ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 1186/2024 (i-justice)
Μεταξύ:
WAB TRADING LIMITED
Εναγόντων
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 22/11/2024
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/6/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντες - αιτητές: κα Α. Προδρόμου, για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενους - καθ’ ων η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης, για ΝΤΙΝΟΣ ΜΑΣΤΟΡΟΥΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στο πλαίσιο της αγωγής 5824/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία οι εδώ ενάγοντες ήταν οι εναγόμενοι 4, στις 5/4/2023 εκδόθηκε μετά από ακρόαση, απόφαση εναντίον των τελευταίων, για το ποσό των €1.965.010,33, πλέον τόκοι. Με την ίδια απόφαση εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης, δυο ενυπόθηκων ακινήτων τους.
Παρεμβάλλεται ότι, ενάγοντες στην πιο πάνω αγωγή, ουσιαστικά είναι οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή.
Οι ενάγοντες εφεσίβαλαν την πιο πάνω απόφαση, ωστόσο, στις 29/1/2025, απέσυραν την έφεση. Προηγουμένως όμως και συγκεκριμένα, στις 22/11/2024 καταχώρησαν εναντίον των εναγόμενων την παρούσα αγωγή - η οποία διέπεται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΔΠ») - με έντυπο απαίτησης αρ. 4.
Με την αγωγή τους ζητούν τα ακόλουθα:
«Α) Δήλωση και /ή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 5/4/2023 στην αγωγή με αρ. 5824/2013 εναντίον των εναγομένων μεταξύ των οποίων ήταν και η νυν Ενάγουσα (τότε Εναγόμενη 4), είναι άκυρη και /ή παράνομη και /ή χωρίς καμία νομική ισχύ διότι είναι προϊόν δόλου και /ή απάτης και /ή ψευδών παραστάσεων που διέπραξε η Εναγόμενη.
Β) Απόφαση και /ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και /ή να ακυρώνεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 5/4/2023 στην αγωγή με αρ. 5824/2013 εναντίον της Εναγούσης και προς όφελος της Εναγόμενης λόγω του ότι είναι προϊόν δόλου και /ή απάτης και /ή ψευδών παραστάσεων που διέπραξε η Εναγόμενη.
Γ) Απόφαση και /ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και /ή να θεωρείται η Υποθήκη υπ’ αρ. Υ4462/05 εξ υπαρχής άκυρη λόγω παρανομίας και /ή παράνομων πράξεων των Εναγομένων και /ή δόλου και /ή ψευδών παραστάσεων .
Δ) Αναγνωριστική απόφαση που να αναγνωρίζει ως εξ υπαρχής άκυρη και /ή ακυρώσιμη την Υποθήκη Υ4462/05 λόγω παράνομων ενεργειών της Εναγομένης και /ή συνεπεία δόλου και /ή ψευδών παραστάσεων, απάτης της Εναγομένης.
Ε) Απόφαση και /ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και /ή να θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη η σύμβαση δάνειου υπ’ αρ. [ ]-8 ημερ. 23/11/2005 και /ή εγγύησης και /ή υποθήκης μεταξύ των Πρωτοφειλετών και της Εναγόμενης στην αγωγή με αρ. 5824/13 Ε.Δ. Λεμεσού λόγω παρανομίας και /ή δόλου και /ή ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης.
Στ) Αναγνωριστική απόφαση που να αναγνωρίζει ως εξ υπαρχής άκυρη και /ή ακυρώσιμη την συμφωνία ημερ. 23/11/2005 με αρ. λογαριασμού δανείου [ ] μεταξύ των α) Κωστής Κώστας Μιχαήλ, β) Περατικού Krystyna, γ) Χριστοδούλου Αντρέας, δ) Βασιλείου Μιχάλη Αντρέα, ε) Κάσινος Αντρέας, λόγου δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης και /ή των υπαλλήλων και /ή αντιπροσώπων της.
Ζ) Διαζευκτικά και /ή άλλων Αναγνωριστική απόφαση ότι το ως άνω επίδικο δάνειο θα έπρεπε να εξοφληθεί από την ασφάλεια ζωής και /ή του ειδικού ταμείου για την εξόφληση δανείων αποβιωσάντων ήτοι του Κάσινου Αντρέα και Κώστα Μιχαήλ.
Η) Γενικές και /ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για δόλο και απάτη και /ή ψευδείς παραστάσεις και /ή συνωμοσία.
Θ) Επιπρόσθετα και /ή διαζευκτικά αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης για δόλο, απάτη και /ή ψευδείς παραστάσεις
Ι) Νόμιμο Τόκο.
Κ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.»
Την ίδια μέρα, οι ενάγοντες καταχώρησαν και την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν:
«1. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ΄ων η αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους να προχωρήσουν τη διαδικασία εκποίησης και /ή πλειστηριασμού των ακινήτων υπό στοιχεία: α) οικόπεδο αρ. εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ. 51/10.3.10, Τεμάχιο [ ], Πάφος, Άγιος Θεόδωρος, εγγεγραμμένο μερίδιο το ½ υποθηκευμένο μερίδιο το όλο και β) αριθμός εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ. 51/10.3.10, Τεμάχιο [ ], Πάφος, Άγιος Θεόδωρος, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο και /ή προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και/ή να αναστέλλει την εκποίηση της Υποθήκης με αρ. Υ4462/2005 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερ. 23/11/2005 και/ή την εκποίηση των ρηθέντων ακινήτων, σε οποιαδήποτε ημερομηνία και/ ή τοποθεσία και/ ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ήθελε οριστεί, μέχρι την πλήρη εκδίκαση του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έντυπου Απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Σεβαστού Δικαστηρίου.
2. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/ Καθ’ ων η αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους να προχωρήσουν με την μεταγραφή και/ή εγγραφή των ακινήτων υπό στοιχεία: α) οικόπεδο αρ. εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ. 51/10.3.10, Τεμάχιο [ ], Πάφος, Άγιος Θεόδωρος, εγγεγραμμένο μερίδιο το ½ υποθηκευμένο μερίδιο το όλο και β) αριθμός εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ. 51/10.3.10, Τεμάχιο [ ], Πάφος, Άγιος Θεόδωρος, στο όνομα τους ή οποιουδήποτε τρίτου μέχρι την πλήρη εκδίκαση του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έντυπου Απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Σεβαστού Δικαστηρίου και /ή να απαγορεύει στους Καθ’ ων η αίτηση από το να ασκήσουν το δικαίωμα αγοράς των ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την πλήρη εκδίκαση του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έντυπου Απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Σεβαστού Δικαστηρίου.
3. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/ Καθ’ ων η αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους από το να προχωρήσουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη διαγραφή και/ή ακύρωση της εγγραφής των πιο πάνω ακινήτων υπό στοιχεία: α) οικόπεδο αρ. εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ. 51/10.3.10, Τεμάχιο [ ], Πάφος, Άγιος Θεόδωρος, εγγεγραμμένο μερίδιο το ½ υποθηκευμένο μερίδιο το όλο και β) αριθμός εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ. 51/10.3.10, Τεμάχιο [ ], Πάφος, Άγιος Θεόδωρος, από το όνομα των υφισταμένων ιδιοκτητών / Εναγόντων/ Αιτητών μέχρι την πλήρη εκδίκαση του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έντυπου Απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Σεβαστού Δικαστηρίου.
4. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία θα κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.
5. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.»
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση καθώς και από συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στις οποίες προέβη ο διευθυντής των εναγόντων, Γιώργος Παρτζίλης.
Ο συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης διέταξε την επίδοσή της στους εναγόμενους οι οποίοι καταχώρησαν σ’ αυτή, ένσταση. Αποτελείται από 5 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η Μαρία Ζένιου, υπάλληλος συγκεκριμένης εταιρείας η οποία ανέλαβε για λογαριασμό των εναγόμενων, τη διαχείριση του επίδικου, στην παρούσα υπόθεση, δανείου και των συναφών με αυτό, εξασφαλίσεων.
Ο διευθυντής των εναγόντων προέβη και σε δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Με τον πρώτο λόγο ένστασης υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - πως δεν υπάρχουν ορατές και/ή καλές πιθανότητες, οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας αγωγή. Ειδικότερα, προστίθεται, οι ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου να προωθούν την παρούσα απαίτησή τους και κατ’ επέκταση, την υπό κρίση αίτηση, καθώς, όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην αίτηση είχαν εγερθεί και/ή θα μπορούσαν και όφειλαν να έχουν εγερθεί και επιλύθηκαν τελεσίδικα από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αγωγής με αριθμό 5824/2013 (ανωτέρω). Μάλιστα, η δικαστική απόφαση σ’ αυτή κατέστη τελεσίδικη, καθώς οι ενάγοντες απέσυραν την έφεση που είχαν καταχωρήσει εναντίον της εν λόγω απόφασης.
Κατά πάγια νομολογία, ένας από τους αναγκαίους όρους του δεδικασμένου είναι η ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων (βλ. μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την αίτηση Γεωργιάδη, Πολ. Έφ. Αρ. 417/17, ημερ. 2/10/2018)
Στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Αργυρού v. Άνκα Ζαφίροβα Iανακίεβα κ.α., Πολ. Έφ. αρ. Ε47/21, ημερ. 21/3/2025 επισημαίνονται τα εξής:
«Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, γίνεται εκτενής αναφορά στις αρχές του δεδικασμένου όπως καθορίστηκαν από τη νομολογία. Τονίζεται στην σελίδα 921 του πιο πάνω συγγράμματος, ότι το δεδικασμένο μπορεί να πάρει τη μορφή του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Terzian (2014) 1 Α.Α.Δ 558, Θεοδώρου ν Μάντη (2010) 1(Β) Α.Α.Δ 1036 και Υπουργός Εσωτερικών ν Μυλωνά (2002) 1(Α) Α.Α.Δ 120). Στην συνέχεια στη σελίδα 928 του ιδίου συγγράμματος, αναφέρονται τα πιο κάτω ως προς τις βασικές προϋποθέσεις προκειμένου να αποδειχθεί κώλυμα λόγω δεδικασμένου:
«Ανεξαρτήτως αν η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής ή σε κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα, η εφαρμογή της προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων, ήτοι:
(i) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
H απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη σε αντίθεση με ενδιάμεση απόφαση που δεν επιτρέπει εφαρμογή του δεδικασμένου διότι δεν θεωρείται συνήθως ως τελεσίδικη (Recnex Trading Ltd και άλλου ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 71/11, ημερ. 16.4.2014, Panpa Estates & Investments Ltd και άλλου ν Rodou Charalambous & Son Ltd, ΠΕ18/10, ημερ. 11.9.2013). Στη Χάσικος και άλλοι ν Χαραλαμπίδη (1990) 1 ΑΑΔ 389 το Εφετείο έκρινε ότι δεδικασμένο προκύπτει μόνο από δεσμευτική δικαστική απόφαση καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς όπως προσδιορίζεται στη δικογραφία (βλ. επίσης Βαττής ν Αυξεντίου και άλλου, ΠΕ127/09).
(ii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
Η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται μόνον όταν οι διάδικοι και στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι (βλ. μεταξύ άλλων Επί της αφορώσι τους Ανήλικους Κωνσταντίνο και Ελένη Λοΐζου και άλλης (1998)(1Α) ΑΑΔ 55).
(iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων.
Η δέσμευση που μπορεί να προκύψει από την προηγούμενη διαδικασία καλύπτει τους διαδίκους και τους διαδόχους τους (privies) (βλ. Γαβριήλ κ.α. ν Αγαπίου (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1868, εφόσον υπάρχει ταύτιση των διαδίκων και στις δύο διαδικασίες (βλ. Καζαμία ν Χαραλάμπους κα.α (2011) 1(Γ) ΑΑΔ 2159).
(iv) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.
Η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής εάν το επίδικο θέμα στη δεύτερη διαδικασία είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην πρώτη διαδικασία (Χ''Ζαχαρίου κ.α. ν LK Globalsoft Com Ltd (2010) 1(B) ΑΑΔ 1225). Το θέμα προσεγγίζεται με αναφορά στα δικόγραφα, στις αγορεύσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης των δύο (ή περισσοτέρων) διαδικασιών και στις περιστάσεις της περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση του Fotiou Bros Shipping Ltd κ.α. Πολ. Αιτ. 4/13, ημερ. 15.1.13
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να συντρέχουν, ειδεμή δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο (Κανάρης ν Λοΐζου και Άλλων (2006) 1(Α) ΑΑΔ 599, Σοφοκλέους ν Ταβελούδη και Άλλων (2002) 1(Α) ΑΑΔ 92).»»
Δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου στην παρούσα υπόθεση και τούτο, επειδή, πολύ απλά, δεν ικανοποιείται ο τρίτος από τους παραπάνω όρους. Οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή ήταν εναγόμενοι στην προηγούμενη αγωγή, που με απλά λόγια σημαίνει πως δεν υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων, στις δυο διαδικασίες.
Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.
Τα πιο πάνω προβάλλονται ως το πραγματικό για σκοπούς στοιχειοθέτησης και του δεύτερου λόγου ένστασης με τον οποίο υποβάλλεται ότι η απαίτηση και η υπό κρίση αίτηση συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Θα εξετάσω το συγκεκριμένο λόγο από δυο διαφορετικές οπτικές. Έχοντας υπόψη ότι το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι δικαιοδοτικής φύσεως, καθηκόντως, καταρχάς, θα τον εξετάσω αυτεπάγγελτα.
Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014:
«΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000).
Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".»
Στην υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης (1992 1(Β) Α.Α.Δ. 1453), το γεγονός ότι οι εφεσείοντες, ενώ επέμεναν στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, εντούτοις παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρήθηκε απαράδεκτη πρακτική. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:
«Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.»
Ακολούθως, στην υπόθεση Goody’s Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, η αγωγή είχε καταχωρηθεί με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 13/8/1997. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Με οδηγίες του Δικαστηρίου διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης η οποία απορρίφθηκε - μετά από ακρόαση - στις 26/2/1998. Η σχετική απόφαση εφεσιβλήθηκε και μέχρι τότε δεν είχε γίνει οτιδήποτε για σκοπούς προώθησης της αγωγής. Το θέμα τέθηκε στο Εφετείο και, εκκρεμούσης της έφεσης και συγκεκριμένα, στις 30/6/1998 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Ενόψει αυτών των χειρισμών των εφεσειόντων, οι εφεσίβλητοι εισηγήθηκαν την απόρριψη της έφεσης, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.
Το Εφετείο, με αναφορά στο απόσπασμα από τη Vuitton (ανωτέρω) καθώς και σε κάποιο άλλο απόσπασμα από την υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 149, στη βάση των παραπάνω γεγονότων, βασικά, υιοθετώντας την εισήγηση των εφεσίβλητων απέρριψε την έφεση, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της. Το σκεπτικό του Εφετείου περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί:
«Η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων ήταν ειλικρινής στην τοποθέτησή της. Το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 25.8.97 και άρχισε από τότε η προθεσμία των 10 ημερών για την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Όμως, όπως εξήγησε, στις πλείστες περιπτώσεις, με την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος λύεται και η διαφορά στην ουσία της. Έχουμε και εν προκειμένω εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει. Ας σημειωθεί πως οι εφεσείοντες ζήτησαν και η έφεση εκδικάστηκε κατά προτεραιότητα ως επείγουσα. Ενώ, όπως φάνηκε, κάθε άλλο παρά ενδιαφέρτηκαν να προωθήσουν την αγωγή. Η αγωγή αφέθη στάσιμη με την προσδοκία της ικανοποίησης του ουσιαστικού αιτήματός της, με παρεμπίπτον διάταγμα.»
Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στη μεταγενέστερη υπόθεση Κίτσιος κ.ά. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1262.
Περαιτέρω, στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. ν. K.O.T. (2002) 1(B) A.A.Δ. 1274, στις 20/12/2000 είχε καταχωρηθεί από τον εφεσίβλητο ποινική υπόθεση εναντίον των εφεσειόντων για λειτουργία κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής λειτουργίας του κέντρου το οποίο δόθηκε στις 22/3/2001, μετά από ακρόαση. Κατά την ακρόαση της καταχωρηθείσας έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης, στις 21/6/2002, το Εφετείο διερωτήθηκε για την τύχη της κυρίως υπόθεσης, η οποία εκκρεμούσε. Ο εφεσίβλητος Κ.Ο.Τ., δεν την είχε προωθήσει με τη δικαιολογία ότι ο φάκελός της ήταν στο Εφετείο, λόγω της έφεσης και έτσι η υπόθεση παρέμεινε εκκρεμής, εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Στη βάση των γεγονότων αυτών, το Εφετείο, με αναφορά και πάλι στη Vuitton (ανωτέρω) αποφάσισε ως ακολούθως:
«Δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με την ουσία της έφεσης. Προτιθέμεθα να τερματίσουμε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχισή του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, υπεδείχθη η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης.»
Όπως αναφέρεται καταληκτικά:
«Μόνη αρμόζουσα ενέργεια υπό τις συνθήκες είναι ο άμεσος τερματισμός της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο έπαυσε από πολλού να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εξεδόθη και συνιστά πλέον κατάχρηση της διαδικασίας, εκφράζοντας την άκρα απαρέσκεια και απογοήτευση μας για την πορεία της υπόθεσης, αποκαλυπτική ελλείψεως στοιχειώδους ενδιαφέροντος για την τήρηση θεμελιακών αρχών του δικαίου.»
Τέλος, στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 επισημαίνονται τα εξής:
«Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες.»
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:
Οι ενάγοντες, καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης, στις 22/11/2024. Την ίδια μέρα καταχώρησαν και την υπό κρίση αίτηση. Όταν αυτή, στις 26/11/2024 τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου επανορίστηκε για εξέταση, στις 28/11/2024. Έκτοτε μέχρι και τις 7/1/2025 ορίστηκε 6 φορές για οδηγίες. Στις 7/1/2025 διατάχθηκε η επίδοσή της στους εναγόμενους και για το σκοπό αυτό ορίστηκε διαδοχικά, επίσης 6 φορές. Η τελευταία φορά που είχε οριστεί ήταν στις 26/5/2025 και ορίστηκε για τις 18/6/2025.
Η αίτηση επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 11/6/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή.
Στις 18/6/2025 η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες, στις 19/9/2025, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι και τις 12/9/2025.
Επειδή η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ΚΠΔ, στις 19/9/2025 που η αίτηση είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον μου, την όρισα για Ακρόαση Διαδικαστικών Οδηγιών, στις 29/9/2025, με οδηγίες, «δικηγόροι παρόντες».
Την ημέρα αυτή όρισα την αίτηση για ακρόαση, στις 18/12/2025 και καθόρισα χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας, ως το συμφωνημένο μεταξύ των μερών.
Μετά από αίτημα των δικηγόρων των εναγόντων, η αίτηση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση, αρχικά, στις 12/2/2026, ακολούθως, στις 23/3/2026 και τέλος, στις 3/4/2026.
Και ενώ το Μέρος 7.4(1)(β) των ΚΠΔ προνοεί ότι η έκθεση απαίτησης πρέπει να καταχωρίζεται εντός 28 ημερών από την επίδοση του εντύπου απαίτησης και να επιδίδεται στη συνέχεια από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, όσο συντομότερο είναι εφικτό, στην προκειμένη περίπτωση, το τι έγινε είναι το εξής: ενώ οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους, στις 22/11/2024 με έντυπο απαίτησης, το οποίο επέδωσαν στους εναγόμενους, σε κάθε περίπτωση, πριν από τις 11/6/2025, που οι τελευταίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, οι ενάγοντες, οι οποίοι σε εφαρμογή του παραπάνω κανονισμού όφειλαν να είχαν καταχωρήσει την έκθεση απαίτησή τους, το αργότερο, 28 μέρες από την ημέρα που είχαν επιδώσει το έντυπο απαίτησης, ένα και πλέον χρόνο μετά που οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, ουδέν μέτρο έχουν λάβει προς την κατεύθυνση προώθησης της αγωγής τους, καθώς δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη έκθεση απαίτησης.
Ο διευθυντής τους, στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα εξής: «Ως έντιμα και ειλικρινά πιστεύω και ως δέχομαι νομική συμβουλή η αγωγή της ενάγουσας θέτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με καλές πιθανότητες επιτυχίας, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται στις θεραπείες που αιτείται αν όχι βεβαιότητα, η ενάγουσα έχει πολύ καλή βάσιμη υπόθεση εναντίον της εναγόμενης και οι αξιώσεις που έχει η ενάγουσα εναντίον της εναγόμενης είναι γνήσιες, δίκαιες και αληθινές. Ως δέχομαι νομική συμβουλή υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.»
Εάν οι ενάγοντες πιστεύουν πραγματικά στα πιο πάνω που αναφέρει ο διευθυντής τους, θα έπρεπε να είχαν λάβει όλα εκείνα τα διαδικαστικής - δικονομικής φύσεως, μέτρα, τα οποία αποβλέπουν στην προώθηση της αγωγής τους με προοπτική τη σύντομη εκδίκαση και αποπεράτωσή της και όχι να επιδοθούν αποκλειστικά σε ένα δικαστικό αγώνα, ο οποίος αποβλέπει απλώς στην εξασφάλιση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, χωρίς να κάνουν οτιδήποτε για το πρώτο, που είναι και το σημαντικό.
Για να επαναλάβω, ενώ καταχώρησαν την αγωγή τους καθώς και την υπό κρίση αίτηση, στις 22/11/2024 και οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, στις 11/6/2025, το γεγονός ότι, ενάμισι και πλέον χρόνο μετά την καταχώρηση της αγωγής τους και ένα και πλέον χρόνο μετά που οι εναγόμενοι καταχώρησαν σ’ αυτή σημείωμα εμφάνισης, όχι μόνο δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη την έκθεση απαίτησης, αλλά, ούτε και αισθάνθηκαν την ανάγκη να δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για την επί του προκειμένου παράλειψη, αδράνεια και απραξία τους μα ούτε και φαίνεται να τους απασχολεί το θέμα, όλα αυτά είναι δηλωτικά συμπεριφοράς και διαγωγής, η οποία, κατά τη γνώμη μου αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Εάν οι ενάγοντες είχαν υπόψη τους οποιοδήποτε άλλο παράγοντα ο οποίος θα μπορούσε να με οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα όφειλαν να τον αναδείξουν (βλ. την T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd - ανωτέρω -).
Δεδομένου ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας το λεκτικό του Εφετείου στη Loukos (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Constantinides (ανωτέρω επίσης) αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Και μάλιστα, όπως και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Goody’s Evagorou Ltd, Κίτσιος και Rousounides (ανωτέρω), χωρίς να υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης.
Στη συνέχεια θα εξετάσω τον ίδιο λόγο ένστασης από την οπτική των εναγόμενων.
Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνέθεταν τη βάση της αγωγής των εναγόντων στην αγωγή 5824/2013 είναι τα εξής:
Δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου, οι ενάγοντες στην εν λόγω αγωγή είχαν παραχωρήσει στους εναγόμενους 1, 2 και 3, δάνειο, ύψους €717.612,61. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών τους, οι οποίες απέρρεαν από τη συμφωνία δανείου, οι εναγόμενοι 4, με σχετική σύμβαση υποθήκευσαν δυο ακίνητά τους στην Πάφο.
Επειδή οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειπαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από τη συμφωνία δανείου, οι ενάγοντες, με επιστολές των δικηγόρων τους προς αυτούς τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και ζήτησαν από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 να τους καταβάλουν το χρεωστικό οφειλόμενο υπόλοιπο του σχετικού λογαριασμού του δανείου. Οι ενάγοντες, με ξεχωριστή επιστολή των δικηγόρων τους ενημέρωσαν και τους εναγόμενους 4 για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου.
Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξίωσαν εναντίον όλων των εναγόμενων, το ποσό των €1.203,126,31, πλέον τόκους και εναντίον των εναγόμενων 4, διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων τους, όπως αναφέρεται στο σχετικό μέρος του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης «προς ικανοποίηση της απαιτήσεως και των εξόδων.»
Οι τέσσερις εναγόμενοι καταχώρησαν από κοινού υπεράσπιση στην αγωγή, με την οποία, κατά βάση αρνήθηκαν όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων και όλους τους άλλους ισχυρισμούς τους οι οποίοι συνέθεταν τη βάση της αγωγής τους.
Κατά μια εκδοχή αρνήθηκαν ακόμη και τη σύναψη της συμφωνίας δανείου καθώς και τους όρους της και μάλιστα, κάλεσαν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών τους.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με τη σύμβαση υποθήκης με την οποία οι εναγόμενοι 4 - και ενάγοντες στην παρούσα αγωγή - υποθήκευσαν τα δυο ακίνητά τους προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1, 2 και 3 που απέρρεαν από τη συμφωνία δανείου, οι οποίοι περικλείονται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, η εκδοχή των εναγόμενων 4 ήταν μόνο μια και απόλυτη. Περικλείεται στην παράγραφο 5 της υπεράσπισης και ακολουθεί αυτούσια: «Η Εναγόμενη 4 αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.»
Από την αιτιολογημένη απόφαση στην εν λόγω αγωγή, ημερομηνίας 5/4/2023 προκύπτουν τα εξής:
Εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, η αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Για την εναγόμενη 1, λόγω μη επίδοσης και για τον εναγόμενο 2, επειδή απεβίωσε. Εναντίον του εναγόμενου 3 εκδόθηκε απόφαση, στις 21/12/2018, επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Εναντίον των εναγόμενων 4, όπως αναφέρεται εντελώς στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετά από ακρόαση εκδόθηκε απόφαση, για το ποσό των €1.965.010,33, πλέον τόκοι καθώς και διάταγμα εκποίησης των δυο ενυπόθηκων ακινήτων τους.
Από το κείμενο της ίδιας απόφασης προκύπτει ότι κατά την ακρόαση της αγωγής έδωσαν μαρτυρία τρεις μάρτυρες για τους ενάγοντες, ενώ εκ μέρους των εναγόμενων 4 δεν προσκομίστηκε καθόλου μαρτυρία.
Οι τελευταίοι, ως είχαν δικαίωμα εφεσίβαλαν την εν λόγω απόφαση, την οποία, ωστόσο, στις 29/1/2025 απέσυραν ανεπιφύλακτα. Να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες συγκατάνευσαν στο αίτημα απόσυρσης της έφεσης, χωρίς να ζητήσουν έξοδα.
Η παρούσα αγωγή καθώς και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν - ενωρίτερα -, στις 22/11/2024.
Από το σύνολο των αξιώσεων των εναγόντων προκύπτουν τα εξής: με τις πρώτες έξι, ό,τι επιδιώκεται στην ουσία είναι η ακύρωση της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή και των επίδικων σ’ αυτή συμφωνιών, δανείου και υποθήκης, ως προϊόντων δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που διέπραξαν οι ενάγοντες στην ίδια αγωγή που είναι οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Με την έβδομη - η οποία προβάλλεται διαζευκτικά - οι ενάγοντες ζητούν αναγνωστική απόφαση ότι το δάνειο θα έπρεπε να ξοφληθεί από την ασφάλεια ζωής και/ή του ειδικού ταμείου για την εξόφληση των δυο αποβιωσάντων (των οποίων αναφέρονται τα ονόματα). Με τις δυο τελευταίες, οι ενάγοντες ζητούν γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγόμενων για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή συνομωσία.
Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες, στο πλαίσιο των τριών αιτούμενων θεραπειών, αυτό που στην ουσία ζητούν είναι να απαγορευτεί στους εναγόμενους να αποξενώσουν τα ενυπόθηκα ακίνητά τους, είτε με εκποίηση και/ή πλειστηριασμό (1η αιτούμενη θεραπεία) είτε με μεταγραφή και/ή εγγραφή και/ή ασκώντας το δικαίωμα αγορά τους από τους ίδιους (2η αιτούμενη θεραπεία) είτε τέλος, με διαγραφή και/ή ακύρωση της εγγραφής τους, από το όνομά τους, ως υφιστάμενων ιδιοκτητών τους (3η αιτούμενη θεραπεία).
Από το περιεχόμενο της απαίτησης των εναγόντων σε συνδυασμό με το σύνολο της μαρτυρίας τους η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι φανερό, ότι με την αγωγή τους επιδιώκουν τόσο την ακύρωση της εναντίον τους απόφασης στην αγωγή 5824/2023 (ανωτέρω) όσο και της θεμελιακής βάσης της, που είναι η συμφωνίες, δανείου και υποθήκης, αντίστοιχα, ενώ με την υπό κρίση αίτηση, στην ουσία επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, στο βαθμό που με αυτή διατάχθηκε η εκποίηση των δυο ενυπόθηκων ακινήτων τους.
Δεδομένου ότι τα γεγονότα που επικαλούνται σήμερα οι ενάγοντες, ως συνιστώντα τη βάση και τις αιτίες της αγωγής τους, ούτε ισχυρίζονται μα ούτε και προκύπτει απ’ οπουδήποτε, πως δεν ήταν υπαρκτά είτε ακόμη, πως δεν τα γνώριζαν κατά το χρόνο, προτού εκδικαστεί η προηγούμενη αγωγή, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής:
Πρώτο, γιατί δεν επιδίωξαν να προβάλουν όλα αυτά τα γεγονότα στο πλαίσιο της υπεράσπισής τους, είτε εξ αρχής είτε αργότερα με σχετική τροποποίηση της υπεράσπισής τους και ενδεχομένως, καταχωρώντας και ανταπαίτηση εναντίον των εδώ εναγόμενων και εναγόντων στο πλαίσιο της προηγούμενης αγωγής;
Δεύτερο - σε συνέχεια του προηγούμενου - πόσο έντιμο - συν τοις άλλοις - είναι το να αποδίδουν δίκην μομφής - μέσω του διευθυντή τους - στο Δικαστήριο που εκδίκασε την πιο πάνω αγωγή και εξέδωσε την εναντίον τους απόφαση (βλ. την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση) ότι δήθεν, δεν το απασχόλησαν ισχυρισμοί περί δόλου, ψευδών παραστάσεων και απάτης και ότι εκείνο που το απασχόλησε ήταν μόνο το ύψους του οφειλόμενου ποσού, τη στιγμή που δικογραφικά, ουδέν σχετικό είχαν προβάλει ή ισχυριστεί;
Να αντιληφθώ ότι αυτός είναι ο λόγος, που τόσο τα δικόγραφα της εν λόγω αγωγής όσο και την αιτιολογημένη απόφαση σ’ αυτή, τα έθεσαν ενώπιόν μου οι εναγόμενοι με την ένστασή τους, αντί οι ίδιοι;
Τρίτο, ακόμη και να δικογραφούσαν τους παραπάνω ισχυρισμούς, από ποιον ανάμεναν να τους αποδείξει, τη στιγμή που κατά την ακρόαση της αγωγής, οι ίδιοι, ως είχαν δικονομικά δικαίωμα, δεν παρουσίασαν καθόλου μαρτυρία;
Τέταρτο, χωρίς ασφαλώς να υπεισέρχομαι στην ορθότητα της απόφασης στην εν λόγω αγωγή, ό,τι ενδιαφέρει είναι ότι οι ίδιοι την είχαν εφεσιβάλει. Η ειδοποίηση έφεσης τέθηκε και πάλι ενώπιον μου από τους εναγόμενους και από το περιεχόμενό της είναι σαφές, ότι σε περίπτωση που έφεση εκδικαζόταν και γινόταν αποδεκτή, η εκκαλούμενη απόφαση, ενδεχομένως θα ακυρωνόταν/παραμεριζόταν, συνολικά.
Παρ’ όλα αυτά, οι ενάγοντες, μετά που είχαν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση, ζήτησαν άδεια να αποσύρουν και απέσυραν την έφεσή τους, ωστόσο, χωρίς να δώσουν καμιά εξήγηση ή δικαιολογία αναφορικά με το λόγο ή λόγους που το έκαναν και ούτε προκύπτει απ’ οπουδήποτε γιατί συνέβη αυτό.
Κι όμως, αν δεν απέσυραν την έφεσή τους, ενδεχομένως να υπήρχε σ’ αυτή απόφαση σήμερα, που αν ήταν υπέρ τους δεν αποκλείεται να καθιστούσε εντελώς αχρείαστη την περαιτέρω προώθηση, είτε της παρούσας αγωγής τους είτε της υπό κρίση αίτησης.
Όπως επισημαίνεται και πάλι στη Loukos Trading Co (ανωτέρω) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι, στο πλαίσιο της αγωγής 5824/2013, μετά από δικαστικό αγώνα τον οποίο διεξήγαν, διάρκειας 10 ετών, στις 5/4/2023 εξασφάλισαν απόφαση υπέρ τους και εναντίον των εναγόντων, με περιεχόμενο (ως ανωτέρω).
Και ενώ μετά από αυτή την εξέλιξη, ως είχαν κάθε δικαίωμα ανάμεναν να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας τους, ακολούθως βρέθηκαν αντιμέτωποι με την έφεση των εναγόντων κατά της εν λόγω απόφασης, ενώ, εκκρεμούσης της έφεσης βρέθηκαν αντιμέτωποι και με την παρούσα αγωγή και στο πλαίσιό της, με την υπό κρίση αίτηση. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες επιδιώκουν - μεταξύ άλλων - την ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασης στην προηγούμενη αγωγή, δηλαδή, ό,τι ακριβώς επιδίωκαν και με την έφεση και με την υπό κρίση αίτηση, την αναστολή εκτέλεσης, εν μέρει, της ίδιας απόφασης.
Μολονότι οι ενάγοντες, κάποια στιγμή απέσυραν την έφεση παραμένει γεγονός ότι οι εναγόμενοι υποβλήθηκαν μέχρι τότε στην ταλαιπωρία που συνεπάγεται η εμπλοκή τους, ταυτόχρονα, σε τρεις διαφορετικές διαδικασίες και μάλιστα, στην πρώτη από αυτές, την έφεση, χωρίς να ζητήσουν καν τα έξοδά τους, τα οποία, προφανώς θα επωμιστούν οι ίδιοι.
Όλα τα παραπάνω στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα θεωρώ ότι αποτελούν ικανοποιητικό υπόβαθρο, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συμπεράσματός μου, ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αυτοτελώς και για αυτό το λόγο.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:
Οι εναγόμενοι, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Τόσο αυτοί όσο και οι ενάγοντες, συμμορφούμενοι με τον κανονισμό 9(1) του ίδιου Μέρους υπόβαλαν κατάλογο των εξόδων τους τα οποία αξιώνουν σε σχέση με την αίτηση. Πλέον ενδιαφέρει μόνο ο κατάλογος των εναγόμενων, με τον οποίο αξιώνουν το ποσό των €5.691, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού.
Των παραπάνω λεχθέντων και λαμβάνοντας υπόψη και όλους τους άλλους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €4.000, πλέον Φ.Π.Α. και πραγματικά έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων.
(Υπ.) …..……..……………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο