ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 862/2019
Μεταξύ:
ΧΧΧ IVANOV
Ενάγοντος
και
1. WCS-WORLDWIDE CORPORATE SERVICES LTD
2. ΧΧΧ ΖΗΝΩΝΟΣ
Eναγομένων
και
Εθνική Γενικών Ασφαλίσεων (Κύπρου) Λτδ
Τριτοδιαδίκου
Αίτηση ημερ. 13.12.24 για προσθήκη Ενάγοντα
και για τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης
Ημερομηνία: 08.04.26
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα/Αιτητή: κος Μ. Σιδεράς μαζί με κα Β. Γάη
για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους 1 & 2/Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2: κος Θ. Δημητρίου μαζί με
κ. Μ. Σάντη για Ιωαννίδης
Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση που καταχωρίστηκε στις 13.12.24 ο Ενάγοντας (Αιτητής) ζητεί του τίτλου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με την προσθήκη ως «Ενάγουσας 2» εταιρείας που στο παρελθόν είχε διαγραφεί ως τέτοιος διάδικος με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29.05.23 του Ε.Δ. Λεμεσού (στο εξής η «απόφαση»). Περαιτέρω ο Ενάγοντας αιτείται τροποποίηση του περιεχομένου της ενσωματωμένης έκθεσης απαίτησης ως εξής:
(α) της §1 στη δεύτερη γραμμή με την αντικατάσταση των λέξεων «και είναι» με τις λέξεις «και κατά πάντα ουσιώδη προς την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής χρόνο ήταν»,
(β) με την προσθήκη ως νέας §2 η οποία να αναφέρει: «Η Ενάγουσα 2 είναι ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, η οποία συστάθηκε σύμφωνα με τους Νόμους των Βρετανικών Παρθένων Νήσων με αριθμό εγγραφής χχχ και με εγγεγραμμένη διεύθυνση χχχ, χχχ»
(γ) αρίθμηση της υφιστάμενης §2 ως §3 και ακολούθως όλες οι υπόλοιπες παράγραφοι της Έκθεσης να αριθμηθούν αντίστοιχα με την τελευταία παράγραφο να φέρει τον αριθμό 23, συμπεριλαμβανομένων των αιτούμενων διατακτικών (Α), (Β), (Γ) και (Δ).
(δ) των § 4, 5, 6, 8, 12, 13, 14, 15, 17, 17(Β), 20, 23(Α) και 23(Γ) με την αντικατάσταση των λέξεων «CITY GROUP FINANCE LTD» με τις λέξεις «Ενάγουσα 2» και αντίστοιχα τροποποίηση των §5, 11, 16, 17, 17(Α), 18, 19, 20, 22 και 23 με την αντικατάσταση των λέξεων «ο Ενάγοντας και η CITY GROUP FINANCE LTD» με τις λέξεις «οι Ενάγοντες».
Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, οι Δ.9 Θ.1-11, Δ.19 Θ.14, Δ.25, Δ.48 Θ.1-9 & Θ.11-13 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι αρχές επιείκειας, οι συμφυείς εξουσίες και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Ενάγοντα δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Γάη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση.
Στην ένορκη δήλωση παρατίθενται και αναλύονται οι λόγοι που κατά τη γνώμη του Ενάγοντα δικαιολογούν την επιτυχία της υπό κρίση αίτησης. Το σύνολο των αναφορών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση προδιαγράφουν την εκδοχή του Ενάγοντα.
Οι Εναγόμενοι 1 & 2 (Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2) αντέδρασαν στις 11.02.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 9 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.
Η νομική βάση της ένστασης είναι πανομοιότυπη μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπρόσθετη αναφορά στα άρθρα 6, 7 & 17 του περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου τους 2012 (Ν.66(Ι)/2012) και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας χχχ Παναγή, η οποία είναι Διευθύντρια της Εναγομένης 1/Καθ’ ης η αίτησης 1 εταιρείας.
Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Οι προβαλλόμενες αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή των Εναγομένων στην υπόθεση αυτή.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και συμπληρωματικά σε προφορικές διευκρινιστικές αναφορές.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με ερμηνεία προνοιών θεσμών πολιτικής δικονομίας και σχετικών με το αντικείμενο νομοθεσιών αλλά και με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Το πραγματικό και δικονομικό υπόβαθρο που σχετίζεται με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Τα καταγράφω πιο κάτω αφού πρώτα έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης για σκοπούς παρουσίασης τους με ακρίβεια (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146):
· Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 10.05.19 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος.
· Το κλητήριο ένταλμα περιλάμβανε δύο Ενάγοντες, ένας εκ των οποίων ήταν η εταιρεία City Group Finance Limited («η εταιρεία») [τότε Ενάγουσα 2].
· Η αγωγή στρέφεται εναντίον δύο Εναγομένων.
· Η βάση της αγωγής, επί της οποίας προωθήθηκε η παρούσα υπόθεση, είχε συμπληρωθεί τον Αύγουστο 2018.
· Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής ο Ενάγοντας 1 ήταν ο μοναδικός μέτοχος και είχε την ιδιότητα και είχε την ιδιότητα του πραγματικού τελικού δικαιούχου της εταιρείας (τότε Ενάγουσας 2).
· Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής διευθύντρια της εταιρείας (τότε Ενάγουσας 2) ήταν η Εναγόμενη 2.
· Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 2 ήταν διευθύντρια της εταιρείας (τότε Ενάγουσας 2) την περίοδο από 07.05.10 μέχρι 12.03.20.
· Από τις 12.03.20 μέχρι σήμερα διευθύντρια της εταιρείας είναι άλλο πρόσωπο.
· Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας δεν έδωσε εξουσιοδότηση στην εν λόγω εταιρεία για να εγείρει την υπόθεση αυτή εναντίον της Εναγομένης 2 υπό την προσωπική της ιδιότητα.
· Στις 15.07.19 καταχωρίστηκε υπεράσπιση & ανταπαίτηση από τους Εναγομένους 1 & 2.
· Στις 20.02.20 καταχωρίστηκε αίτηση διαγραφής της εταιρείας (τότε Ενάγουσας 2) από τους Εναγομένους 1 & 2.
· Με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29.05.23 το Ε.Δ. Λεμεσού αποφάσισε τη διαγραφή της εταιρείας ως Ενάγουσας 2 για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της.
· Κύριος λόγος διαγραφής ήταν ότι η εν λόγω αγωγή είχε εγερθεί χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας (τότε Ενάγουσας 2).
· Στις 26.06.23 ο μοναδικός πλέον Ενάγοντας στην υπόθεση (πρώην Ενάγοντας 1) καταχώρησε κλήση για οδηγίες απαίτησης.
· Στις 06.07.23 οι Εναγόμενοι 1 & 2 καταχώρησαν κλήση για οδηγίες ανταπαίτησης.
Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τους συναφείς δικονομικούς θεσμούς, τη νομολογία, νομοθεσίες και τα σχετικά, με την παρούσα αίτηση, αποσπάσματα από τα νομικά συγγράμματα που αμφότεροι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019. Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα αγωγή διέπεται από τους παλαιούς Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν σε υποθέσεις που είχαν εγερθεί μέχρι 31.08.23.
Το αντικείμενο εξέτασης αφορά δυνατότητα τροποποίησης τίτλου κλητηρίου εντάλματος και περιεχομένου ενσωματωμένης έκθεσης απαίτησης. Ουσιαστικά πρόκειται για τροποποίηση δικογράφου.
Η τροποποίηση ενός δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η εξουσία του Δικαστηρίου να προβαίνει σε τροποποίηση δικογράφου πηγάζει κατ’ εξοχήν από την Δ.25. Η εν λόγω διαταγή έτυχε εκ βάθρου αναθεώρησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, οι διατάξεις της οποίας έτυχαν καθολικής εφαρμογής σε όλες τις αγωγές ανεξαρτήτως κλίμακας από 01.01.16.
Ο Κ.1 πραγματεύεται δικονομικά τη δυνατότητα τροποποίησης ενός κλητηρίου εντάλματος ή ενός δικογράφου γενικά, αναλόγως του σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση τροποποίησης υπεβλήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Ένεκα του σταδίου που βρίσκεται η παρούσα υπόθεση, σχετικός είναι ο Κ.1(3) της Δ.25, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής:
«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων καθιστά αντιληπτό ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου εκτός:
(α) όταν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου ή
(β) όταν προκύψουν νέα δεδομένα που δεν υπήρχαν στο στάδιο λήψης οδηγιών για έγερση αγωγής ή της καταχώρησης δικογραφίας.
Σε αντίθεση με την παλαιά Δ.25 που έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η τροποποιημένη Δ.25 περιορίζει το πεδίο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον οριοθετείται στο πλαίσιο των δύο περιπτώσεων που συγκεκριμένα αναφέρει. Στόχος της ριζικής τροποποίησης της Δ.25 είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η αναχαίτιση της ανεξέλεγκτης τροποποίησης δικογράφων ιδιαίτερα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, η οποία, χωρίς αμφιβολία, προκαλεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.
Όταν όμως εντοπίζεται λάθος ή ελάττωμα στη διαδικασία που η διόρθωση του χρειάζεται για την επίλυση πραγματικών ζητημάτων ή επιδίκων θεμάτων που εγείρονται, το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και υπό τους όρους, περιλαμβανομένων των εξόδων, που θα θεωρήσει δίκαιους, να προβεί στην τροποποίηση τέτοιου λάθους ή ελαττώματος. Η περίπτωση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κ.5 της Δ.25, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής:
«Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Είναι προφανές ότι η τροποποίηση δικογράφου κατ’ επίκληση του Κ.5 της Δ.25 εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό. Να υπάρχει ελάττωμα ή λάθος στη διαδικασία η διόρθωση του οποίου να είναι απαραίτητη για την επίλυση ουσιωδών ζητημάτων της αγωγής.
Ενόψει της ριζικής αλλαγής των προνοιών της Δ.25, θα έλεγα ότι η νομολογία της παλαιάς Δ.25 δεν προσφέρεται για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, η οποία διέπεται δικονομικά από την τροποποιημένη Δ.25. Συνεπώς η εξέταση της υπό κρίση αίτησης, στο βαθμό που αφορά την τροποποιημένη Δ.25, πραγματοποιείται στη βάση των περιορισμένων παραμέτρων της εν λόγω διαταγής (Μονοκό (Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών) Λτδ v. C & S Amart Move Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε99/2022 ημερ. 03.10.25, η οποία αφορούσε σε αίτηση τροποποίησης που καταχωρίστηκε μετά την κλήση για οδηγίες οπότε εξετάστηκε δυνάμει του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25).
Εάν και εφόσον κριθεί ότι πληρείται μια εκ των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων του Κ.1(3), τότε μόνον μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων όπως καθιερώθηκαν από την νομολογία, μεταξύ άλλων στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 33. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Θεοδοσιάδου v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε26/2025 ημερ. 06.04.26 που επίσης αφορά σε αίτηση τροποποίησης που καταχωρίστηκε μετά την κλήση για οδηγίες οπότε εξετάστηκε δυνάμει του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25.
Στην Milla Global Inc. v. Flystar Holdings Limited κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε3/2025 I-Justice ημερ. 29.04.25 συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω), οι οποίες έχουν ως ακολούθως:
«1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα, αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.
Ειδικότερα για τον παράγοντα χρόνο, η νομολογία καταδεικνύει ότι είναι σχετικός, χωρίς όμως να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας και ότι, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης (βλ. Astor Co κ.α. v. A. & G. Leventis Ltd κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2002) 1 Α.Α.Δ. 223).
Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται, έχει και το βάρος απόδειξης της (βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. ν. A & G Leventis κ.ά. (1993) 1 ΑΑΔ 726).»
Η προσθήκη διαδίκου, εδώ ενάγοντα αρ.2, συνιστά μορφή τροποποίησης. Πρόκειται για τροποποίηση τίτλου κλητηρίου εντάλματος. Με το ζήτημα αυτό ασχολείται ειδικά συγκεκριμένη Διαταγή.
Η Δ.9 Κ.2, η οποία αντιστοιχεί στην παλαιή αγγλική διαταγή Order 16 Rule 2, είναι εξειδικευμένος δικονομικός θεσμός που προνοεί προσθήκη ή υποκατάσταση προσώπου ως ενάγοντα. Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω αυτούσια τις διατάξεις του Κ.2 της Δ.9:
«Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η προσθήκη ενάγοντα είναι εφικτή υπό τους όρους που το Δικαστήριο θα θεωρήσει δίκαιους όταν:
(α) η υφιστάμενη αγωγή έχει εγερθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου ως ενάγοντα ή
(β) είναι αμφίβολο ότι η υφιστάμενη αγωγή έχει εγερθεί στο όνομα του κατάλληλου προσώπου και
(γ) η αγωγή καταχωρίστηκε από καλόπιστο λάθος και
(δ) η προσθήκη διαδίκου ως ενάγοντα είναι αναγκαία για την διεκπεραίωση/εκδίκαση/επίλυση/κρίση του πραγματικού ζητήματος και
(ε) νοουμένου ότι ο προτιθέμενος νέος ενάγοντας συγκατατίθεται να προστεθεί ως διάδικος στην αγωγή.
Προέκταση της πιο πάνω εξειδικευμένης πρόνοιας είναι ο Κ.10 της Δ.9 που είναι πανομοιότυπος με την παλαιή αγγλική διαταγή Order 16 Rule 11, τις διατάξεις του οποίου κυπριακού κανονισμού επίσης καταγράφω αυτούσιες πιο κάτω:
«No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Είναι αυτόδηλο ότι η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Εκείνο που συνάγεται από τις πρόνοιες του πιο πάνω κανονισμού είναι ότι το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, με ή χωρίς αίτηση διαδίκου, αλλά με όρους που θα κρίνει δίκαιους δύναται να διατάξει τη διαγραφή προσώπων που κακώς έχουν ενωθεί ως ενάγοντες και/ή να διατάξει την προσθήκη ατόμων ως ενάγοντες, την παρουσία των οποίων θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων ή ερωτημάτων που εγείρονται στην αγωγή.
Η αίτηση για προσθήκη διαδίκου πρέπει να προωθείται χωρίς υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Παρόλο ότι η καθυστέρηση δεν είναι παράγοντας αποφασιστικής σημασίας, εντούτοις λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα δεδομένα στα πλαίσια άσκησης κρίσης από το Δικαστήριο.
Στην Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1372, πέραν του ότι είχε διαπιστωθεί, μετά από εξέταση του περιεχομένου των δικογράφων, πως ο προτεινόμενος διάδικος δεν ήταν αναγκαίος και έτσι η προσθήκη του δεν θα ήταν απαραίτητη για την αποτελεσματική επίλυση των επιδίκων θεμάτων των μερών, αποφασίστηκε ότι η καθυστέρηση υποβολής αιτήματος ήταν αδικαιολόγητα μεγάλη. Η αίτηση είχε υποβληθεί πέντε χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Παράλληλα κρίθηκε ορθό το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και η καθυστέρηση που θα προέκυπτε συνηγορούσαν υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην Mepa Underwriting Management Limited και άλλης v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1 Α.Α.Δ. 772 λέχθηκαν τα εξής σημαντικά σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα:
«Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society (1890) 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co (1895) 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co (1896) 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards (1927) 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres (1893) 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel (1894) 2 Q.B. 688).
Στην Byrne and Another v. Brown (1889) 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου:
"One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it."
Σε ελληνική μετάφραση:
"Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία."
Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd (1956) 1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit (1968) 1 All E.R. 328, 332).
…
Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιό λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος (Βλ. Wilson v. Church (1878) 9 Ch. 552, 557).
[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Επομένως η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1372). Στην Μαυρογένης v. Βουλής (1995) 1 Α.Α.Δ. 1034 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανάφερε, μεταξύ άλλων, κατά πλειοψηφία, ότι η συνένωση διαδίκου συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία η οποία επιδιώκεται καθώς και τη θεραπεία η οποία μπορεί να χορηγηθεί.
Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η φράση «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party …» που περιέχεται στην Κ.10 της Δ.9 έχει τη δική της σημασία. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου v. Edward (2013) 1 Α.Α.Δ. 2387 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, θα έπρεπε να είχε ασκήσει, από μόνο του, τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.9 Κ.10 και θα έπρεπε να είχε διατάξει την προσθήκη συγκεκριμένου προσώπου ως διαδίκου στην ενώπιον του διαδικασία. Το ζήτημα της πιθανής αξίωσης από το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε εγερθεί στην πρωτόδικη διαδικασία από το ίδιο το δικαστήριο.
Το κρίσιμο ερώτημα της προσθήκης διαδίκου είναι κατά πόσο το προτεινόμενο πρόσωπο είναι αναγκαίος διάδικος. Όπως ήδη λέχθηκε, αναγκαίος διάδικος είναι αυτός του οποίου η παρουσία στη διαδικασία εκδίκασης θεωρείται αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων ή ερωτημάτων που εγείρονται στην αγωγή. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου είναι αν επηρεάζονται άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου για προσθήκη διαδίκου από το αποτέλεσμα της υπόθεσης (Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (2003) 1Γ Α.Α.Δ. 1818). Στην υπόθεση Perihan v. Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Αρ.1) (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1213 αποφασίστηκε ότι από τη στιγμή που δεν θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του Γενικού Εισαγγελέα από την έκβαση της συγκεκριμένης αγωγής, δεν υπήρχε θέμα προσθήκης του ως διάδικο δυνάμει της Δ.9 Κ.10. Όπως ακόμη λέχθηκε, τυχόν προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως διαδίκου θα παραβίαζε το γενικό κανόνα ότι κανένας άλλος εκτός από τους διαδίκους δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία.
Έπεται ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προσθέτει ενάγοντες πηγάζει από τις πρόνοιες της Δ.9. Οι πρόνοιες της συγκεκριμένη διαταγής παρέχουν διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να προβαίνει σε προσθήκη διαδίκου. Συνεπώς αν τα πρόσωπα αυτά δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να διατάξει την προσθήκη τους ως ενάγοντες με αποτέλεσμα να μην διαθέτει διακριτική εξουσία για να μπορεί να την ασκήσει (Manchester Lines Ltd v. Viamaz Coach Industry Ltd (1983) 1 C.L.R. 178).
Είναι προφανές ότι για να στεφτεί με επιτυχία η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.9 και της Δ.25.
Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι ο νέος ενάγοντας συγκατατίθεται να προστεθεί ως διάδικος στην αγωγή. Η συναίνεση του έχει δοθεί γραπτώς. Ως νομικό πρόσωπο που είναι, έχει τεθεί ενώπιον μου αντίγραφο ψηφίσματος ημερ. 03.12.24 του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνει την προσθήκη της συγκεκριμένης εταιρείας ως Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Το σχετικό ψήφισμα επισυνάπτεται ως τεκμήριο και είναι υπογραμμένο από το μοναδικό διοικητικό σύμβουλο της εν λόγω εταιρείας. Επειδή πρόκειται ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος είναι επίσης νομικό πρόσωπο το έγγραφο φέρει της σφραγίδα της. Το ότι μοναδικός διευθυντής είναι από τις 12.03.20 συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο που κατονομάζεται καταδεικνύεται από μητρώο των διευθυντών το οποίο επίσης συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως τεκμήριο. Να σημειωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι ο νέος ενάγοντας έχει συγκατατεθεί γραπτώς με το συγκεκριμένο έγγραφο.
Το δε ιστορικό της υπόθεσης υποδεικνύει ότι η αγωγή δεν έχει εγερθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου ως Ενάγοντα. Από την αρχή σκοπός ήταν η συμπερίληψη του συγκεκριμένου προσώπου ως Ενάγοντα στην αγωγή. Το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης παρουσιάζει το πρόσωπο αυτό να εμπλέκεται στην υπόθεση και συνεπώς δεν υπάρχει οποιοδήποτε σφάλμα στην επωνυμία και/ή ταυτότητα του εν λόγω διαδίκου. Σαφώς δεν είναι η περίπτωση που χρήζει διόρθωσης η επωνυμία προσώπου που είναι ενάγοντας που είχε καταγραφεί εσφαλμένα εκ παραδρομής. Αν ήταν περίπτωση «misnomer» θα διδόταν άδεια για διόρθωση. Όπως σημειώνεται στο Annual Practice 1961 σελ. 326: «Misnomer – Where there is a mere misnomer, leave to amend may be given. See Alex. Mountain & Co. v. Rumere [1948] 2 K.B. 436.» Όμως δεν είναι τέτοια περίπτωση.
Παράλληλα το εάν είναι αμφίβολο ότι η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί στο όνομα του κατάλληλου προσώπου, δηλαδή του ενάγοντα που παρέμεινε στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Ο Ενάγοντας δεν εγείρει ζήτημα ακαταλληλότητας ή μη ορθότητας της παρουσίας του ονόματος του ως διάδικου στην αγωγή αυτή. Ουδέποτε προβλήθηκε ισχυρισμός ότι η αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί ως έχει. Ως εκ τούτου το σημείο αυτό δεν θα με απασχολήσει.
Εξ όσον γίνεται κατανοητό ο Ενάγοντας επικαλείται ότι η αγωγή καταχωρίστηκε από καλόπιστο λάθος (an action … has been so commenced through a bona fide mistake …). Είναι η θέση του ότι η παράλειψη του Ενάγοντα, ως ο μοναδικός μέτοχος του σκοπούμενου προς προσθήκη ενάγοντα, να παύσει την Εναγόμενη 2 από τη θέση του διευθυντή του σκοπούμενου προς προσθήκη ενάγοντα και να εγείρει την παρούσα αγωγή με νόμιμη εξουσιοδότηση αποτελεί καλόπιστο, εκ παραδρομής λάθος και παρατυπία διαδικαστικού ζητήματος που χρήζει διόρθωσης. Υπό αυτή τη μορφή ο Ενάγοντας θεωρεί ότι πληρείται το κριτήριο του «καλόπιστου λάθους». Με κάθε σεβασμό στον Ενάγοντα, η έννοια του «καλόπιστου λάθους» σε ότι αφορά την ικανοποίηση του κριτηρίου είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που ο Ενάγοντας αποδίδει με τον ισχυρισμό του. Το κριτήριο αυτό είναι άμεσα συναρτημένο με την αδυναμία προώθησης της υπόθεσης και την αναγκαιότητα διόρθωσης του όταν πρόκειται για καλόπιστο λάθος. Ωστόσο ο Ενάγοντας δεν ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει με την μορφή που σήμερα έχει.
Ανεξάρτητα όμως, ακόμη και να θεωρηθεί ότι το κριτήριο αυτό έχει τη σημασία που ο Ενάγοντας επικαλείται θα πρέπει να λεχθεί ότι τα δεδομένα κάθε άλλο παρά υποδεικνύουν ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του Ενάγοντα είναι προϊόν καλόπιστου λάθους. Εάν πράγματι ο Ενάγοντας θεωρούσε ότι επρόκειτο για καλόπιστο λάθος δεν θα δικογραφείτο η θέση η εξουσιοδότηση της Εναγομένης 2 δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση της παρούσας αγωγής. Προς υποστήριξη του σκεπτικού μου παραπέμπω στην §3(β) της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Περαιτέρω εάν πράγματι ο Ενάγοντας θεωρούσε ότι επρόκειτο για καλόπιστο λάθος, η πλευρά του δεν θα προχωρούσε σε υποβολή ένστασης στην αίτηση διαγραφής του προσώπου που τώρα επιθυμεί την προσθήκη του και να επιμένει σε ακρόαση της, αν και διευκρινίζεται πως ότι έπραξε ήταν δικαίωμα του. Αν όντως ήταν αυτής της άποψης θα το αναγνώριζε ευθέως. Η επίκληση «καλόπιστου λάθους» μετά το απορριπτικό για την πλευρά του αποτέλεσμα στην αίτηση διαγραφής και γενικότερα της δικογραφημένης θέσης του καταδεικνύει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις.
Βασικό επιχείρημα του Ενάγοντα είναι ότι η προσθήκη του προτεινόμενου νομικού προσώπου ως δεύτερου ενάγοντα είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων της υπόθεσης. Είναι όμως αναγκαίος διάδικος για να προστεθεί; Τα νομικά δικαιώματα και/ή οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου για προσθήκη διαδίκου επηρεάζονται άμεσα από το αποτέλεσμα της υπόθεσης; Τα επίδικα ζητήματα της αγωγής, όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα, συναρτώνται άμεσα με τον προτεινόμενο για προσθήκη διάδικο; Υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί την προσθήκη του προτεινόμενου προσώπου ως διάδικου στην αγωγή; Οι θεραπείες που αξιώνονται συναρτώνται άμεσα με τον προτεινόμενο για προσθήκη διάδικο; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που χρήζουν απάντησης τα οποία θα καθορίσουνε εάν ο προτεινόμενος για προσθήκη διάδικος είναι αναγκαίος διάδικος.
Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τα δικόγραφα της αγωγής. Το ότι το προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα είναι συμβαλλόμενο μέρος στην επικαλούμενη σύμβαση δεν του προσδίδει αυτόματα την ταυτότητα του αναγκαίου διαδίκου για σκοπούς των Κ.2 & Κ.5 της Δ.9. Ο Ενάγοντας, ως επίσης συμβαλλόμενο μέρος στην ίδια σύμβαση, ήταν αυτός που προέβηκε σε τερματισμό της συμφωνίας. Επίσης τα δικογραφημένα στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης γεγονότα δεν παρουσιάζουν το προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα να διαδραματίζει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ρόλο. Αντίθετα ο Ενάγοντας σε συνάρτηση με τους Εναγομένους 1 & 2 εμφανίζονται να είναι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και γενικότερα στις έγγραφες προτάσεις. Ειδικότερα οι λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων και/ή συμβατικών υποχρεώσεων που αποδίδονται στους Εναγομένους 1 & 2 συνδέονται ευθέως με τον Ενάγοντα. Ομοίως οι θεραπείες που επιδιώκονται συναρτώνται άμεσα με τον Ενάγοντα και αποσυνδέονται από το προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα. Μάλιστα ο Ενάγοντας προβάλλει ισχυρισμό ότι δικαιούται και συνάμα νομιμοποιείται να αξιώνει θεραπείες υπό την προσωπική του ιδιότητα και ξεχωριστά από το προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα.
Επί του πιο πάνω σημείου παραπέμπω στη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, όπως αυτή καταγράφεται στην §3(α) της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχωρίστηκε πριν από την προώθηση της αίτησης διαγραφής, την οποίαν και αναφέρω αυτούσια:
«Η παρούσα Αγωγή εγείρεται νόμιμα και σύννομα και/ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος που παρέχεται στον Ενάγοντα 1 [νυν Ενάγοντα] ως αποκλειστικού δικαιούχου του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας 2 [προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα]. Συνεπώς ο Ενάγοντας 1 νομιμοποιείται πλήρως να εγείρει την παρούσα αγωγή και να αξιώνει τν επιστροφή των ποσών που έχουν απωλεστεί από την Ενάγουσα 2.»
Κατ’ ανάλογο τρόπο τα δικογραφημένα στην έκθεση υπεράσπιση γεγονότα παρουσιάζουν τον Ενάγοντα ως πρωταγωνιστή στην αγωγή. Είναι αυτός και όχι το προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα που συνδέεται με διάφορες ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις που του καταλογίζονται. Είναι σ’ αυτόν και όχι στο προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα που επιρρίπτουν εξ’ ολοκλήρου αμέλεια και/ή συντρέχουσα αμέλεια σε σχέση με τις ζημιές που ο ίδιος αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 μέσα από λεπτομέρειες που δικογραφούνται.
Από τους ισχυρισμούς που ο Ενάγοντας προβάλλει μέσα από την υπό κρίση αίτηση ξεκάθαρα διαφαίνεται ότι το αντικείμενο εκδίκασης στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν πηγάζει από την ύπαρξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη δικογράφου.
Ούτε τίθεται θέμα εντοπισμού λάθους ή ελαττώματος στη διαδικασία που η διόρθωση του να είναι απαραίτητη για την επίλυση ουσιωδών ζητημάτων της αγωγής. Σαφώς δεν είναι τέτοια περίπτωση αλλά ούτε και προβλήθηκε τέτοια θέση από τον Ενάγοντα. Προς επίρρωση αυτού, παραπέμπω στον πιο πάνω σχολιασμό μου.
Επίσης η προσπάθεια προσθήκης του προτεινόμενου προσώπου ως επιπλέον ενάγοντα με τις συναφείς τροποποιήσεις στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που θα εξυπηρετούσαν τον σκοπό της ενσωμάτωσης του δεν ήταν αποτέλεσμα νέων δεδομένων που δεν υπήρχαν στο στάδιο λήψης οδηγιών για έγερση αγωγής και/ή κατά την καταχώρηση των δικογράφων. Όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, από την αρχή ήταν η θέση της πλευράς του Ενάγοντα να εγερθεί η αγωγή με τη συμπερίληψη του προτεινόμενου προσώπου για προσθήκη ως ενάγοντα το οποίο στη συνέχεια διαγράφηκε μετά από απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29.05.23, όπως αυτή η θέση δικογραφείται στην §3(β) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και ακολούθως μέσα από την ένσταση στην αίτηση διαγραφής ημερ. 20.02.20.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν πληρούνται οι πρόνοιες του Κ.2 της Δ.9. Παράλληλα από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν συντρέχει λόγος για να δικαιολογείται αυτεπάγγελτη επίκληση των προνοιών του Κ.10 της Δ.9 από το Δικαστήριο.
Επίσης από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν πληρείται οποιαδήποτε από τις δύο συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στην Κ.1(3) της Δ.25. Ούτε όμως δικαιολογείται αυτεπάγγελτη επίκληση των προνοιών του Κ.5 της Δ.25 από το Δικαστήριο.
Εφόσον δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις δύο συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στην Κ.1(3) της Δ.25, δεν μπορούν να εξεταστούν οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων και έχουν καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία (Φοινιώτης (πιο πάνω)).
Στη βάση των πιο πάνω, δεν πληρούνται οι πρόνοιες των σχετικών κανονισμών της Δ.9 και Δ.25. Σε τελευταία ανάλυση το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να διατάξει την προσθήκη του προτεινόμενου προσώπου ως ενάγοντα αφού το πρόσωπο αυτό δεν είναι αναγκαίος διάδικος.
Σε κάθε περίπτωση και χωρίς να εξετάζω ισχυρισμό παραγραφής, το προτεινόμενο πρόσωπο για προσθήκη ως ενάγοντα δεν έχει απωλέσει το συνταγματικό του δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Εξ’ αντικειμένου το δικαίωμα του να έχει πρόσβαση στο Δικαστήριο παραμένει άθικτο καταχωρώντας ξεχωριστή αγωγή.
Έπεται ότι οι λόγοι ένστασης αρ. 2, 3, 5 & 6 επιτυγχάνουν. Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης στην αίτηση αυτή, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.
Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό κρίση αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται.
Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 & 2/Καθ’ ων η αίτησης 1 & 2 και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.
(Υπ.) …………………………….
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο