ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1556/2018, 23/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1556/2018, 23/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

                                                                                                             Αρ. Αγωγής: 1556/2018

 

              ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ                                                                       

            Ενάγοντας

 

-και-

 

ΠΑΝΙΚΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ

                                                   

                                                       Εναγόμενος                                                                       

Ημερομηνία:  23/03/2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγοντα: κύριος Τούμπας Χ. για Τούμπας και Τούμπας Δ.Ε.Π.Ε.     

Για Εναγόμενο: προσωπικά  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

I.          ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

1.         Δια της παρούσας Αγωγής ο Ενάγοντας διεκδικεί από τον Εναγόμενο το ποσό των 10.179,20 Ευρώ για παράβαση προφορικής Συμφωνίας καθώς επίσης και την έκδοση Αναγνωριστικής Απόφασης του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος έχει παραβιάσει την Συμφωνία που διατηρούσε με τον Ενάγοντα και/ή Γενικές Αποζημιώσεις λόγω παράβασης της Συμφωνίας πλέον τόκο και δικηγορικά έξοδα.

 

2.         Επιχειρώντας μια συνοπτική καταγραφή των όσων καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, η προφορική Συμφωνία που είχε συνάψει με τον Εναγόμενο θα αφορούσε την σύσταση Εταιρείας, στην οποία θα συμμετείχαν από κοινού με τον Εναγόμενο και σε ισότιμο ποσοστό, συνεισφέροντας αρχικά 5.000 Ευρώ έκαστος. Στην πορεία και στην απουσία της οικονομικής δυνατότητας του Εναγόμενου και ενώ η Εταιρεία δεν ιδρύθηκε, ο Ενάγοντας κατέβαλλε το σύνολο των εξόδων για την εισαγωγή των οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο, με τον Εναγόμενο να αναλαμβάνει να επιστρέψει τα χρήματα αυτά στον Ενάγοντα, κάτι το οποίο δεν έγινε εν τέλει με αποτέλεσα το ποσό να είναι αυτό για το οποίο ζητείται η έκδοση Απόφασης. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν και το ποσό ύψους €1.000, το οποίο ο Ενάγοντας δάνεισε στον Εναγόμενο λόγω οικονομικών δυσκολιών.

 

3.         Δια της Έκθεσης Υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείται τα πιο πάνω και αναφέρει ότι το περιεχόμενο της Συμφωνίας που υφίστατο με τον Ενάγοντα ήταν διαφορετικό. Επιχειρώντας μια σύνοψη των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, ο Ενάγοντας προσέγγισε τον Εναγόμενο για να εισάγει από το Ηνωμένο Βασίλειο μεταχειρισμένα οχήματα, λόγω της εμπειρίας του. Για τις υπηρεσίες του Εναγόμενου, συμφωνήθηκε όπως του καταβαλλόταν αμοιβή 20% επί του καθαρού κέρδους που θα είχε από κάθε όχημα.

 

4.         Σημειώνεται ότι λεπτομέρειες των θέσεων εκάστης πλευράς θα αναδειχθούν αμέσως πιο κάτω και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εκεί και όπου εντοπίζονται αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας και της δικογραφίας θα σημειώνονται στο σχετικό σημείο.

 

II.         ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

 

5.         Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τρείς μάρτυρες. Από την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε Ενάγοντας και ο κύριος Χαραλάμπους και από την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος.,

 

6.         Κατωτέρω θα παρατεθεί κατά τρόπο συνοπτικό η μαρτυρία που προσφέρθηκε κατά την ακρόαση. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραθέσει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή ν’ αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς  η μαρτυρία στην πλήρη της έκταση είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

 

7.         Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι έλαβα υπόψη μου όλη την μαρτυρία που προσκομίστηκε στη πλήρη της μορφή.

Η μαρτυρία του ΜΕ1

 

8.         Ο Εναγόμενος είναι κάτοικος Λεμεσού και τον γνωρίζει εδώ και αρκετά χρόνια. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2016 ο Εναγόμενος προσέγγισε τον Ενάγοντα για να δημιουργήσουν μια κοινή Εταιρεία με σκοπό την εισαγωγή οχημάτων από την Αγγλία και την πώληση αυτών στην Κύπρο. Οι όροι της Συμφωνίας η οποία έγινε στην Λεμεσό τον Οκτώβριο του 2016 ήταν ότι η συνεισφορά του Ενάγοντα και του Εναγόμενου στην Εταιρεία θα ήταν από 50% έκαστος και η αρχική συνεισφορά εκάστου θα ήταν €5,000 για την δημιουργία της εταιρείας.

 

9.         Ο Εναγόμενος ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι δεν κατείχε αρκετά χρήματα εκείνη την περίοδο, αλλά ανέμενε από ένα πελάτη του, να λάβει το χρηματικό ποσό των €5,000 το οποίο στην συνέχεια θα χρησιμοποιούσε για την συνεισφορά του στην Εταιρεία για να ξεκινήσουν την συνεργασία τους. Έκαστος θα λάμβανε μερίδιο 50% από τα κέρδη των πωλήσεων κάθε αυτοκινήτου και κατ' επέκταση θα λάμβαναν το 50% των κερδών της Εταιρείας.

 

10.      Κατά ή περί την 11/11/2016 και επειδή ο Εναγόμενος δεν είχε εκείνη την χρονική περίοδο το ποσό των €5,000 πλήρωσε ο Ενάγοντας με δικά του έξοδα αεροπορικό εισιτήριο για τον Εναγόμενο ο οποίος θα μετέβαινε στην Αγγλία, το οποίο στοίχισε €225. Ο σκοπός του ταξιδιού στην Αγγλία από τον Εναγόμενο ήτοι για να μεταφέρει στην Κύπρο οχήματα σε συνεργασία μαζί με τον Ενάγοντα και να ξεκινήσουν μαζί την πιο πάνω συμφωνηθείσα συνεργασία.

 

11.      Κατά ή περί την 28/11/2016, επισκέφτηκε με τον Εναγόμενο την ΣΠΕ Τροόδους στην Λεμεσό, όπου ο Ενάγοντας αντάλλαξε το χρηματικό ποσό των 8.000 (Αγγλικές Στερλίνες) στο ισόποσο ποσό τότε των €9,617.20 το οποίο ποσό στην συνέχεια έδωσε σε μετρητά στον Εναγόμενο, ο οποίος θα μετέβαινε για δεύτερη φορά στην Αγγλία για την αγορά οχημάτων, για έξοδα ξενοδοχείων και άλλων γενικών εξόδων, σχετικά με την συνεργασία τους.  Ο λόγος που ο Ενάγοντας έδωσε το πιο πάνω ποσό στον Εναγόμενο ήταν επειδή ο Ενάγοντας δεν είχε εν τέλει την οικονομική δυνατότητα και συμφώνησαν ότι ο Εναγόμενος με την πρώτη ευκαιρία θα του επέστρεφε το ποσό που του αναλογούσε. Πράγματι, ο Εναγόμενος επέστρεψε από το Λονδίνο και έδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των 6.633 Ευρώ από τα χρήματα που του είχε δώσει ο Ενάγοντας.

 

12.      Ο Εναγόμενος είχε μεταφέρει από το Λονδίνο ένα όχημα μάρκας Mitsubishi CZ2 το οποίο εγγράφηκε επ’ ονόματι του Εναγόμενου. Ως εκ τούτου μετέφερε ο Ενάγοντας σε κάποιο προμηθευτή στην Αγγλία, τον οποίο του υπέδειξε ο Εναγόμενος το ποσό των 4.200 Ευρώ και θα μεταφέρονταν για το ποσό αυτό ακόμα δύο οχήματα στην Κύπρο ίδιου τύπου. Έκαστο όχημα είχε έξοδα μεταφοράς και εκτελώνισης στην Κύπρο 1.100 Ευρώ, τα οποία κατέβαλε ο Ενάγοντας. Συνολικά κατέβαλε ποσό ύψους 3.300 Ευρώ για την μεταφορά και τον εκτελωνισμό. Όταν εν τέλει τα οχήματα αυτά έφτασαν Κύπρο εγγράφηκαν στο όνομα του Εναγόμενου παρά την διαφωνία του Ενάγοντα.

 

13.      Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2017, πλήρωσε το ποσό των €400 το οποίο αντιστοιχούσε σε μικροδιορθώσεις για τα οχήματα τα οποία μεταφέρθηκαν στην Κύπρο από την Αγγλία και ο Εναγόμενος δεν συνείσφερε καθόλου σε αυτό το ποσό, παρόλο που η αρχική συμφωνία ήταν να συνεισφέρουν από 50% έκαστος στην εταιρεία. Κατά ή περί τον Μάρτιο 2017, διερωτήθηκε και ρώτησε τον Εναγόμενο, γιατί τελικά δεν προχωρούσαμε στην εγγραφή της συμφωνηθείσας Εταιρείας και  ο Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν ζήτημα χρόνου και αυτό και η αποπληρωμή όλων των ποσών των οποίων του όφειλε μέχρι τον Μάρτιο του 201 7.

 

14.      Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2017, πωλήθηκαν τα τρία πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα τα οποία ήρθαν από την Αγγλία και από την πώληση των οχημάτων, έλαβε μόνο το ποσό των €2,000. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2017, δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των €1,000 για προσωπικά του έξοδα, αφού δυσκολευόταν οικονομικά και αφού του είχε υποσχεθεί ότι θα μου επέστρεφε όλα τα ποσά που του όφειλε, με την πρώτη ευκαιρία.

 

15.      Κατά παράβαση της μεταξύ τους Συμφωνίας ο Εναγόμενος οικειοποιήθηκε τα χρήματα που είχε δανειστεί και η Εταιρεία που είχαν συμφωνήσει δεν δημιουργήθηκε ποτέ και δεν κατέβαλε κανένα ποσό από τις 10.109,20 Ευρώ που του οφείλει. Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2017, ενημέρωσε προφορικά τον Εναγόμενο για την οφειλή του και τον προέτρεψε να μην δώσει την υπόθεση σε Δικηγόρο και ότι θα έβρισκε λύση. Του εξήγησε ότι από τις €10, 109.20 που του όφειλε τα €225 αφορούσαν αεροπορικό εισιτήριο, €9,617,20 μετρητά χρήματα της ΣΠΕ Τροόδους Λεμεσού, €4,200 έξοδα που στάλθηκαν στον προμηθευτή στην Αγγλία, €3,300 μεταφορικά έξοδα και έξοδα τελωνείου, για τα τρία οχήματα, €400 για να επιδιορθωθούν τα οχήματα που προήλθαν από την Αγγλία και €1,000, χρήματα που του έδωσε για προσωπικά του έξοδα, ανέρχονται σε €18,7 42. Αφού αφαίρεσε τις €8,633 χρήματα τα οποία του επέστρεψε ο Εναγόμενος απομένει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό των €10, 190.20.

 

16.      Ο ΜΕ κατέθεσε συνολικά έξι Τεκμήρια.

 

17.      Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε επί της ουσίας τις θέσεις του χωρίς αν αποκλίνει από αυτές. Ο Εναγόμενος υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις στον Εναγόμενο σε σχέση με το περιεχόμενο της μεταξύ τους Συμφωνίας. Στο πλαίσιο των ερωτήσεων του αυτών αρνήθηκε ότι η μεταξύ τους Συμφωνία ήταν ότι ο Εναγόμενος θα λάμβανε 20% επί των κερδών από την πώληση των οχημάτων και ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε να μεταβεί στην Αγγλία με σκοπό να βοηθήσει τον Ενάγοντα, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα ανέφερε κατά την Κυρίως Εξέταση του. Τέλος, ανέφερε ότι αποφάσισε να συνεργαστεί με τον Εναγόμενο, παρά το ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, επειδή ο Εναγόμενος του ζητούσε συνεχώς χρήματα και εν τέλει τον έπεισε να βάλουν από 50% για να φέρνουν αυτοκίνητα από την Αγγλία.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ2

 

18.      Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Χριστάκης Χαραλάμπους, ο οποίος ανέφερε ότι είναι φίλος των διαδίκων και με τον Εναγόμενο είναι 3ος ξάδελφος. Ανέφερε επίσης ότι γνώριζε ότι ο Ενάγοντας έδινε χρήματα στον Εναγόμενο για να φέρουν κάποια αυτοκίνητα από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από την Αγγλία. Επιβεβαίωσε ότι ο Εναγόμενος πήγε στο εξωτερικό χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει αν του έδωσε χρήματα ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με τα όσα του είχε αναφέρει ο Εναγόμενος για την σχέση του με τον Ενάγοντα «έκαμναν πράξεις με αυτοκίνητα από το εξωτερικό, […] με τα λεγόμενα του Πανίκου του έδινε λεφτά ο Κωνσταντίνου για να φέρνει αυτοκίνητα από το εξωτερικό». Σε σχετική ερώτηση για το κατά πόσο οφείλει ο Εναγόμενος χρήματα προς τον Ενάγοντα ανέφερε «Το μόνο πράγματά που γνωρίζω είναι ότι μετά την διαμάχη που είχαν μεταξύ τους με τα λεφτά, το μόνο που γνωρίζω είναι ότι όταν ανάφερα στον Πανίκο αν ο Κωνσταντίνου του χρωστά κάποια λεφτά για τις δουλειές που έκαμναν, ο Πανίκος ανέφερε ότι τα μόνα λεφτά που χρωστώ είναι 600 Ευρώ και τίποτε άλλο.». Διευκρίνισε δε σχετικά ότι τα 600 Ευρώ αφορούσαν έξοδα διακίνησης στο εξωτερικό και ότι δεν τα χρωστούσε. Από την άλλη ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι του οφείλεται ένα μεγαλύτερο ποσό.

 

19.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι «γνωρίζει μόνο για τα 600 Ευρώ».

 

Η μαρτυρία του ΜΥ

 

20.      O MΥ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι «Ο Μάρτυρας είπε την αλήθεια και αυτό είναι υπέρ του. Τα έγγραφα που καταχώρισε ο Κύριος Τούμπας σαν υπεράσπιση δεν αποδεικνύουν τίποτε παρά μόνο ότι ο πελάτης του πλήρωσε τα αυτοκίνητα να τα αγοράσει, πλήρωσε για να τα φέρει στην Κύπρο και να τα επιδιορθώσει ότι χρειαζόταν. Δεν τα αμφισβητώ αφού είναι δικά του αυτοκίνητα. Τα πούλησε, πήρε τα χρήματα, δεν είχα καμία σχέση με τις πωλήσεις και τις εισπράξεις. Η μοναδική διαφορά που είχαμε ήταν 500 λίρες Αγγλίας. Τίποτε άλλο.»

 

21.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα για περίπου 40 χρόνια, ήταν αρχικά γνωστοί και μετά έγιναν φίλοι. Του ζήτησε ο Ενάγοντας να πάει Αγγλία αφού γνώριζε περί του θέματος αυτοκινήτων για να αγοράσει αυτοκίνητα, δίνοντας του ένα ποσό γύρω στα 1000 Ευρώ και για κάθε αυτοκίνητο που θα πουλούσε θα του έδινε ένα μικρό ποσοστό. Δεν είχαν την οποιαδήποτε συμβατική σχέση αλλά ο Ενάγοντας του ανέφερε «μην έχεις έννοια θα σε δώ». Σε σχέση με την Υπεράσπιση που καταχώρισε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ανέφερε ότι αυτή ετοιμάστηκε από τον Δικηγόρο του και ότι δεν γνώριζε τι είχε «γράψει ο Δικηγόρος». Όταν τον προσέγγισε ο Ενάγοντας, του ανέφερε ότι θα του έδινε ένα ποσό 1000 Ευρώ και ένα ποσό για κάθε όχημα που θα πουλούσε. Αποτέλεσε θέση του ότι ο Ενάγοντας τον κυνηγά εκδικητικά και ότι η μοναδική διαφορά που έχουν «είναι για 500 λίρες». Επίσης αποτέλεσε θέση του Εναγόμενου ότι ήταν ο Ενάγοντας που τον προσέγγισε και όχι ο ίδιος.

 

22.      Σε σχετική ερώτηση για ποιο λόγο να του δώσει ο Ενάγοντας 8000 λίρες αφού δεν υπήρχε μεταξύ τους Συμφωνία και να του δίδει και επιπλέον 20% ποσοστό, ενώ θα μπορούσε να προσλάβει μια Εταιρεία και να πληρώνει μόνο την αγορά των οχημάτων, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι αυτό έγινε επειδή δεν γνώριζε κανένα στην Αγγλία ο Ενάγοντας. Ο ίδιος το είχε κάνει ξανά στο παρελθόν και ο μοναδικός λόγος που ήθελε να του δώσει ποσοστό ο Ενάγοντας ήταν «γιατί το κάθε αυτοκίνητο δεν θα είχε κανένα πρόβλημα». Απέδωσε την προσέγγιση του Ενάγοντα στον Εναγόμενο στο ότι ο ίδιος είναι «γνώστης» και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο βρισκόταν στην Αγγλία θα πληρωνόταν 500-700 λίρες για να «πάει να δει ένα αυτοκίνητο και αν το αυτοκίνητο ήταν προβληματικό τα λεφτά χάνονταν και ο ίδιος θα πήγαινε να δει το όχημα και αν το όχημα ήταν προβληματικό τότε δεν θα χάνονταν τα λεφτά». Ανέφερε επίσης ο Εναγόμενος ότι η συμφωνία του με τον Ενάγοντα ήταν ότι τα οχήματα θα «τα έβλεπαν μηχανικά.»

 

23.      Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι ο Ενάγοντας του έδωσε 8.000 λίρες Αγγλίας για να αγοράσει οχήματα χωρίς όμως να αγοράσει αφού δεν άρεσαν στον Ενάγοντα. Ξόδεψε στην Αγγλία περίπου 1200 λίρες, από τις οποίες τις 800 λίρες τις έλαβε από τα χρήματα του Ενάγοντα και «έβαλε και ο ίδιος 400 λίρες» και επέστρεψε στον Ενάγοντα 7200 λίρες Αγγλίας. Αγόρασε για τον εαυτό του ένα όχημα το οποίο μετέφερε στην Κύπρο και το ενέγραψε στο όνομα του. Αγόρασε και ο Ενάγοντας ένα όχημα δια μέσω του Συνδέσμου που του είχε δώσει ο Εναγόμενος, το οποίο ενέγραψε στο όνομα του και πάλι ο Εναγόμενος. Όταν ερωτήθηκε για τον λόγο ανέφερε «δεν ξέρω» και ότι αποδέχτηκε επειδή θα πληρωνόταν και ότι έγραψε ένα όχημα στο όνομα του και ένα στον πατέρα του, επειδή δεν μπορούσε να το γράψει στο όνομα του αφού θα θεωρείτο «πωλητής αυτοκινήτων». Την κατοχή των οχημάτων την είχε ο Ενάγοντας και όχι ο ίδιος και δεν γνώριζε κατά πόσο πλήρωσε ο Ενάγοντας μικροδιορθώσεις. Επιπλέον, ανέφερε ότι έδιδε «ανοιχτή μεταβίβαση» στον Ενάγοντα.

 

24.      Σε σχέση με τα δύο οχήματα που αγόρασε ο Ενάγοντας από την Αγγλία και τα μετέφερε στην Κύπρο εγγράφοντας τα στο όνομα του Εναγόμενου και του πατέρα του δεν είχε καμία εμπλοκή αφού σύστησε στον Ενάγοντα ένα μηχανικό αυτοκινήτων ο οποίος είχε κάνει τις διευθετήσεις. Ερωτήθηκε σε σχέση με τον εκτελωνισμό των οχημάτων και ανέφερε ότι «δεν γνωρίζω» παρά το ότι ήταν στο όνομα του τα οχήματα που εγγράφηκαν. Σε σχετικές ερωτήσεις κατά πόσο πουλήθηκαν τα οχήματα ανέφερε ότι «δεν γνωρίζω» παρά το ότι ήταν στο όνομα του και παρά το ότι θα λάμβανε 20% από την πώληση σύμφωνα με την θέση του. Επίσης ανέφερε ότι ο λόγος που δεν διεκδίκησε το ποσό αυτό ήταν επειδή «ήρθαν σε αντιπαράθεση και δεν είχαμε σχέση».

 

III.       ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

25.      Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται.

 

26.      Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Όπως τίθεται από την νομολογία «υπάρχουν δύο στάδιο πνευματικής διεργασίας». Το πρώτο στάδιο είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας και με στόχο την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Το δεύτερο στάδιο είναι η διαπίστωση κατά πόσο ο Ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (συνδυασμένη ανάγνωση των  Pashkovskiy v. Pashkovskayia (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 657, 667, R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd. (1996) 1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084, Wynne v Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014).

 

27.      Η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614).

 

28.      Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη «φόρμουλα» για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και την εξακρίβωση της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου. Ως εκ τούτου έχουν καθιερωθεί κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί της ζωής, που προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.  Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές ή ακόμα και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψής στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους, όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του  (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165, Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου  (1999)  1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου (2000) 1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.  (2001)  2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016).  

 

29.      Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός προσώπου αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας (βλ. Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

30.      Το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, ECLI:CY:AD:2017:C35).

 

31.      Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

32.      Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια  μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο  βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339)[1].

 

33.      Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα (Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304), ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454).

 

34.      Διευκρινίζεται ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

35.      Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης που έχει καθορίσει η νομολογία των Δικαστηρίων προβαίνω στην πιο κάτω αξιολόγηση.

 

 

 

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1

 

 

36.      Προσεγγίζω την μαρτυρία του με προσοχή καθότι είναι ο Ενάγοντας και έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Παρά το γεγονός αυτό, ο ΜΕ1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και οι απαντήσεις του ήταν ευθείς. Η θέση και η μαρτυρία του παρουσίαζε λογική συνοχή και κατά την αντεξέταση ήταν σταθερός στις απαντήσεις του. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση και επέμεινε στην θέση του ότι είχε συνάψει προφορική Συμφωνία με τον Εναγόμενο για την ίδρυση Εταιρείας με σκοπό την αγοραπωλησία αυτοκινήτων. Η μαρτυρία και οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 υποστηριζόταν από σχετικά Τεκμήρια και ιδιαίτερα όσο αφορά τα ποσά που σήμερα διεκδικεί. Ωστόσο θα πρέπει να γίνει μια διευκρίνιση σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο σε αντιπαραβολή με τα Τεκμήρια που κατέθεσε καθότι παρατηρείται μια μικρή απόκλιση μεταξύ των ποσών που ανέφερε και των όσων καταγράφονται στα σχετικά Τεκμήρια. Συγκεκριμένα από τα Τεκμήρια 4.1, 4.2, 4.3 και 4.4. προκύπτει ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €860, €920 και €862.69 για τον εκτελωνισμό των οχημάτων ενώ για τις διορθώσεις του οχήματος κατέβαλε το ποσό των €380 (βλ. Τεκμήριο 6). Λαμβάνοντας υπόψη την γενικότερη θετική αξιολόγηση του Ενάγοντα, κρίνεται ότι αυτή η μικρή απόκλιση μεταξύ της μαρτυρίας που κατατέθηκε και των Τεκμηρίων δεν είναι σε θέση να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ1. Επιπλέον και σε σχέση με το ποσό των €1.000,00 που ανέφερε ότι καταβλήθηκε στον Εναγόμενο για τα προσωπικά του έξοδα, δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την καταβολή των χρημάτων αυτών προς τον Εναγόμενο, κάτι το οποίο εγείρει ερωτήματα καθότι σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα ποσά που διεκδικεί ο Ενάγοντας, προσκόμισε σχετικά Τεκμήρια από τα οποία προέκυπτε η καταβολή των χρημάτων αυτών. Ούτε κατέστη σαφές κατά πόσο ο Ενάγοντας διεκδικεί το ποσό αυτό δια της παρούσας Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση οι αναφορές του ήταν ιδιαίτερα ασαφείς ως προς το ποσό αυτό και αόριστες και τα όσα αναφέρθηκαν δεν μπορούν να αποτελέσουν στέρεο υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου τα όσα ανέφερε σχετικά με το δάνειο προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €1.000 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2

 

37.      Ο ΜΕ2 κατέθεσε επί της ουσίας εξ’ ακοής μαρτυρία και ανέφερε, χωρίς να εξηγήσει την πηγή της γνώσης του ότι «γνώριζε» ότι ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος είχαν συμφωνία για αγοραπωλησία οχημάτων. Επίσης ανέφερε ότι γνώριζε εξ’ όσων του είχε πει ο Ενάγοντας ότι του χρωστούσε περισσότερα από 660 Ευρώ ο Εναγόμενος ενώ ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι του όφειλε 660 Ευρώ. Σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία, στην υπόθεση Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλας άλλως Στάλως Χριστοδούλου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1779, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

 

«Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.ά. v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ.. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο Άρθρο 27 (2) δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου v. Στυλιανού (2009) 1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.ά. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 1002). Το Άρθρο 27 (3) προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη v. Ταμπούρα (2010) 1 Α.Α.Δ. 1108 και Χριστοφή κ.ά. v. Δημητρίου κ.ά. (2009) 1 Α.Α.Δ. 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331.»

 

38.      Παρά το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε σε οποιοδήποτε σημείο ότι ο ΜΕ2 ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μην πει την αλήθεια, εντούτοις η μαρτυρία του ήταν γενική και αόριστη. Ανέφερε γενικά ότι γνώριζε για την Συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, χωρίς να προσδιορίσει το περιεχόμενο της Συμφωνίας και χωρίς να αναφέρει την πηγή της γνώσης του ενώ κατά τον ίδιο τρόπο ανέφερε αυτά που του ανέφερε τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Εναγόμενος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο υπόβαθρο η μαρτυρία του ΜΕ2 για την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος. Πέραν του ότι δεν αναφέρθηκε η πηγή της γνώσης του ΜΕ2, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε το χρονικό διάστημα στο οποίο έγινε η σχετική δήλωση, κατά πόσο η πηγή της γνώσης του είναι πρώτου βαθμού, ή αν μεταφέρθηκε η αρχική δήλωση επακριβώς. Ούτε βέβαια ήταν σε θέση να προσδιορίσει το περιεχόμενο αυτής της Συμφωνίας. Το μόνο που προσέφερε ο ΜΕ2 ως μαρτυρία ήταν αυτά που ειπώθηκαν είτε από τον Ενάγοντα, είτε από τον Εναγόμενο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2 δεν κρίνονται ως αξιόπιστη μαρτυρία και δεν μπορούν να αποτελέσουν στέρεο υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος για τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ

 

39.      Προσεγγίζοντας την μαρτυρία του ΜΥ με προσοχή έχοντας υπόψη ότι είναι ο Εναγόμενος και έχει προσωπικό συμφέρον από την πορεία της υπόθεσης, ο ΜΥ δεν μου έκανε καλή εντύπωση καθότι η μαρτυρία του ήταν ασαφής, αόριστη και αντιφατική και σε άλλα σημεία συγκεχυμένη χωρίς να παρουσιάζει λογική συνοχή και ακολουθία. Όσο αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας του θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε αρκετά σημεία ο Εναγόμενος ήταν έντονος και απαντούσε με εκνευρισμό στις απαντήσεις που του υπέβαλλε ο Συνήγορος του Ενάγοντα. Ο εκνευρισμός αυτός δεν έγινε αντιληπτό να οφειλόταν στο ότι ο Εναγόμενος εκπροσωπούσε τον εαυτό του στην όλη διαδικασία, αλλά ήταν άμεσα συνυφασμένος με τις απαντήσεις που καλείτο να δώσει κάθε φορά και αξιοποιούσε κάθε ευκαιρία που διαφωνούσε με τις ερωτήσεις του Συνηγόρου του Ενάγοντα για να προκαλέσει ένταση και αντιπαράθεση.

 

40.      Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί η νομολογιακή αρχή ότι η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς, αποτελεί δείκτη αξιοπιστίας κάποιου μάρτυρα (βλ. Νεοφύτου κ.α ν Γερακιώτη , (2010) 1 Α.Α.Δ. 25).  Αποτέλεσε δικογραφημένη υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι η μεταξύ τους Συμφωνία ήταν ότι θα μετέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο «με έξοδα του Ενάγοντα» και ο Ενάγοντας θα «του έδινε 20% επί του καθαρού κέρδους που θα είχε για κάθε ένα αυτοκίνητο.» Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν είχε Συμφωνία με τον Ενάγοντα ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι «όταν τον προσέγγισε ο Ενάγοντας, του ανέφερε ότι θα του έδινε ένα ποσό 1000 Ευρώ και ένα ποσό για κάθε όχημα που θα πουλούσε.».

 

41.      Ούτε όμως η λοιπή μαρτυρία του Εναγόμενου και η θέση του ήταν ξεκάθαρη. Παρά το γεγονός ότι ανέφερε ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να ελέγχει μηχανικά τα οχήματα, εντούτοις παραδέχτηκε ότι δεν είχε μηχανικές γνώσεις. Αντίστοιχα,  ανέφερε ότι η συμφωνία με τον Ενάγοντα έγινε για να μην επωμίζεται ο Ενάγοντας την χρέωση από μηχανικούς οι οποίοι θα έπρεπε να μεταβαίνουν για να εξετάζουν κάθε όχημα ξεχωριστά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εντούτοις χωρίς να δώσει την οποιαδήποτε εξήγηση ο Εναγόμενος ανέφερε ότι «έδωσε» στον Ενάγοντα τα στοιχεία του «συνδέσμου» του μέσω του οποίου ο Ενάγοντας «έφερε δύο οχήματα». Εδώ έγκειται η αντίφαση στην μαρτυρία του Εναγόμενου καθότι από την μια δήλωνε ότι ο λόγος για τον οποίο τον προσέγγισε ο Ενάγοντας ήταν για να μην καταβάλλει χρήματα κάθε φορά που θα ελέγχονταν τα οχήματα μηχανικά από τρίτους και από την άλλη ανέφερε ότι εν τέλει ο Ενάγοντας αγόρασε δύο οχήματα δια του «συνδέσμου» του χωρίς την εμπλοκή του Εναγόμενου, τα οποία οχήματα εγγράφηκαν εν τέλει στο όνομα του Εναγόμενου και του πατέρα του. Δεν κατέστη σαφές και ούτε δόθηκε η οποιαδήποτε εξήγηση από τον Εναγόμενο για πλέγμα αυτών των γεγονότων με τρόπο που να μπορεί το Δικαστήριο να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα ως προς την ίδια την υπερασπιστική γραμμή του Εναγόμενου. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ο Ενάγοντας προέβαλε την θέση ότι πλήρωσε τα έξοδα εκτελωνισμού και για τα τρία οχήματα, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε δια της προσκόμισης αντίθετης μαρτυρίας, ενώ ο Εναγόμενος παρά το ότι ανέφερε ότι εισήγαγε το πρώτο όχημα για δικούς του σκοπούς, εντούτοις δεν παρουσίασε το οποιοδήποτε έγγραφο.

 

42.      Ούτε ήταν σε θέση ο Εναγόμενος να δώσει την οποιαδήποτε εξήγηση για την τύχη αυτών των οχημάτων και για τον εκτελωνισμό τους παρά το ότι εγγράφηκαν στο όνομα του και του πατέρα του. Η θέση του ότι έδιδε «ανοιχτή μεταβίβαση» δεν επεξηγήθηκε περαιτέρω ενώ έρχεται και σε αντίφαση με την λοιπή μαρτυρία του. Εξ’ όσων γίνεται αντιληπτό από το σύνολο της μαρτυρίας του Εναγόμενου, μετά την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια του να εισάγει όχημα για τον Ενάγοντα, αφού όπως ανέφερε το εισήγαγε για δικούς του σκοπούς εν τέλει, έδωσε τα στοιχεία του συνδέσμου του προς τον Ενάγοντα, ο οποίος τα εισήγαγε με δικές του ενέργειες. Δεν παρουσιάστηκε η οποιαδήποτε μαρτυρία που να παρουσιάζει λογική συνάφεια και συνοχή που να εξηγεί τον λόγο που ο Ενάγοντας συνέχισε να εγγράφει οχήματα στο όνομα του Εναγόμενου με τον τελευταίο να δίδει «ανοιχτές μεταβιβάσεις».  

 

43.      Όλα τα πιο πάνω καθιστούν την όποια αποδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου ακροσφαλή.

 

 

 

 

Συμπέρασμα Αξιολόγησης Μαρτυρίας

 

44.      Για τους λόγους που έχουν σημειωθεί πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στον βαθμό που ανωτέρω έχει καταγραφεί.  

 

45.      Αντίθετα, για τους λόγους που επίσης αναφέρονται πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ2 και του ΜΥ κρίνεται αναξιόπιστη και δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα.

 

Τα γεγονότα όπως εξάγονται από την μαρτυρία

 

46.      Συνεπεία των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την δικογραφία, τα επίδικα γεγονότα και τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, εξάγονται τα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση:

 

(i)        Tον Οκτώβριο του 2016 ο Εναγόμενος προσέγγισε τον Ενάγοντα για να δημιουργήσουν μια κοινή Εταιρεία με σκοπό την εισαγωγή οχημάτων από την Αγγλία και την πώληση αυτών στην Κύπρο. Οι όροι της Συμφωνίας η οποία έγινε στην Λεμεσό τον Οκτώβριο του 2016 ήταν ότι η συνεισφορά του Ενάγοντα και του Εναγόμενου στην Εταιρεία θα ήταν από 50% έκαστος και η αρχική συνεισφορά εκάστου θα ήταν €5,000 για την δημιουργία Εταιρείας×

 

(ii)       Επειδή ο Εναγόμενος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα κατά το στάδιο εκείνο, συμφώνησε με τον Ενάγοντα ότι θα του έδιδε τα χρήματα  για την συνεισφορά του σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο×

 

(iii)      Έκαστος θα λάμβανε μερίδιο 50% από τα κέρδη των πωλήσεων κάθε αυτοκινήτου και κατ' επέκταση θα λάμβαναν το 50% των κερδών της Εταιρείας×

 

(iv)      Κατά ή περί την 11/11/2016 και επειδή ο Εναγόμενος δεν είχε εκείνη την χρονική περίοδο το ποσό των €5,000 πλήρωσε ο Ενάγοντας με δικά του έξοδα αεροπορικό εισιτήριο για τον Εναγόμενο ο οποίος θα μετέβαινε στην Αγγλία, το οποίο στοίχισε €225. Ο σκοπός του ταξιδιού στην Αγγλία από τον Εναγόμενο ήταν για να μεταφέρει στην Κύπρο οχήματα σε συνεργασία μαζί με τον Ενάγοντα και να ξεκινήσουν μαζί την πιο πάνω συμφωνηθείσα συνεργασία×

 

(v)       Κατά ή περί την 28/11/2016, επισκέφτηκε ο Ενάγοντας με τον Εναγόμενο την ΣΠΕ Τροόδους στην Λεμεσό, όπου ο Ενάγοντας αντάλλαξε το χρηματικό ποσό των 8.000 (Αγγλικές Στερλίνες) στο ισόποσο ποσό τότε των €9,617.20 το οποίο ποσό στην συνέχεια έδωσε σε μετρητά στον Εναγόμενο, ο οποίος θα μετέβαινε για δεύτερη φορά στην Αγγλία για την αγορά οχημάτων, για έξοδα ξενοδοχείων και άλλων γενικών εξόδων, σχετικά με την συνεργασία τους×

 

(vi)      ‘Όταν ο Εναγόμενος επέστρεψε από το Λονδίνο και έδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των 6.633 Ευρώ από τα χρήματα που του είχε δώσει ο Ενάγοντας×

 

(vii)    Ο Εναγόμενος είχε μεταφέρει από το Λονδίνο ένα όχημα μάρκας Mitsubishi CZ2 το οποίο εγγράφηκε επ’ ονόματι του Εναγόμενου. Ως εκ τούτου μετέφερε ο Ενάγοντας σε κάποιο προμηθευτή στην Αγγλία, τον οποίο του υπέδειξε ο Εναγόμενος το ποσό των 4.200 Ευρώ και θα μεταφέρονταν για το ποσό αυτό ακόμα δύο οχήματα στην Κύπρο ίδιου τύπου. Έκαστο όχημα είχε έξοδα μεταφοράς και εκτελώνισης στην Κύπρο των €860, €920 και €862.69 (βλ. Τεκμήρια 4.1, 4.2, 4.3 και 4.4) τα οποία κατέβαλε ο Ενάγοντας. Συνολικά κατέβαλε ποσό ύψους 2.642.69 Ευρώ για την μεταφορά και τον εκτελωνισμό. Όταν εν τέλει τα οχήματα αυτά έφτασαν Κύπρο εγγράφηκαν στο όνομα του Εναγόμενου παρά την διαφωνία του Ενάγοντα×

 

(viii)   Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2017, πλήρωσε το ποσό των €380 (βλ. Τεκμήριο 6) το οποίο αντιστοιχούσε σε μικροδιορθώσεις για τα οχήματα τα οποία μεταφέρθηκαν στην Κύπρο από την Αγγλία και ο Εναγόμενος δεν συνείσφερε καθόλου σε αυτό το ποσό, παρόλο που η αρχική συμφωνία ήταν να συνεισφέρουν από 50% έκαστος στην εταιρεία×

 

(ix)      Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2017, πωλήθηκαν τα τρία πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα τα οποία ήρθαν από την Αγγλία και από την πώληση των οχημάτων, έλαβε μόνο το ποσό των €2,000×

 

 

IV.       ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

47.      Ενόψει των όσων σημειώθηκαν πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η πλευρά του Ενάγοντα έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 ΑΑΔ 665).

 

48.      Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που ο Συνήγορος του Ενάγοντα παρέδωσε στο Δικαστήριο αλλά και τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο Εναγόμενος δια της προφορικής του αγόρευσης και εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε αυτές (βλ. Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238  & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).  

Οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη Συμφωνίας

 

49.      Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.»

 

50.      Στις περιπτώσεις όπου η Αγωγή βασίζεται σε παράβαση Συμφωνίας τότε οι οι ουσιώδεις όροι της πρέπει να δικογραφούνται, όπως και ο χρόνος σύναψής της, οι συμμετέχοντες και η αντιπαροχή (βλ. Eurogal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd, Πολιτική έφεση 110/2012, ημερομηνίας 14.10.2014).

 

51.      Το ερώτημα που αναδύεται μέσα από τα όσα έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο απέδειξε στον απαραίτητο βαθμό ο Ενάγοντας έγκυρη Συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου.

 

52.      Σε ένα πρώτο επίπεδο αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι η Συμφωνία των διαδίκων παρουσιάζει ασάφεια ως προς ουσιώδεις πτυχές της. Ο βέβαιος καθορισμός των ουσιωδών όρων της συμφωνίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητά της. To βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο τρίτος ο οποίος ειλικρινά αναζητεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι σε θέση να το πράξει. Οι ουσιώδεις όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας εξαρτώνται από το αντικείμενο και το περιεχόμενό της.  (βλ. ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΟΙΝΙΩΤΗΣ ν. GREENMAR NAVIGATION LIMITED ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ, (1990) 1 ΑΑΔ 686, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499). Το γεγονός ότι τα μέρη συνομολόγησαν κάποια σύμβαση είναι από μόνο του ενδεικτικό ότι είχαν τη βασική πρόθεση να δεσμευθούν σχετικά με τα όσα συμφώνησαν και τα Δικαστήρια θα πρέπει να βοηθήσουν τα μέρη να παραμείνουν δεσμευμένα στα όσα συμφώνησαν (βλ Whitecap Leisure Ltd v. John H Rundle Ltd 406 [2008] 2 Lloyd’s Rep. 216).  Στην περίπτωση που η κατ’ ισχυρισμό Σύμβαση είναι ασαφής ή ατελής ή σαφώς προνοεί τη λήψη περαιτέρω διεργασιών για να ολοκληρωθεί η συνομολόγηση της, τότε δεν υπάρχει δεσμευτική νομικά σύμβαση και το Δικαστήριο θα αρνηθεί να την εφαρμόσει.  (βλMamidoil - Jet Οil Greek Petroleum Co SA v. Okta, Crude Oil Refinery AD (2001) 2 Lloyd' s Rep. 76).

 

53.      Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149 προνοεί ότι «Συμφωνίες των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες».

 

54.      Αυτό που παρατηρείται από την μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι υφίσταται μια αοριστία και ασάφεια ως προς την έκταση των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών. Το μοναδικό σημείο ως προς το οποίο δεν υφίσταται ασάφεια είναι στο ότι ότι τα μέρη συμφώνησαν επί της ουσίας το πλαίσιο της μελλοντικής τους συνεργασίας. Θα ίδρυαν εταιρεία στην οποία θα συμμετείχαν με ίσο μερίδιο έκαστος και θα κατέβαλλαν ως αρχικό κεφάλαιο το ποσό των 5.000 Ευρώ και μέσα από αυτή την Εταιρεία θα διενεργούσαν τις αγοραπωλησίες των αυτοκινήτων που θα αγόραζαν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Με άλλα λόγια η συνεισφορά εκάστου εκ των μερών της Συμφωνίας θα γινόταν προς την Εταιρεία. Η σαφήνεια της εν λόγω προφορικής Συμφωνίας τελειώνει όμως εκεί.  Με απλά λόγια, πότε θα ιδρυόταν αυτή η Εταιρεία και από ποιόν, ποιος θα ήταν αξιωματούχος και πόσο μερίδιο θα λάμβανε το κάθε μέρος στην εν λόγω Εταιρεία, ποιος θα κατέβαλλε τα έξοδα της Εταιρείας αυτής τι όνομα θα έφερε και ποιο θα ήταν το εγγεγραμμένο γραφείο της (βλ. τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113) δεν καταγράφεται πουθενά. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, διαπιστώνεται ότι η σχετική Συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών ήταν τόσο ασαφής που δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

 

55.      Μέσα στο ίδιο πλέγμα γεγονότων εντάσσεται και από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο του ποσού των 1.000 Ευρώ και δεν έγινε καμία διαφοροποίηση της καταβολής του ποσού αυτού από το λοιπό πλαίσιο συνεργασίας που είχε ο Ενάγοντας με τον Εναγόμενο.

 

56.      Όμως, για να είναι έγκυρη μια Συμφωνία θα πρέπει να υπάρχει και αντιπαροχή. Όπως καταγράφεται στην Thomas v. Thomas (1842) 2 Q.B. 851 «Α valuable consideration in the sense of the law may consist either in some right, interest, profit or benefit accruing to one party, or some forbearance, detriment, loss or responsibility given, suffered or undertaken by the other.» (βλ.  ΛΗΔΑ ΜΑΡΔΑΠΗΤΤΑ – ΧΑΤΖΗΠΑΝΤΕΛΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, (2008) 1 ΑΑΔ 316). Η αντιπαροχή μπορεί να συνίσταται μεταξύ άλλων σε κάποιο δικαίωμα, συμφέρον, κέρδος ή όφελος σε σχέση με το ένα μέρος ή κάποια ζημιά, απώλεια ή ευθύνη την οποία αναλαμβάνει από το άλλο μέρος κατόπιν απαίτησης του (βλ. Halsbury's Laws of England, Contract (Volume 22 (2025)), παρ. 110). Στο σύγγραμμα «Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Τρίτος, του Π. Γ. Πολυβίου, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προς τον ορισμό της αντιπαροχής:

 

«Όποιος και να είναι ο καλύτερος ορισμός της έννοιας της αντιπαροχής, η βασική ιδέα είναι ότι χωρίς αντάλλαγμα δεν υπάρχει δεσμευτική υπόσχεση ή συμφωνία […] Θέτοντας το θέμα κάπως διαφορετικά, δεν μπορεί να υπάρξει νομικά δεσμευτική σύμβαση χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της αντιπαροχής, το οποίο καθιστά νομικά έγκυρη και εφαρμοστέα την πρόταση, προσφορά ή υπόσχεση.»

 

57.      Μια Συμφωνία που γίνεται χωρίς αντιπαροχή παραμένει απλή υπόσχεση (βλ. Four Oaks Estate Ltd v Hadley (1986) Times, 2 July).

 

58.      Σύμφωνα με τον Treitel the Law of Contract, 8η έκδοση, 1991, ο παραδοσιακός ορισμός της αντιπαροχής επικεντρώνεται πάνω στην προϋπόθεση ότι πρέπει να δοθεί «κάτι αξίας» και κατ’ ακολουθίαν αναφέρει ότι η αντιπαροχή αποτελείται είτε από κάποια ζημιά στον δανειστή (promisee) επειδή θα δώσει αξία, ή από κάποιο όφελος προς τον οφειλέτη (promisor) επειδή θα πάρει αξία συνήθως αυτή η ζημιά και το όφελος είναι απλώς το ίδιο πράγμα εξεταζόμενα από διαφορετικές σκοπιές (βλ. R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 1074).

 

59.      Αντίστοιχα καταγράφονται και στο άρθρο 2 (2) (δ) του περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 ορίζει την αντιπαροχή ως εξής: «όταν, με απαίτηση του οφειλέτη, ο δανειστής ή οποιοσδήποτε τρίτος προέβηκε ή προβαίνει ή υπόσχεται να προβεί σε πράξη ή αποχή, η πράξη αυτή ή αποχή καλείται “αντιπαροχή” για την υπόσχεση».

 

60.      Στην Γεωργίου κ.ά. v. Ανδρέου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2015, ημερομηνίας 8/02/2024 καταγράφεται ότι «Σύμφωνα με το άρθρο 25 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μια συμφωνία για να είναι έγκυρη και να συνιστά σύμβαση πρέπει να συνάφθηκε με αντιπαροχή.  Αν συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός εάν είναι συμφωνία όπως περιγράφεται στις παρ. (α), (β) ή (γ) του άρθρου αυτού.»

 

61.      Όταν υφίσταται προφορική Συμφωνία τότε σχετικά καθίστανται τα όσα καταγράφει το άρθρο 25 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο αναφέρει ότι μια Συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη, εκτός αν «[…] (β) είναι υπόσχεση αποζημίωσης, εν όλω ή εν μέρει, προσώπου το οποίο ήδη έπραξε κάτι εκούσια για τον οφειλέτη ή έπραξε κάτι το οποίο ο οφειλέτης θα μπορούσε νομικά να υποχρεωθεί να πράξει~».

 

62.      Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε στην Λήδα Μαρδαπήττα - Χατζηπαντελή v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2008) 1 Α.Α.Δ. 316 όπου καταγράφεται το ακόλουθο:

 

«Η πρόνοια του Άρθρου 25(1) (β) συνιστά εξαίρεση στο γενικό κανόνα ότι υπόσχεση που δίνεται χωρίς αντιπαροχή, είναι άκυρη.  Υπόσχεση να πληρώσει κάποιος κάτι ή να κάμει κάποιος κάτι για το οποίο έχει νομική υποχρέωση να το κάμει είναι υπόσχεση χωρίς αντιπαροχή, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για καλό αγώγιμο δικαίωμα, εκτός αν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Άρθρου 25.  Το επίρρημα «εκούσια» (voluntarily) θα πρέπει κατ' ανάγκη να ερμηνευθεί ως αποκλείον οτιδήποτε γίνεται κατά παράκληση ή κατά παραγγελία ή κατ' επιθυμία του υποσχομένου (οφειλέτη). Σε αντίθεση, οτιδήποτε ήδη προσφέρθηκε, με απαίτηση του υποσχομένου,  μπορεί μόνο να συνιστά καλήν αντιπαροχή, σύμφωνα με το Άρθρο 2(2)(δ) του Κεφ. 149. Φαίνεται επομένως ότι, με την ορθή ερμηνεία του επιρρήματος «εκούσια» στο Άρθρο 25(1)(β), αυτή η πρόνοια καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο, χωρίς τη γνώση του υποσχομένου (οφειλέτη) ή, εν πάση περιπτώσει, όχι κατ' απαίτηση, επιθυμία, παράκληση ή παραγγελία του, προσφέρει στον οφειλέτη κάποιαν υπηρεσία και στη συνέχεια ο οφειλέτης αναλαμβάνει να το αποζημιώσει για την υπηρεσία του.  Σε τέτοια περίπτωση η υπόσχεση δεν χρειάζεται αντάλλαγμα για να είναι νομικά έγκυρη.»

 

63.      Με απλά λόγια το τι καταγράφει η νομοθεσία και νομολογία είναι ότι για να υφίσταται αντιπαροχή πρέπει να υπάρχει κάποιο αντάλλαγμα για να μπορεί να υπάρξει έγκυρη συμφωνία μεταξύ, πλην της εξαίρεσης που καταγράφηκε πιο πάνω. Σημειώνεται δε ότι η ως άνω εξαίρεση δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης.

 

64.      Ανατρέχοντας στις πρόνοιες της Συμφωνίας όπως αυτές τέθηκαν από τον Ενάγοντα κατά την μαρτυρία του και τα δύο μέρη ανέλαβαν την εκατέρωθεν υποχρέωση να καταβάλουν το ποσό των 5.000 Ευρώ, αρχικά και γενικότερα έκαστος 50% ως συνεισφορά στην Εταιρεία που θα ίδρυαν από κοινού και ως όφελος από αυτή την συνεισφορά θα εισέπρατταν έκαστος από 50% των κερδών που θα προέκυπταν από αυτή την Εταιρεία.  

 

65.      Ωστόσο, δεν δημιουργήθηκε μέσα από την Συμφωνία των μερών η οποιαδήποτε υποχρέωση στο οποιοδήποτε μέρος από την οποία να επωφελείτο το άλλο μέρος. Η όλη Συμφωνία των μερών εξαντλείτο στην ίδρυση Εταιρείας η οποία θα λειτουργούσε για την αγοραπωλησία οχημάτων και στην ουσία θα συνείσφεραν σε αυτή την Εταιρεία και γενικότερα στην συνεργασία τους για εισαγωγή οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο, έκαστος το 50% για την αγορά των οχημάτων, με αρχική συνεισφορά το ποσό των 5.000 Ευρώ. Τα μέρη αντάλλαξαν μεταξύ τους επί της ουσίας υπόσχεση ίδρυσης μιας Εταιρείας και συμφώνησαν να συνεισφέρουν έκαστος κατά το ήμισυ στην συνεργασία τους αυτή. Οι σχέσεις των μερών θα ρυθμίζονταν πλέον μέσω της εν λόγω Εταιρείας. Δεν ανέλαβε κανένα από τα μέρη υποχρέωση προς όφελος της άλλης πλευράς.

 

66.      Στην απουσία αντιπαροχής ως αυτή έχει αναλυθεί πιο πάνω, δεν έχει καταρτιστεί έγκυρη Συμφωνία μεταξύ των μερών με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να μην έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ως όφειλε.

 

 

Αδικαιολόγητος πλουτισμός

 

67.      Στην απουσία έγκυρης Σύμβασης, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο το διεκδικούμενο ποσό μπορεί να διεκδικηθεί στην βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

68.      Εξάλλου, ή έλλειψη αντιπαροχής ή ανταλλάγματος βρίσκεται στον πυρήνα αξίωσης που εδράζεται στην αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1077.) Στο σύγγραμμα του Πόλυ Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», Τόμος Β (Έκδοση 2021) σελ. 778, η αρχή, συνοψίζεται με στόχευση ως ακολούθως:

 

«Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο κρίνεται ως υπεύθυνο να προβεί σε αποκατάσταση (restitution) υπέρ κάποιου άλλου προσώπου εκτός των παραμέτρων του δικαίου των συμβάσεων, επί τη βάσει του ακόλουθου συλλογισμού. Ο Εναγόμενος έχει αποκομίσει κάποιο όφελος από τον Ενάγοντα, θεωρείται άδικο ο Ενάγων να στερηθεί του οφέλους και/ή ο Εναγόμενος να καρπωθεί το υπό κρίση όφελος σε βάρος του Ενάγοντα, δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ τους με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η απόδοση θεραπείας στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων, αλλά παρά ταύτα κρίνεται ότι θα πρέπει να υπάρξει κάποια θεραπεία η οποία να εμποδίζει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγόμενου σε βάρος του ενάγοντα.  Επομένως, το Δικαστήριο εκδίδει κάποια μη συμβατική θεραπεία, είτε στο κοινοδίκαιο είτε στο πλαίσιο των αρχών της επιείκειας, με σκοπό την αποκατάσταση της ορθής τάξης πραγμάτων, που συνήθως συνεπάγεται διαταγή για επιστροφή του επίδικου αντικειμένου από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα είτε διαταγή για αποζημίωση του δευτέρου από τον πρώτο σε σχέση με το όφελος που έχει καρπωθεί ή αποκομίσει ο Εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντα.  Βασικός σκοπός δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς ή απώλειας του Ενάγοντα αλλά η αποστέρηση από τον Εναγόμενο του κέρδους που διαφορετικά θα πραγματοποιούσε»

 

69.      Αυτό που παρατηρείται όμως από ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης είναι ότι η σχετική βάση καταγράφεται στην παράγραφο 27 της Έκθεσης Απαίτησης όπου αναφέρεται ότι «ο Εναγόμενος έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα εναντίον του, με την οικειοποίηση του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού». Είναι γνωστή η αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται σ΄ οποιαδήποτε θεραπεία δίδει ο νόμος, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα (Demil Co. Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd (2008) 1 ΑΑΔ 661).

 

70.      Σε σχέση με το αξίωμα και/ή τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Απόφαση Παναγιώτης Τσιελεπής -και  Nichropa Developers Ltd Πολιτική Έφεση αρ.366/2019 ημερομηνίας 12/2/25:

 

«Σε σχέση µε το αξίωμα και/ή τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραπέμπουμε στα όσα έχουμε αναφέρει στην απόφαση µας BANK OF CHINA (HONG KONG) LIMITED v. VAIMICUS ESTATES LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. E79/18, 24.11.2023:

 

«Ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της γενικότερης αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες της επιείκειας (βλ. Chitty on Contracts (General Principles) (27η έκδοση), σελ. 1392, παρ. 29-007 και Minerve Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 2173). Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρµογής των αρχών του δικαίου των συµβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραµµα Chitty (ανωτέρω) παρ. 29- 007, αναφέρεται, ότι ο Αδικαιολόγητος Πλουτισµός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να αποκαταστήσει την αδικία. Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1(Β) Α.Α.∆. 1077, αναφέρθηκε ότι η αρχή του Αδικαιολόγητου Πλουτισµού προσφέρει ανταπόδοση πέραν και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συµβατικού πλαισίου ή όπου το συµβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει.

 

Σύµφωνα µε το σύγγραµµα «Το ∆ίκαιο των Συµβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», του δικηγόρου Πολυβίου Γ. Πολυβίου, τόµος Β σελίδα 777 και επόμενες, στο κεφάλαιο 32 µε τίτλο «Αδικαιολόγητος Πλουτισµός και Αποκατάσταση (Unjust Enrichment and Restitution)», γίνεται έντονη συζήτηση κατά πόσο ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός αποτελεί αυτόνομη κατηγορία δικαίου ή κατά πόσο υπάρχουν διάφορες περιπτώσεις µε τα δικά τους χωριστά χαρακτηριστικά εκτός του δικαίου των συμβάσεων, όπου το Δικαστήριο θα εκδώσει κάποια θεραπεία µε σκοπό την αποκατάσταση των πράγματων, χωρίς όµως αυτές οι περιπτώσεις να αποτελούν ακόµη αυτόνομη και ανεξάρτητη κατηγορία δικαίου, όπως είναι το δίκαιο των συµβάσεων και το δίκαιο των αστικών αδικηµάτων. Ο Lord Diplock στην υπόθεση Orakpo v. Manson Investment Ltd [1978] A.C. 95, τόνισε ότι δεν υπάρχει στο αγγλικό δίκαιο γενική και ενοποιηµένη κατηγορία δικαίου βασισμένη στον Αδικαιολόγητο Πλουτισμό.

 

Η ίδια θεώρηση έχει εκφραστεί και σε κυπριακές δικαστικές αποφάσεις. Αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη (1998) 1Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

[...]

 

Στην υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona (1963) 2 C.L.R. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος που προκύπτει από το άρθρο 70 και έχουν εκτεθεί οι τέσσερις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του εν λόγω άρθρου. Συγκεκριµένα, έχουν αναφερθεί τα ακολούθα:

 

«On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (a) the act must be done lawfully; (b) for another person; (c) it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (d) the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case.»

 

Για επιτυχή επίκληση της αρχής του Άδικου Πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (has been enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff's expense και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόµενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust)(βλ. Goff and Jones, The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ. 11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29- 0011 και Χρίστου v. Khoreva, (2002) 1 Α.Α.∆. 454). Η πρόσφατη υπόθεση Benedetti v. Sawaris [2013] 3 W.L.R. 351, επαναλαμβάνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, προσθέτοντας - αυτονόητα - και µια τέταρτη, σύμφωνα µε την οποία, για να δικαιούται ο ενάγοντας σε επιτυχή επίκληση της αρχής, ο εναγόµενος, δεν θα πρέπει να δικαιούται σε οποιαδήποτε υπεράσπιση.»

 

Επίσης στην ίδια απόφαση αναφερθήκαμε και στην υπόθεση ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ και άλλη v. Δημητρίου Κακαβού (2015) 1 Α.Α.Δ. 2195, επισημαίνοντας ότι:

 

«Όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι θεραπείες στη βάση Αδικαιολόγητου Πλουτισμού δίνονται κατ' εξαίρεση και στην απουσία σύμβασης ή διάρρηξης αυτής, οι θεραπείες του Αδικαιολόγητου Πλουτισµού και της Αποκατάστασης βασίζονται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας και ότι σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά η αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο […]»

 

«Στην παλαιότερη υπόθεση Νάκης Θεοχαρίδης v. Ιωάννη Ιωάννου κ.α. (2012) 1Α.Α.Δ. 1311, έχει αναφερθεί από την πλειοψηφία ότι:

 

«Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: Α) ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους, β) το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε εις βάρος του ενάγοντα και γ) θα πρέπει να είναι άδικο να επιτρέπει στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος.»

 

Στην υπόθεση Μιχάλης Ζένιος Λτδ και Touch Properties & Investments Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 484/2012, ηµερ. 10 Ιουνίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:A225, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις αρχές που αφορούν την αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού, στις αρχές της υπόθεσης ΑΡΧΙΠΠΕΑ (ανωτέρω) και πρόσθεσε ότι η βασική αρχή που εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι µία αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια, αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος µε έξοδα του ενάγοντα, µε παραπομπή στην υπόθεση Benedetti v. Sawiris (2013) 3WLR 351.»

 

71.      Στην Απόφαση του Εφετείου στην Δημητράκης Ε. Αγγελίδης Λτδ v. Δώρας Ηρακλέους, Πολιτική Έφεση αρ.293/2019, ημερομηνίας 17/7/25, αποφασίστηκε ότι το όφελος που αποκομίζει ο Εναγόμενος κατά την εξέταση του αξιώματος του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δύναται να είναι αρνητικό υπό την έννοια της απαλλαγής του από κόστος, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα επωμίζετο. Ως συγκεκριμένα αναφέρθηκε από το Εφετείο:

 

«Αναμφίβολα, η Εφεσείουσα µε το να µην πληρώνει τον λογαριασμό που αφορά το νερό του διαμερίσματος που της ανήκει έχει αποκτήσει όφελος, µε την έννοια ότι έχει απαλλαχτεί από κάποιο κόστος που έπρεπε να επωμιστεί. Όπως αναφέρεται στο σύγγραµµα του Π. Πολυβίου (ανωτέρω) σελ. 1609 - 1610:

 

«Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι η έννοια «όφελος» (benefit) μιλά από μόνη της. Αναφέρεται σε κάποιο όφελος ή πλεονέκτημα το οποίο απέκτησε ο εναγόμενος. Το όφελος αυτό μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό. Θετικό είναι όταν ο εναγόμενος έχει αποκτήσει κάποιο συγκεκριμένο δικαίωμα, αντικείμενο ή ποσό. Αρνητικό, όταν ο εναγόμενος απαλλάσσεται από κάποιο βάρος ή κόστος το οποίο κανονικά έπρεπε να επωμισθεί. Μπορεί το αρνητικό όφελος να µην έχει τη σαφήνεια που συνήθως χαρακτηρίζει το θετικό όφελος, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απαλλαγή του εναγόμενου από κάποιο βάρος ή έξοδο το οποίο κανονικά τον βαρύνει συνιστά όφελος για τον ίδιο, διότι συνεπάγεται την εξοικονόμηση ρημάτων ή κάποιου ανάλογου ποσού.»

 

72.      Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο έχει καταδειχθεί ότι ο Εναγόμενος πλούτισε αδικαιολόγητα από τον Ενάγοντα, ώστε να δικαιούται σε σχετική θεραπεία. Από το όλο πλέγμα των γεγονότων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο αυτό που προκύπτει είναι ότι το όφελος που αποκόμισε ο Εναγόμενος έγκειται επί της ουσίας στα έξοδα που δεν κατέβαλε, ως υποσχέθηκε προς τον Ενάγοντα, για την εισαγωγή των οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο.

 

73.      Από την μαρτυρία που κατατέθηκε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο προκύπτει ότι ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε επί της ουσίας το ήμισυ των εξόδων που θα χρειάζονταν για την εισαγωγή των οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Εκεί έγκειται ο πλουτισμός και το όφελος που αποκόμισε ο Εναγόμενος από τον Ενάγοντα.

 

74.      Αναφέρει ο Ενάγοντας ότι κατέβαλε €225 αεροπορικό εισιτήριο, €9,617,20 μετρητά χρήματα της ΣΠΕ Τροόδους Λεμεσού, εκ των οποίων επιστράφηκαν τα €6.633,00 (συνεπώς €2.954,20) πλέον €4,200 έξοδα που στάλθηκαν στον προμηθευτή στην Αγγλία για την αγορά των οχημάτων, πλέον €3,300 μεταφορικά έξοδα τελωνείου, για τα τρία οχήματα, €400 για να επιδιορθωθούν τα οχήματα που προήλθαν από την Αγγλία και €1,000, χρήματα που «δάνεισε» ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο για προσωπικά του έξοδα, τα οποία όμως είναι άσχετα με την εισαγωγή των οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο.

 

75.      Όπως όμως σημειώθηκε, από τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι καταβλήθηκε το ποσό των €225 Ευρώ ως εισιτήριο επ’ ονόματι του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήρια 2.1. και 2.2.) καθώς επίσης και τα ποσά των €860, €923.10 και €862.69 σε σχέση με την εισαγωγή των οχημάτων (βλ. Τεκμήρια 4.1, 4.2, 4.3 και 4.4). Τέλος προκύπτει ότι καταβλήθηκε και το ποσό των €4.200 προς τον προμηθευτή στην Αγγλία (βλ. Τεκμήριο 5) και το ποσό των €380 για επιδιόρθωση οχημάτων (βλ. Τεκμήριο 6). Επιπλέον, καταβλήθηκε το ποσό των €9.617,20 από το οποίο, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επιστράφηκε από τον Εναγόμενο το ποσό των €6.663.  

 

76.      Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης, όσο και στην Γραπτή Μαρτυρία του Ενάγοντα αναφέρεται ότι επιστράφηκε το ποσό των €8,633.00 από τον Εναγόμενο. Σε σχέση με το ποσό των €2,000 δεν δόθηκε καμία περαιτέρω λεπτομέρεια, σε αντίθεση με το ποσό των €6,663 το οποίο είχε επιστραφεί στο πλαίσιο των χρημάτων που ο Ενάγοντας είχε παραδώσει στον Εναγόμενο για το ταξίδι στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

77.      Όπως όμως σημειώθηκε πιο πάνω, αποτελούσε συνεννόηση μεταξύ των μερών ότι τα οχήματα θα εισάγονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τα έξοδα θα τα επωμίζονταν από κοινού, έκαστος κατά 50%. Εκεί έγκειται ο πλουτισμός του Εναγόμενου, ήτοι στην απαλλαγή του από την δική του συνεισφορά στο όλο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Το κόστος δηλαδή που κανονικά θα επωμιζόταν για την εισαγωγή των οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Συνολικά προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ξόδεψε το ποσό των €10,404.99 σε σχέση με την συνεργασία επί της οποίας τα μέρη ενεργούσαν. Συνεπώς υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται ότι ο πλουτισμός του Εναγόμενου συνίστατο στο ήμισυ του ποσού αυτού, ήτοι στο ποσό των €5,202.50.

 

78.      Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση Απόφασης για το ποσό των €5,202.50.

 

79.      Αναφορικά με τα έξοδα, δεν υπάρχει λόγος να υπάρξει απόκλιση από τον σχετικό κανόνα και ως εκ τούτου επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

80.      Νοείται επίσης ότι τα έξοδα θα είναι στην κλίμακα των εξόδων €2.000 - €10.000 ως και το αποτέλεσμα της Αγωγής.

 

V.        ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

81.      Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η Αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και ως εκ τούτου:

 

(i)            Επιδικάζεται το ποσό των €5.202,50 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης×

 

(i)            Όσο αφορά τα δικηγορικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου στην κλίμακα εξόδων €2.000 - €10.000.

 

                   (Υπ.)…………………………………………..

                                                                                                  Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. και τα όσα αναφέρει ο (όπως ήταν τότε) Έντιμος Π.Ε.Δ., Α. Δαυίδ στην Αγωγή Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. […] Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676).».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο