσεις της... μάλλον, επίσης των συνεπειών που θα έρθουν στο μέλλον για να είναι πιο ομαλοποιημένες. Κατάργηση ωφελήματος, υπάρχουν πολλές εισηγήσεις που γίνονται. Στο τέλος την απόφαση την παίρνει το Συμβούλιο, η Διαχειριστική Επιτροπή ή η Επιτροπή του Ταμείου. Στην περίπτωση της ΣΕΚ η Κεντρική Επιτροπή. Εμείς κάνουμε έναν αριθμό εισηγήσεων και αυτοί θεωρώ ότι θα πάρουν το πιο σωστό για τον Οργανισμό. Το γεγονός ότι η υποχρέωση, τα λεφτά που είχαν συσσωρευτεί ήταν μόνο 10% τι σήμαινε; Σήμαινε ότι οι μελλοντικές πληρωμές των ωφελημάτων θα προέρχονταν από τον προϋπολογισμό της συντεχνίας και όχι από το ταμείο, άρα επηρεάζονται οι μισθοί, τα ωφελήματα των εργαζομένων τζιαι έπρεπε να πάρουν αποφάσεις. Αυτή ήταν η δουλειά μου, η οποία έχω κάνει δύο μελέτες, η οποία έγινε το 2013, η οποία έδειξε ότι το έλλειμμα ήταν στο 90% τζιαι η μελέτη του 2017, το οποίο η έλλειψη ήταν 91%.»

 

28.      Ακολούθως, ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατέθεσε τις αναλογιστικές Εκθέσεις που είχε ετοιμάσει.

 

29.       Κατά την αντεξέταση, ο ΜΥ2 συμφώνησε ότι οι στόχοι της βιωσιμότητας μπορούν να επιτευχθούν είτε με μειώσεις ωφελημάτων, είτε με αυξήσεις των εσόδων. Ωστόσο, όπως ανέφερε πρόκειται για Απόφαση που θα λάβει το αρμόδιο όργανο της ΣΕΚ.

 

 

 

 

III.       ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

30.      Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται.

 

31.      Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Όπως τίθεται από την νομολογία «υπάρχουν δύο στάδιο πνευματικής διεργασίας». Το πρώτο στάδιο είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας και με στόχο την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Το δεύτερο στάδιο είναι η διαπίστωση κατά πόσο ο Ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (συνδυασμένη ανάγνωση των  Pashkovskiy v. Pashkovskayia (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 657, 667, R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd. (1996) 1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084, Wynne v Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014).

 

32.      Η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614).

 

33.      Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη «φόρμουλα» για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και την εξακρίβωση της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου. Ως εκ τούτου έχουν καθιερωθεί κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί της ζωής, που προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.

 

34.       Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές ή ακόμα και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψής στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους, όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του  (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165, Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου  (1999)  1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου (2000) 1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.  (2001)  2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016).  

 

35.      Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός προσώπου αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας (βλ. Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

36.      Το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, ECLI:CY:AD:2017:C35).

 

37.      Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

38.      Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια  μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο  βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339)[1].

39.      Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα (Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304), ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454).

 

40.      Διευκρινίζεται ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

41.      Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 αναφέρεται ότι στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψη ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς.  Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (βλ. Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383).

 

 

 

 

 

Τα παραδεκτά γεγονότα

 

42.      Από τα δικόγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την αναντίλεκτη  μαρτυρία και έγγραφα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα πιο κάτω είναι κοινώς αποδεκτά γεγονότα:

 

(i)        Ο Ενάγοντας προσλήφθηκε στην Εναγόμενη την 01/06/1979 ως Οργανωτικός Γραμματέας και η Συμφωνία για την πρόσληψη του έγινε στην Λεμεσό και διορίστηκε στην θέση του Γραμματέα. Κατά τον επόμενο χρόνο διορίστηκε ως «Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας» της Ομοσπονδίας Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας της Εναγόμενης Παγκύπρια. To 2006 εκλέχτηκε στην θέση του Γενικού Γραμματέα της Ομοσπονδίας Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας της Εναγόμενης×

 

(ii)       Ακολούθως κατόπιν εκλογών, αναδείχθηκε Γενικός Οργανωτικός της Εναγόμενης στην Γραμματεία, η οποία είναι το Διοικητικό Όργανο της Εναγόμενης και εκλέχτηκε εκ νέου τον Νοέμβρη του 2021×

 

(iii)      Αφυπηρέτησε από την εν λόγω θέση στις 31/10/2013 σε ηλικία 63 ετών και τιμήθηκε στις 25/05/2016 με το «χρυσό μετάλλιο Μάρκος Δράκος», την ανώτατη διάκριση-τιμή που δίδει η Εναγόμενη σε άτομα×

 

(iv)      Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του, ήτοι το 1992 δημιουργήθηκε «Ειδικό Ταμείο» το οποίο ονομάστηκε «Ταμείο Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της Συνομοσπονδίας Εργαζόμενων Κύπρου». Στο εν λόγω ταμείο κατατίθεντο και συνεχίζουν να κατατίθενται μέχρι σήμερα διάφορα ποσά αποκλειστικά από την Εναγόμενη με βάση το μισθολόγιο των εργαζομένων της σε όλη την Κύπρο χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση από την πλευρά των εργαζομένων. Το εν λόγω ειδικό ταμείο διέπεται και διέπετο από Κανονισμούς. Στην βάση των Κανονισμών αυτών θα αποδίδεται στους συνταξιούχους της Εναγόμενης ωφέλημα που χαρακτηρίζεται ως «επικουρική σύνταξη»×

(v)       Στις 19/02/2010 πραγματοποιήθηκε Συνεδρία της Ad Hoc Επιτροπής για το Ταμείο Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης της Εναγόμενης×

 

(vi)      Πραγματοποιήθηκαν διάφορες Συνεδρίες της Γενικής Γραμματείας και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Εναγόμενης στις οποίες συμμετείχε ο Ενάγοντας. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε η Συνεδρία  ημερομηνίας 02/03/2010, 05/03/2010, 21/05/2013, 24/05/2013, 13/09/2013, 04/10/213,  01/11/2013

 

(vii)    Περί το έτος 2015 αποστάλθηκε επιστολή προς τους «Συνταξιούχους του Κινήματος» ήτοι της Εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας, δια της οποίας ενημερώνονταν ότι επήλθε τροποποίηση των Κανονισμών Λειτουργίας του Ταμείου Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της ΣΕΚ. Η τροποποίηση αφορούσε τον τρόπο υπολογισμού «του μηνιαίου συντάξιμου μισθού». Συνεπεία της εν λόγω τροποποίησης μειώθηκαν οι συντάξεις των υφιστάμενων συνταξιούχων της Εναγόμενης. Ο Ενάγοντας αφού έλαβε την εν λόγω επιστολή δεν έφερε αντίρρηση στην εν λόγω τροποποίηση×

 

(viii)   Ο Ενάγοντας λάμβανε ως επικουρική σύνταξη στις 28/05/2020 το συνολικό ποσό των €1.546,22. Συνολικά, λάμβανε καθαρή σύνταξη ύψους €1.056,83×

 

(ix)      Με επιστολή από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα, ημερομηνίας 14/05/2020, ενημερώθηκε ο Ενάγοντας ότι από την 01/06/2020 θα αποκόπτονται μηνιαίως ποσοστό 6% από τους υφιστάμενους συνταξιούχους και ότι δεν θα αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις «λόγω ΑΤΑ» ×

 

(x)       Ο Ενάγοντας σε συνάντηση που έγινε με τον Γενικό Γραμματέα της Εναγόμενης, τον ενημέρωσε ότι δεν αποδέχεται την μείωση ούτε στην «βασική ούτε διαφοροποίηση της ΑΤΑ» ×

 

(xi)      Ο Ενάγοντας στις 28/05/2020 λάμβανε ως επικουρική σύνταξη το συνολικό ποσό των €1.453,45. Συνολικά, λάμβανε καθαρή σύνταξη ύψους €996,89.

(xii)    Κατά την αφυπηρέτηση του Ενάγοντα, ήτοι στις 31/12/2013, μεταξύ των συνταξιούχων της Εναγόμενης βρίσκονταν τα πρόσωπα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 12, τα οποία ανέρχονταν σε 31×

 

(xiii)   Περί τις 31/12/2015 οι Συνταξιούχοι της Εναγόμενης ανέρχονταν σε 33 άτομα (βλ. Τεκμήριο 13)×

 

(xiv)   Περί τις 31/12/2024 οι Συνταξιούχοι της Εναγόμενης ανέρχονταν σε 63 άτομα (βλ. Τεκμήριο 14) ×

 

43.      Έχοντας παραθέσει τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στην βάση των αρχών που καταγράφηκαν πιο πάνω. Σημειώνεται εκ νέου ότι η αξιολόγηση θα γίνει επί των διιστάμενων εκδοχών που σχετίζονται με ζητήματα που διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στα επίδικα θέμα της παρούσας Αγωγής (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη (2008) 1Α Α.Α.Δ 83 και SP CONSULTANCY LTD κ.α v. TRANSTEAM LTD κ.α (2016) 1Β Α.Α.Δ 980).

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1

 

44.      Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΕ1 τόσο ως προς τα εξωτερικά γνωρίσματα της, δηλαδή τον τρόπο που αυτός κατέθετε και τον τρόπο που απαντούσε σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν διαπιστώνεται ότι διαθέτει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που την καθιστούν αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορεί το Δικαστήριο να στηριχτεί εξάγοντας με ασφάλεια συμπεράσματα του. Τούτο, παρά το γεγονός ότι προσέγγισα την μαρτυρία του ΜΕ με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, ενόψει του έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Ωστόσο, η μαρτυρία που κατέθεσε επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, καθώς επίσης και από την λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες ενώ παρατηρώντας τον να καταθέτει, δεν διαπίστωσα σε κανένα σημείο ότι απαντούσε με υπεκφυγές ή ότι δεν ήταν ειλικρινής ως προς τις απαντήσεις του. Όπως διαφάνηκε και από τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω, ένα μεγάλο μέρος των γεγονότων προκύπτουν ως παραδεκτά. Συνεπώς, απομένουν για αξιολόγηση τα ζητήματα για τα οποία προκύπτει ότι αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Εναγόμενης.  Παρά το πιο πάνω γεγονός εντοπίζονται ορισμένα σημεία ως προς τα οποία δεν θα γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του, για τους λόγους που θα καταγραφούν πιο κάτω. Ενόψει του ότι τα σημεία αυτά είναι επουσιώδη, δεν επηρεάζουν κατά την κρίση μου το σύνολο της μαρτυρίας του και την αξιοπιστία του ΜΕ.

 

45.      Καταρχάς ένα από τα ζητήματα που διαφάνηκε να αμφισβητούνται, αν και όχι με τόση σαφήνεια, και για το οποίο κρίνεται σκόπιμο να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι το ποσό που μειώθηκε η σύνταξη του Ενάγοντα. Αποτέλεσε θέση του Ενάγοντα, τόσο δικογραφημένη όσο και κατά την μαρτυρία του ότι από τις 01/06/2020 αποκοπτόταν από την σύνταξη του, η οποία ανερχόταν στο ποσό των €1.526,83, ποσοστό ύψους 6%, ήτοι €91,61 κάθε μήνα και την μη αναπροσαρμογή της ΑΤΑ στο μέλλον.  Σε αντίθεση με τα όσα προέβαλε η πλευρά του Ενάγοντα αποτέλεσε θέση της πλευράς της Εναγόμενης ότι το ποσό της μείωσης ανερχόταν στο ποσό των €60. Σε σχετική ερώτηση του Συνηγόρου του Ενάγοντα, ο ΜΕ διερωτήθηκε για το κατά πόσο δεν αποκόπτονται «φόροι εισοδήματος, κοινωνικές ασφαλίσεις, ΓΕ.Σ.Υ 2,6%» αναφέροντας μάλιστα «Έντιμε κύριε Δικηγόρε υπονοείς ότι τα καθαρά να κρατούμε το ταμείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον Φόρο Εισοδήματος». Παρέπεμψε στην κατάσταση της μισθοδοσίας του που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για τους μήνες Μαΐου και Ιουνίου.

 

46.      Από μια ανάγνωση του Τεκμηρίου 10 που συνιστά την κατάσταση της μισθοδοσίας του Ενάγοντα και φέρει ημερομηνία 28/05/2020 προκύπτει από την στήλη «Earnings» ότι η Σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €1.526.83 πλέον το ποσό «Τιμ. Σύνταξης» ύψους €19.39, για το οποίο δεν δόθηκε καμία εξήγηση και συνεπώς θεωρείται ως μέρος του συνολικού ποσού της «επικουρικής σύνταξης» του Ενάγοντα. Συνολικά η Σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €1.546,22 ενώ στην διπλανή στήλη καταγράφεται ως «Deductions» δηλαδή μείωση το ποσό των €413 ως «Φ. Εισοδήματος», €50 ως «Ταμ. Υγείας» και €26,29 ως «GHS Other». Ούτε γι’ αυτές τις αποκοπές δόθηκε η οποιαδήποτε εξήγηση. Μαζί με τις αποκοπές αυτές προκύπτει ότι η «καθαρή» (net) Σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €1.056,83. Εξ’ όσων γίνεται αντιληπτό πρόκειται για τις αποκοπές στις οποίες έγινε αναφορά σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ΜΕ. Στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης και αμφισβήτησης των ποσών αυτών, κρίνεται ότι η μικτή επικουρική σύνταξη του Ενάγοντα, πριν τις αποκοπές ανερχόταν στο ποσό των €1.546,22 και μετά τις αποκοπές στο ποσό των €1.056,83.

 

47.      Αντιπαραβάλλοντας το πιο πάνω Τεκμήριο με το Τεκμήριο 11 που συνιστά την κατάσταση μισθοδοσίας του Ενάγοντα και φέρει ημερομηνία 28/06/2020 προκύπτει από την στήλη «Earnings» ότι η Σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €1.435,22 πλέον το ποσό «Τιμ. Σύνταξης» ύψους €18.23. Συνολικά η Σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €1.453,45 ενώ στην διπλανή στήλη καταγράφεται ως «Deductions» δηλαδή μείωση το ποσό των €381.85 ως «Φ. Εισοδήματος», €50 ως «Ταμ. Υγείας» και €24,71 ως «GHS Other». Μαζί με τις αποκοπές αυτές προκύπτει ότι η «καθαρή» (net) Σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €996,89. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε σε σχέση με το Τεκμήριο αυτό δεν δόθηκε καμία εξήγηση για τα εκάστοτε ποσά που καταγράφονταν στα εν λόγω Τεκμήρια και ούτε ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί τούτων. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η σύνταξη του Ενάγοντα κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν αυτή που καταγράφεται στο εν λόγω Τεκμήριο.

 

Από μια αντιπαραβολή των πιο πάνω, προκύπτει ότι η συνολική μείωση της σύνταξης του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 92.77 πριν τις σχετικές αποκοπές. Μετά τις σχετικές αποκοπές που καταγράφονται πιο πάνω η μείωση της σύνταξης του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €59.94.  Επίσης γίνεται αποδεκτό ότι η σύνταξη του Ενάγοντα περί τον Ιούνιο του 2020 ανερχόταν στο ποσό των €1.453,45 και μετά τις αποκοπές, ήτοι η καθαρή σύνταξη, ανερχόταν σε ποσό €996,89.

 

48.       Ο ΜΕ αντεξετάστηκε επίσης εκτεταμένα για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης από το έτος 2011 και έπειτα. Κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι η Εναγόμενη σε καμία περίπτωση «δεν πήγαινε για πάττισμα» το 2013 και ότι η Εναγόμενη είχε μεγάλα πλεονάσματα αλλά όταν κλήθηκε να παρουσιάσει στοιχεία, δεν ήταν σε θέση. Ανέφερε μάλιστα ότι «τελευταίως» η Εναγόμενη αγόρασε και ένα κτίριο. Αρνήθηκε ότι είχαν γίνει μειώσεις στους μισθούς των υπαλλήλων της Εναγόμενης και στις συντάξεις κατά το έτος 2015 ενώ αποτέλεσε σταθερή θέση του η ευρωστία του «ταμείου επικουρικής σύνταξης» αφού η «ΣΕΚ με τις νούσιμες αποφάσεις που έπαιρνε κατέθετε από τα περισσεύματα όλων των σωμάτων για να καλύψει τυχόν ελλείματα της επικουρικής σύνταξης».

 

49.      Από τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα από το Τεκμήριο 6 που κατέθεσε ο Ενάγοντας, το οποίο είναι τα πρακτικά ημερομηνίας 10/09/2013 της συνεδρίας της Γενικής Γραμματείας προκύπτει ότι λήφθηκαν αποφάσεις για την «οικονομική περισυλλογή» της Εναγόμενης. Η ανησυχία της διοίκησης της Εναγόμενης και η προσπάθεια τους για οικονομική περισυλλογή είναι διάχυτη σε όλα τα πρακτικά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τις Συνεδρίες που είναι παραδεκτές και τα όσα εκφράσθηκαν από τους συμμετέχοντες.  

 

50.      Όπως προκύπτει από το εν λόγω πρακτικό, λήφθηκε απόφαση για την μείωση της εργοδοτικής εισφοράς σε σχέση με το Ταμείο Προνοίας και «αξιολόγηση και λήψη Απόφασης το Μάρτιο του 2014 ως προς την μη παροχή του 14ου μισθού για το 2014 προς όλο το προσωπικό ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα του 2013». Πέραν τούτων λήφθηκαν και αποφάσεις σε σχέση με το «ταμείο επικουρικής σύνταξης». Μεταξύ άλλων, αποφασίστηκε «κλείδωμα του Σχεδίου όπως λειτουργεί σήμερα με βάση τα δεδομένα της 31/12/2013, δηλαδή όλο το προσωπικό με βάση τη δεδουλευμένη υπηρεσία για την οποία είναι ασφαλισμένο στο Σχέδιο και την παροχή της σχετικής σύνταξης στην αφυπηρέτηση, δηλαδή όσοι έχουν εξασφαλίσει υπηρεσία την 31/12/2013, 34 χρόνια, εξασφαλίζουν πλήρως την σύνταξη τους. Όσοι έχουν λιγότερα ανάλογα με τις πρόνοιες των υφιστάμενων κανονισμών». Πέραν τούτου, λήφθηκε απόφαση για εξασφάλιση αναλογιστικής μελέτης και «ανάλογα με τα αποτελέσματα να συζητηθεί κατά πόσο το Σχέδιο θα συνεχίσει να παρέχει συντάξεις με τον ίδιο τρόπο όπως και προηγουμένως ή εάν είναι αναγκαίο να μειωθούν τα ωφελήματα για να θεωρείται το Σχέδιο βιώσιμο».

 

51.      Από το Τεκμήριο 7 που κατέθεσε ο ΜΕ, ήτοι τα πρακτικά συνεδρίας της Εκτελεστικής Επιτροπής προκύπτει ότι εκφράστηκαν διάφορες απόψεις για την βιωσιμότητα του Ταμείου Επικουρικής Σύνταξης και παραπέμφθηκε το ζήτημα προς περαιτέρω συζήτηση στα «Οργανωτικά Γραφεία για συζήτηση» και για «λήψη τελικής Απόφασης στην επόμενη συνεδρία της Εκτελεστικής Επιτροπής».

 

52.      Πέραν των πιο πάνω, αποδέχτηκε ο Ενάγοντας κατά την αντεξέταση του ότι μέχρι πέντε χρόνια από το 2013 δεν δίδονταν αυξήσεις στους εργαζόμενους. Αυτό έγινε κατόπιν εισήγησης της Γραμματείας στην Εκτελεστική Γραμματεία, η οποία το ενέκρινε και οι εργαζόμενοι το αποδέχτηκαν με την σύμφωνη γνώμη τους. Περαιτέρω, αποδέχτηκε ο ΜΕ ότι έλαβε επιστολή ημερομηνίας 16/12/2015 και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 18 στην οποία καταγραφόταν ότι το «Σχέδιο χρήζει αλλαγών, τόσο στις συνεισφορές όσο και στα δικαιώματα, με στόχο να είναι οικονομικά βιώσιμο». Όπως καταγράφεται είχε μεταβληθεί ο τρόπος υπολογισμού του μηνιαίου συντάξιμου μισθού «στέλνοντας μήνυμα αλληλεγγύης στο υφιστάμενο προσωπικό, το οποίο θα υποστεί πολύ μεγαλύτερες μειώσεις στη σύνταξη του». Παρά τις υποβολές κατά πόσο υπήρξε μείωση στη σύνταξη του Ενάγοντα περί τα 30,40 Ευρώ, εντούτοις δεν ήταν σε θέση είτε να το επιβεβαιώσει είτε να το διαψεύσει καθότι όπως ανέφερε έλαβε σύνταξη από τον Οκτώβριο του 2015. Σε κάθε περίπτωση ανέφερε ότι αποδέχτηκε την σχετική μείωση ή αλλαγή που καταγραφόταν στην ως άνω επιστολή. Τέλος, ενδεικτικό είναι ότι στο Τεκμήριο 17, που είναι πρακτικά συνεδρίας της Εκτελεστικής Επιτροπής ημερομηνίας 04/10/2013, στην οποία συμμετείχε ο Ενάγοντας, λήφθηκε Απόφαση για διενέργεια αναλογιστικής μελέτης σε σχέση με το επίδικο ταμείο. Τα πρακτικά αυτά επικυρώθηκαν στην Συνεδρία της Εκτελεστικής Επιτροπής ημερομηνίας 01/11/2013, στην οποία επίσης συμμετείχε ο Ενάγοντας.  

 

53.      Από τα όσα έχουν σημειωθεί πιο πάνω δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι δεν υπήρχαν ανησυχίες για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης και του «Ταμείου Επικουρικής Σύνταξης», τόσο κατά τον χρόνο που εργαζόταν στην Εναγόμενη όσο και μετά την αποχώρηση του. Γίνεται επίσης αποδεκτό ότι η Εναγόμενη εξέταζε τρόπους «οικονομικής περισυλλογής». Αντίθετα, προκύπτει και γίνεται αποδεκτό ότι τόσο κατά τις Συνεδρίες που συμμετείχε ο Ενάγοντας όσο και μετά την αφυπηρέτηση του από την Εναγόμενη, λαμβάνονταν αποφάσεις και υπήρχαν προβληματισμοί, μεταξύ άλλων, για την οικονομική βιωσιμότητα του επίδικου ταμείου. Η ανάγκη αυτή για οικονομική περισυλλογή επιβεβαιώνεται και από τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 αλλά και ο ΜΥ2 αφού και στην δική τους μαρτυρία διαφάνηκε ότι το επίδικο ταμείο παρουσίαζε διάφορα ελλείμματα με βάση τις αναλογιστικές μελέτες που διενήργησε η Εταιρεία του ΜΥ1 κατόπιν εντολής της Εναγόμενης σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, με το αναλογιστικό έλλειμα να αυξάνεται σύμφωνα με την τελευταία αναλογιστική έκθεση.

 

54.      Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα ερωτήθηκε σε διάφορα σημεία για το κατά πόσο συμμετείχε επί της ουσίας σε οποιαδήποτε ενημερωτική συζήτηση για την επίδικη μείωση της σύνταξης του με τον Ενάγοντα να αρνείται μια τέτοια συμμετοχή. Ανέφερε ότι όταν έλαβε την επιστολή του Μαΐου του 2020 η αντίδραση του ήταν άμεση αφού είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κύριο Μάτσα, Γενικό Γραμματέα της Εναγόμενης και του ανέφερε ότι δεν αποδέχεται την αποκοπή. Ακολούθησε συνάντηση με τον κύριο Μάτσα, όπου του επανέλαβε τις θέσεις του, «απαιτώντας» να ενημερωθούν οι Συνταξιούχοι πριν γίνει αποκοπή της Σύνταξης. Ενόψει της απαίτησης του αυτής ακολούθησαν σχετικές επαρχιακές συναντήσεις με συνταξιούχους. Διευκρίνισε δε ότι πρώτα έλαβαν την επιστολή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 και δια του οποίου ενημερώνονταν για την αποκοπή από 01/06/2020 και μετά από απαίτηση δική του έγιναν συναντήσεις με τους επηρεαζόμενους σε διάφορες επαρχίες. Όσο αφορά την όποια μείωση στους μισθούς των υπαλλήλων της Εναγόμενης, την απέδωσε σε συγκατάθεση τους κατόπιν συγκεντρώσεων, στις οποίες έτυχαν ενημέρωσης.

 

55.      Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ γίνεται αποδεκτό αφού επιβεβαιώνεται και από τα όσα ανέφερε ο ΜΥ2. Συγκεκριμένα, γίνεται αποδεκτό ότι ο ΜΕ δεν συγκατατέθηκε στην αποκοπή ύψους 6%, ενώ αφότου έλαβε την σχετική επιστολή δια της οποίας ενημερωνόταν σχετικά, αντέδρασε.  

 

 

 

Αξιολόγηση της Μαρτυρίας του ΜΥ1

 

56.      Ο ΜΥ κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας αναλογιστής. Εξετάζοντας την μαρτυρία του και την εμπειρογνωμοσύνη του σε σχέση με τα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, διαπιστώνεται ότι πέραν του ότι τα προσόντα του ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκαν, η μαρτυρία του ήταν ευσύνοπτη και επεξήγησε με επάρκεια την μεθοδολογία που εφαρμόζει για την ετοιμασία αναλογιστικών μελετών. Διαφάνηκε ότι διαθέτει εμπειρία στον σχετικό τομέα και ως εκ τούτου, σε συνάρτηση πάντοτε για τα ζητήματα που κλήθηκε να καταθέσει γίνεται αποδεκτό ότι είναι εμπειρογνώμονας στον εν λόγω τομέα (βλ. Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (2013) 1 ΑΑΔ 438).

 

57.      Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από τον Συνήγορο του Ενάγοντα. Ανέφερε ότι μέσα στο πλαίσιο της ειδικότητα του κλήθηκε η Εταιρεία του να εκτιμήσει την «επικουρική σύνταξη», η οποία ανέφερε δεν είναι επαγγελματική σύνταξη επειδή προέρχεται από τους κανονισμούς του ταμείου. Οι κανονισμοί του εν λόγω ταμείου καταγράφουν ότι θα δοθεί μέχρι και το 30% των ωφελημάτων των εργαζόμενων, αν αυτοί εργαστούν μέχρι 34 χρόνια. Αν το ωφέλημα λαμβάνεται από άλλες συντάξεις ξεπερνά το 60%, θα δοθεί το 50% από αυτό το ωφέλημα. Αυτό καταδεικνύει ότι ο στόχος δεν ήταν να τους δοθεί μία επαγγελματική σύνταξη, αλλά ένα ποσό για να διατηρήσουν το ίδιο επίπεδο ζωής μετά την αφυπηρέτησή τους. Δεν ήταν ο στόχος να δοθεί άλλο επαγγελματικό σχέδιο.

 

58.      Όπως εξήγησε αυτό οφειλόταν στο ότι παλαιότερα οι συντάξεις των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η βασική και η αναλογική, δεν έφταναν ούτε το 60%, διότι παλιά, το αναλογικό έχει ξεκινήσει το 1981, άρα όταν ιδρύθηκε το ταμείο το 1990 οι αναλογικές συντάξεις δεν δίδονταν επαρκείς συντάξεις, αλλά πολύ πιο χαμηλές. Αυτό προκύπτει όπως ανέφερε από  τους κανονισμούς, η λογική των οποίων ήταν ότι αν δοθεί περί το 60% του μισθού τότε είναι επαρκές. Υπό αυτή την έννοια, όταν ξεπερνούσε το 60%, ο κανονισμός του επέτρεπε να μειώσει τη σύνταξη του κατά 50%, άρα δεν έπαιρναν όλοι το ίδιο.

59.      Μέσα από την αναλογιστική μελέτη που διενήργησαν και στην προσπάθεια τους να απαντήσουν στο ερώτημα «Πόσα περιουσιακά στοιχεία έχετε για να πληρώσετε αυτές τις υποχρεώσεις οι οποίες υποσχέσεις δώσατε;», η απάντηση που δόθηκε τεχνικά ήταν ότι διέθεταν μόνο 10% των χρημάτων που χρειάζονταν. Η εισήγησή του ήταν ότι έπρεπε να ληφθούν άμεσα μέτρα, παρόλο που υπήρχαν λεφτά για να πληρώσει τις άμεσες συντάξεις που πλήρωναν αυτή την εποχή, δεν υπήρχαν λεφτά να πληρωθούν σε βάθος εικοσαετίας και τριακονταετίας που ήταν οι αναμενόμενες πληρωμές στο μέλλον. Άρα έγιναν εισηγήσεις για να μπορέσουν να ομαλοποιήσουν τις αλλαγές και να μην έχουν μεγάλο αντίκτυπο όταν χρειαστούν τα λεφτά άμεσα. Μέσα από την μεθοδολογία που ανέφερε, έκαναν ορισμένες εισηγήσεις για να ληφθούν άμεσα μέτρα. Στο πλαίσιο αυτό έκαναν διάφορες εισηγήσεις, μία από τις οποίες ήταν να αυξηθεί η εισφορά στο 28% από 7%. Διευκρίνισε ότι πρόκειται για καθαρά «μαθηματικές εκφράσεις των συνεπειών που θα έρθουν στο μέλλον». Η τελική Απόφαση εναπόκειτο στο Συμβούλιο, τη Διαχειριστική Επιτροπή ή την Επιτροπή του Ταμείου. Στην περίπτωση της Εναγόμενης η Κεντρική Επιτροπή. Το γεγονός ότι η υποχρέωση, τα λεφτά που είχαν συσσωρευτεί ήταν μόνο 10% σήμαινε ότι οι μελλοντικές πληρωμές των ωφελημάτων θα προέρχονταν από τον προϋπολογισμό της συντεχνίας και όχι από το ταμείο, άρα επηρεάζονται οι μισθοί, τα ωφελήματα των εργαζομένων και έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις. Στο πλαίσιο αυτό διενήργησαν δύο μελέτες, η πρώτη έγινε το 2013, η οποία έδειξε ότι το έλλειμμα ήταν στο 90% και η μελέτη του 2017, όπου το έλλειμα ήταν 91%. 

 

60.      Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τον κύριο Πουργουρίδη ότι δεν εμπίπτει στην δική του εμπειρογνωμοσύνη ο τρόπος επίτευξης της αύξησης των εσόδων.

 

61.      Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η μαρτυρία του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.

 

Αξιολόγηση της Μαρτυρίας του ΜΥ2

 

62.      Ο ΜΥ2, ήτοι ο κύριος Μιχαήλ, Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας της Εναγόμενης έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει σε σχέση με τα γεγονότα, τα οποία εμπίπτουν στις γνώσεις του. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και υποστηρίζονταν από σχετικά Τεκμήρια. Η θέση του παρουσίαζε συνοχή και παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέταση. Εξάλλου, όπως σημειώθηκε, τα πλείστα από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτά και συμφωνούν με τα όσα κατέθεσαν οι λοιποί μάρτυρες.  

 

63.      Η μαρτυρία του ΜΥ2 έκανε αναφορά στην απουσία νομικής προσωπικότητας του ταμείου το οποίο «ο λόγος που δεν ενεγράφηκε ήταν για να μπορεί να αποκόπτει από τον κ. Μιχαήλ είτε από οποιοδήποτε άλλο συνταξιούχο μέλος του, έστω και το ελάχιστο ποσό». Επιβεβαίωσε περαιτέρω την μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με τον σκοπό ίδρυσης του εν λόγω Ταμείου, ότι δηλαδή «ξεκίνησε την λειτουργία του» με σκοπό την διασφάλιση καλών όρων απασχόλησης των εργαζομένων της Εναγόμενης, σε περίοδο που οι συντάξεις από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν ιδιαίτερα χαμηλές, αφού το «Αναλογικό Σχέδιο ήταν ακόμα σε νηπιακή κατάσταση και δεν μπορούσε να καλύπτει με αξιοπρέπεια τις ανάγκες των συνταξιούχων.» 

 

64.      Πέραν τούτου η λοιπή μαρτυρία του ΜΥ2 αναφερόταν σε διάφορα οικονομικά δεδομένα που αφορούσαν την Εναγόμενη. Συγκεκριμένα έκανε αναφορά στην απόφαση για την πραγματοποίηση της 1ης αναλογιστικής μελέτης με ημερομηνία αναφοράς την 31/12/2005 με την ταυτόχρονη εφαρμογή σχεδίου εθελοντικών αποχωρήσεων σε υψηλόμισθα στελέχη για συγκράτηση των εξόδων. Έκανε επίσης αναφορά στην περίοδο της «κρίσης» και ότι τα έσοδα μειώθηκαν σημαντικά αφού τα μέλη μειώθηκαν σε μια πενταετία κατά 8 χιλιάδες, ποσοστό 18%  και τα έσοδα από συνδρομές που είναι η κύρια πηγή εσόδων μειώθηκαν κατά 1.565 εκατομμύρια Ευρώ. Πρόκειται για μια πορεία που ξεκίνησε το 2010. Καταγράφει δε λεπτομερώς τα έσοδα από το 2010 μέχρι το 2020, τα οποία παρουσιάζονται πράγματι μειωμένα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και μετά το 2013 που έγινε «το κούρεμα των καταθέσεων» εφαρμόστηκαν νέα μέτρα όπως νέο σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης, όπως ο κύριος Δημήτρης Μιχαήλ (ο Ενάγοντας) και ταυτόχρονα δεν δόθηκαν αυξήσεις και προσαυξήσεις για τα έτη 2014, 2015, 2016 και για τα έτη 2013 και 2017 δόθηκε μόνο η μισή προσαύξηση ενώ μειώθηκε και η συνεισφορά στο Ταμείο Προνοίας των εργαζομένων. Όπως σημείωσε, στις αποφάσεις αυτές συμμετείχε και ο Ενάγοντας.

65.      Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λήφθηκαν αποφάσεις για την ετοιμασία αναλογιστικών μελετών, μέσα από τις οποίες εν τέλει διαφάνηκε ότι το αναλογιστικό έλλειμα αυξήθηκε σημαντικά. Αποτέλεσμα αυτής της αναλογιστικής μελέτης ήταν η απόφαση για αλλαγή στην μέθοδο υπολογισμού των συντάξεων και συνεπώς την μείωση τους από 01/01/2016 κάτι για το οποίο ενημερώθηκαν οι συνταξιούχοι δια επιστολής ημερομηνίας 16/12/2015, την οποία αποδέχτηκαν οι συνταξιούχοι και ο Ενάγοντας.

 

66.      Επειδή υπήρχε περαιτέρω προβληματισμός για την βιωσιμότητα του ταμείου, δόθηκαν οδηγίες για την διενέργεια νέας αναλογιστικής μελέτης το 2019 με ημερομηνία αναφοράς την 31/12/2017, κάτι που κατέδειξε ότι το αναλογιστικό έλλειμμα αυξήθηκε στα 19.36 εκατομμύρια ευρώ. Ενόψει αυτής της αναλογιστικής μελέτης αποφασίστηκε να μειωθούν οι συντάξεις σε ποσοστό 6%. Στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 14/05/2020 και για τους υφιστάμενους συνταξιούχους η εφαρμογή της μείωσης έλαβε χώρα τέσσερεις μήνες αργότερα, ήτοι τον Ιούνιο του 2020 για να δοθεί χρόνος να τους ενημερώσουν. Ανέφερε ότι δια ζώσης ενημέρωση έγινε λόγω των περιοριστικών μέτρων του «covid» με συνταξιούχους στις «29 και 30 Σεπτεμβρίου».

 

67.      Κατά τις εν λόγω συναντήσεις, παρευρέθηκε ο ίδιος προσωπικά μαζί με άλλο μέλος και εξήγησαν τους λόγους και τις σκέψεις πίσω από την Απόφαση αυτή. Η διαφωνία των συνταξιούχων που παρευρέθηκαν εστίαζε στην αποκοπή της «ΑΤΑ» και όχι την μείωση σε ποσοστό 6%. Τέλος, ανέφερε ότι ο κύριος Μιχαήλ, όπως και οι λοιποί συνταξιούχοι λαμβάνει από το 2022 «ΑΤΑ» κάτι που οδήγησε σε αυξήσεις περί τις 4 φορές. Αποτέλεσμα τούτου είναι η σύνταξη του κύριου Μιχαήλ να αυξηθεί στο ποσό των €1.576,42, η οποία είναι ποσό ύψους €122,97, το οποίο είναι μεγαλύτερο από αυτό που του αποκόπηκε.

 

68.      Σε ερώτηση κατά πόσο λήφθηκε η συγκατάθεση των συνταξιούχων πριν από την μείωση, επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις του και ανάφερε ότι δεν λήφθηκε νομική συμβουλή για την αποκοπή που έλαβε χώρα. Ο λόγος που δεν έλαβε χώρα μια τέτοια νομική συμβουλή ήταν η απουσία νομικής προσωπικότητας του Ταμείου το οποίο δεν ήταν εγγεγραμμένο πουθενά. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι ο κύριος Μιχαήλ είχε «αναγνωρίσει το δικαίωμα, γιατί ήταν η δεύτερη μείωση που είχε γίνει, την οποία αποδέχτηκε ο κύριος Μιχαήλ».

 

69.      Τέλος, ουδόλως αμφισβητήθηκαν τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 22 στο οποίο καταγράφεται η διακύμανση της επικουρικής σύνταξης του Ενάγοντα από την 01/01/2021 μέχρι 01/01/2025. Όπως προκύπτει από το σχετικό Τεκμήριο κατά την 01/01/2021 η επικουρική σύνταξη του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 1453.45 Ευρώ ενώ περί την 01/01/2025 ανερχόταν στο ποσό των 1576,42 Ευρώ. Η όποια αύξηση παρατηρείται αποδίδεται στην «ΑΤΑ» η οποία αποδιδόταν ξανά από τον Μάρτιο του 2022.

 

70.      Η μαρτυρία του ΜΥ2, όπως σημειώθηκε γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της (με τις διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στην αμέσως επόμενη παράγραφο) καθότι αυτή παρουσιάζει λογική συνέχεια και εσωτερική συνοχή, στηρίζεται και επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που είναι κατατεθειμένα στο Δικαστήριο αλλά και από την μαρτυρία του ΜΥ1 αλλά και από Τεκμήρια που κατέθεσε ο ΜΕ.

 

71.      Προτού ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2, θα πρέπει να σημειωθεί ότι συμφώνησε ο ΜΥ2 στο ότι ο Ενάγοντας αντέδρασε στην αποκοπή που έγινε, παρέπεμψε όμως στις διάφορες συνεδρίες που γίνοντας πριν αποχωρήσει από την Εναγόμενη. Το κατά πόσο αυτό συνιστά συγκατάθεση ή όχι αποτελεί ζήτημα αξιολόγησης του Δικαστηρίου στο κατάλληλο σημείο.

 

Ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα

 

72.      Από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα όσα προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα, προκύπτουν τα εξής, τα οποία καθίστανται εύρημα του Δικαστηρίου:

 

(i)        Ο Ενάγοντας προσλήφθηκε στην Εναγόμενη την 01/06/1979 ως Οργανωτικός Γραμματέας και η Συμφωνία για την πρόσληψη του έγινε στην Λεμεσό και διορίστηκε στην θέση του Γραμματέα. Κατά τον επόμενο χρόνο διορίστηκε ως «Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας» της Ομοσπονδίας Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας της Εναγόμενης Παγκύπρια. To 2006 εκλέχτηκε στην θέση του Γενικού Γραμματέα της Ομοσπονδίας Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας της Εναγόμενης×

 

(ii)       Ακολούθως κατόπιν εκλογών, αναδείχθηκε Γενικός Οργανωτικός της Εναγόμενης στην Γραμματεία, η οποία είναι το Διοικητικό Όργανο της Εναγόμενης και εκλέχτηκε εκ νέου τον Νοέμβρη του 2021×

 

(iii)      Αφυπηρέτησε από την εν λόγω θέση στις 31/10/2013 σε ηλικία 63 ετών και τιμήθηκε στις 25/05/2016 με το «χρυσό μετάλλιο Μάρκος Δράκος», την ανώτατη διάκριση-τιμή που δίδει η Εναγόμενη σε άτομα×

 

(iv)      Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του, δημιουργήθηκε «Ειδικό Ταμείο» το οποίο ονομάστηκε «Ταμείο Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της Συνομοσπονδίας Εργαζόμενων Κύπρου». Στο εν λόγω ταμείο κατατίθεντο και συνεχίζουν να κατατίθενται μέχρι σήμερα διάφορα ποσά αποκλειστικά από την Εναγόμενη με βάση το μισθολόγιο των εργαζομένων της σε όλη την Κύπρο χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση από την πλευρά των εργαζομένων. Το εν λόγω ειδικό ταμείο διέπεται και διέπετο από Κανονισμούς×

 

(v)       Στις 19/02/2010 πραγματοποιήθηκε Συνεδρία της Ad Hoc Επιτροπής για το Ταμείο Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης της Εναγόμενης×

 

(vi)      Πραγματοποιήθηκαν διάφορες Συνεδρίες της Γενικής Γραμματείας και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Εναγόμενης στις οποίες συμμετείχε ο Ενάγοντας. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε η Συνεδρία  ημερομηνίας 02/03/2010, 05/03/2010, 21/05/2013, 24/05/2013, 13/09/2013, 04/10/213 και 01/11/2013 στις οποίες εκφράζονταν διάφοροι προβληματισμοί αναφορικά με την λήψη μέτρων προς οικονομική περισυλλογή της Εναγόμενης και του επίδικου ταμείου×

(vii)    Περί το έτος 2015 αποστάλθηκε επιστολή προς τους «Συνταξιούχους του Κινήματος» ήτοι της Εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας, δια της οποίας ενημερώνονταν ότι επήλθε τροποποίηση των Κανονισμών Λειτουργίας του Ταμείου Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της ΣΕΚ. Η τροποποίηση αφορούσε τον τρόπο υπολογισμού «του μηνιαίου συντάξιμου μισθού». Συνεπεία της εν λόγω τροποποίησης μειώθηκαν οι συντάξεις των υφιστάμενων συνταξιούχων της Εναγόμενης. Ο Ενάγοντας αφού έλαβε την εν λόγω επιστολή δεν έφερε αντίρρηση στην εν λόγω τροποποίηση×

 

 

(viii)   Ο Ενάγοντας λάμβανε ως επικουρική σύνταξη στις 28/05/2020 το μικτό ποσό των €1.526,83, ήτοι συνολικό ποσό ύψους €1.546,22. Συνολικά, λάμβανε καθαρή σύνταξη ύψους €1.056,83×

 

(ix)      Με επιστολή από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα, ημερομηνίας 14/05/2020, ενημερώθηκε ο Ενάγοντας ότι από την 01/06/2020 θα αποκόπτονται μηνιαίως ποσοστό 6% από τους υφιστάμενους συνταξιούχους και ότι δεν θα αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις «λόγω ΑΤΑ» ×

 

(x)       Περί τις 28/06/2020 και μετά την ως άνω μείωση η επικουρική σύνταξη του Ενάγοντα μειώθηκε κατά €92.77 πριν τις σχετικές αποκοπές. Μετά τις αποκοπές η καθαρή μείωση της σύνταξης του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €59.94. Συνολικά και πριν τις αποκοπές ο Ενάγοντας λάμβανε το ποσό των €1.453,45 και μετά τις αποκοπές λάμβανε το ποσό των €996,89.

 

(xi)      Ο Ενάγοντας σε συνάντηση που έγινε με τον Γενικό Γραμματέα της Εναγόμενης, τον ενημέρωσε ότι δεν αποδέχεται την μείωση ούτε στην «βασική ούτε διαφοροποίηση της ΑΤΑ» ×

 

(xii)    Κατά την αφυπηρέτηση του Ενάγοντα, ήτοι στις 31/12/2013, μεταξύ των συνταξιούχων της Εναγόμενης βρίσκονταν τα πρόσωπα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 12, τα οποία ανέρχονταν σε 31×

(xiii)   Περί τις 31/12/2015 οι Συνταξιούχοι της Εναγόμενης ανέρχονταν σε 33 άτομα (βλ. Τεκμήριο 13)×

 

(xiv)   Περί τις 31/12/2024 οι Συνταξιούχοι της Εναγόμενης ανέρχονταν σε 63 άτομα (βλ. Τεκμήριο 14) ×

 

(xv)    Ετοιμάστηκαν δύο αναλογιστικές μελέτες. Η πρώτη είχε ως σημείο αναφοράς την 31/12/2013. Η δεύτερη αναλογιστική μελέτη έγινε με ημερομηνία αναφοράς την 31/12/2017. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή το έλλειμμα του επίδικου ταμείου ανερχόταν, στην μεν πρώτη στο 90% και στην δεύτερη στο 91%. Η δεύτερη αναλογιστική μελέτη έγινε κατόπιν προβληματισμού σε συνεδρία ημερομηνίας 04/02/2020 αποφασίστηκαν αλλαγές στην φόρμουλα υπολογισμού της σύνταξης με τρόπο που να επηρεάζονται μελλοντικοί και υφιστάμενοι συνταξιούχοι. Αποφασίστηκε όπως υπάρξει μείωση ύψους 6%. Για τους υφιστάμενους υπαλλήλους εφαρμόστηκε άμεσα, ενώ για τους υφιστάμενους συνταξιούχους αποφασίστηκε να τύχει εφαρμογής η μείωση από την 01/06/2020 για να δοθεί χρόνος να ενημερωθούν οι συνταξιούχοι για την αναγκαιότητα∙

 

IV.       ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

73.      Ενόψει των όσων σημειώθηκαν πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η πλευρά του Ενάγοντα έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 ΑΑΔ 665).

 

74.      Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που οι Συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο και εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε αυτές (βλ. Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238  & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).  

 

 

Η Καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου

 

 

75.      Προτού εξεταστεί η ουσία της παρούσας διαφοράς, θα πρέπει κατά την άποψη μου να εξεταστεί κατά πόσο το Δικαστήριο διαθέτει καθ’ ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η αντιδικία των μερών προκύπτει από συμφωνία εργοδότησης που διατηρούσε ο Ενάγοντας με την Εναγόμενη. Το επίδικο ωφέλημα, ήτοι η «επικουρική σύνταξη», όπως την χαρακτηρίζουν τα μέρη, ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι αποτελούσε μέρος της Συμφωνίας Εργοδότησης που είχε καταρτίσει ο Ενάγοντας με την Εναγόμενη, τουλάχιστον από το 1992 που ιδρύθηκε το Ταμείο Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της Συνομοσπονδίας Εργαζόμενων Κύπρου.

 

76.      Το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα λογικής προτεραιότητας το οποίο θα πρέπει να επιλύεται το «ενωρίτερο δυνατό» καθότι είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα (1991) 1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others (1989) 1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534). Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης που μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και κατ’ έφεση ενώ μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αφού στην απουσία δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάθε απόφαση είναι εξ’ υπαρχής άκυρη (συνδυαστική ανάγνωση των Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου ν. Γεωργίου (2001) 1 (1) ΑΑΔ 1592) και Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά. (1988) 1 Α.Α.Δ. 88).

 

77.      Ο περί Ετήσιων Αδειών μετ’ απολαβών Νόμου 1967 (Ν. 8/1967) καθίδρυσε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το εύρος της αρμοδιότητας του καθορίζεται στο άρθρο 12 (1) (α), (β) και (ε) του εν λόγω Νόμου. Ως εργατική διαφορά ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου αυτού ως «οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται  διαφορά είτε μη».

 

78.      Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η διαφορά της παρούσας Αγωγής είναι τέτοια που αποδίδεται στην σχέση μεταξύ «εργοδοτών και εργοδοτουμένων» αφού η Εναγόμενη ήταν ο εργοδότης του Ενάγοντα και ο Ενάγοντας εργαζόταν στην Εναγόμενη.

 

79.      Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι το ωφέλημα της «επικουρικής σύνταξης» δεν αποτελεί αυτοτελή αξίωση στην βάση του άρθρου 12 (1) (ε) του ως άνω Νόμου. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Toni & Guy Limassol Ltd (2008) 1ΑΑΔ 496. Στην εν λόγω Απόφαση, ο εφεσίβλητος, ήταν μαθητευόμενος κομμωτής στο κομμωτήριο των εφεσειόντων. Σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ τους, οι εφεσείοντες θα επωμίζονταν τα δίδακτρα για την εκπαίδευση του εφεσίβλητου, νοουμένου ότι αυτός θα παρέμενε στην υπηρεσία τους, για ένα τουλάχιστο χρόνο. Σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος παραιτείτο από την εργασία του πριν τη λήξη του ενός έτους, θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα στους εφεσείοντες. Ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε από την εργασία του πριν τη λήξη του ενός έτους και οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο διεκδικώντας το ποσό που κατέβαλαν ως δίδακτρα. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω αξίωση, ενέπιπτε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση, αποφάσισε ότι:

 

«Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν  στην εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πηγάζει από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας»

 

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

80.      Από την πιο πάνω Απόφαση συνάγεται ότι στις περιπτώσεις εκείνες που μια Απαίτηση που προβλέπεται στην συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου αλλά ενεργοποιείται μόνο στην περίπτωση τερματισμού της Σύμβασης Εργασίας, τότε αρμοδιότητα εκδίκασης αποκτούν τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Τούτο δε καθότι δεν αφορά την εργασιακή σχέση αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης της μεταξύ τους Συμφωνίας (βλ. και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», 2018, σελ.75 και 734).

 

81.      Από το όλο πλέγμα των γεγονότων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ωφέλημα της «επικουρικής σύνταξης» αποτελούσε ένα δικαίωμα που θα ενεργοποιείται μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του Ενάγοντα από την Εναγόμενη. Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω προκύπτει ότι αρμοδιότητα εκδίκασης της παρούσας Αγωγής έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο.

 

82.      Όσο αφορά την κατά τόπο αρμοδιότητα, ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι η Συμφωνία Εργοδότησης του Ενάγοντα έγινε στην Επαρχία Λεμεσού.

 

Αξιολόγηση από το Δικαστήριο

 

83.      Όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη ότι αποτέλεσε συμβατικό όρο μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης ότι με την αφυπηρέτηση του και μόλις αυτός συμπλήρωνε το 65ο έτος της ηλικίας του θα δικαιούτο στην καταβολή της επικουρικής σύνταξης. Ούτε βέβαια αμφισβητήθηκε ότι το ποσό που του καταβαλλόταν πριν την αποκοπή του 2020 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €1.546,22, ήτοι «καθαρή σύνταξη» ύψους €1.056,83, μετά τις αποκοπές. Μετά την επιστολή ημερομηνίας 14/05/2020 ο Ενάγοντας λάμβανε το ποσό των €1.453,45 και μετά τις αποκοπές λάμβανε το ποσό των €996,89.

 

84.      Ούτε επίσης αμφισβητείται ότι ο Ενάγοντας δεν ερωτήθηκε πριν την ως άνω αποκοπή αλλά ούτε αμφισβητείται ότι μετά την αποκοπή δεν συγκατατέθηκε και αντέδρασε.

 

85.      Εκεί που εντοπίζεται η διαφωνία είναι σε δύο αλληλένδετα μεταξύ τους σημεία, ήτοι (α) στο ότι ο Ενάγοντας συμμετείχε σε διάφορες συνεδρίες πριν την αφυπηρέτηση του στα οποία συζητείτο η ανάγκη για οικονομική περισυλλογή τόσο της Εναγόμενης ευρύτερα όσο και του Ταμείου κάτι το οποίο συνιστά κώλυμα ή/και συγκατάθεση από την πλευρά του Ενάγοντα για την μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης και (β) στο ότι η όποια αποκοπή έγινε, έγινε για την βιωσιμότητα του Ταμείου στην βάση και των εκθέσεων που ετοίμασαν οι αναλογιστές και ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Υφίσταται και ένα τρίτο σημείο που εγείρεται από την πλευρά της Εναγόμενης, ήτοι ότι το ταμείο  δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα καθότι δεν έχει εγγραφεί.

 

Η νομική προσωπικότητα του Ταμείου

 

86.      Ξεκινώντας από το τελευταίο αυτό σημείο σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην Απόφαση Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ν. Ορέστη Σοφοκλέους (2016) 1 ΑΑΔ 105, ECLI:CY:AD:2016:A20:

 

«Θεωρούμε τις αιτιάσεις για το λανθασμένο της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αστήρικτες. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα εκ της εκκαλούμενης απόφασης με το οποίο απαντώνται οι πιο πάνω νομικές αμφισβητήσεις:

 

«Οι Κανονισμοί που διέπουν το θέμα του Ταμείου Προνοίας είναι οι περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (Ταμείο Προνοίας) Κανονισμοί του 1976 που εκδόθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του Άρθρου 18, (τώρα 19), του περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμου 71/1970 (ως έχει τροποποιηθεί) και δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Αρ.1266 ημερομηνίας 2.4.1976, Παράρτημα ΙΙΙ(Ι), σελ.219, ΚΔΠ 47/76 (ως έχουν τροποποιηθεί).

 

Πρόκειται για δευτερογενή νομοθεσία, που εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου (Ν.44/81). Με βάση την εν λόγω νομοθεσία το εν λόγω Ταμείο στερείται νομικής προσωπικότητας. Ως μη συγκροτημένο σώμα στερούμενο νομικής προσωπικότητας δεν ενάγει και ούτε ενάγεται. Το ίδιο ισχύει και για τη διαχειριστική επιτροπή του Ταμείου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση που ήθελε προκύψει διαφορά μεταξύ μέλους και Ταμείου, αποκλειστικά υπεύθυνος για τις υποθέσεις του Ταμείου καθίσταται ο ίδιος ο Οργανισμός, καθότι αποτελεί το μόνο πρόσωπο με νομική υπόσταση υπό τον μανδύα του οποίου λειτουργεί το εν λόγω Ταμείο (βλ. Κ. Κυριακίδης v. Δ.Ε. Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ (2007) 1 Α.Α.Δ. 1271).»

 

            (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

87.      Οι πιο πάνω αρχές καταγράφονται και στην Απόφαση  Κ. Κυριακίδης v. Δ.Ε. Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ (2007) 1 Α.Α.Δ. 1271. Ο Εφεσείοντας ήγειρε αγωγή εναντίον της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ. Η Διαχειριστική Επιτροπή δεν είχε νομική προσωπικότητα, ενώ το εν λόγω Ταμείο είχε. Καταλόγιζε εναντίον της διαχειριστικής επιτροπής ότι εξαιτίας διάφορων ενεργειών ή/και παραλείψεων ή/και παρανομιών ή/και αντικαταστατικών ενεργειών της αποστερήθηκε ένα συγκεκριμένο ποσό που δικαιούτο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την Απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία από την στιγμή που η διαχειριστική επιτροπή του εν λόγω ταμείου δεν ήταν νομικό πρόσωπο και ούτε είχε τέτοια οντότητα ώστε να μπορέσει να ενάγεται, τότε η Αίτηση θα έπρεπε να είχε στραφεί εναντίον του ίδιου του Ταμείου που διέθετε νομική προσωπικότητα.

 

88.      Συνεπώς, στην βάση των όσων έχουν καταγραφεί πιο πάνω και στην απουσία νομικής προσωπικότητας του Ταμείου Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της Συνομοσπονδίας Εργαζόμενων Κύπρου κρίνω ότι ορθά ενάχθηκε η Εναγόμενη.

 

89.      Σύμφωνα και με το Τεκμήριο 1 που είναι οι Κανονισμοί Λειτουργίας του Ταμείου Αποζημίωσης Ετών Υπηρεσίας και Επικουρικής Σύνταξης του Προσωπικού της Συνομοσπονδίας Εργαζόμενων Κύπρου η Εναγόμενη «αποφασίζει όπως κατοχυρώσει το δικαίωμα παροχής αποζημίωσης ή και επικουρικής σύνταξης στο έμμισθο και υπαλληλικό προσωπικό του Κινήματος» ενώ στο άρθρο 8 του Κανονισμού καταγράφεται ότι οι εισφορές καθορίζονται από την Εκτελεστική Επιτροπή και το ταμείο βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας της Εναγόμενης. Συνεπώς, με δεδομένο ότι την ευθύνη για την λειτουργία του εν λόγω Ταμείου είχε η Εναγόμενη, ορθά η Αγωγή εγέρθηκε εναντίον της.

 

Κατά πόσο δικαιολογείται η μείωση στην βάση των οικονομικών δεδομένων της Εναγόμενης

 

90.      Για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, κρίνεται κρίσιμο να εξεταστούν οι πρόνοιες των Κανονισμών του Ταμείου, ως αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1.

 

91.      Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην πρόσφατη Απόφαση του Εφετείου, ΣΩΤΗΡΗ ΠΕΛΕΓΚΑΡΗ κ.α. ν. THE BRITISH AIRWAYS CYPRUS EMPLOYESS PROVIDENT FUND, Πολιτική Έφεση 27/2018, ημερομηνίας 21/02/2024:

 

«Όπως προκύπτει από τη νομολογία δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για την ερμηνεία κανονισμών ταμείων συντάξεων, τυγχάνουν δε εφαρμογής οι γενικοί κανόνες ερμηνείας. Είναι, εντούτοις, απαραίτητο όπως οι εν λόγω κανονισμοί ερμηνεύονται με τρόπο πρακτικό και έχοντας κατά νου τον σκοπό για τον οποίο συνομολογήθηκαν. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική απόφαση Hoover Limited v Robert Hetherington, The Hoover Trust Fund (1987) Limited (2002) EWCH 1052 (Ch):

 

«The approach to the documents constituting a pension scheme must necessarily be practical and purposive».

 

Η ερμηνεία εγγράφων είναι θέμα νομικό και, ως τέτοιο, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της αρμοδιότητας του αυτής, το Δικαστήριο έχει ως σκοπό την ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών, με βασική αρχή ότι η πρόθεση των μερών είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο. Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, στις παραγράφους 765 και 766 αναφέρεται ότι, σκοπός της ερμηνείας των όρων μίας γραπτής συμφωνίας, είναι το να διαφανεί από αυτούς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, τεκμαίρεται ότι οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν αυτά τα οποία και αναγράφονται επί της συμφωνίας, και άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν[1]. Όπως λέχθηκε στην Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society (1998) 1 W.L.R. 896, όμως:

 

 «Interpretation is the ascertainment of the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time of the contract».

 

Ουσιαστικό κριτήριο για την ερμηνεία εγγράφων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα ενός όρου πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Ανόρθωσις ν. Απόλλων (2002) 1 (A) A.A.Δ. 518).

 

Όπου υπάρχει ασάφεια, υπεισέρχεται η ερμηνευτική αρχή verba chartarum forties accipiuntur contra prοferentem. (βλ. Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνα Γλυκή (1998) 1 Α.Α.Δ. 1639 και Λιπέρη υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ελευθέριου Γεώργιου Πουντζιουρή ν Ecclesiastical Insurance Office Plc, Πολ. Εφ. 42/2013 ημερ. 19.7.2019), ECLI:CY:AD:2019:A329.

[…]».

 

92.      Περαιτέρω στην Απόφαση ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΠΑΡΗ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 102/2018 συνεκδικαζόμενη με την Κωνσταντίνου Φραγκούδη κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ. 31/22, ημερομηνίας 18/07/2025:

 

«Εν όψει των πιο πάνω νομολογιακών αρχών αναφορικά με την ερμηνεία Καταστατικών Ταμείων Προνοίας, θεωρούμε εσφαλμένη την πρωτόδικη ερμηνεία των προνοιών του επίδικου Καταστατικού ήτοι, ότι βάσει αυτού, θα έπρεπε να κατανεμηθεί ισότιμα σε όλα τα μέλη του ταμείου, η όποια ζημιά του Ταμείου ανεξαρτήτως της ημερομηνίας αποχώρησής τους. Η πιο πάνω θέση δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα ούτε στον Νόμο ούτε σε νομολογία. Στην αγγλική νομολογία επί του θέματος, τίθενται οι αρχές ερμηνείας Καταστατικών Ταμείων Προνοίας, τις οποίες υιοθετούμε:

 

Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Mettoy Pension Trustees Ltd v Evans (1990) WLR 1587, λέχθηκαν τα εξής:

 

"Thirdly, although there are no special rules governing the construction of pension scheme documents, the background facts or surrounding circumstances in the light of which those documents have to be construed — their "matrix of fact" to use the modern phrase coined by Lord Wilberforce — include four special factors. The first factor is that, as the Court of Appeal pointed out in two unreported cases of which I have been provided with Lexis transcripts, namely Kerr v. British Leyland (Staff) Trustees Ltd. (unreported), 26 March 1986; Court of Appeal (Civil Division) Transcript No. 286 of 1986 and Mihlenstedt v. Barclays Bank International Ltd., The Times, 18 August 1989, Court of Appeal (Civil Division) Transcript No. 817 of 1989, the beneficiaries under a pension scheme such as this are not volunteers. Their rights have contractual and commercial origins. They are derived from the contracts of employment of the members. The benefits provided under the scheme have been earned by the service of the members under those contracts and, where the scheme is contributory, pro tanto by their contributions. It would be inappropriate and indeed perverse to construe such documents so strictly as to undermine their effectiveness or their effectiveness for their purpose. I do not think that, in saying that, I am saying anything different from, what was said by Lord Upjohn when in In re Gulbenkian's Settlements [1970] A.C. 508, 522, he referred, in the context of a private settlement, to

 "the duty of the court by the exercise of its judicial knowledge and experience in the relevant matter, innate common sense and desire to make sense of the settlor's or parties' expressed intentions, however obscure and ambiguous the language that may have been used, to give a reasonable meaning to that language it if can do so without doing complete violence to it."

 

What the court has to do here is to perform that duty in the comparatively novel and different context of pension scheme trusts".

 

Οι πιο πάνω αρχές έτυχαν περαιτέρω επεξήγησης στη μεταγενέστερη υπόθεση, Hoover Limited v Robert Hetherington, The Hoover Trust Fund (1987) Limited (2002) EWCH 1052 (Ch):

 

"There was no dispute as to the relevant principles. The approach to the documents constituting a pension scheme must necessarily be practical and purposive (see Mettoy Pension Trustees v Evans [1991] 2 All ER 513, [1990] 1 WLR 1587). The Rules cannot always be expected to have the consistency and coherence which in an ideal world they would possess and arguments based on a too detailed analysis of the terms used may frustrate themselves. Ultimately the task is that identified by Lord Hoffmann in Investors Compensation Scheme v West Bromwich Building Society [1998] 1 All ER 98, [1998] 1 WLR 896 (HL), ascertainment of the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time. It is necessary to bear in mind that the Rules are Rules of a pension scheme, and a pension represents deferred remuneration of the employee. To take an extreme example, a construction which incidentally resulted in a class of former employees receiving no pension might be approached with suspicion. Equally, fiscal background is often of central importance in the construction of documents such as the present.»

 

93.      Από ανάγνωση των Κανονισμών που διέπουν την λειτουργία του Ταμείου προκύπτει ότι σε αυτό καταγράφονται ρητά οι δικαιούχοι αποζημίωσης ή/και επικουρικής σύνταξης (άρθρο 1), οι προϋποθέσεις για την παροχή αποζημίωσης (άρθρο 2), το ύψος αποζημίωσης ετών υπηρεσίας (άρθρο 3 και 6), οι προϋποθέσεις για την παροχή επικουρικής σύνταξης (άρθρο 5) κ.ο.κ. Στα συνολικά 10 άρθρα του εν λόγω Κανονισμού δεν καταγράφεται σε κανένα σημείο ο τρόπος κατάργησης ή η δυνατότητα μείωσης της επικουρικής σύνταξης που καταβάλλεται στους δικαιούχους. Στο άρθρο 8 αναφέρεται ότι «όλα τα Ταμεία του Κινήματος […] εξαιρουμένων των Ταμείων Ευημερίας, καταθέτουν αναλογικά ποσό 250.000 Ευρώ ετησίως για έξι χρόνια, αρχίζοντας από 01/01/2011 μέχρι και την 01/01/2016 συμπεριλαμβανομένης, για να καλυφθούν τα αναλογιστικά ελλείματα.». Πέραν τούτου το ίδιο άρθρο αναθέτει «τον έλεγχο» του Ταμείου στην Γενική Γραμματεία της Σ.Ε.Κ., η οποία σύμφωνα με το άρθρο 9 «έχει την απόλυτη ευθύνη παρακολούθησης και εφαρμογής των παρόντων κανονισμών, αποφασίζει για κάθε περίπτωση εάν και πότε είναι κάποιος δικαιούχος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 2, 4 και 5».

 

94.      Η πιο πάνω απουσία ρητής διάταξης στους Κανονισμούς που να καθορίζουν μια τέτοια δυνατότητα λήψης απόφασης είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση. Τούτο διότι η ύπαρξη δυνατότητας άσκησης διακριτικής ευχέρειας από την πλευρά της Εναγόμενης, καθιστά σχετική την τήρηση της αρχής της καλής πίστης.

 

95.      Είναι νομολογημένο ότι αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ των μερών αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις (βλ. LUNION NATIONAL (TOURIST & SEA RESORTS) LIMITED, (2015) 1 ΑΑΔ 1874).  

 

96.      Η υποχρέωση αυτή συνεχίζει και κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του εργοδότη κάτω από συνταξιοδοτικό σχέδιο. Όπως αναφέρεται στο Halsburys Laws of England, Volume 80 (2020) παρ. 215:

 

« A pension scheme is established against the background of employment and will be determined against that background. In every contract of employment there is an implied term that the employers will not, without reasonable and proper cause, conduct themselves in a manner calculated or likely to destroy or seriously damage the relationship of confidence and trust between employer and employee. This obligation applies to the exercise of an employer's rights and powers under a pension scheme. A pension trust deed and rules are impliedly subject to the limitation that the rights and powers of the employer can only be exercised in accordance with the implied obligation of good faith».

 

97.      Στην υπόθεση Imperial Group Pension Trust Ltd and others v Imperial Tobacco Ltd and others [1991] 2 All ER 597 καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

As the Court of Appeal has pointed out in Mihlenstedt v Barclays Bank International Ltd [1989] IRLR 522 a pension scheme is quite different. Pension benefits are part of the consideration which an employee receives in return for the rendering of his services. In many cases, including the present, membership of the pension scheme is a requirement of employment. In contributory schemes, such as this, the employee is himself bound to pay his or her contributions. Beneficiaries of the scheme, the members, far from being volunteers have given valuable consideration. The company employer is not conferring a bounty.

 

In my judgment, the scheme is established against the background of such employment and falls to be interpreted against that background.

 

In every contract of employment there is an implied term—

'that the employers will not, without reasonable and proper cause, conduct themselves in a manner calculated or likely to destroy or seriously damage the relationship of confidence and trust between employer and employee … '

 

[…]

 

I therefore reach the conclusion that the company's right to give or withhold its consent to an amendment under cl 36 is subject to the implied limitation that the right shall not be exercised so as to destroy or seriously damage the relationship of confidence and trust between the company and its employees and former employees. This conclusion, without more, is of little use to the committee in the difficult position in which they now find themselves. They need a concrete decision whether the company is acting in breach of its obligations.

 

[…]

First, in my judgment the relevant question is not whether the company is acting reasonably. […] It must be open to the company to look after its own interests, financially and otherwise, in the future operation of the scheme in deciding whether or not to give its consent. 

 

However, in my judgment the obligation of good faith does require that the company should exercise its rights (a) with a view to the efficient running of the scheme established by the fund and (b) not for the collateral purpose of forcing the members to give up their accrued rights in the existing fund subject to this scheme. As to (a), in my judgment it would be a breach of the obligation of good faith if the company were to say that it would never consider whether or not to consent to an amendment increasing benefits. In my judgment, the obligation of good faith resting on the company as employer requires that it should consider each proposal for amendment under cl 36 put forward by the committee at the time it is put forward in the light of the circumstances that then exist. A blanket refusal by an employer to consider amendments of a kind which are beneficial to the employees and which have for the last 20 years been acceptable to the employer is plainly calculated to undermine the trust of the employees in their employer. Good faith requires the company to consider the proposal each time they are made. If (which the company does not accept) the company has purported to give such a blanket refusal, such refusal was improper and the company is bound to consider each proposal for amendment as it is put forward.

 

As to (b) above, the starting point must be that there is in existence a trust to provide pension benefits for a closed class of employees. In my judgment, the obligation of good faith requires that the company should not exercise its rights for the purpose of coercing that class to give up its rights under the existing trust. The duty of good faith requires the company to preserve its employees' rights and pension fund, not to destroy them. If there are financial and other considerations which require the fund to be determined, so be it. But if the sole purpose of refusing to consent to an amendment increasing benefits is the collateral purpose of putting pressure on members to abandon their existing rights (including the right to the surplus on determination) in my judgment the company would not be acting in good faith.

 

Obviously, the company can have regard to its own financial interests but only to the extent that, in so doing, it does not breach the obligation of good faith to its employees. If the sole purpose of withholding consent to increased benefits out of the fund is to force its present and past employees to give up their accrued rights in an existing fund so as to confer on the company benefits that it cannot enjoy unless the members give up such rights, in my judgment this conflicts with the company's duty to act fairly and in good faith to its employees. The company could not, without breaching the obligation of good faith, seek to coerce an employee into giving up, say a car which was his own property: no more can the employer seek to coerce the employee to give up another species of property, ie his rights in the pension fund.

 

Turning now to the facts of this case (so far as they are known). There are apparently no financial or other reasons why the company should not provide non-contributory pensions and guaranteed inflation linking up to a maximum of 15% subject to an obligation on the members to surrender part of their initial pension: those are the very benefits which the company is offering to all the members of the fund if they transfer to the RBS taking with them their share of the fund. […]».

 

98.      Με απλά λόγια το τι συνάγεται από την πιο πάνω Απόφαση είναι ότι εκεί και όπου ο εργοδότης διαθέτει διακριτική ευχέρεια στην λήψη μιας Απόφασης, αυτή η απόφαση και το όποιο δικαίωμα ασκείται θα πρέπει να ασκείται με βάση την αρχή της καλής πίστης. Η  αρχή της καλής πίστης διέπει και τις σχέσεις μεταξύ του εργοδότη και των ταμείων που παρέχουν ωφελήματα μετά την συνταξιοδότηση του εργαζόμενου. Ασφαλώς, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν αποκλείεται ο εργοδότης να λαμβάνει υπόψη και τα δικά του συμφέροντα, οικονομικά και άλλα. Η Απόφαση και το σκεπτικό της επιβεβαιώθηκε και από μεταγενέστερες αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων (βλ. Prudential Staff Pensions Ltd v The Prudential Assurance Co Ltd [2011] EWHC 960 (Ch), IBM United Kingdom Pensions Trust Ltd v IBM United Kingdom Holdings Ltd [2012] All ER (D) 118 (Dec), IBM United Kingdom Holdings Ltd v Dalgleish [2017] EWCA Civ 1212).

 

99.      Επανερχόμενος στο Καταστατικό του Ταμείου, ως αυτό κατατέθηκε και εφαρμόζοντας τις αρχές ερμηνείας που καταγράφονται στις Αποφάσεις  ΣΩΤΗΡΗ ΠΕΛΕΓΚΑΡΗ κ.α. ν. THE BRITISH AIRWAYS CYPRUS EMPLOYESS PROVIDENT FUND, Πολιτική Έφεση 27/2018, ημερομηνίας 21/02/2024, ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΠΑΡΗ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 102/2018 συνεκδικαζόμενη με την Κωνσταντίνου Φραγκούδη κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ. 31/22, ημερομηνίας 18/07/2025, διαπιστώνεται όπως σημειώθηκε ήδη ότι δεν υφίστατο μια τέτοια διακριτική ευχέρεια από την πλευρά της Εναγόμενης σε σχέση με την μείωση του ύψους του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης.

 

100.   Από την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ότι μια τέτοια διακριτική ευχέρεια εντοπίζεται σε περιπτώσεις όπως εκείνες που καταγράφονται στο άρθρο 2, όπου υπάρχει η αναφορά ότι «η Εκτελεστική Επιτροπή δύναται» ή «αποζημίωση δύναται να δοθεί», καταλήγοντας ότι «Νοείται ότι για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις το δικαίωμα για αποζημίωση γεννάται μόνο ύστερα από απόφαση της Γενικής Γραμματείας της ΣΕΚ […]». Πέραν τούτου διακριτική ευχέρεια εντοπίζεται στο άρθρο 8 του Τεκμηρίου 1 όπου αναφέρεται ότι «Το Κίνημα για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που προβλέπουν οι παρόντες κανονισμοί, ιδρύει Ειδικό Ταμείο που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από εισφορές που καταθέτει το ίδιο το Κίνημα και καθορίζονται από την Εκτελεστική Επιτροπή πάνω στους μηνιαίους μισθούς κάθε έμμισθου και υπαλληλικού προσωπικού του Κινήματος, η οποία καταβάλλεται κάθε μήνα […]». Σε σχέση δε με την Γενική Γραμματεία καταγράφεται ότι διαθέτει την «απόλυτη ευθύνη παρακολούθησης και εφαρμογής των παρόντων Κανονισμών, αποφασίζει δε για κάθε περίπτωση εάν και πότε είναι κάποιος δικαιούχος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις […]».

 

101.   Σε κανένα σημείο των σχετικών Κανονισμών δεν εντοπίζεται η οποιαδήποτε πρόνοια για την ύπαρξη ευχέρειας λήψης Απόφασης από την πλευρά της Εναγόμενης για την αναπροσαρμογή του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης ανάλογα με τα οικονομικά δεδομένα της Εναγόμενης ή στην οποιαδήποτε άλλη βάση. Μια τέτοια πρόνοια θα είχε ιδιαίτερη σημασία καθότι σε αυτό το πλαίσιο, θα καλείτο το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο η Απόφαση της Εναγόμενης να λάβει μια τέτοια Απόφαση μείωσης του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης σε συνάρτηση με τους λόγους για τους οποίους η απόφαση αυτή λήφθηκε, έγινε σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία τα οικονομικά συμφέροντα της Εναγόμενης, όπως η βιωσιμότητα του Ταμείου και η όλη επιχειρηματολογία της Εναγόμενης που προβλήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

102.   Στην απουσία μιας τέτοιας πρόνοιας και στην απουσία διακριτικής ευχέρειας, το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο τήρησης των συμβατικών δεσμεύσεων που ανέλαβε η Εναγόμενη απέναντι στον Εναγόμενο. Επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό ότι σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη του δικαιώματος λήψης του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξής από τον Εναγόμενο ως απόρροια της εργοδοτικής σχέσης που υφίστατο μεταξύ του και της Εναγόμενης. Παραμένει λοιπόν να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ο Ενάγοντας παραιτήθηκε ή/και κωλύεται ένεκα της προγενέστερης συμμετοχής του στις συνεδρίες της Εναγόμενης να αμφισβητήσει την επίδικη μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης.

 

Κατά πόσο ο Ενάγοντας κωλύεται ή/και παραιτήθηκε από το δικαίωμα να αμφισβητήσει την μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης

 

103.   Προβλήθηκε από τους Συνηγόρους της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας συγκατατέθηκε στην λήψη της σχετικής Απόφασης ή/και παραιτήθηκε ή/και κωλύεται από το να αμφισβητεί την μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης λόγω και της προηγούμενης εμπλοκής του σε διάφορες συνεδρίες της Εναγόμενης όπου τέθηκαν προβληματισμοί για την ανάγκη οικονομικής περισυλλογής τόσο της Εναγόμενης ευρύτερα όσο και του Ταμείου. Ουδόλως όμως αμφισβητήθηκε ότι μόλις ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για την μείωση αυτή, αντέδρασε.

 

104.   Οι αρχές που διέπουν την ύπαρξη συγκατάθεσης στο πλαίσιο της εργοδοτικής σχέσης συνοψίστηκαν από την Έντιμη Δικαστή του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, Κωνσταντίνου Ε., στο πλαίσιο της υπόθεσης Χρύσανθος Χατζηχρυσάνθου και Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ, Αρ. Αίτησης 763/2005, ημερομηνίας 15/10/2014, η οποία αν και δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, εντούτοις συμφωνώ και υιοθετώ τα όσα εκεί καταγράφονται. Οι σχετικές αρχές, όπως καταγράφονται στην εν λόγω Απόφαση, είναι οι ακόλουθες:

 

«Οποιαδήποτε τροποποίηση σε όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και να υποστηρίζεται από αντιπαροχή.  Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. Η σιωπηρή συγκατάθεση μπορεί να συναχθεί από την ενέργεια του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους τροποποιημένους όρους εργασίας. 

 

Η ενέργεια του εργοδότη να τροποποιήσει ή να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτουμένου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τους συμφωνημένους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου  θεωρείται ως παράβαση (repudiation) της σύμβασης εργασίας.  Από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η ενέργεια του εργοδότη, δηλαδή η παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας με τη μονομερή τροποποίηση όρων εργασίας, η οποία παράβαση προκαλεί άμεση ή έμμεση ζημιά στον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας του και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων .

 

Αυτό το δικαίωμα  επιλογής σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης δεν παραμένει ανοιχτό στον εργοδοτούμενο επ’ αόριστον. Αν ο εργοδοτούμενος καθυστερήσει να εγκαταλείψει την εργασία του τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβεβαίωσε (affirm) τη σύμβαση εργασίας του όπως τροποποιήθηκε από τον εργοδότη και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση από τον εργοδότη του. (Βλ. Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (1978) 1 ALL E.R. 713). Σημειώνουμε ότι το ζήτημα της επιβεβαίωσης (affirmation) είναι ξεχωριστό και διακρίνεται από το ζήτημα της απεμπόλησης (waiver) του δικαιώματος για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και της εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης. Το γεγονός ότι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος επιβεβαίωσε τη σύμβαση, παρά την παράβαση της  από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δεν σημαίνει  ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος αποδέχτηκε σιωπηρώς ή με τη συμπεριφορά του την παράβαση της σύμβασης ώστε να εξυπακούεται ότι η τροποποίηση της σύμβασης εργασίας έχει γίνει αποδεχτή .

 

Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4th edition, Vol. 16(1Β) p.175 para.705, σημειώνονται τα ακόλουθα

 

“Damages for breach by employer short of termination.  If an employer acts in breach of the contract of employment in such a way as to repudiate it in some way short of wrongfully dismissing the employee, the employee may accept that repudiation, terminate the contract and sue the employer for damages. Alternatively, he may refuse to accept the repudiation, keep the contract alive and sue for wages.  If the employee is able still to perform his part of the contract, he may sue in debt for wages earned and due; and, if that is not possible, he may sue for the wages that should have been paid in a claim for breach of contract. Such a claim may be of particular use to an employee  in  a case where his employer seeks to force through a  unilateral change to his terms and conditions of employment, to which the employee objects: provided that he makes his objection clear, the employee may work to the new term or condition, and, if appropriate, hold himself ready and willing to work under the old term or condition and then sue the employer for wages due under the original contract. In this way an employee is able to stand on his contractual rights where the employer has sought unilaterally, without contractual authority, to cut his hours, reduce his pay, pay him on short-time working and withdraw a contractual benefit.”          

 

Σε σχέση με την εξυπακουόμενη αποδοχή μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης εργασίας στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στις παραγράφους 13.05 – 13.09 αναφέρονται τα ακόλουθα:

“One of the key issues with respect to variation is the question whether, and under what circumstances, a unilateral variation may become binding. To put matters another way, can such a variation come to be viewed as consensual? After all, even though a unilateral variation may amount to a material  breach, the employee may not wish to resign. By his conduct in continuing in employment, does he risk being deemed to accept the change? The answer to that  question would appear to be yes. In Daley v Strathclyde    the employer unilaterally changed the working hours of the employees. They reacted to this by going on strike in protest. The strike did not succeed in persuading the employer to change his mind and the employees returned to work. Upon that return they complied with revised hours of work but did not, at any point, accept the revised terms explicitly. Nevertheless those terms were held to be contractually binding: ‘ the change is not a short term or temporary one. It is an alteration in their normal working arrangements which they must be held to have accepted.’

 

………………………………………………………………………………………………

 

The question then becomes one of determining whether an implicit variation has arisen. In principle the question is answered by ascertaining the intentions of the parties. Matters are not straightforward because that intention may have to be inferred from their conduct. It is, of course, the case that the parties’ obligations may evolve in the light of the way that they conduct their relationship. What guidance might be offered when it comes to ascertaining the parties intentions?

 

Where implicit acceptance through conduct does, in fact, emerge it will do so only as a result of the passage of time……………………………What period of time would have to elapse before an implicit variation could be said to have arisen? In Watson v Jacobson  ‘the bare fact of the defender having continued work for one month following intimation of a purported alteration to his contract  on a matter or matters having no immediate effect’ was not sufficient to amount to an implied variation.  In O ‘Flynn v Airlinks The Airport Coach Co Ltd   ‘four months or so’ sufficed. Ultimately the question is very much a factual one which only be resolved  by consideration of all the surrounding circumstances.

 

What of the employee who continues to work but under protest? This dimension was explored by the House of Lords in Rigby v Ferodo    where the employee’s wages had been unilaterally reduced in breach of contract. It was held that the employee who continues to work, under protest, cannot thereby be regarded as accepting the imposed terms. The expression of dissent negatives any possibility of a finding of implicit acceptance. In Wilton v Peebles     it was argued that : ‘they had not objected, complained or protested as systematically or vociferous complaints in order to prevent an agreement from being foisted on him unilaterally by his employer. As long as he has made it clear that he is not agreeing to the reduction in wages he cannot, by continuing to work, be bound by an agreement to accept  a reduction.’ Nevertheless, the Wilton case serves to emphasize that effective articulation of dissent is crucial.” 

 

Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo Ltd [1987] ICR 29 όπου το 1982 η εργοδότρια εταιρεία αντιμετωπίζοντας πολύ σοβαρές οικονομικές πιέσεις αποφάσισε ότι για να συνεχίσει να λειτουργεί ήταν απαραίτητο όπως μειωθούν τα κόστη της. Εντός αυτών πλαισίων η εργοδότρια εταιρεία άρχισε διαβουλεύσεις με τις συντεχνίες του προσωπικού  ώστε να αποδεχθούν τη μείωση  των μισθών του προσωπικού σε επίπεδα  πιο χαμηλά από αυτά που το προσωπικό δικαιούτο με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους. Τον Αύγουστο του 1982 η εργοδότρια εταιρεία ανακοίνωσε σε όλους τους εργοδοτουμένους της ότι αν οι συντεχνίες στις οποίες ανήκουν δεν αποδεχτούν τις προτεινόμενες μειώσεις στους μισθούς τους, η προτεινόμενη μείωση θα τεθεί σε εφαρμογή μονομερώς. Η μία συντεχνία συμφώνησε στη μείωση. Η συντεχνία στην οποία άνηκε ο εφεσίβλητος εργοδοτούμενος  δεν συμφώνησε και προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που η μείωση στο μισθό επιβληθεί στα μέλη της μονομερώς θα λάβει απεργιακά μέτρα. Σε σειρά συναντήσεων μεταξύ της συντεχνίας και της εργοδότριας εταιρείας, η εργοδότρια εταιρεία τόνισε ότι αν μέχρι τις 17.9.1982 η συντεχνία και η εργοδότρια εταιρεία δεν κατέληγαν σε οποιαδήποτε συμφωνία οι προτεινόμενες μειώσεις θα εφαρμόζονταν από την εργοδότρια εταιρεία μονομερώς και ότι δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση εκτός από τη συμφωνία της συντεχνίας με τις προτάσεις της εργοδότριας εταιρείας. Στις 18.9.1982 η εργοδότρια εταιρεία ανακοίνωσε  στους εργοδοτουμένους της μέλη της συντεχνίας στην οποία άνηκε ο εφεσίβλητος τους μειωμένους μισθούς που θα κατέβαλλε από εκείνη την ημερομηνία. Σε συνελεύσεις των μελών της συντεχνίας τέθηκε προς ψήφιση το θέμα κατά πόσον θα λαμβάνονταν απεργιακά μέτρα. Δεν τέθηκε προς ψήφιση το θέμα κατά πόσον οι μειώσεις στους μισθούς γίνονται ή όχι αποδεχτές. Η απόφαση των μελών της συντεχνίας ήταν να μην ληφθούν απεργιακά μέτρα. Η συντεχνία ενημέρωσε την εργοδότρια εταιρεία ότι δεν αποδέχεται τις μειώσεις στους μισθούς των μελών της και ότι δεν θα λάβει οποιαδήποτε απεργιακά μέτρα. Ο εφεσίβλητος συνέχισε να εργάζεται και το 1984 προσέφυγε στο Δικαστήριο αξιώνοντας από την εργοδότρια εταιρεία αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ζητώντας τα χρήματα που έχασε με την επιβολή της πληρωμής των μειωμένων μισθών από τις 18.9.1982. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι η εργοδότρια εταιρεία παραβίασε τη σύμβαση εργασίας που είχε με τον εφεσίβλητο με το να εφαρμόσει μονομερώς τους μειωμένους μισθούς και από τη στιγμή που η εν λόγω παραβίαση δεν έγινε αποδεκτή από τον εφεσίβλητο, ο εφεσίβλητος δικαιούτο να αποζημιωθεί με το ποσό που αντιπροσωπεύει τους μισθούς που απώλεσε λόγω της εφαρμογής των μειωμένων μισθών. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε τόσο από το Court of Appeal όσο και από το  House of Lords. Ο Lord Oliver δίνοντας την απόφαση του House of Lords  τόνισε ότι μια παράβαση σύμβασης εργασίας η οποία δεν έγινε αποδεχτή ως παράβαση  που τερματίζει τη  σύμβαση εργασίας δεν τερματίζει αυτόματα τη σύμβαση εργασίας . Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και το επιχείρημα ότι ο εφεσίβλητος με τη συμπεριφορά του (να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του) αποδέχτηκε την τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του (εξυπακουόμενη αποδοχή) Lord Oliver ανάφερε τα πιο κάτω: 

 

My Lords, the one thing that is clear in this case is that the appellant had no intention whatever of terminating the contracts of employment with its workforce except by compelling the acceptance of new contractual terms which Mr. Rigby and his fellow C.S.E.U. members were, as they made it quite clear, unwilling to accept and which they never did accept. Faced with that situation the appellant could have chosen to terminate their contracts on proper notice. It chose not to do so. It could have dismissed them out of hand and faced the consequences. It chose not to do so. It continued to employ them, week by week under contracts which entitled them to a certain level of wages but withheld from them a part of that entitlement. I can, in those circumstances, see no answer at all to Mr. Rigby’s claim and the trial Judge and the Court of Appeal were, in my judgment, plainly right in the conclusions at which they arrived.

 

It has been submitted that there were some sort of implied acceptance on the part of Mr. Rigby of the appellant’s repudiation by working on. At the trial this was put on the basis of estoppel, waiver and acquiescence. All there were rejected by  the trial Judge and, in my judgment, he was on the facts which he found, quite plainly right to reject them. I can, for my part, see no other basis upon which it can be argued that the continued working by Mr. Rigby and his acceptance for the time being under protest of the wage that the appellant, with full knowledge of his lack of agreement, chose to pay him is to be construed as an acceptance by him either, the repudiation by the appellant of the original continuing contract or the new terms which the appellant was seeking to impose. ”

 

Να σημειώσουμε ότι το House of Lords υπογράμμισε ότι δεν έχει σημασία αν η αξίωση του εφεσίβλητου ειδωθεί ως μια αξίωση για μη πληρωμή συμφωνηθείσας αμοιβής/αντιμισθίας ή ως μια αξίωση για πληρωμή αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας για καταβολή συμφωνηθείσας αντιμισθίας.

 

Οι ίδιες αρχές σε σχέση με τα πιο νομικά θέματα εντοπίζονται και στο ελληνικό δίκαιο. Στην απόφαση με αριθμό 650/2005 το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σημείωσε τα εξής:

 

«Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημιά. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους : α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) Να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων  εργασίας παύει να είναι  μονομερής , εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί  αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β’ και γ’ αξιώσεις (θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και καταβολή της νόμιμης γι’ αυτήν αποζημίωση ή την τήρηση των όρων της σύμβασης). Σιωπηρή αποδοχή  συνιστά η επί μακρό χρονικό  διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας .»                        

   

Επίσης στην απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 1455/2003 τονίστηκαν τα πιο κάτω:

«Η αποδοχή δε της τροποιητικής συμβάσεως από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, δηλαδή με ατομικές πράξεις από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικώς  η βούληση του τελευταίου για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί αν ο εργαζόμενος παρά το ότι σαφώς γνωρίζει την μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής τους σχέσεως, εξακολουθεί και μετά από αυτήν την μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρύ χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες  του στον εργοδότη του. Μόνο αν ο μισθωτός  διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες  για την μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως τότε και μόνο δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή της ανωτέρω ενέργειας του πρώτου από τον εργαζόμενο.» 

 

Τόσο το ζήτημα κατά ποσόν ο εργοδοτούμενος έχει επιβεβαιώσει (affirm) ή όχι τη σύμβαση εργασίας όπως τροποποιήθηκε μονομερώς από τον εργοδότη ώστε να εμποδίζεται από το να εξασκήσει το δικαίωμα του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας όσο και το ζήτημα κατά ποσόν ο εργοδοτούμενος αποδέχτηκε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας ώστε να κωλύεται από το να διεκδικήσει αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργασίας του είναι ζητήματα γεγονότων.

 

Στην υπόθεση Henry and others v. London General Transport Services Ltd, Appeal Nos EAT/1397/97, EAT/177/98 & EAT/210/99, ημερ. 30.11.2000 η εργοδότρια εταιρεία (η οποία είχε 1500 υπαλλήλους) ενημέρωσε με ανακοινώσεις στους χώρους εργασίας του προσωπικού ότι θα άλλαζε/τροποποιούσε τους όρους εργασίας του προσωπικού αλλάζοντας/τροποποιώντας τους  δείκτες αντιμισθίας, τις ώρες εργασίας, τις μέρες των αργιών και των διακοπών καθώς και τις σχετικές πληρωμές για τις αργίες και τις διακοπές, την πληρωμή κατά την απουσία λόγω ασθενείας και την πληρωμή για υπερωριακή εργασία.  Οι εν λόγω αλλαγές θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των απολαβών των μελών του προσωπικού. Ζητήθηκε από όλα τα μέλη του προσωπικού της  όπως υπογράψουν ατομική δήλωση για αλλαγή των όρων εργασίας τους. 130 εργοδοτούμενοι  δεν υπέγραψαν και δύο (2) μέρες μετά την εφαρμογή των νέων όρων από την εργοδότρια εταιρεία απέστειλαν επιστολή – παράπονο στην εργοδότρια εταιρεία με την οποία εξέφραζαν τη μη ικανοποίηση τους με τους νέους όρους εργασίας και δήλωναν ότι θα συνέχιζαν να εργάζονται υπό διαμαρτυρία . Δύο (2) μήνες μετά η εργοδότρια εταιρεία πήρε ακόμα μια επιστολή – παράπονο από 130 υπαλλήλους (κάποιοι από αυτούς ήταν μέσα στους 130 υπαλλήλους που έστειλαν την πρώτη επιστολή – παράπονο) σημειώνοντας ότι δεν είχαν ψηφίσει για τους νέους όρους εργασίας ως μέλη της συντεχνίας τους και ζητούσαν όπως οι νέοι όροι εργασίας τεθούν προς ψήφιση . Εννιά (9) μήνες μετά την εφαρμογή των νέων  όρων εργασίας 127 άλλοι εργοδοτούμενοι της εργοδότριας εταιρείας απέστειλαν επιστολή στην εργοδότρια εταιρεία με την οποία σημείωναν το παράπονο τους ότι οι νέοι όροι εργασίας τους επιβλήθηκαν χωρίς τη συναίνεση τους. Δύο (2) χρόνια μετά την εφαρμογή των νέων όρων διάφοροι εργοδοτούμενοι της εργοδότριας εταιρείας καταχώρησαν αιτήσεις στο Employment Tribunal αξιώνοντας δεδουλευμένους μισθούς και απολαβές που δεν τους καταβλήθηκαν λόγω της εφαρμογής από την εργοδότρια εταιρεία των νέων όρων εργασίας. Οι αιτήσεις των εργοδοτουμένων που έστειλαν την επιστολή – παράπονο τους εννιά (9) μήνες μετά την εφαρμογή των νέων όρων απορρίφθηκαν καθότι θεωρήθηκε ότι με το να εργάζονται για εννιά (9) μήνες χωρίς διαμαρτυρία είχαν αποδεχτεί τους νέους όρους εργασίας. Οι αιτήσεις των υπολοίπων πέτυχαν καθότι οι επιστολές – παράπονα τους θεωρήθηκαν ως αρκετές για να εμποδίσουν την αποδοχή των νέων όρων από τους εργοδοτούμενους.  Η απόφαση του Employment Tribunal εφεσιβλήθηκε και το Employment Appeal Tribunal αφού σημείωσε ότι: (α) το Employment Tribunal δεν έλαβε υπόψη του ότι στην πρώτη επιστολή–παράπονο τονιζόταν ότι οι υπάλληλοι που την υπογράφουν θα εργάζονται υπό διαμαρτυρία ενώ στη δεύτερη επιστολή – παράπονο δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά για προσφορά εργασίας υπό διαμαρτυρία και ότι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα στους υπαλλήλους που υπέγραψαν την πρώτη επιστολή, αυτούς που υπέγραψαν τη δεύτερη και αυτούς που υπέγραψαν και τις δύο, (β) ενώ η αναφορά στην πρώτη επιστολή για εργασία υπό διαμαρτυρία ήταν σε συνάρτηση με τη διάρκεια των συζητήσεων για επίλυση της διαφοράς που προέκυψε, το Employment Tribunal δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση  με το αν έγιναν οποιεσδήποτε συζητήσεις και αν ναι, πότε τερματίστηκαν, (γ) το Employment Tribunal δεν έλαβε υπόψη ότι η αναφορά στην πρώτη επιστολή για εργασία υπό διαμαρτυρία ήταν σε σχέση με τις βάρδιες εργασίας και όχι σε σχέση με τους νέους πιο χαμηλούς δείκτες αντιμισθίας, και (δ) το Employment Tribunal δεν προέβηκε σε εύρημα κατά πόσον παρά το ότι οι εργοδοτούμενοι οι οποίοι εργάζονταν με τους νέους όρους εργασίας σχεδόν για 2 χρόνια πριν καταχωρήσουν τις αιτήσεις τους στο Employment Tribunal χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω διαμαρτυρία πέραν των δύο (2) επιστολών – παραπόνων, η εργοδότρια εταιρεία γνώριζε και συνέχιζε να γνωρίζει ότι οι εργοδοτούμενοι συνέχιζαν να διαμαρτύρονται για τους νέους όρους εργασίας και ότι θα αξίωναν ότι οι προηγούμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν, έκρινε ότι το ζήτημα της αποδοχής των νέων όρων έπρεπε να επανεκδικαστεί ώστε το Employment Tribunal να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όχι μόνο το γεγονός των επιστολών – παραπόνων. Παραθέτουμε πιο κάτω μέρος του καταληκτικού αποσπάσματος της απόφασης του Employment Appeal Tribunal:

 

Rigby v Ferodo Ltd [1987] IRLR 517 H.L. which the Tribunal found to be of considerable assistance, is really of little assistance as in that case it had been accepted in the Court of Appeal and in the House of Lords that estoppel, waiver, acquiescence had failed on the facts at the first instance……………..but it can be an error of law to concentrate on some aspects to the  exclusion of others ………Here, in our judgment, the Tribunal erred in law by misunderstanding the import of the ….petitions and by relying as heavily as it did in regarding the petitions as sufficient of themselves to exclude acceptance, despite almost two years working of and  payment  under the new provisions. We are not saying that no Tribunal properly instructing itself could have come to the conclusion to which this Tribunal did come on the question of acceptance of the new terms and provisions; what we do say is that the Tribunal erred in law in adopting the route which they took to the conclusion at which they arrived.”        

 

Το Court of Appeal  επικυρώνοντας  την απόφαση του Employment Appeal Tribunal  να διατάξει επανεκδίκαση από το Tribunal  προέβηκε στο ακόλουθο σχόλιο:

 

“……I would find it extremely difficult to conclude other than that the employees had accepted the revised terms. I bear in mind the petitions and their content but, having presented them, the appellants worked upon the same rotas and terms of employment as a very large number of fellow employees, who had expressly accepted the terms, for a period of two years before instituting the present proceedings. The Employment Tribunal's conclusion to the contrary is in any event quite unsupported by reasoning and the EAT were correct to state that:

 

"the Tribunal erred in law in adopting the route which they took to the conclusion at which they arrived. "

 

Γ. Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας  ένας εργοδότης δεν νομιμοποιείται  χωρίς τη συγκατάθεση των εργοδοτούμενων του να προβεί μονομερώς σε διαφοροποιήσεις / τροποποιήσεις / αλλαγές στους όρους εργασίας των εργοδοτούμενων του, να προβεί σε αποκοπές από τις απολαβές και τα ωφελήματα τους και να μην τους καταβάλει τη συμφωνηθείσα αύξηση αν οι ενέργειες του δεν οφείλονταν σε ένα απλό λάθος με τη διαπίστωση του οποίου ο εργοδότης θα συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή σε ένα προσωρινό πρόβλημα που προκλήθηκε λόγω απρόβλεπτων συγκυριών το οποίο με την επίλυση του τα ποσά  που αποκόπηκαν από τους μισθούς των εργοδοτουμένων ή τα ποσά που δεν τους καταβλήθηκαν κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας θα καταβληθούν στους εργοδοτουμένους από τον εργοδότη, αλλά σε πρόθεση και απόφαση του να μην συνεχίσει να εφαρμόζει τις πρόνοιες της σύμβασης εργασίας που έχει με τους εργοδοτουμένους του. Απόφαση του εργοδότη να μην συνεχίσει να εφαρμόζει τις πρόνοιες της εργασιακής σύμβασης που έχει με τους εργοδοτουμένους του η οποία απόφαση πάρθηκε εξαιτίας των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί χωρίς τη συγκατάθεση των εργοδοτουμένων του στη βάση του ότι πάρθηκε λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του.»

 

105.   Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται ότι η όποια αποδοχή από την πλευρά του Ενάγοντα θα έπρεπε να αφορούσε την συγκεκριμένη μεταβολή των όρων της Συμφωνίας που υφίστατο μεταξύ του και της Εναγόμενης. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε διάφορες συνεδρίες που αφορούσαν την οικονομική περισυλλογή της Εναγόμενης και του Ταμείου δεν συνάγεται ότι αποδέχτηκε εκ των προτέρων όλες τις πιθανές μειώσεις του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης ήθελε αποφασίσει η Εναγόμενη στο μέλλον.

 

106.   Το πιο πάνω καθίσταται ακόμη πιο ευδιάκριτο από τα όσα καταγράφονται στα σχετικά πρακτικά. Στα πρακτικά της συνεδρίας της Γενικής Γραμματείας ημερομηνίας 10/09/2013 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «θα πρέπει να εξασφαλιστεί αναλογιστική μελέτη από τους αναλογιστές […] Ανάλογα με τα αποτελέσματα της αναλογιστικής μελέτης να συζητηθεί κατά πόσο το Σχέδιο θα συνεχίσει να παρέχει συντάξεις με τον ίδιο τρόπο όπως και προηγουμένως ή εάν είναι αναγκαίο να μειωθούν τα ωφελήματα για να θεωρείται το Σχέδιο βιώσιμο». Στις 04/10/2013 αποφασίστηκε η «άμεση αναλογιστική μελέτη για το Σχέδιο επικουρικής σύνταξης». Τέλος, ετοιμάστηκε αναλογιστική μελέτη στις 24/01/2014 στην βάση των ως άνω Αποφάσεων. Δεν λήφθηκε με άλλα λόγια μια σαφής απόφαση για μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης. Το μόνο που προκύπτει να λέχθηκε είναι ότι θα «συζητείτο» ένα τέτοιο ενδεχόμενο ανάλογα με τα αποτελέσματα της αναλογιστικής μελέτης. Η εξαγωγή μιας τέτοιας συγκατάθεσης, από τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω πρακτικά ή της δημιουργίας κωλύματος θα ήταν ακροσφαλής.

 

107.   Σε κάθε περίπτωση μετά την αναλογιστική μελέτη, ακολούθησε η τροποποίηση των Κανονισμών του Ταμείου αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της επικουρικής σύνταξής, η οποία σύμφωνα και με τα όσα ανέφερε η Εναγόμενη είχε ως συνέπεια την μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης. Ο Ενάγοντας δεν έφερε ένσταση στην εν λόγω τροποποίηση.  

 

108.   Μετά την πιο πάνω απόφαση για τροποποίηση των Κανονισμών και την συνακόλουθη μείωση του ωφελήματος, ακολούθησε νέα αναλογιστική μελέτη και λήφθηκε η επίδικη Απόφαση το 2020 αναφορικά με την επίδικη μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης κατά 6%.

 

109.   Σε κανένα σημείο δεν εντοπίζεται ότι ο Ενάγοντας συγκατατέθηκε ή ότι συμπεριφέρθηκε με τρόπο που να καταδείκνυε ότι θα αποδεχόταν όλες τις μελλοντικές μειώσεις στο ωφέλημα της επικουρικής σύνταξης και οποιαδήποτε μείωση ήθελε αποφασίσει η Εναγόμενη δια των συλλογικών της οργάνων. Ούτε προκύπτει να εξέφρασε την οποιαδήποτε ρητή και ξεκάθαρη θέση επί τούτου στις συνεδρίες στις οποίες συμμετείχε αλλά ούτε και προκύπτει να λήφθηκε η οποιαδήποτε οριστική Απόφαση κατά την περίοδο που υπηρετούσε στην Εναγόμενη είτε ως εργαζόμενος είτε ως αξιωματούχος και η οποία Απόφαση να σχετιζόταν με την μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης.

 

110.   Η Απόφαση που οδήγησε στην επίδικη μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης και την οποία αμφισβητεί ο Ενάγοντας λήφθηκε το 2020, 7 περίπου χρόνια μετά που αποχώρησε από την Εναγόμενη και κατόπιν ετοιμασίας άλλης αναλογιστικής μελέτης και υπό διαφορετικές συνθήκες. Μόλις ενημερώθηκε σχετικά αντέδρασε άμεσα και δεν αποδέχτηκε την μείωση αυτή. Ούτε το γεγονός ότι αποδέχτηκε την προγενέστερη τροποποίηση των Κανονισμών δίδει έρεισμα για την υποστήριξη ότι αποδέχτηκε εκ των προτέρων οποιαδήποτε μείωση ήθελε αποφασίσει η Εναγόμενη στο μέλλον.

 

111.   Αν υιοθετείτο η θέση της Εναγόμενης τότε θα δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις ακόμα και η κατάργηση του ωφελήματος ή ακόμα και η δραστική μείωση του με τον Ενάγοντα να μην έχει την δυνατότητα να αντιδράσει επειδή συμμετείχε σε διάφορες συνεδρίες της Εναγόμενης, στις οποίες δεν είχε ληφθεί καμία συγκεκριμένη Απόφαση και επειδή αποδέχτηκε την τροποποίηση των Κανονισμών του Ταμείου το 2015 αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του ωφελήματος.

 

112.   Συνεπώς, μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν προκύπτει να υφίσταται η δημιουργία οποιουδήποτε κωλύματος δια συμπεριφοράς (βλ. Α.Η.Κ. ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ (2005) 1(Α) ΑΑΔ, 127 και Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1(Γ) ΑΑΔ, 1522), αφού ο Ενάγοντας ούτε με τα λόγια αλλά ούτε και την συμπεριφορά του προέβη σε διαβεβαίωση προς την Εναγόμενη ότι θα αποδεχόταν για το μέλλον κάθε Απόφαση της Εναγόμενης για μείωση του ωφελήματος της επικουρικής σύνταξης για οποιοδήποτε ποσό ήθελε αποφασιστεί.  

 

113.   Ούτε εντοπίζεται σαφής και ανεπιφύλαχτη δήλωση ή συμπεριφορά από την πλευρά του Ενάγοντα ότι θα παραιτείτο και πως δεν θα επιμείνει στα δικαιώματά του αναφορικά με την όποια μείωση ήθελε γίνει στο ωφέλημα της επικουρικής σύνταξης στο μέλλον (Βλ. National Bank of Greece v. N.I. Droushiotis (Imports-Exports) Co Ltd (1975) 1 C.L.R. 248· Xenopoulos v. Constantinidou (1979) 1 C.L.R. 519· Rodoulli v. Papasavva & Another (1988) 1 C.L.R. 540, Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1 A.A.Δ. 98, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 500, Mardorf Peach v. Attica Sea Carriers [1977] 1 All ER 545, China National v. Evlogia Shipping [1979] 1 All ER 657, Antaios Cia v. Salen Rederierna [1983] 3 All ER 777).

 

114.   Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω ότι η Εναγόμενη παραβίασε τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι του Εναγόμενου αποκόπτοντας του από το ωφέλημα της επικουρικής σύνταξης το συνολικό ποσό των  €92.77 έκαστο μήνα από τις 28/06/2020 μέχρι και σήμερα.

 

115.   Όσο αφορά όμως την αξίωση του Ενάγοντα για «κάθε ποσό που προκύπτει προς όφελος του από την αναπροσαρμογή της σύνταξης λόγω Αυτόματης Τιμαριθμικής Αύξησης», θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας δεν πρόσφερε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει το ύψος του εν λόγω ποσού ή έστω ο τρόπος υπολογισμού και ως εκ τούτου ως προς το σημείο αυτό ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την υπόθεση του στο αναγκαίο επίπεδο και ως εκ τούτου ως προς το μέρος αυτό η σχετική αξίωση του απορρίπτεται.  

 

V.        ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

116.   Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης επιτυγχάνει και εκδίδεται Απόφαση για το ποσό των €92.77 από τις 28/06/2020 μέχρι και τις 28/05/2026 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι εξόφλησης.  

 

Νοείται ότι από το πιο πάνω ποσό θα γίνουν όλες οι νόμιμες αποκοπές που προνοούνται στις σχετικές νομοθεσίες.   

 

117.   Όσο αφορά τα δικηγορικά έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης ως υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης.

 

 

                   (Υπ.)…………………………………………..

                                                                                                  Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. και τα όσα αναφέρει ο (όπως ήταν τότε) Έντιμος Π.Ε.Δ., Α. Δαυίδ στην Αγωγή Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. […] Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676).».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο