ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LIMASSOL MARINA LIMITED κ.α., Εναρκτήρια Αίτηση Αρ.: 405/2022, 13/7/2026
print
Τίτλος:
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LIMASSOL MARINA LIMITED κ.α., Εναρκτήρια Αίτηση Αρ.: 405/2022, 13/7/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

                                                                                   

Εναρκτήρια Αίτηση Αρ.: 405/2022

 

Αναφορικά με την Συμφωνία Μετόχων της Εταιρείας MARINA LIMITED (HE 218349), Ημερομηνίας 25/01/2008 (ως έχει τροποποιηθεί)

και

 

Αναφορικά με τα πιο κάτω Πρόσωπα και/ή Μεταξύ:

 

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 144349)

                                                                                                           

Ενάγουσας

και

 

1.      LIMASSOL MARINA LIMITED (HE 218349)

2.     CYBARCO CONTRACTING LIMITED (HE 196)

3.     FRANCOUDI AND STEPHANOU LIMITED (HE 158)

4.     AΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ

5.      G. PARASKEVAIDES LIMITED (HE 274)

6.      STAMOLAND PROPERTIES LIMITED (HE 169255)

 

Εναγομένων

-----------------------------------------

Ημερομηνία: 13/07/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα: κα M. Aναστασίου για κ.κ. MAKIS ANASTASIOU & CO LLC

Για την Εναγόμενη αρ. 1: Καμία Εμφάνιση.

Για την Εναγόμενη αρ. 2: κ. Σ. Ζίττη για κ.κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη αρ. 3:  κα Χρ. Τζαλαβρέτα για κ.κ. Α.G. EROTOCRITOU LLC.

Για την Εναγόμενη αρ. 4: κ. Ν. Κωνσταντινίδης για κ.κ. Τ. Παπαδόπουλος &  Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για την Εναγόμενη αρ. 5: κ. Χρ. Χριστοδούλου με κ. Π. Χατζιήκκο για Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ

Για την Εναγόμενη αρ. 6:  κ. Χρ. Ιωσήφ με κ. Ερ. Νικολάου για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Αντικείμενο της παρούσας Εναρκτήριας Αίτησης, η οποία υποβάλλεται δυνάμει της Δ.55(1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι η ερμηνεία της Συμφωνίας Μετόχων της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 25/01/2008 ως αυτή τροποποιήθηκε στις 28/12/2018. Συγκεκριμένα, ζητείται η ερμηνεία της παραγράφου 5.2.1 της εν λόγω Συμφωνίας Μετόχων αναφορικά με το ποιοι μέτοχοι έχουν δικαίωμα να διορίσουν διευθυντή στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και πόσους διευθυντές μπορεί να προτείνει για διορισμό ο κάθε μέτοχος.

Όπως προκύπτει, η Ενάγουσα και οι Εναγόμενες 1, 2, 3, 5 και 6 αποτελούν κυπριακές εταιρείες. Η Εναγόμενη 4 είναι ελληνική ανώνυμη εταιρεία με έδρα τη Αθήνα. Η Ενάγουσα καθώς και οι Εναγόμενες 2 – 6 είναι όλοι μέτοχοι της Εναγόμενης 1. Συγκεκριμένα:

(α) Η Εναγόμενη 2 είναι εγγεγραμμένος κάτοχος ποσοστού ύψους 21.66% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, ήτοι κατέχει 1,851,930 συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

(β) Η Εναγόμενη 3 είναι εγγεγραμμένος κάτοχος ποσοστού ύψους 21.66% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, ήτοι κατέχει 1,851,930 συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

(γ) Η Εναγόμενη 4 είναι εγγεγραμμένος κάτοχος ποσοστού ύψους 33.50% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, ήτοι κατέχει 2,864,250 συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

(δ) Η Εναγόμενη 5 είναι εγγεγραμμένος κάτοχος ποσοστού ύψους 6.16% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, ήτοι κατέχει 526,680 συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

(ε) Η Εναγόμενη 6 είναι εγγεγραμμένος κάτοχος ποσοστού ύψους 5.00% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, ήτοι κατέχει 427,500 συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

(στ) Η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένος κάτοχος ποσοστού ύψους 12.02% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, ήτοι κατέχει 1,027,710 συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

Ενόψει του ότι επίκειται σύγκληση γενικής συνέλευσης των μετόχων της Εναγόμενης 1 στην οποία θα ψηφιστεί το νέο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1, υπάρχουν διιστάμενες και αντικρουόμενες απόψεις σε σχέση με την ερμηνεία της παραγράφου 5.2.1. της Συμφωνίας Μετόχων και συγκεκριμένα αναφορικά με το ποιοι μέτοχοι έχουν δικαίωμα να διορίσουν διευθυντή στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και πόσους διευθυντές μπορεί να προτείνει για διορισμό ο κάθε μέτοχος.

Η παράγραφος 5.2.1. της Συμφωνίας Μετόχων, έχει ως εξής:

“5.2.1. The board of Directors shall consist of Eleven (11) Directors at present elected by the Shareholders at a General Meeting of the Shareholders.

Each Shareholder who possesses at least 18% of the Company’s paid up share capital is entitled to the appointment through the Shareholders’ General Meeting of two (2) members on the Board of Directors for each 18% of the Company’s paid up share capital held by it and the Parties shall procure that the Shareholders’ General Meeting shall elect the persons proposed as aforesaid, for appointment to be elected as members of the Board of Directors. Each Shareholder who possesses less than 18% and at least 10% of the Company’s paid up share capital is entitled to propose the appointment by the Shareholders’ General Meeting of one (1) member on the Board of Directors and the Parties shall procure that the Shareholders General Meeting shall elect the person proposed for appointment.

Any two or more Shareholders, which are members of the same Group, shall be entitled jointly to give notice to the other Shareholders (copied to the Company) that they wish to aggregate their shareholdings for the purpose of nominating a Director and any Director appointed in accordance with this Clause 5.2.1 by such Shareholders shall be deemed to be the Representative Director of both or all those Shareholders. In case the implementation of the rule set forth in the previous paragraph results in having less than eleven (11) members of the Board of Directors, the position(s) in the Board of Directors necessary to reach eleven (11) members shall be allocated to the Shareholder(s) with largest unutilised proportion of (its) their Equity Percentage. It is specifically agreed that J&P – AVAX shall be entitled to aggregate their shareholding, irrespective of whether they are considered as members of the same Group or Affiliates in the strict definition of the word, as defined in the present Shareholding Agreement. (η υπογράμμιση δική μου).

The Party who possesses the right to propose the appointment of a Director is the sole person entitled to remove such Director, in each case by written notice to the Company. The Shareholders cannot remove a Director nominated by one of other Shareholders undertake to vote in favour of the appointment or removal of any Director nominated by any of the other Shareholders. If a Shareholder wishes to remove any of the Directors nominated by him such removal cannot take place before a new Director has been nominated by the respective Shareholder. Such replacement of the Director shall be approved by the next Meeting of Shareholders.

If a Shareholder ceases to be a Shareholder, the elected Directors appointed by the Shareholder shall be revoked and resigned.”

Η Εναγόμενη 1 δεν είναι μέρος στη Συμφωνία Μετόχων και το Καταστατικό της δεν περιλαμβάνει πρόνοια όμοια με την παράγραφο 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων. Οι διαδικασίες καθώς και το τρόπος που διοικείται η Εναγόμενη 1 επηρεάζεται άμεσα από την ερμηνεία της Συμφωνίας και τον τρόπο που εξασκούνται τα δικαιώματα των μετόχων της, ήτοι των Εναγόμενων 2-6 και της Ενάγουσας δυνάμει της Συμφωνίας Μετόχων.

Η Εναγόμενη 1 ζήτησε και έλαβε νομική γνωμάτευση αναφορικά με την ερμηνεία της Συμφωνίας Μετόχων, με την οποία, όμως, η Ενάγουσα διαφωνεί. Ο λόγος είναι διότι η ερμηνεία που δόθηκε ότι «Μέτοχος που έχει κάτω του 10% δεν έχει δικαίωμα να προτείνει διευθυντή στην «πρώτη κατανομή» και κατ’ επέκταση δεν έχει δικαίωμα να προτείνει στη «δεύτερη κατανομή»» είναι λανθασμένη καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή και συγκεκριμένη αναφορά στην παράγραφο 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων που να εμποδίζει ή να απαγορεύει ή να αποκλείει μέτοχο που κατέχει ποσοστό μετοχών στην Εναγόμενη 1 το οποίο είναι λιγότερο του 10%, από του να διορίσει διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 εφόσον υπάρχουν αδιάθετες θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και αφότου οι Εναγόμενες 2, 3, 4, 5 διορίσουν τους διευθυντές που δικαιούνται σύμφωνα με την Συμφωνία Μετόχων.

Είναι, επίσης, η θέση της Ενάγουσας ότι η λέξη «unutilised» στην παράγραφο 5.2.1. της Συμφωνίας Μετόχων η οποία μεταφράζεται σε “αχρησιμοποίητο” [ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου] σύμφωνα με την κυριολεκτική της σημασία ερμηνεύεται ως το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που δεν έχει χρησιμοποιηθεί όπως και το ερμηνευτικό λεξικό της αγγλικής γλώσσας “Collins Dictionary” ορίζει.

Η Ενάγουσα ζητά από το Δικαστήριο Δήλωση και/ή Απόφαση με την οποία να δίνεται η πιο πάνω αναφερόμενη ερμηνεία στη λέξη «unutilized» στην παράγραφο 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων καθώς και ότι η παράγραφος αυτή δεν αποκλείει οποιονδήποτε εκ του συνόλου των μετόχων της Εναγόμενης 1 που κατέχει το μεγαλύτερο «αχρησιμοποίητο» ποσοστό (“ the largest unutilized proportion of its equity percentage”) στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 (για σκοπούς διορισμού Διοικητικού Συμβουλίου) να προτείνει διευθυντή προς διορισμό στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, νοουμένου ότι:

(i)            Οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 οι οποίοι κατέχουν ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου άνω του 18% είχαν την ευκαιρία να διορίσουν δύο (2) διευθυντές στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 για κάθε 18% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 που κατέχουν, και

(ii)          Οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 οι οποίοι κατέχουν ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου ίσο ή μεγαλύτερο ποσοστό του 10% αλλά μικρότερο του 18%, είχαν την ευκαιρία να διορίσουν ένα (1) διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης.

Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Τσουλόφτα, ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Ο ενόρκως δηλών υιοθετεί και επαναλαμβάνει στην ουσία τα όσα αναφέρονται στο σώμα της Αίτησης και αναφέρθηκαν ανωτέρω επισυνάπτοντας τα σχετικά τεκμήρια.

Η Εναγόμενη 1 δεν έχει εμφανιστεί στη διαδικασία ενώ οι Εναγόμενες 4 και 5 δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι δεν έχουν ένσταση στην Αίτηση. Οι Εναγόμενες 2 και 3 καταχώρησαν ένσταση εξηγώντας τους λόγους της διαφωνίας τους με τη ερμηνεία που επιζητεί η Ενάγουσα. Η δε Εναγόμενη 6, καταχώρισε ένσταση, πλην, όμως, με αυτή υποστηρίζει την ερμηνεία που επιζητείται με την Αίτηση.

Ειδικότερα, η Εναγόμενη 2 με την ένσταση της προβάλει 8 λόγους ένστασης, ως εμφαίνονται στο σώμα της. Συνοπτικά, προβάλει τη θέση ότι η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ότι η νομική της βάση είναι ελλιπής και/ή λανθασμένη και δεν στηρίζεται στις ορθές ή απαραίτητες νομικές και δικονομικές διατάξεις. Περαιτέρω, προβάλει τη θέση ότι η ερμηνεία που αποδίδει η Αιτήτρια στον όρο 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων ημερομηνίας 25/01/2008 είναι αντίθετη τόσο με τη γραμματική όσο και με την τελολογική ερμηνεία του όρου και με την πρακτική που ακολουθείτο μέχρι σήμερα και/ή με προγενέστερες δηλώσεις και/ή ενέργειες της ίδιας της Αιτήτριας αλλά και των λοιπών μετόχων της Εναγόμενης 1. Βρίσκεται, επίσης, σε πλήρη αντίθεση με τις προθέσεις των μερών κατά το στάδιο σύναψης της Συμφωνίας Μετόχων. Τυχόν έκδοση των δηλώσεων που επιζητεί η Αιτήτρια θα οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα και/ή θα ευνοήσει με παντελώς μονομερή τρόπο και/ή χωρίς έρεισμα συγκεκριμένους μετόχους και/ή θα καταστρατηγήσει το πνεύμα ολόκληρου του κειμένου της Συμφωνίας Μετόχων, θα καταστρατηγήσει τις ισορροπίες που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μετόχων και θα αλλοιώσει τα όσα τα μέρη έχουν συμφωνήσει και ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση αποτελεί επέμβαση στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι.

Η ένσταση της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ραφαέλας Αντρέου, δικήγορου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν της Εναγόμενη 2. Αναφέρεται στο ιστορικό ίδρυσης της Εναγόμενης 1 κατά τις 08/01/2008, το σκοπό της που ήταν η διαχείριση και εκμετάλλευση της Μαρίνας Λεμεσού και στο αρχικά εκδομένο μετοχικό της κεφάλαιο και τους μετόχους της. Ακολούθως, αναφέρεται στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και στην παραχώρηση του αναλογικά στους υφιστάμενους μετόχους χωρίς να διαταράσσονται οι αναλογίες και τα ποσοστά συμμετοχής τους στην Εναγόμενη 1.

Ισχυρίζεται ότι οι αρχικοί μέτοχοι της Εναγόμενης 1, μέσω του όρου 5.2.1, συμφώνησαν ειδική διαδικασία αναφορικά με το διορισμό των διοικητικών συμβούλων, οι οποίοι πρέπει να ανέρχονται στους 11. Ο όρος περιείχε ειδική πρόνοια ότι η Εναγόμενη 4 που κατείχε 13% και η Εναγόμενη 5 που κατείχε 5% δυνατό να συνενώνουν και να αθροίζουν τα ποσοστά τους για σκοπούς διορισμού διοικητικού συμβούλου και επομένως να διορίζουν 2 διοικητικούς συμβούλους από κοινού. Σε περίπτωση που η εφαρμογή της πιο πάνω διαδικασίας είχε ως αποτέλεσμα το διορισμό λιγότερων από 11 διοικητικών συμβούλων, τότε οι διαθέσιμες θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο θα παραχωρούνταν στους μετόχους που είχαν το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο.

Η ερμηνεία που αποδίδει στον όρο η Ενάγουσα είναι λανθασμένη και η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στα ποσοστά των αρχικών μετόχων της Εναγόμενης 1 και στο σκοπό της περίληψης της πρόνοιας για συνένωση των ποσοστών. Η πρόθεση των μετόχων κατά τη σύναψη της συμφωνίας ήταν όπως το ποσοστό της μετοχικής συμμετοχής εκάστου μετόχου αντανακλάται και αποτυπώνεται κατά προσέγγιση και στο ενδεκαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, εφόσον βέβαια κατείχε εξ’ αρχής ποσοστό που έφτανε το 10%. Τα πιο πάνω αντανακλώνται στον όρο 5.2.2 της Συμφωνίας Μετόχων και στο Παράρτημα 2.

Ο μόνος μέτοχος με ποσοστό μικρότερο του 5% κατά το στάδιο σύναψης της Συμφωνίας Μετόχων ήταν η Εναγόμενη 5 για την οποία είχε προβλεφθεί ειδική πρόνοια για το δικαίωμα της να συμπράττει με την Εναγόμενη 4 για σκοπούς διορισμού διοικητικών συμβούλων. Εξ ου και το λεκτικό του όρου δεν αποκλείει ρητά οποιονδήποτε μέτοχο επειδή στην πράξη, όλοι οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία, είτε επειδή κατέχουν ποσοστό άνω του 10% είτε επειδή δύνανται να συμπράξουν και να αθροίσουν τα ποσοστά τους με κάποιο άλλο μέτοχο. Εντούτοις, η πρόθεση των μερών δεν ήταν να δώσουν δικαίωμα σε μέτοχο που κατείχε μικρότερο του 10% να διορίζει από μόνος του διοικητικό σύμβουλο, καθώς κάτι τέτοιο θα αναφερόταν ρητά.

Δεν θα ήταν, επίσης, λογικό να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην «πρώτη κατανομή» μόνο συγκεκριμένοι μέτοχοι ενώ στη «δεύτερη κατανομή», η οποία ειρήσθω εν παρόδω λαμβάνει χώρα μόνο εάν μετά την «πρώτη κατανομή» παραμένουν κενές θέσεις, να συμμετέχουν και επιπρόσθετοι μέτοχοι, που εξ’ αρχής δεν είχαν δικαίωμα διορισμού.

Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην πρακτική που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα σε σχέση με το ζήτημα διορισμού διοικητικών συμβούλων στην εταιρεία και την στάση που τήρησε η Ενάγουσα.

Η Εναγόμενη 3 με την ένσταση της προβάλει, επίσης, 8 λόγους ένστασης, ως εμφαίνονται σε αυτήν και οι οποίοι, επί της ουσίας τους, είναι παρόμοιοι με αυτούς που προβάλλονται με την ένσταση της Εναγόμενης 2. Ουσιαστικά, προβάλουν τη θέση ότι η ερμηνεία που επιχειρείται με την Αίτηση αντίκεται στην γραμματική ερμηνεία του όρου 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων και στις προθέσεις των συμβαλλόμενων μερών κατά τη σύναψη της και/ή την πρακτική που ακολουθείται.

Η ένσταση της Εναγόμενης 3, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του                          κ. Κωνσταντίνου Τυρίμου, ενός εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1 και διευθυντή έργων στην Εναγόμενη 3. Γίνεται αναφορά στον επίμαχο όρο 5.2.1. καθώς και στον όρο 5.2.2 και στην αρχική μετοχική δομή της Εναγόμενης 1. Αναφορά, επίσης, γίνεται και στην πρόνοια που αφορά το δικαίωμα σύμπραξης δύο ή περισσοτέρων μετόχων και τον σκοπό της πρόνοιας αυτής. Ακολούθως, επεξηγούνται και ερμηνεύονται οι πρόνοιες της Συμφωνίας και επιχειρείται να καταδειχθεί ότι η ερμηνεία που δίδει η Ενάγουσα αντίκειται στην γραμματική ερμηνεία του επίδικου όρου. Σημειώνεται, επίσης, ότι πουθενά στη Συμφωνία Μετόχων δεν αναφέρεται ότι μέτοχοι με λιγότερο από 10% θα έχουν δικαίωμα διορισμού διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο.

Η ερμηνεία της Ενάγουσας, επίσης, είναι αντίθετη με τις νομικές συμβουλές που έχει λάβει η Εταιρεία και γίνεται αναφορά στην νομική συμβουλή ημερομηνίας 02/11/2022 (τεκμήριο 1) και νομική συμβουλή ημερομηνίας 10/11/2022 (τεκμήριο 3) και οι οποίες είναι ευθυγραμμισμένες με τη νομική συμβουλή που η Εταιρεία έλαβε από τους νομικούς της συμβούλους στις 12/03/2020.

Περαιτέρω, αποδίδονται αλλότρια κίνητρα στην Ενάγουσα και προσπάθεια ελέγχου του Διοικητικού Συμβουλίου σε συνεργασία με τους Εναγόμενους 4 – 6 για τους λόγους που παραθέτει. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι από το 2022, γίνεται έντονη προσπάθεια από την Ενάγουσα (και από άλλους Μετόχους που φαίνεται να έχουν επί του παρόντος ευθυγραμμισμένα συμφέροντα – ήτοι οι Εναγόμενοι 4-6) ο έλεγχος του Διοικητικού Συμβουλίου να διατηρηθεί στα χέρια της Ενάγουσας (και των Εναγόμενων 4-6) καθώς οι εν λόγω Μέτοχοι θέλουν να αποφύγουν το ενδεχόμενο κλιμάκωσης ενδεχόμενων απαιτήσεων εκ μέρους της Εταιρείας και έναντι της Ενάγουσας σε σχέση με σύμβαση για παροχή υπηρεσιών που έχει η Ενάγουσα με την Εταιρεία, στα πλαίσια της οποίας (είναι η θέση της Εναγόμενης 3) υπήρχαν υπερχρεώσεις.

Η Εναγόμενη 6, καταχώρισε ένσταση, πλην όμως αναφέρει ότι συμφωνεί με την ερμηνεία που επιζητεί με την Αίτηση η Ενάγουσα και η ένσταση έχει σκοπό να παρουσιάσει τις δικές της θέσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση.

Η «ένσταση» υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ξενάκη Κονομή, συμβούλου της Εναγόμενης 6. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Εναγόμενη 6, είναι μέτοχος μειοψηφίας της Εναγόμενης 1 και έχει αποκτήσει το ποσοστό της μέσω της διαδικασίας «Debt for Asset Swap» από τον προηγούμενο μέτοχο C.A.D.S Holdings Ltd. H Εναγόμενη 6 είναι εξ’ ολοκλήρου θυγατρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου.

Η Εναγόμενη 6 είχε συνεχή παρουσία στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και η διαφωνία ως προς την ερμηνεία του όρου 5.2.1 προέκυψε στις 16/11/2022. Απορρίπτει το περιεχόμενο των νομικών γνωματεύσεων που έλαβε η Εναγόμενη 1 και ισχυρίζεται ότι αυτές δόθηκαν προτού ο νομικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1 λάβει τις θέσεις της γραπτώς, όπως είχε ζητηθεί.

Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών προχωρεί και παραθέτει τη δική του ερμηνεία του όρου 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων και ισχυρίζεται ότι οι μέτοχοι που δεν είχαν δικαίωμα να υποδείξουν υποψήφιο σύμβουλο βάσει της 1ης παραγράφου του όρου 5.2.1 είχαν δικαίωμα να πράξουν τούτο βάσει της 2ης παραγράφου του όρου 5.2.1, πρακτική που ακολουθήθηκε κατ’ επανάληψιν και ήταν αποδεκτή διαχρονικά από όλους του μετόχους της Εταιρείας.

Διαφορετική ερμηνεία του όρου 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων, είναι άδικη, παράλογη και θα παραβίαζε τα εύλογα και αυτονόητα δικαιώματα μετόχων μειοψηφίας εκλογής συμβούλων, ειδικότερα στην απουσία ρητής πρόνοιας περί αποκλεισμού των εν λόγω δικαιωμάτων στην Συμφωνία Μετόχων.

Η ακρόαση της παρούσας Αίτηση διεξήχθη στη βάση, κατά κύριο λόγο, των γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες όλες οι πλευρές καταχώρισαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι, επίσης, των διαδίκων, είχαν την ευκαιρία να αγορεύσουν συμπληρωματικά ή διευκρινιστικά προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αγορεύσεις των διαδίκων και το περιεχόμενο αυτών έχει μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο και τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλονται λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, χωρίς να χρειάζεται να γίνει ειδική μνεία στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω σε αυτά, κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

H Eναγόμενη 2, με τους λόγους ένστασης 1 και 2, προβάλλει το νομικά λανθασμένο διάβημα και την ανεπάρκεια της νομικής βάσης της Αίτησης. Οι συνήγοροι της στην αγόρευση τους ισχυρίζονται ότι η Αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε με βάση τον Τύπο 50 των Διαδικαστικών Κανονισμών, δηλαδή ως Εναρκτήρια Κλήση βάσει της Δ.55, Θ.1, δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε νομική βάση ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο πλαίσιο της Αίτησης ή στην ΕΔ Τσουλόφτα σε κάποιο νομοθετικό ή δικονομικό θεσμό που επιτρέπει για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς με τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης. Οι συνήγοροι επικαλούνται στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 115/2017 και 321/2017, ημερομηνίας 15/09/2017 και 321/2017, Αναφορικά με την Αίτηση των Junport International Limited κ.α.

Η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως ίσχυαν και εφαρμόζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας Αίτησης, έχει ως εξής:

«1. Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.

2. The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.

3. The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.

4. Τhe Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons.»

Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης οριοθετείται από τις πρόνοιες της Δ.55. Ενώ αρχικά στην Αγγλία ξεκίνησε να χρησιμοποιείται στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος, στην πορεία το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Παρόλα αυτά, η εμβέλεια της δεν περιορίζεται στα πιο πάνω, αλλά, όπως προκύπτει και από την Δ.55, Θ.1 αφορά και τις περιπτώσεις ερμηνείας εγγράφου. Η χρήση αυτού του δικονομικού μέτρου δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη να υπάρχει ειδική πρόνοια, όπως οι συνήγοροι της Εναγόμενης 2 εισηγούνται. Στην Αναφορικά με την Αίτηση των Junport International Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Αίτηση Αρ. 115/2017, ECLI:CY:AD:2017:D295, ημερομηνίας15/09/2017 στην οποία παραπέμπουν οι συνήγοροι της Εναγόμενης 2 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

«Σύμφωνα με τον Odgers Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση.»

[….]

Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ’ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου.

 

Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλόλητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.»

 

Στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ v. 1. Παναγιώτη Χριστοδούλου Αχιλλέως κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 114/2016, Ημερ. 16/12/2024, στην οποία έγινε αναφορά στη Δ.55, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «written instrument»: “Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958, σελ. 1062, η λέξη «written instrument» η οποία είναι η ίδια και στην αντίστοιχη Αγγλική δικονομική πρόνοια Δ.54a r.1 των Αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ερμηνεύεται ευρέως και περιλαμβάνει οποιοδήποτε έγγραφο, το οποίο προσδίδει δικαίωμα ή ευθύνη.

 

Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο επιζητείται με την εναρκτήρια Αίτηση είναι η ερμηνεία σύμβασης. Πρόκειται για απλό ζήτημα και κρίνω ότι καλύπτεται από τις πρόνοιες της Δ.55, Θ.1 αλλά και γενικότερα, σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας ανάλογα με το πότε χρησιμοποιείται τέτοια διαδικασία. Δεν προκύπτει, επίσης, να υπάρχει όγκος μαρτυρίας και η οποία να τυγχάνει αμφισβήτησης. Άλλωστε δεν προβάλλεται μια τέτοια θέση από την Εναγόμενη 2. Πέραν των πιο πάνω, δεν προκύπτει από τα σχετικά Έντυπα ότι σε μια τέτοια περίπτωση, όπως η παρούσα, θα πρέπει να αναγράφεται στη νομική βάση οποιοδήποτε νομοθέτημα. Περαιτέρω, προκύπτει η Ενάγουσα να είναι ενδιαφερόμενο μέρος, αφού αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία Μετόχων, για την οποία προέκυψε διαφωνία αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής συγκεκριμένου όρου που καθορίζει τα δικαιώματα των μετόχων στον διορισμό των διοικητικών συμβούλων της Εναγόμενης 1.

 

Κατά συνέπεια, οι εν λόγω λόγοι ένστασης απορρίπτονται και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία του ζητήματος, που είναι η ερμηνεία του όρου 5.2.1 της Συμφωνίας Μετόχων.

 

Οι νομικές αρχές που διέπουν τον τρόπο ερμηνείας μια συμφωνίας, είναι πολύ καλά γνωστές. Στην Λίλλης ν. Ξενή (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 217, 220, αναφέρθηκε ότι:

 

«Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση».

 

Στην Σολομός Οικονόμου και Άλλης v. Γεώργιου Α. Ττοφίνη και Άλλη (1993) 1 Α.Α.Δ. 436 αποφασίστηκε ότι σκοπός της ερμηνείας εγγράφου είναι να ανακαλυφθεί η πρόθεση των μερών, η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο.  Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. Η ερμηνεία εγγράφου είναι θέμα νομικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο. 

Στην Γιολάντα Χατζησωτηρίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1Β Α.Α.Δ 1406, επίσης, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

«Η ερμηνεία των εγγράφων, όπως είναι νομολογημένο, είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό τους, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ’ αυτά είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος A.E. v. Χατζηνέστορος (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 204· Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας v. Εταιρεία Βάσος Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ. (1993) 1 Α.Α.Δ. 168· Λάμπρου v. Παράσχου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. v. Ττοφίνη κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413)

 

«..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.»

 

Το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοιας Λευκωσίας, μέσω του Προέδρου αυτού Ελπιδοφόρου Σεραφείμ και/ή Μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου Δεόντως Εξουσιοδοτημένου (2012) 1Β Α.Α.Δ 1633).

 

Πέραν των πιο πάνω, στην Μιχαλάκης Σ. Σχίζας v. 1. Μάριου Αδάμου κ.α. (2016) 1Γ Α.Α.Δ 2536 αναφέρθηκε ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων, εκτός εάν δημιουργεί κώλυμα (estoppel) ή επιμαρτυρεί την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την επίλυση αοριστίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο προς ερμηνεία της συμφωνίας (Wickman Machine Tools Sales Ltd v. L. Schuler A.G. [1972] 2 All E.R. 39 (H.L.), Kyriakides v. Kyriakides (1976) 1 C.L.R. 76, Πουγιούκα v. Θρασυβούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 2014). 

 

Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της και η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατό να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (βλ. Τσιακλίδη v. Φωτιάδη, Πολ. Έφεση Αρ. 388/2012, ημερομηνίας 18/07/2019), ECLI:CY:AD:2019:A324.

Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω τον επίμαχο όρο και την επίδικη συμφωνία.

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Συμφωνίας Μετόχων, η Εναγόμενη 1 εταιρεία δημιουργήθηκε με σκοπό την μακροχρόνια ενοικίαση, από την Κυβέρνηση της Κύπρου για την ανάπτυξη, λειτουργία, διοίκηση και εκμετάλλευση της Μαρίνας Λεμεσού. Οι συμβαλλόμενοι, συμφώνησαν την αναλογική συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 με σκοπό την εφαρμογή των σκοπών της (εταιρείας). Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μετόχων θα ρυθμίζονται από την εν λόγω Συμφωνία και το Καταστατικό της Εταιρείας και σε περίπτωση διαφοράς θα υπερισχύουν οι πρόνοιες της Συμφωνίας.

 

Αναφορικά με το επίμαχο όρο 5.2.1, ο οποίος εντάσσεται κάτω από τον τίτλο «The Board of Directors», συμφωνήθηκε ο τρόπος εκλογής των Διοικητικών Συμβούλων και η αντιπροσώπευση των μετόχων στη Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Ο εν λόγω όρος έχει παρατεθεί ανωτέρω αυτούσιος.

 

To λεκτικό του όρου 5.2.1, ειδωμένο συνολικά, είναι, κατά την κρίση μου, ξεκάθαρο. Το Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 – Εταιρείας, θα πρέπει να απαρτίζεται αναγκαστικά από 11 Διοικητικούς Σύμβουλους, οι οποίοι θα εκλέγονται από την Γενική Συνέλευση των Μετόχων.

 

Οι μέτοχοι της Εταιρείας, έχουν συμφωνήσει με την Συμφωνία Μετόχων και τον πιο πάνω όρο 5.2.1 με ποιον τρόπο και αριθμό Διοικητικών Συμβούλων θα αντιπροσωπεύονται στο Δ.Σ. της Εταιρείας.

Είναι ξεκάθαρο ότι δικαίωμα συμμετοχής στο Δ.Σ. της Εταιρείας έχουν οι μέτοχοι που κατέχουν τουλάχιστον 18% των μετοχών της Εταιρείας και αυτοί που κατέχουν λιγότερο του 18% αλλά τουλάχιστον 10%. Τούτο προκύπτει από τη φράση «is entitled to the appointment through Shareholders’ General Meeting» και «is entitled to propose the appointment by Shareholders’ General Meeting», αντίστοιχα. Η μεν πρώτη κατηγορία μετόχων έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο Δ.Σ. με 2 Διοικητικούς Συμβούλους, η δε δεύτερη κατηγορία με 1 Διοικητικό Σύμβουλο.

Κατά συνέπεια, είναι ξεκάθαρο ότι όσοι μέτοχοι κατέχουν ποσοστό μετοχών στην Εταιρεία λιγότερο του 10%, δεν έχουν δικαίωμα από μόνοι τους να προτείνουν και να εκλεγούν από την Γενική Συνέλευση των Μετόχων Διοικητικοί Σύμβουλοι που να τους αντιπροσωπεύουν, τουλάχιστον κατά το στάδιο αυτό και ως περιλαμβάνεται στην πρώτη παράγραφο του εν λόγω όρου.

Το δικαίωμα αυτής της τάξης μετόχων, δηλαδή αυτούς που μειοψηφούν ή κατέχουν ποσοστό λιγότερο του 10% να προτείνουν Διοικητικούς Συμβούλους προκύπτει να περιλαμβάνεται και να κατοχυρώνεται στη δεύτερη παράγραφο του όρου 5.2.1. Με βάση αυτή τους δίνεται το δικαίωμα να συμπράξουν ή να αθροίσουν τα ποσοστά τους με άλλους μετόχους και να προτείνουν κοινούς Διοικητικούς Σύμβουλους, οι οποίοι να τους αντιπροσωπεύουν στο Δ.Σ.

Συνεπώς, παρέχεται το δικαίωμα σε όλους τους μετόχους της Εταιρείας, είτε αυτοί πλειοψηφούν είτε μειοψηφούν να υποδείξουν Διοικητικούς Σύμβουλους και να συμμετέχουν στο Δ.Σ., με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο, ανά περίπτωση. Τούτο, προκύπτει να ενισχύεται και από τη ειδική πρόνοια της δεύτερης παραγράφου η οποία αφορούσε τις εταιρείες J&P και J&P-AVAX. Είναι κοινό έδαφος ότι η J&P κατείχε  13% και η J&P-AVAX 5% του μετοχικού κεφαλαίου και η οποία ήταν η μόνη μέτοχος με ποσοστό λιγότερο του 10% κατά τον χρόνο συνομολόγησης της Συμφωνίας Μετόχων και παρά το ότι οι δύο πιο πάνω εταιρείες ανήκαν στο ίδιο Group εταιρειών τους δόθηκε ρητά το δικαίωμα να αθροίσουν τα ποσοστά τους, με σκοπό, προφανώς, να έχει δικαίωμα και η εταιρεία J&P-AVAX να υποδείξει κοινό Διοικητικό Σύμβουλο και να συμμετέχει στο Δ.Σ. της Εταιρείας, το οποίο διαφορετικά δεν θα είχε. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα υπήρχε νόημα να περιληφθεί η εν λόγω πρόνοια, αφού ούτως ή άλλως, σε δεύτερο στάδιο το ποσοστό της J&P AVAX θα της έδινε το δικαίωμα να υποδείξει σύμβουλο.

Το κύριο σημείο διαφωνίας, αφορά την περίπτωση, κατά την οποία κατόπιν εφαρμογής της πιο πάνω προνοούμενης στη Συμφωνία Μετόχων φόρμουλας διορισμού ή εκλογής Διοικητικών Συμβούλων από την Γενική Συνέλευση, το αποτέλεσμα θα είναι να έχουμε λιγότερους Διοικητικούς Σύμβουλους από 11, που αναγκαστικά θα πρέπει να υπάρχουν στο Δ.Σ..

Σε αυτή την περίπτωση, προνοείται ότι οι εναπομείνασες θέσεις, θα κατανέμονται στους μετόχους με το μεγαλύτερο «αχρησιμοποίητο ποσοστό» (with the largest unutilized proportion of (Its) their Equity Percentage). Τούτο σημαίνει, κατά την κρίση μου, ότι αφορά το ποσοστό μετοχών που παρέμεινε ως υπόλοιπο από εκείνο που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί, σε πρώτο στάδιο. Δεν μπορεί να αποδοθεί άλλη ερμηνεία και δη η ερμηνεία που δίδει η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 6, συμφωνούντος των Εναγόμενων 4 και 5. Δηλαδή, ότι η λέξη «αχρησιμοποίητο» παραπέμπει στους μετόχους που κατέχουν ποσοστό λιγότερο του 10% και οι οποίοι είχαν ευθύς εξ’ αρχής αποκλειστεί από το να συμμετέχουν στο Δ.Σ. και αυτοί να μπορούν πλέον να υποδείξουν Διοικητικούς Συμβούλους από μόνοι τους. Αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε λόγος, κατά πρώτον να αποκλείονται από την υπόδειξη Διοικητικών Συμβούλων σε πρώτο στάδιο και κατά δεύτερο να τους δοθεί το δικαίωμα να συμπράττουν και να αθροίζουν τα ποσοστά τους για να συμμετέχουν στο Δ.Σ. . Αν ήταν έτσι θα ανάμεναν να μην καλυφθούν όλες οι θέσεις Δ.Σ. για να αποκτήσουν δικαίωμα να προτείνουν και να εκλέγουν δικό τους Διοικητικό Σύμβουλο στα στάδιο αυτό, από μόνοι τους.

Η αναφορά σε «αχρησιμοποίητο» ποσοστό μετοχών, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στους μετόχους που έλαβαν μέρος στην αρχική διαδικασία, δικαίωμα, ειρήσθω εν παρόδω, που είχαν όλοι οι μέτοχοι της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που κατείχαν ποσοστό μετοχών λιγότερο του 10%, με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω και προνοείται στη Συμφωνία Μετόχων.

Αν η πρόθεση των μερών ήταν ότι σε περίπτωση που παρέμεναν αδιάθετες θέσεις Διοικητικών Συμβούλων στο Δ.Σ., μετά την διαδικασία εκλογής τους που θα ακολουθείτο, ως περιγράφεται ανωτέρω, θα είχαν δικαίωμα να τους προτείνουν οι μέτοχοι που κατέχουν ποσοστό λιγότερο του 10% ή τέτοιοι μέτοχοι να συμμετέχουν στη διαδικασία κατά το στάδιο αυτό, θα το έλεγε ρητά η Συμφωνία Μετόχων.

Η μη ρητή αναφορά ή ο αποκλεισμός των μετόχων με λιγότερο ποσοστό του 10% κατά τη «δεύτερη κατανομή», όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 3, δεν είναι αρκετό για να ερμηνευθεί ότι αυτό σημαίνει ότι έχουν δικαίωμα υπόδειξης Διοικητικού Συμβούλου, ειδωμένος ο όρος και η Συμφωνία Μετόχων στην ολότητα της. Τέτοια ερμηνεία θα ερχόταν σε σύγκρουση με όλα τα προηγούμενα προβλεπόμενα στον όρο 5.2.1.

Η πιο πάνω ερμηνεία, αποκαλυπτική κατά την κρίση μου, της πρόθεσης των μερών, αντικατοπτρίζεται και/ή επιβεβαιώνεται στην παράγραφο 5.2.2 η οποία αναφέρεται στο πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο και τις θέσεις που θα είχε κάθε μέτοχος, ανάλογα με τα ποσοστά των μετοχών που κατείχε στην Εταιρεία. Αφού είχε δοθεί ρητά το δικαίωμα στις εταιρείες J&P Ltd και J&P-AVAX να συμπράξουν και να αθροίσουν τα ποσοστά που κατείχαν στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας τα οποία τότε ήταν 13% και 5% αντίστοιχα, στην παράγραφο 5.2.2. καθορίστηκε ο αριθμός των Διοικητικών Συμβούλων που θα διόριζε ο κάθε μέτοχος. Για τις πιο πάνω εταιρείες με ποσοστά 13% και 5% αναφέρεται ότι αυτές θα προτείνουν για διορισμό δύο Διοικητικούς Συμβούλους από κοινού. Αν ο σκοπός και η πρόθεση των μερών ήταν στην «δεύτερη κατανομή» να συμμετέχουν και μέτοχοι με λιγότερο ποσοστό του 10%, δεν θα υπήρχε νόημα να προστεθεί ο όρος που επιτρέπει την σύμπραξη εταιρειών και ούτε θα καθοριζόταν ότι οι δύο πιο πάνω εταιρείες θα αντιπροσωπεύονταν στο Δ.Σ. με δύο, από κοινού, Διοικητικούς Συμβούλους, αφού η εταιρεία J&P AVAX, με ποσοστό μετοχών 5% θα είχε δικαίωμα να υποδείξει Διοικητικό Σύμβουλο από μόνη της, στην «δεύτερη κατανομή», όπως ήταν τα ποσοστά των μετόχων κατ’ εκείνο το χρόνο.  

Η αναφορά στην πρακτική που ακολουθείτο μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να είναι καθοριστική στην ερμηνεία του πιο πάνω όρου, υπό τις περιστάσεις. Κατ’ αρχάς δεν προκύπτει να τίθεται ζήτημα κωλύματος ένεκα της συμμετοχής των κ.κ. Πουαγκαρέ,   κ. Νεοκλέους και κ. Κονομή στο Δ.Σ. της Εναγόμενης 1. Είναι ξεκάθαρο ότι οι τελευταίοι δύο συμμετείχαν κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. και όχι κατ’ εφαρμογή της Συμφωνίας Μετόχων και αφού είχαν διευκρινιστεί οι πρόνοιες της εν λόγω Συμφωνίας για το δικαίωμα της Εναγόμενης 6 στη συμμετοχή του Δ.Σ. και τον σκοπό που συμφωνήθηκε να εκπροσωπούνται, που ήταν μέχρι να τελειώσουν τα κατασκευαστικά έργα.

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η ερμηνεία που η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 6, επιχειρούν να δώσουν στον όρο 5.2.1 δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες και κατά συνέπεια η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη.

Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται. Κατ’ ακολουθία του αποτελέσματος και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου λόγου που θα ήταν ικανοποιητικός για απόκλιση από την βασική αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1, η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία και τις Εναγόμενες 4 και 5, οι οποίες δεν καταχώρησαν ένσταση, καμία διαταγή για έξοδα. Καμία διαταγή έξοδα, επίσης, σε σχέση με την Εναγόμενη 6, η οποία στην ουσία δεν είχε ενστεί στην Αίτηση, παρά μόνο καταχώρησε «ένσταση» για να υποστηρίξει την ερμηνεία που προωθούσε η Ενάγουσα.                                       

 

                                                                                    (Υπ.)…………………..……………..  

                                                                                                Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

        

Subject:  Civil Jurisdiction / General Applications / Final

Αναφορά:  Ερμηνεία Σύμβασης

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο