ΚΑΜΜΙΤΣΗ, προσωπικά και υπό την ιδιότητα της ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED ν. JONATHAN DANIEL DIMITRY, προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/2021, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΚΑΜΜΙΤΣΗ, προσωπικά και υπό την ιδιότητα της ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED ν. JONATHAN DANIEL DIMITRY, προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/2021, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

                                                Αρ. Αγωγής: 1990/2021

Μεταξύ:

ΧΧΧ ΚΑΜΜΙΤΣΗ, προσωπικά και υπό την ιδιότητα της

ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS

(EUROPE) LIMITED (HE XXX)

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                            και

1.    JONATHAN DANIEL DIMITRY, προσωπικά και υπό

την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας

BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED (HE XXX)

2.    BLOCH JUERG

3.    ANJA VOGT

4.    LIVIA SAUBERLI

5.    NIEDERER KRAFT FREY AG (XXX)

6.    BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED (HE XXX)                                           

Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 26.11.21 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 30.04.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κος Π. Πανάγος μαζί με κα Δ. Χριστοδούλου για

                                          Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο 1/Καθ’ ου η αίτηση: κα Χρ. Χριστοφόρου για Χρήστος Γεωργιάδης &

                                                               Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 26.11.21 η Ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει διάφορες αναγνωριστικές δηλώσεις και διατάγματα με τα οποία το Δικαστήριο καλείται να κρίνει ότι ο τρόπος που ο Εναγόμενος 1 ενεργεί και λαμβάνει αποφάσεις υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγομένης 6 εταιρείας είναι αντικανονικός, παράνομος, κατά παράβαση των καθηκόντων πίστεως και κατά παράβαση του καταστατικού εγγράφου της εν λόγω εταιρείας. Επίσης η Ενάγουσα επιδιώκει αναγνωριστικές δηλώσεις και διατάγματα με τα οποία ενέργειες και αποφάσεις του Εναγομένου 1 αλλά και των Εναγομένων 2-5 που έχουν διοριστεί από τον Εναγόμενο 1 και αφορούν την Εναγόμενη 6 εταιρεία να κριθούν παράνομες και αντικανονικές και ως εκ τούτου να κηρυχθούν άκυρες και χωρίς νομική ισχύ. Ακόμη επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς την προηγούμενη σύγκλιση συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 6 και λήψη απόφασης από τους διοικητικούς συμβούλους της.

 

Περαιτέρω ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται ο Εναγόμενος 1 να καταβάλει προσωπικά τα έξοδα των Εναγομένων 2-5 σε σχέση με το χρόνο που ανάλωσαν για την Εναγόμενη 6 εταιρεία. Επιπλέον επιδιώκεται η επιδίκαση γενικών, παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον του Εναγομένου 1 για όλες τις ζημιές και απώλειες που η Ενάγουσα και/ή η Εναγόμενη 6 εταιρεία υπέστηκαν συνεπεία των κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμων ενεργειών, πράξεων και αποφάσεων του.

 

Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η αγωγή, η Ενάγουσα (Αιτήτρια) προώθησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση στην οποίαν ζήτησε:

«Α.       Ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ’ ου η αίτηση 1 να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια ή/και λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 6, μονομερώς ή/και κατά παράβαση του καταστατικού εγγράφου της Καθ’ ης η αίτηση 6 ή/και χωρίς δεόντως εγκεκριμένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθ’ ης η αίτηση 6 ή/και χωρίς την σύμφωνη γνώμη ή/και έγκριση της Αιτήτριας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ή/και της παρούσας αγωγής και την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

Β.         Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η αίτηση 1-5 όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος ετοιμάσουν και καταχωρήσουν ένορκη δήλωση στην οποία να καταγράφουν και επισυνάπτουν όλα τα έγγραφα ή/και πληρεξούσια ή/και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο υπέγραψε ο Καθ’ ου η αίτηση 1 εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 6, από τις 2 Ιουνίου 2021 ημερομηνία κατά την οποία η Αιτήτρια διορίστηκε διευθύντρια στην Καθ’ ης η αίτηση 6 και εντεύθεν, μονομερώς ή/και χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Καθ’ ης η αίτηση 6 ή/και χωρίς την σύμφωνη γνώμη ή/και έγκριση της Αιτήτριας.

Γ.         Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως επιτραπεί στην Αιτήτρια να χρησιμοποιεί οιαδήποτε έγγραφα ή/και πληρεξούσια δυνατόν να αποκαλυφθούν σε ένορκη δήλωση ως το Αιτητικό Β ανωτέρω.

Δ.         Οιανδήποτε περαιτέρω απόφαση ή διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό δικαστήριο.

Ε.         Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.»

 

Στις 06.12.21 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα ως το σημείο (Α) της υπό κρίση αίτησης. Σε ότι αφορά τις θεραπείες υπό τα σημεία (Β) και (Γ) αυτής, δόθηκαν οδηγίες να επιδοθούν.

 

Στην πορεία η υπό κρίση αίτηση αποσύρθηκε και κατ’ επέκταση απορρίφθηκε αναφορικά με τους Εναγομένους 2-5 (πρακτικό Δικαστηρίου ημερ.28.11.23). Επιπρόσθετα η αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης και κατ’ επέκταση απορρίφθηκε στο μέρος που αφορά τους Εναγομένους 2-5 (πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 02.04.25).

 

Γίνεται αντιληπτό ότι εκείνο που παρέμεινε να μας απασχολήσει στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης αφορά μόνο τον Εναγόμενο 1. Συγκεκριμένα αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας αίτησης είναι κατά πόσο ή όχι το ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 06.12.21 θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου καθώς επίσης εάν δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων θεραπειών υπό τα σημεία (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης.

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, το άρθρο 9 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1-Θ.9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, ο περί Εταιρειών Νόμος (Κεφ.113), το άρθρο 24(2) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, το άρθρο 22(2) του Lugano Convention (Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις), οι αρχές του κοινοδικαίου (common law), της επιείκειας (equity), οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του μονομερώς εκδομένου προσωρινού διατάγματος και συνάμα ικανοποιούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της ιδίας, η οποία κατέχει τη θέση ενός εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 6 εταιρείας. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που σύμφωνα με την Ενάγουσα έχουν συμβεί και αφορούν τον τρόπο που ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε και λάμβανε αποφάσεις. Ακόμη παρουσιάζονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που κατά την ομνύουσα πληρούν τις προϋποθέσεις για την επιτυχία της παρούσας αίτησης. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων και αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή της Ενάγουσας.

 

Ο Εναγόμενος 1 (Καθ’ ου η αίτηση) αντέδρασε στις 24.03.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 7 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος αλλά και υπέρ της έγκρισης των υπολοίπων αιτουμένων θεραπειών.

 

Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Εναγομένης 1 στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 15(2) του Κεφ.113, στο άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, στη Δ.48 Θ.4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23 και στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Χρυστάλλας Χριστοφόρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 1 στην παρούσα υπόθεση.

 

Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη του Εναγομένου 1 τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης με ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος και συνάμα μη έκδοσης των άλλων αιτουμένων θεραπειών. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 έχουν διαδραματιστεί και παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης του, στη βάση των οποίων θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους του. Τα επικαλούμενα γεγονότα και αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή του Εναγομένου 1 στην παρούσα υπόθεση.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και συμπληρωματικά σε προφορικές διευκρινιστικές αναφορές. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Προτού ασχοληθώ με την ουσία των λόγων ένστασης, θα εξετάσω δύο ζητήματα που η πλευρά της Ενάγουσας εγείρει μέσα από τη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της. Θα με απασχολήσουν πρώτα από οτιδήποτε άλλο επειδή προβάλλονται υπό τη μορφή προκαταρκτικών θέσεων που χρήζουν απάντησης.

 

Η Ενάγουσα επικαλείται παράλειψη εξειδίκευσης λόγων ένστασης από μέρους του Εναγομένου 1. Πρόκειται για μία γενική και αόριστη αναφορά, η οποία παρέμεινε στη σφαίρα του ατεκμηρίωτου ισχυρισμού. Ουδεμία λεπτομέρεια παρέχεται που να διαφωτίζει το Δικαστήριο σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι ένστασης που περιέχονται στο σώμα του εγγράφου προσδιορίζονται με επάρκεια σ’ αυτό και επεξηγούνται μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Συνεπώς η θέση αυτή απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Η Ενάγουσα επίσης επικαλείται παράλειψη τεκμηρίωσης ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα, η εν λόγω τοποθέτηση της συνιστά συμπέρασμα και με χωρίς συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η εν λόγω θέση της στερείται ερείσματος και γι’ αυτό απορρίπτεται.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.

 

Με τον 1ο λόγο ένστασης ο Εναγόμενος 1 εγείρει θέμα δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αίτησης και γενικότερα της αγωγής από το παρόν Δικαστήριο. Η φύση του λόγου αυτού επιβάλλει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα των υπολοίπων λόγων.

 

Είναι θέση του Εναγομένου 1 ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν και να αποφασίσουν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης αυτής. Προς υποστήριξη της θέσης του η ευπαίδευτη συνήγορος του με παρέπεμψε στο άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 που αναφέρει ότι «πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.» Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, στην προκειμένη περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 24(2) του εν λόγω ευρωπαϊκού κανονισμού δεν τυγχάνουν εφαρμογής επειδή, ως ισχυρίστηκε, η Ενάγουσα, υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου της Εναγομένης 6 εταιρείας, δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα για αμφισβήτηση του κύρους των αποφάσεων των οργάνων της εν λόγω εταιρείας παρά μόνο η ίδια η εταιρεία. Ούτε, όπως είπε, ή Ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα ή παράγωγα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον της εν λόγω εταιρείας αλλά ούτε η παρούσα αγωγή είναι παράγωγη αφού η Ενάγουσα δεν είναι μέτοχος για να αναζητεί προστασία μειοψηφίας.

 

Αντίθετη ήταν η νομική προσέγγιση από την Ενάγουσα, η οποία εδράζεται σε υφιστάμενη ενδιάμεση απόφαση επί του ζητήματος προκειμένου να υποστηρίξει απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Προς ενίσχυση της θέση της ότι ο λόγος αυτός ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί, η Ενάγουσα συμπληρωματικά επικαλέστηκε τη δικονομική συμπεριφορά που ο Εναγόμενος επέδειξε στην αγωγή αυτή αλλά και τη σημασία των διατάξεων του άρθρου 24(2) Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, στις οποίες παρέπεμψε.

 

Είναι γεγονός ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αγωγής εξετάστηκε και αποφασίστηκε στα πλαίσια ακρόασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 11.07.22. Για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της απόφασης του ημερ. 23.08.24, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραχώρηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με την έκδοση σχετικού διατάγματος ημερ. 07.01.22 δυνάμει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23 θεμελίωσε τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων (σελίδα 9 της απόφασης). Επί της απόφασης αυτής ο Εναγόμενος 1 δεν άσκησε έφεση. Ούτε καταχώρισε αίτηση παραμερισμού του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο στις 07.01.22, όπως εναλλακτικά το Δικαστήριο σχολίασε στην εν λόγω απόφαση του (σελίδες 9-10). Εφόσον η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.08.24 δεν αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο και δεν λήφθηκε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο με στόχο τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας, το εν λόγω διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ.

 

Επομένως προκύπτει αβίαστα ότι το θέμα της δικαιοδοσίας κρίθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 23.08.24 του Ε.Δ. Λεμεσού. Με αυτή τέθηκε το θεμέλιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και πάνω σ' αυτή κινείται η διαδικασία, εφόσον δεν έχει παραμεριστεί, κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου. Η ισχύς της απόφασης, η οποία έκρινε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια κέκτηνται δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή αυτή, αλώβητη εξακολουθεί να βρίσκεται στο νομικό στερέωμα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Mikis & Markos Sideris Holdings Limited v. Σιδέρη κ.α.(2010) 1 Α.Α.Δ. 286 που με παρέπεμψε η πλευρά της Ενάγουσας:

«Το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό μέτρο στα πλαίσια της διαδικασίας όταν δεν υπήρξε προηγουμένως τέτοια αμφισβήτηση σχετικής απόφασης για το ίδιο θέμα.»  

 

Με το πιο πάνω σκεπτικό ευθυγραμμίζεται η μεταγενέστερη υπόθεση Mints κ.α. Shishkin κ.α,, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε69-71/2020 κ.α. ημερ. 10.01.24 στην οποίαν το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου όπου είχε αποφασίσει ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας είχε αποφασιστεί με την απόρριψη των αιτήσεων παραμερισμού αγωγής που είχαν προγενέστερα καταχωρηθεί.

 

Είναι επίσης γνωστή η νομική αρχή ότι δεν είναι δυνατό ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου και να αμφισβητεί την ορθότητα αυτών, καθώς και ότι τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν υπέρβαση δικαιοδοσίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 130/25 ημερ. 03.10.25, Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λίμιτεδ, κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 32/2019 ημερ. 17.04.19, ECLI:CY:AD:2019:D149, Mikis & Markos Sideris Holdings Limited v. Σιδέρη κ.α. (πιο πάνω) 1(Α) Α.Α.Δ. 286, Papademetriou v. Christofi and others (1988) 1 C.L.R. 101 και Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 639.

 

Καθοδηγούμενος από την πιο πάνω νομική αρχή, καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναιρέσει/ακυρώσει/παραμερίσει/αναθεωρήσει την απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού (υπό διαφορετική σύνθεση) που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με την οποίαν κρίθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια κέκτηται δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση αυτή εκδίδοντας προς τούτο σχετικό διάταγμα επίδοσης των εγγράφων της υπόθεσης στον Εναγόμενο 1.

 

Αναγνωρίζοντας την ισχύ του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε υπεράσπιση στις 06.11.24. Αυτό είναι γεγονός που δεν αμφισβητείται. Εξάλλου είναι κάτι που έχω εντοπίσει μέσα από το φάκελο της υπόθεσης στον οποίον ανάτρεξα προκείμενου να διαπιστώσω με ακρίβεια το πραγματικό και δικονομικό υπόβαθρο της υπόθεσης που σχετίζεται με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1 Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146). Πέραν της μη αμφισβήτησης της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 23.08.24 σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο, η ακολούθως καταχώρηση υπεράσπισης σε συνδυασμό με την μετέπειτα υποβολή Παραρτήματος Τύπος 25 στις 27.02.25 στην αίτηση κλήσης για οδηγίες της Ενάγουσας ημερ. 23.01.25 καταδεικνύει, χωρίς αμφιβολία, υπαγωγή του Εναγομένου 1 στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων (Victor Onega A.G. v. Του Πλοίου M/V Girvas κ.α. (1999) (Αρ.1) 1 Α.Α.Δ. 1).

 

Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το άρθρο 24(2) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, το οποίο πραγματεύεται τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, παρέχει ειδική δικαιοδοσία ώστε πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος να μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος όταν:

«σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος της σύστασης, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή το κύρος αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα, το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του.»

 

[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει στο άρθρο 22(2) στη Σύμβαση Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στην οποίαν η Κύπρος είναι συμβαλλόμενο μέρος και δεσμεύεται για την εφαρμογή της.

 

Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Εναγόμενη 6 είναι εταιρεία που εγγράφηκε δεόντως στην Κυπριακή Δημοκρατία με εγγεγραμμένο γραφείο εντός της Επαρχίας Λεμεσού (§1 έκθεσης απαίτησης και §4 έκθεσης υπεράσπισης). Το δε αντικείμενο της παρούσας αγωγής αφορά το κύρος, τη νομιμότητα, τη νομική ισχύ και την εγκυρότητα ενεργειών και αποφάσεων που λαμβάνονται εκ μέρους και για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας, η οποία συστάθηκε δεόντως στην Κύπρο με βάση την ισχύουσα κυπριακή νομοθεσία.

 

Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο 1, η θέση του ότι οι διατάξεις του άρθρου 24(2) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 δεν τυγχάνουν εφαρμογής για τους λόγους που επικαλέστηκε δεν έχουν έρεισμα επειδή δεν συνιστούν κριτήριο που καθορίζει εάν το παρόν Δικαστήριο έχει ή όχι δικαιοδοσία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η Εναγόμενη 6 είναι εταιρεία που συστάθηκε και εγγράφηκε στην Κύπρο και η λειτουργία της διέπεται από το Κεφ.113 και τους συναφείς κυπριακούς εταιρικούς κανονισμούς με το εγγεγραμμένο γραφείο της να βρίσκεται στην Επαρχία Λεμεσού και τα επίδικα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αφορούν, όπως ήδη έχει λεχθεί, το κύρος, τη νομιμότητα, τη νομική ισχύ και την εγκυρότητα ενεργειών και αποφάσεων που λαμβάνονται εκ μέρους και για λογαριασμό της. Σε τελευταία ανάλυση ο Εναγόμενος 1 ενάγεται για τον τρόπο που ενεργούσε και για τον τρόπο που λάμβανε αποφάσεις ως ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 6 εταιρείας που έχει την έδρα της στην Επαρχία Λεμεσού της Κυπριακής Δημοκρατίας, η λειτουργία της οποίας εταιρείας διέπεται από την κυπριακή νομοθεσία και τους συναφείς κυπριακούς εταιρικούς κανονισμούς. Επομένως οι πρόνοιες του άρθρου 24(2) του εν λόγω ευρωπαϊκού κανονισμού τυγχάνουν εδώ εφαρμογής.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Ένα άλλος λόγος ένστασης που προβάλλεται αφορά το στοιχείο του «κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων» (2ος λόγος ένστασης).

 

Ο Εναγόμενος 1 εκτιμά ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση ώστε να δικαιολογείται η μονομερής έκδοση διατάγματος. Η Ενάγουσα διαφωνεί με τη θέση αυτή που προβάλλεται.

 

Μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης αποτελεί το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό πλαίσιο που παρέχει εξουσία για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων πάσης φύσεως. Το δε άρθρο 9 του Κεφ.6 συνιστά το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την μονομερή έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Οι πρόνοιες του άρθρου 9, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, έχουν ως εξής:

«9.—(1) Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί µε αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.»

 

Οι πιο πάνω διατάξεις καθιστούν σαφές ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» αποτελούν δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Μόνο εφόσον δικαιολογούνται αυτά, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει.

 

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι μονομερώς εκδόθηκε μόνο το ενδιάμεσο διάταγμα υπό το σημείο (Α) της υπό κρίση αίτησης. Αυτό είναι το κομμάτι που ελέγχεται στο στάδιο αυτό που είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς του μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Το υπόλοιπο μέρος της αίτησης αντιμετωπίζεται στα πλαίσια διαδικασίας δια κλήσεως όπου το Δικαστήριο αφού άκουσε και τις δύο πλευρές καλείται να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων θεραπειών υπό τα σημεία (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης.

Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι μέρος της υπό εξέταση αίτησης προωθήθηκε μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως.

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος».

 

Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το στοιχείο «κατεπείγοντος» όσο και το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό «απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» εγείρονται ως ξεχωριστοί λόγοι με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται χωρίς ενδοιασμό το σκεπτικό στην υπόθεση Κούππα (πιο πάνω).

 

Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη.

 

Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 208/2025 ημερ. 16.09.25, όπου με δεικτικό τρόπο υπενθύμισε ότι η μονομερής έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αποτελεί την άκρως ιδιάζουσα εξαίρεση και όχι τον κανόνα (Αμβροσιάδου vCoward (2013) 1(Α) Α.Α.Δ 78) με αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την In re Zhigachov κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 1318:

«. . . Η διαδικασία της έκδοσης του είναι άλλο πράγμα. Τα ως άνω λεχθέντα αφορούν μόνο το δεύτερο και επιδιώκουν να τονίσουν τη θεμελιακή υποχρέωση του δικαστηρίου να ενεργεί σε συμφωνία με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ως προς την ακρόαση και των δύο πλευρών. Τούτο εξάλλου το καθιστά και πιο πληροφορημένο ως προς το αν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος.»

       

Ίδια προσέγγιση με το πιο πάνω σκεπτικό υπήρξε και στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 230/2025 ημερ. 26.09.25.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους (2010) 1Α Α.Α.Δ. 234).

 

Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ’ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9(1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως:

«Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου.  Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.

Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του – (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 – 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD – (Αίτηση Αρ. 143/96 – 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6.»

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών.

 

Σχετική ακόμη με το θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου v Olympic Insurance Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016 ημερ. 12.10.23.

 

Παράλληλα εκεί που υπάρχουν ιδιαιτέρες περιστάσεις το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα χωρίς ειδοποίηση. Η νομολογία επισημαίνει ότι πρέπει να συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου να καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος αδύνατη. Η παράμετρος αυτή συνδέεται με τον χρόνο, ο οποίος θα μπορούσε να ήταν διαθέσιμος στον Αιτητή συγκρινόμενο πάντοτε με το χρονικό διάστημα που στην πράξη η μονομερής αίτηση προωθήθηκε. Παραπέμπω στις υποθέσεις Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου (2014) 1Α, Α.Α.Δ. 637, Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ 203. Έχει λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο αιτητής, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η εκδοχή της Ενάγουσας για ύπαρξη του «κατεπείγοντος στοιχείου» προβάλλεται στην §43 υπό τα σημεία 43.1-43.5 της ΕΔ Ενάγουσας. Ειδικότερα αναφέρεται ότι:

(α)       λίγες ημέρες πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ο Εναγόμενος 1, μέσω του δικηγόρου Άγη Γεωργιάδη, παραδέχτηκε ότι ενέργησε και συνεχίζει να ενεργεί στο όνομα της Εναγομένης 6 εταιρείας υπό το καθεστώς πλήρους απασχόλησης,

(β)       οι προσπάθειες που η Ενάγουσα κατέβαλε για να συγκεντρώσει τα στοιχεία που είχε ζητήσει απέβησαν άκαρπες με τον Εναγόμενο 1 να αρνείται προκειμένου να προστατεύσει τα προσωπικά του συμφέροντα, ενδεχομένως εις βάρος της Εναγομένης 6 εταιρείας,

(γ)        προκύπτει άμεσος κίνδυνος να προβεί ο Εναγόμενος 1 σε μονομερείς ενέργειες στο όνομα της Εναγομένης 6 εταιρείας και στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2206/2021 με ενδεχόμενο διορισμό δικηγόρου που να εκπροσωπεί την Εναγόμενη 6 εταιρεία και να αποδεχτεί απόφαση με καταστροφικές συνέπειες για την εν λόγω εταιρεία,

(δ)        ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται διάπραξη ποινικών αδικημάτων εναντίον της Εναγομένης 6 εταιρείας και οι ισχυρισμοί του αποδειχτούν αβάσιμοι υπάρχει ορατός κίνδυνος η Ενάγουσα να βρεθεί είτε υπό διερεύνηση είτε ως κατηγορούμενη για κακόβουλη δίωξη,

(ε)        οι πιθανότητες ο Εναγόμενος 1 να προβεί σε περαιτέρω μη εξουσιοδοτημένες ενέργειες εκ μέρους της Εναγομένης 6 εταιρείας είναι αμέτρητες με τον κίνδυνο να υπάρξουν σοβαρές συνέπειες στα συμφέροντα της εν λόγω εταιρείας αλλά και στα προσωπικά συμφέροντα της Ενάγουσας είναι σοβαρός και δεν μπορεί να παραβλεφθεί.

 

Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα, όλα τα γεγονότα που η ίδια επικαλέστηκε στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση σε συνάρτηση με τη χρονολογική σειρά που η ίδια παρουσίασε ότι έχουν συμβεί αφήνουν εκτεθειμένη τη θέση της περί ύπαρξης στοιχείου «κατεπείγοντος». Η Ενάγουσα προέβαλε μία σειρά από γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε μεγάλη χρονική περίοδο, χωρίς η ίδια στο διάστημα αυτό να αισθανθεί ότι η υπόθεση της χαρακτηρίζεται από το στοιχείο του «κατεπείγοντος».

 

Από τις 18.06.21 η Ενάγουσα είχε υποψιαστεί ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε και συμπεριφερόταν με τον τρόπο που του αποδίδει. Η ίδια το αναφέρει μέσα από την γραπτή αλληλογραφία που είχε με τον Εναγόμενο 1 και τον δικηγόρο Άγη Γεωργιάδη. Ωστόσο επέλεξε να μην προσφύγει στο Δικαστήριο. Η ίδια παραδέχεται ότι από τις 23.06.21 αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε διορίσει τον Άγη Γεωργιάδη δικηγόρο της Εναγομένης 6 εταιρείας, πράγμα που σύμφωνα με την ίδια ήταν κατά παράβαση του καταστατικού εγγράφου της εν λόγω εταιρείας και συνιστούσε μονομερής παράνομη ενέργεια χωρίς απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της (§23 ΕΔ Ενάγουσας). Ωστόσο πάλι επέλεξε να μην προσφύγει στο Δικαστήριο. Ακολούθως αρχές Αυγούστου 2021 η Ενάγουσα ομολογεί ότι είχε αντιληφθεί πως ο Εναγόμενος 6 διόρισε την Εναγόμενη 5 και τους Εναγομένους 2-4 να ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 6 εταιρείας μέσω πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 26.07.21 το οποίο υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1 μονομερώς και δίχως απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 6 εταιρείας (§25 ΕΔ Ενάγουσας). Παρόλα αυτά δεν προσφεύγει στο Δικαστήριο. Την ίδια περίοδο η Ενάγουσα παραδέχεται ότι είχε αντιληφθεί πως ο Εναγόμενος 5 είχε καταχωρήσει αγωγή και αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στην Ελβετία εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 6 εταιρείας χωρίς απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της εν λόγω εταιρείας (§26 ΕΔ Ενάγουσας). Πάλι όμως η Ενάγουσα δεν προσφεύγει στο Δικαστήριο.

 

Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η Ενάγουσα παρόλο ότι γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε και συμπεριφερόταν σύμφωνα με την ίδια με τον επιλήψιμο τρόπο που του καταλογίζει, εντούτοις άφησε χρονικό διάστημα περίπου 5 μηνών να παρέλθει προτού αποφασίσει να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα συζητούσε με τον Εναγόμενο 1 δεν την εμπόδιζε να καταχωρούσε την υπό κρίση αίτηση σε ενωρίτερο στάδιο. Το γεγονός που η Ενάγουσα επικαλέστηκε ότι συνέβηκε λίγες ημέρες πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν δημιουργεί στοιχείο «κατεπείγοντος». Η συμπεριφορά που αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 προϋπήρχε προ πολλού του χρονικού εκείνου σημείου. Για τους δε κινδύνους που η Ενάγουσα επικαλέστηκε ότι ενδεχομένως να υπάρξουν εις βάρος της Εναγομένης 6 εταιρείας, μπορεί να ληφθούν τα κατάλληλα ένδικα μέτρα που να τους αποτρέψουν εάν και εφόσον προκύψουν. Ομοίως για το ενδεχόμενο κινδύνων που η ίδια επικαλέστηκε προσωπικά εις βάρος της.

 

Εκείνο όμως που σίγουρα δεν έχει καταδειχτεί είναι πως το κατεπείγον της ενδιάμεσης θεραπείας που η Ενάγουσα επιδιώκει συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Με ποιο τρόπο δηλαδή ο κίνδυνος ήταν όντως υπαρκτά άμεσος ώστε να αποτρεπόταν με το ενδιάμεσο διάταγμα που η έκδοση του επιδιώχτηκε μονομερώς για να θεωρηθεί ότι υπήρχε στοιχείο «κατεπείγοντος».  

 

Παράλληλα δεν έχω εντοπίσει να υπάρχουν ιδιαιτέρες περιστάσεις που να ευνοούν ικανοποίηση της παραμέτρου αυτής. Ούτε μου έχουν υποδειχτεί τέτοιες περιστάσεις.

 

Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση) ως προς το κατεπείγον μονομερούς προώθησης πανομοιότυπης αίτησης ημερ. 14.10.21 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1672/2021 ενισχύει το πιο πάνω σκεπτικό του παρόντος Δικαστηρίου. Η δε ενέργεια της Ενάγουσας να αποσύρει την αίτηση που είχε προωθήσει μονομερώς στην αγωγή αρ. 1672/2021 και να επανέλθει μετά από ένα περίπου ένα μήνα με την μονομερή προώθηση της υπό κρίση αίτησης αξιώνοντας τις ίδιες ενδιάμεσες θεραπείες επί των ιδίων γεγονότων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, παραμένει ανεξήγητη και συνάμα στερείται λογικής και βάσης.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ο λόγος αυτός ένστασης κρίνεται βάσιμος και ως εκ τούτου επιτυγχάνει. Μοιραία το ενδιάμεσο διάταγμα υπό το σημείο (Α) που εκδόθηκε μονομερώς δεν μπορεί παρά να ακυρωθεί.

 

Με τον 3ο λόγο ένστασης ο Εναγόμενος 1 εγείρει ζήτημα απόκρυψης γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την Ενάγουσα, η οποία, κατά τον Εναγόμενο 1, ενέργησε χωρίς καλή πίστη. Τη θέση αυτή απορρίπτει κατηγορηματικά η Ενάγουσα, η οποία αναφέρει ότι παράθεσε λεπτομερώς όλα τα γεγονότα που συνέβησαν μαζί με όλη την επικοινωνία που είχε με τον Εναγόμενο 1 από τον διορισμό της ως διευθύντριας, ενεργώντας έτσι με υψηλή καλή πίστη χωρίς απόκρυψη στοιχείων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου και προσερχόμενη με καθαρά χέρια ενώπιον της δικαιοσύνης.

Υπενθυμίζω ότι μέρος της αίτησης μετατράπηκε σε δια κλήσεως όταν δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα στους Εναγόμενους (αιτούμενες θεραπείες υπό τα σημεία (Β) και (Γ)). Προφανώς το ζήτημα που ο Εναγόμενος 1 εγείρει απευθύνεται στο κομμάτι της αίτησης όπου εκδόθηκε μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα υπό το σημείο (Α).

 

Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγόντων) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.

 

Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση (εδώ ο Εναγόμενος 1) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή (εδώ η Ενάγουσα) πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Για να έχουν σημασία τέτοια γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με:

(α)       το βάσιμο του δικαιώματος του αιτητή όπως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και

(β)       τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και

(γ)        την πιθανότητα επιτυχίας.

 

Επί του πιο πάνω σημείου παραπέμπω στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (πιο πάνω). Με λίγα λόγια, ο αιτητής αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα του και προσδιορίζουν τα στοιχεία τα οποία καθιστούν το αίτημα του επείγον (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (πιο πάνω)).    

 

Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 1 προβάλλει διάφορα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο η Ενάγουσα έχει αποκρύψει και συνεπώς έχει παραβιάσει την υποχρέωση της να αποκαλύψει ουσιώδεις γεγονότα που προσμέτρησαν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Από το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για τις αναφορές που περιέχονται στις §4-§11 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων του εν λόγω εγγράφου. Δεν χρειάζεται να τις επαναδιατυπώσω.

 

Προέβηκα σε προσεκτική ανάγνωση των αναφορών αυτών. Ακολούθως ανάγνωσα το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς επίσης της έκθεσης απαίτησης. Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο 1, η πιο πάνω θέση του δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα γεγονότα που ο ίδιος επικαλείται ότι έχουν αποκρυβεί από την Ενάγουσα κάθε άλλο παρά ουσιώδη μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι για τον πυρήνα της αγωγής. Η βάση απαίτησης αφορά συμπεριφορά που η Ενάγουσα αποδίδει στον Εναγόμενο 1 υπό την ιδιότητα του αξιωματούχου της Εναγομένης 6 εταιρείας μέσα από ενέργειες και αποφάσεις του, τις οποίες θεωρεί ότι βρίσκονται εκτός του πλαισίου νομιμότητας, κατά παράβαση του καταστατικού εγγράφου και στερούνται νομικής ισχύος και εγκυρότητας. Αντίθετα, οι επικαλούμενες αναφορές στις §4-§11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση περιγράφουν τις σχέσεις και τις διαφορές του Εναγομένου 1 με φυσικά και νομικά πρόσωπα, άλλα από αυτά της Ενάγουσας και της λειτουργίας της Εναγομένης 6 εταιρείας, ως ιδιοκτήτες μετοχών νομικών προσώπων.

 

Σαφώς οι επικαλούμενες αναφορές αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια των ουσιωδών γεγονότων αφού δεν σχετίζονται με τη δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας σε ότι αφορά το αγώγιμο δικαίωμα που η ίδια προβάλλει στην παρούσα αγωγή και ούτε με τα στοιχεία που αναδεικνύουν το αίτημα της ως επείγον. Συνεπώς δεν υφίσταται ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος που επενέργησε στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά την απόφαση του επειδή δεν μπορούσαν να επηρεάσουν και βεβαίως δεν επηρέασαν την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα υπό το σημείο (Α) της υπό κρίση αίτησης (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. (2015) 1 Α.Α.Δ. 386).

 

Έπεται ότι ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Προχωρώ με την εξέταση του λόγων ένστασης (4ου, 5ου, 6ου και 7ου λόγου ένστασης), οι οποίοι άπτονται της ουσίας της αίτησης αφού πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύς του εκδοθέντος ενδιάμεσου διατάγματος υπό το σημείο (Α) της υπό κρίση αίτησης (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217). Ένεκα του κοινού αντικειμένου τους θα εξεταστούν ως μία ενιαία ομάδα λόγων. Είναι βασικά η θέση του Εναγομένου 1 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, ενώ αντίθετα η Ενάγουσα θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 11.07.22 που αφορούσε επίδοση των εγγράφων της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας το Δικαστήριο εξέτασε τη δυναμική της υπόθεσης στο βαθμό που αυτό ήταν εφικτό και βεβαίως ενέπιπτε στο αντικείμενο της διαδικασίας της εν λόγω αίτησης. Ωστόσο μπορεί να λεχθεί ότι τα δεδομένα ήταν διαφορετικά αφού στο στάδιο που η αίτηση εκείνη είχε υποβληθεί δεν είχε καταχωριστεί η έκθεση απαίτησης και τα υπόλοιπα δικόγραφα της υπόθεσης. Η δε απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε, στηρίχτηκε στα τότε δεδομένα ενώ εκ των υστέρων με την προώθηση της υπό κρίση αίτησης ενώπιων του Δικαστηρίου τέθηκαν άλλα δεδομένα, βάση των οποίων το Δικαστήριο στηρίχτηκε, όπως για παράδειγμα τα δικόγραφα της υπόθεσης που στο μεσοδιάστημα είχαν καταχωριστεί.

 

Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν.  Αυτές είναι:

(1)        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(2)        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

(3)        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.

 

Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις.

 

Στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Παράλληλα υπάρχουν και οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση της Ενάγουσας και της ένστασης του Εναγομένου 1.

 

Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Ενάγουσα είναι μία εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 6 εταιρείας. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο δεύτερος διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 6 εταιρείας είναι ο Εναγόμενος 1, ο οποίος παράλληλα κατέχει το 50% μετοχών της εν λόγω εταιρείας.

 

Χωρίς αμφιβολία η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί παράγωγη αγωγή (derivative action) αφού δεν συγκεντρώνει τα νομικά χαρακτηριστικά εκείνα που θα επέτρεπαν να της δοθεί τέτοια ταυτότητα. Όπως λέχθηκε στην Mammous κ.α. v. Willstrop κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 90, μία παράγωγη αγωγή εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το κοινοδίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, επειδή ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Σχετικές είναι ακόμη οι υποθέσεις Πιρίλλης v. Κουή (2004) 1 Α.Α.Δ. 136, Θωμά κ.α. v. Ηλιάδη (2006) 1 Α.Α.Δ. 1263 καθώς και η κλασσική αγγλική υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461. Σαφώς η παρούσα υπόθεση δεν είναι τέτοια περίπτωση.

 

Από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος μπορεί να λεχθεί ότι η υπόθεση αυτή εμπίπτει στην κατηγορία προσωπικής και αντιπροσωπευτικής αγωγής. Η Ενάγουσα καταχωρεί την παρούσα υπόθεση προσωπικά και ταυτόχρονα ως διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 6 εταιρείας. Την ίδια στιγμή ο Εναγόμενος 1 ενάγεται προσωπικά και ως διοικητικός σύμβουλος της ίδιας εταιρείας. Όπως ήδη λέχθηκε, η βάση αγωγής είναι συμπεριφορά που η Ενάγουσα αποδίδει στον Εναγόμενο 1 μέσα από ενέργειες και αποφάσεις του, τις οποίες θεωρεί ότι βρίσκονται εκτός του πλαισίου νομιμότητας, κατά παράβαση του καταστατικού εγγράφου και στερούνται νομικής ισχύος και εγκυρότητας. Στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται τέτοια επικαλούμενη συμπεριφορά, μέσα από την οποίαν περιγράφονται ενέργειες και αποφάσεις που σύμφωνα με την Ενάγουσα λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1. Η επιδίωξη για έκδοση διαταγμάτων και δηλώσεων καθώς και η επιδίκαση αποζημιώσεων συνιστούν τις νομικές αξιώσεις και τις θεραπείες που δικογραφούνται ότι απαιτούνται από την Ενάγουσα εναντίον του Εναγομένου 1.

 

Παρόλα αυτά μέσα από την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν δικογραφείται σε προσωπικό επίπεδο πρόκληση ζημιάς εις βάρος της Ενάγουσας και διασύνδεση της με την κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμη συμπεριφορά που αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 προκειμένου να δικαιολογούνται οι θεραπείες που αξιώνονται εναντίον του. Εκείνο που μπορεί κάποιος να πει σε σχέση με το σημείο αυτό διαβάζοντας την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, είναι περιορισμός σε δικογράφηση γενικής, αόριστης και ασαφούς τοποθέτησης περί ενδεχόμενου σεναρίου η Ενάγουσα να εκτεθεί και να φέρει προσωπική ευθύνη ένεκα της κατ’ ισχυρισμό συμπεριφοράς που καταλογίζεται στον Εναγόμενο 1.

 

Παρόμοιο σκηνικό παρουσιάζεται έναντι της αντιπροσωπευτικής ιδιότητας της Ενάγουσας. Στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν εξειδικεύεται η ζημιά που έχει προκληθεί απέναντι στην Εναγόμενη 6 εταιρεία από την κατ’ ισχυρισμό συμπεριφορά του Εναγομένου 1. Δεν δικογραφούνται κίνδυνοι και συνέπειες που η Εναγόμενη 1 αντιμετωπίζει συνεπεία της επικαλούμενη κατάστασης. Δεν παρέχονται σαφείς δικογραφημένες αναφορές που αναδεικνύουν δημιουργία ζημιάς εις βάρος της Εναγομένης 6 εταιρείας και συσχέτιση της ύπαρξης της ως συνεπακόλουθο των κινδύνων, προβλημάτων και συνεπειών που η εν λόγω εταιρεία καλείται να αντιμετωπίσει και ότι γι’ αυτό επιδιώκονται οι νομικές αξιώσεις που περιγράφονται.

 

Στη βάση των πιο πάνω θα έλεγα ότι η υπόθεση δεν δικογραφείται στο ορθό νομικό πλαίσιο με το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης να παρουσιάζει κενά. Σε τελευταία ανάλυση το προβαλλόμενο αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας τόσο με την προσωπική όσο και υπό την αντιπροσωπευτική της ιδιότητα δεν δικογραφείται σε σαφή πλαίσιο που να αναγνωρίζεται νομικά μέσα από το εταιρικό δίκαιο. Κατ’ επέκταση, τα όσα περιέχονται στα δικόγραφα δεν θεμελιώνουν νομικά τις αξιώσεις που απαιτούνται και συνεπώς δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.

 

Έπεται ότι στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η πρώτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Την ίδια στιγμή επιτυγχάνει μέρος του 4ου λόγου ένστασης.

 

Η μη ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων κριτηρίων και παραμέτρων σε ότι αφορά τη συνέχιση της ισχύς του εκδοθέντος ενδιάμεσου διατάγματος υπό το σημείο (Α) της υπό κρίση αίτησης.

 

Το αιτούμενο διάταγμα υπό το σημείο (Β) της υπό κρίση αίτησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αιτούμενη θεραπεία υπό το σημείο (Γ) της εν λόγω αίτησης. Επομένως το αποτέλεσμα της κρίσης επί του αιτουμένου διατάγματος υπό το σημείο (Β) θα συμπαρασύρει στην ίδια κατεύθυνση την αιτούμενη θεραπεία υπό το σημείο (Γ).

 

Από τη διατύπωση του περιεχομένου του αιτουμένου διατάγματος υπό το σημείο (Β) καθίσταται αντιληπτό ότι πρόκειται για διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα’ σελίδα 257, τέτοια διατάγματα εκδίδονται επικουρικά των διαταγμάτων παγοποίησης (Mareva) και έρευνας (Anton Piller). Σκοπός του διατάγματος αποκάλυψης είναι όταν ο ενάγοντας δεν κατέχει τις απαιτούμενες πληροφορίες ή το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό για να κινηθεί εναντίον συγκεκριμένου προσώπου που παραβιάζει τα δικαιώματα του ή για να εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία που του ανήκουν ώστε να ζητήσει την παγοποίηση τους, να στραφεί εναντίον άλλου προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται χωρίς όμως να είναι μέρος της κύριας διαφοράς και αφού εξασφαλίσει τέτοιο διάταγμα να ζητήσει από αυτόν να του αποκαλύψει έγγραφα ή στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να εξακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που ευθύνεται για την εις βάρος του αδικοπραγία (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα’ σελίδες 259-260, Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α. (2016) 1 Α.Α.Δ. 70).

 

Για την επιτυχή έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και επιπλέον άλλες ειδικές προϋποθέσεις (Avila Management Services Ltd κ.α. v. Stepanek κ.α. (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1403). Στην προκειμένη περίπτωση η μη ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, καθιστά αντιληπτό ότι δεν μπορούν να πληρούνται σωρευτικά τα κριτήρια του άρθρου 32, ως απαιτείται. Πέραν όμως αυτού, δεν υφίσταται σκοπός που να δικαιολογεί την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος αφού ο Εναγόμενος 1, εναντίον του οποίου στρέφεται η παρούσα αγωγή, είναι το μοναδικό πρόσωπο της κύριας διαφοράς που υπάρχει με την Ενάγουσα. Παράλληλα από την αρχή υπάρχει στην κατοχή της Ενάγουσας μαρτυρικό υλικό που αφορά τον Εναγόμενο 1. Το μαρτυρικό υλικό επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση προς υποστήριξη του περιεχομένου της. Επίσης είναι εις γνώση της Ενάγουσας το μαρτυρικό υλικό που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Εναγομένου 1. Η αξίωση της Ενάγουσας να της δοθούν όλα τα έγγραφα που εμπλέκεται ο Εναγόμενος 1 χωρίς να απαριθμούνται ή να εξειδικεύονται ή χρονικά να προσδιορίζονται ποια έγγραφα αναζητεί δεν μπορεί παρά να παραπέμπει αμιγώς σε ψάρεμα μαρτυρίας (fishing of evidence), πράγμα που εκθεμελιώνει τον σκοπό έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Επί του σημείου αυτού ουδεμία εξήγηση και/ή αναφορά η Ενάγουσα παρέχει μέσα από την ένορκη δήλωση της. Αντίθετα, θα έλεγα ότι η προώθηση του αιτητικού (Γ) επαληθεύει το σκεπτικό του Δικαστηρίου στο εν λόγω ζήτημα

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν φαίνεται να υπάρχει αναγκαιότητα έκδοσης του εν λόγω αιτουμένου διατάγματος. Η απόρριψη του αιτουμένου διατάγματος υπό το σημείο (Β) συμπαρασύρει σε αποτυχία και την αιτούμενη θεραπεία υπό το σημείο (Γ) της υπό κρίση αίτησης.

 

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης.

 

Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Το δε ενδιάμεσο διάταγμα που είχε εκδοθεί στις 06.12.21 εναντίον του Εναγομένου 1 παύει αμέσως να ισχύει.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1/Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.

 

 

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο