THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDING LIMITED ν. Φιόνα Νίκου Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 451/2021, 13/3/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDING LIMITED ν. Φιόνα Νίκου Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 451/2021, 13/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

Αρ. Αγωγής: 451/2021

Μεταξύ:

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                και

1.         Φιόνα Νίκου Νικολάου, σύζυγος Χριστάκη Νικήτα

(Δ.Τ. χχχ), χχχ Λεμεσός   

2.         Χριστάκης Νικήτα (Δ.Τ. χχχ), χχχ Λεμεσός

                                                                                                Εναγομένων

Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 28.12.22

 

Μεταξύ:

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDING LIMITED

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                και

1.       Φιόνα Νίκου Νικολάου, σύζυγος Χριστάκη Νικήτα

(Δ.Τ. χχχ), χχχ Λεμεσός

2.       Χριστάκης Νικήτα (Δ.Τ. χχχ), χχχ Λεμεσός

                                                                                                Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 12.10.21 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 13.03.26

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κος Α. Χαραλάμπους μαζί με κ. Β. Χαραλάμπους

Για Ενάγουσα-Καθ’ ης η αίτηση: κος Χρ. Ιωάννου για Χρυσαφίνης &

        Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. 

 

 

 

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η δικογραφία:

Στις 18.03.21 η Ενάγουσα καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό €562.193,12 πλέον τόκους. Περαιτέρω η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που αφορούν την κατοχή και πώληση ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης.

 

Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και συνάμα υπό την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη ενώ ο Εναγόμενος 2, πρώην σύζυγος της Εναγομένης 1, ως εγγυητής.

΄

Κύριες βάσεις αγωγής, επί των οποίων επιδιώκονται οι πιο πάνω θεραπείες, είναι η ύπαρξη κατ’ ισχυρισμό συμβατικού-τραπεζικού χρέους που σύμφωνα με την Ενάγουσα προέκυψε μέσα από καθυστερημένες πληρωμές και/ή συστηματική παράλειψη πληρωμών, καθώς επίσης κατ’ ισχυρισμό παράβαση σύμβασης δανείου που η Ενάγουσα χορήγησε στην Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη του Εναγομένου 2, συνεπεία της οποίας, πάντοτε σύμφωνα με την Ενάγουσα, προκλήθηκε ζημιά αντίστοιχου ύψους στην Ενάγουσα εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων 1 & 2 κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων τους.

 

Η Εναγόμενη 1 αρνείται τον καταρτισμό και την υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου με την ελεύθερη βούληση της και προβάλλει θέμα ακυρότητας της. Περαιτέρω εγείρει ζήτημα νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων υποθηκών, οι οποίες έχουν εγγραφεί προς όφελος της Ενάγουσας ως μέρος εξασφάλισης του επιδίκου δανείου. Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι συμβάσεις δανείου και υποθηκών είναι εξ’ υπαρχής άκυρες ένεκα:

(α)       δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από την Ενάγουσα,

(β)       οικονομικού εξαναγκασμού, άσκησης ψυχικής πίεσης, απειλών και/ή εκβιασμών εις βάρος της από την Ενάγουσα,

(γ)        συμπαιγνίας και/ή συνεννόησης της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 2 με σκοπό την πρόκληση βλάβης στην ίδια (Εναγόμενη 1),

(δ)        άσκησης σωματικής βίας και/ή εξαναγκασμού της από τον Εναγόμενο 2 εις γνώση της Ενάγουσας.

 

Διαζευκτικά, η Εναγόμενη 1 επικαλείται την πρόκληση ζημιάς εις βάρος της συνεπεία αμελούς συμπεριφοράς και/ή παράβαση νομοθετικών υποχρεώσεων και συμβατικών καθηκόντων από μέρους της Ενάγουσας. Επί τούτου, η Εναγόμενη 1 ανταξιώνει εναντίον της Ενάγουσας την επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων ύψους €782.438,40 που σύμφωνα με την ίδια αποτυπώνουν τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμης στάσης που χρεώνει στην Ενάγουσα.

 

Παράλληλα η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι υπήρξε εκταμίευση και/ή είσπραξη του επικαλούμενου ποσού δανείου προς όφελος της. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, το ποσό που η Ενάγουσα αξιώνει ως οφειλόμενο είναι προϊόν παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων. Επίσης η Εναγόμενη 1 θέτει θέμα νόμιμου και έγκυρου τερματισμού της επίδικης σύμβασης δανείου.

 

Επιπλέον η Εναγόμενη 1 θεωρεί τον Εναγόμενο 2 συνυπεύθυνο στην πρόκληση ζημιάς εναντίον της αφού, όπως η ίδια ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε δόλιες ενέργειες και/ή σε ψευδείς παραστάσεις εις βάρος της.

 

Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και προβάλλει ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας. Εκτός από ειδικές αποζημιώσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί εναντίον της Ενάγουσας την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων καθώς επίσης σωρεία διαταγμάτων που αφορούν τα ενυπόθηκα ακίνητα αλλά και διαγραφή κατ’ ισχυρισμό παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων που εντοπίζει στην επίμαχη κατάσταση λογαριασμού και διαγραφή του οφειλόμενου από την Ενάγουσα ποσού.

 

Στην απάντηση στην υπεράσπιση & υπεράσπιση στην ανταπαίτηση η Ενάγουσα προβάλλει τις δικές της θέσεις και ισχυρισμούς εις αντίκρουση δικογραφημένων αναφορών της Εναγομένης 1 στην έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης της, τις οποίες απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα, ζητώντας την απόρριψη της ανταπαίτησης ως αβάσιμη.

 

 

Η Αίτηση:

Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η ανταπαίτηση, δηλαδή στις 12.10.21, η Εναγόμενη 1 (Αιτήτρια) προώθησε μονομερώς ενδιάμεση αίτηση στην οποίαν ζητούσε την έκδοση διαφόρων ενδιάμεσων διαταγμάτων με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 18.10.21 που η παρούσα αίτηση είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της. Επομένως με οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση κατέστη δια κλήσεως.

 

Στην πορεία η Εναγόμενη 1 απέσυρε τα αιτούμενα διατάγματα υπό τις παραγράφους (Α), (Β), (Γ) και (ΣΤ). Τελικά προωθούνται μόνο οι αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες υπό τις παραγράφους (Δ) και (Ε).

 

Με την παράγραφο (Δ) η Εναγόμενη 1 ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την εκποίηση των υποθηκών με αρ. Υ6506/01 ημερ. 16.10.01, Υ3817/08 ημερ. 15.04.08, Υ11278/08 ημερ. 14.10.08, Υ13857/08 ημερ. 30.12.08 και Υ11330/09 ημερ. 29.12.09, όλες εγγραμμένες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού προς όφελος της Ενάγουσας (Καθ’ ης η αίτησης). Η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε ολόκληρο το μερίδιο της επί των ακινήτων αυτών, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από την εν λόγω παράγραφο της αίτησης καθώς επίσης την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης.

 

Με την παράγραφο (Ε) η Εναγόμενη 1 ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την πώληση και/ή εκποίηση και/η διαδικασία πλειστηριασμού των πιο κάτω ενυπόθηκων ακινήτων, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται στα σημεία (α) και (β) της εν λόγω παραγράφου. Ιδιοκτήτης των ακινήτων αυτών είναι η Εναγόμενη 1.

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4 & 5 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1-3, Θ.8 & Θ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 34, 37-42, 44(1), 44Α-44Δ, 44Γ(1)-(3) & 51(1) του Ν.9/1965, στο Κεφ.224, στο Ν.93(Ι)/1996, στο Ν.112(Ι)/2021, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου.

 

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και καταγράφουν το ιστορικό της υπόθεσης, όπως τα αντιλαμβάνεται η Ενάγουσα. Περαιτέρω περιέχονται αναφορές που παρουσιάζουν τη σύνδεση της Εναγομένης 1 με την υπόθεση αυτή. Επίσης σημειώνονται στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων προδιαγράφουν την εκδοχή της Εναγομένης 1.

 

Η Ένσταση:

Η Ενάγουσα αντέδρασε στις 05.11.21 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 13 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων διαταγμάτων.

 

Η νομική βάση της ένστασης είναι παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κυρίου Δημήτρη Χριστοφίδη, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου). Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Ενάγουσας τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης.

 

Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα παρέχεται το πλαίσιο της επαγγελματικής συνεργασίας των μερών και προβάλλονται γεγονότα που παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης της Ενάγουσας. Τα προβαλλόμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή της Ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση.

 

Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις:

Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου αμφότερες πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της, σε κάθε μία από αυτές επισυνάπτονται έγγραφα ως τεκμήρια.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των αρχικών και συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.

 

Εν πάση περιπτώσει, σημαντικό μέρος των ενόρκων δηλώσεων έπαυσαν να έχει σημασία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αφού μετά την απόσυρση ορισμένων από τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες η εξέταση τους κατέστη άνευ αντικειμένου. Κατ’ επέκταση το κομμάτι αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο.

 

Ακρόαση και Αγορεύσεις:

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και συμπληρωματικά σε προφορικές διευκρινιστικές αναφορές. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Εξέταση επιδίκων θεμάτων αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.

 

Η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία της §Ε από το σώμα της αίτησης

Η συγκεκριμένη παράγραφος αναφέρεται σε δύο ακίνητα που προφανώς επιβαρύνονται με υποθήκες. Αυτό προκύπτει από το ότι η Εναγόμενη 1 ζητεί την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την εκποίηση τους και γενικότερα την αποξένωση τους, πάντοτε βέβαια μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Ωστόσο στην εν λόγω παράγραφο δεν αναγράφονται τα στοιχεία των υποθηκών που επιβαρύνουν τα εν λόγω ακίνητα, όπως γίνεται με τις πέντε επίμαχες υποθήκες της §Δ της υπό κρίση αίτησης, για τα οποία επίσης ζητείται ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση τους. Παρατηρώ ότι ο αριθμός εγγραφής του πρώτου ακινήτου της §Ε είναι ο ίδιος με τον αριθμό εγγραφής του ακινήτου που επιβαρύνεται με τις υποθήκες Υ6506/01, Υ3817/08, Υ11278/08 και Υ13857/08 υπό τα σημεία (α)-(δ) της §Δ. Παράλληλα ο αριθμός εγγραφής του δεύτερου ακινήτου της §Ε είναι ο ίδιος με τον αριθμό εγγραφής του ακινήτου που επιβαρύνεται με την υποθήκη Υ11330/09 υπό το σημείο (ε) της §Δ. Αυτό τείνει να καταδείξει ότι τα δύο αυτά ακίνητα επιβαρύνονται με δύο επιπλέον υποθήκες.

 

Είναι ακόμη αντιληπτό ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με αφορμή το δικόγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης της Εναγομένης 1. Αν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου θα διαπιστώσει ότι ουδεμία αναφορά γίνεται για ύπαρξη δύο τέτοιων επιπλέον υποθηκών. Ουδεμία θέση της Εναγομένης 1 δικογραφείται σε σχέση με το ενδεχόμενο τα συγκεκριμένα ακίνητα να επιβαρύνονται με άλλες δύο υποθήκες, διαφορετικές από αυτές που επιβαρύνονται τα ίδια ακίνητα στην §Δ της αίτησης και για τις οποίες γίνεται αναφορά από την Ενάγουσα στην §5 της έκθεσης απαίτησης. Επίσης κανένα επικαλούμενο γεγονός δικογραφείται και καμία λεπτομέρεια παρατίθενται στην υπεράσπιση & ανταπαίτησης της Εναγομένης 1 αναφορικά με τις ενδεχόμενες συνθήκες, πιθανό σκοπό και τυχόν όρους εγγραφής τους. Σε αντίθεση με τις υποθήκες της §Δ της υπό κρίση αίτησης που γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο εν λόγω δικόγραφο, δεν υπάρχει αντίστοιχη σαφής δικογραφημένη θέση σχετικά με συγκεκριμένες υποθήκες των περιπτώσεων της §Ε της υπό κρίση αίτησης. Σε αντίθεση με τις υποθήκες της §Δ της υπό κρίση αίτησης για τις οποίες η Εναγόμενη 1 ζητεί τελικές θεραπείες υπό τα σημεία Γ1 & Γ2 του παρακλητικού της ανταπαίτησης, ουδεμία αντίστοιχη θεραπεία ζητείται μέσα από την ανταπαίτηση της για τις περιπτώσεις της §Ε της υπό κρίση αίτησης.

 

Η δε έκθεση απαίτησης περιορίζεται στην επίκληση γεγονότων και στην αξίωση συγκεκριμένων θεραπειών που αφορούν τις επίμαχες πέντε υποθήκες που βαρύνουν τα δύο ακίνητα. Πρόκειται για τις υποθήκες που περιγράφονται στην §Δ της υπό κρίση αίτησης, με τις οποίες ασχολείται η Εναγόμενη 1 μέσα από το δικόγραφο της.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία της §Ε της υπό κρίση αίτησης εκπίπτει του πλαισίου και του σκοπού εξέτασης της παρούσας αίτησης. Η περίπτωση αυτή στερείται αντικειμένου εκδίκασης και πραγματικού υποβάθρου για να μπορεί να τύχει εξέτασης. Ειδικότερα ζητείται η απαγόρευση εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, οι υποθήκες των οποίων, στα πλαίσια ακρόασης της αγωγής, δεν αποτελούν επίδικο θέμα και δεν ζητείται, ως τελική θεραπεία, η έκδοση διατάγματος ακύρωσης τους και διαγραφής τους από το μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου, ώστε να έχει νόημα και νομική σημασία η εξέταση ενδιάμεσης θεραπείας. Ούτε και η Ενάγουσα, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκδήλωσε πρόθεση ή ενδιαφέρον να εκποιήσει τις υποθήκες των περιπτώσεων της §Ε της υπό κρίση αίτησης.     

 

Χωρίς να υπάρχει έρεισμα, η αιτούμενη θεραπεία μοιραία απορρίπτεται.

 

 

 

 

 

Η εξέταση της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας της §Δ από το

σώμα της αίτησης σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης

Προχωρώ ευθύς στην εξέταση του υπολοίπου μέρους της υπό κρίση αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης και σε συνάρτηση με τις θέσεις και τα επιχειρήματα της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας.

 

Θα ξεκινήσω από τον 7ο λόγο ένστασης με τον οποίον η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 εμποδίζεται από του να ζητεί την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού αλλά και αναστολή του δικαιώματος της να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στα πλαίσια της διαδικασίας πλειστηριασμού που είχε αρχικά προγραμματιστεί στις 23.11.21.

 

Όπως διαφαίνεται, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης συνδέεται ευθέως με τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες των §Α και §Β της υπό κρίση αίτησης. Ωστόσο η απόσυρση των εν λόγω ενδιάμεσων θεραπειών κατέστησε τον λόγο αυτό άνευ αντικειμένου. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν χρήζει εξέτασης  και εφόσον δεν έχει πλέον αντικείμενο απορρίπτεται.

 

Προχωρώ με την εξέταση του 13ου λόγου ένστασης με τον οποίον η Ενάγουσα παραπονιέται ότι η αίτηση και η αρχική ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καταπιάνεται με άσχετα θέματα και/ή με ζητήματα που δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Αντίθετη είναι η θέση της Εναγομένης 1, η οποία θεωρεί ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων που τελικά προωθούνται.

 

Είναι αλήθεια ότι η αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ασχολείται με ζητήματα που δεν είναι σχετικά με τον σκοπό και το αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης φύσεως διαδικασία. Ωστόσο το περιεχόμενο της αίτησης δεν περιορίζεται σ’ αυτά. Το έγγραφο αυτό που είναι πολυσέλιδο πραγματεύεται και θέματα που εμπίπτουν στις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια εξέτασης του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας. Ενδεικτικά οι αναφορές της Ενάγουσας περί ανειλικρινούς αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Εναγομένης 1, περί παρουσίασης αναληθούς κατάστασης πραγμάτων από την Εναγόμενη 1 (αντικείμενο εξέτασης 5ου λόγου ένστασης), περί κωλύματος αμφισβήτησης της νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης σύμβασης δανείου και εγγράφων υποθήκης (αντικείμενο εξέτασης 6ου λόγου ένστασης), περί προβολής ουσιαστικών παραδοχών από την Εναγόμενη 1 σχετικά με τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης δανείου (αντικείμενο εξέτασης 8ου λόγου ένστασης), περί κωλύματος της Εναγομένης 1 να εγείρει ισχυρισμούς για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών (αντικείμενο εξέτασης 9ου λόγου ένστασης) και μη νομιμοποίησης εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων βάση περιεχομένου εγγράφων υποθηκών (αντικείμενο εξέτασης 10ου λόγου ένστασης), δεν μπορεί παρά απλά να επιβεβαιώσουν το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου.

 

Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Σε σχέση με τον 1ο λόγο ένστασης, ο οποίος επικαλείται πρόωρη και αναιτιολόγητη προώθηση των αιτουμένων ενδιάμεσων θεραπειών στις §Δ, §Ε και §ΣΤ της υπό κρίση αίτηση, αρκεί να υποδείξω ότι έχω προηγουμένως σχολιάσει το αιτούμενο διάταγμα της §Ε. Παραπέμπω στο σκεπτικό του Δικαστηρίου χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω. Αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα της §ΣΤ δεν χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε επειδή έχει αποσυρθεί. Σε ότι αφορά το αιτούμενο διάταγμα της §Δ, θα τύχει εξέτασης στη συνέχεια.

 

Κατά συνέπεια, το μέρος του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, στο βαθμό και στην έκταση που έχω αναφερθεί, στερείται ερείσματος για να χρήζει εξέτασης ως αυτοτελής λόγος και γι’ αυτό απορρίπτεται.

 

Έπεται η εξέταση του 4ου και 5ου λόγου ένστασης. Θα εξεταστούν μαζί επειδή περιέχουν κοινό αντικείμενο. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι πολυεπίπεδος.

 

Μία πτυχή περιλαμβάνει τη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1 δεν προέβηκε σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων επιχειρώντας έτσι να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας εσκεμμένα μία αναληθή κατάσταση πραγμάτων. Η πλευρά της Εναγομένης 1 δεν σχολιάζει τη θέση αυτή.

 

Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία, εδώ της έκδοσης των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

 

Επομένως η πιο πάνω αναφορά της Ενάγουσας θα είχε βαρύνουσα έως καταλυτική σημασία αν στα πλαίσια της αίτησης αυτής εξεταζόταν κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση ή όχι ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί μονομερώς. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλω να υπενθυμίσω ότι από την αρχή η παρούσα αίτηση μετατράπηκε και κατ’ επέκταση προωθήθηκε δια κλήσεως κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στην Ενάγουσα, η οποία από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αλλά και του μαρτυρικού υλικού που τη συνοδεύουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Ενάγουσα αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης υποχρέωσης για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και κατ’ επέκταση απόκρυψης στοιχείων επειδή η Ενάγουσα προστατεύεται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση με την ευκαιρία που έχει από την αρχή να παραθέσει τις δικές της θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, πράγμα που έχει πράξει.

 

Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει παραθέσει ποια είναι συγκεκριμένα τα ουσιώδη γεγονότα εκείνα που η Εναγόμενη 1 δεν έχει αποκαλύψει και ποια είναι η αναληθής κατάσταση πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί συνεπεία της επικαλούμενης απόκρυψης τους.

 

Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Μία άλλη πτυχή που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει εδράζεται στη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1 επέδειξε κακόπιστη συμπεριφορά. Ουσιαστικά εκείνο που προβάλλεται είναι ότι η Εναγόμενη 1 δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Ούτε αυτή θέση σχολιάζεται από την Εναγόμενη 1.

 

Η συμπεριφορά της Εναγομένης 1, ως Αιτήτριας που εδώ είναι, λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέταση της παρούσας αίτησης εφόσον αυτή αφορά το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και σχετίζεται άμεσα με τις αιτούμενες θεραπείες και έχει επηρεάσει αρνητικά την Ενάγουσα ή της έχει προκαλέσει αδικία. Βασικά αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctionsτων Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 60-62 & 151).

 

Τα αξιώματα αυτό βασίζονται στη φιλοσοφία ότι ο διάδικος που επιδιώκει θεραπεία με βάση το δίκαιο επιείκειας ή εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί έντιμα και δίκαια απέναντι στον αντίδικο του. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν θα του επιτρέψει να εκμεταλλευθεί τις δικές του παρανομίες για να αποκτήσει όφελος (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η παράνομη ή άλλη μεμπτή συμπεριφορά του διαδίκου αιτητή που λαμβάνεται υπόψη θα πρέπει να σχετίζεται με το αντικείμενο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα.

 

Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση  συνήθως οδηγείται σε απόρριψη (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου σαφή και πειστικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί ύπαρξης κακοπιστίας από μέρους της Εναγομένης 1. Η Ενάγουσα είχε το βάρος να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία, ως η πλευρά που το επικαλέστηκε, αλλά δεν το έπραξε.

 

Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η απόρριψη της θέσης της Ενάγουσας περί παραβίασης του καθήκοντος αποκάλυψης γεγονότων από την Εναγόμενη 1 συμπαρασύρει αυτόματα σε αποτυχία τον ισχυρισμό της περί κακοπιστίας.

 

Μία τρίτη πτυχή περιέχει τη θέση της Ενάγουσας για καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους της Εναγομένης 1. Ούτε αυτή θέση σχολιάζεται από την Εναγόμενη 1.

 

Η απόρριψη των δύο πιο πάνω πτυχών συμπαρασύρει αυτόματα σε αποτυχία και τον ισχυρισμό αυτό. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε περαιτέρω.

       

Κατά συνέπεια ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος στην ολότητα του.

 

Ολοκληρώνω την ενασχόληση μου με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης (λόγοι ένστασης αρ. 2, 3, 6 & 8-12), οι οποίοι θα εξεταστούν μαζί επειδή άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Είναι βασικά η θέση της Ενάγουσας ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Εναγόμενη 1 θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται.

 

Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν.  Αυτές είναι:

(1)        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(2)        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

(3)        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.

 

Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις.

 

Στην παρούσα υπόθεση η δικογραφία έχει συμπληρωθεί. Παράλληλα υπάρχουν και οι ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Η έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης της Εναγομένης 1 είναι, δυστυχώς, δαιδαλώδης, καθόλου ξεκάθαρη και δομημένη. Το Δικαστήριο χρειάστηκε να μελετήσει επανειλημμένα το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δικογράφου προκειμένου να εντοπίσει τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τα κριτήρια και γενικά τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξέτασης του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας. Από τη μελέτη αυτή παρατηρώ ότι εμπλέκονται ζητήματα δικαίου σύμβασης, αστικού δικαίου και νομοθετικών υποχρεώσεων. Εξίσου συγχυστικές μπορεί να λεχθεί ότι είναι οι ένορκες δηλώσεις της Εναγομένης 1 από τον τρόπο διατύπωσης τους, οι οποίες εγείρουν επιπλέον θέματα συνταγματικού δικαίου.

 

Εξ’ όσον γίνεται αντιληπτό, το κοινό δικόγραφο της υπεράσπισης στην απαίτηση της Ενάγουσας και της ανταπαίτησης της Εναγομένης 1, στα πλαίσια του οποίου καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση, προωθείται πάνω σε διάφορες βάσεις.

 

Μία βάση ανταπαίτησης είναι η θέση της Εναγομένης 1 περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης δανείου και των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων υποθήκης επειδή, ως ισχυρίζεται, καταρτίστηκαν χωρίς την ελεύθερη βούληση/συναίνεση της λόγω:

(α)       εξαναγκασμού της,

(β)       άσκησης ψυχικής πίεσης εις βάρος της,

(γ)        απάτης εναντίον της,

(δ)        ψευδών παραστάσεων,

 

από την Ενάγουσα και του Εναγομένου 2 (πρώην συζύγου της Εναγομένης 1). Σχετικές λεπτομέρειες δικογραφούνται στις §23 και §26 του δικογράφου της υπεράσπισης & ανταπαίτησης.

 

Με βάση το Κυπριακό Δίκαιο των Συμβάσεων που διέπεται από τον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ.149) και συμπληρώνεται από το κοινοδίκαιο, η παροχή ελεύθερης συναίνεσης από τα συμβαλλόμενα μέρη στον καταρτισμό της σύμβασης είναι βασικό συστατικό στοιχείο για την νομιμότητα και εγκυρότητα της (άρθρο 10 Κεφ.149). Σύμφωνα με το άρθρο 14 της εν λόγω νομοθεσίας, η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται εξαναγκασμός, η νομική έννοια του οποίου εξηγείται στο άρθρο 15, όταν δεν ασκείται ψυχική πίεση, ο νομικός ορισμός της οποίας εξηγείται στο άρθρο 16, όταν διεξάγεται απάτη, η νομική έννοια της οποίας εξηγείται στο άρθρο 17 και όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις, ο νομικός ορισμός των οποίων εξηγείται στο άρθρο 18. Με βάση το άρθρο 19, αν υφίσταται οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ’ εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.

Η Εναγόμενη 1 εγείρει ζήτημα νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης σύμβασης δανείου και των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων υποθήκης για τον επιπλέον λόγο ότι αυτά είναι εικονικά και στερούνται αντιπαροχής. Είναι η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 1 ότι το ποσό του δανείου, δηλαδή το αντικείμενο της σύμβασης δανείου και των εγγράφων υποθηκών, ουδέποτε καταβλήθηκε και/ή εκταμιεύτηκε προς όφελος της Εναγομένης 1 και/ή εισπράχτηκε από την Εναγόμενη 1 (§26(ζ) δικογράφου της υπεράσπισης & ανταπαίτησης).

 

Μία σύμβαση για να θεωρείται ότι έχει καταρτιστεί νόμιμα και έγκυρα θα πρέπει να περιέχει αντιπαροχή, η οποία να είναι νόμιμη (άρθρο 10 Κεφ.149). Σύμβαση που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός αν ισχύει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που η εν λόγω νομοθεσία ειδικά καθορίζει (άρθρο 25).

 

Επίσης η Εναγόμενη 1 διαζευκτικά δικογραφεί τη θέση περί παράβασης της επίδικης σύμβασης δανείου από την Τράπεζα Κύπρου λόγω επικαλούμενης:

(α)       μη καταβολής/εκταμίευσης/είσπραξης του ποσού δανείου,

(β)       μονομερούς επιβολής παράνομων και εσφαλμένων χρεώσεων,

(γ)        μη αποστολής και λήψης προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού με αποτέλεσμα τη μη πραγματοποίηση νόμιμου και έγκυρου τερματισμού της σύμβασης δανείου με ότι αυτό συνεπάγεται.

 

Εξ’ όσον έχω αντιληφθεί, η Εναγόμενη 1 επικαλείται ακυρότητα της σύμβασης δανείου.

 

Οι συμβατικές υποχρεώσεις πρέπει να εκπληρώνονται από τα συμβαλλόμενα μέρη εκτός αν έχουν απαλλαχθεί ή εξαιρεθεί από την εκτέλεση τους (άρθρο 37 Κεφ.149). Σε περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί και/ή παραλείψει να εκπληρώσει κάποια από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, τότε το μέρος που δεν ευθύνεται δύναται να τερματίσει τη σύμβαση εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης. Σχετικό είναι το άρθρο 39 του Κεφ.149, στις πρόνοιες του οποίου παραπέμπω.

 

Για να υπάρχει τερματισμός της σύμβασης πρέπει η παράβαση ενός όρου της σύμβασης για εκπλήρωση υποχρέωσης να είναι ουσιώδης. Διαφορετικά, η θεραπεία είναι μόνο η διεκδίκηση αποζημιώσεων για τη ζημιά που το μη υπαίτιο μέρος υπέστη, εφόσον βέβαια υπέστη απώλεια.

 

Σε κάθε περίπτωση εδώ η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά συνεπεία της πιο πάνω επιλήψιμης συμπεριφοράς που καταλογίζει στην Ενάγουσα και διαζευκτικά της έκδοσης διαταγμάτων ακύρωσης της ισχύος της επίδικης σύμβασης δανείου και των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων υποθηκών, αξιώνει την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.

 

Το άρθρο 73(1) του Κεφ.149 παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1) (2004) 1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης (1998) 1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 ΑΑΔ 679).

 

Η Εναγόμενη 1 ακόμη αναφέρεται σε άλλες προγενέστερες συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και συμφωνητικών εγγράφων υποθηκών που επικαλείται ότι συνομολογήθηκαν τα έτη 2001, 2005, 2007, 2008, 2009 και 2011. Όπως δικογραφεί, ούτε σ’ αυτές τις περιπτώσεις εξασφαλίστηκε η ελεύθερη συναίνεση της για την υπογραφή και συνομολόγηση τους ένεκα άσκησης ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού, απάτης και ψευδών παραστάσεων από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 2.

 

Σε αντίθεση με την επίδικη σύμβαση δανείου και των επιδίκων συμφωνητικών εγγράφων υποθηκών, οι επικαλούμενες προγενέστερες συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στερούνται δικογραφημένων πληροφοριών που να τις προσδιορίζουν ώστε η εκδίκαση της αγωγής να εστιαστεί στις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 είναι επιλήψιμες και όχι να επεκταθεί σε κάθε πιστωτική διευκόλυνση του παρελθόντος που ενδεχομένως να ήταν προβληματική για λόγους άλλους από αυτούς που η Εναγόμενη 1 επικαλείται. Ομοίως δεν δικογραφείται περιγραφή των υποθηκών που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 δόθηκαν ως εξασφάλιση γι’ αυτές τις αδιευκρίνιστες πιστωτικές διευκολύνσεις που της χορηγήθηκαν στο παρελθόν ώστε να προσδιορίζονται ποιες είναι αυτές που η Εναγόμενη 1 θεωρεί ότι πρέπει να ακυρωθούν ένεκα των λόγων που η ίδια επικαλείται. Αυτό προκειμένου η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης να επικεντρωθεί στις συγκεκριμένες εγγραφές υποθηκών που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 έχουν δοθεί ως εξασφάλιση σε πιστωτικές διευκολύνσεις προγενέστερης της παρούσας είναι επιλήψιμες και όχι να επεκταθεί σε κάθε υποθήκη ακινήτου του παρελθόντος. Παράλληλα δεν δικογραφούνται λεπτομέρειες για την επικαλούμενη εις βάρος της άσκησης ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού, απάτης και ψευδών παραστάσεων από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 2, οι οποίες αφορούν τις αδιευκρίνιστες περιπτώσεις εγγραφής υποθηκών.

 

Εκείνο που αβίαστα παρατηρώ είναι ότι για το θέμα των επικαλούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων και των υποθηκών που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 πραγματοποιήθηκαν πολύ προγενέστερα του επίδικου δανείου και των επίμαχων υποθηκών, οι αναφορές της στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης & ανταπαίτησης είναι πολύ γενικές, ασαφείς και αόριστες. Από το εν λόγω δικόγραφο απουσιάζουν ουσιώδεις πληροφορίες και λεπτομέρειες. Βασικοί κανόνες δικογράφησης δεν εφαρμόζονται με αποτέλεσμα να μην αναδύονται συγκεκριμένα ζητήματα που η Εναγόμενη 1 επιθυμεί να καταστήσει ως επίδικα, πάνω στα οποία να διεξαχθεί η ακρόαση της υπόθεσης.

 

Μία άλλη βάση ανταπαίτησης που η Εναγόμενη 1 δικογραφεί είναι η παράβαση νομοθετικών υποχρεώσεων από μέρους της Τράπεζας Κύπρου που αφορούν ισχυρισμούς περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση δανείου και άσκησης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών από λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου εις βάρος της Εναγομένης 1 σε σχέση με την επίδικη σύμβαση δανείου και των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων υποθήκης. Δικογραφώντας το πραγματικό υπόβαθρο η Εναγόμενη 1 επικαλείται στέρηση ευκαιρίας για διαπραγμάτευση των όρων στα πιο πάνω έγγραφα, κατάχρηση επιρροής, άσκηση απειλών, εκβιασμών και πίεσης εις βάρος της, δόλια παρότρυνση στην ίδια για υπογραφή τους και συμπερίληψη ρητρών που η ίδια θεωρεί ότι είναι καταχρηστικές με αναφορά, ενδεικτικά, στο βασικό, πρόσθετο και μεταβαλλόμενο επιτόκιο, στις χρεώσεις επιτοκίου, στην κεφαλαιοποίηση, άλλες χρεώσεις περί τραπεζικών δικαιωμάτων, προμηθειών και εξόδων, στον τρόπο υπολογισμού και σε όρους για παροχή δικαιώματος για μονομερή μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων εξόφλησης (ενδεικτικά παραπέμπω στις §5, §6, §8, §12, §13).

 

Η Κύπρος, εναρμονιζόμενη με διάφορες ευρωπαϊκές οδηγίες στο συγκεκριμένο ζήτημα, έχει θεσπίσει ειδική νομοθεσία που προστατεύει τον καταναλωτή από καταχρηστικές ρήτρες και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές κατά τον καταρτισμό σύμβασης παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης (Μιχαηλίδη κ.α. v. Σ.Π.Ε. Πέγειας Πολιτική Έφεση Αρ. 477/2012 ημερ. 27.06.18), ECLI:CY:AD:2018:A311. Πρόκειται για τον Νόμο που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή (Ν.112(Ι)/(Ι)/2021). Σχετικά είναι, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 3 και 48 της νομοθεσίας.

 

Το άρθρο 75 του Ν.112(Ι)/2021 αναφέρει ρητά ότι «οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.» Ερμηνεία των προνοιών του άρθρου αυτού καθιστά αντιληπτό ότι εκ πρώτης όψεως περιέχεται στοιχείο αναδρομικής ισχύς για την προκειμένη περίπτωση (Γεωργιάδης v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 195/2018 ημερ. 18.12.24).

 

Με βάση το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας:

·           «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα,

·           «καταναλωτική σύμβαση» σημαίνει οποιαδήποτε σύμβαση η οποία συνομολογείται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή,

·           «εμπορευόμενος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1) της εν λόγω νομοθεσίας, οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται. Το εδάφιο (2) του άρθρου 5, μία εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν:

(α)       είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας, ή/και

(β)       στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν, ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών, ή/και

(γ)        είναι παραπλανητική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 6 και 7, ή/και

(δ)        είναι επιθετική, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 8.

 

Ανατρέχοντας στο άρθρο 8 του Νόμου παρατηρώ ότι μία εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική εάν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, χρησιμοποιεί παρενόχληση, καταναγκασμό, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρηση επιρροής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα να τον οδηγεί ή να είναι πιθανόν να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα ελάμβανε.

 

Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσο μια εμπορική πρακτική κάνει χρήση παρενόχλησης, καταναγκασμού, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας ή κατάχρησης επιρροής, πρέπει να συνεκτιμώνται τα εξής:

(α)       Η χρονική στιγμή, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή,

(β)       η χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων ή απειλητικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς,

(γ)        η εκμετάλλευση, από τον εμπορευόμενο, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφασή του όσον αφορά το προϊόν,

(δ)        κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο εμπορευόμενος σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον εμπορευόμενο, και

(ε)        κάθε απειλή για λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νόμιμα.

 

Μέσα από την υπεράσπιση & ανταπαίτηση της η Εναγόμενη 1 δικογραφεί λεπτομέρειες που κατά την κρίση της συνιστούν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Ενδεικτικά παραπέμπω στην §23 του συγκεκριμένου δικογράφου.

 

Το άρθρο 50 του Νόμου πραγματεύεται το ζήτημα της καταχρηστικής ρήτρας σε καταναλωτική σύμβαση. Με βάση το άρθρο αυτό «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους.

 

Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα:

(α)       η διαπραγματευτική δύναμη των μερών,

(β)        εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα,

(γ)        εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και

(δ)        ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.

 

Το Παράρτημα IV της εν λόγω νομοθεσίας περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.

 

Έχω προηγουμένως αναφέρει ενδεικτικά συγκεκριμένες ρήτρες που η Εναγόμενη δικογραφεί ως καταχρηστικές μέσα από το δικόγραφο της. Δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω.

Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 1 προωθεί ως βάση ανταπαίτησης την αμέλεια. Είναι η δικογραφημένη θέση της ότι η Ενάγουσα δεν επέδειξε τη δέουσα επαγγελματική επιμέλεια που έπρεπε.

 

Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις.

 

Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ (1989) 1 C.L.R. 453). Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στο Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις,  Τόμος 2, σελ. 103-104, στο οποίο και παραπέμπω.

 

Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani (1969) 1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής:

“Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou (1979) 1 C.L.R. 215).”

   

Στην §24 η Εναγόμενη 1 δικογραφεί λεπτομέρειες που κατά τη γνώμη της συνιστούν αμέλεια από μέρους της Τράπεζας Κύπρου. Παραπέμπω σ’ αυτές χωρίς να χρειάζεται να τις επαναδιατυπώσω.

 

Ως συμπληρωματική βάση ανταπαίτησης μπορεί να υποδειχτεί η θέση της Εναγομένης για απάτη εις βάρος της από λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι λεπτομέρειες που δικογραφούνται στην υπεράσπιση & ανταπαίτηση, πέραν της σχετικότητας τους με το ζήτημα της ελεύθερης συναίνεσης για το κατά πόσο υπήρξε νόμιμη και έγκυρη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης δανείου, μπορεί να εκληφθεί ότι απευθύνεται στο αστικό αδίκημα της απάτης που διέπεται από το άρθρο 36 του Κεφ.148.

 

Όπως σημειώνεται στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου:  

«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:

 

Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:

 

Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.»

 

Μία επιπλέον βάση ανταπαίτησης που δικογραφείται μαζί με τις βάσεις ανταπαίτησης του αστικού αδικήματος της απάτης και της ακυρότητας των επιδίκων συμφωνητικών εγγράφων λόγω επικαλούμενης έκλειψης συναίνεσης από μέρους της Εναγομένης 1 είναι η συνομωσία με σκοπό την εξαπάτηση και/ή πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα (§23). Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα σε συνεννόηση και σε συνεργασία/συμπαιγνία με Εναγόμενο 2 και με σκοπό την εξαπάτηση της προέβηκαν σε διάφορες δόλιες που την παρέσυραν και τελικά την οδήγησαν στην υπογραφή των εν λόγω συμφωνητικών εγγράφων. Λεπτομέρειες των κατ’ ισχυρισμό δόλιων ενεργειών συνεπεία της αναφερόμενης συνομωσίας λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου και του Εναγομένου 2 παρέχονται μέσα από την προαναφερόμενη παράγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης.

 

Στην Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24 υποδείχτηκε ότι η «συνομωσία» συνιστά ξεχωριστή βάση αγωγής για δόλο και η διάπραξη της αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με συστατικά στοιχεία. Μνημονεύοντας την Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009)1(A) A.Α.Δ.25 στην πιο πάνω υπόθεση ειπώθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα πιο κάτω:

«εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos vKontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:

 

"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."

 

Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, γίνεται επίσης παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts αναφορικά με τη συνωμοσία. Στην 24η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, του 2023 παρατίθεται ανάλυση της εξέλιξης του κοινοδικαίου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων που περιγράφονται ως «economic torts».

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, ανωτέρω, η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed vVeitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).»

 

Σε σχέση με τις βάσεις αμέλειας και απάτης, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά ένεκα της συμπεριφοράς αυτής που αποδίδει στην Τράπεζα Κύπρου και κατ’ επέκταση στην Ενάγουσα. Γι’ αυτό σε ότι αφορά την αμέλεια επιδιώκει την επιδίκαση γενικών και/ή ειδικών αποζημιώσεων, ενώ σε σχέση με την απάτη αξιώνει τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων δικαιολογείται στις περιπτώσεις αστικών αδικημάτων που διαπράττονται για προσπορισμό οφέλους με πλήρη αδιαφορία για τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους (Ερωτοκρίτου v. Θεοδώρου και άλλης(1997) 1 Α.Α.Δ. 1800). Δεν στοχεύουν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον αδικοπραγούντα επειδή αδικοπραξία ήταν ειδεχθής αποτρέποντας τον από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον (Βασιλείου v. Πέτρου Πολιτική Έφεση Αρ. 106/2015 ημερ. 19.03.25. Η διάπραξη του αστικού αδικήματος της απάτης είναι περίπτωση που δυνατό να δικαιολογήσει την επιδίκαση τέτοιου είδους αποζημίωσης.

 

Για το θέμα των ζημιών η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικά, μεταξύ άλλων θεραπειών, είτε διαζευκτικά είτε επιπρόσθετα, την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων ότι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης δανείου ήταν παράνομος, ακύρωσης της επίδικης σύμβασης δανείου, ακύρωσης των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων υποθηκών και διαγραφής των επίμαχων υποθηκών από το μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου.

 

Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό νομικό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς της Εναγομένης 1 εναντίον τουλάχιστον της Ενάγουσας, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα ανταπαίτηση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοια θέματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι τα συστατικά στοιχεία των βάσεων ανταπαίτησης όπως για παράδειγμα εάν υπήρξε παράβαση της επίδικης σύμβασης δανείου εξ’ υπαιτιότητας της Ενάγουσας, αν η Ενάγουσα επέδειξε αμελή συμπεριφορά – παραβίαση συμβατικών δικαιωμάτων της Εναγομένης εξ’ υπαιτιότητας της Ενάγουσας, εάν η Ενάγουσα συνωμότησε με τον Εναγόμενο 2 για να εξαπατήσει την Εναγόμενη 1, κατά πόσο υπήρξε εκταμίευση του ποσού δανείου, εάν υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες, η νομιμότητα και εγκυρότητα του τερματισμού της επίδικης σύμβασης δανείου, ερμηνεία όρων επίδικης σύμβασης δανείου και επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων υποθήκης, κατά πόσο η Ενάγουσα ευθύνεται για την επιλήψιμη συμπεριφορά που της αποδίδεται και εάν η Εναγόμενη 1 δικαιούται στις θεραπείες των διαφόρων ειδών αποζημιώσεων και/ή στην έκδοση των διαταγμάτων που αξιώνει ανταπαιτητικά. Σε αντίθετη περίπτωση, θα εξεταστεί το ενδεχόμενο η Εναγόμενη 1 να είναι αυτή που ενδεχομένως να ευθύνεται για παράβαση σύμβασης δανείου και το ενδεχόμενο να προκύπτει τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο και ποιο το ενδεχόμενο ύψος του.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερ. 30.05.25 η Εναγόμενη 1 εγείρει επιπρόσθετα θέματα που είναι αμιγώς νομικά. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοια ζητήματα είναι η εγκυρότητα της διαδικασίας μεταβίβασης της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τις εξασφαλίσεις της από την Τράπεζα Κύπρου στην Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited και αν η τελευταία διαθέτει έγκυρο αγώγιμο δικαίωμα να προωθεί την παρούσα διαδικασία ως Ενάγουσα υπό την ιδιότητα της εταιρείας διαχείρισης πιστωτικών διευκολύνσεων.   

Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται αναφορικά με όλες σχεδόν τις βάσεις ανταπαίτησης που προωθούνται και σε σχέση με τα επιπρόσθετα νομικά ζητήματα που σημειώνονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 30.05.25 της Εναγομένης 1, με εξαίρεση όμως την επικαλούμενη θέση της Εναγομένης 1 (μία από τις βάσεις ανταπαίτησης) που αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις και υποθήκες που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 πραγματοποιήθηκαν πολύ προγενέστερα του επίδικου δανείου και των επίμαχων υποθηκών, η οποία, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση.

 

Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Εναγόμενη 1) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι η Εναγόμενη 1, μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση, αναγνωρίζει και αποδέχεται τα εξής:

(1)        Η Τράπεζα Κύπρου ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αδειούχος τραπεζικός οργανισμός που ασκούσε τραπεζικές εργασίες και συναφείς επαγγελματικές δραστηριότητες στην Κύπρο.

(2)        Η ίδια υπέγραψε τα έγγραφα της επίδικης δανειοδότησης το έτος 2011 περιλαμβανομένης της σύμβασης δανείου ημερ. 11.04.11.

(3)        Η υπογραφή των συμφωνητικών εγγράφων του επιδίκου δανείου το έτος 2011 αφορούσε παροχή δανειοδότησης για εξόφληση, κλείσιμο και ομαλοποίηση προγενέστερων πιστωτικών διευκολύνσεων με την Εναγόμενη 1 είτε ως πρωτοφειλέτιδα είτε ως εγγυήτρια του Εναγομένου 2.

(4)        Η ίδια υπέγραψε τα επίμαχα έγγραφα υποθηκών αρ. Υ6502/01 ημερ. 16.10.01 (προφανώς η αναφορά σε Υ6506 οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος), Υ3817/08 ημερ. 15.04.08, Υ11278/08 ημερ. 14.10.08, Υ13857/08 ημερ. 20.12.08 και Υ11330/09 ημερ. 29.12.09, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται υπό τα σημεία (α)-(ε) της αιτούμενης θεραπείας στην §Δ της υπό κρίση αίτησης, με τις υποθήκες να εγγράφονται προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και να χρησιμοποιούνται προς εξασφάλιση αυτών των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν χορηγηθεί με την Εναγόμενη 1 είτε ως πρωτοφειλέτιδα είτε ως εγγυήτρια του Εναγομένου 2.

(5)        Ο Εναγόμενος 2 είναι πρώην σύζυγος της με τον οποίον η έγγαμη σχέση τους επήλθε σε οριστική διάσταση το έτος 2012 και τελικά έλαβαν διαζύγιο το έτος 2016.

(6)        Η Εναγόμενη 2 ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.

(7)        Η Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία νόμιμα διαθέτει σχετική άδεια για το σκοπό αυτό από την αρμόδια αρχή και εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου.

 

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της Εναγομένης 1 είναι ότι το κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό είναι προϊόν παράνομων και εσφαλμένων χρεώσεων επιτοκίου, εξόδων και τελών. Ακόμη και αν υιοθετηθεί, για σκοπούς συζήτησης, η θέση αυτή της Εναγομένης 1 και αφαιρεθούν όλες αυτές οι αμφισβητούμενες χρεώσεις, το ποσό που η Ενάγουσα θεωρεί ότι της οφείλεται δεν εκμηδενίζεται αλλά φαίνεται να είναι μειωμένο. Δηλαδή εμφανίζεται να παραμένει χρεωστικό υπόλοιπο. Με βάση τις δικές της αναφορές που περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη 1 αποτάθηκε σε εμπειρογνώμονα (χρηματοοικονομικό σύμβουλο), ο οποίος προέβηκε σε αφαιρέσεις χρεώσεων από την κατάσταση του επιδίκου λογαριασμού δανείου που κατά την κρίση του δεν θα έπρεπε να υπήρχαν. Ακολούθως προέβηκε σε υπολογισμούς και παρουσίασε μία διορθωμένη, κατά τη γνώμη του, κατάσταση του λογαριασμού δανείου. Μέσα από αυτές τις οικονομικές διορθώσεις και τις μαθηματικές και λογιστικές πράξεις που έκανε, ο εμπειρογνώμονας της Εναγομένης 1 που κατονομάζεται στην ένορκη δήλωση κατέληξε ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό το οποίο στις 31.12.20 ανέρχεται στα €372.179,96 και όχι στα €554.618,36 που η Ενάγουσα διεκδικεί. Επομένως η ίδια η Εναγόμενη 1 ασπάζεται τη θέση ότι εξακολουθεί να υπάρχει οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα σε σχέση με το επίδικο δάνειο, στο οποίο η ίδια είναι πρωτοφειλέτης και ενυπόθηκη οφειλέτης, χαμηλότερου ύψους από αυτό που η Ενάγουσα αξιώνει. Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία στο στάδιο αυτό είναι ότι η μαρτυρία της Εναγομένης 1 παραπέμπει σε ποσό που οφείλεται στην Ενάγουσα και αφορά το επίδικο δάνειο, ανεξάρτητα αν κατά τη γνώμη της είναι μικρότερο από αυτό που η Ενάγουσα θεωρεί ότι της οφείλεται.

 

Μάλιστα η δήλωση της ότι αποτελούσε επιθυμία της να υποβάλει σχετική πρόταση ρύθμισης του κατ’ ισχυρισμό οφειλομένου ποσού σε σχέση με το επίδικο δάνειο μετά που θα παραλάμβανε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού τείνει να καταδείξει ότι η Εναγόμενη 1 αναγνωρίζει την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου.

 

Ένα άλλο βασικό επιχείρημα της Εναγομένης 1 είναι ότι το ποσό του επιδίκου δανείου δεν έχει καταβληθεί και/ή εκταμιευτεί και/ή εισπραχτεί. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1, η θέση της αυτή εκ πρώτης όψεως συγκρούεται από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα της, ο οποίος μέσα από λογιστικούς υπολογισμούς, μαθηματικές πράξεις και οικονομικές διορθώσεις των χρεώσεων, πιστώσεων και γενικά πράξεων/συναλλαγών που εμφανίζονται στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου, καταλήγει στην ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου, χωρίς βέβαια καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αξιολογώ αυτή τη μαρτυρία και χωρίς να κρίνω την ορθότητα της. Είναι προφανές ότι στα πλαίσια της έρευνας και μελέτης του εμπειρογνώμονα της Εναγομένης 1 που οδήγησε στην ετοιμασία σχετικής έκθεσης, βασική παράμετρος για τους λογιστικούς υπολογισμούς, μαθηματικών πράξεων και οικονομικών διορθώσεων των χρεώσεων, πιστώσεων και γενικά πράξεων/συναλλαγών στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου ήταν η πίστωση με το ποσό της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης.

 

Από μια πρόχειρη ανάγνωση της έκθεσης του εμπειρογνώμονα που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση παρατηρώ ότι γίνεται αναφορά στη χορήγηση δανείου ύψους €313.000. Παράλληλα γίνεται αναφορά ότι η χορήγηση δανείου έγινε με σκοπό την εξόφληση 8 υφιστάμενων λογαριασμών «στο όνομα του Δικηγορικού Γραφείου Φιόνας Νικολάου». Επίσης γίνεται αναφορά ότι το επίδικο δάνειο καλύπτεται από διάφορες εξασφαλίσεις που απαριθμούνται, ανάμεσα στις οποίες είναι οι πέντε επίμαχες υποθήκες που εγγράφηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Η αναφορά αυτή του εμπειρογνώμονα φαίνεται να υποστηρίζεται από τα έγγραφα της σύμβασης δανείου που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Επίσης αν κάποιος διαβάσει την κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου δανείου που είναι στο όνομα «Δικηγορικό Γραφείο Φιόνα Νικολάου» και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση θα παρατηρήσει ότι στις 12.04.11 ο εν λόγω λογαριασμός πιστώνεται με το ποσό των €313.000 που συμπίπτει να είναι το ύψος της επίμαχης πιστωτικής διευκόλυνσης που χορηγήθηκε.

 

Η Εναγόμενη 1 επικαλείται την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη σύμβαση δανείου, συνεπεία των οποίων, θεωρεί ότι η εν λόγω σύμβαση είναι άκυρη. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του Ν.112(Ι)/21 δεν ενισχύουν τη θέση αυτή της Εναγομένης 1. Συνδυασμένη μελέτη των προνοιών του άρθρου 51 και του άρθρου 63 της εν λόγω νομοθεσίας καθιστά αντιληπτό ότι ο εντοπισμός ρήτρας που διαπιστωθεί ότι είναι καταχρηστική δεν οδηγεί τον καταναλωτή (εδώ Εναγόμενη 1) σε απαλλαγή των υποχρεώσεων του. Του δίδει απλώς δικαίωμα είτε τερματισμού των συμβάσεων είτε επιμονής για μη εφαρμογή της ρήτρας, με τη σύμβαση να συνεχίζει να ισχύει, εκτός και αν δεν θα μπορούσε να διαχωριστεί από την καταχρηστική ρήτρα (Γεωργιάδης v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 195/2018 ημερ. 18.12.24, Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α. (2015) 1Α Α.Α.Δ. 513, Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2015) 1Γ Α.Α.Δ. 2376).

 

Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου στοιχεία που έστω να τείνουν να καταδείξουν ότι η Εναγόμενη 1 υπαναχώρησε από την επίδικη σύμβαση. Αντίθετα μέσα από την κατάθεση του επιδίκου λογαριασμού δανείου φαίνεται να έχουν γίνει διάφορες άλλες πιστώσεις προς όφελος της Εναγομένης 1, πράγμα που εκ πρώτης όψεως τείνει να καταδείξει συνέχιση δέσμευσης της Εναγομένης 1 από την εν λόγω σύμβαση δανείου. Η όποια αντίδραση της φαίνεται μετά τον αμφισβητούμενο τερματισμό της επίδικης σύμβασης δανείου από την Ενάγουσα. Εκείνο που εκ πρώτης όψεως προκύπτει είναι η σαφής εντύπωση ότι η αντίδραση της Εναγομένης 1 έχει περιστραφεί και συνάμα περιοριστεί γύρω από τη μείωση του κατ’ ισχυρισμό οφειλομένου ποσού με την αφαίρεση των χρεώσεων που κατά τη γνώμη της είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με και/ή προκύπτουν από ρήτρες που η ίδια θεωρεί ως καταχρηστικές. Προς την κατεύθυνση αυτή στρέφεται η έκθεση του εμπειρογνώμονα στον οποίον αποτάθηκε η Εναγόμενη 1 για αφαίρεση όλων των χρεώσεων που η ίδια θεωρεί ότι είναι παράνομες και εσφαλμένες και συνδέονται ευθέως με το βασικό, πρόσθετο και μεταβαλλόμενο επιτόκιο, στις χρεώσεις επιτοκίου, στην κεφαλαιοποίηση, άλλες χρεώσεις περί τραπεζικών δικαιωμάτων, προμηθειών και εξόδων και στον τρόπο υπολογισμού. Συνεπώς οποιαδήποτε αυτεπάγγελτη εξέταση του Δικαστηρίου για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη σύμβαση δανείου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα πραγματοποιηθεί στη βάση του σκεπτικού της πιο πάνω επιλογής της Εναγομένης 1.

 

Σε κάθε περίπτωση, στο ζήτημα των καταχρηστικών ρητρών η Εναγόμενη 1 περιορίζεται σε μια απλή προβολή ισχυρισμών χωρίς να αναφερθεί στις συνθήκες των όποιων συζητήσεων και συνθηκών υπογραφής, στην όποιαν άσκηση πίεσης ή παρότρυνσης ή εξαπάτησης της, στην όποιαν δική της αντίληψη επί της κατάστασης, ποιες συγκεκριμένες παράνομες χρεώσεις έχουν μονομερώς επιβληθεί, ποιες συγκεκριμένες εσφαλμένες χρεώσεις έχουν μονομερώς επιβληθεί και πότε υπήρξαν τέτοιες μονομερείς χρεώσεις. Αυτά επειδή υπάρχει μαρτυρία από μέρους της Ενάγουσας ότι οι όροι της σύμβασης επεξηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1, τους οποίους η ίδια υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση της. Πέραν αυτού υπάρχει το αναντίλεκτο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 είναι δικηγόρος οπότε, εκ του επαγγέλματος της, η ίδια ήταν σε θέση και/ή μπορούσε να ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη νομική έννοια των όρων που υπέγραψε και τις συνέπειες που αυτοί είχαν.

 

Η Εναγόμενη 1 εγείρει ζήτημα μη αποστολής και λήψης προειδοποιητικών επιστολών ημερ. 23.09.14, 04.06.15 και 30.06.20 καθώς επίσης επιστολής τερματισμού ημερ. 14.09.20 προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα και εγκυρότητα του τερματισμού. Ενόψει της περί του αντιθέτου ισχυρισμού της Ενάγουσας υπό το φως του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου από το οποίο φαίνεται συγκεκριμένη δηλωμένη διεύθυνση της Εναγομένης στην επίδικη σύμβαση δανείου που η Εναγόμενη 1 φαίνεται να υπέγραψε (Τεκμήριο 1 αρχική ΕΔ Εναγομένης 1) με την ίδια δηλωμένη διεύθυνση να εμφανίζεται στα έγγραφα υποθήκης αρ. 11330/2009 που και αυτά η Εναγόμενη 1 φαίνεται να υπέγραψε (Τεκμήριο 2 αρχική ΕΔ Χριστοφίδη), το έγγραφο αποδοχής όρων εγκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων που επίσης φαίνεται να υπέγραψε η Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 3 αρχική ΕΔ Χριστοφίδη) αλλά και την παρούσα αγωγή, ουδεμία αναφορά υπάρχει από μέρους της Εναγομένης 1 στο αν η διεύθυνση διαμονής της είχε αλλάξει την περίοδο από της υπογραφής της επίδικης σύμβασης δανείου και των συμφωνητικών εγγράφων υποθήκης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αν, εφόσον είχε αλλάξει, η ίδια ειδοποίησε την Ενάγουσα για την αλλαγή αυτή και σε περίπτωση που το έπραξε πότε έγινε αυτό.

 

Επίσης η Εναγόμενη 1 επικαλείται δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, εξαναγκασμό και άσκηση ψυχικής πίεσης εναντίον της από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 2. Οι δικογραφημένες λεπτομέρειες που παρέχονται περιορίζονται σε γενικές τοποθετήσεις. Επί τούτων δεν υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να παραπέμπει σε συγκεκριμένες αναφορές ως προς το σε τι ακριβώς συνίστατο ο δόλος και η απάτη που ισχυρίζεται, πως αυτό ήταν εφικτό εφόσον η ίδια ήταν δικηγόρος, πότε έγιναν αυτά και κάτω από ποιές συνθήκες υπήρξαν. Ποιες συγκεκριμένες παραστάσεις επί των οποίων βασίστηκε η Εναγόμενη 1 ήταν ψευδείς και πως η Ενάγουσα, δια των λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου, εκδήλωσε τέτοια πρόθεση εις βάρος της Εναγομένης 1. Η Εναγόμενη 1 επικαλείται άσκηση πιέσεων, απειλών και εκβιασμών χωρίς όμως να αναφέρει πως συγκεκριμένα την πίεσαν, τι απειλές εκστομίστηκαν εναντίον της, από ποιον αυτές προέρχονται και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκβιάστηκε.

 

Σε ότι αφορά την επικαλούμενη αμελή συμπεριφορά που η Εναγόμενη 1 αποδίδει στην Ενάγουσα, ισχύουν, κατ’ αναλογία, τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως. Οι δικογραφημένες λεπτομέρειες είναι αόριστες. Εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει μαρτυρία που να περιγράφει αυτή την κατ’ ισχυρισμό αμελή συμπεριφορά στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων. Πως δηλαδή συγκεκριμένα και στη βάση επικαλούμενων γεγονότων η Ενάγουσα, διά των λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου, ενέργησε αμελώς. Ποια συγκεκριμένα ήταν η ανέντιμη συμπεριφορά που καταλογίζεται στην Ενάγουσα, διά των λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου. Πότε και με ποιο τρόπο οι λειτουργοί της Τράπεζας Κύπρου αδιαφόρησαν και δεν κατέβαλαν λογική φροντίδα απέναντι στην Εναγόμενη 1. Πότε και πως στη βάση επικαλούμενων γεγονότων την παραπλάνησαν.

 

Επιπλέον η Ενάγουσα ισχυρίζεται συνομωσία από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 2 με σκοπό την εξαπάτηση της και/ή πρόκληση ζημιάς σ’ αυτήν. Η αναφορά αυτή είναι γενική και περιορίζεται σε λεκτική διατύπωση για συμπαιγνία και συνομωσία λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου με τον Εναγόμενο 2. Ωστόσο δεν παρέχεται καμία αναφορά σε σχέση με περιγραφή συγκεκριμένης συμπεριφοράς που να τείνει να καταδείξει κοινή συμφωνία και/ή κοινό σχέδιο δράσης και/ή λήψη συγκεκριμένων ενεργειών στη βάση επικαλούμενων γεγονότων που να πηγάζουν μέσα από συνωμοτική συμπεριφορά και/ή μεταξύ τους προσυνεννόηση με σκοπό να ενεργήσουν εις βάρος της Εναγομένης 1.

 

Επιπρόσθετα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, η Εναγόμενη στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις της σχολιάζει διάφορα άλλα ζητήματα.

 

Είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι η πώληση της επίδικης σύμβασης πώλησης και οι συναφείς εξασφαλίσεις της από την Τράπεζα Κύπρου στη Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited είναι αντισυνταγματική επειδή προσκρούει στο άρθρο 26(1) του Συντάγματος. Θα πρέπει να λεχθεί τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα. Κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής το Δικαστήριο θα εξετάσει μόνο τα θέματα που κατέστησαν επίδικα μέσα από τα δικόγραφα και το συγκεκριμένο δεν φαίνεται να περιλαμβάνεται σ’ αυτά.    

 

Η Εναγόμενη 1 ακόμη ισχυρίζεται ότι οι ενέργειες της Τράπεζας Κύπρου και της Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited στα πλαίσια μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και των εξασφαλίσεων της είναι παράνομες και άκυρες επειδή παραβιάζουν τον Νόμο περί Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων της Εναγομένης 1 και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και τον Κανονισμό (ΕΕ) 216/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών και νομικών προσώπων έναντι επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι η απουσία αναφοράς που να επεξηγεί με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες σημειώνεται η επικαλούμενη παραβίαση, αφαιρώντας έτσι προοπτική δυναμικής από τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Επιπλέον η Εναγόμενη 1 αμφισβητεί την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος από την Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited να προωθεί την παρούσα διαδικασία εναντίον της Εναγομένης 1 καθώς επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου παρέλειψε να της επιδώσει ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015. Οι θέσεις αυτές προσκρούουν σε μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς της Ενάγουσας, η οποία δεν αντικρούστηκε. Ειδικότερα το Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ΕΔ Χριστοφίδη υποδεικνύει την έκδοση διατάγματος ημερ. 12.10.22 από τη Ε.Δ. Λευκωσίας με το οποίο εγκρίθηκε Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited όπου συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις τους μεταβιβάστηκαν από την πρώτη στη δεύτερη εταιρεία, με την τελευταία πλέον να συνεχίζει κάθε νομική διαδικασία αντικαθιστώντας και/ή υποκαθιστώντας την Τράπεζα Κύπρου. Η έκδοση διατάγματος έγινε στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 516/2022. Όπως αναφέρεται, η μεταβίβαση, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η επίδικη μαζί με τις εξασφαλίσεις της (επίμαχες υποθήκες), έγινε στις 19.10.22. Το ότι η Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία νόμιμα διαθέτει σχετική άδεια για το σκοπό αυτό από την αρμόδια αρχή και εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου δεν αμφισβητείται. Τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited φαίνεται να απέστειλαν μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου σχετικές επιστολές που απευθύνονταν στην Εναγόμενη 1. Μαρτυρία ότι παρέμειναν αζήτητες ή ότι επιστράφηκαν ως τέτοιες δεν έχει τεθεί ενώπιον μου. Παράλληλα σχετική ειδοποίηση ημερ. 28.12.22 προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού όπου περιγράφεται το ιστορικό των ενεργειών και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε καταχωρίστηκε στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεση από τον κοινό δικηγόρο της Τράπεζας Κύπρου και της Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited. Αντίγραφο της εν λόγω γραπτής ειδοποίησης κοινοποιήθηκε στον συνήγορο της Εναγομένης 1. Οι πράξεις αυτές σε συνδυασμό με το φαινομενικό αποτέλεσμα τους εκ πρώτης όψεως συνάδουν τόσο με τις πρόνοιες του διατάγματος όσο και με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015.

 

Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctionsτων Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 123 και 128:

«Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό.  Αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση.  Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή.  Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του.  Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του.

 

...αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή.  Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία.  Γι’ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.  Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.»

 

[Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Επίσης επί τούτου παραπέμπω στην υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16.07.19.

 

Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα προαναφερόμενα είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την προβαλλόμενη εκδοχή της Εναγομένης 1 με ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με όλες τις επικαλούμενες βάσεις ανταπαίτησης, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής ης και/ή της εκδοχής της Ενάγουσας. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.

 

Έπεται ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης, στο βαθμό και στην έκταση που αφορούν τη δεύτερη προϋπόθεση, επιτυγχάνουν.

 

Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης παρέλκει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και των παραμέτρων του άρθρου 4 του Κεφ. 6 που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου υπό τη μορφή αυτοτέλειας καθώς επίσης του κριτηρίου του ισοζυγίου της ευχέρειας.

 

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ ης η αίτησης και εναντίον της Εναγομένης 1/Αιτήτριας. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.

 

                                                                             (Υπ.) ……..........................................

                                                                                               Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο