ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2010/2019
Μεταξύ:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
Εναγόντων
και
1. DAKA EMBROIDERIES RETAIL LIMITED
2. C. VRAHIMIS LIMITED
3. NICOS VRAHIMIS LIMITED
Εναγομένων
Αίτημα ημερομηνίας 03.02.26 στα πλαίσια εναρκτήριας αγόρευσης
για καθορισμό της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής
Ημερομηνία: 20.02.26
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Α. Αντωνιάδου για LC Law Stylianou & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1-3/Καθ’ ων η αίτηση 1-3: κος Ν. Θαρσυβούλου για
Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι αίτημα της Ενάγουσας με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να καθορίσει τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή αυτή.
Η παρούσα αγωγή αφορά διάφορες θεραπείες που οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στη βάση ισχυρισμών για αντιποίηση εμπορικού σήματος, αθέμιτου ανταγωνισμού και συνομωσίας για πρόκληση βλάβης. Οι θεραπείες που διεκδικούνται και τελικά, όπως λέχθηκε, θα προωθηθούν περιλαμβάνουν την επιδίκαση αποζημιώσεων, την έκδοση διαταγμάτων απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως, τη διεξαγωγή έρευνας για τον υπολογισμό τυχόν ζημιών που οι Ενάγοντες υπέστηκαν συνεπεία επιλήψιμης συμπεριφοράς που καταλογίζουν στους Εναγομένους και έπειτα την έκδοση διατάγματος πληρωμής ποσών που ενδεχομένως βρεθούν να είναι πληρωτέα στην Ενάγουσα, την απόδοση λογαριασμού των κερδών των Εναγομένων και σε περίπτωση που διαπιστωθεί η ύπαρξη τους την πληρωμή τους στην Ενάγουσα.
Το αίτημα υπεβλήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας στο στάδιο της εναρκτήριας αγόρευσης της. Ενόψει του ζητήματος που εγέρθηκε, κλήθηκαν και αγόρευσαν αυθημερόν αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Η νομική επιχειρηματολογία τους είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Για σκοπούς αντίληψης του θέματος που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, ενδείκνυται να σκιαγραφήσω το περιεχόμενο τους.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ενδείκνυται να εκδικαστεί μέσα από δύο ξεχωριστές ακροαματικές διαδικασίες. Επικαλούμενη, όπως είπε, συνήθη δικονομική πρακτική που εφαρμόζεται στην Αγγλία σε υποθέσεις φύσεως όπως την παρούσα, η εν λόγω συνήγορος εισηγήθηκε όπως στην πρώτη ακροαματική διαδικασία εξεταστεί το ζήτημα της ευθύνης με το Δικαστήριο να εκδίδει προς τούτο σχετική τελική απόφαση. Σύμφωνα με την κυρία Αντωνιάδου, εφόσον αποδειχτούν στον απαιτούμενο βαθμό οι βάσεις αγωγής που η Ενάγουσα προωθεί και συνεπώς κριθεί ότι υφίσταται ευθύνη από τους Εναγομένους, ακολούθως να διεξαχθεί δεύτερη ακροαματική διαδικασία στην οποίαν, για σκοπούς υπολογισμού χρηματικής αποζημίωσης, είτε διατάζονται οι Εναγόμενοι να αποδώσουν λογαριασμό κερδών που κατ’ ισχυρισμό έχουν αποκομίσει συνεπεία των επικαλούμενων ενεργειών τους μέσα από σχετική έρευνα που θα πραγματοποιήσουν και θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, είτε η Ενάγουσα καλείται να παρουσιάσει και να υπολογίσει τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη αφού πρώτα της δοθούν τα απαραίτητα οικονομικά και λογιστικά στοιχεία από τους Εναγομένους κατόπιν καταχώρησης σχετικής αίτησης. Κατά την κυρία Αντωνιάδου, οι πρόνοιες του Κεφ.268 επιτρέπουν την υποβολή τέτοιας αίτησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και προς αποφυγή καθυστέρησης της διαδικασίας η πλευρά της επέλεξε να μην την καταχωρήσει προηγουμένως αφήνοντας ωστόσο το ενδεχόμενο να το πράξει στη συνέχεια. Όπως ακόμη υπέδειξε, ο καθορισμός του ύψους της αποζημίωσης γίνεται στα πλαίσια έκδοσης δεύτερης τελικής απόφασης από το Δικαστήριο.
Είναι η νομική θέση της κυρίας Αντωνιάδου ότι η πιο πάνω προσέγγιση αποσκοπεί την εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων καθώς επίσης στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου να διευκρινιστεί ο τρόπος προσκόμισης μαρτυρίας, η κυρία Αντωνιάδου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι στην πρώτη διαδικασία που θα αποφασιστεί το ζήτημα της ευθύνης και της αιτούμενης αποζημίωσης υπό του σημείου ‘Θ’ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, αμφότερες πλευρές μπορεί να προσκομίσουν τους μάρτυρες τους προς απόδειξη των εκδοχών τους αλλά στη δεύτερη διαδικασία που άπτεται του καθορισμού του ύψους της αιτούμενης χρηματικής αποζημίωσης υπό τα σημεία ‘Ε’ και ‘Στ’ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, θα εξαρτηθεί από το ποιος θα προσκομίσει στοιχεία. Από τα λεγόμενα της συνηγόρου των Εναγομένων έχω αντιληφθεί ότι είναι της άποψης ότι αν επιλεγεί η απόδοση λογαριασμού κερδών στα πλαίσια έρευνας από τους Εναγομένους η μαρτυρία θα προέρχεται από μάρτυρες των Εναγομένων. Αν όμως προτιμηθεί ο υπολογισμός της κατ’ ισχυρισμό ζημιάς από την Ενάγουσα στη βάση των στοιχείων που θα της δοθούν, τότε η συμμετοχή των Εναγομένων δύναται να περιοριστεί μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας που θα κληθούν να δώσουν μαρτυρία για το ζήτημα αυτό.
Προς υποστήριξη του αιτήματος η συνήγορος των Εναγομένων άντλησε καθοδήγηση από αγγλικές αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο αφού, ως η ίδια παραδέκτηκε, δεν εντόπισε οποιαδήποτε κυπριακή απόφαση σε σχέση με το εγειρόμενο σημείο, πέραν της πρωτόδικης απόφασης του αδελφού Δικαστή Λοΐζου Ε.Δ. στην υπόθεση αρ. 1403/10 ημερ. 31.01.15 στην οποίαν, εξ όσον έχω αντιληφθεί, γίνεται απλά αναφορά χωρίς εφαρμογή των πιο πάνω. Ωστόσο αναφερόμενη σε άλλη πρωτόδικη απόφαση η εν λόγω συνήγορος υπέδειξε ότι εκεί είχε ακολουθηθεί ενιαία διαδικασία, δηλαδή αποφασίστηκαν τα ζητήματα της ευθύνης και της αποζημίωσης μέσα από την ίδια διαδικασία με την προσκόμιση μαρτυρίας από τους ενάγοντες και εναγόμενους.
Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι δεν θα πρέπει να κατακερματιστεί η διαδικασία. Κατά τον εν λόγω συνήγορο δεν μπορεί να ακολουθηθεί η διαδικασία που η συνάδελφος του έχει προτείνει με τα στάδια που ανέπτυξε επειδή είναι άγνωστο πότε χρονικά θα υπάρξει ολοκλήρωση τους. Σύμφωνα με τον κύριο Θρασυβούλου, η μαρτυρία των διαδίκων θα πρέπει να ακουστεί στο σύνολο της μέσα από την ίδια διαδικασία. Όπως επισήμανε, από τη στιγμή που η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημιά θα πρέπει να την αποδείξει, είτε είναι μικρότερη, είτε είναι μεγαλύτερη, είτε αν υπάρχει. Αυτό όμως που, κατά τον κύριο Θρασυβούλου, η Ενάγουσα επιδιώκει είναι να λάβει εφόδια από το Δικαστήριο ώστε να μπορέσουν να ερευνήσουν αν έχουν υποστεί ζημιά και πόση. Επί τούτου ο εν λόγω συνήγορος επικαλέστηκε φράση που σύμφωνα με τον ίδιο η συνάδελφος του εκστόμισε στο Δικαστήριο, με βάση την οποίαν η άλλη πλευρά «παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει αν υπέστη ζημιά αλλά θα είναι σε θέση να γνωρίζει εφόσον τις δοθούν οι θεραπείες που ζητεί με τον τρόπο που εισηγήθηκε και αποταθεί σε λογιστή.»
Είναι ακόμη η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η αγγλική νομολογία επιτρέπει την εφαρμογή της εισηγούμενης, από τη συνάδελφο του, διαδικασίας σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, όπως την παρούσα, στην Αγγλία αλλά δεν φαίνεται να ακολουθείται σε αντίστοιχες περιπτώσεις στην Κύπρο. Συνεπώς, στη βάση της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε, ο εν λόγω συνήγορος ουσιαστικά κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εισήγηση της Ενάγουσας.
Έχω μελετήσει με προσοχή τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων. Έχω επίσης ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης για καλύτερη ενημέρωση του ιστορικού της (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146).
Στο κυπριακό νομικό σύστημα η διαδικασία που ακολουθείται στην ακροαματική διαδικασία μιας υπόθεσης πολιτικής φύσεως, όπως είναι η παρούσα, συνιστά δικονομικά ζήτημα και ως τέτοιο ρυθμίζεται από τους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ένεκα του χρόνου καταχώρησης της η προκειμένη περίπτωση διέπεται από το δικονομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι τις 31.08.23. Υπάρχει συγκεκριμένη Διαταγή που καθορίζει τη δικαστική διαδικασία. Συγκεκριμένα πρόκειται για τη Δ.33 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει το πεδίο του Θ.7 της Δ.33, ο οποίος περιγράφει τον τρόπο διεξαγωγής δικαστικής διαδικασίας που ακολουθείται στις περιπτώσεις όπου θα προσκομιστεί μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης υπό το φως εξέτασης της υπεράσπισης που προβάλλεται. Οι πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού αποτυπώνουν τη δικονομική πρακτική που εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης.
Αν κάποιος αναγνώσει τις πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού θα διαπιστώσει ότι η δικαστική διαδικασία που προβλέπεται σε περιπτώσεις όπως την παρούσα είναι μία και ενιαία. Η εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης διεξάγεται μέσα από την ίδια διαδικασία με τη σειρά που υποδεικνύεται. Στην επίλυση των διαφορών η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται ενάντια της υιοθέτησης πολλαπλών διαδικασιών. Αυτό επισημαίνεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων.
Στην υπόθεση Δήμος Λευκωσίας v. Νικολάου (2008) 2 Α.Α.Δ. 361 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της διαδικασίας ώστε αυτή να διατηρείται, από την αρχή μέχρι το τέλος της δίκης, στην ορθή πορεία της και κατ’ επέκταση εντός του πλαισίου για το οποίο έχει θεσμοθετηθεί. Παρόλο ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση, εντούτοις το πιο πάνω σκεπτικό βρίσκει έρεισμα και σε υποθέσεις πολιτικής φύσεως, όπως είναι παρούσα περίπτωση.
Περαιτέρω στην υπόθεση Μαυρογένη v. Βουλής των Αντιπροσώπων και άλλων (Αρ.1) (1996) 1 Α.Α.Δ. 49 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του, δεν αποτελεί μέσο ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αγγλικές αποφάσεις. Από την ανάγνωση τους δεν διαφωνώ ότι στην Αγγλία για την εκδίκαση αγωγής που εδράζεται σε αθέμιτο ανταγωνισμό, αντιποίηση προϊόντων και παραβίαση εμπορικού σήματος επιτρέπεται η εφαρμογή της πρακτικής που εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας.
Ωστόσο δεν έχω εντοπίσει αντίστοιχη κυπριακή νομολογία σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία να συμπλέει με το σκεπτικό των αγγλικών υποθέσεων στις οποίες αναφέρθηκε η εν λόγω συνήγορος. Μάλιστα στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc. (2002) 1 Α.Α.Δ. 1527 αναγνωρίστηκε ότι η πρακτική που ακολουθείται στην Αγγλία δεν ρυθμίζεται από αντίστοιχο ειδικό διαδικαστικό κανονισμό στην Κύπρο. Η δε εισήγηση για να ακολουθείται η ίδια δικονομική πρακτική μ’ αυτή της Αγγλίας παρέμεινε στην πορεία ως σκέψη χωρίς στην πράξη να ακολουθείται.
Με κάθε σεβασμό, στην Κύπρο το ισχύον δικονομικό πλαίσιο δεν υποστηρίζει πρακτική αντίστοιχη μ’ αυτήν της Αγγλίας. Η διαδικασία που περιγράφεται στη Δ.33 Θ.7 δεν είναι αυτή που εισηγήθηκε η εν λόγω συνήγορος. Μελέτη των διατάξεων του Θ.7 της Δ.33 καθιστούν σαφές ότι ο εφαρμοστέος δικονομικός κανόνας υποδεικνύει τη διεξαγωγή μίας και ενιαίας διαδικασίας για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης και συνάμα την εξέταση των θεραπειών που επιδιώκονται.
Μέσα από την ακροαματική διαδικασία της αγωγής η Ενάγουσα καλείται να αποδείξει την εκδοχή της και παράλληλα να τεκμηριώσει ότι δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει. Στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης διεκδικούνται, ανάμεσα σ’ άλλα, αποζημιώσεις για παραβίαση εμπορικού σήματος (σημείο ‘Ε’), αποζημιώσεις για αθέμιτο ανταγωνισμό (σημείο ‘Στ’), διεξαγωγή έρευνας για τυχόν ζημιές που υπέστηκε η Ενάγουσα και έκδοση διατάγματος για πληρωμή των ποσών που ενδεχομένως βρεθούν να οφείλονται στην Ενάγουσα (σημείο ‘Ζ’) καθώς επίσης απόδοση λογαριασμού τυχόν κερδών των Εναγομένων σε περίπτωση που κριθεί ότι πηγάζουν μέσα από τις κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξίες και πληρωμής τους στην Ενάγουσα (σημείο ‘Η’).
Η Ενάγουσα ουσιαστικά επιδιώκει το διαχωρισμό της ενιαίας διαδικασίας σε δύο ξεχωριστές ώστε να προηγηθεί η διεξαγωγή έρευνας ή η άσκηση απόδοσης λογαριασμού από τους Εναγομένους προκειμένου η ίδια να είναι σε θέση να υπολογίσει το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα θεωρώ ότι αυτό που επιδιώκει με τον τρόπο που εισηγήθηκε δεν είναι πρόσφορο. Αν επιθυμούσε να είχε αποκτήσει στοιχεία και πληροφορίες προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για να αποδείξει την κατ’ ισχυρισμό ζημιά της τότε είχε το δικαίωμα και συνάμα την ευκαιρία να το πράξει σε προγενέστερο στάδιο με την λήψη του κατάλληλου δικονομικού διαβήματος. Για λόγους που η ίδια γνωρίζει δεν προώθησε το ενδεδειγμένο δικονομικό διάβημα χωρίς έτσι να ασκήσει το δικαίωμα της. Οποιαδήποτε προπαρασκευαστική ενέργεια θα έπρεπε να είχε γίνει στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και όχι στο τελικό στάδιο που βρίσκεται σήμερα η υπόθεση. Η θέση του αδελφού Δικαστή Θ. Θωμά Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ότι η έκδοση διατάγματος για διεξαγωγή έρευνας για προσβολή των εμπορικών σημάτων και/ή προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν ήταν κατάλληλο για έκδοση στο τελικό στάδιο της υπόθεσης, η οποία διατυπώθηκε στην απόφαση του στην Παπαδόπουλος Α.Ε. και άλλη v. Υπεραγορά Γεώργιος Λυσιώτης Λίμιτεδ, Αγωγή Αρ. 2468/2017 του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 07.01.16, το περιεχόμενο της οποίας, προς πίστη της, έθεσε υπόψη μου η συνήγορος της Ενάγουσας, με βρίσκει σύμφωνο.
Περαιτέρω στην υπόθεση Λεωνίδα Γεωργίου v. Λίζα Λουκαΐδου-Θεοφάνους και άλλος, Αγωγή Αρ. 2303/2001 ημερ. 09.04.14, κατόπιν διατάγματος επανεκδίκασης της αγωγής, η Εναγόμενη 1 διατάχθηκε στα πλαίσια απόδοσης τελικής θεραπείας όπως εντός 6 μηνών από την έκδοση της απόφασης ετοιμάσει, καταθέσει στο φάκελο του Δικαστηρίου και παραδώσει στον Ενάγοντα και στο συνεναγόμενο της λογαριασμούς που να αφορούν στις οικονομικές καταστάσεις του συνεταιρισμού για συγκεκριμένες επίδικες περιόδους, ως επίσης άλλα συναφή διατάγματα. Να σημειωθεί ότι η έκδοση του διατάγματος δεν έγινε στα πλαίσια διαδικασίας όπως αυτής που εισηγήθηκε η συνήγορος της Ενάγουσας αλλά ακολουθήθηκε αυτό που προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι τα άρθρα 77 & 78 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου (Κεφ. 268) μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφέρονται στη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης προκειμένου να αποκαλυφθούν πληροφορίες και να εξασφαλιστούν στοιχεία. Στη δυνατότητα αυτή μέσα από το Κεφ. 268 αναφέρθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας. Κατά την ταπεινή μου άποψη, η έννοια της διαδικασίας στην νομοθεσία αυτή, στα πλαίσια της οποίας δύναται να υποβληθεί τέτοια αίτηση, έχει τη σημασία ποινικής και/ή πολιτικής φύσεως, χωρίς έτσι να παραπέμπει στη διεξαγωγή δύο ξεχωριστών ακροαματικών διαδικασιών σε πολιτική υπόθεση στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής με τον τρόπο και τη μορφή που εισηγήθηκε η κυρία Αντωνιάδου. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το νόημα και γενικά το όλο πνεύμα που χαρακτηρίζει τις πρόνοιες των εν λόγω άρθρων της εν λόγω νομοθεσίας. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως ευσεβάστως εισηγήθηκε η συνήγορος της Ενάγουσας, αυτή θα αποτυπωνόταν κατά τρόπο σαφή και ρητό μέσα από τις πρόνοιες των εν λόγω άρθρων. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται. Αίτηση, όπως αυτή στην οποίαν γίνεται αναφορά μέσα από τις διατάξεις των άρθρων 77 & 78 του Κεφ. 268, δύναται να καταχωριστεί στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας που προηγείται της διαδικασίας εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, ως προπαρασκευαστικό μέτρο για τη διεξαγωγή της.
Με βάση το σκεπτικό που προσπάθησα να αναπτύξω και να επεξηγήσω, το αίτημα της Ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συνακόλουθα η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής θα είναι αυτή που προνοείται μέσα από το ισχύον δικονομικό καθεστώς.
Ενόψει του ότι το αίτημα υπεβλήθηκε στα πλαίσια των εναρκτήριων αγορεύσεων, τα έξοδα που σχετίζονται με το αίτημα που εγέρθηκε θα αποτελέσουν μέρος των εξόδων της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής.
(Υπ.) .................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο