ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΡΗΣ, εργαζόμενος και/ή ενεργών και υπό την επωνυμία «WOODZEN» ν. COSMOPORT ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2072/2022, 5/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΡΗΣ, εργαζόμενος και/ή ενεργών και υπό την επωνυμία «WOODZEN» ν. COSMOPORT ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2072/2022, 5/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

      

Αρ. Αγωγής: 2072/2022 (I-Justice)

 

Μεταξύ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΡΗΣ, εργαζόμενος και/ή ενεργών και υπό την επωνυμία «WOODZEN»

 

Ενάγοντα,

ν.

 

1.                COSMOPORT ENTERTAINMENT LTD

2.                ΣΕΡΓΚΕΙ ΓΚΟΤΣΙΑΡΕΝΚΟ και/ή SERGEY GONCHARENKO

 

Εναγόμενων.

 

 

Ημερομηνία: 5 Ιουνίου, 2026

 

Για τον Ενάγοντα / Δι’Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο:

κ. Α. Σωφρονίου για ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

 

Για τους Εναγόμενους / Δι’Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες:

κα Μ. Τσαγγαρίδη για PHC TSANGARIDES LLC

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.   Με την αγωγή του ο Ενάγοντας/Δι’Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας»)  διεκδικεί από τους Εναγόμενους 1 και 2/ Δι’Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες (στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως οι «Εναγόμενοι») το ποσό των €1.406,25σ ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής για προϊόντα που ο Ενάγοντας κατόπιν εντολής τους κατασκεύασε και τους παρέδωσε.

 

2.   Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι, μέσω της ανταπαίτησής τους, διεκδικούν από τον Ενάγοντα αναγνωριστική δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι κανένα ποσό οφείλουν προς τον Ενάγοντα δυνάμει των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας. Περαιτέρω αξιώνουν ποσό ύψους €1.000 για ζημιές και/ή απώλειες και/ή έξοδα που υπέστησαν λόγω του Ενάγοντα, γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.

 

II.  ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ

ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

 

3.   Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας λειτουργεί στη Λεμεσό επιχείρηση κατασκευής παραθύρων και/ή γυαλιών και/ή γυάλινων πινακίδων και/ή κατασκευών από ακρυλικά, ξύλο, δέρμα, πλαστικά με ή χωρίς χαράξεις, τόσο υπό την προσωπική ιδιότητα του αλλά και κάτω από την επωνυμία «WOODZEN».

 

4.   Η Εναγόμενη 1 αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία διατηρεί κέντρο και/ή κατάστημα αναψυχής, και η οποία κατά ή περί τις αρχές του Αυγούστου 2022 μέσω του αξιωματούχου της, Εναγόμενου 2, ο οποίος ενεργούσε και υπό τη προσωπική του ιδιότητα παρήγγειλε από τον Ενάγοντα προϊόντα, χαραγμένα ειδικά για το υποστατικό που λειτουργούσε.

 

5.   Μετά από υπολογισμό του κόστους για την κατασκευή των προαναφερθέντων αντικειμένων, ο Ενάγοντας στις 12/8/2022, αφού συμφώνησε και ο Εναγόμενος 2, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά και ως εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1, εξέδωσε για συγκεκριμένες κατασκευές του το τιμολόγιο αρ. #53852 για ποσό €445, το οποίο εξοφλήθηκε και/ή διευθετήθηκε από τους Εναγόμενους.

 

6.   Στις 18/8/2022 μετά από 2η και/ή συνεχιζόμενη παραγγελία για επιπρόσθετα προϊόντα και/ή κατασκευές, εξέδωσε και το τιμολόγιο αρ.#53852(2) για ποσό €2.812,50σ, μετά από έκπτωση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι αποδέκτηκαν την εν λόγω χρέωση και στις 18/8/2022 προχώρησαν στην πληρωμή της σχετικής προκαταβολής ύψους €1.406,25σ, με τραπεζικό έμβασμα από τον Τραπεζικό Λογαριασμό της Εναγόμενης 1.

 

7.   Στα πιο πάνω τιμολόγια και/ή στη συμφωνία των διαδίκων αναγράφοντα οι εξής όροι: α) Η πληρωμή και εξόφληση του Ενάγοντα θα γινόταν μέχρι τις 25/8/2022, (β) Η παράδοση των προϊόντων και/ή κατασκευών θα εκτελείτο και θα ολοκληρωνόταν εντός τριών (3) εβδομάδων περίπου, και (γ) Η εγκατάσταση των αντικειμένων και/ή κατασκευών αυτών δεν συμπεριλαμβανόταν στις υποχρεώσεις και τη χρέωση του Ενάγοντα.

 

8.   Κατά ή περί τις 8/9/2022 παραδόθηκαν από τον Ενάγοντα και τα τελευταία από τα πιο πάνω αντικείμενα, στην παρουσία του Εναγόμενου 2 ο οποίος, αφού τα επιθεώρησε προσωπικά και τα βρήκε της απόλυτης ικανοποίησης και αρεσκείας  του, τα παρέλαβε αδιαμαρτύρητα. Μετά την παράδοση, οι Εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τον Ενάγοντα ότι θα τον πλήρωναν εντός της τρέχουσας εβδομάδας το υπόλοιπο του τιμολογίου, δηλαδή το ποσό €1.406,25σ, αλλά παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου και των δικηγόρων του, παραλείπουν να το πράξουν μέχρι σήμερα.

 

9.   Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, ενώ οι Εναγόμενοι εγκατέστησαν και χρησιμοποιούν τα εν λόγω αντικείμενα μέχρι σήμερα, προσχηματικά για την παράλειψη τους να εξοφλήσουν τον Ενάγοντα, ισχυρίστηκαν ότι αυτά ήταν ελαττωματικά και/ή γδαρμένα, γεγονός που δεν ευσταθεί.

 

ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ  & ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ

10.          Στην κοινή υπεράσπισή τους, οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ιδιότητα τους ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, ότι η Εναγόμενη 1 διατηρεί το ισχυριζόμενο από πλευράς του Ενάγοντα κέντρο και/ή κατάστημα αναψυχής και ότι η Εναγόμενη 1 πλήρωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €445 για την εγκατάσταση και/ή εφαρμογή μικρών πινακίδων και/ή κατασκευών.

 

11.          Οι Εναγόμενοι αρνούνται την έκδοση του τιμολογίου αρ.#53852(2) και ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε γραπτώς με τον Ενάγοντα για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών, η αμοιβή των οποίων θα ανερχόταν στο ποσό των €2.812,50σ, και κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €1.406,25σ ως προκαταβολή. Το υπόλοιπο θα καταβαλόταν από την Εναγόμενη 1 στον Ενάγοντα μετά την αποπεράτωση και/ή την επιθεώρηση των εργασιών. Ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε συμβλήθηκε και/ή συμφώνησε με τον Ενάγοντα για την παροχή οποιονδήποτε υπηρεσιών και εργασιών.

 

12.          Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, μετά την καταβολή της προκαταβολής από την Εναγόμενη 1, άτομο που τους υπέδειξε ο Ενάγοντας ως αρμόδιο και/ή ειδικό για την εγκατάσταση των κατασκευών και/ή παραθύρων του, επισκέφθηκε το κατάστημα των Εναγόμενων και υπέδειξε στους τελευταίους ότι αυτά ήταν γδαρμένα και/ή είχαν εσωτερική υγρασία και/ή κηλίδες που δεν μπορούσαν να καθαριστούν και ότι πιθανότατα αυτά να ήταν μεταχειρισμένα και πολύ δαπανηρό να επιδιορθωθούν και/ή αντικατασταθούν. Οι Εναγόμενοι ζήτησαν επανειλημμένα από τον Ενάγοντα όπως επιδιορθώσει και/ή αντικαταστήσει αυτά, χωρίς όμως αυτός να το πράξει. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, ότι μετά την εγκατάσταση αυτών θα γινόταν επιθεώρηση από τον Ενάγοντα, κάτι που δεν έγινε.

 

13.          Ως αποτέλεσμα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Ενάγοντα, η Εναγόμενη 1 αναγκάστηκε να υπολειτουργεί το κατάστημα της λόγω της αντιαισθητικής και/ή αποκρουστικής εμφάνισης των κατασκευών και/ή παραθύρων, αλλά και να προβεί σε επιπρόσθετα έξοδα για να επιδιορθώσει αυτά.

 

14.          Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ακόμη και αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας τους παρείχε οιεσδήποτε συμφωνηθείσες εργασίες για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, η εύλογη αμοιβή είναι μικρότερη του ποσού των €1.406,25.

 

15.          Στην Ανταπαίτηση των Εναγόμενων προβάλλονται οι λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του Ενάγοντα, ως και των κατ’ισχυρισμόν εκ μέρους του κακοτεχνιών και/ή ζημιών και/ή ελαττωματικών εργασιών, και ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σε σχέση με την καταγραφή των εργασιών που ήταν απαραίτητες για να επιδιορθωθούν οι κακοτεχνίες και/ή να εκτελεστούν οι εργασίες που παρέλειψε ο Ενάγοντας να εκτελέσει. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν ποσό ύψους €1.000 σε άλλους τεχνίτες και/ή επαγγελματίες, το οποίο ποσό αναλύεται στο δικόγραφο τους, και το οποίο, μεταξύ άλλων θεραπειών, με την ανταπαίτηση τους διεκδικούν από τον Ενάγοντα ως ειδικές αποζημιώσεις.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ & ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ

16.          Στην Απάντηση που καταχώρησε ο Ενάγοντας, ενώ αρνείται τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης που έρχονται σε αντίθεση με τους δικούς του παραδέχεται ότι δεν μετέβηκε να διορθώσει τις κατασκευές του. Ισχυρίζεται όμως ότι δεν το έπραξε γιατί δεν είχαν οτιδήποτε επιλήψιμο, κακοτεχνία ή ελάττωμα αλλά αντιθέτως επειδή ήταν καλότεχνες, καλλιτεχνικές και πλήρως συνάδουσες με όσα οι Εναγόμενοι ζήτησαν και συμφώνησαν. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εάν η επιχείρηση των Εναγόμενων δεν λειτούργησε ή υπολειτουργούσε, αυτό έγινε για λόγους που δεν αφορούσαν τον Ενάγοντα ή τις κατασκευές του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι διαμαρτυρίες των Εναγόμενων έγιναν επί σκοπώ και μόνον  για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι του και το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι πραγματικό και η πληρωμή του συνιστούσε ουσιώδες μέρος της συμφωνίας των διαδίκων.

 

17.          Ο Ενάγοντας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του και επιδιώκει την απόρριψη της Ανταπαίτησης των Εναγόμενων.

 

III. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

18.          Λόγω του ύψους των εκατέρωθεν αξιώσεων, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 Καν. 5(1) και 5(2) των Παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία η αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, στην βάση σχετικής δήλωσης των συνήγορων των μερών η οποία είχε προηγηθεί.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ (ΜΕ1)

19.          Από πλευράς του Ενάγοντα καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ΓΜ-ΑΣ»).

 

20.          Στην ΓΜ-ΑΣ, ο Ενάγοντας επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες θέσεις του όσο αφορά την ιδιότητα των διαδίκων και επισυνάπτει ως προς τούτο σχετικές ηλεκτρονικές έρευνες του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την εμπορική του επωνυμία και την Εναγόμενη 1 (Τεκμήρια Α και Β). Αναφέρει ότι ασχολείται με τον συγκεκριμένο τομέα κατασκευών από τον Ιανουάριο του 2022 και ότι έχει συνεργαστεί με αρκετές επιχειρήσεις και ιδιώτες.

 

21.          Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο που επικοινωνούσε μαζί του και ανέλαβε υπό και υπό την προσωπική του ιδιότητα την ευθύνη τήρησης των όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων. Τον Αύγουστο του 2022 επισκέφθηκε το κατάστημα και εργαστήρι του Ενάγοντα με σκοπό να παραγγείλει πινακίδες και παράθυρα χαραγμένα ειδικά για το κατάστημα, κέντρο αναψυχής που λειτουργούσε η Εναγόμενη 1.

 

22.          Όταν του δόθηκε η παραγγελία, ο Ενάγοντας άρχισε να υπολογίζει το κόστος για την κατασκευή των προαναφερθέντων αντικειμένων και στις 12/8/2022 αφού συμφώνησε και κατέληξε με τον Εναγόμενο 2, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως εκπρόσωπο της Εναγόμενης 1, εξέδωσε το τιμολόγιο αρ. #53852 (Τεκμήριο Γ(1)) για ποσό €445, το οποίο εξοφλήθηκε και/ή διευθετήθηκε από τους Εναγόμενους. Στις 18/8/2022 μετά από 2η παραγγελία των Εναγόμενων, εξέδωσε και το τιμολόγιο αρ.#53852(2) για ποσό €2.812,50σ, μετά από έκπτωση λόγω της 1ης παραγγελίας (Τεκμήριο Γ(2)). Οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν την εν λόγω χρέωση και στις 18/8/2022 προχώρησαν στην πληρωμή της σχετικής προκαταβολής ύψους €1.406,25σ, με τραπεζικό έμβασμα από τον Τραπεζικό Λογαριασμό της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο Δ).

 

23.          Τόσο στα προαναφερόμενα τιμολόγια όσο και μέσω των διάφορων συνομιλιών με τον Εναγόμενο 2, αναγράφονταν και αναφέρθηκαν οι εξής όροι: α) Η πληρωμή και εξόφληση του Ενάγοντα θα γινόταν μέχρι τις 25/8/2022, (β) Η παράδοση των κατασκευών θα εκτελείτο και θα ολοκληρωνόταν εντός τριών (3) εβδομάδων περίπου, και (γ) Η εγκατάσταση και τοποθέτηση των αντικειμένων αυτών δεν συμπεριλαμβανόταν στις υποχρεώσεις και τη χρέωση της προσφοράς του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας περαιτέρω αναφέρει ότι ουδέποτε προσέφερε σε κανένα πελάτη του υπηρεσίες εγκατάστασης και ότι  ο ίδιος σύστησε στους Εναγόμενους τον ΜΥ2, που γνώριζε ότι έκανε τέτοιου είδους εργασίες, χωρίς όμως να έχει προσωπικά οιανδήποτε επαγγελματική σχέση ή συνεργασία μαζί του. Οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην εγκατάσταση μέσω του ΜΥ2 και ο Ενάγοντας ενημερώθηκε από τον τελευταίο ότι ολοκλήρωσε την εγκατάσταση και ότι όλα πήγαν καλά χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα.

 

24.          Με την ολοκλήρωση κάθε προϊόντος ο Ενάγοντας ενημέρωνε γραπτώς τον Εναγόμενο 2, μέσω της εφαρμογής WhatsApp (Τεκμήριο Ε) και μετά την έγκριση του τελευταίου για την κάθε κατασκευή προχωρούσε στην επόμενη. Κατά ή περί τις 8/9/2022 παρέδωσε και τα τελευταία αντικείμενα της παραγγελίας στην παρουσία και του Εναγόμενου 2, ο οποίος προσωπικά τα επιθεώρησε και τα βρήκε της απόλυτης ικανοποίησης και αρεσκείας του, παραλαμβάνοντας τα χωρίς ίχνος διαμαρτυρίας. Όλα τα αντικείμενα ήταν τυλιγμένα και προστατευμένα με bubble wrap κατά την παράδοση τους. Μετά την παράδοση όλων των αντικειμένων ο Εναγόμενος 2 εξέφρασε στον Ενάγοντα την ικανοποίηση του τόσο προφορικά όσο και γραπτώς και συνακόλουθα ο Ενάγοντας ζητούσε την εξόφληση του υπολοίπου του τελευταίου του τιμολογίου. Παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 2 ότι θα πλήρωνε το υπόλοιπο και παρά τις συνεχείς σχετικές οχλήσεις του Ενάγοντα, προφορικά όσο και μέσω μηνυμάτων (Τεκμήριο Ζ), οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό πλήρωσαν.

 

25.          Απ’οσον γνωρίζει ο Ενάγοντας και φαίνεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Τεκμήριο Η), οι Εναγόμενοι έχουν εγκατεστημένες και εκμεταλλεύονται τις κατασκευές του μέχρι και σήμερα.

 

26.          Προς κατάρριψη της θέσης των Εναγόμενων ότι οι κατασκευές του ήταν ελαττωματικές, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι επιχειρούν να αποφύγουν την καταβολή του υπολοίπου και ότι αποτελούσαν ειδική παραγγελία κατ’ εξειδίκευση των ίδιων των Εναγόμενων. Επιπρόσθετα αναφέρεται στο συγκεκριμένο υλικό που χρησιμοποιήθηκε, ως και την ανθεκτικότητα αυτού. Εκ των υστέρων έμαθε για τους εν λόγω ισχυρισμούς των Εναγόμενων, μέσω της επιστολής των δικηγόρων τους ημερομηνίας 14/10/2022. Στο ίδιο πλαίσιο ο Ενάγοντας αναφέρεται και σχολιάζει το περιεχόμενο των εγγράφων με τίτλο ‘Expert Opinion’ και του συνημμένου σε αυτό τιμολογίου ύψους €1.000 από τον Χ.Μ. (Boat Spa Cyprus) (Τεκμήριο Θ) που παραδόθηκαν μετά την έγερση της αγωγής στους δικηγόρους του. Αναφέρεται στην συνεργασία του με αξιόπιστη εταιρεία που τον προμηθεύει με άριστης ποιότητας προϊόντα, την διαδικασία χάραξης που χρησιμοποιεί, η οποία έχει πολύ περιορισμένη απόκλιση λάθους, και ότι στο φωτογραφικό υλικό που παρουσίασε (Τεκμήριο ΣΤ) φαίνεται οι κατασκευές να είχαν τοποθετηθεί ανοιχτά στο πάτωμα χωρίς το περιτύλιγμα με το οποίο τις είχε ο ίδιος παραδώσει, ως και εργασίες άλλου είδους που εκτελούντα στο χώρο.

 

27.          Τέλος,  ο Ενάγοντας αναφέρει ότι τα εν λόγω αντικείμενα μεταφέρθηκαν σε άλλο χώρο από τον ΜΥ2, και πιθανόν, εάν ευσταθούν οι θέσεις των Εναγόμενων, κατά την εν λόγω τότε να υπέστησαν ζημιά και καταστροφή.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ (ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3)

28.          Ο Εναγόμενος 2, ως ΜΥ1 καταχώρησε γραπτή μαρτυρία (στο εξής η «ΓΜ-SG») και 8 τεκμήρια. Στην ΓΜ-SG  επιβεβαιώνει την ιδιότητα των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο και αναφέρεται στην αρχική του επαφή και επικοινωνία, ως εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1, με τον Ενάγοντα και επίσκεψη του τελευταίου στις εγκαταστάσεις της για να αξιολογήσει τον χώρο σχετικά.

 

29.          Σύμφωνα με τον ΜΥ1, από την αρχή εξήγησε στον Ενάγοντα ότι, εκτός από την παραγγελία των προϊόντων, επειδή πλησίαζαν τα εγκαίνια του καταστήματος της Εναγόμενης 1, χρειαζόταν απαραίτητα κάποιον επαγγελματία για την εγκατάσταση των παραθύρων, γιατί δεν είχε την ικανότητα να το πράξει ο ίδιος αλλά ούτε και γνώριζε κάποιον ο ίδιος. Παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν αναλάμβανε την εγκατάσταση των παραθύρων, συμφώνησαν ότι θα έφερνε ένα ξεχωριστό άτομο για να την αναλάβει, υποδεικνύοντας τον ΜΥ2, και συμφώνησαν ρητά ότι ο Ενάγοντας θα ερχόταν οπωσδήποτε πριν και μετά την εγκατάσταση να επιθεωρήσει τη δουλειά και να διασφαλίσει την ποιότητα των παραθύρων καθώς και την ορθότητα της εγκατάστασης τους.

 

30.          Αφού ο Ενάγοντας τον ενημέρωσε ως προς το υλικό που θα χρησιμοποιείτο για την κατασκευή των παραθύρων και πινακίδων, την ανθεκτικότητα και καταλληλότητα του, ο ΜΥ1 έμεινε ικανοποιημένος και παρήγγειλε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 αρχικά 6 μικρές πινακίδες για το συνολικό ποσό των €445 το οποίο εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη και για τις οποίες ήταν πλήρως ικανοποιημένος. Στη συνέχεια, και αφού έλεγξε την ποιότητα των μικρών πινακίδων και ο Ενάγοντας τον διαβεβαίωσε ότι και τα παράθυρα θα είχαν την ίδια ποιότητα, κατόπιν της προσφοράς του τελευταίου με αριθμό #53852(2), παρήγγειλε 6 παράθυρα με σκοπό την εγκατάσταση τους στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 για το συνολικό ποσό των €2.812,50σ και τα οποία συμφωνήθηκε όπως κατασκευαστούν με τα αναφερόμενα στην προσφορά χαρακτηριστικά και θα έφεραν συγκεκριμένα χαραγμένα σχέδια τα οποία ενέκρινε ο Εναγόμενος 2, μέσω WhatsApp.

 

31.          O MY1 αναφέρεται στην συμφωνηθείσα πληρωμή στον Ενάγοντα, μέσω τραπεζικού εμβάσματος και εκ μέρους της Εναγόμενης 1, στις 18/8/2022 αλλά αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση δεν συμφωνήθηκε ότι η ημερομηνία της δεύτερης πληρωμής θα ήταν η 25/8/2022 και ότι ο Ενάγοντας λανθασμένα βασίζεται επί προσφοράς στη μαρτυρία του και όχι τιμολογίου.

 

32.          Όσο αφορά τις συνθήκες παράδοσης των παραθύρων, ο ΜΥ1 επεξηγεί ότι η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε με τη συνήθη προσοχή που απαιτείτο για προϊόντα τέτοιας φύσεων, μεταξύ άλλων, δεν έκανε χρήση ειδικού αυτοκινήτου, ξεφόρτωσε αυτά με τα χέρια του και η μια πλευρά τους ήταν χωρίς προστατευτική μεμβράνη. Ενώ αρχικά ήταν παρών κατά το ξεφόρτωμα των προϊόντων από τον Ενάγοντα, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων έπρεπε να αποχωρήσει, και ο Ενάγοντας βιαζόταν να φύγει και συνεπώς δεν είχε χρόνο να ελέγξει τα παράθυρα στην παρουσία του και συνεπώς ουδέποτε δήλωσε ή υπέδειξε ότι ήταν ικανοποιημένος με τα προϊόντα. Επίσης, ο υπάλληλος δεν έφερε οποιαδήποτε έγγραφα παράδοσης των παραθύρων με σκοπό την υπογραφή, απλά ξεφόρτωσε αυτά και έφυγε.

 

33.          Ο ΜΥ1 διαπίστωσε κατά την επίσκεψη του ΜΥ2 με σκοπό την εγκατάσταση των παραθύρων, και αφού άνοιξαν το φως για να βλέπουν καλύτερα, ότι αυτά ήταν ελαττωματικά. Αναφέρεται στα σχετικά σχόλια του ΜΥ2, στην κατάσταση των παραθύρων, την ποιότητα τους και προσδοκίες του σε σύγκριση με τις πινακίδες, αλλά και τις ατέλειες που τα καθιστούσαν ακατάλληλα για τη χρήση που προορίζονταν.

 

34.          Ο ΜΥ1 αναφέρεται στην επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα, τόσο προσωπικά όσο και μέσω των δικηγόρων του, καλώντας τον, ανεπιτυχώς, να προσέλθει να επιθεωρήσει τα παράθυρα και να επιδιορθώσει ή αντικαταστήσει αυτά. Λόγω της άρνησης του Ενάγοντα, ο ΜΥ1 αναγκάστηκε να απευθυνθεί σε ανεξάρτητους τεχνίτες και επαγγελματίες, οι οποίοι ετοίμασαν σχετική έκθεση και πραγματοποίησαν ορισμένες εργασίες επί αυτών, ώστε να καταστούν κατάλληλα για δημόσια χρήση 3 εκ των 5. Για τις προαναφερόμενες εργασίες ο ΜΥ1 πλήρωσε το ποσό των €1.000.

 

35.          Ο ΜΥ2, σύμφωνα με τον ΜΥ1 δεν ήταν δυνατόν να προκάλεσε τις ζημιές, εφόσον ήταν ολοφάνερες πριν ξεκινήσει η διαδικασία της εγκατάστασης τους και ο ΜΥ2 ουδέποτε πήρε τα παράθυρα από το κατάστημα της Εναγόμενης 1.

 

36.          Ο ΜΥ2 καταχώρησε επίσης γραπτή μαρτυρία (στο εξής η «ΓΜ-ΚΚ») προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγόμενων, υπό την ιδιότητα του ως ειδικός στην εγκατάσταση παραθύρων. Στα πλαίσια της ΓΜ-ΚΚ, αναφέρεται στην πολυετή εμπειρία του στον εν λόγω τομέα με ειδική αναφορά στις σχετικές εργασίες που διεκπεραιώνει στο εν λόγω πλαίσιο. Αναφέρει την αρχική επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα για εγκατάσταση παραθύρων στην εγκατάσταση της Εναγόμενης 1 και τα σχετικά χαρακτηριστικά αυτών. Ο Μ.Υ.2, περιγράφει την κατάσταση των εν λόγω αντικειμένων κατά την επίσκεψη του στο χώρο τον Αύγουστο του 2022, τις επισημάνσεις του προς τον Εναγόμενο 2 και τα ευρήματα του. Παρά την προσπάθεια του να πείσει τον Ενάγοντα να έρθει στο χώρο να τα δει, ο τελευταίος δεν το έπραξε, και ο ΜΥ2 προχώρησε και εγκατέστησε τα ελαττωματικά παράθυρα.

 

37.          Και ο ΜΥ3 κατέθεσε δια της καταχώρησης γραπτής μαρτυρίας (στο εξής η «ΓΜ-ΧΜ») υπό την ιδιότητα του ως ειδικός στην επεξεργασία και γυάλισμα υλικών, όπως το ακρυλικό και ως διευθυντής της εταιρείας  Boat Spa Cyprus. Ο ΜΥ3, αναφέρεται στην εμπειρία του και την ειδικότητα του και ότι ειδοποιήθηκε τον Μάρτιο 2023 από τον Εναγόμενο 2, ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 να ελέγξει την κατάσταση των επίδικων παραθύρων. Περιγράφει τα ελαττώματα και την εμφάνιση αυτών, ως και την ακαταλληλότητα τους για χρήση σε δημόσιο χώρο και τις εργασίες αποκατάστασης με αποτέλεσμα να καταστούν 3 από τα 5 παράθυρα κατάλληλα. Όσο αφορά τα εναπομείναντα δύο παράθυρα, ο ΜΥ3 έδωσε οδηγίες για την αντικατάστασή τους. Αναφέρει την έκδοση τιμολογίου σε σχέση με τις προαναφερόμενες εργασίες για το ποσό των €1.000, το οποίο και εξοφλήθηκε, και την ετοιμασία σχετικής έκθεσης από πλευράς του, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο, και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε.

ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

38.          Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων καταχωρήθηκαν γραπτά κείμενα από τους συνήγορους των μερών στο φάκελο της υπόθεσης, και ακολούθως, το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.

 

39.          Επισημαίνεται ότι, τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν από αμφότερους συνήγορους μέσω των αγορεύσεων τους, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους, καθότι, η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999)2 Α.Α.Δ. 490, Κώστουλος και Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/19, 1.2.2021 και Παύλου ν. Ευθυμίου, Πολ.΄Εφ. 33/2014, 23.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A269).

 

IV.          ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΩΝ Η΄ΜΗ ΑΜΦIΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

 

40.          Από τις έγγραφες προτάσεις, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, προκύπτουν ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:

 

(α)   Ο Ενάγοντας διατηρεί επιχείρηση κατασκευής παραθύρων και πινακίδων στη Λεμεσό.

(β) Ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1, η οποία αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και η οποία διατηρεί κέντρο αναψυχής στη Λεμεσό.

(γ) Ο Ενάγοντας κατασκεύασε και παρέδωσε πινακίδες για το κέντρο αναψυχής της Εναγόμενης 1, έναντι ποσού €445, το οποίο εξοφλήθηκε, και για το οποίο ποσό εξέδωσε τιμολόγιο υπό τη μορφή του Τεκμηρίου Γ(1) ΓΜ-ΑΣ.

 

(δ)   Ο Ενάγοντας στη συνέχεια κατασκεύασε 6 ακρυλικές κατασκευές (στο εξής τα «επίδικα προϊόντα» ή «επίδικα παράθυρα») για το κέντρο αναψυχής της Εναγόμενης 1 έναντι του συμφωνηθέντος ποσού €2.812,50σ, έναντι του οποίου ποσού καταβλήθηκε ως προκαταβολή το ποσό των €1.406,25σ από την Εναγόμενη 1, μέσω τραπεζικού εμβάσματος.

 

(ε) Τα συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά των επίδικων προϊόντων αποτυπώθηκαν στο Τεκμήριο Γ(2) ΓΜ-ΑΣ (Τεκμήριο 1 ΓΜ-SG) το οποίο εκδόθηκε και στο όνομα των δύο Εναγόμενων.

 

(στ) Ο Ενάγοντας παρέδωσε τα παράθυρα στον χώρο του κέντρου αναψυχής της Εναγόμενης 1 αλλά οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξόφλησαν το υπόλοιπο των €1.406,25σ.

 

(ζ)   Ο Ενάγοντας μετά του Εναγόμενου 2 αντάλλαξε γραπτή επικοινωνία σε σχέση με την επίδικη συμφωνία, η οποία αποτυπώνεται στα Τεκμήρια Ε και Ζ της ΓΜ-ΑΣ και στα Τεκμήρια 2 και 5 της ΓΜ-SG

 

(η) Αποστάλθηκε στον Ενάγοντα και ο τελευταίος παρέλαβε την επιστολή ημερ.14/10/2022 (Τεκμήριο 6 ΓΜ-SG) από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες.

 

(ι) Οι φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο ΣΤ στην ΓΜ-ΑΣ και το Τεκμήριο 4 στην ΓΜ-SG, απεικονίζουν τα επίδικα παράθυρα.

 

41.          Ως προς τα πιο πάνω, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

 

V.  ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ/ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

 

42.          Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα και το σύνολο της μαρτυρίας που προσάχθηκε προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και αξιώσεων των διαδίκων, προκύπτουν ως κύρια επίδικα ζητήματα τα πιο κάτω.

 

43.          Σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντα, αποτελεί επίδικο κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε και υπό την προσωπική του ιδιότητα κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μεταξύ του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1, ώστε να δεσμεύεται από τους όρους της επίδικης σύμβασης απέναντι στον Ενάγοντα. Παράλληλα, επίδικο παραμένει και το ακριβές περιεχόμενο της επίμαχης συμφωνίας ώστε να δύναται να κριθεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι αθέτησαν ή όχι αυτήν. Σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν το εν λόγω ποσό μέχρι τις 25/8/2022, κάτι που παρέλειψαν να πράξουν. Από την άλλη, η εκδοχή των Εναγόμενων είναι ότι το επίδικο υπόλοιπο θα καταβαλλόταν αφού ολοκληρώνονταν και επιθεωρούνταν οι εργασίες από τον Ενάγοντα, κάτι που δεν έγινε.

 

44.          Στα πλαίσια της ανταπαίτησης των Εναγόμενων, επίδικο ζήτημα παραμένει η ύπαρξη όρου ως προς την ποιότητα των επίδικων παράθυρων και η ποιότητα και κατάσταση των παραθύρων που παρέδωσε ο Ενάγοντας, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο τελευταίος ενήργησε κατά παράβαση του. Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί εάν, εν όψει της εν λόγω παράβασης, οι Εναγόμενοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση να καταβάλουν στον Ενάγοντα το επίδικο υπόλοιπο δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και ο Ενάγοντας υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που αξιώνουν με την ανταπαίτηση τους.

 

VI.          ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ/ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

45.          Η εκδίκαση υποθέσεων που κατατάσσονται ως «ταχείας εκδίκασης», όπως είναι η παρούσα, δεν αλλοιώνει  τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Ως αναφέρθηκε στην Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας v. Α.Σ. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.104/2019, ημερ.19/7/2024 «Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής 30. Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση.»

46.          Ο Ενάγοντας έχει το γενικό βάρος απόδειξης (‘Legal burden of Proof) της απαίτησης του. Το Δικαστήριο επομένως, οφείλει να εξετάσει κατά πόσο έχει ενώπιον του αξιόπιστη, σαφή, πειστική, αλλά και την καλύτερη, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία που να τεκμηριώνει και αποδεικνύει την αξίωση του (βλ. Ιορδάνους ν Δήμου Ζήνωνος (1998) 1 ΑΑΔ 652, 658).  Ειδικότερα σε υποθέσεις αγωγών για παράβαση σύμβασης ο Ενάγοντας φέρει το γενικό βάρος απόδειξης της ύπαρξης της σύμβασης, της παράβασης αυτής και της επακόλουθης ζημιάς.

 

47.          Από την άλλη, ο Εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης οποιασδήποτε υπεράσπισης πέραν της απλής άρνησης των ισχυρισμών του ενάγοντα, (βλ. Blackstone's Civil Practice, 2013, The Commentary (OUP, Oxford 2012) σελ. 765). Ειδικότερα, όπου ο Εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του ως αγοραστής, επικαλείται ελαττωματικότητα των αγαθών ή ότι δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού (βλ. Κώστας Στρατής v. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1708).

 

48.          Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων από το εδώλιο του μάρτυρα, εφόσον ουδείς μάρτυρας αντεξετάσθηκε, εντούτοις, τούτο δεν είναι καθοριστικό για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Η απόφαση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου θα ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη σωρεία άλλων παραγόντων που έχουν καθιερωθεί από την πάγια νομολογία όπως είναι για παράδειγμα η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία ή άλλη μαρτυρία (π.χ. πραγματική μαρτυρία) και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων των μαρτύρων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερ.19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179), παράλληλα, έχοντας κατά νουν και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχθεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και Αυξεντίου ν. Δίγκλη (2007) 1(Β) ΑΑΔ 1367).

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΕ1/  ΕΝΑΓΟΝΤΑ

49.          Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα (βλ. ΓΜ-ΑΣ και επισυνημμένα Τεκμήρια), ιδωμένη πάντοτε στα πλαίσια των επίδικων ζητημάτων, σημειώνω ότι, οι βασικές θέσεις επί των οποίων βασίζει την απαίτηση του έχουν ήδη καταστεί παραδεκτές ή δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς των Εναγόμενων και αποτελούν μέρος των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατόπιν συμφωνίας, ο Ενάγοντας κατασκεύασε και παρέδωσε τα επίδικα προϊόντα, αλλά η συμφωνηθείσα αμοιβή του δεν εξοφλήθηκε στην ολότητά της.

 

50.          Μελετώντας το υπόλοιπο περιεχόμενο της γραπτής του μαρτυρίας, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Πρόκειται, για τον ίδιο τον Ενάγοντα, δηλαδή ιδιότητα που είναι συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και την πηγή της προσωπικής του γνώσης. Προκύπτει από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρία ότι ήταν σε άμεση επαφή και επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2 κατά την επίδικη περίοδο, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία των ίδιων των Εναγόμενων (βλ. Τεκμήρια 2 και 5 ΓΜ-SG). Η ένορκη του δήλωση έχει εσωτερική συνοχή, δεν περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις, συνάδει με τις δικογραφημένες του θέσεις και συνάδει επίσης με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει.  

 

51.          Οι όροι επί των οποίων βασίζει ο Ενάγοντας την επίδικη συμφωνία και δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης του, αντικατοπτρίζουν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ(2) ΓΜ-ΑΣ το οποίο κατατέθηκε και από πλευράς των Εναγόμενων ως Τεκμήριο 1 ΓΜ-SG, και το οποίο οι τελευταίοι αποδέχονται ως έγγραφο εκδοθέν από τον Ενάγοντα. Η θέση του ότι η συμφωνία ήταν και με τους δύο Εναγόμενους, βρίσκει επίσης έρεισμα στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, αλλά και του Τεκμηρίου Γ(1) ΓΜ-ΑΣ, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα φαίνεται να έχουν εκδοθεί στο όνομα και των δύο Εναγόμενων (παρά το γεγονός ότι η αναφορά στο όνομα της Εναγόμενης 1 δεν είναι ολοκληρωμένη). Η επικοινωνία του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο 2 (βλ. Τεκμηρίου Ε και Ζ ΓΜ-ΑΣ), μέρος της οποίας παρουσιάζεται και από πλευράς των Εναγόμενων (βλ. Τεκμήρια 2 και 5 ΓΜ-SG), επιβεβαιώνει σε μεγάλη έκταση την εμπλοκή του ίδιου του Εναγόμενου 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα εφόσον καμία αναφορά γίνεται στην Εναγόμενη 1. Η ημερομηνία κατά την οποία ισχυρίζεται ότι ολοκλήρωσε την παράδοση των επίδικων προϊόντων επίσης συνάδει με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επικοινωνίας.

 

52.          Συνακόλουθα κρίνω ότι, με εξαίρεση κάποια σημεία της μαρτυρίας του τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά για τους λόγους που πιο κάτω αναφέρονται, μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του Ενάγοντα για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.

 

53.          Από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, δεν αποδέχομαι ότι το Τεκμήριο Γ(2) ΓΜ-ΑΣ αποτελούσε τιμολόγιο, εφόσον το ίδιο το έγγραφα φέρει επικεφαλίδα ‘OFFER’ δηλαδή ‘ΠΡΟΣΦΟΡΑ’ και όχι ‘INVOICE’ (‘Τιμολόγιο’), ως έφερε το Τεκμήριο Γ(1) ΓΜ-ΑΣ. Παρά το γεγονός ότι το εν λόγω ζήτημα εγέρθηκε και από πλευράς των Εναγόμενων, σε ουδεμία απόπειρα διευκρίνησης ή διασαφήνισης του εν λόγω ζητήματος προέβηκε ο Ενάγοντας η οποία να επιβεβαιώνει την αρχική του εκδοχή ότι πρόκειται για τιμολόγιο. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι ουδεμία σημασία έχει στην υπό εξέταση περίπτωση εφόσον η απαίτηση του Ενάγοντα εδράζεται επί παράβασης σύμβασης (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 339) και η έκδοση του εν λόγω εγγράφου από πλευράς των Εναγόμενων είναι παραδεκτή.

 

54.          Επιπλέον, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 2 επιθεώρησε τα επίδικα προϊόντα βρίσκοντας τα της απόλυτης αρεσκείας του κατά το χρόνο παράδοσης τους, η οποία θέση θεωρώ ότι στερείται της απαραίτητης πειστικότητας. Αρχικά, η γραπτή επικοινωνία επί της οποίας βασίζεται δεν περιέχει οιαδήποτε επικοινωνία από τον Εναγόμενο 2 το οποίο να καταδεικνύει κάτι τέτοιο (Τεκμηρίου Ε ΓΜ-ΑΣ). Περαιτέρω, δεν γίνεται αντιληπτό πως οι φωτογραφίες[1] που επισυνάπτει (Τεκμήριο ΣΤ -ΑΣ), καταδεικνύουν την ευχαρίστηση του Εναγόμενου 2, εφόσον δεν συνοδεύονται από οιανδήποτε λεπτομερή και συγκεκριμένη επεξήγηση μέσω της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Ούτε έχει τεθεί οποιονδήποτε υπόβαθρο μέσω της μαρτυρίας του ως προς το πως περιήλθαν οι εν λόγω φωτογραφίες στην κατοχή του, τι και ποιους απεικονίζουν και πότε συγκεκριμένα λήφθηκαν. Δεν εξηγεί ο Ενάγοντας επίσης γιατί στις εν λόγω φωτογραφίες φαίνονται ήδη εγκατεστημένα παράθυρα, εν όψει της θέσης ότι δεν ενεπλάκη ο ίδιος στην εγκατάσταση τους. Η θέση του ως προς τις συνθήκες επιθεώρησης των επίδικων προϊόντων και τις δηλώσεις που έγιναν από τον Εναγόμενο 2, προβάλλεται με υπερβολική αοριστία και ασάφεια και το περιεχόμενο των φωτογραφιών, από μόνο του δεν είναι βοηθητικό ως προς το εν λόγω ζήτημα, έχοντας υπόψη και τον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι τα ελαττώματα διαφάνηκαν αργότερα και κάτω από συγκεκριμένο φωτισμό.

 

55.          Δεν γίνεται επίσης αποδεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι δεν ειδοποιήθηκε για τα ισχυριζόμενα ελαττώματα επί των επίδικων παράθυρων αφού η εν λόγω θέση έρχεται σε αντίθεση με τη δικογραφημένη του θέση ότι δεν μετέβηκε να διορθώσει τις κατασκευές του, διότι απλά σε αυτές δεν υπήρχε κάτι προς επιδιόρθωση.[2] Ούτε γίνεται δεκτή η θέση του Ενάγοντα για το κατά πόσο αποτελούσε συμβατικό όρο η από πλευράς του εγκατάσταση των παραθύρων για τον λόγο ότι θεωρώ ότι είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα (βλ. ACHILLEOS ν. MAVROU AND ANOTHER (1985) 1 CLR 244).

 

56.          Τέλος, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα σε σχέση με το Τεκμήριο Θ ΓΜ-ΑΣ, το οποίο αποτελεί επιχειρηματολογία και ανεπίτρεπτο σχολιασμό, εκφέροντας γνώμη ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης του ΜΥ3.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΥ1 / ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2

57.          Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία του ΜΥ1 (ΓΜ-SG και των σχετικών τεκμηρίων), ιδωμένη πάντοτε στο πλαίσιο των επίδικων ζητημάτων, ως περιορίστηκαν ανωτέρω. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 θεωρώ ότι περιείχε σωρεία αντιφάσεων, γενικοτήτων και ασαφειών επί διάφορων κρίσιμων, κατά την άποψη μου για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης, σημείων. Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια επί αυτής για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά τα αμφισβητούμενα  γεγονότα και επίδικα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση, για τους λόγους που καταγράφονται αμέσως στη συνέχεια.

 

58.          Αρχικά θεωρώ αντιφατική την προσέγγιση που υιοθέτησε ο Εναγόμενος 2 δια της προώθησης μέσω της μαρτυρίας του της θέσης ότι δεν αποτελούσε συμβαλλόμενο μέρος της επίδικης συμφωνίας, με την παράλληλη έγερση και προώθηση από πλευράς του ανταπαίτησης, υπό την προσωπική του ιδιότητα, εναντίον του Ενάγοντα στην βάση ισχυριζόμενης παράβασης από πλευράς του της ίδιας συμφωνίας. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, αντιφατικό με τη θέση του, αλλά και με την παραδοχή των Εναγόμενων ως προς την ύπαρξη συμφωνίας αποκλειστικά μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Ενάγοντα, είναι και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 ΓΜ-ΜΥ1. Το τελευταίο αποτελεί επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου 2 προς τον Ενάγοντα. Καμία αναφορά γίνεται στην εν λόγω επιστολή στην Εναγόμενη 1. Αντιθέτως αναγνωρίζεται η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του Εναγόμενου 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα, και του Ενάγοντα, και γίνεται αναφορά σε αθέτηση της από τον τελευταίο, καλώντας τον όπως συμμορφωθεί με τις συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι στον Εναγόμενο 2.  Επίσης, ενώ ο ΜΥ1 δεν αμφισβητεί την έκδοση του Τεκμηρίου Γ(2) ΓΜ-ΑΣ (το οποίο όμως ισχυρίζεται ότι είναι προσφορά και όχι τιμολόγιο), ουδεμία εξήγηση δίδει γιατί αυτό εκδόθηκε και στο όνομα του ή γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε ή έστω αντέδρασε για το εν λόγω ζήτημα εφόσον περιήλθε εις γνώση του.

 

59.          Όσο αφορά τώρα την εκδοχή των Εναγόμενων σχετικά με τους όρους της επίδικης συμφωνίας πώλησης, δεν έχω πειστεί ότι αυτοί διαφέρουν από αυτούς που αναφέρονταν στο Τεκμηρίου Γ(2) ΓΜ-ΑΣ. Η ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου δεν αμφισβητείται από πλευράς των Εναγόμενων, αλλά αντιθέτως χρησιμοποιείται από πλευράς του ΜΥ1 στην ΓΜ-SG ως σημείο αναφοράς για τα όσα συμφωνήθηκαν με τον Ενάγοντα σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των παράθυρων που θα κατασκεύαζε. Ταυτόχρονα όμως, ο ΜΥ1 δεν επεξηγεί γιατί οι υπόλοιπες αναφορές επί του εν λόγω εγγράφου δεν θεωρούνται από πλευράς των Εναγόμενων μέρος των συμφωνηθέντων. Ούτε και εισηγείται την ύπαρξη οιονδήποτε άλλων όρων που ίσχυαν, σύμφωνα με τους ίδιους, αντί των αναφερόμενων. Εξαίρεση αποτελεί ο όρος για την εγκατάσταση των παράθυρων από πλευράς του Ενάγοντα, και του όρου ως προς την εξόφληση του Ενάγοντα μετά την επιθεώρηση των επίδικων προϊόντων αφού εγκατασταθούν, οι οποίοι δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα έγγραφο ή επικοινωνία που παρουσίασαν τα μέρη και έρχονται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίο Γ(2) ΓΜ-ΑΣ (στο οποίο περιέχονται ρητές πρόνοιες ως προς τα εν λόγω ζητήματα), χωρίς οιαδήποτε επεξήγηση ως προς τούτο από τον ΜΥ1.

 

60.          Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα της ισχυριζόμενης ελαττωματικότητας των επίδικων προϊόντων. Καταρχάς δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει τα επίδικα προϊόντα κατά την παράδοση τους από τον Ενάγοντα γιατί τέτοια θέση δεν έχει δικογραφηθεί από πλευράς των Εναγόμενων. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί δεν προέβηκε ο ίδιος, έστω μετά την παράδοση τους, σε επιθεώρηση τους. Δεν έχω επίσης πειστεί πως τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τις συνθήκες και τον τρόπο παράδοσης των επίδικων προϊόντων, σχετίζονται με τη θέση των Εναγόμενων, ως διαμορφώθηκε στην πορεία, ότι τα ισχυριζόμενα ελαττώματα αποδίδονται σε στάδιο πριν την παράδοση τους από τον Ενάγοντα (κατά την χάραξη τους ή το υλικό των επίδικων προϊόντων).

 

61.          Η θέση του ΜΥ1 ως προς το χρονικό σημείο που οι Εναγόμενοι ανακάλυψαν τα ελαττώματα, το οποίο σύμφωνα με τους ίδιους, ήταν αυτό της εγκατάστασης τους από τον ΜΥ2, διέπεται από υπερβολική αοριστία, δεν καθορίζεται συγκεκριμένα και έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του τελευταίου. Η γραπτή επικοινωνία που παρουσίασε ο ΜΥ1, υπό τη μορφή του Τεκμηρίου 2 ΓΜ-SG, η οποία συμβαδίζει με την γραπτή επικοινωνία που παρουσίασε ο ΜΕ1 (Τεκμήριο Δ ΓΜ-ΑΣ), υποδεικνύει ότι η παράδοση όλων των επίδικων προϊόντων δεν ολοκληρώθηκε πριν τις 8 Σεπτεμβρίου 2022, ενώ ο ΜΥ2 στην ΓΜ-ΚΚ αναφέρει ότι η εν λόγω εγκατάσταση έλαβε χώρα τέλος Αυγούστου 2022. Εγείρονται εύλογα ερωτήματα ως προς το πότε εν τέλει διαπίστωσαν, σύμφωνα με την εκδοχή τους, οι Εναγόμενοι τα εν λόγω προβλήματα και κατά πόσο αφορούσαν τα επίδικα παράθυρα ή έστω μέρος αυτών. Επιπλέον, η τύχη των επίδικων προϊόντων και οι συνθήκες που περιβάλανε τη διατήρηση των εν λόγω αντικειμένων  στο χώρο της Εναγόμενης 1, μεταξύ της ημερομηνίας παράδοσης και της ημερομηνίας εγκατάστασης τους παραμένουν άγνωστες. Έχοντας υπόψη την εμμονή του Ενάγοντα ότι τα επίδικα προϊόντα παραδόθηκαν σε καλή κατάσταση, χωρίς ελαττώματα, όφειλαν οι Εναγόμενοι να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τα εν λόγω ζητήματα. 

 

62.          Ενώ από τις φωτογραφίες που παρουσίασε ο ΜΥ1 (Τεκμήριο 4 ΓΜ-SG) διαφαίνονται ελαττώματα επί των επιφανειών των επίδικων παράθυρων,[3] μαρτυρία που εξάλλου δεν έχει αντικρουστεί από πλευράς του Ενάγοντα, δεν έχω πειστεί ως προς το χρόνο που αυτά προέκυψαν αλλά και τα αίτια πρόκλησης τους, αφού ουδένα υπόβαθρο έχει τεθεί μέσω της μαρτυρίας του ως προς το πότε λήφθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες, ούτε εξηγείται επακριβώς η ζημιά η οποία αποτυπώνεται σε αυτά, ώστε να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι πρόκειται για την από πλευράς τους ισχυριζόμενη υγρασία ή γδαρσίματα.

 

63.          Συνακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν κρίνεται αξιόπιστη και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΥ2 / ΚΩΣΤΑ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ

64.          Ο ΜΥ2 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως ειδικός (πραγματογνώμονας) στην εγκατάσταση παραθύρων από διάφορα υλικά, όπως ξύλο, αλουμίνιο, PVC και ακρυλικό, και ως το πρόσωπο το οποίο εγκατέστησε τα επίδικα παράθυρα στο κατάστημα της Εναγόμενης 1. Ο μάρτυρας έθεσε το υπόβαθρο της εμπειρίας του στον κλάδο, για περίοδο πέραν των 5 ετών, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο περιλαμβάνει την ακριβή μέτρηση, κοπή και τοποθέτηση παραθύρων από ακρυλικό και την εγκατάσταση πλήθους παραθύρων σε κατοικίες, εμπορικά κέντρα και βιομηχανικούς χώρους.

 

65.          Το ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του (βλ. Evangelou & another v. Ambizas & another (1982) 1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 934. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας ως προς τα προσόντα του και την πείρα του, καθώς  και από τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι ο ΜΥ2 είναι μάρτυρας πραγματογνώμονας. Πρόκειται επίσης για πρόσωπο το οποίο συστήθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο 2, για να προβεί στην εγκατάσταση των επίδικων παραθύρων.

 

66.          Σύμφωνα με τη Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 ΑΑΔ 746:

"Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works v. Stavrou (1978) 1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis (1983) 1 CUR 663).

67.          Επιπρόσθετα, η υποχρέωση κάθε εμπειρογνώμονα προς το Δικαστήριο είναι να παρέχει, αλλά και να εξηγήσει, τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα ως προς τα επίδικα γεγονότα (βλ. Cybarco v Kovascik (2001) 1 ΑΑΔ 2013). Επίσης, η μαρτυρία πραγματογνωμόνων δεν αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από ότι οι άλλοι μάρτυρες και δεν δεσμεύει το Δικαστήριο (βλ. Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές (2η έκδοση, 2016), σελ.582). Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών.

 

68.          Σχετικά με την μη αποδοχή μαρτυρίας πραγματογνώμονα στην υπόθεση MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD κ.α. ν. ALSAKO ALUMINIUM LTD κ.α, (2009) 1 Α.Α.Δ 1481 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

«Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic (1977) 2 C.L.R. 132 και Vasilico Cement Works Ltd. v. Stavrou (1976) 1 C.L.R. 389). Το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη (βλ.R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87).»

69.          Γενικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ2, κρίνεται πειστικό και την αποδέχομαι, με εξαίρεση τα σημεία στα οποία αναφέρομαι πιο κάτω.

 

70.          Ενώ αποδέχομαι ότι ο ΜΥ2, προέβη σε εγκατάσταση των επίδικων παράθυρων, κάτι που εξάλλου ο Ενάγοντας δεν αμφισβήτησε, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση ότι προσήλθε για την εγκατάσταση των επίδικων παραθύρων στο υποστατικό της Εναγόμενης 1 τον Αύγουστο του 2022, για τους ίδιους λόγους που εξήγησα ανωτέρω σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1.

 

71.          Δεν αποδέχομαι επίσης την άποψη του μάρτυρα ως προς την προέλευση των γρατσουνιών και κηλίδων που παρατήρησε επί των επίδικων παράθυρων, αρχικά για το λόγο ότι, δεν έπεισε το Δικαστήριο πως τέτοια διάγνωση και διαπίστωση από πλευράς του συνδέεται με τον τομέα εις τον οποίο ειδικεύεται, δηλαδή την εγκατάσταση, κοπή κλπ παραθύρων του είδους όπως τα επίδικα. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν γίνεται αποδεκτή η θέση και για το λόγο ότι, κατά την άποψη μου, ο ΜΥ2 δεν αιτιολόγησε αναλυτικά το συλλογισμό και τα επιστημονικά κριτήρια που εφάρμοσε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έγινε ακατάλληλη μεταχείριση του υλικού ή ότι αυτό δεν ήταν καλής ποιότητας. Περαιτέρω, δεν διαφαίνεται από το γενικό αυτό συμπέρασμα, απογυμνωμένο από οιαδήποτε άλλα στοιχεία, πότε διαφαίνονται τέτοιες ζημιές επί της επιφάνειας ενός ακρυλικού, έχοντας και υπόψη ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία για πότε συγκεκριμένα εκδηλώθηκαν αυτές. Ούτε έχει εξηγηθεί προς το Δικαστήριο εάν αυτές οι ζημιές μπορούσαν να αποφευχθούν από πλευράς των Εναγόμενων, σε περίπτωση που δεν είχαν ακόμη εκδηλωθεί κατά το στάδιο παράδοσης των επίδικων προϊόντων. Με βάση τις πιο πάνω αρχές όφειλε ο ΜΥ2 να το πράξει ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί με ανεξάρτητο τρόπο να επαληθεύσει τα συμπεράσματα του ή να καταλήξει στα δικά του.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΥ3 / ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ

 

72.          Ο ΜΥ3 παρουσιάστηκε επίσης ως πραγματογνώμονας με πολυετή πείρα στην επεξεργασία, συντήρηση, αποκατάσταση και επιδιόρθωση υλικών όπως το ακρυλικό-plexi glass και στη συντήρηση σκαφών. Κατ’ εφαρμογήν των νομικών αρχών εις τις οποίες έγινε αναφορά ανωτέρω και εν όψει της μη αμφισβήτησης των προσόντων του αποδέχομαι ότι όντως έδωσε μαρτυρία ως τέτοιος (βλ. Evangelou & another v. Ambizas & another (1982) 1 C.L.R. 41 και Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ. 1).

 

73.          Τόσο στη μαρτυρία του, όσο και στη μονοσέλιδη έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 1 ΓΜ-ΧΜ), ο ΜΥ3 αναφέρει ότι κλήθηκε τον Μάρτιο 2023 να επιδιορθώσει τα επίδικα παράθυρα, τα οποία διαπίστωσε ότι παρουσίαζαν υγρασία στο εσωτερικό τους και γδαρσίματα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ‘[α]πό την πολυετή εμπειρία και γνώση’ του οι εν λόγω ζημιές προκλήθηκαν είτε κατά την χάραξη των λογότυπων στο γυαλί, είτε το γυαλί ήταν δεύτερης ποιότητας (‘second-hand’).

 

74.          Γενικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ3, κρίνεται πειστικό και την αποδέχομαι, με εξαίρεση τα σημεία στα οποία αναφέρομαι πιο κάτω.

 

75.          Παρά το γεγονός ότι ο ΜY3 δεν αντεξετάστηκε επί των εν λόγω δηλώσεων που καταγράφονται στη ΓΜ-ΜΥ3 και στην έκθεση του (Τεκμήριο 1 ΓΜ-ΜΥ3), θεωρώ ότι τα όσα ανέφερα πιο πάνω σε σχέση με τον ΜΥ2, ισχύουν και εδώ. Δηλαδή, δεν μπορώ να αποδεχθώ το συμπέρασμα του ΜΥ3, ως προς τα αίτια που προκάλεσαν τη ζημιά που διαπίστωσε επί των επίδικων παραθύρων, στην βάση και μόνο της εμπειρίας και γνώσης του. Ο ΜΥ3 δεν επεξηγεί συγκεκριμένα πως μπορεί να δημιουργηθεί από το στάδιο της χάραξης των ακρυλικών το εν λόγω ελάττωμα ή πως η ποιότητα του υλικού που χρησιμοποιείται συνδράμει στη δημιουργία ζημιών επί του ακρυλικού και σε ποιο στάδιο οι συνεπακόλουθες ζημιές, που επικαλείται, είναι εμφανείς. Τo συμπέρασμα του δεν έχει τεκμηριωθεί από πλευράς του ή τουλάχιστον στοιχειοθετηθεί με τέτοια στοιχεία που να μπορούν να αποτελέσουν πειστική βάση ώστε να δύναται το Δικαστήριο να σχηματίσει ανεξάρτητη γνώμη και να καταλήξει ορθά σε ευρήματα γεγονότων που να είναι σύμφωνα με τα όσα αυτός υποστήριξε σχετικά με την προέλευση των ζημιών επί των επίδικων παράθυρων.

 

76.           Ως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου (2000) 1 ΑΑΔ 1020].» (Oι υπογράμμισεις του παρόντος Δικαστηρίου).

 

77.          Τονίζεται, ότι σύμφωνα με την Νομολογία μας, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε πραγματογνώμονα, εκφράζοντας γνώμη επί των συναφών επίδικων θεμάτων, χωρίς να υπάρχει ενώπιον του σχετική μαρτυρία πραγματογνώμονα. Όμως είναι επιτρεπτό να εκφράζουν συλλογισμούς με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία υπό το φως της απλής κοινής λογικής με σκοπό να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις. Με βάση τις καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές που έχουν διασαφηνιστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και το καθήκον τους έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», έκδοση 2014, σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων (1997) 1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos (1989) 1 CLR1).».

 

 

VII.        ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

 

78.          Πέραν των ευρημάτων του Δικαστηρίου τα οποία εξάγονται από τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. πιο πάνω) τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία όπως αυτή έχει κριθεί ως αποδεκτή:

 

79.          Η συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 ήταν μερικώς προφορική και μερικώς γραπτή και οι όροι της αποτυπώθηκαν στο Τεκμήριο Γ(2) ΓΜ-ΑΣ και ήταν οι ακόλουθοι: α) Η πληρωμή και εξόφληση του Ενάγοντα θα γινόταν μέχρι τις 25/8/2022, (β) Η παράδοση των προϊόντων και/ή κατασκευών θα εκτελείτο και θα ολοκληρωνόταν εντός τριών (3) εβδομάδων περίπου, και (γ) Η εγκατάσταση των αντικειμένων και/ή κατασκευών αυτών δεν συμπεριλαμβανόταν στις υποχρεώσεις και τη χρέωση του Ενάγοντα.

 

80.           Ο Ενάγοντας παρέδωσε τα επίδικα προϊόντα στο υποστατικό της Εναγόμενης 1 στις 8/9/2022. Η παράδοση των επίδικων προϊόντων ήταν εις γνώση του Εναγόμενου 2. Ο ΜΥ2 προέβηκε στην εγκατάσταση των επίδικων παράθυρων μετά την παράδοση τους. Τα επίδικα προϊόντα παρουσίασαν ελαττώματα μετά την παράδοση τους, συγκεκριμένα γρατσουνιές και εσωτερική υγρασία, τα οποία όμως δεν συνδέονται με το στάδιο χάραξης τους από τον Ενάγοντα ή την ποιότητα του υλικού τους. Ο Ενάγοντας παρά το ότι ειδοποιήθηκε ως προς τα εν λόγω ελαττώματα, παρέλειψε να επιθεωρήσει ή επιδιορθώσει τα επίδικα προϊόντα. Ο ΜΥ3 προέβη σε επιδιόρθωση των εν λόγω ζημιών τον Μάρτιο του 2023 και προς τούτο ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 1 ΓΜ-ΧΜ) και εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο για ποσό ύψους €1.000 (Τεκμήριο 2 ΓΜ-ΧΜ) το οποίο εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη 1.

 

VIII.       ΝΟΜΙΚH ΠΤΥΧΗ & ΕΠΙΛΥΣΗ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

 

81.          Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφερόμενα, προχωρώ στα νομικά ζητήματα τα οποία διέπουν την υπό εκδίκαση διαφορά, η οποία στην επίδικη περίπτωση, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και καταγράφονται πιο πάνω, κρίνω ότι διέπεται από τις αρχές του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο του 1994 Ν.10(Ι)/1994 και του περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149. Υπενθυμίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω νόμος δεν καταγράφεται στα δικόγραφα, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να χαρακτηρίσει νομικά μία βάση αγωγής με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων που προωθήθηκαν με μαρτυρία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. σχετικά, Evangelou κ.ά. v. Minerva Finance (2004) 1 A.A.Δ. 1734 και Demil Co. Ltd ν. A. Panayides Contracting Ltd (2008) 1 ΑΑΔ 661).

 

Κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της επίδικης συμφωνίας πώλησης

 

82.          Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι μόνο οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και κατά κανόνα μόνο αυτοί αντλούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση (‘privity of contract’) (βλ. Μιχαήλ Α. Ταλιάς κ.ά. v. Lefkaritis Oils Limited, Πολ. Αίτηση Αρ. 22/2017, ECLI:CY:AD:2017:B395, ημερ. 8.11.2017, και Kourris v. Alpo Ltd κ.ά. (1981) 1 C.L.R. 217).

 

83.          Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, στην βάση του ενώπιον του παραδεκτού υποβάθρου γεγονότων, ότι η Εναγόμενη 1, μέσω του Εναγόμενου 2 διευθυντή της, συμφώνησε με τον Ενάγοντα, για την αγορά των επίδικων προϊόντων έναντι συγκριμένης αμοιβής. Παραταύτα, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το ποιοι αποτελούν τα συμβαλλόμενα μέρη αυτής, αφού θέση τους είναι ότι η συμφωνία συνάφθηκε μόνο μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1.

 

84.          Είναι γνωστό ότι μια εταιρεία αναγνωρίζεται από το Νόμο ως αυτοτελής νομική οντότητα με δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξάρτητα από τους μετόχους ή αξιωματούχους της και ότι οι τελευταίοι δεν φέρουν γενικά προσωπική ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις της Εταιρείας (βλ. Salomon v. Salomon (1987) A.C. 22 και Καλησπέρα v. Δρυάδη κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 867 και Evans & Sons Limited v. Σπύρου Ιωάννου (2001) 1 ΑΑΔ 2092). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου (ΚΕΦ.149), ελλείψει συμβατικού όρου για το εν λόγω ζήτημα, αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται από αυτή. Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις, (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή, (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου, και (γ) όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφτηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί. Εξάγεται από την ερμηνεία του άρθρου 190 ότι το γεγονός από μόνο του ότι ο εναγόμενος 2 χαρακτηρίζεται ως αντιπρόσωπος δεν αποτελεί αρκετό στοιχείο για τη δημιουργία προσωπικής ευθύνης (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts,10η Εκδ., 1991, σελ. 910).

 

85.          Στην υπό κρίση περίπτωση ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν αντισυμβαλλόμενος του και υπό την προσωπική του ιδιότητα, θέση που συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης όρου ως προς την προσωπική του εμπλοκή και ευθύνη για την τήρηση των συμφωνηθέντων της επίδικης συμφωνίας. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα ‘Pollock & Mulla on Indian Contract and Specific Relief Acts’ (9η έκδοση, 1972) (σελίδες 778-786, όπου αναλύεται το άρθρο 230 του Indian Contract Act το οποίο περιέχει ταυτόσημες πρόνοιες με το άρθρο 190 του Κεφ. 149, βλ. Γεωργιάδης ν. The Bernoulli Trading Co Ltd (1994) 1 AAΔ 629, 633), το κατά πόσο ένας αντιπρόσωπος συμβλήθηκε εκ μέρους αντιπροσωπευόμενου εξαρτάται από τις προθέσεις των μερών, οι οποίες μπορούν να εξαχθούν από τη φύση και τους όρους της συγκεκριμένης σύμβασης και τις υπόλοιπες περιστάσεις. Ο αντιπρόσωπος, ως θέμα γενικού κανόνα, θεωρείται προσωπικά υπόλογος για τη συμφωνία που έκανε ακόμη και αν σε αυτή περιγράφεται ως ενεργών εκ μέρους κάποιου άλλου ως αντιπροσωπευόμενου, εάν πρόθεση των μερών στη συμφωνία ήταν ότι όντως ο αντιπρόσωπος θα είναι προσωπικά υπεύθυνος. Η πρόθεση αυτή μπορεί να συναχθεί αντικειμενικώς, στη βάση των γεγονότων σχετικών με τη φύση της σύμβασης, τους όρους της και τις συνθήκες που την περιβάλλουν (βλ. Singhal & Subrahmamyan, The Indian Contract Act, 3η Εκδ., 1989, σελ. 917).

 

86.          Σύμφωνα με το άρθρο 193 του Κεφ. 149 που φέρει πλαγιότιτλο «Δικαιώματα προσώπου που συναλλάσσεται με αντιπρόσωπο ο οποίος είναι προσωπικά υπεύθυνος», στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο. Στην περίπτωση συμφωνίας η οποία δεν αποτυπώθηκε εξ’ ολοκλήρου σε γραπτό κείμενο, η απάντηση στο ερώτημα είναι πάντοτε θέμα γεγονότων.

 

87.          Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και παρά το γεγονός ότι δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση οιοσδήποτε εκ των τεκμαρτών συμβατικών όρων που προσδιορίζονται στο άρθρο 190 του Κεφ. 149, θεωρώ ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απόδοση προσωπικής ευθύνης στον Εναγόμενο 2 στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας.

 

88.          Ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, η έκδοση του Τεκμηρίου Γ(2) ΓΜ-ΑΣ έγινε στο όνομα και των δύο Εναγόμενων, και από το σύνολο της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον μου δεν διαφαίνεται να προέβη ο Εναγόμενος 2 σε οιανδήποτε διαμαρτυρία ή να έδωσε κάποια εξήγηση ως προς την αναγραφή του ονόματος του επί αυτών. Περαιτέρω, ο ίδιος προσήγαγε μαρτυρία υπό τη μορφή του Τεκμηρίου 6 ΓΜ-SG εις την οποία αναγνωρίζει γραπτώς μέσω των δικηγόρων του τη θέση ότι συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντα και ότι ο τελευταίος παρέβηκε αυτήν. Από την μεταξύ των διαδίκων επικοινωνία δύναται να συναχθεί ότι ενεργούσε και υπό την προσωπική του ιδιότητα, εφόσον ουδεμία αναφορά γίνεται στην εταιρεία και γενικότερα ο τρόπος που εκφραζόταν ο Εναγόμενος ήταν ενδεικτικό της προσωπικής εμπλοκής του. Δεν μου διαφεύγει φυσικά ότι η πληρωμή της προκαταβολής για τα επίδικα προϊόντα έγινε από την Εναγόμενη 1, αλλά θεωρώ ότι η συγκεκριμένη ενέργεια βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι η τελευταία ήταν επίσης συμβαλλόμενο μέρος.

 

89.          Υπό τις περιστάσεις, εν όψει και της παράλληλης προώθησης ανταπαίτησης από πλευράς του Εναγόμενου 2 για παράβαση σύμβασης, ωσάν να ήταν συμβαλλόμενο μέρος της επίδικης συμφωνίας, η πιο πάνω μαρτυρία κρίνεται ως επαρκής για στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του Ενάγοντα ότι υπήρξε πρόθεση των μερών όπως ο Εναγόμενος 2 φέρει και προσωπική ευθύνη ως αντισυμβαλλόμενος του στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας.

 

Παράβαση της επίδικης συμφωνίας πώλησης

 

90.          Τα επίδικα προϊόντα (παράθυρα) αποτελούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της ερμηνείας του άρθρου 2 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994, Νόμος 10(I)/1994, το οποίο ορίζει ότι “αγαθά” αποτελούν κάθε είδος κινητής περιουσίας εκτός από αγώγιμες απαιτήσεις και χρήματα και ότι αγαθά που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν ή να αποκτηθούν από τον πωλητή μετά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης καθορίζονται ως “μέλλοντα αγαθά”. Παράλληλα, η έννοια του “πωλητή” και “αγοραστή” ταυτίζεται με την ιδιότητα που φέρουν οι διάδικοι στην παρούσα.[4]

 

91.          Σε σχέση με την επίδικη συμφωνία, τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 4 και 5 του Ν.10(Ι)/1994 τις πρόνοιες των οποίων και παραθέτω αυτούσιες:

«Πώληση και συμφωνία πώλησης

4.-(1) Σύμβαση πώλησης αγαθών είναι η σύμβαση με την οποία ο πωλητής μεταβιβάζει ή συμφωνεί να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα αγαθών έναντι τιμήματος. Σύμβαση πώλησης δύναται να υπάρξει και μεταξύ κύριου μέρους των αγαθών και άλλου.

(2) Σύμβαση πώλησης δύναται να είναι απόλυτη ή με όρους.

(3) Όταν δυνάμει σύμβασης πώλησης η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται από τον πωλητή στον αγοραστή, η σύμβαση καλείται πώληση, αλλά όταν η μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών πρόκειται να γίνει σε μελλοντικό χρόνο ή υπόκειται σε κάποιο όρο που πρόκειται να εκπληρωθεί μεταγενέστερα, η σύμβαση καλείται συμφωνία πώλησης.

(4) Συμφωνία πώλησης καθίσταται πώληση μόλις παρέλθει ο χρόνος ή εκπληρωθούν οι όροι υπό τους οποίους η κυριότητα των αγαθών πρόκειται να μεταβιβασθεί.

 

Τρόπος σύναψης της σύμβασης πώλησης

5.-(1) Σύμβαση πώλησης συνάπτεται με πρόταση για αγορά ή πώληση αγαθών έναντι τιμήματος και με την αποδοχή τέτοιας πρότασης. Η σύμβαση δύναται να προνοεί την άμεση παράδοση των αγαθών ή την άμεση πληρωμή του τιμήματος ή για αμφότερα, ή την τμηματική παράδοση ή την πληρωμή με δόσεις ή ότι η παράδοση ή η πληρωμή ή αμφότερα θα γίνουν μεταγενέστερα.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εκάστε εν ισχύι νόμου, σύμβαση πώλησης δύναται να συναφθεί γραπτώς ή προφορικώς ή εν μέρει γραπτώς και εν μέρει προφορικώς ή να συμπεραίνεται από τη συμπεριφορά των μερών.»

 

92.          Σημειώνεται, ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 και ο Ενάγοντας, σε ότι αφορά την επίδικη διαφορά, ενεργούσαν για λόγους που εμπίπτουν στην εμπορική ή/και επιχειρηματική τους δραστηριότητα, ώστε να μην εγείρονται στην υπόθεση αυτή ζητήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα καταναλωτή. Όσο αφορά τον Εναγόμενο 2, δεν προβλήθηκε από πλευράς του η θέση ότι η υπό κρίση συναλλαγή, στην έκταση που τον αφορούσε, ενέπιπτε στην κατηγορία της καταναλωτικής πώλησης και ουδεμία σχετική με το εν λόγω ζήτημα μαρτυρία προσέφερε (βλ. Άρθρο 42(5) του Ν.10(I)/1994). Συνεπώς, η υπόθεση δεν θα εξεταστεί μέσω των προνοιών της Νομοθεσίας που αφορούν συναλλαγές με καταναλωτές.

 

93.          Το άρθρο 31 του Ν.10(Ι)/1994 προνοεί ότι είναι υποχρέωση του πωλητή να παραδώσει τα αγαθά και του αγοραστή να τα αποδεχτεί και να τα πληρώσει, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης πώλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 11, εκτός αν από τους όρους της σύμβασης συνάγεται διαφορετική πρόθεση, πρόνοιες για το χρόνο πληρωμής δε θεωρούνται ουσιώδεις για τη σύμβαση πώλησης. Το κατά πόσο οποιαδήποτε άλλη πρόνοια για το χρόνο είναι ουσιώδεις για τη σύμβαση ή όχι εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης. Όμως, το άρθρο 32 καθιστά, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, την παράδοση των αγαθών και την πληρωμή του τιμήματος συντρέχοντες ουσιώδους όρους. Δηλαδή ο πωλητής πρέπει να είναι έτοιμος και πρόθυμος να παραδώσει την κατοχή των αγαθών στον αγοραστή σε αντάλλαγμα για το τίμημα, και ο αγοραστής πρέπει να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πληρώσει το τίμημα σε αντάλλαγμα για την κατοχή των αγαθών. Εάν ο αγοραστής εσφαλμένα αμελήσει ή αρνηθεί να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, ενώ η κυριότητα των αγαθών του έχει μεταβιβαστεί, ο πωλητής δύναται να τον εναγάγει για το τίμημα.[5] Επιπρόσθετα, δύναται να ανακτήσει τόκο ή ειδικές αποζημιώσεις σε κάθε περίπτωση όπου εκ του νόμου δύναται να ανακτηθεί τόκος ή ειδικές αποζημιώσεις.[6]

 

94.          Όταν όμως πρόκειται για ‘ελαττωματικά’ προϊόντα, σχετικά ως προς τα δικαιώματα ενός αγοραστή, καθίστανται τα όσα προνοούνται στο άρθρο 16 του Ν.10(Ι)/1994. Με βάση το τελευταίο όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι «αποδεκτής ποιότητας».[7] Αγαθά θεωρούνται ότι είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσον είναι σχετική) και κάθε άλλης συναφής περίσταση.[8] Βάσει του εδαφίου (4) του ιδίου άρθρου, η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει την κατάστασή τους, και «..τα ακόλουθα δε (μεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή—

 

«(α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται,

(β) η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία,

(γ) η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων,

(δ) η ασφάλεια,

(ε) η ανθεκτικότητα,

Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού “ανθεκτικότητα” σημαίνει εύλογη αντοχή στο χρόνο και τη χρήση και περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για τη διασφάλιση της....»

 

95.          Ακόμη και εάν μια σύμβαση πώλησης υπόκειται σε οποιοδήποτε ουσιώδη όρο που πρέπει να εκπληρωθεί από τον πωλητή, ο αγοραστής δύναται να παραιτηθεί από τον ουσιώδη όρο ή να επιλέξει να θεωρήσει την παράβαση ουσιώδους όρου παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και όχι λόγο καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας.[9] Περαιτέρω, όταν σύμβαση πώλησης δεν είναι δεκτική διαχωρισμού και ο αγοραστής έχει αποδεχτεί τα αγαθά ή μέρος αυτών ή όταν η σύμβαση αφορά συγκεκριμένα αγαθά των οποίων η κυριότητα έχει περιέλθει στον αγοραστή, η παράβαση οποιουδήποτε ουσιώδους όρου που πρέπει να εκπληρωθεί από τον πωλητή δύναται να θεωρηθεί μόνο παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και όχι λόγος απόρριψης των αγαθών και καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας, εκτός αν υπάρχει όρος στη σύμβαση,  ρητός ή σιωπηρός για το σκοπό αυτό.[10] Σύμφωνα με το Άρθρο 60 του Ν.10(Ι)/1994 , όταν υπάρχει παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης από τον πωλητή, ή όταν ο αγοραστής επιλέγει ή υποχρεώνεται να θεωρήσει οποιαδήποτε παράβαση ουσιώδους όρου εκ μέρους του πωλητή παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης, ο αγοραστής δεν έχει το δικαίωμα εξαιτίας μόνο της παράβασης αυτής της εγγυητικής διαβεβαίωσης να απορρίψει τα αγαθά, αλλά δύναται (α) Να προβάλει έναντι του πωλητή την παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης προς μείωση ή εξάλειψη του τιμήματος ή (β) να εναγάγει τον πωλητή για αποζημιώσεις για παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης.[11] Το γεγονός ότι ο αγοραστής προέβαλε παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης για μείωση ή εξάλειψη του τιμήματος δεν τον εμποδίζει να εναγάγει για την ίδια παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης, αν αυτός έχει υποστεί περαιτέρω ζημιά.[12]

 

96.          Όσο αφορά τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων ενός αγοραστή σε περίπτωση παράβασης εγγυητικής διαβεβαίωσης, σχετικός είναι ο περί Συμβάσεων Νόμος. Σημειώνεται ότι το Άρθρο 3 του Ν.10(Ι)/1994 αναφέρει ότι οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου που δεν καταργήθηκαν θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης αγαθών, εκτός κατά την έκταση που αυτές είναι ασυμβίβαστες με τις ρητές διατάξεις του.[13] Συγκεκριμένα, οι σχέσεις των συμβαλλομένων μερών σε περίπτωση παράβασης σύμβασης ρυθμίζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, τις οποίες και παραθέτω πιο κάτω։

 

«Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης

 

73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.

Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.

(2) Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.

(3) Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.».

 

(Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου)

 

Παράβαση της επίδικης συμφωνίας πώλησης υπό των Εναγόμενων (Αγωγή)

97.          Έχουν καταστεί ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: α) Η Εναγόμενη 1, ως συμβαλλόμενη, ήταν υπεύθυνη για την τήρηση των όρων της επίδικης συμφωνίας πώλησης, β) ότι το τίμημα πώλησης των επίδικων προϊόντων, μέσω της επίδικης συμφωνίας πώλησης καθορίστηκε σε ποσό ύψους €2.812,50σ, γ) ότι η προθεσμία καταβολής του προαναφερόμενου τιμήματος συμφωνήθηκε στις 25/8/2022, δ) τα επίδικα προϊόντα παραδόθηκαν από τον Ενάγοντα, και ε) ότι έναντι του τιμήματος πώλησης καταβλήθηκε μόνο ποσό ύψους €1.406,25σ στις 18/8/2022. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν και προσωπικά υπεύθυνος για την τήρηση των όρων της επίδικης συμφωνίας πώλησης.

 

98.          Ως αποτέλεσμα, διαπιστώνεται από πλευράς του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας πώλησης, δεν πλήρωσαν τα αγαθά σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας πώλησης (βλ. άρθρο 31 του Ν.10(Ι)/1994) και ο Ενάγοντας δικαιωματικά κίνησε την παρούσα αγωγή εναντίον τους (βλ. άρθρο 56 του Ν.10(Ι)/1994). Θεωρώ ότι, το κατά πόσο ο όρος καταβολής του υπολοίπου του τιμήματος συνιστά ουσιώδη όρο, υπό την έννοια του άρθρου 32 του Ν.10(I)/1994, ουδεμία σημασία έχει στο παρόν πλαίσιο, εφόσον από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει η συμφωνία να καταγγέλθηκε ή τερματίστηκε από πλευράς του Ενάγοντα, ο οποίος ουσιαστικά επιμένει στην εφαρμογή της, δια της αξίωσης αποκλειστικά του υπόλοιπου του επίδικου τιμήματος πώλησης.

 

99.          Όσο αφορά το δικαίωμα αποζημίωσης του Ενάγοντα, παραπέμπω στο Άρθρο 73 ανωτέρω και στη σχετική Νομολογία, η οποία προβλέπει ότι σε περίπτωση παράβασης σύμβασης, το αθώο μέρος πρέπει να βρεθεί όσο πιο κοντά γίνεται στο σημείο που θα ήταν εάν η σύμβαση εφαρμοζόταν κανονικά. Οι πρόνοιες του άρθρου 73(1) εξετάστηκαν σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (1990) 1 Α.Α.Δ. 319 και Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 679). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Saab, ανωτέρω η αποκατάσταση βρίσκεται στον πυρήνα των κανόνων οι οποίοι διέπουν τον καθορισμό της αποζημίωσης για τη διάρρηξη σύμβασης. Οι αποζημιώσεις σκοπούν να αποκαταστήσουν τον διάδικο στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν αθετείτο η συμφωνία (βλ. 1.Περιφεριακή Ομάδα Παραγωγών Δευτεράς Λτδ και άλλων v. Εκτυπώσεις Υφασμάτων Αδελφοί Θεοδώρου Λτδ, Πολ. Εφ. 251/2013 και 252/2013, ημερ.5/7/2019). Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων, οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά τον χρόνο της σύναψης της συμφωνίας και είναι πιθανόν να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Η έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανόν να υποστεί το αθώο μέρος είναι συνήθως διακριτέα κατά τον χρόνο της διάρρηξης. Στην υπό κρίση περίπτωση προφανώς, με την καταβολή του υπολοίπου του επίδικου τιμήματος πώλησης, ο Ενάγοντας θα τοποθετείτο στη θέση που ευρίσκετο εάν η επίδικη συμφωνίας πώλησης εφαρμοζόταν κανονικά.

 

100.       Κατ’εφαρμογήν των πιο πάνω νομικών αρχών, στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέσεισε το βάρος απόδειξης που του αντιστοιχούσε ως προς την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας πώλησης με τους Εναγόμενους, της παράβασης αυτής από πλευράς τους και της επακόλουθης ζημιάς που υπέστη και η απαίτηση του εναντίον των Εναγόμενων πρέπει να επιτύχει.

Παράβαση της επίδικης συμφωνίας πώλησης υπό του Ενάγοντα (Ανταπαίτηση)

101.       Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων του περιεχομένου της γραπτής αγόρευσης των συνήγορων των Εναγόμενων 1 και 2 και των θεραπειών που διεκδικούν μέσω της Ανταπαίτησης τους, προκύπτει ότι θέση τους είναι ότι ο Ενάγοντας παραβίασε σιωπηρό όρο της συμφωνίας πώλησης των επίδικων προϊόντων, αφού τα προϊόντα που κατασκεύασε και τους προμήθευσε ο Ενάγοντας δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, εν όψει του ότι η επίδικη συμφωνία πώλησης δεν περιλάμβανε ρητό όρο ως προς την ποιότητα των αγαθών και επειδή ο Ενάγοντας πωλούσε τα επίδικα προϊόντα κατά τη διεξαγωγή  των εργασιών του, κρίνω ότι εφάρμοζε ο σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμήθευε δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.[14]

 

102.       Εφόσον από την δικογραφία σε συνδυασμό με την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει οι Εναγόμενοι ουδέποτε να κατήγγειλαν ή να τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία πώλησης και δεν διεκδικούν με την ανταπαίτηση τους οιαδήποτε θεραπεία που να απορρέει από τέτοια ενέργεια π.χ. επιστροφή του ποσού που ήδη καταβλήθηκε ως προκαταβολή για την αγορά των επίδικων προϊόντων, ενώ έλαβαν τα επίδικα προϊόντα από τον Ενάγοντα χωρίς να προβάλλεται ότι αυτά απορρίφθηκαν από πλευράς τους, στην απουσία ρητού όρου που να ρυθμίζει το ζήτημα της ποιότητας, κρίνω ότι η ανταπαίτηση τους πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των προνοιών του Ν.10(Ι)/94 που διέπουν την παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης (βλ. Άρθρο 13(1) και (2) του Ν.10(Ι)/94, Λαμπρίας ν. Χρυσός & Σία Λτδ (1992) 1 ΑΑΔ 281, Super Sound Trading Ltd v. Παυλίδη (2007) 1 Α.Α.Δ. 1337 και
ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΒΙΚΤΩΡΙΑ v. CYPRUS PREMIUM AUTOMOBILES LTD, Πολιτική Έφεση αρ. 72/2018, 2/7/2025). Ειδικότερα, η ανταπαίτηση των Εναγόμενων εδράζεται στο Άρθρο 60 του Ν.10(Ι)/1994 εφόσον μέσω αυτής ζητείται όπως απαλλαγούν πλήρως ή μερικώς από τη συμβατική τους υποχρέωση να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος και, παράλληλα, διεκδικείται η υπέρ τους επιδίκαση αποζημιώσεων.

 

103.       Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ως αυτά διαμορφώθηκαν μέσω των ευρημάτων του Δικαστηρίου, καταλήγω στο ότι, έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους αντιστοιχούσε, ως προς την ύπαρξη εξυπακουόμενης εγγυητικής διαβεβαίωσης στο πλαίσιο της επίδικης συμφωνίας πώλησης. Όμως, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι απέσεισαν το βάρος που τους αντιστοιχούσε ως προς την απόδειξη της ελαττωματικότητας των επίδικων προϊόντων, με τρόπο ώστε να αποδίδεται αυτή στο στάδιο χάραξης των παραθύρων από τον Ενάγοντα ή της χρήσης από τον τελευταίο ακατάλληλου υλικού (ακρυλικού). Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν απέδειξαν ότι ο Ενάγοντας αθέτησε την εξυπακουόμενη εγγυητική διαβεβαίωση που επικαλούνται και οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται στις αποζημιώσεις και θεραπείες που διεκδικούν.


 

IX.          ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

104.       Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση στην αγωγή υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, δια της οποίας διατάσσονται οι τελευταίοι όπως, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €1.406,25σ, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης του.

 

105.       Η ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1 και 2 εναντίον του Ενάγοντα απορρίπτεται.

 

106.       Με δεδομένη την συνεκδίκαση Αγωγής και Ανταπαίτησης, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                                    (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής 

 



[1] Βλ. Conway Vincent David ν. Νεόφυτου Ηλία (2003) 1 ΑΑΔ 540, Φωτογραφίες μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία για οποιονδήποτε σκοπό, όπως την κατάδειξη ζημιών.

[2] Βλ.παρ.2, Απάντησης στην Υπεράσπιση.

[3] Βλ. Conway Vincent David ν. Νεόφυτου Ηλία (2003) 1 ΑΑΔ 540, φωτογραφίες μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία για οποιονδήποτε σκοπό, όπως την κατάδειξη ζημιών.

 

[4] Βλ. Άρθρο 2 του Ν.10(Ι)/1994: «“αγοραστής” σημαίνει το πρόσωπο που αγοράζει ή συμφωνεί να αγοράζει αγαθά˙…“πωλητής” σημαίνει πρόσωπο που πωλεί ή συμφωνεί να πωλήσει αγαθά..».

[5] Βλ. Άρθρο 56 του Ν.10(Ι)/1994.

[6] Βλ. Άρθρο 62 του Ν.10(Ι)/1994.

[7] Βλ. Άρθρο 16(2) του Ν.10(Ι)/1994.

[8] Βλ. Άρθρο 16(3) του Ν.10(Ι)/1994.

[9] Βλ. Άρθρο 13(1) του Ν.10(Ι)/94.

[10] Βλ. Άρθρο 13(2) του Ν.10(Ι)/94.

[11] Βλ. Άρθρο 60(1) του Ν.10(Ι)/94.

[12] Βλ. Άρθρο 60(2) του Ν.10(Ι)/94.

[13] Βλ. επίσης Κυριάκου ν. Φιλή (2004) 1Γ Α.Α.Δ 1811.

[14] Βλ. Άρθρο 16 του Ν.10(Ι)/1994.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο