NWAILATI, RANDA HISHAM S κ.α. ν. ARCNOAH’S HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1367/2022, 16/7/2026
print
Τίτλος:
NWAILATI, RANDA HISHAM S κ.α. ν. ARCNOAH’S HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1367/2022, 16/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

                        Αρ. Αγωγής: 1367/2022 I-Justice

Μεταξύ:

1.        NWAILATI, RANDA HISHAM S, από τη Σαουδική Αραβία

2.        NWAILATI, RASHA HISHAM S, από τη Σαουδική Αραβία

3.        PHARAON, HANA JAMIL A από τη Σαουδική Αραβία

                                                                                                                         Εναγουσών

                                                                        και

1.        ARCNOAHS HOLDINGS LTD, από την Κύπρο

2.        VANYO VICTOROV STOYANOV, από την Βουλγαρία

3.        ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ

ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, Κύπρος

Εναγομένων

 

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 10.03.26

 

1.        NWAILATI, RANDA HISHAM S, από τη Σαουδική Αραβία

2.        NWAILATI, RASHA HISHAM S, από τη Σαουδική Αραβία

3.        PHARAON, HANA JAMIL A από τη Σαουδική Αραβία

                                                                                                                         Εναγουσών

                                                                        και

1.        ARCNOAHS HOLDINGS LTD, από την Κύπρο

2.        VANYO VICTOROV STOYANOV, από την Βουλγαρία

3.        ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ

ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Κύπρος

Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 02.09.22 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 16.07.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσες 1-3/Αιτήτριες 1-3: κος Μ. Γεωργίου για Αρετή Χαριδήμου &

Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η αίτηση: κα Κ. Ζαντίρα για Michael Kyprianou & Co L.L.C.

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Δικονομικό Ιστορικό Αγωγής:

Η κυριότητα ενός διαμερίσματος που βρίσκεται σε πολυκατοικία στον Ποταμό Γερμασόγειας στην επαρχία Λεμεσού αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης τόσο από τις Ενάγουσες όσο και από την Εναγόμενη 1. Η πώληση του εν λόγω ακινήτου και η διαδικασία μεταβίβασης του στην Εναγόμενη 1 από τον Εναγόμενο 2 μέσω της αρμόδιας αρχής που είναι η Εναγόμενη 3 οδήγησε τις Ενάγουσες 1, 2 & 3 (οι «Ενάγουσες») στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3.    

 

Την 01.09.22 οι Ενάγουσες προώθησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, του οποίου ο τίτλος στην πορεία τροποποιήθηκε δυνάμει σχετικού διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 10.03.26 ισχυριζόμενοι δόλο, πλαστογραφία εγγράφων και συνομωσία από τους Εναγομένους εις βάρος τους, συνεπεία των οποίων υπήρξε παράνομη πώληση και παράνομη μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος, για το οποίο οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του, στην Εναγόμενη 1. Κατ’ επίκληση αυτών των βάσεων αγωγής, οι Ενάγουσες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 την έκδοση διαταγμάτων και δηλώσεων με απώτερο στόχο την ακύρωση και απόσυρση πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 31.05.22 που είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. ΠΩΕ 1989/2022 και άλλων εγγράφων τα οποία, σύμφωνα με τις ίδιες, χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταβίβαση του επίμαχου διαμερίσματος.

 

Διαζευκτικά, οι Ενάγουσες αξιώνουν την επιδίκαση εναντίον των πιο πάνω Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ειδικές αποζημιώσεις ύψους €300.000, γενικές αποζημιώσεις και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις.

 

Τα δικόγραφα ανάμεσα στις Ενάγουσες και των Εναγομένων έχουν συμπληρωθεί και η σχετική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί. Παράλληλα, μετά από σχετικές ειδοποιήσεις συνεναγομένων, έχουν καταχωριστεί δικόγραφα μεταξύ των εμπλεκομένων Εναγομένων.

 

Η υπό κρίση Αίτηση:

Στις 02.09.22 οι Ενάγουσες (Αιτήτριες) προώθησαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση στην οποίαν ζήτησαν και στις 05.09.22 πέτυχαν την έκδοση, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ των Εναγουσών μέχρι την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης:

(α)       Ενδιάμεσου Διατάγματος το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και σε οποιονδήποτε ενεργεί βάση των οδηγιών της να αποξενώσει και/ή να πωλήσει και/ή να υποθηκεύσει και/ή να επιβαρύνει και/ή να δωρίσει και/ή να διαθέσει και/ή να εκμισθώσει και/ή να παραδώσει και/ή να αποποιηθεί κατοχή ολόκληρου ή μέρους του επίμαχου διαμερίσματος, οι λεπτομέρειες του οποίου παρέχονται στο σημείο (1) του δικαστικού εγγράφου,

(β)       Ενδιάμεσου Διατάγματος το οποίο διατάζει την Εναγόμενη 1 και οποιονδήποτε ενεργεί βάση των οδηγιών της να σταματήσει την εκτέλεση οποιονδήποτε εργασιών στο εν λόγω διαμέρισμα και/ή να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε επέμβαση σ’ αυτό.   

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1-Θ.9, Θ.12 & Θ.13 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, τα άρθρα 12-14, 36 & 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), το άρθρο 23 του Συντάγματος, οι κανόνες επιείκειας, η σύμφυτη εξουσία και η πρακτική του Δικαστηρίου.    

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τις Ενάγουσες δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος των μονομερώς εκδομένων προσωρινών διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων και αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγουσών.

 

Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζονται οι Ενάγουσες, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την αίτηση ένορκη δήλωση, έχει ως ακολούθως:

·                Μετά το θάνατο του πατέρα τους, οι Ενάγουσες (οι Ενάγουσες 1 & 2 είναι αδελφές και η Ενάγουσα 3 είναι η μητέρα τους) κληρονόμησαν το επίμαχο διαμέρισμα ώστε κάθε μία από αυτές να καταστεί εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια 1/3 μεριδίου. Αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1.

·                Στις 05.08.22 η Ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της επισκέφτηκαν την Κύπρο για διακοπές και μετέβησαν στην πολυκατοικία όπου στεγάζεται το επίμαχο διαμέρισμα.

·                Εκεί η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι η κλειδαριά της κύριας θύρας εισόδου του διαμερίσματος είχε αλλαχτεί με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εισέλθει σ’ αυτό.

·                Από ένα σημείο του διαδρόμου της πολυκατοικίας όπου είχε οπτική επαφή με το εξωτερικό μέρος του εν λόγω διαμερίσματος, η Ενάγουσα παρατήρησε ότι έλειπαν παντζούρια και ένας συμπιεστής κλιματιστικού.

·                Από πληροφορίες που έλαβε την ίδια ημέρα από ενοίκους της πολυκατοικίας και σε συνδυασμό με έρευνα που η Ενάγουσα πραγματοποίησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, η τελευταία ενημερώθηκε ότι το εν λόγω διαμέρισμα είχε πωληθεί τον Ιούλιο 2022 σε μία εταιρεία και ότι εκ μέρους των Εναγουσών ενεργούσε τρίτο άτομο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, παρόλο ότι ουδείς από τις Ενάγουσες δεν προχώρησε σε πώληση του μεριδίου της επ’ αυτού και καμία από αυτές υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο.

·                Η Ενάγουσα 1 προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία στις 08.08.22.

·                Από τα έγγραφα που αφορούν το επίμαχο διαμέρισμα, τα οποία προμηθεύτηκαν οι δικηγόροι των Εναγουσών από το Τμήμα Κτηματολογίου, διαπιστώθηκε ότι ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι άγνωστος στις Ενάγουσες, ήταν αυτός που ενέργησε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος τους χρησιμοποιώντας γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 28.01.21 (Τεκμήριο 7).

·                Οι Ενάγουσες ουδέποτε διόρισαν τον Εναγόμενο 2 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους για οτιδήποτε, στο δε πληρεξούσιο έγγραφο οι αριθμοί διαβατηρίων που σημειώνονται δεν είναι αυτοί των διαβατηρίων των Εναγουσών ενώ οι υπογραφές που εμφανίζονται δεν είναι οι δικές τους. Επίσης κατά τον ουσιώδη χρόνο της πιστοποίησης των υπογραφών στο πληρεξούσιο έγγραφο, το πρόσωπο που παρουσιάζεται και κατονομάζεται ως πιστοποιών υπάλληλος δεν ήταν εγγεγραμμένος.

·                Από πληροφορίες που οι δικηγόροι των Εναγουσών έλαβαν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, ο πιο πάνω πιστοποιών υπάλληλος απεβίωσε στις 25.11.20 και ο διορισμός του ως πιστοποιών υπάλληλος ανακλήθηκε.

·                Ο Εναγόμενος 2 εν αγνοία των Εναγουσών σύναψε συμφωνητικό έγγραφο πώλησης του επίμαχου διαμερίσματος ημερ. 31.05.22 με την οποίαν η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε αγοράσει το επίμαχο διαμέρισμα έναντι του ποσού των €185.000 (Τεκμήριο 8).

·                Το συμφωνητικό έγγραφο πώλησης κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με αρ. ΠΩΕ 1989/2022 (Τεκμήριο 9).

·                Περί τον Ιούλιο 2022 ο Εναγόμενος 2 εισέπραξε σε μετρητά το τίμημα αγοραπωλησίας, δηλαδή το ποσό των €185.000.

·                Η μεταβίβαση του επίμαχου διαμερίσματος στο όνομα της Εναγομένης 1 πραγματοποιήθηκε στις 12.07.22. Σχετική δήλωση μεταβίβασης με αρ. Π3057/2022 επισυνάπτεται (Τεκμήριο 10).

·                Οι Ενάγουσες ουδέποτε ενέκριναν την πώληση του διαμερίσματος στο ποσό των €185.000, τη στιγμή που η εκτιμημένη αγοραία αξία του από τον κλάδο εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ανέρχεται στα €300.000.         

 

Η Ένσταση ημερ. 11.10.22:

Η Εναγόμενη 1 εταιρεία (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 11.10.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 13 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων στο βαθμό και στην έκταση που αναφέρει.

 

Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω ότι η Εναγόμενη 1 ενίσταται στην οριστικοποίηση του μέρους του εκδοθέντος διατάγματος υπό το προαναφερόμενο σημείο (α) που περιλαμβάνει τη φράση «να εκμισθώσει και/ή να παραδώσει και/ή να αποποιηθεί κατοχή.» Σε ότι αφορά το υπόλοιπο κομμάτι του εκδοθέντος διατάγματος υπό το πιο πάνω σημείο (α), η Εναγόμενη 1 συγκατατίθεται στην συνέχιση της ισχύος του (§37 ΕΔ ένστασης, σελίδες 2 & 3 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένης 1). Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 ενίσταται στην οριστικοποίηση του μέρους του εκδοθέντος διατάγματος υπό το προαναφερόμενο σημείο (β).

 

Η νομική βάση της ένστασης της Εναγομένης 1 είναι ουσιαστικά παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 43 του Κεφ.148 και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Sagi Rami Rozen, διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας. Στην ένορκη δήλωση προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 έχουν διαδραματιστεί και από τη γωνία αντίληψη της θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους της. Παράλληλα επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Εναγομένης 1 τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης με ακύρωση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων, στο βαθμό και στην έκταση που αποτελούν αντικείμενο της ένστασης της. Τα επικαλούμενα γεγονότα και οι αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης 1 στην παρούσα υπόθεση.

 

Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Εναγόμενη 1, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την ένσταση ένορκη δήλωση, έχει ως εξής:

-               Το επίμαχο ακίνητο προτάθηκε για αγορά στην Εναγόμενη 1 από τον Εναγόμενο 2 που της είχε συστηθεί ως «Ivan» με τον οποίον είχε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν για αγορά άλλου ακινήτου.

-               Για την παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε με μία υπάλληλο της Εναγομένης 1 προτείνοντας της την αγορά του επίμαχου διαμερίσματος για το ποσό των €185.000.

-               Η Εναγόμενη 1 εκδήλωσε ενδιαφέρον προκειμένου να το ενοικιάσει και να εισπράττει ενοίκια ή να το πωλήσει.

-               Υπήρχε ήδη εξασφαλισμένος αγοραστής αφού θα το ενοικίαζε ο ενόρκως δηλών πληρώνοντας ενοίκιο στην Καθ’ ης η αίτηση προκειμένου να εγκατασταθούν μέλη της οικογένειας του που θα έρχονταν στην Κύπρο.

-               Διευθετήθηκε επίσκεψη στο ακίνητο στην οποίαν παρευρέθηκαν εκπρόσωποι της Εναγομένης 1 και ο Εναγόμενος 2 μαζί με ένα πρόσωπο με το όνομα Νίκος Ανδρέου, οι οποίοι είχαν κλειδιά του κτιρίου και του επίμαχου διαμερίσματος.

-               Ακολούθησε άλλη επίσκεψη στα γραφεία της Εναγομένης 1 όπου παρευρέθηκαν ο ενόρκως δηλών, ο Εναγόμενος 1 και ο Ανδρέου όπου εκεί ο Εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε να έχει υπογεγραμμένο πληρεξούσιο έγγραφο από τους ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος που είχε τη σφραγίδα και υπογραφή ενός κύπριου πιστοποιούντος υπαλλήλου.

-               Έπειτα η Εναγόμενη 1 προχώρησε σε έρευνα επί τυχόν εμπράγματων βαρών επί του ακινήτου στο Κτηματολόγιο από την οποίαν διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν ελεύθερο από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις.

-               Στις 31.05.22 υπογράφηκε συμφωνητικό έγγραφο πώλησης του επίμαχου ακινήτου μεταξύ της Εναγομένης 1 ως αγοραστή και των ιδιοκτητών μέσω του Εναγομένου 2 δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου ως πωλητή στην παρουσία των μαρτύρων Νίκου Ανδρέου και Χρύση Αλκιβιάδη (λογιστής του Εναγομένου 2) όπως λέχθηκε (Τεκμήριο 3).

-               Ωστόσο στο Κτηματολόγιο κατατέθηκε συμφωνία με υπογραφή μόνο ενός μάρτυρα.

-               Βάση της συμφωνίας πώλησης το τίμημα πώλησης ήταν €185.000 ενώ όλοι οι φόροι, και χρεώσεις θα πληρώνονταν από τους ιδιοκτήτες του εν λόγω διαμερίσματος.

-               Επειδή ο Εναγόμενος 2 είπε στην Εναγόμενη 1 ότι οι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να καταβάλουν το ποσό των €15.000 για τις φορολογικές υποχρεώσεις τους, συμφωνήθηκε όπως πληρωθεί από την Εναγόμενη 1 προκειμένου να προχωρήσει η εκτέλεση της σύμβασης πώλησης και να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης.

-               Με την υπογραφή της συμφωνίας πληρώθηκε ποσό €2.000 μέσω μεταφοράς από τραπεζικό λογαριασμό στον λογαριασμό του Εναγομένου 2 στη Revolut, έπειτα στις 06.06.22 πληρώθηκε ποσό €2.400 στον Εναγόμενο 2 με τον ίδιο τρόπο, στη συνέχεια πληρώθηκε ποσό €33.000 σε μετρητά στον Εναγόμενο 2 για την οποίαν δόθηκε χειρόγραφη απόδειξη (Τεκμήριο 9) και ακολούθως πληρώθηκε ποσό €15.000 που αφορούσε τις φορολογικές επιβαρύνσεις των ιδιοκτητών από τραπεζικό λογαριασμό σε τραπεζικό λογαριασμό του Χρύση Αλκιβιάδη, αν και αργότερα ο ενόρκως δηλών έμαθε από την αστυνομία ότι το ποσό αυτό που αντιστοιχούσε στους φόρους ήταν τελικά €1.500.

-               Στις 12.07.22 πληρώθηκε το υπόλοιπο ποσό σε μετρητά στον Εναγόμενο 2 αφού πρώτα ολοκληρώθηκε στο Κτηματολόγιο η μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος, για την πληρωμή του οποίου ποσού εκδόθηκε εξοφλητική απόδειξη (Τεκμήριο 10).

-               Για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης η Εναγόμενη 1 προέβηκε σε όλες τις πληρωμές που της ζητήθηκαν.

-               Από τις 12.07.22 η Εναγόμενη 1 έλαβε την κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος και επειδή το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν σε κατοικήσιμη κατάσταση ξεκίνησε τις εργασίες ανακαίνισης δαπανώντας μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του προσωρινού διατάγματος ημερ. 05.09.22 το ποσό των €43.000. Για τις πληρωμές εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμών (Τεκμήριο 16).

-               Για τις εργασίες ανακαίνισης υπάρχει συμφωνία με εργολάβο έναντι του ποσού των €57.000 (Τεκμήριο 15), οι οποίες θα ολοκληρώνονταν μέχρι τις 18.10.22.

 

Ακρόαση Αίτησης:

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους όλοι οι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικά συγγράμματα, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Προτού ασχοληθώ με τους λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω ζήτημα κατάχρησης που όλοι οι Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν τόσο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν όσο και μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους.

 

Αντικείμενο εκδίκασης:

Υπό το φως των πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία είναι:

(1)        κατά πόσο ή όχι το μέρος του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς στις 05.09.22 εναντίον της Εναγομένης 1 υπό το σημείο ‘Α’ ης υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα αφορά τη φράση «να εκμισθώσει και/ή να παραδώσει και/ή να αποποιηθεί κατοχή» θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ των Εναγουσών μέχρι την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης και

(2)        κατά πόσο ή όχι το μέρος του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς στις 05.09.22 εναντίον της Εναγομένης 1 υπό το σημείο ‘Β’ ης υπό κρίση αίτησης θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ των Εναγουσών μέχρι την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.

 

Μέρος μονομερώς εκδομένου διατάγματος στο οποίο συναινεί η Εναγόμενη 1:

Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω, ενδεχομένως φορτικά, ότι η Εναγόμενη 1 δηλώνει πως συναινεί στην οριστικοποίηση του υπολοίπου μέρους του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς στις 05.09.22 εναντίον της Εναγομένης 1 υπό το σημείο ‘Α’ της υπό κρίση αίτησης. Δηλαδή η Εναγόμενη 1 συγκατατίθεται ότι το μέρος του διατάγματος με περιεχόμενο «να αποξενώσει και/ή να πωλήσει  και/ή να υποθηκεύσει και/ή να επιβαρύνει και/ή να δωρίσει και/ή να διαθέσει [ακολουθεί το αμφισβητούμενο κομμάτι] καθ’ οιονδήποτε τρόπο ολόκληρου ή μέρους του διαμερίσματος» να παραμείνει σε ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ των Εναγουσών μέχρι την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.

 

Επομένως το πιο πάνω μη αμφισβητούμενο μέρος υπό το σημείο ‘Α’ ης υπό κρίση αίτησης δεν θα μας απασχολήσει στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία.

 

 

 

 

 

Νομική Πτυχή - Εξέταση της αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:

Κατάχρηση διαδικασίας:

Με τον 5ο λόγο ένστασης η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκαν και προωθούνται καταχρηστικά. Λόγω της φύσεως του ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης εξετάζεται κατά προτεραιότητα.

 

Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 το στοιχείο της κατάχρησης υπάρχει στο ότι η αγωγή και η αίτηση αυτή προωθούνται ώστε να της ασκηθεί πίεση για την αποκόμιση από μέρους των Εναγουσών αλλότριου οφέλους. Αντίθετη άποψη έχουν προφανώς οι Ενάγουσες.

 

Κατόπιν μελέτης των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου παρατηρώ ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν έχει προωθηθεί. Συγκεκριμένα ουδεμία σχετική με το θέμα αυτό αναφορά περιέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Παράλληλα κανένας νομικός σχολιασμός έχει γίνει μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου. Από ότι φαίνεται η πλευρά της Εναγομένης 1 δεν πραγματεύεται το ζήτημα αυτό αφού δεν προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα. Εκλαμβάνω ότι έχει ο λόγος αυτός ένστασης έχει εγκαταλειφθεί.

 

Πέραν και ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, τυχόν προώθηση της θέσης αυτής θα ερχόταν κάθετα σε αντίφαση με την αποδοχή της Εναγομένης 1 μέρους του διατάγματος ημερ. 05.09.22 που εκδόθηκε μονομερώς. Πως θα μπορούσε η Εναγόμενη 1 να ισχυριστεί ότι η παρούσα αγωγή και η υπό κρίση αίτησης καταχωρίστηκαν και προωθούνται καταχρηστικά κατ’ επίκληση αποκόμισης αλλότριου οφέλους τη στιγμή που η ίδια δέχεται ότι μέρος ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως που προωθήθηκε στα πλαίσια της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης η οποία σχετίζεται με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, έχει ορθά μονομερώς εκδοθεί.

 

Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του.

 

Προχωρώ ευθύς με την εξέταση των άλλων λόγων ένστασης.

 

Νόμω και ουσία αβάσιμη αίτηση:

Με τον 1ο λόγο ένστασης η Καθ’ ης η αίτηση παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι «νόμω και ουσία αβάσιμη».

 

Μία απλή ανάγνωση του είναι αρκετή για να αντιληφθεί κάποιος με ευκολία ότι δεν πρόκειται για αυτοτελή λόγο με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Πρόκειται για καταληκτική τοποθέτηση της πλευράς της Εναγομένης που απλά παραπέμπει σε δικό της συμπέρασμα. Εάν ισχύει ή όχι κάτι τέτοιο, είναι αποτέλεσμα κρίσης του Δικαστηρίου μέσα από επεξεργασία των δεδομένων και εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Η παράμετρος του «κατεπείγοντος» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις»:

Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι δεν ενυπάρχει το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» ώστε να δικαιολογείται η μονομερής έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων. Η Εναγόμενη 1 εγείρει το ζήτημα αυτό με τον 3ο λόγο ένστασης της. Είναι η θέση της ότι δεν έχει καταδειχτεί η ύπαρξη τέτοιου θέματος δεδομένου ότι η συναλλαγή για το διαμέρισμα είχε ήδη ολοκληρωθεί από τις 12.07.22 με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει τα επίμαχα ενδιάμεσα διατάγματα. Οι Ενάγουσες διαφωνούν με τη θέση αυτή της Εναγομένης 1.

 

Μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης αποτελεί το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό πλαίσιο που παρέχει εξουσία για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων πάσης φύσεως. Το δε άρθρο 9 του Κεφ.6 συνιστά το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την μονομερή έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Οι πρόνοιες του άρθρου 9, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, έχουν ως εξής:

«9.—(1) Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί µε αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.»

 

Οι πιο πάνω διατάξεις καθιστούν σαφές ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» αποτελούν δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Μόνο εφόσον δικαιολογούνται αυτά, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει.

 

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι τα επίμαχα ενδιάμεσα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς στις 16.06.23 και έτυχαν τροποποίησης και/ή διόρθωσης στις 27.06.23. Εκείνο που ελέγχεται στο στάδιο αυτό είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς τους μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής.

 

Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως στη βάση ιδιαίτερων περιστάσεων.

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος».

 

Το πιο πάνω σκεπτικό βρίσκει έρεισμα στην Αίτηση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. (2015) 1 Α.Α.Δ. 386, στην οποίαν με έχει παραπέμψει η συνήγορος των Εναγουσών, όπου επισημαίνονται τα εξής:

«Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου (2004) 1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου (2012) 1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το στοιχείο «κατεπείγοντος» όσο και το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό «απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» εγείρονται ως ξεχωριστοί λόγοι με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται χωρίς ενδοιασμό το σκεπτικό στην υπόθεση Κούππα (πιο πάνω).

 

Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη.

 

Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 208/2025 ημερ. 16.09.25, όπου με δεικτικό τρόπο υπενθύμισε ότι η μονομερής έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αποτελεί την άκρως ιδιάζουσα εξαίρεση και όχι τον κανόνα (Αμβροσιάδου vCoward (2013) 1(Α) Α.Α.Δ 78) με αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την In re Zhigachov κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 1318:

«. . . Η διαδικασία της έκδοσης του είναι άλλο πράγμα. Τα ως άνω λεχθέντα αφορούν μόνο το δεύτερο και επιδιώκουν να τονίσουν τη θεμελιακή υποχρέωση του δικαστηρίου να ενεργεί σε συμφωνία με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ως προς την ακρόαση και των δύο πλευρών. Τούτο εξάλλου το καθιστά και πιο πληροφορημένο ως προς το αν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος.»

Ίδια προσέγγιση με το πιο πάνω σκεπτικό υπήρξε και στην Αίτηση φύσεως certiorari Piotr Mateusz Zak κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 230/2025 ημερ. 26.09.25.

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους (2010) 1Α Α.Α.Δ. 234).

 

Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ’ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9(1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως:

«Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου.  Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.

Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του – (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 – 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD – (Αίτηση Αρ. 143/96 – 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6.»

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών.

 

Σχετική ακόμη με το θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου v Olympic Insurance Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016 ημερ. 12.10.23.

 

Παράλληλα εκεί που υπάρχουν ιδιαιτέρες περιστάσεις το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα χωρίς ειδοποίηση. Η νομολογία επισημαίνει ότι πρέπει να συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου να καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος αδύνατη. Η παράμετρος αυτή συνδέεται με τον χρόνο, ο οποίος θα μπορούσε να ήταν διαθέσιμος στον Αιτητή συγκρινόμενο πάντοτε με το χρονικό διάστημα που στην πράξη η μονομερής αίτηση προωθήθηκε. Παραπέμπω στις υποθέσεις Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου (2014) 1Α, Α.Α.Δ. 637, Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ 203. Έχει ήδη λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο αιτητής, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788). Η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά (xxx xxx Rostovtsev v. xxx xxx Shcukin, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε415/2016 ημερ. 05.07.19), ECLI:CY:AD:2019:A282.  

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγουσες διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Εκείνο που γνώριζαν ήταν ότι με το θάνατο του συζύγου (για Ενάγουσα 3) και πατέρα τους (για Ενάγουσες 1 & 2), οι Ενάγουσες είχαν όλες κληρονομήσει από 1/3 μερίδιο του επίμαχου διαμερίσματος. Οι Ενάγουσες ήταν εγγεγραμμένες συνιδιοκτήτριες του εν λόγω διαμερίσματος. Αυτό υποστηρίζεται τα έγγραφα του Τεκμηρίου 1 της ΕΔ Ενάγουσας 1. Πρόκειται για γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων.

 

Εκείνο που οι Ενάγουσες επικαλούνται ότι δεν γνώριζαν ήταν η διαδικασία πώλησης και μεταβίβασης του επίμαχου ακινήτου, στην οποίαν εμπλέκονται οι Εναγόμενοι 1 & 2 με την Εναγόμενη 3, ω; αρμόδια αρχή για την υλοποίηση της. Εξ’ ου και οι Ενάγουσες προβάλλουν ως μία από τις κύριες βάσεις απαίτησης τους την διάπραξη του αστικού αδικήματος της απάτης από τους Εναγομένους. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, η διαδικασία πώλησης του ακινήτου περιήλθε για πρώτη φορά εις γνώση των Εναγουσών όταν στις 05.08.22 η Ενάγουσα 1 είχε επισκεφτεί την Κύπρο και μετέβηκε για να διαμείνει στο εν λόγω διαμέρισμα αλλά δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το κλειδί που είχε για να εισέλθει σ’ αυτό. Την ίδια ημέρα φρόντισε να λάβει πληροφορίες από ενοίκους της πολυκατοικίας και έπειτα να προβεί σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού όπου και ενημερώθηκε πλέον και επίσημα ότι το εν λόγω διαμέρισμα είχε πωληθεί τον Ιούλιο 2022 στην Εναγόμενη 1 από τον Εναγόμενο 2. Ευθύς και συγκεκριμένα στις 08.08.22 η Ενάγουσα 1 προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία. Ακολούθως στις 02.09.22 οι Ενάγουσες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση. Υπό αυτήν την έννοια μπορεί να λεχθεί ότι οι Ενάγουσες απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει ευθύς μόλις αντιλήφθηκαν την ύπαρξη πώλησης του ακινήτου τους.

 

Παράλληλα η ύπαρξη των αναγκαίων παραμέτρων παρουσιάζονται επί της ακόλουθης κατάστασης:

(α)       επί του επίμαχου διαμερίσματος η Εναγόμενη 1 εταιρεία προχώρησε στην έναρξη εκτέλεσης εργασιών, οι οποίες προφανώς θα διαφοροποιήσουν τους διάφορους χώρους του και γενικά την εμφάνιση του (§33 ΕΔ διευθυντή Εναγομένης 1),

(β)       η Εναγόμενη 1 εταιρεία προτίθεται να παραχωρήσει την κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος σε άλλο πρόσωπο έναντι ενοικίου, γεγονός που έχει παραδεχτεί ο διευθυντής της στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση (§10 ΕΔ διευθυντή Εναγομένης 1),

(γ)        δεν αποκλείεται, εκτός από την ενοικίαση του, εναλλακτικά η πώληση του εν λόγω διαμερίσματος εφόσον αποκτήθηκε για επενδυτικούς σκοπούς (§10 ΕΔ διευθυντή Εναγομένης 1).

 

Η συνύπαρξη των πιο πάνω καταδεικνύει ότι η ενέργεια των Εναγουσών να αποταθούν για μονομερή έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων στο στάδιο και στο χρονικό σημείο που το έπραξαν ήταν κάτι που, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Για τις ίδιες φαίνεται να ήταν μονόδρομος. Εξ αντικειμένου φαίνεται να ήταν η μόνη ρεαλιστική επιλογή στη διάθεση των Εναγουσών.

 

Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και ιδιαίτερων περιστάσεων, παράμετρος που δικαιολογεί την έκδοση των επίμαχων ενδιάμεσων διαταγμάτων κατά παρέκκλιση του θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή στην απουσία της Εναγομένης 1. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφαλαίου 6.

Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων – Οι Ενάγουσες δεν προσήλθαν

με «καθαρά χέρια»

Θα εξετάσω μαζί τους λόγους ένστασης αρ. 4 & 11 επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Συγκεκριμένα είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι οι Ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» επειδή παραβίασαν το καθήκον τους για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Αντίθετη βέβαια είναι η θέση των Εναγουσών.

 

Η συμπεριφορά των Εναγουσών, ως Αιτήτριες που είναι εδώ, λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέταση της παρούσας αίτησης εφόσον αυτή αφορά το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και σχετίζεται άμεσα με τις αιτούμενες θεραπείες και έχει επηρεάσει αρνητικά την Εναγόμενη 1 ή της έχει προκαλέσει αδικία. Βασικά αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctionsτων Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 60-62).

 

Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγουσών) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.

 

Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση (εδώ η Εναγόμενη 1) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή (εδώ οι Ενάγουσες) πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Για να έχουν σημασία τέτοια γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με:

(α)       το βάσιμο του δικαιώματος του αιτητή όπως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και

(β)       τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και

(γ)        την πιθανότητα επιτυχίας.

 

Επί του πιο πάνω σημείου παραπέμπω στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791). Με λίγα λόγια, ο αιτητής αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα του και προσδιορίζουν τα στοιχεία τα οποία καθιστούν το αίτημα του επείγον (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179).           

 

Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, δηλαδή που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

 

Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Τα ουσιώδες γεγονότα δεν πρέπει να είναι αμφισβητούμενα ή αντικείμενο διαφορετικών εκδοχών των διαδίκων αλλά κοινά αποδεκτά γεγονότα ή γεγονότα με αντικειμενικό έρεισμα. Σχετική είναι η υπόθεση Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Lrd κ.α., Πολιική Έφεση Αρ. Ε64/2015 ημερ. 20.07.21, ECLI:CY:AD:2021:A342 στην οποίαν και παραπέμπω.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι το ζήτημα αυτό δεν σχολιάζεται καθόλου νομικά στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 1. Ούτε και λέχθηκε οτιδήποτε σε σχέση μ’ αυτό όταν η ευπαίδευτη συνήγορος είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί προφορικά όταν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης. Εφόσον η νομική επιχειρηματολογία δεν περιλαμβάνει το θέμα αυτό και κατ’ επέκταση δεν ασχολείται με το ζήτημα αυτό, θεωρείται ότι η θέση αυτή της Εναγομένης 1 έχει εγκαταλειφθεί.

 

Ανεξάρτητα όμως αν κάποιος εστιάσει την προσοχή του στην §55 της ΕΔ του διευθυντή της Εναγομένης θα αντιληφθεί, αφού πρώτα την αναγνώσει, ότι απλά προβάλλεται ένας αόριστος και ασαφής ισχυρισμός. Το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου σημειώνει τα εξής:

«Οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με ‘καθαρά χέρια’. Παραπλάνησαν το Δικαστήριο και παρουσίασαν μια ιστορία εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση βασισμένη σε εικασίες και αβάσιμους ισχυρισμούς, αποσκοπώντας μόνο στο να εξασφαλίσουν το ενδιάμεσο διάταγμα μονομερώς το οποίο είναι ζημιογόνο για την Καθ’ ης η αίτηση και το ίδιο το ακίνητο το οποίο κατ’ ισχυρισμό θέλουν να προστατεύσουν.»

 

Επί του σημείου τούτου, η Εναγόμενη 1 δεν απαριθμεί ποιες είναι αυτές οι αναφορές που θεωρεί ότι είναι παραπλανητικές και ποια ουσιώδη γεγονότα με αντικειμενικό έρεισμα και όχι αμφισβητούμενα ή αποτέλεσμα διαφορετικών εκδοχών των διαδίκων, δεν έχουν αποκαλυφθεί. Επίσης δεν εξηγεί πως αυτές οι επικαλούμενες αναφορές και τα μη αποκαλυφθέντα ουσιώδη γεγονότα προκάλεσαν παραπλάνηση στο Δικαστήριο. Ακόμη δεν παρέχονται λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν με ποιο τρόπο τα μη αποκαλυφθέντα γεγονότα και οι παραπλανητικές αναφορές των Εναγουσών σχετίζονται με το βάσιμο του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγουσών όπως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, πως σχετίζονται τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται καθώς και με την πιθανότητα επιτυχίας.

Στη βάση των πιο πάνω, οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης, αν δεν θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί, στερούνται τεκμηρίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Εγγύηση:

Με τον 13ο λόγο ένστασης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν ζήτημα επάρκειας της εγγύησης που οι Ενάγουσες έδωσαν ένεκα της μονομερούς έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι η εγγύηση που δόθηκε από τις Ενάγουσες για τον σκοπό έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων είναι ανεπαρκής επειδή το ύψος της δεν είναι ικανό να καλύψει το μέγεθος της ζημιάς που υφίσταται και θα συνεχίσει να υφίσταται και δεδομένου ότι οι Ενάγουσες διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Η Εναγόμενη 1 προβαίνει σε εισήγηση τι και πως, κατά τη γνώμη της, θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση η εγγύηση να είναι επαρκής, ιδιαίτερα εάν τα ενδιάμεσα διατάγματα οριστικοποιηθούν. Να σημειωθεί ότι η πλευρά των Εναγουσών δεν ασχολείται με το θέμα αυτό.

 

Δυνάμει των διατάξεων του  άρθρου 9(2) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), όπως ίσχυε τότε, στην περίπτωση που εκδίδεται μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα το Δικαστήριο ζητεί από τον Αιτητή, όπως το θεωρεί το ίδιο σκόπιμο, να αναλάβει δέσμευση υπό τη μορφή προσωπικής υποχρέωσης με ή χωρίς εγγυητές. Το είδος και το ύψος της εγγύησης / εξασφάλισης όταν εκδίδεται ένα ενδιάμεσο διάταγμα είναι ζητήματα που εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ζητήματα όπως το ύψος της εγγύησης δεν αποτελούν καλό λόγο για τη μη έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος (Melouskia Commercial Ltd κ.α. v. Chumachenko Alisa και άλλος (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110).

 

Στην προκειμένη περίπτωση με την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων μονομερώς το Δικαστήριο διέταξε τις Ενάγουσες να υπογράψουν εγγύηση στο ύψος που κρίθηκε. Επομένως υπήρξε συμμόρφωση με την υποχρέωση που επιβάλλουν οι πρόνοιες του άρθρου 9(2) του Κεφ.9. Παρόλα αυτά, η θέση της Εναγομένης 1 περί αναγκαιότητας για διαφοροποίηση του ύψους της εγγύησης που δόθηκε με τη δικαιολογία ότι δεν είναι επαρκής για τους λόγους που επικαλείται, είναι ζήτημα που δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τυχόν αύξηση του ύψους της εγγύησης στα πλαίσια έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος είναι θέμα που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης σε άλλη αίτηση. Προς επίρρωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου παραπέμπω στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα:

«Εξετάσαμε και αυτό το παράπονο και συμφωνώντας με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εφεσιβλήτων, παρατηρούμε κατ΄ αρχάς ότι σε καμιά περίπτωση το ύψος της εγγύησης δεν θα αποτελούσε καλό λόγο για τη μη έκδοση των διαταγμάτων ή για τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. Ό,τι θα μπορούσε να επιφέρει ήταν η αύξηση του ποσού της εγγύησης, θέμα που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην περίπτωση που οι εφεσείουσες θα υπόβαλλαν σχετική αίτηση.»

 

[η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης της Εναγομένης 1 απορρίπτεται ως ανεδαφικός στην ολότητα του.

 

Κριτήρια και προϋποθέσεις που διέπουν την συνέχιση σε ισχύ των

μονομερώς εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων:

Ολοκληρώνω την ενασχόληση μου με την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης, δηλαδή των λόγων ένστασης 2, 6-10 & 12, οι οποίοι άπτονται της ουσίας της αίτησης αφού πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217).

 

Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης 1 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγουσες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται.

 

Η έκδοση διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό διάταγμα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων.

 

Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου τις οποίες καταγράφω αυτούσια:

«Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.»

 

Συνεπώς οι πρόνοιες του άρθρου 4 είναι εξειδικευμένες και ενισχύουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει μόνο παρεμπίπτοντα διατάγματα όπου ζητείται προστασία του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούσας αγωγής (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctionsτων Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 40-41 και 104-110). Το άρθρο 4 έχει αυτοτέλεια και εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 στις περιπτώσεις όπου οι πρόνοιες του ενεργοποιούνται.

 

Στην προκειμένη περίπτωση το επίμαχο διαμέρισμα, το οποίο οι Ενάγουσες επιδιώκουν να προστατεύσουν από οποιασδήποτε μορφής επιβάρυνσης αλλά και παράλληλα παρεμπόδιση δυσμενούς επηρεασμού δικαιωμάτων τους σε σχέση μ’ αυτό, αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Η προσπάθεια προστασίας από επιβάρυνση εστιάζεται σε πώληση, αποξένωση, υποθήκευση, εκμίσθωση, διάθεση, δωρεά. Παράλληλα η προσπάθεια αυτή αποσκοπεί σε προστασία του δικαιώματος των Εναγουσών για ιδιοκτησία, κατοχή, χρήση, απόλαυση και εκμετάλλευση του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής αυτής. Χωρίς αμφιβολία, εδώ όχι μόνο τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ.6 αλλά συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επιτυχή επίκληση του.

 

Στρεφόμενος στο άρθρο 32 του Ν.14/60, επαναλαμβάνω ότι οι πρόνοιες του καλύπτουν όλες τις περιπτώσεις διαταγμάτων (Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1759). Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν.  Αυτές είναι:

(1)        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(2)        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

(3)        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.

 

Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (Eurocypria Airlines Ltd v. Δημοκρατίας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1783). Το εν λόγω κριτήριο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 145/11 ημερ. 13.06.13) Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Επομένως σχετίζεται με τη νομική πτυχή των δικαιωμάτων των διαδίκων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (πιο πάνω)).

 

Ο Αιτητής (εδώ οι Ενάγουσες) δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο ερευνά το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή (εδώ οι Ενάγουσες) και βεβαιώνεται ότι δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του Καθ’ ου η αίτηση (εδώ Εναγόμενη 1). Δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής εκτός και αν εμπίπτουν στην κατηγορία διαταγμάτων τύπου Quia Timet (United States Trust Company of New York v. Tsavliris Salvage (International) Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 1014).

 

Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει ήδη λεχθεί, τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Ανάμεσα σ’ αυτά βρίσκονται το Έντυπο Απαίτησης και η Έκθεση Απαίτησης.

 

Αν κάποιος αναγνώσει την έκθεση απαίτησης θα αντιληφθεί ότι οι Ενάγουσες στρέφονται εναντίον τριών Εναγομένων. Οι Ενάγουσες είναι εγγεγραμμένες συνιδιοκτήτριες του επίμαχου διαμερίσματος που στεγάζεται σε πολυκατοικία στην επαρχία Λεμεσού έχοντας έκαστη από 1/3 μερίδιο. Εναγόμενη 1 είναι η εταιρεία που αγόρασε το επίμαχο διαμέρισμα έναντι συγκεκριμένου τιμήματος, το οποίο πλέον κατέχει και στο οποίο προβαίνει στην εκτέλεση εργασιών ανακαίνισης. Εναγόμενος 2 είναι το άτομο που πώλησε το επίμαχο διαμέρισμα στην Εναγόμενη 1 παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγουσών δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου στην παρουσία ατόμου που ενεργούσε ως πιστοποιών υπάλληλος. Ήταν επίσης το άτομο που εισέπραξε σε μετρητά το τίμημα πώλησης από την Εναγόμενη 1. Εναγόμενη 3 είναι ο αρμόδιος κυβερνητικός οργανισμός, ενώπιον του οποίου η σύμβαση πώλησης έχει κατατεθεί και πραγματοποιούνται μεταβιβάσεις ακινήτων αφού συμπληρωθούν τα απαραίτητα έντυπα/έγγραφα και καταβληθούν όλοι οι σχετικοί φόροι και τέλη.

 

Μέσα από την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγουσες προβάλλουν ως βάσεις απαίτησης:

(α)       εναντίον της Εναγομένης 1 την διάπραξη απάτης από μέρους της εις βάρος τους, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας εξ’ υπαιτιότητας της και συνομωσίας μεταξύ της ιδίας και των Εναγομένων 2 & 3,

(β)       εναντίον του Εναγομένου 2 απάτης από μέρους του εις βάρος τους και συνομωσίας μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων 1 & 3,

(γ)        εναντίον του Εναγομένου 3 παράβαση θέσμιου καθήκοντος και υπέρβασης εξουσίας από μέρους του εις βάρος τους.

 

Μία βάση απαίτησης που με την έκθεση απαίτησης δικογραφείται είναι αυτή της απάτης. Πρόκειται για αστικό αδίκημα που στην Κύπρο διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148).

 

Όπως σημειώνεται στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου:  

«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:

 

Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:

 

Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.»

 

Μία άλλη βάση απαίτησης που οι Ενάγουσες με την έκθεση απαίτησης τους δικογραφούν είναι η συνομωσία των Εναγομένων με σκοπό την εξαπάτηση των Εναγουσών. Στην Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24 υποδείχτηκε ότι η «συνομωσία» συνιστά ξεχωριστή βάση αγωγής για δόλο και η διάπραξη της αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με συστατικά στοιχεία. Μνημονεύοντας την Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009)1(A) A.Α.Δ.25 στην πιο πάνω υπόθεση ειπώθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα πιο κάτω:

«εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos vKontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:

 

"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."

 

Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, γίνεται επίσης παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts αναφορικά με τη συνωμοσία. Στην 24η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, του 2023 παρατίθεται ανάλυση της εξέλιξης του κοινοδικαίου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων που περιγράφονται ως «economic torts».

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, ανωτέρω, η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed vVeitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).» 

 

Επίσης δικογραφείται, ως επιπρόσθετη βάση απαίτησης, η αμέλεια. Η αμέλεια συνιστά επίσης αστικό αδίκημα, οι αρχές της οποίας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Άξιο αναφοράς στην δική μας περίπτωση είναι τα εδάφια (1) και (2)(β) του άρθρου 51 του Κεφ. 148.

 

Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ (1989) 1 C.L.R. 453). Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στο Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις,  Τόμος 2, σελ. 103-104, στο οποίο και παραπέμπω.

 

Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani (1969) 1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής:

“Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou (1979) 1 C.L.R. 215).”

 

Περαιτέρω δικογραφείται παράβαση θέσμιου καθήκοντος από λειτουργούς του Τμήματος Κτηματολογίου στα πλαίσια εκτέλεσης υποχρεώσεων που επιβάλλει η νομοθεσία. Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις:

(α)       Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και

(β)       Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou (1984) 1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others (1981) 1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou (1970) 1 C.L.R. 196).

 

Στην έκθεση απαίτησης οι Ενάγουσες παραθέτουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες που σύμφωνα με τις ίδιες διαπράχτηκαν τα αστικά αδικήματα της απάτης και της αμέλειας καθώς επίσης η συνομωσία και η παράβαση θεσμοθετημένων καθηκόντων. Παραπέμπω στις §17, §20, §23, §28 και §30 της έκθεσης απαίτησης.

Παράλληλα δικογραφείται η θέση ότι ως αποτέλεσμα των ενεργειών, πράξεων και παραλείψεων των Εναγομένων, οι Ενάγουσες υπέστηκαν ζημιές (§26, §28, §30, §31 & §32). Για το θέμα των θεραπειών οι Ενάγουσες αξιώνουν την έκδοση διαφόρων αναγνωριστικών δηλώσεων που αφορούν τη γνησιότητα, νομιμότητα και εγκυρότητα των εγγράφων πώλησης του επίμαχου ακινήτου, την έκδοση διαταγμάτων που να ακυρώνουν την πώληση και μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος στην Εναγόμενη 1 και την επιδίκαση αποζημιώσεων.

 

Για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι αρκετό ότι με τις δικογραφημένες βάσεις απαίτησης και τα επικαλούμενα αδικήματα που περιέχονται σ’ αυτές, υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς των Εναγουσών εναντίον έκαστου Εναγομένου, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι ενδεικτικά η γνησιότητα και νομιμότητα σύμβασης πώλησης και άλλων εγγράφων αγοράς και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, η εγκυρότητα πώλησης και μεταβίβασης του εν λόγω διαμερίσματος, κατά πόσο οι Εναγόμενοι1 και 2 προέβηκαν σε δόλιες ενέργειες και/ή ψευδείς παραστάσεις, κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 3 προέβηκαν σε αμελείς πράξεις και παραλείψεις, κατά πόσο η Εναγόμενη 3 παραβίασε θέσμιο καθήκον της, εάν οι Ενάγουσες υπέστησαν ζημιές από τυχόν επιλήψιμη συμπεριφορά των Εναγομένων και κατά πόσο οι Ενάγουσες δικαιούνται στις αξιούμενες θεραπείες.

 

Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται αναφορικά με όλες τις προαναφερόμενες βάσεις αγωγής επί των οποίων προωθείται η παρούσα υπόθεση.

 

Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.

       

Για σκοπούς εξέτασης του κριτηρίου αυτού θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος Εναγουσών και της Εναγομένης 1, τα οποία εκθέτω αμέσως πιο κάτω:

Οι Ενάγουσες, οι οποίες διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένες συνιδιοκτήτριες του επίμαχου διαμερίσματος που στεγάζεται σε πολυκατοικία στην επαρχία Λεμεσού έχοντας έκαστη από 1/3 μερίδιο. Στις 05.08.22 η κλειδαριά της κύριας θύρας εισόδου του διαμερίσματος είχε αλλάξει και η Ενάγουσα 1 που είχε επισκεφθεί το νησί δεν μπορούσε να εισέλθει στο εν λόγω διαμέρισμα. Παράλληλα η Ενάγουσα 1 παρατήρησε ότι απουσίαζαν μέρη και εξοπλισμός του διαμερίσματος. Στο μεταξύ το διαμέρισμα πωλήθηκε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία από τον Εναγόμενο 2 στις 31.05.22 δυνάμει σύμβασης πώλησης. Ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγουσών Η Εναγόμενη 1 πλήρωσε το ποσό των €185.000 στον Εναγόμενο 2 προσωπικά και έκτοτε κατέχει το εν λόγω διαμέρισμα. Στις 12.07.22 υπεβλήθηκε δήλωση μεταβίβασης του επίμαχου διαμερίσματος στο όνομα της Εναγομένης 1. Η Εναγόμενη 1 προβαίνει στην εκτέλεση εργασιών ανακαίνισης στο εν λόγω διαμέρισμα. Μόλις η Ενάγουσα 1 πληροφορήθηκε για την πώληση και μεταβίβαση του επίμαχου διαμερίσματος προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία, η οποία προέβηκε σε έρευνες.

 

Οι Ενάγουσες προβάλλουν μία εκδοχή, η οποία, εκ πρώτης όψεως, ενσχύεται από μία αλυσίδα στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Ειδικότερα:

§   Το ότι ο Εναγόμενος 2 συστήθηκε στην Εναγόμενη 1, όπως ο διευθυντής της αποκάλυψε στην ένορκη δήλωση του, με το όνομα «Ivan» ενώ στην πραγματικότητα το όνομα του είναι διαφορετικό.

§   Το ότι τα ονόματα που εμφανίζονται στη σύμβαση πώλησης είναι ελλιπή και/ή λανθασμένα και/ή δεν είναι τα ίδια μ’ αυτά που εμφανίζονται στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος.

§   Το γεγονός ότι οι Ενάγουσες κατηγορηματικά αναφέρουν ότι οι αριθμοί διαβατηρίου και οι υπογραφές που εμφανίζονται στο επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο και αποδίδονται ότι τους ανήκουν, δεν είναι δικά τους.

§   Το ότι το άτομο που έχει δηλωθεί και υποτίθεται ότι ήταν παρών στις 28.01.21 ως πιστοποιών υπάλληλος κατά την υπογραφή του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου είχε ήδη αποβιώσει από τις 25.11.20.

§   Το ότι οι δύο μάρτυρες που εμφανίζονται στο επίμαχο συμφωνητικό έγγραφο πώλησης ημερ. 31.05.22 του επίμαχου διαμερίσματος προέρχονται από την πλευρά του Εναγομένου 2 αλλά παρόλα αυτά στο Κτηματολόγιο κατατέθηκε συμφωνία με υπογραφή μόνο ενός μάρτυρα, όπως ο διευθυντής της Εναγομένης 1 αποκάλυψε στην ένορκη δήλωση του.

§   Το ότι ο Εναγόμενος 2 πληροφόρησε την Εναγόμενη 1 ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις που ο τελευταίος συμφώνησε να πληρώσει και τελικά κατέβαλε ανέρχονταν το ποσό των €15.000 ενώ εκ των υστέρων ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι ήταν τελικά ύψους €1.500, όπως ο διευθυντής της Εναγομένης 1 αποκάλυψε στην ένορκη δήλωση του.

§   Το ότι η Εναγόμενη 1 εξόφλησε το ποσό των €185.000 που ήταν το ποσό που συμφώνησε με τον Εναγόμενο 2 ως τίμημα πώλησης του επίμαχου διαμερίσματος πλέον το πιο πάνω ποσό των €15.000 σε προσωπικό λογαριασμό του Εναγομένου 2, όπως ο διευθυντής της Εναγομένης 1 αποκάλυψε στην ένορκη δήλωση του.

§   Το ότι οι Ενάγουσες δεν εισέπραξαν χρήματα σε σχέση με την επικαλούμενη πώληση του επίμαχου διαμερίσματος.

 

Η Εναγόμενη 1 προβάλλει τη θέση ότι είναι «καλόπιστος τρίτος αγοραστής». Αυτό είναι ζήτημα που θα εξεταστεί με επιμέλεια και σε βάθος κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν ενώπιον του Δικαστηρίου θα τεθεί προς αξιολόγηση το μαρτυρικό υλικό στην συνολική και ολοκληρωμένη του μορφή από το οποίο το Δικαστήριο τότε θα είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για λήψη τέτοιας κρίσης με ασφάλεια. Παρόλα αυτά, κάποιος μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να εκτιμήσει ότι τέτοια εκδοχή παρουσιάζει αδυναμίες υπό το φως των πιο κάτω:

¬  Η Εναγόμενη 1 δεν φρόντισε να εξακριβώσει τα πραγματικά στοιχεία του Εναγομένου 2 με τον οποίον, όπως ο διευθυντής της είπε στην ένορκη δήλωση του, είχε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν.

¬  Παρόλο ότι, με βάση τα λεγόμενα του διευθυντή της Εναγομένης 2 στην ένορκη δήλωση του, ο Εναγόμενος 2 συστήθηκε ως «Ivan» στη σύμβαση πώλησης εμφανίζεται με διαφορετικό όνομα χωρίς να κινήσει υποψίες στην Εναγόμενη 1, η οποία το αγνοεί και προχωρεί σε υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου.  

¬  Η Εναγόμενη 1 προσχώρησε σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 2 απλά και μόνο επειδή είχε συνεργαστεί μαζί του προηγουμένως, χωρίς να γνωρίζει αν το άτομο αυτό με το οποίο συναλλάσσεται είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης ή εν πάση περιπτώσει δίχως να διασταυρώσει/επαληθεύσει υπό ποια ιδιότητα ο Εναγόμενος 2 προωθούσε το επίμαχο διαμέρισμα για πώληση και ποια η σχέση του με τις Ενάγουσες.

¬  Ενώ ο κλάδος εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού είχε εκτιμήσει την αγοραία αξία του επίμαχου διαμερίσματος τον Ιούλιο 2022 στα €300.000, η Εναγόμενη 1 συμφώνησε να το αγοράσει στα €185.000, δηλαδή σε τιμή πολύ χαμηλότερη από αυτή που είχε εκτιμηθεί από το αρμόδιο τμήμα.

¬  Η Εναγόμενη 1 εξόφλησε το ποσό των €185.000 που ήταν το ποσό που συμφώνησε με τον Εναγόμενο 2 ως τίμημα πώλησης του επίμαχου διαμερίσματος πληρώνοντας το, κατά διαστήματα, σε προσωπικό λογαριασμό του Εναγομένου 2 και όχι σε κάποιο λογαριασμό που η ίδια να γνωρίζει ότι έχει είτε άμεση είτε έμμεση σχέση με τις Ενάγουσες, παρόλο ότι η σύμβαση πώλησης προνοεί πληρωμή στον πωλητή, δηλαδή στις Ενάγουσες.

¬  Η Εναγόμενη 1 κατέβαλε το ποσό των €15.000 που συμφώνησε να πληρώσει και σχετίζεται με το επίδικο ακίνητο σε προσωπικό λογαριασμό του επικαλούμενου λογιστή του Εναγομένου 2 και όχι σε κάποιο λογαριασμό που η ίδια να γνωρίζει ότι έχει είτε άμεση είτε έμμεση σχέση με τις Ενάγουσες.

¬  Η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε να παραλάβει χειρόγραφη σημείωση που δεν φέρει εκδότη τις Ενάγουσες αλλά επωνυμία άγνωστης εταιρείας που ουδεμία σχέση έχει με τα γεγονότα της υπόθεσης και αναφέρει ότι είναι απόδειξη είσπραξης χωρίς όμως να υπάρχει ημερομηνία και δίχως αριθμό εντύπου στο χειρόγραφο έγγραφο και για ποσό ύψους €33.000 και όχι για €185.000 που επικαλείται ο διευθυντής της Εναγομένης 1 στην ένορκη δήλωση του.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η Εναγόμενη 1 προβάλλει ανταπαίτηση εναντίον των Εναγουσών. Η ανταπαίτηση με αποδέχτη τις Ενάγουσες αφορά την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η Εναγόμενη 1 δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στις Ενάγουσες και ότι η σύμβαση πώλησης και η δήλωση μεταβίβασης που αφορούν την πώληση και μεταβίβαση του επίμαχου διαμερίσματος είναι έγγραφα με δεσμευτική ισχύ. Εναλλακτικά η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί από τις Ενάγουσες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τα διάφορα ποσά που κατ’ ισχυρισμό η Εναγόμενη 1 κατέβαλε για την απόκτηση και ανακαίνιση του επίμαχου διαμερίσματος, για διαφυγόντα κέρδη και για ζημιές που επικαλείται ότι υπέστη μέσα από τη συγκεκριμένη περίπτωση συνεργασίας της με τον Εναγόμενο 2, τον οποίον θεωρεί ότι ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγουσών. Όπως φαίνεται, η ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απαίτηση των Εναγουσών.

 

Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα προαναφερόμενα είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή των Εναγουσών με ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τις επικαλούμενες βάσεις αγωγής, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους και/ή της εκδοχής της Εναγομένης 1.

 

Επομένως καταλήγω ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.

 

Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ ο Αιτητής) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.

 

Η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων συνδέεται άμεσα με τον κίνδυνο να μην αποζημιωθεί επαρκώς ο ενάγοντας σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή του, οπότε ενδεχόμενη δικαστική απόφαση που εκδοθεί προς όφελος του δυνατό να παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν χρειάζεται να καταδειχτεί πρόθεση αποξένωσης περιουσίας με σαφή μαρτυρία. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785).

 

Ο Ενάγοντας θα πρέπει επίσης να προσφέρει μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων, με σκοπό να δείξει ότι αν δεν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα προκειμένου να παρεμποδιστεί η αποξένωση της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων, είναι πιθανό ο Ενάγοντας να μην καταφέρει να εκτελέσει επιτυχώς απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ του (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ.2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)). Η φερεγγυότητα των Εναγομένων θα κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται το κριτήριο αυτό εφόσον το ζήτημα άπτεται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης.  

 

Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) (1983) 1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η κύρια και ουσιαστικότερη πτυχή της απαίτησης δεν αφορά χρηματικές αξιώσεις. Οι βασικές τελικές θεραπείες που οι Ενάγουσες αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγομένων αφορούν στην έκδοση αναγνωριστικών δηλώσεων και διαταγμάτων με τα οποία θα ακυρώνεται η ισχύ των εγγράφων και διαδικασιών που άπτονται της αναφερόμενης πώλησης και δήλωσης μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του επίμαχου διαμερίσματος. Η επιδίωξη για διεκδίκηση αποζημιώσεων γίνεται είτε συμπληρωματικά και αφορούν την κατ’ ισχυρισμό αξία απολεσθέντων αντικειμένων και εξοπλισμό που ήταν εντός του διαμερίσματος και για την επαναφορά του διαμερίσματος στην προτέραν του κατάσταση είτε διαζευκτικά όπου ζητείται η πληρωμή της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος σύμφωνα με την εκτίμηση του κλάδου εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού.

 

Η πρόθεση της Εναγομένης 1 να εκμισθώσει το ακίνητο σε άλλο πρόσωπο σημαίνει ότι θα παραχωρήσει την κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος αλλού με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Αυτό τείνει καταδείξει ότι ο κίνδυνος της απώλειας ιδιοκτησίας, κατοχής, απόλαυσης, χρήσης και εκμετάλλευσης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο είναι υπαρκτός και πιθανός. Όλες οι ενέργειες των Εναγουσών στοχεύουν στην επιστροφή της κατοχής του επίμαχου διαμερίσματος στις ίδιες. Οι πράξεις των Εναγομένων εκ πρώτης όψεως πλήττουν το δικαίωμα της κατοχής, απόλαυσης, χρήσης και εκμετάλλευσης ακινήτου που πρωτίστως κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και προστατεύονται από συναφείς νομοθεσίες. Οι προσπάθειες των Εναγουσών επικεντρώνονται στην προστασία του πιο πάνω συνταγματικού τους δικαιώματος. Εξ’ ου και η καταγγελία που ευθύς έγινε στην αστυνομία. Εξ’ ου και η ποινική υπόθεση που μεταγενέστερα καταχωρίστηκε εναντίον του Εναγομένου 2 όπου οι Ενάγουσες προφανώς θα χρησιμοποιούνταν ως μάρτυρες. Εξ’ ου και η έκδοση των υπό εξέταση ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως. Εάν εκδοθεί απόφαση προς όφελος των Εναγουσών οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελέσουν ικανοποιητική θεραπεία.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που σε περίπτωση που οι Ενάγουσες επιτύχουν στην υπόθεση τους η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής θεραπεία για την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Σε τελευταία ανάλυση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την συνέχιση της ισχύς των προσωρινών διαταγμάτων.

 

Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.

 

Έπεται ότι συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.

 

Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Δικαστήριο εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Ωστόσο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζονται δικαιώματα και/ή δεν τηρούνται πρόνοιες νομοθεσίας η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία.

 

Αντισταθμίζοντας τις επιπτώσεις από τυχόν συνέχιση ισχύος διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί για την προστασία δικαιωμάτων των διαδίκων, με γνώμονα τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο, η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των Εναγουσών. Δύσκολα αποτιμάται η ζημιά των Εναγουσών σε χρήμα, πράγμα που χαρακτηρίζει την παρούσα περίπτωση, σε αντίθεση όπου συγκριτικά ευκολότερα είναι να προσδιοριστεί η ζημιά της Εναγομένης 1 και να εξασφαλιστεί με συνδυασμό της εγγύησης σε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση αποτύχει (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1Β Α.Α.Δ. 1179).

 

Ο υπαρκτός κίνδυνος συνέχισης παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, κατοχής, απόλαυσης, χρήσης και εκμετάλλευσης του επίμαχου ακινήτου, δημιουργεί την ανάγκη διατήρησης του status quo ante. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η ακύρωση της ισχύος τους επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, χωρίς αυτά ενδέχεται να συνεχίσει η παραβίαση νομοθετικών και συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγουσών.

 

Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Συναίνεση της Εναγομένης 1:

Όπως ήδη φαίνεται, το Δικαστήριο εξέτασε όλα τα κριτήρια και της προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εξέταση του αντικειμένου της υπό κρίση αίτησης. Η εξέταση κατέδειξε ότι οι απαιτούμενες παράμετροι ικανοποιούνται σωρευτικά.

 

Παρόλα αυτά, μπορεί να λεχθεί ότι η συναίνεση της Εναγομένης 1 στην οριστικοποίηση του υπολοίπου μέρους του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς στις 05.09.22 εναντίον της Εναγομένης 1 υπό το σημείο ‘Α’ της υπό κρίση αίτησης οδηγεί από μόνη της σε αποδοχή, από μέρους της, αυτών των κριτηρίων και προϋποθέσεων που απαιτούνται (άρθρου 4 του Κεφ.6 και άρθρου 32 του Ν.14/60). Θα ήταν εκτός της σφαίρας της λογικής η άποψη ότι για μέρος του διατάγματος ισχύουν αυτές οι παράμετροι αλλά για άλλο μέρος όχι. 

 

Κατάληξη:

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Παράλληλα η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Συνακόλουθα τα ενδιάμεσα διατάγματα που είχαν εκδοθεί στις 05.09.22 εναντίον της Εναγομένης 1 καθίστανται απόλυτα και κατ’ επέκταση οριστικοποιούνται με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης.

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών 1, 2 & 3/Αιτητριών 1, 2 & 3 και εναντίον της Εναγομένης 1/Καθ’ ης η αίτησης. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.

 

 

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο