Ραφαέλλα Χατζηχριστοφόρου κ.α. ν. TRUST INTERNATIONAL GENERAL INSURANCE LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 636/2025, 14/7/2026
print
Τίτλος:
Ραφαέλλα Χατζηχριστοφόρου κ.α. ν. TRUST INTERNATIONAL GENERAL INSURANCE LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 636/2025, 14/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

                                                                                   Αρ. Απαίτησης: 636/2025 (IJ)

Μεταξύ:

 

1.    Ραφαέλλα Χατζηχριστοφόρου

2.    COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LIMITED

Εναγουσών,

ν.

 

                        TRUST INTERNATIONAL GENERAL INSURANCE LIMITED

 

Εναγόμενης.

 

Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερ. 29/8/25 για διαγραφή

 

Ημερομηνία: 14 Ιουλίου, 2026

 

Για την Εναγόμενη / Αιτήτρια:

κ. Π. Θεοφάνους για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Ενάγοντες 1 & 2/ Καθ’ων η Αίτηση:

κ. Σ. Παπαγεωργίου για ΘΑΝΑΣΗΣ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

1.   Οι Ενάγουσες 1 και 2/Καθ’ων η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως οι «Ενάγουσες») καταχώρησαν την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απαίτηση διεκδικώντας εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη») αποζημιώσεις για τροχαίο ατύχημα, το οποίο κατ’ισχυρισμόν προκλήθηκε από πρόσωπα που τελούσαν υπό την ασφαλιστική της κάλυψη της τελευταίας.

 

2.   Ως διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα 1 αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης, μεταξύ άλλων, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €5.182.46σ, το οποίο περιλαμβάνει και τα έξοδα επιδιόρθωσης του οχήματος της, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €4.906.96σ. Παράλληλα, η Ενάγουσα 2 αξιώνει από την Εναγόμενη το ίδιο ποσό (€4.906.96σ), ως έξοδα τα οποία κατέβαλε για την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας 1, νόμιμο τόκο και έξοδα.

 

3.   Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στην διαδικασία καταχωρώντας, μέσω των δικηγόρων της, σημείωμα εμφάνισης στις 18/7/25. Στις 29/8/25 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπιση και την υπό εξέταση αίτηση.

 

II.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

4.   Με την παρούσα Αίτηση, η Εναγόμενη επιδιώκει ουσιαστικά την απόρριψη της υπόθεσης της Ενάγουσας 2, δια την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση (set aside) του έντυπου και/ή έκθεσης απαίτησης της και/ή την διαγραφή του σκέλους των τελευταίων στην έκταση που αφορούν την Ενάγουσα 2, λόγω μη αποκάλυψης αιτίας αγωγής και/ή ως επιπόλαιων (frivolous) και/ή ως ενοχλητικών και/ή ως καταχρηστικών της διαδικασίας του Δικαστηρίου, αλλά και την διαγραφή του σκέλους της απαίτησης και/ή δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας 1 σε σχέση με το ποσό των €4.906.96σ.

 

5.   Η αίτηση της Ενάγουσας εδράζεται, μεταξύ άλλων επί των Μερών 2, 3 (ειδικότερα Μέρος 3 καν.3.2(α)), 6 7, 16, 22, 23, 25, 28, 30, 32, 38, 39 και 69 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στα Άρθρα 3 και 16 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ.148) κσι στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60).

 

6.   Η αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση (στο εξής η «Ε/Δ-ΑΑ») εργαζόμενου στο τμήμα απαιτήσεων της Εναγόμενης/ εταιρείας, ο οποίος δηλώνει την πηγή της γνώσης του ως προς τα όσα αναφέρει αλλά και τη σχετική εξουσιοδότηση του. Συνοπτικά, ο ομνύοντας στην Ε/Δ-ΑΑ επεξηγεί με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων της Ενάγουσας και τη σχετική νομική πτυχή του ζητήματος, γιατί πρέπει η αίτηση της Εναγόμενης να επιτύχει.

ΕΝΣΤΑΣΗ

7.   Οι Ενάγουσες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί των Μερών 2, 3, 3 καν.3, 6, 7, 16, 16 καν.15, 23, 25, 28, 30, 32, 38, 39 και 59 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος.

 

8.   Με την ένσταση των Εναγουσών προβάλλονται οκτώ (8) λόγοι για τους οποίους δεν πρέπει η αίτηση της Εναγόμενης να επιτύχει και τους οποίους παραθέτω συνοπτικά ως εξής: 1. Η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έγκριση της, 2. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αποτελεί λανθασμένο δικονομικό διάβημα, 3. Τα θέματα που εγείρονται στην υπό κρίση αίτηση και/ή η αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας του οχήματος, είναι θέματα που άπτονται της ουσία της απαίτησης και που θα καθοριστούν και/ή κριθούν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, 4. Δεν καταδεικνύεται ότι η αγωγή της Ενάγουσας 2 στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος καιδεν εμποδίζεται η Ενάγουσα 2 να αιτείται την καταβολή χρημάτων που η ίδια κατέβαλε προς την Ενάγουσα 1, 5. Η αίτηση είναι αντιφατική με την δικογραφία της Εναγόμενης και/ή η Εναγόμενη κωλύεται να προωθήσει αυτήν εφόσον προέβηκε σε άλλα διαβήματα στην διαδικασία, και 6. Η έγκριση της αίτησης θα προκαλούσε αδικία και/ή παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, αφού δεν θα επιτρέπετο στις Ενάγουσας να προωθήσουν την απαίτηση του.

 

9.   Η ένσταση των Εναγουσών βασίζεται επί της Ένορκης Δήλωσης (στο εξής η «Ε/Δ-ΔΠ»), γραμματέα στη δικηγορική εταιρεία που τις εκπροσωπεί, η οποία δηλώνει τη σχετική εξουσιοδότηση της και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και επιχειρηματολογεί προς απόρριψη της αίτησης.

III. ΑΚΡΟΑΣΗ

10.          Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένστασης.

 

11.          Και οι δύο πλευρές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, προέβηκαν επίσης σε συμπληρωματική προφορική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.

 

12.          Επισημαίνεται ότι, τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν από αμφότερους συνήγορους μέσω των αγορεύσεων τους, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους, καθότι, η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999)2 Α.Α.Δ. 490, Κώστουλος και Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/19, 1.2.2021 και Παύλου ν. Ευθυμίου, Πολ.΄Εφ. 33/2014, 23.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A269

 

13.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δικογράφων, τα οποία συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.

 

IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

14.          Σε σχέση με την εξουσία διαγραφής δικογράφου, το Μέρος 3 καν.3 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα αναφέρονται ως οι «ΝΚΠΔ») προνοεί τα εξής:

 

«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου

(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.

(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.

(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.

.............................................................................................................................................

(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού»

 

15.          «Δικόγραφο», σύμφωνα με τον ερμηνευτικό Μέρος 2 καν.3 των ΝΚΠΔ «σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης.....»

 

16.          Γενικά, οι αιτήσεις για την έκδοση διατάγματος διαγραφής πρέπει να υποβάλλονται κατά τo στάδιο της προδικασίας (συνήθως μαζί με αίτηση για συνοπτική απόφαση). Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτή του την εξουσία αμέσως πριν από τη δίκη ή ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης. Η πλέον ενδεδειγμένη πρακτική είναι ότι οι αιτήσεις βάσει του Μέρους 3 καν.3 να πρέπει να υποβάλλονται το συντομότερο δυνατόν και πριν από την ενσωμάτωση της απαίτησης στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου.

 

17.          Οι λόγοι που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) του Μέρους 3 καν.3(2) καλύπτουν τα δικόγραφα τα οποία είναι αδικαιολογήτως ασαφή, ασυνάρτητα, κακόβουλα ή προδήλως αβάσιμα, καθώς και άλλες περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση ή υπεράσπιση.

 

18.          Παραδείγματα περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης (καν.3(2)(α)) αποτελούν απαιτήσεις οι οποίες (i) δεν παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός που να καταδεικνύει το αντικείμενο της απαίτησης, (ii) είναι ασυνάρτητες και δεν βγάζουν νόημα ή (iii) παραθέτουν μεν γεγονότα κατά τρόπο συνεκτικό, δηλαδή με μια λογική συνέπεια και συνέχεια, πλην όμως τα εν λόγω γεγονότα, ακόμη και αν είναι αληθή, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση κατά του εναγόμενου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικό, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον το ελάττωμα μπορεί να διορθωθεί με τροποποίηση και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, θα πρέπει πρώτα να δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο διάδικο να το τροποποιήσει, προτού το ίδιο προχωρήσει με τη διαγραφή του (βλ.Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB)).

 

19.          Παρόλο που ο ορισμός «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας» (Μέρος 3 καν.3(2)(β)) δεν τυγχάνει επεξήγησης στους ΝΚΠΔ, έχει επεξηγηθεί από την Νομολογία. Για παράδειγμα η «χρήση της διαδικασίας για ένα σκοπό ή με έναν τρόπο σημαντικά διαφορετικό από τον συνηθισμένο και αναμενόμενο» (βλ. Attorney General v Barker [2000] 1 F.L.R. 759, DC). Περαιτέρω, όταν ζητείται η επανεκδίκαση ζητημάτων που έχουν ήδη εκδικαστεί σε άλλες υποθέσεις (βλ. Henderson ν Henderson (1843) 3 Hare 100). Ομοίως, όταν το όφελος που μπορεί να έχει ο ενάγοντας από την απαίτηση είναι τόσο περιορισμένης αξίας ώστε να μην αξίζει τον κόπο, και το κόστος της διαδικασίας είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όφελος (βλ. Wallis v Valentine [2002] EWCA Civ 1034 και Jameel v Dow Jones and Co [2005] EWCA Civ 75). Το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη κατάχρησης διαδικασίας το φέρει ο Αιτητής (βλ. Solland International v Clifford Harris & Co) και το αναμενόμενο επίπεδο απόδειξης είναι υψηλό (βλ. Michael Wilson v Sinclair).

 

20.          Λόγοι διαγραφής με βάση το εδάφιο (γ) του καν.3(2), καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες η κατάχρηση δεν έγκειται στο ίδιο το δικόγραφο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έχει προωθηθεί η απαίτηση ή η υπεράσπιση, όπως σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που καθορίζονται από κανονισμούς ή διατάγματα.

 

21.          Επίσης, το λεκτικό του Μέρους 3 καν.3(2) (βλ. ‘Το δικαστήριο δύναται...’’) καταδεικνύει ότι το ζήτημα εμπτίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται πάντοτε δικαστικά και με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό.[1] Ο πρωταρχικός σκοπός καθορίζεται στο Μέρος 1 καν.2 των ΝΚΠΔ και το πνεύμα του έχει σχετικά πρόσφατα τύχει ερμηνείας στην Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 54/2024, ημερ. 18.10.2024, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο:

«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις

 

V.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

22.          Οι Ενάγουσες εγείρουν ως λόγο ένστασης, κώλυμα της Εναγόμενης να προωθεί την αίτηση της, επειδή προέβηκε σε άλλα διαβήματα στην απαίτηση δια της καταχώρησης υπεράσπισης και ακολούθως ερωτηματολογίων στην βάση του Μέρους 28 των ΝΚΠΔ.

 

23.          Αρχικά, παρατηρώ ότι, δεν προκύπτει από τους ΝΚΠΔ, οποιοδήποτε δικαίωμα αναστολής ή παράτασης των προθεσμιών για την καταχώρηση υπεράσπισης, σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση διαγραφής με βάση το Μέρος 3. Στο Μέρος 13 καν.3(2)(α) προνοείται ότι όταν Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για διαγραφή του δικογράφου του ενάγοντα και η αίτηση αυτή δεν έχει διεκπεραιωθεί, ο  Ενάγοντας δεν δύναται να εξασφαλίσει απόφαση ερήμην. Όμως δεν εντοπίζεται πουθενά ρητά το δικαίωμα αναστολής ή παράτασης της προθεσμίας καταχώρησης της υπεράσπισης ενός Εναγόμενου, στην ίδια περίπτωση, με τον τρόπο που προνοείται για αιτήσεις που υποβάλλονται με βάση το Μέρος 12[2] και 24[3] των ΝΚΠΔ. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η Εναγόμενη, παρά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, εξακολουθούσε να τελεί υπό την υποχρέωση καταχώρησης και προώθησης της υπεράσπισης της, εντός των προβλεπόμενων δικονομικών προθεσμιών, και να ενεργεί με τρόπο ο οποίος επικουρεί την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού (Βλ. Μέρος 1 καν.4(1) των ΝΚΠΔ).

 

24.          Περαιτέρω, δεν θεωρώ ότι η προώθηση της διαδικασίας από την Εναγόμενη αποτελεί γενικότερα κώλυμα στην προώθηση της Αίτησης της, αλλά ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από τους ΝΚΠΔ. Αντιθέτως, οι ΝΚΠΔ παρέχουν την εξουσία και για την αυτεπάγγελτη έκδοση διατάγματος από πλευράς του Δικαστηρίου στην βάση του Μέρους 3 καν.3, όταν αυτό εξυπηρετεί το πνεύμα του πρωταρχικού σκοπού, χωρίς περιορισμό ως προς το στάδιο της διαδικασίας. Δεν διαφαίνεται γενικότερα ζήτημα οιουδήποτε χρονικού ή άλλου περιορισμού για την καταχώρηση αιτήσεων της φύσεως, ως η υπό εξέταση. Ενώ αιτήσεις για διαγραφή ιδανικά θα πρέπει να υποβάλλονται κατά τo στάδιο της προδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτή του την εξουσία αμέσως πριν από τη δίκη ή ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης, ακόμη και αυτεπάγγελτα. Η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε προτού ενσωματωθεί η  απαίτηση στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου και πριν το στάδιο της διαχείρισης και δεν τίθεται, κατά την άποψη μου, ζήτημα καθυστέρησης στην καταχώρηση της ή καταχώρησης της σε ακατάλληλο στάδιο, αλλά ούτε και αντιφατικών διαβημάτων, εφόσον το ζήτημα νομιμοποίησης των Εναγουσών, εγείρεται και προδικαστικά από πλευράς της Εναγόμενης, στην Υπεράσπιση της.

 

25.          Ως αποτέλεσμα, θεωρώ ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης, δεν μπορεί να επιτύχει.

 

26.          Έχοντας υπόψη μου την νομική πτυχή, που έθεσα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τώρα την παρούσα αίτηση και κατά πόσο δικαιολογούνται οι αιτούμενες, από πλευράς της Εναγόμενης, διαγραφές.

 

27.          Στην προκειμένη περίπτωση, ως διαφαίνεται από το Έντυπο Απαίτησης και Έκθεση Απαίτησης που το συνοδεύει, η απαίτηση καταχωρήθηκε από τις Ενάγουσες, σε σχέση με τροχαίο ατύχημα ημερ.26/11/23, στο οποίο ενεπλάκη η Ενάγουσα 1, ως οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΝΧΥΧ7Χ. Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα, ως και οι βλάβες που υπέστη η Ενάγουσα 1, ήταν συνέπεια της αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων των οδηγών των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής ΝΧΗΧ7Χ και ΜΧΒΧΧ5. Η Εναγόμενη ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε την ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων ΝΧΗΧ7Χ και ΜΧΒΧΧ5 κατά τον κρίσιμο χρόνο, στην βάση του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) (Ν.96(Ι)/2000), θέση η οποία έχει καταστεί παραδεκτή από πλευράς της, μέσω της Έκθεσης Υπεράσπισης της (βλ. παρ.6 της Έκθεσης Υπεράσπισης).

 

28.          Ειδικότερα, το απευθείας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης απορρέει από το άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/2000, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: 

 

«16Α-(1) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου:

 

……………………………………………………………………………………………………….

 

(2) Στην περίπτωση του εδαφίου (1) ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.

 

(3) Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου (1)……»

 

29.          Διευκρινίζεται ότι, η επιφύλαξη του εδαφίου (3) του Άρθρου 16Α, παρά την αναφορά σε δικαίωμα του ασφαλιστή να στραφεί εναντίον του ασφαλιστή του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα, φαίνεται να αφορά τις περιπτώσεις όπου διορίζεται αντιπρόσωπος απαιτήσεως με βάση το Άρθρο 16Β[4], και συνεπώς θεωρώ ότι δεν εφαρμόζει στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης. 

 

30.          Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2(1) του Ν.96(Ι)/2000ζημιωθείς” και “μέρος που ζημιώθηκε” σημαίνει πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από όχημα.

 

31.          Το αγώγιμο δικαίωμα στην βάση αμέλειας, το οποίο δίδει το δικαίωμα στο θύμα να διεκδικήσει αποκατάσταση του από οιονδήποτε υπαίτιο για την ζημιά που υπέστη ως αποτέλεσμα, διέπεται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148). Δεν θα επεκταθώ σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα στην βάση παραβίασης νόμιμου καθήκοντος εφόσον δεν υπάρχει από πλευράς των Εναγουσών χωριστή δικογράφηση για το εν λόγω ζήτημα και στις λεπτομέρειες που παρέχονται δεν υπάρχει ούτε αναφορά σε ποια νομοθεσία ερείδεται η κατ' ισχυρισμό παράβαση, ως προνοεί το Μέρος 16 καν.13(1)(θ) των ΝΚΠΔ[5] (βλ. επίσης Bullen & Leake & Jacob's "Precedents of Pleadings", Sweet & Maxwell, 18η έκδοση, σελ. 460, ενότητα 81-Χ2).

 

32.          Ως προς τα πρόσωπα που δικαιούνται σε αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε ένεκα αμέλειας σχετικό είναι το Άρθρο 3 του Κεφ.148. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (1) του τελευταίου προνοεί τα ακόλουθα σχετικά:

 

«3.-(1) Τα ακόλουθα που απαριθμoύvται πιο κάτω στο Νόμο αυτό απoτελoύv αστικά αδικήματα, και τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οποιοδήποτε πρόσωπο, που υφίσταται βλάβη ή ζημιά λόγω αστικού αδικήματος δικαιούται να αναζητήσει από το πρόσωπο το οποίο διέπραξε ή ευθύνεται για το αστικό αυτό αδίκημα τις θεραπείες τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να χορηγήσει:...»

 

33.          Στρεφόμενη στα δεδομένα που περιβάλλουν τη υπό κρίση αίτηση, εγείρεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο η Ενάγουσα 2, αποτελεί πρόσωπο που υπέστη βλάβη ή ζημιά λόγω του αστικού αδικήματος της αμέλειας, υπό την έννοια του Άρθρου 3(1) του Κεφ.148, και συνακόλουθα και υπό την έννοια του Άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000, ώστε να νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης και να διεκδικεί το ποσό που κατέβαλε για την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας 1.

 

34.          Από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγουσών, διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα 2, εναγάγει την Εναγόμενη υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο[6], η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην Ενάγουσα 1, δυνάμει του Ν.96(Ι)/2000. Συγκεκριμένα, η αξίωση της Ενάγουσας 2 εδράζεται στην καταβολή από πλευράς της στην Ενάγουσα 1 του ποσού των €4.906.96σ, για έξοδα επιδιόρθωσης και/ή αποκατάστασης και/ή επανόρθωσης των ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημα της τελευταίας, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος (βλ. παρ.13 και 14 της Έκθεσης Απαίτησης). Δεν δικογραφείται από πλευράς των Εναγουσών οιαδήποτε άλλη ιδιότητα της Ενάγουσας 2, στο πλαίσιο της απαίτησης, ή άλλη σχέση με το όχημα της Ενάγουσας 1 (βλ. για παράδειγμα, O'Sullivan v. Williams [1992] 3 All ER 385 και Patsalides v. Yiapani & another (1969) 1 C.L.R. 84, 95), η οποία να δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα 2 να διεκδικεί αποζημίωση για την καταβολή των εξόδων επιδιόρθωσης του. Από την άλλη, η Ενάγουσα 1, αναφέρεται στην δικογραφία στο όχημα ‘της’ και θεωρώ οι σχετικές αναφορές, στο στάδιο αυτό καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως τη σχέση της με το εν λόγω όχημα σε συνάρτηση με τη θεραπεία που αξιώνει. 

 

35.          Συνεπώς, σύμφωνα με τις θέσεις που η ίδια δικογράφησε, η Ενάγουσα 2 δεν αποτελεί πρόσωπο που υπέστη βλάβη η ζημιά λόγω της αμέλειας των οδηγών/ασφαλισμένων της Εναγόμενης, αλλά η ζημιά που υπέστη ήτο κατ’εφαρμογήν της συμβατικής της σχέσης με την Ενάγουσα 1, με σκοπό την κάλυψη της τελευταίας (βλ. Kelly ν. Νικολάου (1992) 1 ΑΑΔ 463). Η μαρτυρία που προσάχθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης (βλ. Ε/Δ-ΔΠ) δεν καταδεικνύει κάτι διαφορετικό, αντιθέτως επιβεβαιώνει τις προαναφερόμενες θέσεις της Ενάγουσας 2. Ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα 2 δεν νομιμοποιείται στην αξίωση της θεραπείας που διεκδικεί από την Εναγόμενη στην βάση του Άρθρου 3(1) του Κεφ.148 και, κατά συνέπεια, ούτε στην βάση του Άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000.

 

36.          Παρά τα πιο πάνω, είναι δυνατή η εκχώρηση του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας 1 στην Ενάγουσα 2, στην βάση των εξαιρέσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 16 του Κεφ.148. Σύμφωνα με το τελευταίο «[τ]ο δικαίωμα oπoιασδήπoτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό δεν εκχωρoύvται διαφορετικά παρά μόvo από vόμo..» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)

 

37.          Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα – Δίκαιο και Αποφάσεις, στη σελ. 55 διαβάζουμε τα ακόλουθα σχόλια σε σχέση με το άρθρο 16 του Κεφ. 148:

«Η πρόνοια αυτή ενσωματώνει το γενικό κανόνα που απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος (bare right to litigate). Τέτοια εκχώρηση θα ήταν αντίθετη με τη δημόσια πολιτική (public policy) γιατί θα ενεθάρρυνε ανεπιθύμητη δραστηριότητα με σκοπό την κερδοσκοπία μέσω της δικαστικής διαδικασίας. Όπου όμως έχει εκδοθεί απόφαση για αποζημιώσεις, το εξ αποφάσεως χρέος μπορεί να εκχωρηθεί. Επίσης επιτρέπεται η εκχώρηση των καρπών της αγωγής pendente lite, γιατί δεν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος αγωγής αλλά για εκχώρηση περιουσίας, δηλ. του προϊόντος της αγωγής, αν και όταν πραγματοποιηθεί.

Νομοθετικές εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα είναι δυνατές, και παραδείγματα είναι η μεταβίβαση δικαιώματος λόγω θανάτου καθώς και η αρχή της υποκατάστασης (subrogation) στο ασφαλιστικό δίκαιο.» (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου)

 

38.          Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, παρά το γεγονός ότι στην Κύπρο φαίνεται να υπερισχύει ως κανόνας δημόσιας τάξης το άρθρο 16 του Κεφ.148 που αναγνωρίζει ρητά ως εξαίρεση στην απαγόρευση εκχώρησης, μόνο την νομοθετική ρύθμιση, συνάγεται από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγουσών ότι η αξίωση της Ενάγουσας 2, θα μπορούσε να εξεταστεί στην βάση της αρχής της υποκατάστασης (‘subrogation’), ως εξαίρεση στο γενικό κανόνα ο οποίος απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος για αστικό αδίκημα.

 

39.          Σύμφωνα με την αρχή της υποκατάστασης, το δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ασφαλισμένου πηγάζει από την πληρωμή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο και ανάγεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας (βλ. Edwards & Co. v. Motor Union Insurance Co [1922] L.J., K.B. Vol. 91, p.921, Simpson v. Thomson [1873] Aspmall's Maritime Law Cases, Vol. 3, σελ. 567 και Randal v. Cockran [1748] I Ves. sen, 97).

 

40.          Η φύση του δικαιώματος υποκατάστασης έχει τύχει εκτενούς ανάλυσης στην παλιότερη απόφαση DROUSHIOTIS ν. L'UNION DES ASSURANCES (1983) 1 CLR 1 και παραθέτω σχετικό απόσπασμα:

«Subrogation is the right of an insured who has paid a loss to receive the benefit of all the rights and remedies of the insured against third parties, which, of satisfied will extinguish or diminish the ultimate loss sustained (Castellain v. Preston, [1883] 11 Q.B.D. 380, H. Cousins & Co. Ltd., v. D & C Carriers Ltd., [1971] 2 Q.B.D. 230; 1 All E.R. 55).

The extent of the doctrine was described by Brett L.J. in Castellain v. Preston (supra) at p. 388, as follows:

"....as between the underwriter and the assured the underwriter is entitled to the advantage of every right of the assured, whether such right consists in contract, fulfilled or unfulfilled, or in remedy for tort capable of being insisted on or already insisted on, or in any other right, whether by way of condition or otherwise, legal or equitable, which can be, or has been exercised or has accrued, and whether such a right could or could not be enforced by the insurer in the name of the assured by the exercise or acquiring of which right or condition the loss against which the assured is insured, can be, or has been diminished".

(The above dictum was applied in H. Cousins & Co. Ltd. v. D & C Carriers Ltd. (supra)).

The right to compensation remains in the insured and an insurer who is subrogated to the rights of the insured can bring his action only in the name of the insured. (See Edwards & Co. v. Motor Union Insurance Co. (supra) in which all previous authorities are reviewed. Also Oriental Fire and General Insurance Co. Ltd. v. American President Lines Ltd. [1968] 2 Lloyd's Rep. 372).

In McGillivray &Parkington on Insurance Law, 6th Ed. at p. 786 under para. 1883, it reads:

"When the insurer exercises rights of subrogation in the name of the insured, the law ignores the fact that the insurer is the real plaintiff. Thus if an insured, in whose name an action is brought by a domestic insurance company resides abroad, an order may be made for security for costs (Gough v. Toronto and York Radial R. W. Co. [1918] 42 O.L.R. 415).

And, further, at page 787, para. 1884:

"If the insured refuses to allow the insurer to use his name as a plaintiff, the insurer may institute an action against the defendant in his own name, join the insured as a second defendant and ask the Court to order him to lend his name to the action as a plaintiff or, perhaps, ask for an order that the first defendant pay damages to the second defendant and for a declaration that the second defendant holds such damages on trust for the insurer". »

 

41.          Σχετική είναι και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kelly ν. Νικολάου (1992) 1 ΑΑΔ 463 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Στην υπό κρίση υπόθεση η πληρωμή στον εφεσείοντα από την ασφαλιστική εταιρεία της ζημιάς που υπέστη, έγινε σύμφωνα με το συμβόλαιο, που υπεγράφη μεταξύ τους, για την κάλυψη ζημιάς, και όχι ως αποζημίωση του αστικού αδικήματος για το οποίο υπαίτιος είναι ο εφεσίβλητος. Η διευθέτηση του εφεσείοντα με την ασφαλιστική του εταιρεία ήταν συμβατική και παντελώς άσχετη με την αξίωση του εναντίον του εφεσίβλητου με αιτία αγωγής την υπαιτιότητα του για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους και οποιαδήποτε αναφορά στα δικογραφήματα, και κατ' ακολουθία στη μαρτυρία, για τη σχέση αυτή θα ήταν ανεπίτρεπτη.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης έγινε αναφορά και στην αρχή της υποκατάστασης - subrogation: Εφόσο η ασφαλιστική εταιρεία του εφεσείοντος κάλυψε τις ζημιές που υπέστη στο τροχαίο δυστύχημα, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου, αυτός προωθεί την αγωγή για να αποζημιωθεί η ασφαλιστική του εταιρεία για την κάλυψη που έδωσε στον ίδιο. Η αρχή της υποκατάστασης θα ήταν αντικείμενο συζήτησης αν, θεωρητικά, ο εφεσείων αρνείτο, μολονότι ο ίδιος επληρώθη από την ασφαλιστική του εταιρεία, να καταχωρίσει αγωγή για να αποζημιωθεί η ασφαλιστική του εταιρεία για την κάλυψη που του παρέσχε. Τότε, και σύμφωνα με τους γνωστούς όρους τέτοιων συμβολαίων, η τελευταία θα μπορούσε να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα εξαναγκασμού του να συμμορφωθεί προς τον όρο αυτό, να δανείσει, ούτως ειπείν, το όνομα του ως ενάγων στην αγωγή.»

 

42.          Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι, το δικαίωμα που αποκτά ο ασφαλιστής αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο, εξομοιώνεται προς το δικαίωμα του ασφαλισμένου έναντι τρίτων, όμως το νομικό δικαίωμα σε αποζημίωση παραμένει στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή στο όνομα του (βλ. επίσης London Assurance Co. v. Sainsbury [1783] 3 Doug. K.B. 245, 253, King v. Victoria Insurance Co Ltd [1896] A.C. 250, 256), έστω και αν μπορεί να υποχρεωθεί από τον ασφαλιστή να εγείρει την αγωγή. Σχετικώς, στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law (13η έκδοση, στην παρ. 24-043) που τιτλοφορείται «Insurer has no right to sue in own name» αναφέρεται ότι «The cause of action for damages remains in the insured, and the insurer subrogated to the insured's rights requires the insured to bring the action. It remains the insured's action.». Επιπλέον, στο σύγγραμμα Colinvaux's Law of Insurance (11η έκδοση, στην παρ. 12-018) αναφέρεται ότι «It has long been settled that a subrogation action must be brought in the name of the assured and that the insurer is not permitted to bring the action in its own name.

 

43.          Βάσει των καθιερωμένων αρχών, που προκύπτουν από τη νομική πτυχή που παρέθεσα ανωτέρω, σε περιπτώσεις υποκατάστασης (‘subrogation’), το νομικό δικαίωμα για αποζημίωση και απαίτηση πληρωμής της ζημιάς του οχήματος παραμένει στον ασφαλισμένο και θύμα του αστικού αδικήματος που, παρά την κάλυψη της συγκεκριμένης ζημιάς από τον ασφαλιστή του, παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή στο όνομα του.

 

44.          Συνεπώς, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα περίπτωση για την αξίωση των ζημιών που υπέστη το όχημα της, ανήκει αποκλειστικά στην Ενάγουσα 1, κρίνω ότι η τελευταία αποτελεί και το μόνο πρόσωπο που μπορεί να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη, στην βάση του Άρθρου 3(1) του Κεφ.148, και συνακόλουθα και στην βάση του Άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000 και που νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή εναντίον της.

 

45.          Στην υπό κρίση περίπτωση, το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα ασκήθηκε ήδη από την Ενάγουσα 1, με την καταχώρηση της απαίτησης της, με την οποία διεκδικεί και κονδύλι για τις ζημιές του οχήματος της, που περιλαμβάνει το ποσό που κατέβαλε η Ενάγουσα 2. Η καταβολή του εν λόγω ποσού από την Ενάγουσα 2, για σκοπούς της απαίτησης της Ενάγουσας 1, δεν εμποδίζει την διεκδίκηση του από την τελευταία, αλλά ούτε θα υπολογιστεί κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων που διεκδικεί σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης της εναντίον της Εναγόμενης (βλ. Άρθρο 65 του Kεφ. 148, Parry v. Cleaver (1970) A.C. 1 (H.L.) και Kelly ν. Νικολάου, ανωτέρω).

 

46.          Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, παρά το γεγονός η νομολογία υποδεικνύει η διαγραφή δικογράφου από το αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη φειδώ, εφόσον η Ενάγουσα 2 δεν νομιμοποιείται να απαιτεί εναντίον της Εναγόμενης την θεραπεία που διεκδικεί, είτε στην βάση των Άρθρων 3(1) του Κεφ.148 και 16Α του Ν.96(Ι)/2000, ή στην βάση της αρχής της υποκατάστασης, κρίνω ότι δικαιολογείται η διαγραφή της απαίτησης της εναντίον της Εναγόμενης, εφόσον δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που να της αντιστοιχεί ώστε να μπορεί αυτή να διασωθεί. Περαιτέρω, κατά την κρίση μου δικαιολογείται και η διαγραφή των αντίστοιχων αναφορών στην Έκθεση Απαίτησης της.

 

47.          Διευκρινίζω όμως ότι, στην βάση των όσων ανέφερα ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η διαγραφή της απαίτησης και των ισχυρισμών της Ενάγουσας 1 όσο αφορά το κονδύλι των  €4.906.96σ (βλ. Άρθρο 65 του Kεφ. 148, Parry v. Cleaver (1970) A.C. 1 (H.L.) και Kelly ν. Νικολάου, ανωτέρω), η οποία, τουλάχιστον με βάση την δικογραφημένη της θέση, διατηρεί το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης ως ‘θύμα’ του αστικού αδικήματος της αμέλειας.

 

VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

48.          Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω στο ότι η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς.

 

49.          Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της Απαίτησης της Ενάγουσας 2, λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης, και η απαίτηση της Ενάγουσας 2, απορρίπτεται.

 

50.          Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα ως το αιτητικό της αίτησης 3, 6, 7, 9 και 4, η τελευταία (παρ.4) εκδίδεται με την διαφοροποίηση ότι η διαγραφή θα περιλαμβάνει και τις λέξεις ‘το οποίο ποσό’, ώστε να μην αλλοιωθεί το νόημα της υπόλοιπης παραγράφου. Τα αιτητικά 2, 5, 8 και 10 απορρίπτονται.

 

51.          Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, όσο αφορά την Ενάγουσα 2, εναντίον της οποίας η αίτηση, στην έκταση που την αφορούσε, έχει πλήρως επιτύχει και η απαίτηση της έχει απορριφθεί. Λαμβάνεται, υπόψη όμως ότι η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων καταχωρώντας κατάλογο εξόδων ως προνοεί το Μέρος 39 καν.9(1). Για τον τελευταίο λόγο κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όσο αφορά τον συνοπτικό υπολογισμό από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη ότι οι Ενάγουσες έτυχαν κοινής εκπροσώπηση και καταχώρησαν κοινά δικόγραφα στην διαδικασία, και η απαίτηση της Ενάγουσας 1, παρά την διαγραφή, εξακολουθεί να εκκρεμεί προς εκδίκαση.

 

52.          Συνεπακόλουθα, τα έξοδα της αίτησης και της απαίτησης της Ενάγουσας 2 επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας 2, μειωμένα κατά 1/2, ως υπολογιστούν από πλευράς του Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

53.          Όσο αφορά την Ενάγουσα 1, ενώ η Αίτηση στην έκταση που την αφορούσε έχει αποτύχει, η συμπερίληψη της στην εν λόγω διαδικασία ήτο επιβεβλημένη καθότι καταχώρησε κοινό δικόγραφο με την Ενάγουσα 2. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ορθότερο να μην εκδώσω οιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με την Ενάγουσα 1.   

 

54.          Στην βάση του Μέρους 3 καν.3(3), και έχοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να διαχειρίζεται κάθε υπόθεση κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος (βλ. Μέρος 1 καν.2.(1) των ΝΚΠΔ), συμπεριλαμβανομένου της διασφάλισης ταχέος και δίκαιου χειρισμού αυτής (βλ. Μέρος 1 καν.2. (2) (δ) των ΝΚΠΔ), αλλά και ότι η έκβαση της αίτησης αναπόφευκτα επηρεάζει και την δικογράφηση της υπεράσπισης, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατά πόσο, στην παρούσα υπόθεση, ενδείκνυται, στο παρόν στάδιο και στο πλαίσιο διαχείρισης της υπόθεσης, η αυτεπάγγελτη έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους 3 των ΝΚΠΔ, για διαγραφή των ισχυρισμών της Υπεράσπισης που αφορούν την Απαίτηση και ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2.

 

55.          Προς τούτο και με βάση το Μέρος 3 καν.2(2) των ΝΚΠΔ δίδονται οδηγίες όπως η Εναγόμενη, προβεί σε σχετικές γραπτές παραστάσεις τουλάχιστον 14 ημέρες πριν την ημερομηνία που θα οριστεί η Απαίτηση για Διαχείριση, οι οποίες εντός της ίδιας προθεσμίας να κοινοποιηθούν στην άλλη πλευρά, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για την έκδοση αυτεπάγγελτου διατάγματος δυνάμει του Μέρους 3 των ΝΚΠΔ.

 

 

(Υπ.)............................

                                                                                                           Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής 



[1] Βλ. Μέρος 1 καν.3 των ΝΚΠΔ: «1.3. Εφαρμογή από το δικαστήριο του πρωταρχικού σκοπού

(1) Το δικαστήριο επιδιώκει την υλοποίηση τού πρωταρχικού σκοπού κατά:

(α) την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας παρέχεται σε αυτό από τους κανονισμούς· ή

(β) την ερμηνεία οποιουδήποτε κανονισμού, εκτός αν οποιαδήποτε νομοθεσία ή κανονισμός προβλέπει διαφορετικά.».

[2] Βλ. Μέρος 12 καν.1(9)(α): «(9) Αν ο εναγόμενος υποβάλει αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οφείλει να καταχωρίσει και επιδώσει τη γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη μαζί με την αίτηση, πλην όμως δεν χρειάζεται πριν από την ακρόαση της αίτησης να καταχωρίσει: (α) σε περίπτωση απαίτησης κάτω από το Μέρος 7, υπεράσπιση..»

[3] Βλ. Μέρος 24 καν.3(2): «(2) Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.».

[4] Βλ. Άρθρο 2(1) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) (Ν.96(Ι)/2000): “αντιπρόσωπος για διακανονισμό απαιτήσεων” σημαίνει το πρόσωπο που διορίζεται από ασφαλιστή για τη διαχείριση και το διακανονισμό απαιτήσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 16Β και ο διορισμός του δεν συνιστά αφ’ εαυτού άνοιγμα υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας ή εγκατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις·

[5] Βλ.Μέρος 16 καν.13(1)(θ) των ΝΚΠΔ: «(1) O ενάγων ή εναγόμενος, κατά περίπτωση, οφείλει να καθορίσει ειδικά τα ακόλουθα θέματα στο δικόγραφό του, όταν επιθυμεί να στηριχθεί σε αυτά προς υποστήριξη της απαίτησης ή υπεράσπισης:.... (θ) οποιαδήποτε παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος,».

[6] Ιδιότητα που κατέστη παραδεκτή από την άλλη πλευρά μέσω της Υπεράσπισης της (βλ. παρ.6 της Έκθεσης Υπεράσπισης).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο