PAYABL CY LIMITED ν. FINTELEGRAM INVESTORS PROTECTION LTD κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 836/2023, 10/2/2026
print
Τίτλος:
PAYABL CY LIMITED ν. FINTELEGRAM INVESTORS PROTECTION LTD κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 836/2023, 10/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

         Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 836/2023 I-Justice

Μεταξύ:

PAYABL CY LIMITED από Λεμεσό, ΗΕ xxx

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                            και

1.    FINTELEGRAM INVESTORS PROTECTION LTD

από το Ηνωμένο Βασίλειο, με αριθμό εγγραφής χχχ

2.    Cyber Intelligence Services LLC από τις Ηνωμένες Πολιτείες

Αμερικής, με αριθμό εγγραφής χχχ  

3.    DigitalOcean, LLC από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής,

με αριθμό εγγραφής χχχ

4.    Werner Boehm από την Αυστρία

                                                                                                Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 11.05.23 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 10.02.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κος Ι. Οικονόμου μαζί με κ. Θ. Οικονόμου και

                                           κ. Ε. Οικονόμου για E. Economou & Co L.L.C.

Για Εναγόμενους 1, 2 & 4/Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 & 4: κος Γ. Διογένους για Γεώργιος

                                                                                              Διογένους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 11.05.23 η Ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω επικαλούμενης δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας εις βάρος της σε σχέση με δημοσιεύματα που σύμφωνα με την ίδια έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες διαδικτυακές ιστοσελίδες την περίοδο από 29.08.22 μέχρι 26.03.23. Οι ημερομηνίες δημοσίευσης και οι ιστοσελίδες στο διαδίκτυο που φιλοξενούν τα επίμαχα δημοσιεύματα καταγράφονται στην §2 υπό τα σημεία (i)-(xvii) και στην §4 υπό τα σημεία (i)-(ix) της οπισθογραφήσεως απαιτήσεως. Περαιτέρω η Ενάγουσα αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν σε κάθε ένα Εναγόμενο να συνεχίζει τη δημοσίευση, αναδημοσίευση, επαναδημοσίευση και/ή ανάρτηση των επίμαχων δημοσιευμάτων και/ή παραπλήσιων και/ή παρόμοιων με τα επίμαχα δημοσιεύματα σε οποιοδήποτε ιστότοπο και/ή διαδικτυακό χώρο και/ή κοινωνικό δίκτυο υπό τον έλεγχο των Εναγομένων. 

 

Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η αγωγή, η Ενάγουσα προώθησαν την υπό κρίση αίτηση στην οποίαν ζήτησαν και πέτυχαν μονομερώς την έκδοση:

Α.         διατάγματος το οποίο διατάζει έκαστο εναγόμενο να αποσύρει και/ή αφαιρέσει και/ή διαγράψει τα δημοσιεύματα τα οποία αναφέρονται στην §2 υπό τα σημεία (i)-(xvii) της οπισθογραφήσεως απαιτήσεως, ως αυτά είναι αναρτημένα και/ή δημοσιευμένα μέχρι και σήμερα στη διαδικτυακή ιστοσελίδα https://fintelegram.com μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

Β.         διατάγματος το οποίο απαγορεύει σε έκαστο Εναγόμενο να επαναλάβει και/ή αναδημοσιεύσει και/ή επαναδημοσιεύσει τα δημοσιεύματα που αναφέρονται στο πιο πάνω αιτητικό «Α» και/ή παραπλήσια και/ή παρόμοια με αυτά δημοσιεύματα μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου,

Γ.         διάταγμα το οποίο διατάζει τους Εναγόμενους 1, 2 & 4 όπως αποσύρουν και/ή αφαιρέσουν και/ή διαγράψουν τα δημοσιεύματα τα οποία αναφέρονται στην §4 υπό τα σημεία (i)-(ix) της οπισθογραφήσεως απαιτήσεως, ως αυτά είναι αναρτημένα και/ή δημοσιευμένα μέχρι και σήμερα στα κοινωνικά δίκτυα της Εναγόμενης 1 στο Facebook (Meta Platforms, Inc), Twitter (Twitter Inc.) και Linked in (Linked in Corp) και/ή ως αυτά είναι αναρτημένα και/ή δημοσιευμένα στους ακόλουθους ηλεκτρονικούς συνδέσμους url https:www.facebook.com/Fin Telegram, https:twitter.com/FinTelegram και 

            https:www.linkedin.com/company/fintelegram/ μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

Δ.         διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους να επαναλάβουν και/ή αναδημοσιεύσουν και/ή επαναδημοσιεύσουν τα δημοσιεύματα που αναφέρονται υπό το αιτητικό «Γ» και/ή παραπλήσια και/ή παρόμοια με αυτά δημοσιεύματα μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

Ε.         Έκαστος Εναγόμενος να συμμορφωθεί με τα πιο πάνω διατάγματα το αργότερο εντός 6 ημερών από την επίδοση τους σε αυτόν.

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, το άρθρο 9 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1-Θ.4, Θ.8 & Θ.9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, τα άρθρα 17 & 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), οι αρχές επιείκειας, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε τρεις ένορκες δηλώσεις συνολική έκτασης 94 δακτυλογραφημένων σελίδων της κυρίας Παναγίδου (αρχικής) και της κυρίας Χατζηκακού (δύο συμπληρωματικών), αμφότερες οι οποίες κατέχουν τη θέση του γραμματέα της Ενάγουσας. Προς υποστήριξη του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αυτών, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στις ένορκες δηλώσεις περιγράφονται οι διάδικοι, σημειώνεται η φύση των εργασιών της Ενάγουσας, εκτίθενται τα επίμαχα δημοσιεύματα καθώς και άλλα παρόμοια και νέα που κατ’ επανάληψη έχουν δημοσιευτεί σε ιστότοπο και σε διάφορες συνδεδεμένες μ’ αυτόν ιστοσελίδες του διαδικτύου και τα οποία σύμφωνα με την Ενάγουσα είναι δυσφημιστικά και/ή διαπράττουν το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας εις βάρος της, παρέχονται οι λόγοι για τους οποίους η Ενάγουσα θεωρεί τα εν λόγω δημοσιεύματα ως τέτοια και εξηγείται γιατί αποδίδονται στους Εναγομένους 1, 2 & 4 κακόπιστες ενέργειες και αλλότρια κίνητρα. Επίσης γίνεται επίκληση γεγονότων που σύμφωνα με την Ενάγουσα έχουν συμβεί. Ακόμη παρουσιάζονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που κατά τις ομνύουσες πληρούν τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων και αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή της Ενάγουσας.

 

Στις 06.10.23 εκδόθηκε εκ συμφώνου τελική απόφαση εναντίον της Εναγομένης 3. Ακολούθως στις 26.11.24 καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης. Να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 δεν έχουν μέχρι σήμερα καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης.

 

Οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 αντέδρασαν στις 20.03.25 με την καταχώρηση κοινής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 72 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων.

 

Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγομένων 1, 2 & 4 στηρίζεται ουσιαστικά στην ίδια νομική βάση μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπρόσθετη αναφορά, ανάμεσα σ’ άλλα, στα άρθρα 18-24 του Κεφ.148, στα άρθρα 15, 18, 19, 30(1), (2), (3) & 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στα άρθρα 6, 8 & 10 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που στην Κύπρο κυρώθηκε με τον Ν.39/62.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από δύο πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις (59 δακτυλογραφημένες σελίδες η αρχική και 23 δακτυλογραφημένες σελίδες η συμπληρωματική) του κυρίου Χρυσοστόμου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγομένους 1, 2 & 4. Στις ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη των εν λόγω Εναγομένων τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης με ακύρωση των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με τους Εναγομένους 1, 2 & 4 έχουν διαδραματιστεί και παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης τους, στη βάση των οποίων θεωρούν ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους τους. Τα επικαλούμενα γεγονότα και αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή των εν λόγω Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων (αίτησης και ένστασης). Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Ένα σημείο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο είναι ο μεγάλος αριθμός λόγων ένστασης που περιέχονται στο σχετικό έντυπο. Πράγματι οι 72 λόγοι ένστασης που υπάρχουν είναι ένας πολύ μεγάλος αριθμός που σε συνδυασμό με την προβολή διαζευκτικών θέσεων μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση και παραπλάνηση σε κάποιον που επιθυμεί είτε να τους αντικρούσει είτε να τους εξετάσει. Επίσης, με κάθε σεβασμό στην πλευρά των Εναγομένων, η δομή των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ένσταση αλλά και της γραπτής νομικής επιχειρηματολογίας δεν παρουσιάζει μία λογική συνοχή των θέσεων της με αποτέλεσμα να δυσκολεύει την προσπάθεια του Δικαστηρίου να εντοπίσει τις θέσεις και τις αναφορές των Εναγομένων που χρήζουν σχολιασμού και έτσι να μην βοηθά στην ταχεία εξέταση του περιεχομένου τους.  

 

Η πλευρά της Ενάγουσας χαρακτηρίζει την ένσταση λαβύρινθο και ότι πρόκειται για καταχρηστική πρακτική από μέρους των Εναγομένων που αποσκοπεί στην εσκεμμένη πρόκληση σύγχυσης και αιφνιδιασμού στην ίδια. Η Ενάγουσα κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει την τακτική αυτή ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με ξεκάθαρη παραβίαση της Δ.48 Θ.4 και στη βάση αυτού ευσεβάστως εισηγήθηκε, δια του συνηγόρου της, την απόρριψη της ένστασης επί τους συνόλου της (σελίδες 76-77 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Ενάγουσας).

 

Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση διέπεται από συγκεκριμένη διαδικασία με σαφές αντικείμενο εκδίκασης. Η εξέταση τους δεν απαιτεί τέτοιο μεγάλο αριθμό λόγων ένστασης, όπως αυτόν που υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση. Ο δε τρόπος διατύπωσης τους με την προβολή εναλλακτικών πτυχών σε κάθε ένα από αυτούς κάθε άλλο παρά βοηθητικός μπορεί να χαρακτηριστεί. Η τακτική αυτή δεν μπορεί παρά να τύχει της αποδοκιμασίας του Δικαστηρίου. Η προκειμένη περίπτωση συνιστά παράδειγμα προς αποφυγή.

 

Σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό τους, ορισμένοι από αυτούς τους λόγους ένστασης επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Μπορούν να ομαδοποιηθούν και να εξεταστούν με βάση το ζήτημα που εγείρουν, πάντοτε βέβαια υπό το πρίσμα του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη. Εφόσον η ένσταση με τη μορφή που παρουσιάζει είναι αντιμετωπίσιμη, τυχόν απόρριψη της πάνω σ’ αυτή τη βάση θα συνιστούσε πολύ δραστικό μέτρο που μόνο αδικία θα προκαλούσε στους Εναγομένους.

 

Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η εισήγηση της Ενάγουσας δεν με βρίσκει σύμφωνο και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.

 

Οι λόγοι ένστασης έχουν ομαδοποιηθεί και θα εξεταστούν με βάση το ζήτημα που εγείρουν, πάντοτε βέβαια υπό το πρίσμα του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας.

 

Κατ’ αρχάς θα αναφερθώ στο λόγο ένστασης αρ. 26 με τον οποίον οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι «Η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει όλα τα γεγονότα και/ή ακριβή γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα ασκήσει την ευχέρεια του αλλά περιορίζονται σε γενικές και/ή αόριστες αναφορές οι οποίες σε κάθε περίπτωση παρατίθενται υπό μορφή συμπεράσματος και/ή κατάληξης.» Όπως φαίνεται από την αυτούσια καταγραφή, δεν πρόκειται για αυτοτελή λόγο με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Πρόκειται για καταληκτική τοποθέτηση της πλευράς των Εναγομένων 1, 2 & 4 που απλά παραπέμπει σε δικό τους συμπέρασμα. Εάν ισχύει ή όχι κάτι τέτοιο, είναι ουσιαστικά το ζήτημα που το παρόν Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει μέσα από επεξεργασία των δεδομένων και εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Θα εξετάσω ευθύς τον λόγο ένστασης αρ. 61 με τον οποίον οι εν λόγω Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα να μην είχε εξουσία έκδοσης των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων και συνάμα να μην έχει εξουσία διατήρησης της ισχύος τους. Με τη θέση αυτή διαφωνούν οι Ενάγοντες.

 

Η φύση του λόγου αυτού επιβάλλει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα των υπολοίπων λόγων. Είναι προφανές ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης αυτόματα θεωρείται ότι ήταν αρμόδιο για την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων στα πλαίσια αυτής. Εφόσον κριθεί ότι το παρόν Δικαστήριο ήταν αρμόδιο για την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι αυτονόητο ότι είναι αρμόδιο να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύος τους.

 

Στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος αυτού μερίμνησα να ενημερωθώ για το ιστορικό της διαδικασίας. Προς τον σκοπό αυτό έχω ανατρέξει στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου εφόσον υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146).

 

Μέσα από τη μελέτη του φακέλου παρατηρώ ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 με ενδιάμεση αίτηση ημερ. 11.08.23 έγειραν ζήτημα ότι δεν μπορεί να προσδοθεί διεθνής δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια και τοπική δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της απόφασης του ημερ. 15.01.25, το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) δεν υιοθέτησε τη θέση που προβλήθηκε αποφασίζοντας ότι στο στάδιο εκείνο δεν μπορούσε να καταλήξει περί έλλειψης δικαιοδοσίας του. Το θέμα έτσι παρέμεινε ανοικτό (σελίδες 20-24 της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 15.01.25).

 

Στρεφόμενος στην παρούσα διαδικασία μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι τόσο η αρχική ένορκη δήλωση όσο και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εν λόγω Εναγομένων δεν περιέχουν οποιαδήποτε νέα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογήσουν διαφοροποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 15.01.25. Εκείνο που απλά υπάρχει είναι επαναδιατύπωση του λόγου ένστασης στην αρχική ένορκη δήλωση χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε νέας πληροφορίας (§38 υπό το σημείο lxi στη σελίδα 57 της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εν λόγω Εναγομένων δεν πραγματεύεται και δεν σχολιάζει το ζήτημα αυτό μέσα από τη γραπτή του αγόρευση. Ουδεμία αναφορά και κανένα νομικό επιχείρημα προβάλλεται σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας.

 

Εκλαμβάνω ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης τελικά δεν προωθείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και εφόσον έχει εγκαταλειφθεί απορρίπτεται.

Προχωρώ στην εξέταση του λόγου ένστασης αρ. 3. Οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 παραπονιούνται ότι «Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή δεν περιέχει την κατάλληλη νομική βάση και/ή νομοθεσία και/ή άρθρα για την έκδοση και/ή τη διατήρηση σε ισχύ των επιδίκων ενδιάμεσων διαταγμάτων.» Ο Ενάγοντας δεν σχολιάζει τη θέση αυτή των Εναγομένων.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εν λόγω Εναγομένων δεν πραγματεύεται θέμα ελαττωματικότητας της νομικής βάσης, ούτε εξηγεί που αυτή υστερεί ή γιατί θεωρείται ελλιπής ή εσφαλμένη. Ούτε βέβαια υποδεικνύεται τι ακριβώς απουσιάζει από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, εάν για παράδειγμα κάποιος συγκεκριμένος κανονισμός και/ή άρθρο κάποιας νομοθεσίας. Αυτά είναι δεδομένα που καταδεικνύουν πρόθεση των Εναγομένων 1, 2 & 4 να μην προωθήσουν τη συγκεκριμένη θέση τους, η οποία έκδηλα έχει εγκαταλειφθεί.

 

Σε κάθε περίπτωση διαπιστώνω ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης περιλαμβάνει το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο και το απαιτούμενο δικονομικό πλαίσιο που επιτρέπουν την προώθηση και εκδίκαση της. Η συμπερίληψη του άρθρου 32 του Ν.14/60, του άρθρου 9 του Κεφ.6, η αναφορά σε άρθρα 17 & 25 του Κεφ.148, των αρχών επιείκειας, της σύμφυτης εξουσίας και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την αναφορά στη Δ.48 Θ.1-4, Θ.8 & Θ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστούν τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης συμπληρωμένη σε δικαιοδοτικό και δικονομικό επίπεδο (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).

 

Συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων 1, 2 & 4 στερείται θεμελίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επομένως ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα δεν έχει ασχοληθεί με την εν λόγω θέση των Εναγομένων. 

 

Θα εξετάσω τώρα μαζί τους λόγους ένστασης αρ. 8, 9, 10, 11, 13 & 14 με τους οποίους οι Εναγόμενοι εγείρουν διάφορα ζητήματα για την αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ωστόσο η πλευρά της Ενάγουσας δεν ασχολείται με καμία από τις προβαλλόμενες θέσεις.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι δεν προωθούν τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν παρέχεται οποιαδήποτε πληροφορία παρά μόνο επαναλαμβάνεται το λεκτικό των λόγων ένστασης. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων στη γραπτή του αγόρευση δεν προβάλλει κανένα νομικό επιχείρημα που να σχετίζεται με οποιοδήποτε από τα εγειρόμενα θέματα. Αν κάποιος αναγνώσει τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων εύκολα θα αντιληφθεί ότι οι Εναγόμενοι δεν πραγματεύονται τα ζητήματα που οι ίδιοι έθεσαν με τους λόγους ένστασης.  Είναι προφανές ότι δεν επιθυμούν την προώθηση τους. Εφόσον έχουν εγκαταλειφθεί, οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Συνεπώς ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα δεν έχει σχολιάσει νομικά τις θέσεις των Εναγομένων όπως αυτοί παρουσιάζονται μέσα από τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης.

 

Ανεξάρτητα όμως το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση τους με βάση τα στοιχεία και δεδομένα που έχει ενώπιον του. 

 

Οι Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι η αρχική ένορκη δήλωση της αίτησης είναι αντικανονική και/ή έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Δ.39 επειδή «δεν φέρει στο κάτω μέρος της τη βεβαίωση (jurat) του Πρωτοκολλητή και/ή σημείωση που φέρει στο αριστερό κάτω μέρος της είναι ανεπαρκής και/ή λανθασμένη.» Ο Θ.10 της Δ.39 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυε μέχρι 31.08.23 που είναι το δικονομικό καθεστώς που διέπει την παρούσα υπόθεση και κατ’ επέκταση την ενδιάμεση διαδικασία αυτή, προνοεί ότι το πρόσωπον ενώπιον του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση, όπως για παράδειγμα οποιοσδήποτε Πρωτοκολλητής Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειώσει στο κάτω αριστερό μέρος του εγγράφου την ώρα και τον τόπο που έγινε η ένορκη δήλωση και ότι η ένορκος δήλωση ορκίστηκε και υπεγράφη ενώπιον του, να υπογράψει το λεκτικό αυτό και να περιγράψει το γραφείο του. Υπάρχει σχετικό έντυπο που χρησιμοποιείται ως δείγμα. Πρόκειται για τον Τύπο 35.

 

Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται ότι ο ομνύοντας ορκίστηκε και υπέγραψε την ένορκη δήλωση του ενώπιον Πρωτοκολλητή Δικαστηρίου με την ημερομηνία και το χώρο που λήφθηκε να σημειώνονται στο έγγραφο. Ο Πρωτοκολλητής που περιγράφει την ιδιότητα και το χώρο του υπογράφει και ουσιαστικά βεβαιώνει ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση έγινε στην παρουσία του. Η δε σφραγίδα του παρέχει περιγραφή του γραφείου του. Παρόλα αυτά, αν κάποιος έχει να παρατηρήσει κάτι, είναι η απουσία καταγραφής της ώρας που λήφθηκε η ένορκη δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Από ότι φαίνεται όμως πρόκειται για πρακτική που σιωπηρά εφαρμόζεται. Προς τούτο παραπέμπω στις υπόλοιπες ένορκες δηλώσεις της υπόθεσης. Σε όλες διαπιστώνεται το ίδιο. Τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα δεν υπάρχει καταγεγραμμένη η ώρα που έγινε η ένορκη δήλωση παρά μόνο η ημερομηνία και ο τόπος. Δεν έχω αμφιβολία ότι οι ένορκες δηλώσεις λαμβάνονται κατά τις ώρες εργασίας του Πρωτοκολλητείου. Η απουσία καταγραφής της ώρας συνιστά παράλειψη ήσσονος σημασίας, η οποία δεν μπορεί να διαγράψει την ισχύ της επίμαχης ένορκης δήλωσης και ούτε να καταστήσει άκυρη τη νομική σημασία της.

 

Κατά συνέπεια, το παράπονο των Εναγομένων στερείται βάσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται είναι ότι η αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε σε αντίθεση με τις πρόνοιες του περί Όρκων Νόμου (Κεφ.18).

 

Πρόκειται για ένα γενικό, αόριστο και ασαφή ισχυρισμό, χωρίς να μπορεί να έχει προοπτική επιτυχίας. Εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι η ένορκη δήλωση έγινε ενώπιον Πρωτοκολλητή, ως προνοείται από τις τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Κεφ.18. Το δε λεκτικό που χρησιμοποιείται κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τη θέση αυτή των Εναγομένων. Αρκεί να υποδειχτεί ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση ξεκινά με την εξής πρόταση: «Εγώ η κάτωθι …. Ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:» Στη δε πρώτη παράγραφο σημειώνεται: «Είμαι η γραμματέας της Αιτήτριας και είμαι … στην παρούσα ένορκη δήλωση την οποίαν ορκίζομαι…» Το ότι βέβαια η ομνύουσα ορκίστηκε επιβεβαιώνεται ενυπόγραφα και με σφραγίδα από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού.

 

Στη βάση αυτών των δεδομένων δεν εντοπίζω οτιδήποτε το επιλήψιμο με αποτέλεσμα το εν λόγω παράπονο των Εναγομένων να είναι έκθετο σε απόρριψη.

 

Επίσης οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της απαίτησης και/ή της αίτησης του Ενάγοντα. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται.

 

Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ανατρέχοντας στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 10.05.23 υπό τη μορφή γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η δε υπό κρίση καταχωρίστηκε την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 11.05.23. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 11.05.23 καταχωρίστηκε η επίμαχη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Από τα στοιχεία αυτά καταδεικνύεται έκδηλα ότι το παράπονο των Εναγομένων είναι αβάσιμο και γι’ αυτό απορρίπτεται.

 

Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν αναφέρουν ποια ημερομηνία θεωρούν ότι φέρει η εν λόγω ένορκη δήλωση. Ούτε λένε που βασίζουν τη θέση τους αυτή. Ακόμη όμως και η ένορκη δήλωση να ήταν προγενέστερη της υπό κρίση αίτησης, αυτό ουδεμία νομική σημασία θα είχε υπό το φως της τροποποίησης των προνοιών του Κ.3 της Δ.39 με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022 που τέθηκε σε ισχύ από τις 24.03.22. Με βάση την εν λόγω τροποποίηση, «Κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με αναφορά στην αιτία ή στο ζήτημα που αυτή αφορά, ανεξαρτήτως του χρόνου όρκισης.» Συνεπώς η θέση αυτή των Εναγομένων πέφτει στο κενό και από αυτή την οπτική γωνία.

 

Περαιτέρω οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι η ομνύουσα δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της και τους λόγους πληροφόρησης της που θα της επέτρεπαν να αναφερθεί σε μαρτυρία που εκφεύγει της προσωπικής της γνώσης, κατά παράβαση έτσι της Δ.39 Θ.2.

 

Ο Θ.2 της Δ.39 προνοεί τα εξής:

«Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.»

 

Ερμηνεία του πιο πάνω θεσμού καθιστά σαφές ότι ο ενόρκως δηλών σε ένορκη δήλωση του στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας μπορεί να αναφερθεί σε πληροφορίες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της προσωπικής του γνώσης εφόσον αποκαλύψει τις πηγές ενημέρωσης του.

 

Αν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης δήλωσης εύκολα θα διαπιστώσει ότι η ομνύουσα αποκαλύπτει τις πηγές πληροφόρησης της εκεί που οι αναφορές της δεν εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής της γνώσης. Αυτό παρατηρείται σε διάφορα μέρη της ένορκης δήλωσης της. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής, τα οποία ομιλούν από μόνα τους:

-           §2: «… καθώς και από πληροφορίες που έχω λάβει από την κα Ugne Buraciene η οποία είναι η διευθύνων σύμβουλος του ομίλου της Αιτήτριας και την κα Aline Hachem η οποία είναι η προϊστάμενη του τμήματος συμμόρφωσης της Αιτήτριας …»

-           §20: «Όπως με ενημερώνουν οι κ.κ. Ιωάννης Οικονόμου και Ελευθέριος Οικονόμου [δικηγόροι της Αιτήτριας] …»

-           §23: «… και κατόπιν νομικής συμβουλής που λαμβάνω … Περαιτέρω, εξ όσων με ενημερώνουν οι κ.κ. Ιωάννης Οικονόμου και Ελευθέριος Οικονόμου …»

-           §36: «Περαιτέρω, όπως με πληροφορεί η κα Aline Hachem …»

-           §37: «… και όπως με έχουν πληροφορήσει οι κ.κ. Ιωάννης Οικονόμου και Ελευθέριος Οικονόμου …»

-           §41: «Επιπλέον, όπως με πληροφορούν οι πιο πάνω δικηγόροι, …»

-           §42: «Περαιτέρω και κατόπιν νομικής συμβουλής που λαμβάνω …»

-           §48: «… και όπως με έχουν πληροφορήσει οι πιο πάνω δικηγόροι …»

-           §49: «Όπως με πληροφορούν οι κ.κ. Ιωάννης Οικονόμου και Ελευθέριος Οικονόμου, …»»

-           §50: «Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που λαμβάνω, …».

 

Σε ότι αφορά τη θέση ότι ουδεμία πιεστική ανάγκη υφίστατο ως προς τη σύνταξη της επίμαχης ένορκης δήλωσης της υπό κρίση αίτησης, αδυνατώ να αντιληφθώ τη σχετικότητα της εν λόγω αναφοράς. Το περιεχόμενο της δεν παραπέμπει σε οποιοδήποτε επιλήψιμο συμπέρασμα. Ούτε μπορώ να συσχετίσω την αναφορά αυτή με τα μειονεκτήματα που αποδίδονται στην επίμαχη ένορκη δήλωση.

 

Συνεπώς το εν λόγω παράπονο των Εναγομένων δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Επιπλέον είναι η θέση των Εναγομένων ότι τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην επίμαχη ένορκη δήλωση παρατίθενται αντικανονικά και/ή με τρόπο που παραβιάζονται οι Θ.20 & Θ.21 της Δ.39.

 

Πρόκειται για ένα ακόμη γενικό, αόριστο και ασαφή ισχυρισμό των Εναγομένων χωρίς πεδίο επιτυχίας. Συγκεκριμένα, ουδεμία εξήγηση δίδεται γιατί η καταχώρηση των τεκμηρίων θεωρείται από αυτούς αντικανονική. Ακόμη δεν παρέχεται πειστικό επιχείρημα που να καταδεικνύει πως και γιατί τα τεκμήρια παραβιάζουν τις πρόνοιες των Θ.20 & Θ.21 της Δ.39.

 

Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση τους. Δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται. Η επισύναψη των τεκμηρίων συνάδει με τις διατάξεις της Δ.39 αλλά και με τις πρόνοιες του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικό Κανονισμό του 2024. Κάθε ένα έγγραφο που επισυνάπτεται έχει σαρωθεί και αποτελεί ξεχωριστό τεκμήριο. Κάθε ένα από αυτά είναι αριθμημένα με διαφορετικό αριθμό. Για έκαστο από αυτά γίνεται αναφορά στην επίμαχη ένορκη δήλωση. Υπάρχουν τα στοιχεία εκείνα που τα ταυτοποιούν και επαρκείς λεπτομέρειες που προσδιορίζουν το είδος και τη φύση τους. Έχουν όλα ηλεκτρονικά αναρτηθεί σύμφωνα με τον πιο πάνω διαδικαστικό κανονισμό ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και η καταχώρηση τους έγινε αποδεκτή από το Πρωτοκολλητείο.

 

Επομένως ούτε αυτή θέση τους ευσταθεί.

 

Συνακόλουθα όλα τα ζητήματα που εγέρθηκαν με τη συγκεκριμένη ομάδα λόγων ένστασης εξετάστηκαν και κρίθηκαν αβάσιμα με αποτέλεσμα το περιεχόμενο τους να απορρίπτεται στην ολότητα του.

 

Έπεται η εξέταση του λόγου ένστασης αρ.4. Με τον συγκεκριμένο λόγο προβάλλεται η θέση ότι «Η Ενάγουσα δεν δύναται να μεταβάλλει, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε στις 13/3/2025 και/ή μέσω μεταγενέστερης μαρτυρίας, την εικόνα που έδωσε προς το Δικαστήριο στη βάση της μονομερούς αίτησης ημερ. 11/5/2023 και/ή στο βαθμό που τούτο επιχειρείται από την Ενάγουσα η εν λόγω συμπληρωματική μαρτυρία δέον να μην ληφθεί υπόψη και/ή να μην της δοθεί βαρύτητα.»

 

Κατά τον χρόνο που στο προσκήνιο βρίσκονταν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι ίσχυαν πριν από την 01.09.23, το θέμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ρυθμιζόταν από τον σχετικό δικονομικό κανονισμό σε συνδυασμό με τη νομολογία επί του θέματος. Ειδικότερα υπήρχε η Δ.48 Κ.4(2) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όπως αυτή έχει τροποποιηθεί από τις 23.12.99 με βάση την οποίαν παρεχόταν δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιτρέψει για «καλό λόγο» την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε κατόπιν προφορικού αιτήματος είτε μετά από αίτηση δίδοντας σχετική άδεια προς τούτο. Η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε αυτόματη. Είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος ή της αίτησης, ανάλογα με τι ισχύει, θα πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει ότι συντρέχει «καλός λόγος». Αυτό απαιτείται ακόμη και στην περίπτωση που ο αντίδικος δεν φέρει ένσταση (Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά. (2008) 1Α Α.Α.Δ. 510). Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης, με τα θέματα που προσδιορίζονται ως επίδικα καθώς και με το είδος των θεραπειών που επιδιώκονται (Μ. Κόκκινου v. Κ. Κόκκινου Έφεση Αρ. 29/14 ημερ. 03.11.16).

 

Στην περίπτωση όπου εκδίδεται μονομερώς ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα στη βάση γεγονότων και στοιχείων που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει σχετική αίτηση, η αρχή της καλής πίστης, που πρέπει να διαπνέει την αρχική ένορκη δήλωση του διαδίκου που εξασφάλισε το ενδιάμεσο διάταγμα μονομερώς καθώς και τις υποχρεώσεις που ο εν λόγω διάδικος έχει και απορρέουν από αυτή, δεν επιτρέπει την παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό την εκ των υστέρων επανόρθωση παράλειψης πληροφόρησης και στόχο τη μεταβολή ή αλλοίωση της εικόνας που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι σε αίτηση που σχετίζεται με ενδιάμεσο διάταγμα η συμπερίληψη επαρκούς μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται η εκδοχή έκαστου μέρους καθιστούν την παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς και αίτημα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα αχρείαστο. Τούτο επειδή αίτηση τέτοιας φύσεως θα εξεταστεί από την όψη της μαρτυρίας που καταγράφει τις θέσεις των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, σελ.419).

 

Ο τρόπος με τον οποίο τα Δικαστήρια καλούνταν να προσεγγίσουν αίτημα για προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας από διάδικο που εξασφάλισε μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα στο στάδιο όπου εξετάζεται η οριστικοποίηση της ισχύος του, συγκεφαλαιώνεται και παράλληλα αποτυπώνεται με σαφήνεια στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011 ημερομηνίας 17.07.14. Στην υπόθεση εκείνη, με αναφορά στις Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) v. Του πλοίου LIRA (2001) 1 Α.Α.Δ. 1220 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1) (2004) 1 Α.Α.Δ. 1660 καθώς και στο νομικό σύγγραμμα 'Injunctions' του David Bean, 8η έκδοση σελ. 70-71, τονίστηκε ότι με γνώμονα πως σε διαδικασίες όπου εξετάζεται αν θα πρέπει να συνεχίσει η ισχύς του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και ούτε προβαίνει σε εξέταση αμφισβητουμένων γεγονότων, η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκο δήλωση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα, δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα είτε με αντεξέταση, για την οποία σπάνια θα πρέπει να δίδεται σχετική άδεια, είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σε ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δυνάμει του τροποποιημένου Κανονισμού 4(2) της Διαταγής 48, όπως το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στην ίδια υπόθεση, η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση ενδιάμεσου διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς δεν θα μπορούσε να τεκμηριώσει 'καλό λόγο'. Είναι εμφανές ότι τούτο γίνεται για να διασφαλιστεί το πλαίσιο της μαρτυρίας με βάση το οποίο το Δικαστήριο αποφάσισε μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και επί του ιδίου πραγματικού υποβάθρου ακολούθως θα κρίνει κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα θα συνεχίσει να ισχύει. Πολύ δε περισσότερο όταν ο αιτητής με συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιθυμεί να παρουσιάσει γεγονότα που ο καθ' ου η αίτηση μέσα από την ένσταση του επισήμανε ότι αποτελούν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του αιτητή.

 

Αργότερα, με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που θεσπίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23 και είναι το δικονομικό καθεστώς που διέπει την προκειμένη περίπτωση, η καταχώρηση συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας, μορφή της οποίας είναι η ένορκη δήλωση, εντάσσεται στο χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης. Αυτοδικαίως πλέον προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η καταχώρηση συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας ως κομμάτι της αλυσίδας στην πορεία εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης. Με βάση τον Κ.23.11(1)(β), η υποβολή συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης, όπως είναι η υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο είναι το αρμόδιο να καθορίσει το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας για την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτηση. Μάλιστα αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των συνηγόρων τους να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο συμφωνώντας επί του χρονοδιαγράμματος ή σε περίπτωση που δεν συμφωνήσουν να καταθέσουν αυτό πους εισηγούνται συμπληρώνοντας προς τούτο σχετικό έντυπο (Κ.23.10(1) & (2)). Πρόκειται για το Έντυπο Αρ. 38 που αφορά διαδικασία σε εκκρεμούσα απαίτηση.

 

Είναι η ταπεινή μου άποψη, όπως αυτή πηγάζει από τη φύση και τον σκοπό έκδοσης μονομερώς ενδιάμεσου διατάγματος, ότι ο τρόπος προσέγγισης του ζητήματος δεν διαφοροποιείται ένεκα της εισαγωγής του νέου δικονομικού πλαισίου. Το ότι η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκο δήλωση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα, δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι ένας παράγοντας που παραμένει στη σκέψη του Δικαστηρίου. Εφόσον παρατηρηθούν στοιχεία που μεταβάλλουν την εικόνα αυτή, ο Αιτητής θα ευθύνεται για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, κατά παράβαση της υποχρέωση του να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που οδήγησαν το Δικαστήριο στη μονομερή έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, με ότι αυτό συνεπάγεται. Επομένως οι καθιερωμένες νομολογιακές αρχές βάσει των οποίων εκδίδονται και οριστικοποιούνται τα διατάγματα παραμένουν αναλλοίωτες και εξακολουθούν να ισχύουν.

 

Στην υπό κρίση αίτηση, η οποία εν πάση περιπτώσει διέπεται από το δικονομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι τις 31.08.23, εξ όσον γίνεται αντιληπτό, το παράπονο των Εναγομένων 1, 2 & 4 εστιάζεται στην πρώτη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 13.03.25 που την συνοδεύει. Κατόπιν μελέτης του ιστορικού της διαδικασίας παρατηρώ ότι το έγγραφο αυτό υπεβλήθηκε με την έγκριση του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητείται η ορθότητα της έγκρισης αυτής του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι ζήτημα που δεν θα μας απασχολήσει. Όπως ακόμη γίνεται κατανοητό από τον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου, η καταχώρηση της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πραγματοποιήθηκε μετά την μονομερή έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων ημερ. 15.05.23 αλλά πριν από την υποβολή της ένστασης από τους Εναγομένους 1, 2 & 4. Συνεπώς δεν υφίσταται ζήτημα για προσπάθεια της Ενάγουσας να διορθώσει την κατάσταση που υπήρχε αφού οι θέσεις, οι αναφορές και οι ισχυρισμοί των Εναγομένων ακολούθησαν της καταχώρησης της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

Στη βάση αυτού του σκεπτικού ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.    

  

Να σημειωθεί ότι υπάρχει και δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 01.07.25 της Ενάγουσας, η οποία όμως δεν θα μας απασχολήσει επειδή δεν εγέρθηκε συγκεκριμένο ζήτημα εξέτασης της από το Δικαστήριο και ούτε σχολιάζεται μέσα από τη γραπτή νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγομένων. 

 

Στη συνέχεια θα εξετάσω μαζί τους λόγους ένστασης αρ. 1 & 2 με τους οποίους οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 επικαλούνται ταυτοσημία ενδιάμεσων και τελικών θεραπειών. Είναι η θέση των εν λόγω Εναγομένων ότι τυχόν διατήρηση σε ισχύ των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με ικανοποίηση της θεραπείας που ουσιαστικά επιδιώκεται με την έκθεση απαίτησης ως τελικές θεραπείες. Το ζήτημα αυτό σχολιάζεται στις σελίδες 34-37 της γραπτής νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2 & 4. Κατ’ επίκληση των υποθέσεων Άκης Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές Λτδ εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Akis Express v. C. Koukkouris Trading Co Ltd εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Aris Express (1998) 1 Α.Α.Δ. 149 και Σταυράκης Χάρης και άλλος v. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 731, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το γεγονός ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα είναι ταυτόσημα με κάποιες εκ των τελικών θεραπειών της απαίτησης λαμβάνεται υπόψη στον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αντίθετη βέβαια είναι η θέση της Ενάγουσας.

 

Η νομολογία υποδεικνύει ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την εκδίκαση της αγωγής, η έγκριση του θα πρέπει να αποφεύγεται (Σταυράκης και άλλος v. Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε68/13, ημερ. 24.03.15). Το Δικαστήριο αποφεύγει να εκδώσει προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής.

 

Παρόλα αυτά, στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 ημερ. 13.01.14 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παρέχει ταυτόσημες θεραπείες με την αγωγή σε κατάλληλη περίπτωση, χωρίς έτσι να αποκλείεται κατά κανόνα η χορήγηση τους. Όπως εξηγήθηκε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και αποτελεί θέμα ειδικών περιστάσεων. Δηλαδή εξετάζεται εκεί όπου η ανάγκη και η φύση το επιβάλλει. Αυτό που λέχθηκε είναι ότι το «ανεπιθύμητο» δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση».

 

Το ότι το ανεπιθύμητο δεν εξισώνεται με απαγόρευση και ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της ουσιαστικής θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται είχε λεχθεί και προηγουμένως στην υπόθεση Avila Management Services Limited και άλλη v. Frantisek Edsberg (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του:

«Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).» 

 

Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση παρατηρώ ότι ορισμένες ενδιάμεσες θεραπείες που η Ενάγουσα αξιώνει (σημεία Β & Δ προσωρινού διατάγματος ημερ. 15.05.23) μπορεί να ταυτίζονται με κάποιες τελικές θεραπείες που απαιτούνται στην παρούσα υπόθεση (σημεία 3 & 5 του κλητηρίου εντάλματος), ωστόσο τυχόν έγκριση των ενδιάμεσων θεραπειών δεν διευθετεί τελεσίδικα τα επίδικα θέματα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Η Ενάγουσα επιδιώκει την συνέχιση ισχύος διαταγμάτων προστακτικής και απαγορευτικής φύσεως που θα έχουν ενδιάμεση μορφή. Τα ενδιάμεσα διατάγματα αυτά δύναται να αναθεωρηθούν, τροποποιηθούν ή ακόμη ακυρωθούν ανά πάσα στιγμή όταν τα δεδομένα δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Σε κάθε όμως περίπτωση αν η πιο πάνω επιδίωξη της Ενάγουσας πετύχει, τα εν λόγω εκδομένα προσωρινά διατάγματα θα ισχύουν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς έτσι τυχόν έκδοση τους να ασχολείται με την ουσία της υπόθεσης και δίχως να επιλύει τις διαφορές των διαδίκων. Αντίθετα οι ταυτόσημες θεραπείες που αξιώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα έχουν μόνιμη μορφή και δύναται να αποδοθούν μόνο μετά από εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και αφού πρώτα κριθούν όλα τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Παράλληλα δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι εν λόγω ταυτόσημες θεραπείες αποτελούν μέρος άλλων τελικών αξιώσεων που επίσης διεκδικούνται στο ίδιο Έντυπο Απαίτησης, η εξέταση όλων των οποίων πηγάζει μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

 

Ειδικότερα, εκτός από την έκδοση των ταυτόσημων διαταγμάτων, οι Ενάγοντες αξιώνουν ως τελικές θεραπείες εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 4 την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων καθώς επίσης απαιτούν την επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων συνεπεία ισχυρισμού για ζημιές που η Ενάγουσα υπέστηκε λόγω επικαλούμενης δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας εις βάρος της από επιλήψιμη συμπεριφορά που χρεώνει στους εν λόγω Εναγομένους, για τις οποίες τελικές θεραπείες το Δικαστήριο θα αποφασίσει μέσα από την επίλυση των επιδίκων ζητημάτων.

 

Κάτω από αυτά τα στοιχεία, η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές όπου δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο έγκρισης της συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων μόνο και μόνο επειδή ταυτίζονται με ορισμένες τελικές θεραπείες που αξιώνονται στην υπόθεση. Ως εκ τούτου, οι λόγοι αυτοί ένστασης απορρίπτονται ως ανεδαφικοί.

 

Έπεται η εξέταση του λόγου ένστασης αρ. 34. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η δικαστική διαδικασία στο Ισραήλ που αφορά «ισχυριζόμενα δημοσιεύματα όμοια με αυτά της παρούσας διαδικασίας, δημιουργεί κίνδυνο έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων μεταξύ διαφορετικών Δικαστηρίων και/ή ελλοχεύει ο κίνδυνος να παραβιαστεί η ασφάλεια Δικαίου με αποτέλεσμα η παρούσα διαδικασία να πρέπει να ανασταλεί και άρα το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει και/ή να διατηρήσει σε ισχύ τα επίδικα ενδιάμεσα διατάγματα.» Σύμφωνα με τους εν λόγω Εναγομένους, αν θεωρηθεί ότι η δικαστική απόφαση στο Τελ Αβίβ είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής κρίσης και ως αποτέλεσμα δικαστικής διαδικασίας που διεξήχθη με την συμμετοχή των Εναγομένων 1 & 4, το παρόν Δικαστήριο κωλύεται να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή να της επιληφθεί επειδή δημιουργείται ο κίνδυνος που επικαλέστηκαν πιο πάνω (§28 της αρχικής ΕΔ ΡΧ).

 

Το πώς οι εν λόγω Εναγόμενοι προσεγγίζουν το ζήτημα αυτό από νομικής άποψης, αναπτύσσεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους μέσα από τις σελίδες 66-68 της γραπτής του αγόρευσης. Με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία και στην αγγλική υπόθεση Thames Launches v. Trinity House (1961) 1 All E.R. 26, ο εν λόγω συνήγορος επισήμανε ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 4 για κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικά δημοσιεύματα σε συνδυασμό με την έκδοση απόφασης σε Δικαστήριο στο Τελ Αβίβ εναντίον των Εναγομένων 1 & 4 σε σχέση με όμοια δημοσιεύματα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή έχουν προωθηθεί πέραν της μίας δικαστικής διαδικασίας προς την επίτευξη στόχου που μπορεί να επιδιωχθεί με μία από αυτές. Όπως ο συνήγορος εισηγείται, εφόσον η παρούσα διαδικασία που είναι η μεταγενέστερη καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα θα πρέπει να απορριφθεί. Μάλιστα ο κίνδυνος που ελλοχεύει να εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο μία απόφαση που θα συγκρούεται μ’ αυτήν του Δικαστηρίου στο Τελ Αβίβ θα πλήξει την ανάγκη για ασφάλεια του δικαίου.

 

Η Ενάγουσα δεν σχολιάζει τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης και ούτε προβάλλει τα δικά του νομικά επιχειρήματα σε σχέση με το θέμα που εγείρεται.

 

Ωστόσο το Δικαστήριο καθηκόντως θα εξετάσει την εν λόγω προβαλλόμενη θέση των Εναγομένων 1, 2 & 4 ανεξάρτητα της απουσίας νομικής επιχειρηματολογίας από μέρους της Ενάγουσας.

 

Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση τους. Η Ενάγουσα έχει καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση με βάση αγωγής τα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας που διέπονται στο κυπριακό δίκαιο από το περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ.148). Συνεπώς στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας το παρόν Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα έχουν διαπραχτεί εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας για την εκδίκαση των οποίων έχουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια. Την ίδια στιγμή γίνεται αντιληπτό ότι η απόφαση από το Δικαστήριο στο Τελ Αβίβ αφορά νομικά ζητήματα που εμπίπτουν στο ισραηλινό δίκαιο. Επομένως δεν μπορεί να λεχθεί ότι ελλοχεύει κίνδυνος οι δύο αποφάσεις να θεωρηθούν ότι είναι συγκρουόμενες υπό την έννοια που το έχει θέσει η πλευρά των Εναγομένων αφού θα εξεταστούν κάτω από διαφορετικό νομικό δίκαιο. Η δε νομολογία που η πλευρά των Εναγομένων έχει παραθέσει, με κάθε σεβασμό, δεν βοηθά την προβαλλόμενη θέση του. Οι νομικές αρχές που παρατίθενται εκφράζουν την κυπριακή νομολογία που κυρίως έχει αναπτυχθεί μέσα από το κοινοδίκαιο. Δηλαδή όταν γίνεται αναφορά ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας στην περίπτωση που επιδιώκεται η επίτευξη του ιδίου στόχου μέσω παράλληλων διαδικασιών ανεξάρτητων δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους (Διευθυντής των Φυλακών v. Τζέναρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Παπόρη v. Maskinf AbrikenSioA/S (1996) 1B Α.Α.Δ. 1037), μία από τις διάφορες μορφές που συνιστούν κατάχρηση, σημαίνει όταν κάποιος επιχειρεί να το πράξει με διαδικασίες του κυπριακού δικαίου.

 

Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 1, 2 & 4 που έχουν προβληθεί μέσα από τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης στερούνται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτονται.

 

Επόμενο αντικείμενο που χρήζει εξέτασης είναι η «καθυστέρηση» που κατ’ ισχυρισμό προκλήθηκε υπό την έννοια της «ολιγωρίας» που, σύμφωνα με τους Εναγομένους 1, 2 & 4, επέδειξε η Ενάγουσα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και κατ’ επέκταση στην αξίωση ενδιάμεσων θεραπειών. Πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 5, 12 & 17, οι οποίοι προβάλλουν την κοινή τους θέση περί «καθυστέρησης / ολιγωρίας» μέσα από τρεις πτυχές.

 

Με την πρώτη πτυχή οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται προκλήθηκε καθυστέρηση στην εκδίκαση κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων, η οποία επέφερε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης (λόγος ένστασης αρ. 5). Ένας ισχυρισμός ο οποίος όμως παρέμεινε μετέωρος αφού δεν υποστηρίχτηκε τόσο από στοιχεία μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση όσο και από νομικά επιχειρήματα μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2 & 4.

 

Εκλαμβάνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τελικά εγκαταλείφθηκε. Σε κάθε περίπτωση είναι ατεκμηρίωτος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Η δεύτερη πτυχή περιλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι υπήρξε καθυστέρηση πέραν του 1,5 έτους στην καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση. Αυτό, κατά την άποψη των Εναγομένων, καταδεικνύει ότι η έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων ήταν αυτοσκοπός για την Ενάγουσα, η οποία έχει καταχραστεί την παρούσα δικαστική διαδικασία (λόγος ένστασης αρ. 12). Με παραπομπή σε νομολογία ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι να καταχωριστεί η έκθεση απαίτησης, για το οποίο δεν δόθηκε εξήγηση, κάθε άλλο παρά δείχνει ενδιαφέρον από μέρους της Ενάγουσας να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Εκείνο που, όπως λέχθηκε, φανερώνει είναι ικανοποίηση της έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος μέσα από τη στασιμότητα της αγωγής (σελίδες 37-39 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων).

 

Προς αντίκρουση των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας παραθέτει τα δικά του επιχειρήματα μέσα από τη γραπτή του αγόρευση (σελίδες 79-81). Προβαίνει σε αναδρομή του ιστορικού των νομικών ενεργειών που έγιναν προκειμένου να υποδείξει ότι η Ενάγουσα δεν ευθύνεται για το χρονικό διάστημα που παρήλθε. Η ίδια προβάλλει τη θέση ότι είναι οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 που ευθύνονται για την πάροδο χρόνου με τις διάφορες πράξεις και παραλείψεις τους, τις οποίες απαριθμεί και περιγράφει.

 

Ανατρέχοντας στο ιστορικό του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης παρατηρώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 11.05.23 υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Την ίδια ημέρα η Ενάγουσα προώθησε την υπό κρίση αίτηση με βάση την οποίαν ζήτησε και στις 15.05.23 πέτυχε την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον όλων των Εναγομένων. Μάλιστα στις 22.06.23 τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα είχαν καταστεί απόλυτα σε σχέση με τους Εναγομένους 1 & 2 λόγω μη εμφάνισης / εκπροσώπησης τους στη δικαστική διαδικασία ενώ αναφορικά με τον Εναγόμενο 4 ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 14.07.23. Αργότερα το Ε.Δ. Λεμεσού (υπό διαφορετική σύνθεση) με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 15.01.25 προχώρησε στη χορήγηση άδειας στους Εναγομένους 1 & 2 να καταχωρήσουν ένσταση. Ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αναλώθηκε σε διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί ότι στις 26.05.23 Εξασφαλίστηκε διάταγμα επίδοσης των εγγράφων της αγωγής στους εν λόγω Εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας. Ακολούθως στις 14.07.23 εξασφαλίστηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση των δικαστικών εγγράφων της αγωγής στον Εναγόμενο 4. Νέο διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση των δικαστικών εγγράφων της αγωγής στον Εναγόμενο 4 εξασφαλίστηκε στις 14.07.23. Νέο διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση των δικαστικών εγγράφων της αγωγής στους Εναγομένους 1, 2 & 4 εξασφαλίστηκε στις 18.04.24. Προηγήθηκε η εκδίκαση της αίτησης ημερ. 11.08.23 των εν λόγω Εναγομένων με την οποίαν ζήτησαν, ανάμεσα σ’ άλλα, διατάγματα παραμερισμού επίδοσης των διαταγμάτων επίδοσης των δικαστικών εγγράφων και παραμερισμού/αναστολής της αγωγής με την δικαστική απόφαση να εκδίδεται στις 15.01.25 με την οποίαν ακυρώθηκε η επίδοση των δικαστικών εγγράφων της αγωγής στην Εναγόμενη 1. Επίσης εκδικάστηκε η αίτηση ημερ. 03.04.24 της Ενάγουσας για παρακοή διαταγμάτων από τους Εναγομένους 1, 2 & 4 με την δικαστική απόφαση να εκδίδεται στις 15.09.25.

 

Ενόψει των πιο πάνω, το σκηνικό της δυνατότητας συνέχισης προώθησης της παρούσας αγωγής φαίνεται να ξεκαθάρισε μόλις στις 15.01.25. Παρόλα αυτά, η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 25.11.24.     

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται. Οι δε υποθέσεις στις οποίες ο συνήγορος των Εναγομένων έκανε παραπομπή δεν βοηθούν την εισήγηση του. Η χρονική αλληλουχία των γεγονότων, όπως προκύπτει μέσα από τις διάφορες δικονομικές ενέργειες που έγιναν, σε συνάρτηση με το χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης δικαιολογεί αυτό το χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά υποστηρίζεται ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν επέδειξε δέουσα σπουδή στην προώθηση της αγωγής, ο οποίος και απορρίπτεται.

 

Στην τρίτη πτυχή οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4 ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα καθυστέρησε αναιτιολόγητα στην καταχώρηση της αγωγής. Είναι η θέση τους ότι η Ενάγουσα γνώριζε και/ή μπορούσε να γνωρίζει τα γεγονότα που συνθέτουν τις αιτίες αγωγής προγενέστερα της καταχώρησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μπορούσε να αξιώσει τις ενδιάμεσες θεραπείες ενωρίτερα (λόγος ένστασης αρ. 17). Με αναφορά σε αγγλικά νομικά συγγράμματα ο συνήγορος των Εναγομένων ισχυρίζεται ότι η πρόκληση καθυστέρησης από τον Αιτητή στην εκκίνηση της διαδικασίας έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος έχει τη δική του δυναμική και μπορεί να αποτελέσει λόγο απόρριψης και στην περίπτωση δυσφήμισης (σελίδα 39 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένων).

 

Από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της Ενάγουσας καθίσταται αντιληπτό ότι η πελάτισσα του δεν αποδέχεται την πιο πάνω θέση των Εναγομένων.

 

Είναι γεγονός ότι όταν κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτησης, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788. Η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά (xxx xxx Rostovtsev v. xxx xxx Shcukin, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε415/2016 ημερ. 05.07.19), ECLI:CY:AD:2019:A282.  

 

Όπως αναφέρεται στην αρχική ένορκη δήλωση Παναγίδου, περί το τέλος του 2022 περιήλθαν για πρώτη φορά στην αντίληψη της Ενάγουσας δυσφημιστικά δημοσιεύματα σε συγκεκριμένο ιστότοπο που κατονομάζεται, τον οποίον, σύμφωνα με την Ενάγουσα, διαχειρίζονται οι Εναγόμενες 1 & 2, των οποίων διευθυντής είναι ο Εναγόμενος 4. Με βάση τις αναφορές της Ενάγουσας, η δημοσίευση δυσφημιστικών άρθρων εις βάρος της συνεχίστηκε με κατ’ επανάληψη άλλα άρθρα που αναρτήθηκαν δημοσίως ηλεκτρονικά στον ίδιο ιστότοπο αλλά και σε άλλες διαδικτυακές ιστοσελίδες που επίσης κατονομάζονται. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα επικαλείται τη δημοσίευση 17 τέτοιων άρθρων στον ιστότοπο την περίοδο από 29.08.22 μέχρι 26.03.22 καθώς επίσης τη δημοσίευση επιπλέον 9 τέτοιων άρθρων σε άλλες διαδικτυακές ιστοσελίδες μεταξύ 30.08.22 και 10.01.23.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 10.05.23 και την ίδια ημέρα προωθήθηκε η υπό κρίση αίτηση, κρίνω ότι ο χρόνος των 4 μηνών που παρήλθε δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, υπερβολικός. Παράλληλα παρατηρώ από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση ότι ο χρόνος αυτός που παρήλθε αναλώθηκε για τον εντοπισμό και τη συγκέντρωση απαραίτητων στοιχείων και μαρτυρικού υλικού που η Ενάγουσα θεωρεί σχετικό για την υπόθεση της, στη διεξαγωγή συναντήσεων και διαβουλεύσεων με διάφορους αξιωματούχους και νομικούς, στη μελέτη και μετάφραση μεγάλου αριθμού εγγράφων, στην καταβολή προσπαθειών για αποτροπή κατ’ ισχυρισμό παράνομων ενεργειών από τους Εναγομένους, όπως για παράδειγμα η αποστολή επιστολών με τις οποίες ζητείτο η αφαίρεση δημοσιευμάτων από το διαδίκτυο που η Ενάγουσα θεωρούσε ότι ήταν δυσφημιστικά για την ίδια, ενέργειες προς την κατεύθυνση της οργάνωσης λήψης δικαστικών μέτρων, προφανώς η αναζήτηση συνδρομής δικηγόρων, ο διορισμός και η ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγορικό οίκο.

 

Στη βάση αυτών των παρατηρήσεων οι Εναγόμενοι δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται. Ο χρόνος που διέρρευσε είναι δικαιολογημένος και υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρος ώστε να καταλογιστεί ολιγωρία στην Ενάγουσα για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Κατ’ επέκταση, η πτυχή αυτή απορρίπτεται ως ανεδαφική.

 

Εν πάση όμως περιπτώσει, ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης, όταν υπάρχει ισχυρισμός για επαναλαμβανόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά, όπως είναι εδώ η παρούσα περίπτωση, η νομολογία υποδεικνύει ότι δεν θα πρέπει τυχόν αμέλεια ή ολιγωρία που επιδεικνύεται στην καταχώρηση αγωγής και προώθηση αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία ακόμη και πάνω σε μονομερή βάση, να αποβαίνει μοιραία ή έστω να επενεργεί ως εμπόδιο για την απόδοση προσωρινής θεραπείας προς αποτροπή άλλων περαιτέρω κατ’ ισχυρισμό παράνομων πράξεων τιμωρώντας έτσι τον αιτητή για προηγούμενη αδράνεια του. Χρήσιμη αναφορά αντλείται από την υπόθεση Πλακίδη δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη v. Nomisko Developers Ltd (2010) 1Α Α.Α.Δ. 577 όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής:

«Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ’ ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ’ ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.»     

 

Επομένως, ακόμη και αν λεχθεί ότι υπήρχε ολιγωρία από μέρους της Ενάγουσας στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης, η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις όπου η ολιγωρία εκδήλωσης αντίδρασης και κατ’ επέκταση η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης δεν θα ήταν ικανά από μόνα τους να στέκονταν εμπόδιο στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης για εξέταση. Ούτε και έχω παρατηρήσει ο χρόνος που έχει παρέλθει, εντασσόμενος σ’ αυτά τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, να έχει προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στους Εναγομένους. Αλλά και καμία τέτοια αναφορά υπάρχει από τους Εναγομένους.

 

Συνεπώς η συγκεκριμένη ομάδα λόγων ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα της ως αβάσιμη.

 

Ευθύς θα εξετάσω το στοιχείο του «κατεπείγοντος», το οποίο εγείρεται με τον λόγο ένστασης αρ. 16. Οι Εναγόμενοι εκτιμούν ότι δεν συντρέχει το «επείγον» ή οι «ιδιαίτερες περιστάσεις» με την Ενάγουσα να έχει αποτύχει «να στοιχειοθετήσει τέτοιες συνθήκες» και επομένως τα επίμαχα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η Ενάγουσα διαφωνεί με την θέση αυτή των Εναγομένων.

 

Αναφορά στον συγκεκριμένο λόγο ένστασης γίνεται στην ΕΔ ΡΧ σελίδα 38. Ο δε συνήγορος των Εναγομένων πραγματεύεται το ζήτημα νομικά στις σελίδες 2-19 της γραπτής αγόρευσης του όπου παραθέτει εκτενή νομολογία και νομικά επιχειρήματα του με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί η θέση των Εναγομένων ότι ο χρόνος που τα επίμαχα δημοσιεύματα περιήλθαν εις γνώση της Ενάγουσας είναι ζήτημα ιδιαιτέρως σημαντικό. Όπως αναφέρουν, η Ενάγουσα επισημαίνει ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα περιήλθαν στην αντίληψη της περί το τέλος του έτους 2022. Παρόλα αυτά, ως υποδεικνύουν οι Εναγόμενοι, η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 11.05.23, δηλαδή μετά από 6 περίπου μήνες. Σύμφωνα ακόμη με τους Εναγομένους δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η επίδοση της υπό κρίση αίτησης σ’ αυτούς θα καθιστούσε την εκδίκαση της άνευ αντικειμένου. Επίσης δεν θεωρούν ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις.

 

Μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης αποτελεί το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό πλαίσιο που παρέχει εξουσία για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων πάσης φύσεως. Το δε άρθρο 9 του Κεφ.6 συνιστά το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την μονομερή έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Οι πρόνοιες του άρθρου 9, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, έχουν ως εξής:

«9.—(1) Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί µε αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.»

 

Οι πιο πάνω διατάξεις καθιστούν σαφές ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» αποτελούν δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Μόνο εφόσον δικαιολογούνται αυτά, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει.

 

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι τα επίμαχα ενδιάμεσα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς στις 11.05.23. Εκείνο που ελέγχεται στο στάδιο αυτό είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς τους μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής.

 

Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως στη βάση ιδιαίτερων περιστάσεων.

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος».

 

Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το στοιχείο «κατεπείγοντος» όσο και το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό «απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» εγείρονται ως ξεχωριστοί λόγοι με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται χωρίς ενδοιασμό το σκεπτικό στην υπόθεση Κούππα (πιο πάνω).

 

Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη.

 

Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 208/2025 ημερ. 16.09.25, όπου με δεικτικό τρόπο υπενθύμισε ότι η μονομερής έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αποτελεί την άκρως ιδιάζουσα εξαίρεση και όχι τον κανόνα (Αμβροσιάδου vCoward (2013) 1(Α) Α.Α.Δ 78) με αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την In re Zhigachov κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 1318:

«. . . Η διαδικασία της έκδοσης του είναι άλλο πράγμα. Τα ως άνω λεχθέντα αφορούν μόνο το δεύτερο και επιδιώκουν να τονίσουν τη θεμελιακή υποχρέωση του δικαστηρίου να ενεργεί σε συμφωνία με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ως προς την ακρόαση και των δύο πλευρών. Τούτο εξάλλου το καθιστά και πιο πληροφορημένο ως προς το αν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος.»

       

Ίδια προσέγγιση με το πιο πάνω σκεπτικό υπήρξε και στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 230/2025 ημερ. 26.09.25.

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους (2010) 1Α Α.Α.Δ. 234).

 

Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ’ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9(1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως:

«Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου.  Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.

Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του – (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 – 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD – (Αίτηση Αρ. 143/96 – 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6.»

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών.

 

Σχετική ακόμη με το θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου v Olympic Insurance Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016 ημερ. 12.10.23.

 

Παράλληλα εκεί που υπάρχουν ιδιαιτέρες περιστάσεις το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα χωρίς ειδοποίηση. Η νομολογία επισημαίνει ότι πρέπει να συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου να καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος αδύνατη. Η παράμετρος αυτή συνδέεται με τον χρόνο, ο οποίος θα μπορούσε να ήταν διαθέσιμος στον Αιτητή συγκρινόμενο πάντοτε με το χρονικό διάστημα που στην πράξη η μονομερής αίτηση προωθήθηκε. Παραπέμπω στις υποθέσεις Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου (2014) 1Α, Α.Α.Δ. 637, Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ 203. Έχει ήδη λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο αιτητής, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη των αναγκαίων παραμέτρων παρουσιάζονται επί της ακόλουθης κατάστασης:

(α)       οποιοσδήποτε έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο δύναται ανά πάσα στιγμή να διαβάσει τα επίμαχα δημοσιεύματα που έχουν ηλεκτρονικά αναρτηθεί περιλαμβανομένου υφιστάμενων πελατών της Ενάγουσας, εν δυνάμει πελατών της Ενάγουσας, συνεργατών της Ενάγουσας και αρμοδίων αρχών με ότι αυτό συνεπάγεται για την φήμη, αξιοπιστία, επαγγελματικές συναλλαγές και κύκλο εργασιών της Ενάγουσας,

(β)       στα πλαίσια ανάγκης να αναχαιτιστούν συνεχιζόμενες ενέργειες των Εναγομένων που η Ενάγουσα θεωρεί ότι είναι παράνομες, παραβιάζουν δικαιώματα τους και είναι άμεσα επιζήμιες για την ίδια – η προστασία δικαιωμάτων της Ενάγουσας ένεκα της φύσης των κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεων και των άμεσα ζημιογόνων επιδράσεων σ’ αυτά (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791),

(γ)        στα πλαίσια ανάγκης απομάκρυνσης της επικαλούμενης ποσότητας των κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικών δημοσιευμάτων – ειδικότερα γίνεται αναφορά σε 17 τέτοια άρθρα σε συγκεκριμένο ιστότοπο που κατονομάζεται και σε επιπλέον 9 τέτοια άρθρα σε άλλους ηλεκτρονικούς συνδέσμους στο διαδίκτυο,

(δ)        στα πλαίσια ανάγκης αναχαίτισης της επικαλούμενης συχνότητας δημοσίευσης τέτοιων κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικών άρθρων – τα 17 του συγκεκριμένου ιστότοπου από 29.08.22 μέχρι 26.03.23, δηλαδή σε περίοδο 7 μηνών και τα 9 των άλλων ηλεκτρονικών συνδέσμων σε διάφορα κοινωνικά δίκτυα στο διαδίκτυο από 30.08.22 μέχρι 24.01.23, δηλαδή σε περίοδο 5 μηνών,

(ε)        στα πλαίσια ανάγκης αφαίρεσης του επικαλούμενου περιεχομένου τους το οποίο αναδεικνύει στοιχείο σοβαρότητας που σύμφωνα με την Ενάγουσα ήδη της προκάλεσε τεράστια ζημιά στις επαγγελματικές συναλλαγές/δραστηριότητες της και θέτει σε κίνδυνο την αδειοδότηση της στην Κύπρο και στο εξωτερικό καθώς επίσης δύναται να της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στη φήμη, αξιοπιστία και στον κύκλο πελατολογίου / εργασιών της – ενδεικτικά γίνεται αναφορά σε αποκλειστική εξειδίκευση πελατών υψηλού ρίσκου, ότι η Ενάγουσα επιτρέπει εμμέσως παράνομες δραστηριότητες με την ενσωμάτωση εμπόρων υψηλού κινδύνου στο σύστημα της, σε παροχή υπηρεσιών σε εμπόρους τυχερών παιγνιδιών και σε εμπόρους πορνογραφικού υλικού και ότι συνδέεται με δόλιες επιχειρηματικές πρακτικές,

(στ)      η ανάγκη προστασίας από το στοιχείο της επανάληψης στην διάπραξη των επικαλούμενων αστικών αδικημάτων σε συνάρτηση με την κατ’ ισχυρισμό συνεχή παραβίαση αστικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας και την ισχυριζόμενη κατ’ εξακολούθηση πρόκληση ζημιάς στην επαγγελματική εικόνα και υπόληψη της Ενάγουσας αλλά και στην εκτέλεση των εργασιών και καθηκόντων της,

(ζ)        η ανάγκη αναχαίτισης της ευκολίας δημοσίευσης τέτοιων άρθρων στο διαδίκτυο σε συνδυασμό με την δυσκολία εντοπισμού των ιστοσελίδων που τα αναρτούν και η μεταξύ τους αλληλοκάλυψη,

(η)        η ανάγκη για διαρκή έρευνα στο διαδίκτυο σε συνδυασμό με το συνεχή εντοπισμό ιδίων και/ή παρόμοιων άρθρων σε διάφορες ιστοσελίδες του διαδικτύου, 

(θ)        η ποσότητα και η συχνότητα ανάρτησης τέτοιων δημοσιευμάτων αναδεικνύει στοιχείο επιμονής σε σχέση με την Ενάγουσα που αγγίζει τα όρια εμμονικότητας και στοχοποίησης της, από τα οποία προκύπτει η ανάγκη προστασίας της,

(ι)         η ανάγκη προστασίας από την απόδοση αλλότριων κινήτρων, κακής πίστης και κακόβουλης συμπεριφοράς στους Εναγομένους 1, 2 & 4 εις βάρος της Ενάγουσας,

(κ)        στα πλαίσια της ανάγκης που προέκυψε μετά τις διάφορες ανεπιτυχείς προσπάθειες της Ενάγουσας, περιλαμβανομένης της γραπτής έκκλησης της για διαγραφή των κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικών δημοσιευμάτων από τις διάφορες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο η οποία δεν εισακούστηκε από τους Εναγομένους.

 

Η συνύπαρξη των πιο πάνω καταδεικνύει ότι η ενέργεια της Ενάγουσας να αποταθεί για μονομερή έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων στο στάδιο και στο χρονικό σημείο που το έπραξε ήταν κάτι που, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Για την ίδια φαίνεται να ήταν μονόδρομος. Εξ αντικειμένου φαίνεται να ήταν η μόνη ρεαλιστική επιλογή στη διάθεση της Ενάγουσας.

 

Η ορθότητα της ενέργειας της Ενάγουσας να αποταθεί μονομερώς στο Δικαστήριο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μπορεί να λεχθεί ότι ενισχύεται από την θέση της Ενάγουσας περί ανάρτησης παρόμοιων και άλλων δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο που η Ενάγουσα θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικά για την ίδια μετά τις 11.05.23 που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση και εκδόθηκαν τα επίμαχα ενδιάμεσα διατάγματα.  

 

Ειδικότερα, με βάση τις αναφορές της Ενάγουσας, 4 νέα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν στον κατονομαζόμενο ιστότοπο από 14.06.23 μέχρι 25.01.24, δημιουργία 2 νέων ιστοσελίδων στις οποίες έγινε αντιγραφή 21 δημοσιευμάτων, 4 άλλα δημοσιεύματα ημερ. 15.05.23, 21.06.23, 25.02.24 και 31.03.24, επαναδημοσίευση 11 ιδίων δημοσιευμάτων που αναφέρονται στο διάταγμα που εκδόθηκε, εντοπισμός ακόμη 14 πανομοιότυπων δημοσιευμάτων τόσο στον κατονομαζόμενο ιστότοπο όσο και σε άλλη ιστοσελίδα που επίσης κατονομάζεται και επανάληψη 4 δημοσιευμάτων  ημερ. 20.01.25, 08.01.25 (δύο), 07.01.25 και επιπλέον δημιουργία άλλων 2 ιστοσελίδων που επίσης κατονομάζονται και περιλαμβάνουν δημοσίευση 3 τέτοιων άρθρων ημερ. 23.12.24, 08.02.25 και 10.02.25 και δημοσίευση άλλων 3 τέτοιων άρθρων όλα ημερ. 03.02.24.

 

Σε ότι αφορά τη θέση των Εναγομένων ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που για πρώτη φορά περιήλθε στην αντίληψη της Ενάγουσας η δημοσίευση των επίμαχων άρθρων στο διαδίκτυο μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης χωρίς να αιτιολογείται με αποτέλεσμα να αποδίδεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση / ολιγωρία στην Ενάγουσα στην προώθηση της παρούσας αίτησης, παραπέμπω στο σχολιασμό που έγινε πιο πάνω αναφορικά με την ομάδα λόγων ένστασης αρ. 5, 12 & 17. Δεν χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε άλλο.

 

Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και ιδιαίτερων περιστάσεων, παράμετρος που δικαιολογεί την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων κατά παρέκκλιση του θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή στην απουσία των Εναγομένων 1, 2 & 4. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφαλαίου 6.

 

Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Συνεχίζω με την ομάδα λόγων ένστασης που εγείρει ότι το περιεχόμενο των ενδιάμεσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν είναι γενικό και/ή αόριστο με αποτέλεσμα «σε περίπτωση παρακοής διατάγματος να είναι δυσχερές να αποφασιστεί κατά πόσο ένα δημοσίευμα αποτελεί ή όχι δυσφήμηση». Ειδικότερα σε ότι αφορά τα ενδιάμεσα διατάγματα προστακτικής φύσεως προβάλλεται η θέση ότι δεν έχει διασφαλιστεί η θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν γνωρίζουν επακριβώς τι οφείλουν να πράξουν με αποτέλεσμα η συνέχιση της ισχύος τους να είναι λανθασμένη και/ή άδικη. Πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 52, 53 & 70. Προφανώς η Ενάγουσα δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή των Εναγομένων 1, 2 & 4.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πιο  πάνω εγειρόμενες θέσεις παρέμειναν μετέωρες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση στερούνται θεμελίωσης. Ουδεμία αναφορά μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση τέθηκε ενώπιον μου που να τις θεμελιώνει. Κανένα πειστικό επιχείρημα υπεβλήθηκε μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων, το οποίο να υποδεικνύει και να επεξηγεί ποια είναι η επικαλούμενη γενικότητα και ποια η αοριστία που τα χαρακτηρίζει. Δεν υποδεικνύεται που ακριβώς το περιεχόμενο ή η διατύπωση των αιτουμένων διαταγμάτων υστερεί ή μειονεκτεί. Ούτε εξηγείται με ποιο τρόπο δύναται να διορθωθούν. Κανένα πειστικό στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον που να δικαιολογεί τις θέσεις αυτές των Εναγομένων, οι οποίες παρέμειναν ατεκμηρίωτες.

 

Ως ατεκμηρίωτες που είναι οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκθετες σε απόρριψη.

 

Σε κάθε περίπτωση το λεκτικό των απαγορευτικών διαταγμάτων θα πρέπει να είναι σαφές. Σε ότι αφορά δε τα προστακτικά διατάγματα, θα πρέπει να καθορίζουν στα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφονται τις συγκεκριμένες ενέργειες που υποχρεούνται να προβούν. Με σαφήνεια και λεπτομέρεια να τους προσδιορίζεται τι ακριβώς θα πρέπει να πράξουν ώστε να συμμορφωθούν με το διάταγμα. Εάν το διάταγμα δεν μπορεί να καθορίσει με σαφήνεια τις πράξεις που θα πρέπει να προβεί ο Καθ’ ου η αίτηση, τότε το Δικαστήριο δεν αναμένεται να προχωρήσει στην έκδοση προστακτικού διατάγματος (Redland Bricks v. Morris [1969] 2 All ER 576, Hooper v. Rogers [1974] 3 All ER 417]). Το διάταγμα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει επακριβώς το χρόνο μέσα στον οποίον αναμένεται να ενεργήσει ο Καθ’ ου η αίτηση. Περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα – Injunctionsστις σελίδες 93 & 345.

 

Στην Αίτηση των Saygames Ltd κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 174/24 ημερ. 22.10.24 λέχθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα τα εξής:

«Δεν αμφισβητείται η εξουσία του κατώτερου Δικαστηρίου να εκδίδει προστακτικά διατάγματα. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι αυτά εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ από το Δικαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1271 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Σε ό,τι αφορά στο προστακτικό των διαταγμάτων, αναμφίβολα τα προστακτικά διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη, αλλά όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 35-37, η έκδοσή τους δεν αποκλείεται όταν υπάρχει ή θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς.»

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο χχχ v. Σούλη, Πολ. ΄Eφ. Ε75/15, ημ. 7.12.18:

 

«Το εκδικάσαν Δικαστήριο, βασικά, έκρινε, ορθώς, ότι τα εν λόγω διατάγματα, όσον αφορά τη φύση τους, ήταν προστακτικά, δεδομένου του περιεχομένου και της επίδρασής τους, αναφερόταν δε σε αυτά ωσάν να ήταν ένα διάταγμα. Τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, πρέπει να λεχθεί, καθιστούν, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσής του, (βλ. Redland BricksLtd. ν. Morris [1969] 2 All E.R. 576 (H.L.)Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου (2012) 1 Α.Α.Δ. 2047). Αυτό εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι είναι, συνήθως, πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοσή του παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος, (βλ. National Commercial Bank Jamaica v Olint Corpn [2009] 1 WLR 1405 (PC). Συνέχεια της πιο πάνω διαπίστωσης, παρατηρούνται στην τελευταία υπόθεση, στη σελίδα 1409, και τα εξής:"What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be."»

 

Τέτοια προστακτικά διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς (βλ. David BeanInjunctions, 8η έκδοση, σελ. 35-37).

 

Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στις υποθέσεις Starport Nominees (ανωτέρω) και Αναφορικά με την Αίτηση του Μπίτζιος, Πολ. Αίτ. 81/2020, ημερ. 30.7.2020στις οποίες αναγνωρίστηκε η δυνατότητα έκδοσης επικουρικών προστακτικών διαταγμάτων αποκάλυψης με άμεση εφαρμογή και πριν να είναι επιστρεπτέα, για σκοπούς αστυνόμευσης διαταγμάτων παγοποίησης. Εκεί λέχθηκε ότι διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδίδονται μονομερώς όταν κρίνεται ότι με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης, στη βάση των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και ανεξαρτήτως του ότι είναι προστακτικής φύσης.»

    

Με προσήκοντα σεβασμό στους Εναγομένους, η γλώσσα των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί συγκεντρώνει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Τα εν λόγω διατάγματα είναι συνταγμένα με τρόπο που δεν περιλαμβάνονται ασάφειες και γενικότητες. Έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Απευθύνονται ειδικά στους Εναγομένους 1, 2 & 4. Όταν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο τους μπορεί να αντιληφθεί, χωρίς να του προκαλείται σύγχυση, τι ακριβώς καλούνται οι εν λόγω Εναγόμενοι να πράξουν και/ή τι τους απαγορεύεται να κάνουν και/ή τι να αποφύγουν. Το λεκτικό από μόνο του φαίνεται να είναι καθαρό. Επιπλέον τα προστακτικά διατάγματα καθορίζουν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου οι Εναγόμενοι είχαν κληθεί να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο τους. Η διατύπωση που χρησιμοποιείται και το νόημα του περιεχομένου τους είναι τέτοια που δεν παρέχουν περιθώριο αμφιβολίας σχετικά με την ερμηνεία τους.

 

Στη βάση του σκεπτικού που έχει αναπτυχτεί, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται.

 

Επόμενη ομάδα λόγων ένστασης που χρήζει εξέτασης είναι αυτή που εγείρει θέμα «απόκρυψης γεγονότων». Είναι οι λόγοι ένστασης αρ. 18 & 55.

 

Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγόντων) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (πιο πάνω), Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.

Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση (εδώ οι Εναγόμενοι 1, 2 & 4) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή (εδώ η Ενάγουσα) πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Για να έχουν σημασία τέτοια γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με:

(α)       το βάσιμο του δικαιώματος του αιτητή όπως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και

(β)       τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και

(γ)        την πιθανότητα επιτυχίας.

 

Επί του πιο πάνω σημείου παραπέμπω στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (πιο πάνω). Με λίγα λόγια, ο αιτητής αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα του και προσδιορίζουν τα στοιχεία τα οποία καθιστούν το αίτημα του επείγον (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (πιο πάνω)).    

 

Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, δηλαδή που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

 

Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Τα ουσιώδες γεγονότα δεν πρέπει να είναι αμφισβητούμενα ή αντικείμενο διαφορετικών εκδοχών των διαδίκων αλλά κοινά αποδεκτά γεγονότα ή γεγονότα με αντικειμενικό έρεισμα. Σχετική είναι η υπόθεση Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Lrd κ.α., Πολιική Έφεση Αρ. Ε64/2015 ημερ. 20.07.21, ECLI:CY:AD:2021:A342 στην οποίαν και παραπέμπω.

 

Οι Εναγόμενοι προβάλλουν διάφορες περιπτώσεις που κατά τη γνώμη τους η Ενάγουσα προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο είτε μη αποκαλύπτοντας όλα τα ουσιώδη γεγονότα στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση υπό τη μορφή της ελλιπούς και περιορισμένης πληροφόρησης συνεπεία ανεπαρκούς έρευνας είτε αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα υπό τη μορφή της εν γνώσει τους μη αναφοράς σ’ αυτά.  Οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι η Ενάγουσα παραβίασε την υποχρέωση της να αποκαλύψει ουσιώδεις γεγονότα που προσμέτρησαν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Εξ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό, οι περιπτώσεις που οι Εναγόμενοι επικαλούνται μαζί με την εκδοχής τους καταγράφονται στις σελίδες 26-30 υπό τις παραγράφους §26-§30 και στις σελίδες 48-49 υπό το σημείο (xviii) της §38 της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Παράλληλα σχολιάζονται στις σελίδες 40-48 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων.

 

Αντίθετη είναι η θέση της Ενάγουσας, η οποία αρνείται ότι έχει παραβιάσει το καθήκον της καλής πίστης. Η νομική προσέγγιση της περιέχεται στις σελίδες 81-86 της γραπτής νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της.     

 

Θα αναφερθώ σ’ αυτές τις περιπτώσεις αμέσως στη συνέχεια.

 

Το πρώτο σημείο που οι Εναγόμενοι επικαλούνται ως παραπλάνηση από μέρους της Ενάγουσας αφορά την τοποθέτηση της ότι «δεν συντρέχουν οι ειδικές υπερασπίσεις που υπάρχουν για τα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και/ή της επιζήμιας ψευδολογίας και/ή πράττει τούτο χωρίς να τεκμηριώνει σε κάθε περίπτωση τη θέση της.»

 

Με όλο τον δέοντα σεβασμό προς τους Εναγομένους, αυτό που εισηγούνται δεν είναι ζήτημα που συνιστά «παράλειψη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος». Τον αν η νομική θέση της Ενάγουσας ότι συντρέχουν οι ειδικές υπερασπίσεις σε αγωγή για δυσφήμιση που νομοθετικά παρέχονται μέσα από συνδυασμένη μελέτη των προνοιών των άρθρων 19, 20, 21 και 22 του Κεφ.148 υποστηρίζεται ή όχι από τα στοιχεία που παραθέτει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας για σκοπούς εκδίκασης του αντικειμένου της, είναι θέμα που χρήζει εξέτασης στο βαθμό και στη έκταση που απαιτείται στη βάση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των νομοθετικών υπερασπίσεων. Οι διάδικοι διατηρούν διαφορετική εκδοχή, η οποία δεν είναι πραγματικό γεγονός, για το οποίο κάποιος μπορεί να πει ότι υπήρξε παράλειψη αποκάλυψης του.

 

Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα «παραπλανεί και/ή αποπροσανατολίζει την κρίση του Δικαστηρίου αναφέροντας αορίστως και/ή γενικώς ότι η Ενάγουσα [προφανώς εννοείται οι Εναγόμενοι, άρα πρόκειται για τυπογραφικό λάθος] αναρτά δυσφημιστικά κείμενα που στοχοποιούν συγκεκριμένες επιχειρήσεις ώστε αργότερα να ζητηθούν χρήματα για την αφαίρεση τους από το διαδίκτυο».

Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν και εδώ. Το αν η συγκεκριμένη θέση της Ενάγουσας, με την οποίαν διαφωνούν, ως είναι δικαίωμα τους, οι Εναγόμενοι είναι γενική και αόριστη ή όχι επειδή συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια του σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Σαφώς δεν πρόκειται για περίπτωση παραβίασης καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Ενάγουσας.

 

Το τρίτο σημείο που οι Εναγόμενοι επικαλούνται ως παραπλάνηση από μέρους της Ενάγουσας είναι ότι η ίδια παρέλειψε να αναφέρει «και/ή με εύλογη έρευνα μπορούσε να ανακαλύψει στο διαδίκτυο αριθμό άρθρων που επικροτούν και/ή υποστηρίζουν το έργο του ιστότοπου και/ή βασίζονται σε αυτόν και τον σκοπό που ο Ιστότοπος εξυπηρετεί».

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Τα ενδεχόμενα αυτά είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Η παραπομπή των Εναγομένων σε άρθρα που παρέχουν θετικές απόψεις για τον ιστότοπο από μόνη της και χωρίς να συνδεθεί με οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες, δεν το καθιστά ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει και βεβαίως δεν επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς τα εν λόγω διατάγματα (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. (2015) 1 Α.Α.Δ. 386). Συνεπώς δεν υφίσταται ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος που επενέργησε στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά την απόφαση του.

 

Οι Εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα «παραπλανεί το Δικαστήριο και/ή αποπροσανατολίζει προσπαθώντας να παρουσιάσει τον Εναγόμενο 4 ως κακοποιό στοιχείο χωρίς αξιόπιστες πληροφορίες και χωρίς να εγείρει την οποιαδήποτε επιφύλαξη επί τούτου ότι ο Εναγόμενος 4 δεν έχει καταδικαστεί και/ή δεν είναι κακοποιό στοιχείο, ως είναι η περίπτωση αφού ο Εναγόμενος 4 έχει καθαρό ποινικό μητρώο».

 

Με όλο τον δέοντα σεβασμό στους Εναγομένους το αν το ποινικό μητρώο του Εναγομένου 4 είναι λευκό ή κηλιδωμένο είναι ζήτημα που δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το αντικείμενο εκδίκασης εδώ είναι σαφές και συγκεκριμένο. Στο πεδίο εξέτασης του δεν περιλαμβάνονται ποινικές πτυχές. Δεν είναι ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει και βεβαίως δεν επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς τα εν λόγω διατάγματα. Επομένως δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος που επενέργησε στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά την απόφαση του (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. (πιο πάνω)).

Με το πέμπτο σημείο τους οι Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι η Ενάγουσα «παραπλανεί και/ή αποπροσανατολίζει το Δικαστήριο αναφερόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ ως απόδειξη του δυσφημιστικού χαρακτήρα των δημοσιεύσεων καθότι, σκοπίμως και/ή χωρίς λόγο απέκρυψαν από το παρόν Δικαστήριο ότι η απόφαση του Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ εκδόθηκε εν τη απουσία των Εναγομένων 1 και 4 και χωρίς να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση, μεταξύ άλλων, περί το ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά».

 

Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται. Αν η Ενάγουσα ήθελε να αποκρύψει από το Δικαστήριο αυτά που οι Εναγόμενοι της αποδίδουν δεν θα αναρτούσε το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ. Η δικαστική απόφαση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως τεκμήριο της αρχικής ένορκης δήλωσης Παναγίδου η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς από την αρχή η Ενάγουσα αποκάλυψε στο Δικαστήριο το πλήρες κείμενο της εν λόγω απόφασης στα πλαίσια αναφοράς της για το συγκεκριμένο συμβάν. Πρόκειται για το Τεκμήριο 41 με μετάφραση του περιεχομένου του στην αγγλική γλώσσα (Τεκμήριο 42). Η επισύναψη της εν λόγω δικαστικής απόφασης ως τεκμηρίου στην υπό κρίση αίτηση αναγνωρίζεται από τους Εναγομένους αφού γίνεται αναφορά σ’ αυτό στην §27 της αρχικής ΕΔ Χρυσοστόμου που συνοδεύει την ένσταση (σελίδες 29-30). Στο στάδιο που το Δικαστήριο αποφάσισε για την μονομερή έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων το κείμενο της δικαστικής απόφασης ήταν στη διάθεση του με ότι αυτό συνεπάγεται. Επομένως δεν πρόκειται για περίπτωση παραβίασης καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Ενάγουσας.

 

Προχωρώ στο έκτο σημείο με το οποίο οι Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι η Ενάγουσα «παραπλάνησε και/ή αποπροσανατόλισε το Δικαστήριο κατά το μονομερές στάδιο διότι ανέφερε την Κυρισάββα κατά Κίζη ως αποφασισθείσα επί όμοιας βάσης τεκμηριώνουσας ιδιαίτερα γεγονότα, χωρίς να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου τις ουσιαστικές διαφορές της πιο πάνω υπόθεσης (νομικές και πραγματικές) σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα».

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι το εν λόγω παράπονο των Εναγομένων στερείται ερείσματος. Αυτό που έχει περιγραφεί πιο πάνω και αυτούσια αντιπροσωπεύει τη θέση των Εναγομένων δεν συνιστά, όχι  απλά ουσιώδες γεγονός με αντικειμενικό έρεισμα, αλλά καν γεγονός. Η προσπάθεια σύγκρισης της υπόθεσης που οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν με την παρούσα περίπτωση αποτελεί μέρος της νομικής πτυχής του υπό εξέταση αντικειμένου που εμπίπτει στη νομική γνώση του Δικαστηρίου. Συνεπώς δεν πρόκειται για ουσιώδες γεγονός για να υπόκειται σε αποκάλυψη στα πλαίσια υποχρέωσης της Ενάγουσας να επιδεικνύει καλή πίστη όταν επιδιώκει την έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων στην απουσία των αντιδίκων της, όπως στην παρούσα υπόθεση. Σαφώς δεν πρόκειται για περίπτωση παραβίασης καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Ενάγουσας.

 

Το τελευταίο σημείο που οι Εναγόμενοι εγείρουν περιλαμβάνουν τη θέση τους ότι «Η Ενάγουσα δεν έχει παραθέσει το σύνολο των ισχυριζομένων δυσφημιστικών δημοσιευμάτων στην πλήρη τους έκταση και μορφή αφού δεν παραθέτει τα κείμενα στα οποία τα ισχυριζόμενα ως δυσφημιστικά δημοσιεύματα παραπέμπουν με το πάτημα υπέρ-συνδέσμων (hyperlinks) με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει ολοκληρωμένα ενώπιον του τα ισχυριζόμενα ως δυσφημιστικά δημοσιεύματα, παράλειψη μοιραία για το κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα μπορούν κατ’ αρχήν να κριθούν ως δυσφημιστικά ή όχι».

 

Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους η πιο πάνω θέση τους δεν ευσταθεί. Το περιεχόμενο των επίμαχων δημοσιευμάτων παρατίθεται αυτούσιο ως τεκμήρια στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Επομένως υπάρχει παράθεση του περιεχομένου των κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικών δημοσιευμάτων υπό τη μορφή ηλεκτρονικής ανάρτησης τους. Κατά συνέπεια, δυσκολεύομαι να κατανοήσω πως το καθήκον της Ενάγουσας για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων έχει παραβιαστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν έχει παραβιάσει το καθήκον αποκάλυψης γεγονότων που σχετίζεται με το πλαίσιο των επικαλούμενων αγώγιμων δικαιωμάτων τους και με το στοιχείο του κατεπείγοντος.

 

Ακολούθως θα εξετάσω τον λόγο ένστασης αρ. 19 με τον οποίον οι Εναγόμενοι προβάλλουν είναι ότι «Η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά κακόπιστα και μέσω κακόβουλης συμπεριφοράς προσπαθεί να πείσει ότι δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες».

 

Η συμπεριφορά της Ενάγουσας, ως Αιτήτριας που είναι εδώ, λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέταση της παρούσας αίτησης εφόσον αυτή αφορά το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και σχετίζεται άμεσα με τις αιτούμενες θεραπείες και έχει επηρεάσει αρνητικά τους Εναγόμενους ή τους έχει προκαλέσει αδικία. Βασικά αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctionsτων Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 60-62).

 

Η πιο πάνω θέση των Εναγομένων ουσιαστικά καλύπτει όλα όσα έχουν προηγουμένως αυτοί αναφέρει στο κεφάλαιο περί παραβίασης του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Ενάγουσας. Δεν περιέχει οτιδήποτε επιπρόσθετο ή εξειδικευμένο. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τον σχολιασμό που έχει ήδη γίνει, παραπέμπω στο σκεπτικό του Δικαστηρίου που αποτυπώνεται μέσα από αυτόν.

 

Η απόρριψη της θέσης των Εναγομένων περί παραβίασης του καθήκοντος αποκάλυψης γεγονότων από την Ενάγουσα συμπαρασύρει αυτόματα σε αποτυχία τον συγκεκριμένο ισχυρισμό τους. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε περαιτέρω.

 

Επιπλέον οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι «η Αιτήτρια δεν έχει το απαραίτητο locus standi και κωλύεται να προωθεί τις αξιώσεις τις οποίες προβάλλει και να επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες» (λόγος ένστασης αρ. 22).

 

Με όλο το προσήκοντα σεβασμό στους Εναγομένους ουδεμία εξήγηση μου δόθηκε γιατί θεωρούν ότι η Ενάγουσα δεν διαθέτει έννομο συμφέρον να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Ούτε μου έχει λεχθεί που οι Εναγόμενοι βασίζουν νομικά την θέση τους ότι η Ενάγουσα κωλύεται να προωθεί την υπόθεση της. Γιατί και πώς εμποδίζεται η Ενάγουσα να προωθεί την παρούσα υπόθεση είναι ερωτήματα που οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να απαντήσουν με νομικά επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Σε τελευταία ανάλυση είναι ένας ισχυρισμός που θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Είναι γι’ αυτό που εξάλλου η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε σχολιασμό της θέσης αυτής. Ορθά έκρινε ότι δεν χρειαζόταν, τη στιγμή που κανένας νομικός σχολιασμός και καμία νομική εξήγηση παρέχεται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται τεκμηρίωσης.

 

Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, εάν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της ένστασης κάθε άλλο παρά θα συμφωνήσει με τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν locus standi να προωθούν την παρούσα διαδικασία και να αξιώνουν τις ενδιάμεσες θεραπείες. Το λεκτικό και η διατύπωση τους σε συνδυασμό με τα έγγραφα που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι έχουν θέσει ενώπιον μου μαζί με την αγόρευση του συνηγόρου τους, στην όψη τους, δεν καταδεικνύουν ότι οι Ενάγοντες στερούνται έννομου συμφέροντος να προωθούν τη διαδικασία αυτή και κατ’ επέκταση την υπόθεση γενικά. Πρόκειται για παραπονούμενους σε υπόθεση που έχει ως βάση αγωγής ισχυρισμούς για παραβίαση των αστικών αδικημάτων της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας κατά παράβαση των άρθρων 17 και 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148). Προβάλλεται ουσιαστικά η θέση ότι με την κοινή συμμετοχή των Εναγομένων αναρτήθηκαν κατ’ επανάληψη σε ιστοσελίδες, ιστότοπους και λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων διάφορα δημοσιεύματα που σύμφωνα με την Ενάγουσα έχουν δυσφημιστικό περιεχόμενο για την ίδια και τη φύση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της. Η Ενάγουσα επικαλείται ότι τα δημοσιεύματα συνεχίζουν να είναι αναρτημένα και σ’ αυτά έχουν πρόσβαση άτομα από την Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό οι οποίοι είναι χρήστες του διαδικτύου. Στην Κύπρο το διαδίκτυο παρέχεται από εταιρείες παροχών, των οποίων πελάτες είναι φυσικά και νομικά πρόσωπα που ενεργούν ως χρήστες.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν έχω διαπιστώσει ότι η Ενάγουσα στερείται έννομου συμφέροντος για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Ούτε έχω παρατηρήσει να υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα από μέρους της για την προώθηση της. σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

 

Έπεται ότι ο λόγος αυτός ένστασης κρίνεται ανεδαφικός και συνεπώς απορρίπτεται.

 

Ολοκληρώνω την ενασχόληση μου με την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης, οι οποίοι άπτονται της ουσίας της αίτησης αφού πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217). Ένεκα του κοινού αντικειμένου τους θα εξεταστούν ως μία ενιαία ομάδα οι λόγοι ένστασης αρ. 6, 7, 15, 20, 21, 23-25, 27-33, 35-38, 39, 40-46, 47-50, 51, 54, 56-60, 62-65, 67-69 & 72. Είναι βασικά η θέση των Εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται.

 

Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν.  Αυτές είναι:

(1)        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(2)        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

(3)        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.

 

Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις.

 

Στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Παράλληλα υπάρχουν και οι ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Η έκθεση απαίτησης επικαλείται ως βάσεις αγωγής τα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας.

 

Στην Κύπρο η δυσφήμηση διέπεται από τα άρθρα 17-24 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148). Συνεπώς το εν λόγω αδίκημα αναγνωρίζεται από το κυπριακό δίκαιο και έχει κωδικοποιηθεί στην κυπριακή έννομη τάξη μέσω ειδικής νομοθεσίας για αστικά αδικήματα. Ένα από τα αστικά αδικήματα που περιλαμβάνονται είναι αυτό. Νομική περιγραφή του εν λόγω αστικού αδικήματος παρέχεται στην πρόσφατη υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά v. Δρουσιώτη, Πολιτική Έφεση Αρ. 355/2015 ημερ. 17.11.25. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή:

«Το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, έχει κωδικοποιηθεί  στην κυπριακή έννομη τάξη, μέσω του άρθρου άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.  Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, δυσφημιστικό είναι το δημοσίευμα που μεταξύ άλλων τείνει να βλάψει την υπόληψη κάποιου άλλου προσώπου ή να τον επηρεάσει δυσμενώς ή να τον μειώσει στα μάτια τρίτων ή που ενδέχεται να τον εκθέσει σε γενικό μίσος, περιφρόνηση, χλευασμό ή που δύναται να προκαλέσει την αποστροφή ή την αποφυγή του από τους άλλους.

 

Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι, αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Δεν εξαρτάται δηλαδή από το πώς το εκλαμβάνει ο ενάγοντας ή τις προθέσεις του εναγόμενου, αλλά πώς οι λέξεις ή το κείμενο ή το σχετικό υλικό, μερικώς ή στην ολότητα του, μπορεί να εκληφθεί από τον μέσο, συνηθισμένο και λογικό άνθρωπο.

 

……. 

 

Κεντρικό αντικείμενο του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης είναι η προστασία της υπόληψης και της φήμης ενός προσώπου. Η φήμη και η υπόληψη κάποιου προσώπου, σχετίζονται άρρηκτα με την κοινωνική αξιολόγηση κάποιου προσώπου από άλλα πρόσωπα, την εντύπωση δηλαδή που έχει για κάποιο άτομο, το κοινωνικό σύνολο ή μερίδα του, ειδικότερα ο μέσος συνετός άνθρωπος.  Παράλληλα, δεδομένη είναι η σπουδαιότητα του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών.  Είναι γι' αυτό το λόγο που η εξασφάλιση και η διατήρηση της ελευθερίας έκφρασης, και μέσω του τύπου, είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία.  Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης v. Νικόλας Παπαδόπουλος (2012) 1 Α.Α.Δ. 102, με μια ελεύθερη και τολμηρή δημοσιογραφία είναι δυνατό να διορθωθούν πολλά κακώς έχοντα σε μια σύγχρονη κοινωνία.

 

Η εξισορρόπηση δικαιωμάτων που διασφαλίζονται τόσο από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης αφενός και της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της τιμής του ανθρώπου αφετέρου, αποτελεί αναγκαιότητα για τα Δικαστήρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η σύγχρονη τάση είναι ο «περιορισμός» του δικαιώματος της φήμης προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης αποδίδοντας στο τελευταίο ιδιαίτερη αξία.  Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που αφορά δημόσια πρόσωπα και ευρύτερα το δημόσιο συμφέρον.  Η ελευθερία της έκφρασης, όπως υποδεικνύεται στις Εκδ. Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 856, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.»

 

Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Κεφ.148, δυσφήμιση επίσης συνίσταται όταν η δημοσίευση εντύπου/εγγράφου/γραπτού κειμένου εκ φύσεως τείνει να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του.

 

Ένα δυσφημιστικό δημοσίευμα θεωρείται ότι δημοσιεύεται όταν το έντυπο/έγγραφο/γραπτό κείμενο ή άλλο μέσο μεταδίδεται με αποτέλεσμα το περιεχόμενο του να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή, ανάμεσα σ’ άλλα, αυτού που δυσφημείται από αυτό (άρθρο 18 Κεφ.148).

 

Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση ότι:

(α)       το επίμαχο δημοσίευμα είναι αληθές,

(β)       το επίμαχο δημοσίευμα είναι έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος,

(γ)        η επίμαχη δημοσίευση είναι απόλυτα προνομιούχα ή είναι προνομιούχα υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλόπιστα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 21 του Κεφ.148, μία από τις οποίες είναι αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος,

(δ)        το δυσφημιστικό δημοσίευμα δημοσιεύτηκε χωρίς πρόθεση προς το πρόσωπο που δυσφημείται και υποβάλλεται προσφορά για επανόρθωση βάση των προνοιών του άρθρου 22 του Κεφ.148.

 

Οι πιο πάνω ειδικές υπερασπίσεις αναφέρονται στα άρθρα 19, 20, 21 και 22 του Κεφ.148.

 

Η άλλη βάση αγωγής δυνάμει της οποίας προωθείται η έκθεση απαίτησης είναι η επιζήμια ψευδολογία. Πρόκειται για ένα άλλο αστικό αδίκημα που εντάσσεται στο κυπριακό νομικό δίκαιο μέσα από το άρθρο 25 του Κεφ.148. Με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου επιζήμια ψευδολογία συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση ψευδούς δήλωσης είτε προφορικά είτε άλλως πως που αφορά, μεταξύ άλλων, το επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, ενασχόληση ή τη θέση άλλου (Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ v. Κορνιώτη, Πολιτική Έφεση Αρ. 262/2018 ημερ. 15.09.25).

 

Σε αντίθεση με την δυσφήμιση, στην επιζήμια ψευδολογία δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά μέσα από το δυσφημιστικό δημοσίευμα που αφορά σε μια επιχειρηματική δραστηριότητα στην επωνυμία του προσώπου που ασχολείται μ’ αυτήν. Η δημοσίευση ψευδώς ότι η εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα είναι επιλήψιμη τεκμηριώνει αγώγιμο δικαίωμα στο φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο που την διεκπεραιώνει έστω και αν η ονομασία του δεν αναφέρεται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα και παρόλο ότι δεν είναι γνωστός στο κοινό. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, καθοριστικό στοιχείο για την εξέταση του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας είναι η ύπαρξη κακοπιστίας (Ιωάννου και άλλη v. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2015 ημερ. 15.07.24).

 

Σε υπόθεση που αφορά σε επιζήμια ψευδολογία απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης ειδικής ζημιάς για την επιδίκαση αποζημίωσης. Ωστόσο δεν επιβάλλεται ο ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς:

(α)       αν οι λέξεις επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια αποτιμητή σε χρήμα και δημοσιεύονται εγγράφως ή με οποιοδήποτε άλλο πάγιο τρόπο ή

(β)       αν οι πιο πάνω λέξεις σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια αποτιμητή σε χρήμα σε σχέση με οποιαδήποτε θέση την οποία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, ενασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η οποία ασκείται από αυτόν κατά το χρόνο της δημοσίευσης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έγινε αντιληπτό, η θέση της Ενάγουσας για δυσφήμηση αφορά σε διάφορα δημοσιεύματα που έχουν αναρτηθεί ηλεκτρονικά στο διαδίκτυο σε συγκεκριμένο ιστότοπο που κατονομάζεται (fintelegram.com), σε άλλη ιστοσελίδα που και αυτή κατονομάζεται (fincrimeobserver.com) και σε διάφορους ηλεκτρονικούς συνδέσμους ιστοσελίδων (λογαριασμούς) που επίσης κατονομάζονται των κοινωνικών δικτύων Linkedin, Facebook και Twitter. Η αγωγή, όπως τελικά παρέμεινε, στρέφεται εναντίον δύο νομικών προσώπων (Εναγόμενες 1 & 2) και ενός φυσικού προσώπου (Εναγόμενος 4). Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τους εν λόγω Εναγομένους συνδέει επαγγελματική σχέση υπό τη μορφή που ευθύς θα εξηγήσω.

 

Με βάση το Τεκμήριο 3 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος 4 κατέχει τη θέση του διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας (Company Director) από τις 17.08.15. Με βάση ακόμη το Τεκμήριο 2 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση, η Εναγόμενη 1 εγγράφηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο με εγγεγραμμένο γραφείο στο Λονδίνο. Στην απουσία στοιχείων περί του αντιθέτου, ο Εναγόμενος 4 φαίνεται να συνεχίζει να κατέχει μέχρι σήμερα τη θέση αυτή, περιλαμβανομένου και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο.

 

Επίσης δεν αποτελεί σημείο διαφωνίας των διαδίκων ότι η Εναγόμενη 2 εταιρεία συστάθηκε στην Πολιτεία Delaware των Η.Π.Α. στις 19.02.20. Σχετικό είναι το    Τεκμήριο 4 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση. Δυνάμει του Τεκμηρίου 5 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος 4 εμφανίζεται, πέραν του ρόλου του που διαδραματίζει στην Εναγόμενη 1, να είναι από τις 02.04.20 το μοναδικό μέλος που είναι υπεύθυνο για τη διοίκηση και διαχείριση των εργασιών της     Εναγομένης 2, πράγμα που επίσης δεν αμφισβητείται. Την ίδια στιγμή αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο Εναγόμενος 4 κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε τη διοίκηση και διαχείριση των εργασιών της Εναγομένης 2. Ελλείψει στοιχείων αλλά και αναφορών περί του αντιθέτου, ο Εναγόμενος 4 φαίνεται να συνεχίζει να ασκεί τον ίδιο ρόλο μέχρι σήμερα.

 

Μία από τις εξουσίες του Εναγομένου 4 ως μοναδικό μέλος της Εναγομένης 2, ο οποία απορρέει από το Τεκμήριο 5, είναι να υπογράφει συμφωνίες εκ μέρους και για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας. Με γνώμονα ότι το έγγραφο που του δίδει τέτοια εξουσία φέρει ημερομηνία 02.04.20 (Τεκμήριο 5), λογικά συνάγεται ότι η υπογραφή που εμφανίζεται στο συμφωνητικό έγγραφο μεταβίβασης των δικαιωμάτων του ιστότοπου fintelegram.com ημερομηνίας 22.02.20 με πωλητή την Εναγόμενη 1 και αγοράστρια την Εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε να ήταν δική του (Τεκμήριο 10 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση) αφού αυτό φαίνεται να συνομολογήθηκε προγενέστερα. Κατά παράδοξο τρόπο το Τεκμήριο 10 δεν σημειώνει ολογράφως το ονοματεπώνυμο των ατόμων που υπέγραψαν εκ μέρους και για λογαριασμό των εν λόγω εταιρειών. Ούτε και φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα οποιασδήποτε από τις φερόμενα εμπλεκόμενες εταιρείες. Αλλά ούτε και φαίνεται το έγγραφο να έχει υπογραφεί στην παρουσία μαρτύρων. Ούτε εναλλακτικά φέρει σφραγίδα κάποιας αρμόδια αρχής, ενώπιον της οποίας το έγγραφο είχε υπογραφεί.

 

Συνεπώς στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο η όποια τυχόν νομική ισχύς και σημασία του Τεκμηρίου 10 σε σχέση με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του εν λόγω ιστότοπου και το χρονικό σημείο που ενδεχομένως αυτό να συμφωνήθηκε παραμένουν ασαφή. Η ασάφεια ενισχύεται από το Τεκμήριο 11 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση, το οποίο, αν λεχθεί ότι το όνομα της Εναγομένης 2 που παρουσιάζεται σ’ αυτό είναι αυτό του ιδιοκτήτη του ιστότοπου, φέρει ημερομηνία 02.03.24 που είναι μετά την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων και κατά τη διάρκεια του ουσιώδους για την παρούσα αγωγή χρόνο.

 

Η πιο πάνω ασάφεια θα ξεκαθαρίσει κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής μέσα από σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου που θα καταλήξει στη βάση αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας που θα προσαχθεί ενώπιον του. Στο αρχικό αυτό στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι αντικειμενικά η ιδιοκτησία και η διαχείριση του επίμαχου ιστότοπου σχετιζόταν με τις Εναγόμενες 1 & 2 ενώ η λειτουργία του φαίνεται να τελούσε υπό τη διαχείριση και εποπτεία του Εναγομένου 4. Η Ενάγουσα δε προβάλλει ισχυρισμό ότι οι διάφοροι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοι ιστοσελίδων (λογαριασμοί) των κοινωνικών δικτύων Linkedin, Facebook και Twitter στους οποίους επίσης δημοσιεύτηκαν δημοσιεύματα χρησιμοποιούνται και/ή τυγχάνουν εκμετάλλευσης και χρήσης από τους Εναγομένους.

 

Την ίδια στιγμή ο Εναγόμενος 4, πέραν των ρόλων του στις Εναγόμενες 1 & 2, εμφανίζεται να είναι ο συντάκτης ορισμένων επίμαχων δημοσιευμάτων που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com. Αναφέρομαι περαιτέρω σ’ αυτό στη συνέχεια.

 

Η Ενάγουσα θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι συνεργάστηκαν για την ανάρτηση των επίμαχων δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο ένεκα της επαγγελματικής σχέσης που τους συνδέει σε συνδυασμό με τον έλεγχο που επικαλούνται ότι ασκούν στον ιστότοπο και στους άλλους ηλεκτρονικούς λογαριασμούς από τους οποίους δημοσιεύτηκαν ηλεκτρονικά τα επίμαχα δημοσιεύματα. Η ομοιότητα που παρουσιάζεται να έχει το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων που αναρτήθηκαν στον ιστότοπο μ’ αυτό των δημοσιευμάτων στους άλλους ηλεκτρονικούς λογαριασμούς σε συνάρτηση με τη χρονική αλληλουχία της ανάρτησης τους, εκ πρώτης όψεως τείνει να καταδείξει διασύνδεση τους.

 

Από ότι φαίνεται και τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Εναγομένους η Ενάγουσα είναι ίδρυμα πληρωμών τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Υπό αυτή την επαγγελματική ιδιότητα ασκεί επιχείρηση διεθνούς χαρακτήρα. Η ολοένα αυξανόμενη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της ηλεκτρονικής πληροφορικής καθώς επίσης η βελτίωση τρόπων επικοινωνίας τοποθέτησαν την Ενάγουσα στον παγκόσμιο χάρτη της βιομηχανίας παροχής υπηρεσιών διαδικτυακής πληρωμής. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στην Κύπρο η Ενάγουσα είναι αδειοδοτημένο ίδρυμα πληρωμών που τελεί υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας. Είναι αυτονόητο ότι διεξάγει δραστηριότητες στην Κύπρο στον τομέα που απέκτησε άδεια γι’ αυτό.

 

Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα είναι υπαρκτά και έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στον συγκεκριμένο ιστότοπο και στους ηλεκτρονικούς λογαριασμούς που έγινε αναφορά προηγουμένως. Το διαδίκτυο χρησιμοποιείται καθημερινά από το κοινό της Κύπρου. Κατ’ επέκταση οποιοσδήποτε πολίτης που διέμενε στην Κύπρο, περιλαμβανομένου στην επαρχία Λεμεσού, μπορούσε ανά πάσα στιγμή, κατά τον ουσιώδη χρόνο, να διαβάσει τα επίμαχα δημοσιεύματα.

 

Στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα παραθέτει ξεχωριστά ένα προς ένα αυτά τα επίμαχα δημοσιεύματα αναφέροντας την πηγή ηλεκτρονικού εντοπισμού τους (§14-§40 της έκθεσης απαίτησης). Αν κάποιος ανατρέξει στη διεύθυνση του ιστοτόπου και στους ηλεκτρονικούς συνδέσμους είναι σε θέση να αναγνώσει το πλήρες περιεχόμενο του καθενός επίμαχου δημοσιεύματος που έχει αναρτηθεί. Επίσης παρέχονται λεπτομέρειες ως προς το χρόνο δημοσίευσης τους. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για την ίδια. Στην §42  υπό τα σημεία (i) μέχρι (vii) της έκθεσης απαίτησης της δικογραφεί λεπτομέρειες που σύμφωνα με την ίδια εξηγούν γιατί τα επίμαχα δημοσιεύματα θεωρούνται δυσφημιστικά για την ίδια. Όπως υποδεικνύει, τα εν λόγω δημοσιεύματα αναφέρονται ρητώς στο πρόσωπο της. Ως διαζευκτική θέση δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι τα όσα αναφέρονται στις δικογραφημένες λεπτομέρειες της §42 σήμαιναν μορφή αναληθούς υπονοουμένου. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα πιο πάνω δημοσιεύματα διαβάστηκαν από μεγάλο αριθμό προσώπων εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβανομένων στην επαρχία Λεμεσού.

 

Μετά την μονομερή έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερ. 15.05.23, τα επίμαχα δημοσιεύματα αποσύρθηκαν από το διαδίκτυο. Ωστόσο, ως είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι επανήλθαν με τη δημοσίευση άλλου αριθμού δυσφημιστικών για την ίδια δημοσιευμάτων στον ιστότοπο, τα οποία ισχυρίζεται ότι παραμένουν μέχρι σήμερα. Η Ενάγουσα παραθέτει ξεχωριστά ένα προς ένα αυτά τα επίμαχα δημοσιεύματα αναφέροντας την πηγή ηλεκτρονικού εντοπισμού τους (§49-§66 της έκθεσης απαίτησης). Αν κάποιος ανατρέξει στη διεύθυνση του ιστοτόπου είναι σε θέση να αναγνώσει το πλήρες περιεχόμενο του καθενός επίμαχου δημοσιεύματος που έχει αναρτηθεί. Επίσης παρέχονται λεπτομέρειες ως προς το χρόνο δημοσίευσης τους. Λεπτομέρειες που σύμφωνα με την ίδια εξηγούν γιατί τα νέα επίμαχα δημοσιεύματα θεωρούνται δυσφημιστικά για την ίδια παρέχονται υπό τα σημεία (i) μέχρι (vii) της §70 της έκθεσης απαίτησης. Η Ενάγουσα επισημαίνει ότι τα νέα αυτά δημοσιεύματα αναφέρονται ρητώς στο πρόσωπο της. Ως διαζευκτική θέση δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι τα όσα αναφέρονται στις δικογραφημένες λεπτομέρειες της §70 σήμαιναν μορφή αναληθούς υπονοουμένου. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα πιο πάνω δημοσιεύματα διαβάστηκαν από μεγάλο αριθμό προσώπων εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβανομένων στην επαρχία Λεμεσού.

 

Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα πιο πάνω νέα δημοσιεύματα αφαιρέθηκαν από τον ιστότοπο, πλην όμως οι Εναγόμενοι, ως είναι επιπλέον η θέση της Ενάγουσας, επανέλαβαν και/ή επαναδημοσίευσαν δημοσιεύματα που θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικά για την ίδια στον ιστότοπο και σε νέα ιστοσελίδα (fincrimeobserver.com) που σύμφωνα με την Ενάγουσα συνδέονται ηλεκτρονικά μεταξύ τους αφού στη νέα ιστοσελίδα εντοπίστηκε δημοσιευμένο άρθρο που είχε προηγουμένως αναρτηθεί στον ιστότοπο. Στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα παραθέτει ξεχωριστά ένα προς ένα αυτά τα επίμαχα δημοσιεύματα αναφέροντας την πηγή ηλεκτρονικού εντοπισμού τους (§74 & §77-§81). Αν κάποιος ανατρέξει στη διεύθυνση του ιστοτόπου και στους ηλεκτρονικούς συνδέσμους είναι σε θέση να αναγνώσει το πλήρες περιεχόμενο του καθενός επίμαχου δημοσιεύματος που έχει αναρτηθεί. Επίσης παρέχονται λεπτομέρειες ως προς το χρόνο δημοσίευσης τους. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για την ίδια. Πληροφορίες που κατά την ίδια εξηγούν γιατί τα νέα επίμαχα δημοσιεύματα θεωρούνται δυσφημιστικά για την ίδια παρέχονται υπό τα σημεία (viii) μέχρι (xiv) της §83 της έκθεσης απαίτησης. Η Ενάγουσα επισημαίνει ότι τα δημοσιεύματα αυτά αναφέρονται ρητώς στο πρόσωπο της. Ως διαζευκτική θέση δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι τα όσα αναφέρονται στις δικογραφημένες λεπτομέρειες της §87 σήμαιναν μορφή αναληθούς υπονοουμένου. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα πιο πάνω δημοσιεύματα διαβάστηκαν από μεγάλο αριθμό προσώπων εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβανομένων στην επαρχία Λεμεσού.

 

Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η νέα ιστοσελίδα δημιουργήθηκε στις 20.12.23, η οποία τυγχάνει χρήσης και/ή εκμετάλλευσης και/ή διαχείρισης από τους Εναγομένους. Στην επικαλούμενη νέα ιστοσελίδα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αναρτήθηκαν νέα δημοσιεύματα που η ίδια θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικά για την ίδια. Στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα παραθέτει ξεχωριστά ένα προς ένα αυτά τα επίμαχα δημοσιεύματα αναφέροντας την πηγή ηλεκτρονικού εντοπισμού τους. Παράλληλα αναφέρει αποσπάσματα από αυτά (§90-§93 της έκθεσης απαίτησης). Ωστόσο αν κάποιος ανατρέξει στη διεύθυνση της επικαλούμενης νέας ιστοσελίδας είναι σε θέση να αναγνώσει το πλήρες περιεχόμενο του καθενός επίμαχου δημοσιεύματος που έχει αναρτηθεί. Επίσης παρέχονται λεπτομέρειες ως προς το χρόνο δημοσίευσης τους. Δύο από αυτά, κατά την Ενάγουσα, αναρτήθηκαν σε ηλεκτρονικούς συνδέσμους του ιστότοπου – fintelegram.com (§94 της έκθεσης απαίτησης). Πληροφορίες που σύμφωνα με την Ενάγουσα εξηγούν γιατί τα νέα επίμαχα δημοσιεύματα θεωρούνται δυσφημιστικά για την ίδια παρέχονται υπό τα σημεία (xv) μέχρι (xx) της §95 της έκθεσης απαίτησης. Η Ενάγουσα επισημαίνει ότι τα δημοσιεύματα αυτά αναφέρονται ρητώς στο πρόσωπο της. Ως διαζευκτική θέση δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι τα όσα αναφέρονται στις δικογραφημένες λεπτομέρειες της §97 σήμαιναν μορφή αναληθούς υπονοουμένου. Σύμφωνα ακόμη με την Ενάγουσα, τα πιο πάνω δημοσιεύματα διαβάστηκαν από μεγάλο αριθμό προσώπων εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβανομένων στην επαρχία Λεμεσού.

 

Με βάση τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας (§103 έκθεσης απαίτησης), το σύνολο των επίδικων δημοσιευμάτων θεωρούνται δυσφημιστικά για την ίδια επειδή:

(α)       της αποδίδουν ότι είναι μια εξαιρετικά αναξιόπιστη εταιρεία η οποία εξειδικεύεται αποκλειστικά σε πελάτες υψηλού κινδύνου,

(β)       επιχειρούν να την παρουσιάσουν ως ίδρυμα πληρωμών το οποίο παρέχει υπηρεσίες αποκλειστικά σε εμπόρους τυχερών παιχνιδιών και σε εμπόρους πορνογραφικού υλικού,

(γ)        επιχειρούν να την παρουσιάσουν ως τη συνέχεια και/ή την μετενσάρκωση της Wirecard,

(δ)        της αποδίδουν την διάπραξη παράνομων πράξεων και/ή ποινικών αδικημάτων,

(ε)        εκ φύσεως τείνουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη της στο επάγγελμα της,

(στ)      ενδέχεται να την εκθέσουν και/ή την εκθέτουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη,

(ζ)        ενδέχεται να της προκαλέσουν και/ή της προκαλούν την αποστροφή και/ή αποφυγή ενδεχόμενων πελατών και/ή συνεταίρων της καθώς και φυγή υφιστάμενων πελατών και/ή συνεταίρων της.

 

Το ότι τα πιο πάνω δημοσιεύματα που επισημαίνονται ένα προς ένα μέσα από την έκθεση απαίτησης είναι υπαρκτά δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Ακόμη το ότι τα δημοσιεύματα αυτά έχουν αναρτηθεί στους ιστότοπους και στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης στο διαδίκτυο που κατονομάζονται αναλυτικά μέσα από την έκθεση απαίτησης στα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στο εν λόγω δικόγραφο επίσης δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τους Εναγομένους.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η θέση των Εναγομένων ότι το κλητήριο ένταλμα δεν παρέχει ορθά τα ισχυριζόμενα επίδικα δημοσιεύματα δεν με βρίσκει σύμφωνο (§3 στη σελίδα 19 της γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένων). Μέσα από το κλητήριο ένταλμα παρέχονται πληροφορίες για την ημερομηνία που δημοσιεύτηκε το κάθε επίμαχο δημοσίευμα και τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο που μπορεί να εντοπιστεί. Είναι προφανές ότι ο μεγάλος αριθμός των επίμαχων δημοσιευμάτων που καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα δεν επέτρεπε, από πρακτικής άποψης, την παράθεση του περιεχομένου καθενός άρθρου που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Σε κάθε περίπτωση το πλήρες περιεχόμενο των επίμαχων δημοσιευμάτων επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση.

 

Επιπλέον δεν συμμερίζομαι ούτε τη θέση των Εναγομένων ότι το κλητήριο ένταλμα δεν δικογραφεί ορθά τις ισχυριζόμενες αιτίες αγωγής (§3 στη σελίδα 19 της γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένων). Αν κάποιος αναγνώσει το κλητήριο ένταλμα εύκολα μπορεί να παρατηρήσει ότι στο σημείο (1) αυτού αξιώνονται γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα λόγω δυσφήμησης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας σε σχέση με τα επίμαχα δημοσιεύματα που αναφέρονται στη συνέχεια.     

 

Την ίδια στιγμή αποτελεί δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι από την ανάρτηση των προαναφερόμενων κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικών δημοσιευμάτων υπέστη σοβαρή ζημιά. Επικαλέστηκε ως γεγονότα γι’ αυτό τον προβληματισμό που εξέφρασαν στην ίδια λειτουργοί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σε ότι αφορά την ύπαρξη και το περιεχόμενο των εν λόγω άρθρων, θέτοντας έτσι υπό το καθεστώς αμφιβολίας τη συνέχιση ισχύος αδειοδότησης της στην Κύπρο. Επίσης επικαλείται άρνηση τραπεζών στο εξωτερικό να της επιτρέψουν άνοιγμα λογαριασμών, οι οποίες προβάλλουν ως κώλυμα την ύπαρξη και το περιεχόμενο των εν λόγω άρθρων.

 

Για τη ζημιά που η Ενάγουσα επικαλείται ότι υπέστη, στην έκθεση απαίτησης παρέχονται λεπτομέρειες των πηγών πρόκλησης της (§104 υπό τα σημεία Α, Β & Γ της έκθεσης απαίτησης). Πέραν της οικονομικής ζημιάς που επικαλείται, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ένεκα των επίμαχων δημοσιευμάτων υπέστη εξευτελισμό και/ή βαριά προσβολή στην επαγγελματική της προσωπικότητα και ότι η υπόληψη και η φήμη της έχουν πληγεί (§105 έκθεσης απαίτησης).

 

Ένεκα της ζημιάς και της απώλειας που επικαλείται ότι υπέστη δυνάμει κατ’ ισχυρισμό δυσφήμησης και επιζήμιας ψευδολογίας (οι βάσεις αγωγής), η Ενάγουσα αξιώνει ως θεραπείες την επιδίκαση ειδικών, γενικών, επαυξημένων και/ή τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (§109 υπό τα σημεία Ι, VI & ΙΧ της έκθεσης απαίτησης).

 

Περαιτέρω επικαλούμενη της επανάληψης στη δημοσίευση δημοσιευμάτων που θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικά για την ίδια, η Ενάγουσα αιτείται, ως επιπρόσθετες θεραπείες, την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που να απαγορεύουν την αναδημοσίευση και/ή επαναδημοσίευση και/ή κυκλοφορία οποιονδήποτε από τα προαναφερόμενα επίμαχα δημοσιεύματα και/ή για άλλα παραπλήσια και/ή παρόμοια μ’ αυτά (§109 υπό τα σημεία ΙΙ-V, VII & VIII της έκθεσης απαίτησης).

 

Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό νομικό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 4, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοια θέματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι κατά πόσο τα επίμαχα δημοσιεύματα είναι ή όχι δυσφημιστικά για την Ενάγουσα, εάν οποιοσδήποτε από τους Εναγομένους σχετίζεται με την δημοσίευση τους στο διαδίκτυο, αν αυτά τελικά αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο χωρίς πρόθεση από οποιονδήποτε ή είναι προϊόν κακόβουλων δημοσιεύσεων ψευδών δηλώσεων, σε περίπτωση που δε κριθούν ότι είναι δυσφημιστικά και για την ανάρτηση τους ευθύνεται οποιοσδήποτε από τους Εναγομένους, κατά πόσο ισχύει οποιαδήποτε από τις ειδικές υπερασπίσεις της νομοθεσίας, εάν η Ενάγουσα δικαιούται στις θεραπείες των διαφόρων ειδών αποζημιώσεων και/ή στην έκδοση των διαταγμάτων που αξιώνει.

 

Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται αναφορικά και με τις δύο βάσεις αγωγής επί των οποίων προωθείται η παρούσα υπόθεση.       

 

Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.

 

Η προκειμένη περίπτωση, με βάση την έκθεση απαίτησης, αφορά σε συνολικά 52 δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο την περίοδο από 29.08.22 μέχρι 31.03.24. Δηλαδή σε χρονικό διάστημα 19 μηνών περίπου, το διαδίκτυο φιλοξένησε τα 52 δημοσιεύματα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Αυτό είναι γεγονός που βασικά οι Εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει.

 

Από αυτά 17 δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο fintelegram.com και άλλα 9 αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com καθώς και σε διάφορους ηλεκτρονικούς συνδέσμους ιστοσελίδων (λογαριασμούς) των κοινωνικών δικτύων Linkedin, Facebook και Twitter. Αυτά αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερ. 15.05.23, η συνέχιση της ισχύος των οποίων αποτελεί αντικείμενο εκδίκασης στην διαδικασία αυτή, καθώς και στην έκθεση απαίτησης.

Άλλα 18 δημοσιεύματα παρόλο ότι αναρτήθηκαν πριν από την έκδοση των πιο πάνω ενδιάμεσων διαταγμάτων εντούτοις εντοπίστηκαν από την Ενάγουσα σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, 4 άλλα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν στον ιστότοπο fintelegram.com και στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com μετά την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Επιπλέον, 4 άλλα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com επίσης μετά την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Για τα δημοσιεύματα αυτά γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης.

 

Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση και καταχωρίστηκαν μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης δεν αμφισβητείται ότι τα πιο πάνω 52 δημοσιεύματα είναι υπαρκτά και ότι αυτά αναρτήθηκαν ηλεκτρονικά στο διαδίκτυο την περίοδο που η Ενάγουσα επικαλείται και στον ιστότοπο και στις ιστοσελίδες που αυτή αναφέρει.

 

Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι, αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Δεν εξαρτάται δηλαδή από το πώς το εκλαμβάνει ο ενάγοντας ή τις προθέσεις του εναγόμενου, αλλά πώς οι λέξεις ή το κείμενο ή το σχετικό υλικό, μερικώς ή στην ολότητα του, μπορεί να εκληφθεί από τον μέσο, συνηθισμένο και λογικό άνθρωπο. Σχετική είναι η υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ και άλλη v. Δρουσιώτη, Πολιτική Έφεση Αρ. 355/2015 ημερ. 17.11.25 στην οποίαν και παραπέμπω. 

 

Από μια πρόχειρη ανάγνωση τους μου δίδεται η εντύπωση ότι τα δημοσιεύματα έχουν κοινό πυρήνα, βάση του οποίου προβαίνουν σε σχολιασμό. Υπάρχουν δημοσιεύματα που το περιεχόμενο τους προσομοιάζει μ’ αυτό άλλων δημοσιευμάτων. Υπάρχουν άλλα που το περιεχόμενο τους επαναφέρει στο προσκήνιο σχολιασμό άλλων δημοσιευμάτων που είχαν αναρτηθεί προγενέστερα. Κάποια δε άλλα, με αναφορά σε περιεχόμενο που εντοπίστηκε σε άλλο προηγούμενο δημοσίευμα, προσθέτουν σχολιασμό.    

 

Έχει ήδη λεχθεί ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τους Εναγομένους συνδέει επαγγελματική σχέση στη μορφή που έχει αναφερθεί προηγουμένως. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι η ιδιοκτησία του ιστότοπου fintelegram.com φαίνεται να σχετίζεται με τους Εναγομένους 1 & 2, όπως και το ότι δεν αποτελεί σημείο διαφωνίας πως η λειτουργία του εν λόγω ιστότοπου τελεί υπό τη διαχείριση και εποπτεία του Εναγομένου 4. Πέραν αυτού, η θεματική σχετικότητα και ταυτοσημία που φαίνεται να χαρακτηρίζει αρκετά δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν στον ιστότοπο fintelegram.com με δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν  στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com καθώς και σε άλλους λογαριασμούς στο διαδίκτυο (Τεκμήρια 24-45 της συμπληρωματικής ΕΔ ημερ. 13.03.25 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση), σε συνδυασμό με την ανάρτηση ιδίου δημοσιεύματος στον ιστότοπο fintelegram.com και στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com δεν μπορεί παρά να μην αποκλείσει το ενδεχόμενο ύπαρξης μεταξύ τους διασύνδεσης. Ενισχυτικό της ένδειξης για εκ πρώτης όψεως διασύνδεση του ιστότοπου fintelegram.com με την ιστοσελίδα fincrimeobserver.com είναι επίσης:

(α)       η ρητή αναφορά στον εν λόγω ιστότοπο πως η πιο πάνω ιστοσελίδα αποτελεί «συνέταιρο» («partner») του που προφανώς προσδίδει την έννοια της μεταξύ τους συνεργασίας (Τεκμήριο 12 της συμπληρωματικής ΕΔ ημερ. 13.03.25 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση),

(β)       ο Εναγόμενος 4 αρθρογραφεί προσωπικά στην πιο πάνω ιστοσελίδα (Τεκμήρια 13, 14 & 15 της συμπληρωματικής ΕΔ ημερ. 13.03.25 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση),

(γ)        η ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας του εν λόγω ιστότοπου και της πιο πάνω ιστοσελίδας φαίνεται να είναι η ίδια αφού και στα δύο εμφανίζεται το ηλεκτρικό ταχυδρομείο fintelegram@protonmail.com (Τεκμήρια 10 & 11 της συμπληρωματικής ΕΔ ημερ. 13.03.25 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση).                  

 

Τα εν λόγω δημοσιεύματα παρουσιάζονταν να ήταν ελεύθερα προσβάσιμα σε κάθε χρήστη του διαδικτύου και γενικά στον οποιονδήποτε επιθυμούσε να τα αναγνώσει τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε και ούτε έχει τεθεί ενώπιον οποιοδήποτε στοιχείο που να δίδει την εντύπωση επιβολής περιορισμού στην πρόσβαση και/ή της επιλεκτικής πρόσβασης και χρήσης τους. Αντίθετα θα έλεγα ότι η δήλωση των Εναγομένων πως ο ιστότοπος fintelegram.com παρέχει υπηρεσίες διερευνητικής δημοσιογραφίας καλύπτοντας απάτες, οικονομικό έγκλημα, παράνομα διαδικτυακά μοντέλα και ζητήματα παρανομούντων με αποστολή να παρουσιάζει το ιστορικό, την οικονομική ιδιοκτησία και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες αυτών που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ώστε να παρέχεται διαφάνεια στους επενδυτές, υποστηρίζει το πιο πάνω σκεπτικό (§10 στη σελίδα 5 της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τη ένσταση).

 

Σε όλα αυτά τα δημοσιεύματα κάποιος μπορεί εξόφθαλμα να παρατηρήσει ότι γίνεται αναφορά στο όνομα της Ενάγουσας. Πρόχειρη ανάγνωση στο σύνολο τους τείνει να καταδείξει ότι ο σχολιασμός που περιέχουν εστιάζεται, σε ότι αφορά τα κεντρικά τους σημεία, στο να:

·      συνδέσουν την Ενάγουσα με την πτωχεύσασα εταιρεία Wirecard, για την οποίαν η πλευρά των Εναγομένων υποβάλλει ότι έχει παρελθόν σκανδάλων οικονομικής απάτης, δημιουργίας εσόδων από παράνομες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος,

·      παρουσιάσουν την Ενάγουσα ως αντικαταστάτη της Wirecard και ουσιαστικά ως διάδοχη παράνομης κατάσταση αυτής,

·      παρουσιάσουν την εικόνα ότι η Ενάγουσα ακολουθεί τις ίδιες δόλιες πρακτικές και ότι εφαρμόζει το ίδιο επιχειρηματικό μοντέλο αμφιβόλου νομιμότητας της Wirecard,

·      αποδώσουν ότι η Ενάγουσα είναι μια εξαιρετικά αναξιόπιστη εταιρεία η οποία εξειδικεύεται αποκλειστικά σε πελάτες υψηλού κινδύνου,

·      παρουσιάσουν την Ενάγουσα ως ίδρυμα πληρωμών το οποίο παρέχει υπηρεσίες και επεξεργάζεται πληρωμές με οικονομικά πλεονεκτήματα μέσα από παράνομες δραστηριότητες στη βιομηχανία εμπορίου πορνογραφικού υλικού και στον τομέα των στοιχημάτων – παράνομων τυχερών παιγνιδιών.

 

Οι πιο πάνω αναφορές που έχουν αναρτηθεί ηλεκτρονικά στο διαδίκτυο με ελεύθερη πρόσβαση στους χρήστες κάθε άλλο παρά μπορούν να εκληφθούν ως κολακευτικά σχόλια για την Ενάγουσα. Αντίθετα, αντικειμενικά μπορεί να λεχθεί ότι στα μάτια του μέσου, συνηθισμένου και συνετού - λογικού ανθρώπου τείνουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια τη φήμη, την υπόληψη και τις επαγγελματικές δραστηριότητες της καθώς επίσης ενδέχεται να την εκθέσει σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη με αποτέλεσμα εξ’ αντικειμένου να θεωρούνται δυσφημιστικά για την Ενάγουσα (άρθρο 17 Κεφ.148). Εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί ότι η ανάρτηση των επίμαχων δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο με ελεύθερη πρόσβαση στους χρήστες του με τα χαρακτηριστικά που έχουν περιγραφεί πιο πάνω, τα οποία κάθε άλλο παρά κολακευτικά μπορεί αντικειμενικά να εκληφθούν, συνιστά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δημοσίευση δυσφημιστικών για την Ενάγουσα δημοσιευμάτων στην έννοια των προνοιών του Κεφ.148 (άρθρο 18).

 

Οι Εναγόμενοι προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα δεν μπορεί να θεωρηθούν δυσφημιστικά στην κυριολεκτική τους έννοια επειδή:

(α)       απλά συνδέουν την Ενάγουσα με την εταιρεία Wirecard,

(β)       αποδίδουν στην Ενάγουσα τον όρο «high risk»,

(γ)        αναφέρουν ότι οι πελάτες της Ενάγουσας προέρχονται από το χώρο του «porn» «gambling».

 

Χωρίς το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να αποφασίζει τελεσίδικα αν τα επίμαχα δημοσιεύματα έχουν ή όχι τελικά δυσφημιστικό για την Ενάγουσα περιεχόμενο αφού αυτό θα κριθεί μέσα από αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που θα τεθεί ενώπιον μου στη βάση ευρημάτων και συμπερασμάτων, ο πιο πάνω ισχυρισμός των Εναγομένων αντικειμενικά εξεταζόμενος, πάντοτε και μόνο για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, φαίνεται να παραμένει μετέωρος. Δεν είναι η σύνδεση της με την εταιρεία Wirecard που η Ενάγουσα θεωρεί επιλήψιμη αλλά η απόδοση ότι η Ενάγουσα συνδέεται με μία εταιρεία που, σύμφωνα με τους Εναγομένους, χρησιμοποιούσε δόλιες πρακτικές, προέβαινε σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, εμπλέκεται σε οικονομικές απάτες και εξαφάνιση χρημάτων που αποκτήθηκαν μέσα από παράνομες δραστηριότητες. Δεν είναι το ότι αποδίδεται στην Ενάγουσα ο όρος «high risk» που θεωρεί επιλήψιμο η Ενάγουσα, αλλά το ότι οι πρακτικές και το επιχειρηματικό μοντέλο που της καταλογίζουν ότι χρησιμοποιεί εγκυμονούν κινδύνους για τους επενδυτές πελάτες της με αποτέλεσμα να την καθιστούν επιχείρηση αμφιβόλου αξιοπιστίας. Δεν είναι απλά η αναφορά ότι οι πελάτες της Ενάγουσας πηγάζουν από το χώρο του «porn» «gambling» αλλά το ότι η Ενάγουσα συνεργάζεται με άτομα από το χώρο αυτό που σύμφωνα με τους Εναγομένους ασχολούνται με παράνομες δραστηριότητες.

 

Σε μια αγωγή για δυσφήμιση εξετάζεται το ενδεχόμενο να ισχύει οποιαδήποτε από τις ειδικές υπερασπίσεις που έχουν νομοθετικά θεσπιστεί και απαριθμούνται στο άρθρο 19 του Κεφ.148. Μία από αυτές, όπως έχει ήδη λεχθεί, είναι το δημοσίευμα για το οποίο καταχωρίστηκε η αγωγή να είναι αληθές. Για να επιτύχει η υπεράσπιση αυτή θα πρέπει οι δηλώσεις γεγονότος που περιέχονται στο επίμαχο δημοσίευμα να είναι αληθείς. Βέβαια εδώ που είναι προκαταρκτικό στάδιο και το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα αλλά ούτε και κρίνει την αξιοπιστία μαρτύρων, εκείνο που θεωρώ ότι χρειάζεται είναι αληθοφάνεια της ουσίας - του πυρήνα - των κεντρικών σημείων του περιεχομένου των επίμαχων δημοσιευμάτων. Στην πρόσφατη υπόθεση Μαρκίδη v. Μέγα Λόγος Πληροφοριακή & Πολιτιστική Εταιρεία, Πολιτική Έφεση Αρ. 344/2019 ημερ. 23.12.25 συγκεφαλαιώνονται οι νομικές αρχές της υπεράσπισης του αληθούς δημοσιεύματος μέσα από ανασκόπηση κυπριακής και αγγλικής νομολογίας. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση αυτή:

«Στην  πρόσφατη υπόθεση Βιομηχανία Κυρ. Καραγιάννης & Υιοί Λτδ ν. «Ο Φιλελεύθερος» Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 166/2018, ημερ. 5.9.2025 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την υπεράσπιση της αλήθειας:

 

            «Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας, σύμφωνα με τη νομολογία το αληθές των ισχυρισμών κρίνεται υπό το πρίσμα των πληροφοριών που υπήρχαν κατά τη στιγμή της δημοσίευσης και όχι αυτών που προκύπτουν αργότερα. Σχετική είναι η απόφαση Times Newspapers Ltd v. United Kingdom (App. Nos 23676/03, 3002/03 EMLR14, απόφαση ημερομηνίας 11.10.05).

 

           Χρήσιμη παραπομπή γίνεται επίσης στην απόφαση του House of LordsGrobbelaar vNews Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, όπου τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να πετύχει η υπεράσπιση της αλήθειας ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο είχε προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει «το κεντρί» (sting) στον ισχυρισμό του και οι ένορκοι θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος.

 

            Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου v. Χαράλαμπου Καψού (2009) 1 Α.Α.Δ. 1175, στη σελίδα 1197 λέχθηκαν τα ακολούθα:

 

                        «Η ενημέρωση του κοινού στην οποία προέβηκαν, υπήρξε όντως σε κάποια σημεία της ανακριβής, ενώ σε άλλα σημεία το βάσιμο των πληροφοριών τους δεν έχει αποδειχθεί. Όμως ο κεντρικός άξονας, η ουσία και τα πιο σημαντικά μέρη των επίδικων δημοσιευμάτων αποδείχθηκαν ως αληθή και δικαιολογημένα, ενώ δεν μπορούμε να διακρίνουμε οποιανδήποτε άμεση ή έμμεση κακοβουλία των εφεσειόντων ή στόχευση επιφοράς βλάβης στην υπόληψη του εφεσίβλητου.»

 

           Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος v. Δώρου Γεωργιάδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 407, όπου λέχθηκαν τα εξής:

                       «Κατά την εξέταση της ουσιαστικής αλήθειας, είναι βασικό να απομονωθεί ο αναγκαίος πυρήνας του λίβελου και όχι να αποσπαστεί η προσοχή από ανακρίβειες σε σχέση με περιθωριακές λεπτομέρειες ‑ έστω και ουσιαστικές. Οι δημοσιογράφοι «πρέπει να δικαιούνται κάποιο βαθμό υπερβολής ακόμα και σε σχέση με ισχυρισμούς γεγονότων... »».

 

Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 285/2014, ημερ. 27.2.2024, λέχθηκε ότι:

 

         «Δεν είναι κατά κανόνα επιτρεπτό διάδικος σε υπόθεση δυσφήμισης να επιλέγει συγκεκριμένα μέρη δημοσιεύματος (που ιδωμένα απομονωμένα θα μπορούσαν να καταταχθούν ως δυσφημιστικά), και την ίδια στιγμή να αγνοεί άλλα μέρη του τα οποία μπορεί θα μπορούσαν να εκπέμψουν μια αποκλίνουσα εικόνα εάν συνταιριάζονταν με το μέρος εκείνο που ο ενάγων ή η ενάγουσα θεωρεί ως δυσφημιστικό (Turley vUnite the Union and Another [2019] EWHC 3547 (QB), Monks ν. Warwick DC [2009] EWHC 959 (QB)).»

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι:

 

         «για σκοπούς της υπεράσπισης της αλήθειας, αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η κυρίως κατηγορία ή η ουσία της δυσφήμισης αληθεύει, δεν απαιτείται να δικαιολογήσει τις δηλώσεις ή τα σχόλια εκείνα που δεν προσθέτουν στην κατηγορία ή δεν εισάγουν ισχυρισμό που από μόνος του θα ήταν αγώγιμος.»»

 

Έχω αναφέρει προηγουμένως στα κεντρικά σημεία των επίμαχων δημοσιευμάτων της παρούσας περίπτωσης. Η πλευρά των Εναγομένων θεωρεί ότι οι αναφορές περί άντλησης πελατών της Ενάγουσας από το χώρο του «adult entertainment» και «gambling» είναι αληθείς. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, τα στοιχεία που έθεσαν ενώπιον μου δεν τείνουν να καταδείξουν αυτό που ευσεβάστως εισηγούνται. Εκείνο που δείχνουν είναι άτομα από τους χώρους αυτούς να έχουν επισκεφθεί τη διαδικτυακή σελίδα της Ενάγουσας. Οι επισκέψεις φυσικών και/ή νομικών προσώπων στη διαδικτυακή σελίδα της Ενάγουσας δεν τους καθιστά απαραίτητα πελάτες της Ενάγουσας. Η επαγγελματική συνεργασία δύναται να διαφανεί μέσα από συγκεκριμένα δεδομένα, τα οποία εδώ φαίνεται να απουσιάζουν. Αντικειμενικά η Ενάγουσα δεν μπορεί να πιστώνεται με τη διεξαγωγή επαγγελματικών συναλλαγών κάθε φορά που διαπιστώνεται επίσκεψη ενός ατόμου στη διαδικτυακή σελίδα της εκτός αν αυτή συνοδεύεται από στοιχεία που εξ’ αντικειμένου να φανερώνουν την τέλεση επαγγελματικής πράξης, όπως για παράδειγμα η επεξεργασία διαδικτυακών πληρωμών. Τέτοια στοιχεία στο παρόν στάδιο δεν έχουν προσκομιστεί. Αυτά που έχουν παρουσιαστεί δεν τείνουν να καταδείξουν αληθοφάνεια επί της ουσίας του περιεχομένου των επίμαχων δημοσιευμάτων. Επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων πέφτει στο κενό.

 

Τα πιο πάνω συμπαρασύρουν σε αποτυχία τη θέση των Εναγομένων ότι η διαδικτυακή κίνηση της σελίδας της Ενάγουσας, όπως αυτή εκτέθηκε μέσα από την αρχική ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση (σημεία Γ & Δ σελίδες 19-21),  παρουσιάζει αληθή και ακριβή εικόνα σχέσης της Ενάγουσας με πελάτες υψηλού κινδύνου.

 

Οι Εναγόμενοι προβάλουν ακόμη ότι η αναφορά περί σύνδεσης της Ενάγουσας με τη Wirecard είναι αληθής ένεκα της εμπλοκής ιδίων ατόμων στις δύο εταιρείες με ένα από τα ιδρυτικά στελέχη της Wirecard να είχε καταδικαστεί στο Ισραήλ για οικονομικές απάτες. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω αναφορά εξ’ αντικειμένου δεν τείνει να καταδείξει τη σχέση που οι Εναγόμενοι της αποδίδουν. Ακόμη όμως και να είναι αυτό που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, δεν τείνει να καταδείξει πως πράγματι η Ενάγουσα στην πράξη αντικαθιστά και βασικά διαδέχεται την Wirecard εφαρμόζοντας τις ίδιες δόλιες πρακτικές και το ίδιο επιχειρηματικό μοντέλο αμφιβόλου νομιμότητας της Wirecard, ως αναφέρεται σε επίμαχα δημοσιεύματα. Συνεπώς και από αυτή τη θέση ελλείπει το στοιχείο της αληθοφάνειας.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι θέσεις της Ενάγουσας υπεβλήθηκαν για έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου στη Γερμανία και ότι μετά από εξέταση τους επέλεξαν να μην προχωρήσουν περαιτέρω (§7(ii), σελίδα 3 συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί που να προκρίνει τον εν λόγω ισχυρισμό των Εναγομένων, ο οποίος παρέμεινε εκτεθειμένος.  

 

Επόμενο σημείο που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής, πάντοτε για σκοπούς και μόνο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για θέμα δημοσίου συμφέροντος, ως οι Εναγόμενοι επικαλούνται (§23, σελίδες 23-24 της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση).

 

Όπως προκύπτει από πρόχειρη ανάγνωση των προνοιών του άρθρου 19(β) του Κεφ.148, η εν λόγω ειδική υπεράσπιση περιορίζεται σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να επιτύχει το επίμαχο δημοσίευμα θα πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και στη βάση υπαρκτού υπόβαθρου γεγονότων που εύλογα και έντιμα, χωρίς κακοπιστία θα το δικαιολογούσε. Συνεπώς βασική προϋπόθεση είναι η δημοσίευση να έγινε καλή τη πίστει. Δεν πρέπει το επίμαχο δημοσίευμα να επεκτείνεται σε δήλωση γεγονότος ή έκθεση γεγονότων και ούτε το σχόλιο να βασίζεται σε γεγονός. Δεν πρέπει στο σχόλιο να εμπλέκεται γεγονός ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί να διακρίνει ποιο είναι το σχόλιο και ποια η αναφορά σε γεγονός (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου v. Καψού (2009) 1 Α.Α.Δ. 1175). Κατά το κοινοδίκαιο, σχόλιο θεωρείται όχι μόνο η έκφραση άποψης, αλλά και το συμπέρασμα γεγονότων (factual conclusion) και συμπέρασμα (inference) στο οποίο καταλήγει ο σχολιαστής επί τη βάσει άλλων γεγονότων (Σωτήρης (Άκη) Παπασάββα v. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ και άλλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 371/2018 ημερ. 07.07.25). Το κατά πόσο η επίμαχη δήλωση συνιστά γνώμη ή σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων κρίνεται εξετάζοντας την σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο (Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.ά. ν. Φιλίππου (1998)1 Α.Α.Δ. 958).

 

Η υπεράσπιση του εντίμου/δικαίου σχολίου σχετίζεται με το ανθρώπινο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και του λόγου, το οποίο όμως ευθυγραμμίζεται με το δικαίωμα της φήμης και της υπόληψης ενός προσώπου προς το οποίο στρέφεται το δημοσίευμα. Η σπουδαιότητα της ελευθερίας του λόγου μέσα από υπεύθυνη και διερευνητική δημοσιογραφία έγκειται στη έγκυρη λήψη, μετάδοση πληροφοριών και ορθή ενημέρωση του κοινού με σεβασμό την ίδια στιγμή στο δικαίωμα της υπόληψης και της αξιοπρέπειας του ατόμου και/ή της επιχείρησης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ και άλλη v. Δρουσιώτη (πιο πάνω), το οποίο ομιλεί από μόνο του:

«Κεντρικό αντικείμενο του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης είναι η προστασία της υπόληψης και της φήμης ενός προσώπου. Η φήμη και η υπόληψη κάποιου προσώπου, σχετίζονται άρρηκτα με την κοινωνική αξιολόγηση κάποιου προσώπου από άλλα πρόσωπα, την εντύπωση δηλαδή που έχει για κάποιο άτομο, το κοινωνικό σύνολο ή μερίδα του, ειδικότερα ο μέσος συνετός άνθρωπος.  Παράλληλα, δεδομένη είναι η σπουδαιότητα του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών.  Είναι γι' αυτό το λόγο που η εξασφάλιση και η διατήρηση της ελευθερίας έκφρασης, και μέσω του τύπου, είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία.  Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης v. Νικόλας Παπαδόπουλος (2012) 1 Α.Α.Δ. 102, με μια ελεύθερη και τολμηρή δημοσιογραφία είναι δυνατό να διορθωθούν πολλά κακώς έχοντα σε μια σύγχρονη κοινωνία.

 

 Η εξισορρόπηση δικαιωμάτων που διασφαλίζονται τόσο από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης αφενός και της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της τιμής του ανθρώπου αφετέρου, αποτελεί αναγκαιότητα για τα Δικαστήρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η σύγχρονη τάση είναι ο «περιορισμός» του δικαιώματος της φήμης προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης αποδίδοντας στο τελευταίο ιδιαίτερη αξία.  Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που αφορά δημόσια πρόσωπα και ευρύτερα το δημόσιο συμφέρον.  Η ελευθερία της έκφρασης, όπως υποδεικνύεται στις Εκδ. Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 856, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.»

 

Στην Ευρώπη η υπεύθυνη και έγκυρη πληροφόρηση στο διαδίκτυο ρυθμίζεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2022. Ο εν λόγω ευρωπαϊκός κανονισμός ασχολείται με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών κατόπιν τροποποίησης της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ. Στην Κύπρο ο ευρωπαϊκός κανονισμός εισήχθηκε με τη θέσπιση του περί της Εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 σχετικά με την Ενιαία Αγορά Ψηφιακών Υπηρεσιών Νόμο του 2025 (Ν.122(Ι)/2025).

 

Στην προκειμένη περίπτωση απλή ανάγνωση των επίμαχων δημοσιευμάτων καθιστά αβίαστα αντιληπτό ότι το περιεχόμενο τους παραπέμπει σε επικαλούμενα γεγονότα. Οι δηλώσεις που γίνονται σ’ αυτά αφορούν σε γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά. Κατά συνέπεια, η εν λόγω υπεράσπιση δεν φαίνεται να έχει έρεισμα επειδή οι επίμαχες αναφορές δεν συνιστούν σχόλια.

 

Αν τώρα, για σκοπούς συζήτησης, γίνει δεκτό ότι οι αναφορές των δημοσιευμάτων συνιστούν σχόλια, τα οποία εμπίπτουν στη έννοια της νομοθεσίας και της νομολογίας, αυτά θα πρέπει να ικανοποιούν την προϋπόθεση της καλής της πίστης, έστω στον επιφανειακό βαθμό που απαιτείται για σκοπούς του προκαταρκτικού αυτού σταδίου.

 

Όπως ήδη λέχθηκε, η έκθεση απαίτησης αναφέρεται σε συνολικά 52 δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο την περίοδο από 29.08.22 μέχρι 31.03.24. Δηλαδή σε χρονικό διάστημα 19 μηνών περίπου, το διαδίκτυο φιλοξένησε τα 52 δημοσιεύματα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, γεγονός που οι Εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει. Οι Εναγόμενοι ακόμη δεν αμφισβητούν τους διαδικτυακούς χώρους στους οποίους αυτά τα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν καθώς επίσης την ημερομηνία που ‘έκαστο από αυτά αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί, αν και αυτό εύκολα κάποιος μπορεί να το παρατηρήσει, ότι τα δημοσιεύματα αυτά έχουν παρόμοιο περιεχόμενο και όλα στρέφονται εναντίον της Ενάγουσας.  

 

Από αυτά τα 52 δημοσιεύματα 17 δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο fintelegram.com την περίοδο 29.08.22 – 26.03.23 (χρονικό διάστημα 7 μηνών περίπου). Άλλα 9 δημοσιεύματα αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com καθώς και σε διάφορους ηλεκτρονικούς συνδέσμους ιστοσελίδων (λογαριασμούς) των κοινωνικών δικτύων Linkedin, Facebook και Twitter την περίοδο 30.08.22 – 24.01.23 (χρονικό διάστημα 5 μηνών περίπου). Αυτά τα 26 δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν αποτέλεσαν το αντικείμενο για την έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων στις 15.05.23, για τα οποία το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, καλείται πλέον να εξετάσει εάν δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος τους.

  

Ακολούθως άλλα 18 δημοσιεύματα παρόλο ότι αναρτήθηκαν στον ιστότοπο fintelegram.com την περίοδο 22.09.22 – 15.05.23 (χρονικό διάστημα μικρότερο των 8 μηνών), δηλαδή πριν από την έκδοση των πιο πάνω ενδιάμεσων διαταγμάτων, εντούτοις εντοπίστηκαν από την Ενάγουσα σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Επιπλέον άλλα 4 άρθρα δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο fintelegram.com και στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com μετά την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων και συγκεκριμένα την περίοδο 13.12.23 – 31.01.24 (χρονικό διάστημα 1,5 μηνών περίπου). Περαιτέρω 4 άλλα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα fincrimeobserver.com επίσης μετά την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων και συγκεκριμένα την περίοδο 15.05.23 – 31.03.24 (χρονικό διάστημα 10,5 μηνών περίπου).

 

Από τα πιο πάνω αντικειμενικά συνάγεται ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα είναι αρκετά στο σύνολο τους και όλα αναφέρονται στην Ενάγουσα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με παρόμοιο περιεχόμενο, καθόλου κολακευτικό για την Ενάγουσα επαναλαμβάνουν θεματολογία την οποίαν αναρτούν σε συγκεκριμένο ιστότοπο και ιστοσελίδες που μεταξύ τους σχετίζονται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα της Ενάγουσας που αντικειμενικά παρουσιάζεται μέσα από την πληθώρα αυτών των δημοσιευμάτων είναι πολύ αρνητική. Η δημοσίευση τέτοιου αριθμού δημοσιευμάτων με θεματική ομοιότητα σε τακτά χρονικά διαστήματα, των οποίων ο πυρήνας του περιεχομένου τους στερείται αληθοφάνειας φανερώνει στοιχείο επιμονής που εκ πρώτης όψεως ξεφεύγει του σκοπού της υπεύθυνης και έγκυρης ενημέρωσης των χρηστών του διαδικτύου. Επίσης αγγίζει, ας μου επιτραπεί ο όρος με κάθε σεβασμό, τα όρια της εμμονής προς το πρόσωπο της Ενάγουσας και της δημιουργίας προσωπικής υπόθεσης μεταξύ των ιδίων και της Ενάγουσας.

 

Η Ενάγουσα κάθε φορά που εντόπιζε δημοσιεύματα στον ιστότοπο και στις ιστοσελίδες που τυγχάνουν διαχείρισης από τους Εναγομένους ζητούσε την απόσυρση τους από το διαδίκτυο. Οι Εναγόμενοι το έπρατταν αλλά είτε δεν διέγραφαν το σύνολο τους είτε επανέρχονταν με νέα δημοσιεύματα παρόμοιου περιεχομένου. Μάλιστα συντάκτης ορισμένων επίμαχων άρθρων φαίνεται να είναι ο Εναγόμενος 4. Έχω ήδη αναφερθεί σ’ αυτά προηγουμένως. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 4 ότι ο ίδιος δεν σχετίζεται με την επιλογή των αρθογράφων με τους οποίους η Εναγόμενη 2 συνεργάζεται αλλά ότι πρόκειται για συνεργασία πάνω σε ad hoc βάση δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ευσταθεί με δεδομένο ότι και ο ίδιος αρθογράφησε ορισμένα από αυτά αλλά και ότι ο ίδιος, ως διευθυντής της Εναγομένης 2, όπως είπε ένα από καθήκοντα του είναι να προσλαμβάνει άτομα και γενικά συνεργάτες της Εναγομένης 2 ικανά για το εκάστοτε θέμα. Όλα αυτά ενισχύουν το σκεπτικό του Δικαστηρίου περί εκ πρώτης όψεως πέραν του ορίου υπεύθυνης και έγκυρης ενημέρωσης των χρηστών του διαδικτύου αγγίζοντας τα όρια της επιμονής, εμμονής προς το πρόσωπο της Ενάγουσας και της προσωπικής υπόθεσης μεταξύ των ιδίων και της Ενάγουσας.

 

Από τη στιγμή που η Ενάγουσα κάθε φορά έθετε υπόψη των Εναγομένων και ιδιαίτερα του Εναγομένου 4 την ύπαρξη μέρος των επίμαχων δημοσιευμάτων και στην πορεία διαφάνηκε η παρουσία άλλων άρθρων με παρόμοιο περιεχόμενο, εκ πρώτης όψεως εγείρεται ζήτημα ελέγχου και έρευνας ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους υπό την ιδιότητα τους να διαχειρίζονται χώρο στο διαδίκτυο όπου μεταδίδονται, αποθηκεύονται και δημοσιεύονται πληροφορίες για τους χρήστες του διαδικτύου. Αντικειμενικά θα έλεγα ότι προσπάθεια προς την κατεύθυνση της εκπλήρωσης αυτής της υποχρέωσης ελέγχεται.   

 

Τα πιο πάνω συνιστούν δεδομένα που εκ πρώτης όψεως τείνουν να καταδείξουν ότι οι επίμαχες δημοσιεύσεις στερούνται καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου (2) του άρθρου 21 του Κεφ.148. 

 

Παράλληλα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επίμαχες δημοσιεύσεις των δημοσιευμάτων δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των απόλυτων προνομιούχων. Τούτο επειδή, βάση των προνοιών του άρθρου 20 του Κεφ.148, δεν συντρέχουν οι απαραίτητοι παράγοντες για να τα καταστήσουν ως τέτοια.

Παρόλα αυτά, δύναται να εξεταστεί εάν η νομοθετική υπεράσπιση του προνομιούχου υπό επιφύλαξη έχει έρεισμα σε σχέση με τα επίμαχα δημοσιεύματα.

 

Το άρθρο 21(1) του Κεφ.148 θέτει ως βασική προϋπόθεση για την επίκληση αυτής της υπεράσπισης ότι το δημοσίευμα έγινε καλή τη πίστει στο πλαίσιο που εξηγείται από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του εν λόγω άρθρου. Οι δημοσιεύσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν είτε κατ’ έκταση είτε κατ’ ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις (εδάφιο (1) άρθρο 21 Κεφ.148). Το τι θεωρείται εύλογα επαρκές εξαρτάται από τα δεδομένα και γεγονότα κάθε υπόθεσης, η οποία εξετάζεται ξεχωριστά. Αυτό συνδέεται με την ανάγκη για ορθή και έγκυρη ενημέρωσης των χρηστών του διαδικτύου μέσω υπεύθυνης και διερευνητικής δημοσιογραφίας που πρέπει να χαρακτηρίζει τη δημοσίευση άρθρων (Reynolds v. Times Newspapers Ltd [1998] 3 All E.R. 961, Μαρκίδη v. Μέγα Λόγος Πληροφοριακή & Πολιτιστική Εταιρεία (πιο πάνω))

 

Στην προκειμένη περίπτωση τα δεδομένα που υπάρχουν θέτουν κατά τρόπο αντικειμενικό σε δοκιμασία την ύπαρξη ερείσματος σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή. Έχω ήδη αναφερθεί στα δεδομένα αυτά που λήφθηκαν υπόψη, στα οποία παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω.

 

Θα έλεγα ότι από την όλη πρόχειρη εικόνα οι επίμαχες δημοσιεύσεις φαίνεται να μην περιορίζονται είτε κατ’ έκταση είτε κατ’ ουσία στο εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οτιδήποτε περί του αντιθέτου όταν στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης θα τεθεί το μαρτυρικό υλικό στη συνολική και ολοκληρωμένη του διάσταση. Περαιτέρω, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, τα ενώπιον μου δεδομένα τείνουν εκ πρώτης όψεως να καταδείξουν ότι οι επίμαχες δημοσιεύσεις στερούνται καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου (2) του άρθρου 21 του Κεφ.148.

 

Υπό αυτά τα στοιχεία και δεδομένα, η εν λόγω υπεράσπιση εκ πρώτης όψεως δεν συγκεντρώνει ορατές πιθανότητες επιτυχίας.

 

Το ενδεχόμενο η επικαλούμενη δυσφήμηση να έχει προκληθεί χωρίς πρόθεση από τους Εναγομένους ή από οποιονδήποτε από αυτούς δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας επειδή δεν έχει εγερθεί ως ζήτημα από αυτούς. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν έχουν ισχυριστεί και ούτε έχουν προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να τείνει να καταδείξει ότι έχουν αναγνωρίσει τα επίμαχα δημοσιεύματα ως δυσφημιστικά για την Ενάγουσα και ότι έχουν προβεί σε συγκεκριμένη προσφορά για επανόρθωση βάση του άρθρου 22 του Κεφ.148. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου οι ενέργειες των Εναγομένων να διαγράψουν /αφαιρέσουν ορισμένα από τα επίμαχα δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο. Ωστόσο, όπως φαίνεται το έπραξαν χωρίς να αποδέχονται, ως είναι βέβαια, δικαίωμα τους, τη θέση της Ενάγουσας ότι πρόκειται για δυσφημιστικά για την ίδια άρθρα και ότι δημοσιεύτηκαν χωρίς πρόθεση από μέρους τους και για το λόγο αυτό διαγράφονται από τον ιστότοπο και τις ιστοσελίδες παράλληλα με προσφορά για επανόρθωση. Προς υποστήριξη του σκεπτικού αυτού παραπέμπω στο νομικό σχολιασμό του συνηγόρου των Εναγομένων στην §5 της σελίδας 61 της γραπτής του αγόρευσης.

 

Αναφερόμενος στο αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, βάσης αγωγής που επίσης προωθείται στην υπόθεση αυτή, όπως ήδη λέχθηκε αυτή συνίσταται σε δήλωση, είτε προφορική είτε άλλως πως, που είναι ψευδής και η οποία έγινε κακόβουλα αφορώντας, μεταξύ άλλων, το επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, την ενασχόληση ή τη θέση άλλου (εδάφιο (1)(α) άρθρου 25 Κεφ.148). Επομένως η κακοβουλία και η αναλήθεια είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία (Ιωάννου και άλλη v. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (πιο πάνω)).

 

Στην προκειμένη έχει λεχθεί, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, γιατί, κατά την ταπεινή γνώμη μου, η αλήθεια των επίμαχων δημοσιευμάτων εκ πρώτης όψεως ελέγχεται. Επίσης στη βάση των νομικών και πραγματικών επιχειρημάτων που έχω παραθέσει, έχω εξηγήσει γιατί, κατά την ταπεινή άποψη μου, εκ πρώτης όψεως τείνει να καταδειχτεί ότι οι επίμαχες δημοσιεύσεις στερούνται καλή τη πίστει. Η προκαταρκτική παρατήρηση περί ύπαρξης κακοπιστίας, στη βάση του πλαισίου που έχει καθοριστεί, με τη σειρά του επιφέρει ζήτημα κακοβουλίας.

 

Αναπόφευκτα η ανάρτηση δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο τέτοιου αριθμού και συχνότητας, όπως αυτά της προκειμένης περίπτωσης, εξ’ αντικειμένου δημιουργεί αρνητική εικόνα της Ενάγουσας στους υφιστάμενους πελάτες και σε εν δυνάμει πελάτες. Παράλληλα αυτό αντικειμενικά με τη σειρά του μειώνει την πιθανότητα νέων συνεργασιών με μελλοντικούς πελάτες. Υπό το φως του ανταγωνισμού που υπάρχει στον εξειδικευμένο τομέα υπηρεσιών που η Ενάγουσα παρέχει, η φήμη, η υπόληψη και η αξιοπιστία της μοιραία πλήττονται αφού μεγάλος αριθμός χρηστών του διαδικτύου έχουν πρόσβαση στα επίμαχα δημοσιεύματα. Η εμπιστοσύνη της Ενάγουσας απέναντι στο διαδικτυακό κοινό δεν μπορεί παρά να έχει κλονιστεί ή τουλάχιστον να έχει υποστεί ρήγμα. Η θέση της Ενάγουσας ότι συνεπεία αυτών των επίμαχων δημοσιευμάτων αντιμετωπίζει δυσκολίες στο άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο εξωτερικό, στοιχείο υποχρεωτικό για την παροχή των υπηρεσιών της, είναι λογική.

 

Τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου υποστηρίζουν την πιο πάνω θέση της Ενάγουσας. Ενδεικτικά επισημαίνω την αναφορά της Ενάγουσας στην περίπτωση προσπάθειας τραπεζικού λογαριασμού στη Μάλτα όπου σχετικό αίτημα της απορρίφθηκε από τοπικό τραπεζικό οργανισμό με το πρόσχημα ότι η Ενάγουσα «δεν ανταποκρίνεται στις επιχειρηματικές και εμπορικές προτιμήσεις της Τράπεζας» (§33 & §34, σελίδες 29-30 αρχικής ΕΔ μαζί με επισυνημμένα Τεκμήρια 43 & 44 που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση). Επίσης παραπέμπω στην αναφορά της Ενάγουσας για αντιμετώπιση ανάλογων δυσκολιών ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού στην Πολωνία προκειμένου να εισέλθει και να παρέχει υπηρεσίες διαδικτυακών πληρωμών στην πολωνική αγορά. Παράλληλα το περιστατικό με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως προειδοποίηση σχετικά με το καθεστώς αδειοδότησης της Ενάγουσας στην Κύπρο (§36, σελίδα 30 αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση).

 

Τα πιο πάνω είναι μορφή ζημιάς που η Ενάγουσα εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπέστη συνεπεία της ηλεκτρονικής ανάρτησης των επίμαχων δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο.

 

Ένα σημείο που χρήζει διασαφήνισης είναι ότι το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για να προσδιοριστεί ο βαθμός εμπλοκής καθενός Εναγομένου καθώς επίσης ούτε για να καθοριστεί ο ακριβής ρόλος που έκαστος Εναγόμενος διαδραμάτισε στην υπόθεση αυτή.  Αυτό είναι κάτι που θα διακριβωθεί μετά από αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που θα τεθεί στην ολοκληρωμένη του μορφή ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο έπειτα θα καταλήξει σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο είναι αρκετό να διαφανεί κάποιας μορφή διασύνδεσης στη βάση του ισχυρισμού για ύπαρξη συνεργασίας ανάμεσα στους Εναγομένους.

 

Έχω την ταπεινή γνώμη ότι αυτό έχει γίνει αφού οι Εναγόμενες 1 & 2 εκ πρώτης όψεως συνδέονται υπό τη μορφή του παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας με τη χρήση επιγραμμικής πλατφόρμας δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2022 που εισήχθηκε στην Κύπρο με τη θέσπιση του Ν.122(Ι)/2025 με βάση τον οποίον δεν προέβηκαν σε ουσιαστική έρευνα για την αλήθεια των επίμαχων δημοσιευμάτων, ως φερόμενες ιδιοκτήτριες και/ή διαχειρίστριες και/ή υπεύθυνες της λειτουργίας του επίμαχου ιστότοπου, ο οποίος σχετίζεται με τους υπόλοιπους διαδικτυακούς λογαριασμούς στους οποίους αναρτήθηκαν τα επίμαχα δημοσιεύματα. Παράλληλα ο Εναγόμενος 4 εκ πρώτης όψεως συνδέεται υπό την προσωπική του ιδιότητα ως αρθογράφος ορισμένων επίμαχων δημοσιευμάτων και στα πλαίσια άσκησης του ρόλου του εμπλεκόμενος με τις Εναγόμενες 1 & 2.

 

Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα προαναφερόμενα είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της Ενάγουσας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με όλες τις επικαλούμενες βάσεις αγωγής, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή της εκδοχής των Εναγομένων.

 

Επομένως καταλήγω ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.

 

Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ ο Αιτητής) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.

 

Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) (1983) 1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα.

 

Στην παρούσα υπόθεση η κύρια και ουσιαστικότερη πτυχή της απαίτησης δεν αφορά χρηματικές αξιώσεις. Η έκδοση διαφόρων διαταγμάτων είναι η βασική τελική θεραπεία που επιδιώκεται. Εκείνο που η Ενάγουσα στοχεύει με την έκδοση τους είναι η προστασία του δικαιώματος της φήμης, υπόληψης και αξιοπιστίας της ως επιχείρηση που είναι προκειμένου να της επιτραπεί να συνεχίσει να ασκεί απρόσκοπτα και ανεπηρέαστα τις επαγγελματικές δραστηριότητες της μέσω του διαδικτύου. Η διασφάλιση νομοθετικών δικαιωμάτων, όπως στις περιπτώσεις προστασίας από δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία που αφορούν την παρούσα υπόθεση, η οποία προστασία επιδιώκεται με την έκδοση απόφασης στη βάση διαταγμάτων, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Εάν εκδοθεί απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελέσουν ικανοποιητική θεραπεία.

 

Η φύση των εργασιών της Ενάγουσας είναι τέτοια που η φήμη και υπόληψη της πρέπει να διατηρούνται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Ο κύκλος εργασιών της εξαρτάται αποκλειστικά από πελάτες που είναι χρήστες του διαδικτύου. Οι υπηρεσίες που η Ενάγουσα προσφέρει περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διαχείριση και προστασία χρημάτων των πελατών τους στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Εάν κλονιστεί η εμπιστοσύνη των πελατών τους οι πελάτες θα παύσουν να αισθάνονται ασφάλεια για τις χρηματικές συναλλαγές τους και για την περαιτέρω συνεργασία τους με την Ενάγουσα με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο υπαρκτός κίνδυνος η Ενάγουσα να οδηγείται σταδιακά στην οικονομική και επιχειρηματική εξόντωση της.

 

Ενδεικτικά των πιο πάνω αναφέρω το περιστατικό που υπάρχει με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όπου αρμόδιος λειτουργός της έθεσε το ζήτημα της ύπαρξης των επίμαχων δημοσιευμάτων σε αρμόδιο υπάλληλο της Ενάγουσας κατόπιν μεταξύ τους συνάντησης. Αυτό τείνει να καταδείξει το θόρυβο που δημιουργήθηκε και την ανησυχία του αρμοδίου οργάνου που ευθύνεται για την αδειοδότηση της Ενάγουσας στην Κύπρο. Ο δε κίνδυνος να υπάρξει διαφοροποίηση του καθεστώτος αδειοδότησης της Ενάγουσας στην Κύπρο είναι υπαρκτός.   

 

Εν πάση περιπτώσει, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Ενάγουσα θα συνεχίσει να υφίσταται ζημιές με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η οικονομική σταθερότητα της και ακολούθως να βρεθεί αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να καταρρεύσει οικονομικά και τελικά να πτωχεύσει. Η κηλίδωση της φήμης του ονόματος της και η απώλεια εμπιστοσύνης σε σχέση με την ποιότητα και σταθερότητα των εργασιών – συναλλαγών της απέναντι σε υφιστάμενους πελάτες της αλλά και γενικότερα στο διαδικτυακό κοινό, ως υπαρκτά ενδεχόμενα, αναπόφευκτα θα της προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα την εξαφανίσουν από την αγορά των υπηρεσιών που προσφέρει τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Η δε δημοσίευση άλλων 8 δημοσιευμάτων με παρόμοιο περιεχόμενο μετά την μονομερή έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων, πέραν των 18 άρθρων με παρόμοιο περιεχόμενο που επίσης αναρτήθηκαν ηλεκτρονικά και δεν είχαν εντοπιστεί στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, τα οποία όλα είναι επιπρόσθετα των 26 δημοσιευμάτων τα οποία αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, καταδεικνύει βάσιμο λόγο συνέχισης και/ή επανάληψης δημοσίευσης παρόμοιων δημοσιευμάτων στον ιστότοπο και στις ιστοσελίδες που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Αυτό είναι ένα στοιχείο που αυξάνει την πιθανότητα ανάρτησης νέων άρθρων στις ίδιες πλατφόρμες με ότι αυτό συνεπάγεται για την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και την αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων.       

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που σε περίπτωση που η Ενάγουσα επιτύχει στην υπόθεση τους η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής θεραπεία για την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Σε τελευταία ανάλυση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την συνέχιση της ισχύς των προσωρινών διαταγμάτων.

 

Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.

 

Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Δικαστήριο εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Ωστόσο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζονται δικαιώματα και/ή δεν τηρούνται πρόνοιες νομοθεσίας η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία.

 

Αντισταθμίζοντας τις επιπτώσεις από τυχόν συνέχιση ισχύος διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί για την προστασία δικαιωμάτων των διαδίκων, με γνώμονα τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο, η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Δύσκολα αποτιμάται η ζημιά της Ενάγουσας σε χρήμα, πράγμα που χαρακτηρίζει την παρούσα περίπτωση, σε αντίθεση όπου συγκριτικά ευκολότερα είναι να προσδιοριστεί η ζημιά των Εναγομένων και να εξασφαλιστεί με συνδυασμό της εγγύησης σε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση αποτύχει (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1Β Α.Α.Δ. 1179).

 

Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus (2014) 1 Α.Α.Δ. 212 που αφορούσε την οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος για δυσφήμιση βρίσκει έρεισμα στην παρούσα υπόθεση:

«Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη.  Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670). Yπό τα περιστατικά όμως της υπό κρίση περίπτωσης ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων έκδηλα ήταν προς όφελος της εφεσίβλητης, αφού η μη έκδοση του διατάγματος θα επέτρεπε στον εφεσείοντα να συνεχίσει να την δυσφημεί εντός ή και πλησίον των χώρων όπου δραστηριοποιούνταν εμπορικά, ενώ η έκδοση του δεν θα επέφερε ουσιαστικά οποιεσδήποτε ζημιογόνες συνέπειες στον εφεσείοντα. Το ισοζύγιο, επομένως, των πιθανών επιπτώσεων ήταν καταφανές υπέρ της εφεσίβλητης και η κατάληξη αυτή προδιαγράφει την τύχη της έφεσης αφού η βασιμότητα του τέταρτου λόγου έφεσης στηρίζεται στην βασιμότητα των τριών πρώτων που έχουν απορριφθεί. »    

 

Ο υπαρκτός κίνδυνος επανάληψης δημοσίευσης τέτοιων δημοσιευμάτων, όπως τα επίμαχα, υποβοηθεί την ανατροπή του status quo ante στη βάση του σκεπτικού της πιο πάνω απόφασης. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η ακύρωση της ισχύος τους επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, χωρίς αυτά ενδέχεται να συνεχίσει η παραβίαση νομοθετικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας.

 

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Παράλληλα η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Συνακόλουθα τα ενδιάμεσα διατάγματα που είχαν εκδοθεί στις 15.05.23, στο βαθμό και την έκταση που αφορούν τους Εναγομένους 1, 2 & 4, καθίστανται απόλυτα και κατ’ επέκταση οριστικοποιούνται με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 4/Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 & 4. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από τον υπολογισμό και την έγκριση τους.

 

 

                                                                                               

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο