AHMAD M. DABABOU ν. Credit Libanais SAL κ.α., Αριθμός αγωγής: 5204/2014, 13/7/2026
print
Τίτλος:
AHMAD M. DABABOU ν. Credit Libanais SAL κ.α., Αριθμός αγωγής: 5204/2014, 13/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

                                                                 Αριθμός αγωγής: 5204/2014

 

Μεταξύ:

 

                                        AHMAD M. DABABOU

Ενάγοντα  

    και

 

                                                 1.  Credit Libanais SAL

                                                 2.  MetaQuotes Software Ltd   

                                                 3.  MetaQuotes Software Corp 

                                                 4.  MetaQuotes Ltd  

                                                 5.  Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ

Εναγόμενων

                                                                                                                                                 

-------------------

 

Αίτηση, ημερομηνίας 22/4/2026

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13/7/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενoυς 2 και 3 - αιτητές: κα Μ. Γιωρκάτζη, για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. και ΧΑΡΗΣ Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για ενάγοντα - καθ’ ου η αίτηση: εμφανίζεται προσωπικά.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η παρούσα υπόθεση συντίθεται από πολυάριθμες ενδιάμεσες διαδικασίες και από σημαντικό αριθμό ενδιάμεσων αποφάσεων καθώς και εφετειακών αποφάσεων σε σχέση με μερικές από τις εν λόγω αποφάσεις. Ειδικότερα:

Η αγωγή καταχωρίστηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/12/2014. Στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης, την οποία είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας την ίδια μέρα, το Δικαστήριο, την επομένη, 9/12/2014 εξέδωσε διάταγμα φίμωσης (gagging order). Κατά τα λοιπά διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης. Μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο, στις 29/7/2016 εξέδωσε αριθμό διαταγμάτων αποκάλυψης και επικουρικού χαρακτήρα διατάγματος ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ηλεκτρονικών υπολογιστών, κοινής αποδοχής (στο εξής «επίμαχο διάταγμα»), προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή και υλοποίηση της αποκάλυψης.

 

Η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε από τους εναγόμενους 2 και 3 και η έφεση απορρίφθηκε στις 14/11/2018.

 

Οι τελευταίοι, στις 10/1/2020 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση και/ή παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος εναντίον τους, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα «στο βαθμό που αφορά τον διορισμό εμπειρογνώμονα και την διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από αυτόν και των παρεπόμενων θεμάτων, ως προνοείται από τις παραγράφους Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι και Λ αυτού.»

 

Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - με τη σχετική ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 8/12/2020 εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Ο ενάγοντας καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και η έφεση, με την έκδοση της σχετικής απόφασης, ημερομηνίας 15/2/2022 έγινε αποδεκτή. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η επανεκδίκαση της αίτησης από άλλο δικαστή. Όπως και έγινε. Το Δικαστήριο, με την ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας, 7/10/2022 απέρριψε την αίτηση και, αυτή τη φορά, ήταν η σειρά των εναγόμενων 2 και 3 να εφεσιβάλουν την εν λόγω απόφαση, η οποία, ωστόσο, με την έκδοση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, ημερομηνίας 13/11/2024 - με την οποία απορρίφθηκε η έφεση -, επικυρώθηκε.

 

Στο πλαίσιο αίτησης την οποία είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας, στις 26/2/2024, μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο, με την έκδοση της σχετικής ενδιάμεσης απόφασής του, ημερομηνίας 11/9/2024 διέταξε την τροποποίηση του επίμαχου διατάγματος με το διορισμό δυο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων ηλεκτρονικών υπολογιστών (αντί ενός που προέβλεπε το επίμαχο διάταγμα). Οι πρώτοι περιλαμβάνονταν στο σχετικό κατάλογο που είχε προτείνει ο ενάγοντας και ο δεύτερος (Tom Higgins) στον αντίστοιχο κατάλογο που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι 2 και 3. Ο διορισμός των εμπειρογνωμόνων συνοδευόταν από οδηγίες του Δικαστηρίου προς αυτούς - οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στο διάταγμα - να ενεργήσουν από κοινού για τη συμμόρφωση και/ή την υλοποίηση της αποκάλυψης.

 

Στις 7/11/2024, οι διορισμένοι εμπειρογνώμονες που είχε προτείνει ο ενάγοντας καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν διευκρινήσεις και/ή οδηγίες από το Δικαστήριο και προς τους δυο εμπειρογνώμονες, για σκοπούς ερμηνείας και εκτέλεσης των προνοιών του επίμαχου διατάγματος, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί στις 11/9/2024.

 

Το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν, μέχρι τότε - εξέδωσε τη σχετική ενδιάμεση απόφασή του, στις 18/12/2024. Με αυτή προέβη σε κάποιες διευκρινήσεις, ως προς το εύρος της έρευνας των δυο εμπειρογνωμόνων και παράτεινε το χρόνο εκτέλεσης των ενεργειών τους, για περίοδο 90 ημερών από τις 15/1/2025, περιλαμβανομένης και της τελευταίας ημερομηνίας.

 

Μετά την εκπνοή της παραπάνω περιόδου και συγκεκριμένα, στις 24/6/2025, οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το επίμαχο διάταγμα «…εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 - Αιτητών, ως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, στο βαθμό που αφορά την διεξαγωγή ηλεκτρονικής έρευνας από τους εμπειρογνώμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών που διορίστηκαν από το Δικαστήριο.»

 

Μολονότι ο ενάγοντας δεν είχε καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, εντούτοις, αυτή, για λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 16/2/2026, απορρίφθηκε.

 

Παρεμβάλλεται ότι ενάγοντας, ο οποίος - για να επαναλάβω - καταχώρησε την αγωγή του με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/12/2024, στις 11/6/2025 καταχώρησε και έκθεση απαίτησης. Τα δυο αυτά δικόγραφα είναι και τα μόνα που έχουν καταχωριστεί μέχρι σήμερα. Η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 (35/2022) και ο ενάγοντας, μετά από σχετική γραπτή ειδοποίηση που είχε δοθεί από τον Πρωτοκολλητή, προς όλους τους διαδίκους, με τη γραπτή ειδοποίησή του, ημερομηνίας 20/2/2026 η οποία καταχωρίστηκε δυνάμει του κανονισμού 3 των εν λόγω κανονισμών, ζήτησε τον ορισμό της αγωγής για ακρόαση.

 

Επιλήφθηκα της υπόθεσης και του αιτήματος του ενάγοντα, στις 25/2/2026 και όρισα την αγωγή για προγραμματισμό της σε ακρόαση, στις 9/3/2026.

 

Την ημέρα αυτή, για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, στις 23/3/2026 και ακολούθως, ξανά για οδηγίες, στις 22/4/2026.

 

Την ημέρα αυτή, οι εναγόμενοι 2 και 3 - κατόπιν σχετικής άδειας που τους είχε δοθεί από τις 23/3/2026 - καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή, εκτός εάν εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, ο ενάγοντας προβεί στην πληρωμή των πιο κάτω ποσών:

 

«(1) Ποσό ύψους £23.500 ή το ισόποσο σε Ευρώ στον Τom Higgins, ο οποίος αποτελεί εμπειρογνώμονα ηλεκτρονικών υπολογιστών που διορίστηκε από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημ. 11/9/2024 με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 29/7/2016.

 

(ii) Ποσό ύψους €17.930 που αποτελεί τα εύλογα έξοδα των Εναγόμενων 2 και 3 για σκοπούς συμμόρφωσης τους με το διάταγμα ημερομηνίας 29/7/2016, ως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού.»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3, Παναγιώτης Γιωρκάτζης.

 

Επιλήφθηκα της αίτησης την ίδια μέρα και για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, την όρισα για οδηγίες, στις 30/4/2026, ημερομηνία κατά την οποία, την όρισα ξανά για οδηγίες, στις 11/5/2026, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης, το αργότερο, στις 5/5/2026.

 

Όμως, ο ενάγοντας, ο οποίος να πω ότι χειρίζεται προσωπικά την υπόθεσή του και ήταν παρών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας της αίτησης, στις 29/4/2026, δηλαδή, προτού δοθούν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση καταχώρησε κάποιο έγγραφο μαζί ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο ίδιος, στην οποία επισυνάπτονται και 34 έγγραφα/τεκμήρια. Και τα δυο αυτά έγγραφα (υπόμνημα και ένορκη δήλωση) είναι συνταγμένα στα αγγλικά και μεταφρασμένα από ορκωτό μεταφραστή στα ελληνικά. Επειδή, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, έχει σημασία, το ουσιαστικό μέρος του πρώτου, από τα δυο αυτά έγγραφα, ακολουθεί αυτούσιο.

 

«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ 22/042026

 

(Α) Κατά την ακροαματική διαδικασία που πραγματοποιήθηκε στις 22 Απριλίου 2026, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέβαλαν την παρούσα αίτηση, το Δικαστήριο παρέσχε στον Ενάγοντα προθεσμία έως τις 30 Απριλίου 2026 για να εξετάσει την αίτηση και να υποβάλει την απάντησή του.

 

(Β) Όλα τα μέρη υποχρεούνται να παραστούν ενώπιον του Δικαστηρίου την εν λόγω ημερομηνία στις 08:45.

 

(Γ)       Ο Ενάγων έχει μεταφράσει την παρούσα αίτηση από τα Ελληνικά στα Αραβικά και έχει εξετάσει πλήρως το περιεχόμενό της, συμπεριλαμβανομένης της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης.

(Δ)       Σύμφωνα με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου, ο Ενάγων επιβεβαιώνει με την παρούσα ότι η απάντησή του στην αίτηση που υπέβαλαν οι Εναγόμενοι (2) και (3) θα παρασχεθεί με τη συνημμένη Ένορκη δήλωση.»

 

Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων, με τη γραπτή αγόρευσή τους, με αναφορά στη Δ.48 Θ.4(1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εισηγούνται ότι τα όσα ο ενάγοντας επιχείρησε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω του υπομνήματος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού το συγκεκριμένο έγγραφο, δικονομικά δεν μπορεί να αποτελέσει ένσταση, καθότι, πρώτο, δεν αναφέρεται και/ή εξειδικεύεται κανένας λόγος ένστασης και δεύτερο, δεν υπάρχει νομική βάση.

 

Σύμφωνα με τη Δ 48 Θ.4(1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:

 

«Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.»

 

Στην Yugos Finance BV και Άλλοι ν. Halebay Holdings Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 569 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48, κ. 4(1), όπως τροποποιήθηκε, 23.12.1999, οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται και κάθε ειδοποίηση ένστασης πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47. Δεν είναι απαραίτητο όμως μια ένσταση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εκεί όμως όπου καταχωρίζεται ένορκη δήλωση, παρατίθενται τα γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Όμως είναι άλλο πράγμα οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα πάνω στα οποία αυτοί στηρίζονται. Αυτή καθ΄ αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπ΄ όψιν κατ΄ ένσταση μόνο όσα γεγονότα είναι εμφανή από το φάκελο της αγωγής (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Π.Ε. 50/2010, ημερ. 11.5.2011).

 

Στη Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη και άλλων (2002) 1 Α.Α.Δ. 92, όπως υιοθετήθηκε στη Χαρίδη, πιο πάνω, λέχθηκαν και τα εξής:

 

«Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικό του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένστασή του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.».»

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης, ο ενάγοντας που ήταν παρών και του είχε δοθεί αντίγραφο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3 - και απολάμβανε τις υπηρεσίες διερμηνέα στη μητρική του γλώσσα -, συναφώς με την παραπάνω εισήγηση των δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3, ουδέν ανάφερε.

 

Το τι ανάφερε απορρέει από το περιεχόμενο του πρακτικού της ημέρας. Το μέρος του που μας ενδιαφέρει, ακολουθεί αυτούσιο:

 

«Κύριε Πρόεδρε, είμαι έτοιμος για εξόφληση όλων των ποσών σε μετρητά. Όσον αφορά το ποσό των €9.900, μέσα στο πλαίσιο αυτό, στις 29/6/2026, €9.900, όλα τα ποσά σε κάθε μέρος. Και στις 3/7/, δηλαδή μετά από 4 μέρες, θα καλύψω όλο το υπόλοιπο. Επιπλέον τα έξοδα της κας Γιωρκάτζη στην υπόθεση 729/2021.

 

….

 

Κυρία Γιωρκάτζη: Απλώς να αναφέρω ότι στην παρούσα αίτηση απλώς ζητείται στην ουσία η συμμόρφωση του ενάγοντα με τις οφειλές του, ως αυτές προκύπτουν από προηγούμενα διατάγματα.

 

Καθ’ ου η αίτηση: Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι, αν μου επιτρέπετε. Όσον αφορά τους εναγόμενους 2 και 3, τα έξοδά τους, ζήτησα την μεταφορά των ποσών στο Dubai. Εγώ δεν έχω λογαριασμό στην τράπεζα για να μπορώ να κάμω τέτοια μεταφορά. Θα μπορούσα να τους τα δώσω απευθείας εδώ στη Λεμεσό ή στο δικηγόρο τους.

 

Κυρία Γιωρκάτζη: Ο ενάγοντας έχει σχεδόν 2 χρόνια που είχε την ευκαιρία να καταβάλει τα ποσά. Σίγουρα η πρακτική των μετρητών δεν είναι ενδεδειγμένη, για σκοπούς ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και νοουμένου ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας καταβάλει τα ποσά, όπως αποσυρθεί η αίτηση, αλλά σήμερα προχωρούμε σε ακρόαση με τον ενδεδειγμένο τρόπο.»

 

Το τι ακολούθησε από τις 22/6/2026 που επιφύλαξα την ενδιάμεση απόφαση στην αίτηση μέχρι σήμερα, ήταν η καταχώρηση, στις 2/7/2026, χωρίς την προηγούμενη άδειά μου, ενός εγγράφου και μια ένορκης δήλωσης στην οποία προέβη και πάλι ο ενάγοντας, στην οποία επισυνάπτονται και 4 έγγραφα/τεκμήρια.

 

Και τα δυο αυτά έγγραφα είναι και πάλι συνταγμένα στα αγγλικά και έχουν μεταφραστεί από ορκωτό μεταφραστή στα ελληνικά. Το περιεχόμενο του πρώτου, το οποίο υπογράφει ο ενάγοντας ακολουθεί αυτούσιο, ενώ για την ένορκη δήλωσή του, το μόνο που θέλω να πω είναι ότι με αυτή ο ενάγοντας, όπως αναφέρει επιθυμεί να εξηγήσει στο Δικαστήριο τις περιστάσεις που εμπόδισαν την καταβολή των εκκρεμών αμοιβών του εμπειρογνώμονα πληροφορικής και των εξόδων των εναγόμενων 2 και 3 που αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης.

 

«Σε σχέση με την προαναφερθείσα αίτηση και τις οδηγίες του Δικαστηρίου κατά τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 2026, ο Ενάγων επιθυμεί, μέσω της συνημμένης ένορκης βεβαίωσης, να παράσχει στο Δικαστήριο ενημέρωση σχετικά με την καταβολή των αμοιβών καθενός από τα ακόλουθα μέρη, στις οποίες βασίστηκε η προαναφερθείσα αίτηση:

1-            Του εμπειρογνώμονα πληροφορικής, κ. Tom Higgines.

 

2-            Των Εναγόμενων αριθ. (2) και (3) της παρούσας υπόθεσης, εφεξής καλούμενοι «οι Εναγόμενοι».»

 

Εάν το τελευταίο έγγραφο δεν θα ληφθεί υπόψη, επειδή καταχωρίστηκε μετά την ακρόαση της αίτησης και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των εναγόμενων 2 και 3 και κυρίως, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, το παραπάνω υπόμνημα του ενάγοντα, δεν μπορεί και δεν θα ληφθεί υπόψη, επειδή, πολύ απλά, σε καμιά περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ένσταση ή ειδοποίηση ένστασης. Και τούτο, επειδή σ’ αυτό, κατά παράβαση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 Θ.4(1), ούτε νομική βάση υπάρχει μα ούτε αναφέρεται έστω και ένας λόγος ένστασης.

 

Ούτε και είναι ορθό αυτό που αναφέρεται στο υπόμνημα. Δηλαδή, ότι στις 22/4/2026 το Δικαστήριο παρέσχε στον ενάγοντα προθεσμία, έως τις 30/4/2026 για να εξετάσει την αίτηση και να υποβάλει την απάντησή του. Αυτό που έγινε στις 22/4/2026, ήταν ότι δόθηκε χρόνος στον ενάγοντα - μετά από σχετικό αίτημά του - να μελετήσει την αίτηση και να δηλώσει την επόμενη φορά, εάν θα είχε σε αυτή ένσταση και όχι να υποβάλει την απάντησή του. Μάλιστα, του υποδείχθηκε ότι σε περίπτωση που θα είχε ένσταση στην αίτηση, είχε δικαίωμα να την καταχωρήσει με τον ορθό, δικονομικά, τρόπο και στην ελληνική γλώσσα.

 

Παρόλα αυτά, ο ενάγοντας, στις 29/4/2026 καταχώρησε το παραπάνω υπόμνημα, ενώ, το τι ακριβώς έγινε στις 30/4/2026 προκύπτει από το σχετικό πρακτικό το περιεχόμενο του οποίου ακολουθεί αυτούσιο:

 

«Δικαστήριο προς Καθ’ ου η Αίτηση: Κύριε Νταμπάπου, τι θα κάνετε σε σχέση με την αίτηση;

 

Καθ’ ου η Αίτηση: Θα υποβάλω την υπεράσπισή μου.

 

Δικαστήριο προς Καθ’ ου η Αίτηση:  Εννοείτε, την ένσταση;

 

Καθ’ ου η Αίτηση: Την ένστασή μου, μαζί με κάποια έγγραφα.

 

Δικαστήριο προς Καθ’ ου η Αίτηση: Αν θυμάμαι καλά, σας είχα πει και την προηγούμενη φορά, ότι καλό θα ήταν την υπόθεσή σας να τη χειριστεί δικηγόρος.  Είναι δικαίωμά σας να την χειριστείτε προσωπικά, ωστόσο, επειδή η υπόθεση είναι από τις πλέον παλιές, αν όχι η παλαιότερη που εκκρεμεί ενώπιόν μου, θα ήθελα να σας επισύρω την προσοχή σας στα εξής:

 

Θα ορίσω την αίτηση για ακρόαση και θα δώσω οδηγίες για καταχώρηση ένστασης.  Η ακρόαση θα γίνει με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων. Τόσο η ένσταση όσο και η ένορκη δήλωση, καθώς και οι γραπτές αγορεύσεις, θα πρέπει να συνταχθούν στα ελληνικά και το πιο σημαντικό, τη ημέρα που η αίτηση θα οριστεί για ακρόαση, η ακρόαση θα γίνει και δεν πρόκειται να δοθεί αναβολή, επειδή, ενδεχομένως θα κρίνετε ότι χρειάζεστε δικηγόρο. Αν είναι να αποταθείτε σε δικηγόρο, να το κάνετε από τώρα.

 

Δικαστήριο προς κα Γιωρκάτζη: Κυρία Γιωρκάτζη, ο Ενάγοντας, όπως ακούσατε, ζητά χρόνο για να καταχωρήσει την ένστασή του.

 

Κυρία Γιωρκάτζη: Δεν υπάρχει ένσταση, απλώς εισήγησή μας είναι να δοθεί μια ημερομηνία για οδηγίες, ώστε να δούμε την ένσταση και αν θέλουμε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα, για πιθανή καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

Καθ’ ου η Αίτηση: Θα ήθελα να πω κάτι. Όσον αφορά το θέμα του δικηγόρου, η οικονομική μου κατάσταση δεν μου επιτρέπει. Έχω συμβουλευτεί πάνω από ένα δικηγόρο. Το πιο λίγο που ζήτησε, ήταν €15.000 και άνω. Εγώ ούτε καν την νοσηλεία μου δεν μπορώ να αναλάβω.

 

Δικαστήριο: Θεώρησα ορθό να επισύρω την προσοχή του ενάγοντα σε μια πραγματικότητα, που είναι και θέμα καθαρά κοινής λογικής, ότι, μολονότι ο κάθε διάδικος δικαιούται να χειριστεί προσωπικά την υπόθεσή του, εντούτοις, ένας δικηγόρος, σίγουρα μπορεί να τη χειριστεί καλύτερα.  Από εκεί και πέρα, είναι δικαίωμα του ενάγοντα να χειριστεί προσωπικά την υπόθεσή του.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή και η αίτηση επαναορίζονται για οδηγίες, στις 11/5/2026, ώρα 08:30.

 

Η ένσταση να καταχωρηθεί, το αργότερο, στις 5/5/2026.

 

Έξοδα στην πορεία.»

 

Να πω απλώς, ότι ο ενάγοντας, παρότι είχε ζητήσει χρόνο -  και του δόθηκε - για να καταχωρήσει δεόντως την ένστασή του στην αίτηση, ουδέποτε την καταχώρησε.

 

Όλων των παραπάνω λεχθέντων, είναι σαφές, ότι η αίτηση θα εξεταστεί και κριθεί αποκλειστικά με υπόβαθρο την αναντίλεκτη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη της αίτησης από τους εναγόμενους σε συνδυασμό ασφαλώς και διάφορα στοιχεία που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης.

 

Το σχετικό μέρος της ένορκης δήλωσης του κ. Γιωρκάτζη που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ακολουθεί αυτούσιο:

 

«Στις 29/7/2016, μετά από ακροαματική διαδικασία αναφορικά με την πιο πάνω Μονομερή Αίτηση, το Δικαστήριο εξέδωσε εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 το διάταγμα ημ. 29/7/2016 το οποίο περιελάβανε ενδιάμεσο διάταγμα αποκάλυψης, συμπληρωματικό διάταγμα σε σχέση με την αποκάλυψη, διάταγμα με το οποίο τα μέρη θα προέβαιναν στο διορισμό από κοινού εμπειρογνώμονα ηλεκτρονικών υπολογιστών για τη συμμόρφωση και/ή υλοποίηση της αποκάλυψης, τα έξοδα του οποίου θα καλύπτονταν από τον Ενάγοντα. …

 

Ως προκύπτει από το ίδιο το διάταγμα ημ. 29/7/2016:

 

(i)            Ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας (IT expert) θα δικαιούται εύλογη αμοιβή η οποία θα καταβληθεί από τον Ενάγοντα (Διάταγμα υπό Ζ)

(ii)          Ο Ενάγοντας θα αναλάβει όπως καλύψει τους Εναγόμενους 2 και 3 για οποιαδήποτε έξοδα αυτοί λογικώς ήθελε υποστούν λόγω της συμμόρφωσης τους προς τα διατάγματα (Διάταγμα υπ. Αριθμόν 3)

 

Για διάφορους λόγους σε σχέση με τους οποίους η θέση των Εναγόμενων αναλύεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν διάφορες αιτήσεις ή ενστάσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και σύμφωνα με τα σχετικά ευρήματα των αποφάσεων του Δικαστηρίου δεν διορίστηκε από κοινού ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ως προνοείτο από το διάταγμα ως αρχικά είχε εκδοθεί στις 29/7/2016 και το διάταγμα στο βαθμό εκείνο δεν εκτελέστηκε.

 

Μετά την έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο η ισχύς του Διατάγματος, κατόπιν σχετικών αιτήσεων του Ενάγοντα,  παρατάθηκε επτά συνολικά φορές.

 

Κατόπιν εκδίκασης της έκτης σε σειρά αίτησης παράτασης ημερομηνίας 26/2/2024, το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 11/9/2024, αποφάσισε όπως το διάταγμα στην αρχική του μορφή τροποποιηθεί και προχώρησε στην τροποποίηση του αρχικού διατάγματος, και κυρίως της παραγράφου Ε αυτού, ούτως ώστε να προβλέπει πλέον τον διορισμό δύο εμπειρογνωμόνων. Συγκεκριμένα, προέβηκε στο διορισμό της κυπριακής εταιρείας M.I.K. Hi- Grade Computers Ltd (στο εξής «ΜΙΚ») μέσω του συνεργάτη της κ. Yoav Silberstein (στο εξής «YS») (η οποία περιλαμβάνετο στον κατάλογο προτεινόμενων εμπειρογνωμόνων του Ενάγοντα ημ. 14/12/2023)  και του κ. Tom Higgins(στο εξής «TH»)  (ο οποίος περιλαμβάνετο στον κατάλογο εμπειρογνωμόνων των Εναγόμενων ημ. 18/12/2023).  Παράλληλα, έδωσε οδηγίες για την εφαρμογή του Διατάγματος.  …

 

Ενόψει της πιο πάνω τροποποίησης και τον διορισμό δύο εμπειρογνωμόνων, ο  Ενάγοντας θα έπρεπε, μεταξύ άλλων, να καταβάλει την αμοιβή και των δύο διορισθέντων από το Δικαστήριο εμπειρογνωμόνων.

 

Μετά τον διορισμό των δύο εμπειρογνωμόνων, και λόγω διαφωνίας προσέγγισης των προνοιών του διατάγματος από τους δύο εμπειρογνώμονες, στις 7/11/2024 η εταιρεία Μ.Ι.Κ ΗI-Grade Computers Limited, ο ένας εκ των δύο διορισθέντων εμπειρογνωμόνων, με σχετική αίτηση της προς το Δικαστήριο αιτήθηκε διευκρινίσεις και οδηγίες του Δικαστηρίου αναφορικά με το εύρος της ηλεκτρονικής έρευνας που θα διεξάγετο δυνάμει του διατάγματος.

 

Με απόφαση του ημερομηνίας 18/12/2024 το Δικαστήριο παρείχε τις αιτούμενες διευκρινίσεις ως προς το εύρος της έρευνας των εμπειρογνωμόνων ενώ σε σχέση με τον χρόνο  εκτέλεσης των ενεργειών των εμπειρογνωμόνων, αυτός, με την πιο πάνω απόφαση παρατάθηκε για περαιτέρω περίοδο 90 ημερών από τις 15/1/2025, της εν λόγω ημερομηνίας περιλαμβανομένης. Συνεπώς, ο χρόνος εκτέλεσης του Διατάγματος έληξε στις 14/4/2025 δηλαδή πριν ένα χρόνο. Αυτή ήταν και η 7η στη σειρά παράταση.

 

Σε συμμόρφωση με το διάταγμα, οι δύο εμπειρογνώμονες κατέθεσαν κοινό σχέδιο δράσης μέχρι τις 23/12/2024 ενώ διευθετήθηκε μεταξύ των εμπλεκομένων όπως η εκτέλεση του διατάγματος διενεργηθεί στα γραφεία των Εναγόμενων στη Λεμεσό κατά τις ημερομηνίες 21/1/2025 – 23/1/2025.

 

Για σκοπούς εκτέλεσης του διατάγματος ο ΥS ταξίδευσε από το Ισραήλ ενώ ο TH από το Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Ως αναφέρεται πιο πάνω και με δεδομένο ότι η υπό κρίση διαδικασία στρέφεται εναντίον τρίτων αθώων μερών, αποτελούσε όρο του διατάγματος ότι η οποιαδήποτε αμοιβή των εμπειρογνωμόνων θα έπρεπε να καταβληθεί από τον Ενάγοντα.

 

Παρά την προετοιμασία που έγινε από τους Εναγόμενους και τους εμπειρογνώμονες, παρά τις πολύωρες συναντήσεις που έγιναν και το γεγονός ότι ο YS και TH ταξίδεψαν από το εξωτερικό για να προβούν στην εν λόγω έρευνα, και παρά τις πολλές ευκαιρίες που του δόθηκαν, ο Ενάγοντας δεν πλήρωσε τον ΤΗ, ένα εκ των δύο εμπειρογνωμόνων που διορίστηκαν από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα ο ΤΗ να μην είναι διατεθειμένος να συνεχίσει με την εκτέλεση του διατάγματος.

 

Συμφωνία για καταβολή αμοιβής και εξόδων του ΤΗ.

Ο Ενάγοντας, σε σχέση με την αμοιβή του ΤΗ, συμφώνησε το ύψος και τον χρόνο πληρωμής της αμοιβής του.

 

Συγκεκριμένα στις 4/11/2024 (και επιβεβαιώθηκε στις 14/11/2024) συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα (μέσω των δικηγόρων του) και του ΤΗ ότι (i) το ποσό της αμοιβής του ΤΗ, τo οποίο κατόπιν εκτίμησης και σχετικής ανάλυσης θα ανέρχετο σε περίπου £33.500 και (ii) ο τρόπος καταβολής του ποσού:  75% του εν λόγω ποσού θα καταβάλλετο πριν ταξιδέψει ο ΤΗ στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης του διατάγματος ενώ το υπόλοιπο 25% με την καταχώρηση της έκθεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος. …

 

Στο πιο πάνω συμφωνηθέν ποσό περιλαμβάνονται ποσά που θα καταβάλλονταν από τον ΤΗ αναφορικά με τα αεροπορικά εισιτήρια καθώς και διαμονή σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό ως και άλλα έξοδα συνδεδεμένα με την διαμονή του ΤΗ στην Κύπρο. Σχετικό είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα του ΤΗ ημ. 25/10/2024 το οποίο περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3. 

 

Ο ΤΗ, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία Τεκμήριο 3, εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο στις 14/11/2024 ούτως ώστε ο Ενάγοντας να προχωρήσει με την πληρωμή.

 

Πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση για διεξαγωγή της έρευνας (21–23/1/2025), ο Ενάγοντας μέσω του δικηγόρου του επιβεβαίωσε στον ΤΗ εκ νέου ότι θα προέβαινε σε πληρωμή της συμφωνηθείσας αμοιβής του τελευταίου πριν το προγραμματισμένο ταξίδι στην Κύπρο, το οποίο ταξίδι και είχε προγραμματιστεί για τις 19/1/2025. Σχετική είναι η αλληλογραφία που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4.

 

Παρά τα όσα συμφωνήθηκαν και παρά το ότι ο ΤΗ έστειλε εκ νέου το τιμολόγιο του σύμφωνα με τις οδηγίες του δικηγόρου του Ενάγοντα, o Ενάγοντας δεν προέβηκε ως υποσχέθηκε σε πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού.

 

Στις 16/1/2025, 3 μέρες πριν ο ΤΗ ταξιδέψει στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης του Διατάγματος, μετά από ανταλλαγή αλληλογραφίας στην οποία ζητείτο επανειλημμένα η πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού, ο δικηγόρος του Ενάγοντα ενημέρωσε  στις 18/1/2025 τον ΤΗ ότι ο Ενάγοντας έδωσε οδηγίες πληρωμής στην τράπεζα του. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Ενάγοντα η εν λόγω πληρωμή ουδέποτε έγινε.

 

Συνάντηση και ανταλλαγή αλληλογραφίας στις 21/1/2025

 

Η πρώτη συνάντηση για σκοπούς εκτέλεσης του διατάγματος είχε διευθετηθεί για τις 21/1/2025 και ώρα 11 π.μ στα γραφεία των Εναγόμενων στη Λεμεσό στην παρουσία, μεταξύ άλλων, του διευθυντή των Εναγόμενων 3.

 

Παρά το γεγονός ότι ο ΤΗ ζήτησε από τον Ενάγοντα το αποδεικτικό πληρωμής της αμοιβής του ουδέποτε του προσκομίστηκε ενώ ζητήθηκε από τον ΤΗ να παρευρεθεί την επόμενη μέρα, 22/1/2025 στην Ελληνική Τράπεζα με την οποία συνεργάζετο ο Ενάγοντας στις 8.30 π.μ ί για να λάβει τα χρήματα του.

 

Με άλλο μήνυμα δόθηκε ο αριθμός τηλεφώνου κάποιας υπαλλήλου της τράπεζας ο οποίος ήταν τελικά ανύπαρκτος. …

 

Ως με ενημερώνει η Μαριάννα Γιωρκάτζη, πριν την έναρξη της συνάντησης στις 21/1/2025, ο ΤΗ ενημέρωσε τον έτερο εμπειρογνώμονα αλλά και τους Εναγόμενους ότι παρά τη συμφωνία που είχε με τον Ενάγοντα σε σχέση με το ύψος και τον τρόπο καταβολής της αμοιβής του, ο Ενάγοντας δεν προέβη στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Ο ΤΗ ανέφερε ότι θα συμμετείχε στην συνάντηση της 21/1/2025 και έδιδε μία τελευταία ευκαιρία στον Ενάγοντα για να τον πληρώσει αφού είχε δεσμευτεί να το πράξει μέχρι το πρωί της  επόμενης μέρας, δηλαδή 22/1/2025. Ενημέρωσε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα ότι σε περίπτωση που δεν πληρωνόταν ούτε τότε, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σταματήσει την οποιαδήποτε έρευνα.

 

Να σημειωθεί ότι ο έτερος εμπειρογνώμονας όταν ερωτήθηκε σχετικά, ανέφερε ότι είχε πληρωθεί.

 

Όσον αφορά τη συνάντηση σε σχέση με την εκτέλεση του διατάγματος που έλαβε χώρα την συγκεκριμένη μέρα, δηλαδή στις 21/1/2025, οι Εναγόμενοι, στα πλαίσια αυτής, προέβηκαν σε εκτενή παρουσίαση του συστήματος των Εναγόμενων και απάντησαν στις ερωτήσεις που είχαν οι εμπειρογνώμονες.

 

Mετά το πέρας της συνάντησης ο ΤΗ επικοινώνησε με το δικηγόρο του Ενάγοντα αναφέροντας του ότι πάλι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό και ότι υπήρξε πολύ υπομονετικός περιμένοντας την πληρωμή και δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει με την εκτέλεση του διατάγματος ενώ ζήτησε επιβεβαίωση ότι η πληρωμή θα γίνει στο σύνολο της μέχρι την επόμενη (22/1/2025) το πρωί αφού κάλυψε ο ίδιος όλα τα έξοδα. …

 

Ο Ενάγοντας επικοινώνησε με τον ΤΗ και του υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε το ζήτημα της πληρωμής το αργότερο μέχρι την επόμενη μέρα στις 11 π.μ το πρωί. …

 

Συνάντηση και ανταλλαγή αλληλογραφίας στις 22/1/2025

Η συνέχιση της εκτέλεσης του διατάγματος διευθετήθηκε για τις 22/1/2025 και ώρα 11.00 π.μ

 

Πριν από τη συνάντηση υπήρξε και πάλι ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του Ενάγοντα και του ΤΗ. Ο ΤΗ ζήτησε από τον Ενάγοντα να τον ενημερώσει κατά πόσο θα προέβαινε όντως σε πληρωμή μέχρι τις 11.00 π.μ  όπως υποσχέθηκε ούτως ώστε να γνωρίζει κατά πόσο θα παρευρεθεί ή όχι στην προγραμματισμένη συνάντηση.

 

Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι μέχρι τις 12 το μεσημέρι της ίδιας ημέρας θα επέστρεφε στην τράπεζα του για να λάβει μετρητά ενώ σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό θα διευθετούσε την πληρωμή του την ίδια μέρα.

 

Σε απάντηση, ο ΤΗ αναφέρθηκε στη συμφωνία τους και ότι εναπόκειτο στον ίδιο τον Ενάγοντα να προβεί στις διευθετήσεις πληρωμής του ποσού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν μπορεί να εργάζεται δωρεάν αναφέροντας ότι είχε ήδη καλύψει ο ίδιος όλα τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής και παράλληλα παρέμενε μακριά από την εργασία του που του αποφέρει εισοδήματα. 

 

Υπήρξε ανταλλαγή κάποιων ηλεκτρονικών μηνυμάτων και μετέπειτα ο ΤΗ απέστειλε στον Ενάγοντα ηλεκτρονικό μήνυμα δίδοντας του για ακόμα φορά μία τελευταία ευκαιρία για πληρωμή εντός της ημέρας 22/1/2025. Μέχρι την λήψη της πληρωμής, ο ΤΗ δήλωσε πως δεν θα έκανε οποιαδήποτε εργασία. Η ανταλλαγή αλληλογραφίας επισυνάπτεται  ως Τεκμήριο  9.

 

Μετά από αυτό ακολούθησε περαιτέρω αλληλογραφία, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10 και ο Ενάγοντας υποσχέθηκε ότι μέχρι την επόμενη ημέρα, δηλαδή μέχρι τις 23/1/2025, το πρωί ο ΤΗ θα λάμβανε τα ποσά που του οφείλονταν μέσω δύο εμβασμάτων των £10.000 έκαστο το ένα από τον συνεργάτη του Ενάγοντα Sanih Ghazal και το άλλο από τον συνεργάτη του Ενάγοντα Antoine Antaki ενώ το υπόλοιπο ποσό θα του καταβάλλετο σε μετρητά.

 

Ο ΤΗ σε απάντηση ανέφερε ότι παρά ότι ήταν δυσάρεστο το ότι δεν θα καταβάλλετο η αμοιβή του εντός της ημέρας στα πλαίσια καλής πίστης θα συμμετείχε στη συνάντηση που ήταν προγραμματισμένη εκείνη τη μέρα (22/1/2025), καθώς βρισκόταν ήδη στα γραφεία των Εναγόμενων:

 

Dear Mr. Dababo.

It is unfortunate that I will not get paid the due fee today.

Despite this, and because I am now physically at the premises of Metaquotes, I will continue with the work for today, in another instance of my good faith approach to resolve this.

Please deliver the cash (given the expenses I will be charged to convert it into GBP, please bring €6200) to me sometime today. I will be at my hotel, Atlantica Mira Mare, from 1800PM onwards.

If I receive the cash sometime today and the transfers in cleared funds into my account by 11AM Cyprus time tomorrow, I will come to Metaquotes at 11:30AM tomorrow to continue the work.

If not, I will return to the UK.

Thanks.

Tom Higgins

 

Αναφορικά με τη συνάντηση που έγινε στα γραφεία των Εναγόμενων στις 22/1/2025, αυτή διήρκησε πέραν των 8 ωρών και συμφωνήθηκε μεταξύ των εμπειρογνωμόνων και των Εναγόμενων το εύρος και ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας και ότι την επόμενη μέρα, περί τις 11.30-12.00, θα άρχιζε η έρευνα για σκοπούς εκτέλεσης του Διατάγματος.

 

Ο Ενάγοντας παρά το ότι υποσχέθηκε στον ΤΗ ότι θα τον συναντούσε το βράδυ εκείνης της ημέρας δεν προσήλθε στη συνάντηση την οποία και ανέβαλε για την επόμενη μέρα (23/1/2025) το πρωί για την καταβολή μέρος της αμοιβής του ΤΗ σε μετρητά ενώ το υπόλοιπο ποσό, ως είχε ο Ενάγοντας υποσχεθεί, θα καταβάλλετο μέχρι τις 11π.μ μέσω τραπεζικού εμβάσματος. Τα πιο πάνω προκύπτουν από την αλληλογραφία που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11

 

Ο Ενάγοντας στις 23/1/2025 προσήλθε στο ξενοδοχείο του ΤΗ αλλά δεν κατέβαλε κανένα ποσό μετρητών έναντι της αμοιβής του ΤΗ, ούτε προχώρησε στην πληρωμή μέσω εμβασμάτων ως είχε υποσχεθεί.

 

Σε σχέση με τη συνάντηση η οποία ήταν προγραμματισμένη για τις 23/1/2025, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, πλην του ΤΗ,  είχαν προσέλθει στα γραφεία των Εναγόμενων και ανέμεναν την πληρωμή της αμοιβής του ΤΗ για να μπορεί να προχωρήσει η έρευνα. 

 

Ο ΤΗ, με ηλεκτρονικό του μήνυμα,  το οποίο  επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 12 ενημέρωσε τους εμπλεκόμενους ότι ο Ενάγοντας δεν προχώρησε με πληρωμή της αμοιβής του παρά τον αριθμό υποσχέσεων και παρά το ότι ο Ενάγοντας συνάντησε τον ΤΗ για να προβεί στην πληρωμή μέρους της αμοιβής δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο ΤΗ ενημέρωσε τους εμπλεκόμενους ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να μην προσέλθει στη συνάντηση και να σταματήσει να δουλεύει για την υπόθεση.

 

Το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα παρατίθεται και πιο κάτω (η έμφαση δική μας):

 

Dear all,

Unfortunately, I have to note that Mr. Dababo has still not paid any part of my fees, despite his numerous promises. He did meet me this morning at my hotel in order to give me part of the payment in cash, but again he came without any money.

As I informed both him and yourselves yesterday, I cannot continue working and incur time and expenses on this matter while being unpaid. I am sorry to say that I have no other option but to stop my work for this case. 

I will therefore not be attending the meeting at Metaquotes today.

I regret that it has come to this, but I have been very understanding and explored all reasonable options to make this work. Unfortunately, Mr. Dababo took advantage of my good will and is no longer credible.

Thank you.

Tom

 

Υπήρξε περαιτέρω αλληλογραφία και ο ΤΗ ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν πρόκειτο να διεξαχθεί η συνάντηση.

 

Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η συνάντηση δεν έλαβε χώρα, η έρευνα δεν προχώρησε και οι εμπειρογνώμονες επέστεψαν στη χώρα τους, ο μεν ΥS στο Ισραήλ, ο δε ΤΗ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Ο Ενάγοντας γνώριζε από την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων δηλαδή από το 2014 ότι για να διεξαχθεί έρευνα ηλεκτρονικών υπολογιστών θα έπρεπε ο Ενάγοντας να προβεί στην πληρωμή της αμοιβής του εμπειρογνώμονα ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ από τις 11/9/2024 (ημερομηνία έκδοσης απόφασης διορισμού δύο εμπειρογνωμόνων) γνώριζε ότι θα έπρεπε να καταβάλει την αμοιβή και των δύο εμπειρογνωμόνων, και επιπλέον από τις 4/11/2024 είχε συμφωνήσει  το ύψος και τον τρόπο καταβολής της αμοιβής του ΤΗ, το μεγαλύτερο μέρος της οποία ήταν πληρωτέο πριν καν το ταξίδι το ΤΗ στην Κύπρο.

 

Ο ίδιος ο Ενάγοντας διαβεβαίωνε συνεχώς τον ΤΗ ότι θα προβεί σε πληρωμή.  Δήλωνε κατά καιρούς είχε μετρητά και θα κατέβαλλε μέρος της αμοιβής του ΤΗ με μετρητά, θα διευθετούσε να προβεί σε πληρωμές μέσω του λογαριασμού του στην Ελληνική Τράπεζα ή μέσω συνεργατών του κάτι το οποίο δεν έπραξε.

 

Στις  21/11/2025, ο Ενάγοντας απέστειλε εκ νέου επιστολή στον ΤΗ αναφέροντας ότι έχει εξασφαλίσει το συνολικό ποσό των £40.000 για την αμοιβή του και δήλωσε την ετοιμότητα του να πληρώσει το ποσό αυτό σε μετρητά απευθείας ή στο δικηγόρο του ΤΗ στην Κύπρο ενώ επίσης ανέφερε ότι θα καταθέσει στο Δικαστήριο το ποσό των £10.000  ως επιβεβαίωση της προθυμίας του να πληρώσει όλα τα έξοδα και αμοιβή.

 

Ο ΤΗ απάντησε ότι το ποσό που οφείλει ο Ενάγοντας για την ήδη διεξαχθείσα εργασία ανέρχεται σε £23.500 και εξήγησε  πως προκύπτει το εν λόγω οφειλόμενο ποσό δίδοντας τον τραπεζικό του λογαριασμό για πληρωμή ενώ του ανέφερε ότι για σκοπούς ξεπλύματος χρήματος δεν μπορούσε να δεχθεί πληρωμή σε μετρητά.

 

 

Το εν λόγω ποσό δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί ενώ ο ΤΗ, ο οποίος διορίστηκε από το ίδιο το Δικαστήριο έχει υποστεί έξοδα αφού ταξίδεψε στην Κύπρο και πλήρωσε ο ίδιος τα αεροπορικά του εισιτήρια, διαμονή και άλλα έξοδα.

 

Έξοδα που έχουν υποστεί οι Εναγόμενοι 2 και 3

 

Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αποτελούν εταιρείες παγκοσμίου φήμης οι οποίες διατηρούν εκατομμύρια πελάτες ανά το παγκόσμιο.

 

Οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν για σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα  υποστεί έξοδα αφού για σκοπούς της εκτέλεσης του διατάγματος έχουν ξοδέψει πόρους και χρόνο ο διευθυντής και άλλοι υπάλληλοι. Τα εν λόγω έξοδα σύμφωνα με το διάταγμα θα πρέπει να αποζημιωθούν από τον Ενάγοντα.

 

Για σκοπούς της αποκάλυψης των πληροφοριών που διατάχθηκαν να αποκαλύψουν και καταχώρησαν στο Δικαστήριο Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 29/5/2019 τα έξοδα των Εναγόμενων 2 και 3 ανέρχονται σε €3800. Το ποσό προκύπτει ως αποτέλεσμα του ότι για την εξεύρεση των εν λόγω πληροφοριών και την ετοιμασία αποκάλυψης εγγράφων χρειάστηκαν 50 ώρες από τον Φοίβο Γεωργιάδη οι οποίες στη βάση του μισθού του αντιστοιχούν στο εν λόγω ποσό.

 

Για σκοπούς των συναντήσεων που έλαβαν χώρα με τους εμπειρογνώμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε διευθετήσεις ούτως ώστε να είναι παρόν το πλέον κατάλληλο πρόσωπο από τεχνικής άποψης, δηλαδή  ο διευθυντής των Εναγόμενων 3, ενώ έγινε εκτενής προετοιμασία από άλλους τεχνικούς των Εναγόμενων για την κατάλληλη διεξαγωγή της παρουσίασης των προγραμμάτων των Εναγόμενων.

 

Παράλληλα μεταξύ των ημερομηνιών 21/1/2025 και 23/1/2025, οι εμπειρογνώμονες που διορίστηκαν από το Δικαστήριο παρευρέθηκαν στα γραφεία των Εναγόμενων για σκοπούς παρουσίασης και μετέπειτα εκτέλεσης του διατάγματος. Τόσο ο διευθυντής των Εναγόμενων 3 και ο Φοίβος Γεωργιάδης παρευρίσκονταν στις εν λόγω συναντήσεις.

 

Τα εύλογα έξοδα των Εναγόμενων για την προετοιμασία αλλά και την παρουσία τους στις εν λόγω συναντήσεις ανέρχονται στο ποσό των €14.130 τα οποία προκύπτουν ως εξής:

 

(i)            Εργασία 62 ωρών από τον Φοίβο Γεωργιάδη που ανέρχεται με βάση το μισθό του σε €4712

(ii)          Εργασία 70 ωρών από τον διευθυντή των Εναγόμενων 3, Renat Fatkhullin που ανέρχεται με βάση το μισθό του σε €6580

(iii)         Εργασία 43 ωρών από τον Maxim Durandin που ανέρχεται στο ποσό των €2838 με βάση το μισθό του

 

Οι Εναγόμενοι απέστειλαν στις 16/10/2025 προς τον Ενάγοντα την επιστολή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 15 με την οποία απαιτούν ποσό που ανέρχεται σε €17.930  το οποίο ποσό έχουν λογικώς υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους προς τα διατάγματα και το οποίο δικαιούνται σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος.

 

Με ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 16 o Ενάγοντας απάντησε αναφέροντας ότι θα πρέπει να του αποσταλούν στα Αραβικά με πιστοποιημένη μετάφραση και ως εκ τούτου δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση απάντησης. Απάντηση που ασφαλώς αποσκοπούσε να αποφύγει ο Ενάγοντας με προσχήματα να εκπληρώσει την υποχρέωση του να πληρώσει, κάτι που παραλείπει να πράξει μέχρι σήμερα.

 

Να αναφέρω επίσης ότι στα πλαίσια της αγωγής 729/2021 που εκκρεμεί μεταξύ των Εναγόμενων 2 και 3 ως ενάγοντες και του Ενάγοντα ως εναγόμενου έχουν επιδικαστεί στα πλαίσια της διαδικασίας για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και στα πλαίσια αίτησης παρακοής δικηγορικά έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβληθεί ενώ η διαδικασία εκτέλεσης που προώθησαν οι Εναγόμενοι επιστράφηκε ανεκτέλεστη.

 

Φύση της υπό κρίση Διαδικασίας

 

Η υπό κρίση διαδικασία αφορά διαδικασία εναντίον τρίτων αθώων μερών για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Parmacal και την λήψη πληροφοριών από τους Εναγόμενους 1-5, τρίτα αθώα μέρη σε σχέση με αδικοπραξίες που σύμφωνα με τον Ενάγοντα διενεργήθηκαν εναντίον του από άλλα πρόσωπα για να δύναται να αρχίσει εναντίον τους διαδικασίες.

 

Οι αιτούμενες θεραπείες με την αγωγή είναι ταυτόσημες με τα ενδιάμεσα διατάγματα τα οποία ο Ενάγοντας αιτήθηκε και έλαβε είτε εκ συμφώνου είτε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας

 

Οι Εναγόμενοι 1,2, 3 και 5 έχουν συμμορφωθεί με τα διατάγματα αποκάλυψης και στην ουσία το μόνο διάβημα που δεν έχει ολοκληρωθεί για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω είναι το διάταγμα για διεξαγωγή έρευνας από τους εμπειρογνώμονες ηλεκτρονικών υπολογιστών οι οποίοι διορίστηκαν από το Δικαστήριο για σκοπούς και μόνο επιβεβαίωσης της συμμόρφωσης των Εναγόμενων 2 και 3 με τα διατάγματα αποκάλυψης. Το εν λόγω διάταγμα, λόγω της μη συμμόρφωσης του Ενάγοντα με την καταβολή της αμοιβής του ΤΗ, έχει λήξει εδώ και ένα χρόνο και συγκεκριμένα από τις 14/4/2025 συνεπώς δεν υπάρχει σε ισχύ οποιοδήποτε διάταγμα.

 

Ο Ενάγοντας έχει λάβει μέσω της αποκάλυψης από το 2019 το όφελος του διατάγματος και έχει λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες

 

Δεν δύναται να εκκρεμεί εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, τρίτων αθώων μερών, μία αγωγή χωρίς ο Ενάγοντας να συμμορφώνεται με τα διατάγματα που κατά καιρούς εκδόθηκαν από τα δικαστήρια.

 

Μέχρι σήμερα ο Ενάγοντας δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού δεν έχει μεταξύ άλλων καταβάλει τα έξοδα του ΤΗ και των Εναγόμενων 2 και 3.

 

Δόθηκαν πάρα πολλές ευκαιρίες στον Ενάγοντα για να  συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του χωρίς όμως να συμμορφωθεί με αυτές.

 

Στη βάση των πιο πάνω, είναι δίκαιο και εύλογο όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα επιβάλλοντας έτσι την συμμόρφωση με προηγούμενες διαταγές του ιδίου του Δικαστηρίου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή που προωθεί ο Ενάγοντας θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής, το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία να απορρίψει την αγωγή σε περίπτωση που διάδικος στη διαδικασία δεν συμμορφώνεται με διαταγές του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων διαταγών για καταβολή ποσών ή εξόδων.»

 

 

 

 

Από το σύνολο των παραπάνω γεγονότων προκύπτουν τα εξής:

 

Πρώτο, ότι οι εναγόμενοι 2 και 3, καθόλα δικαιολογημένα αξιώνουν τα δυο ποσά για τα οποία καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Εξάλλου, ότι αυτά οφείλονται, ουσιαστικά το δέχεται και ο ενάγοντας, ο οποίος, κατά την ακρόαση της αίτησης, στις 22/6/2026, όταν του δόθηκε ο λόγος, δήλωσε έτοιμος να ξοφλήσει όλα τα ποσά σε μετρητά. Δεύτερο, για λόγους που ο ενάγοντας γνωρίζει και για τους οποίους δεν έχουν ευθύνη, ούτε ο εμπειρογνώμονας Tom Higgins ούτε οι εναγόμενοι 2 και 3, αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει. Ασφαλώς, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποδείξει στον ενάγοντα με ποιο τρόπο θα μπορούσε να καταβάλει τα εν λόγω ποσά, τόσο στον εμπειρογνώμονα όσο και στους εναγόμενους 2 και 3 για σκοπούς εκπλήρωσης της ειλημμένης υποχρέωσής του, δυνάμει του επίμαχου διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το διάταγμα, ημερομηνίας, 11/9/2024, ωστόσο, εάν ήθελε πραγματικά να τα καταβάλει θεωρώ ότι υπήρχε τρόπος και ενδεχομένως, τρόποι να το κάνει. Τρίτο, ο ενάγοντας εξασφάλισε το επίμαχο διάταγμα, στις 29/7/2016 και ενώ όλη αυτή την περίοδο των 10 χρόνων που μεσολάβησε και των δυο σχεδόν χρόνων που μεσολάβησαν από τις 11/9/2024 που το επίμαχο διάταγμα τροποποιήθηκε, οι εναγόμενοι 2 και 3, αποδεδειγμένα και έμπρακτα δήλωναν και ήταν έτοιμοι να συμμορφωθούν με τις όποιες υποχρεώσεις τους απορρέουν από τα εν λόγω διατάγματα, αυτό δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, αποκλειστικά για λόγους που αφορούν τον ενάγοντα, μολονότι αυτός είναι που επιδίωξε και πέτυχε την έκδοσή των εν λόγω διαταγμάτων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, την οποία είχε καταχωρήσει πριν από 11 ½ και πλέον χρόνια.

 

Οι ακόλουθες θέσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3, οι οποίες περιέχονται στη  γραπτή αγόρευσή τους με βρίσκουν σύμφωνο και θεωρώ  ότι, τηρουμένων των αναλογιών, τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.

 

Το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία να εκδίδει διατάγματα τα οποία αποσκοπούν στο να καταστήσει αποτελεσματικά διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί.

 

Η πιο πάνω εξουσία εμπίπτει και στην ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να εμποδίζει την κατάχρησή της, καθώς η προώθηση μίας διαδικασίας, χωρίς να υπάρχει συμμόρφωση με τις διαταγές του Δικαστηρίου που εκδίδονται στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης.

 

Ως θέμα αρχής, η επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από τη μια και η ανυπακοή στις διαταγές του Δικαστηρίου από το πρόσωπο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου από την άλλη, αποτελεί αντινομία. Το δεύτερο έχει ως αποτέλεσμα οι μηχανισμοί δικαίου να καταστρατηγούνται και υπονομεύονται.

 

Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως το Δικαστήριο έχει αποτελεσματική εξουσία και αποτελεσματικές κυρώσεις στη διάθεσή του, αφού, χωρίς αυτές, θα είναι δυνατό για διάδικο να αγνοεί τις διαταγές του, οι οποίες αποτελούν το μέσο με το οποίο το Δικαστήριο τηρεί την ίση και δίκαιη μεταχείριση των διαδίκων (βλ. JSC BTA Bank v Ablyazov (No.8) Civ (2012) EWCA 1411).

 

Η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για περιστολή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί θέμα ύψιστου δημοσίου συμφέροντος το οποίο, όπως λέχθηκε στην Re Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ.1438, επικρατεί του ατομικού δικαιώματος που διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.

 

Το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία να εκδίδει διατάγματα αποκλεισμού διαδίκου από δικαστική διαδικασία, εάν αυτός παραβιάζει και/ή δεν συμμορφώνεται με ενδιάμεσα διατάγματα ή άλλες διαταγές που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο.

 

Τα Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα δείξει την προθυμία τους να εκδίδουν τέτοιου είδους διατάγματα αποκλεισμού, αφού έτσι διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τα δικαστικά διατάγματα. Αυτός είναι ο σκοπός της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων και όχι να τιμωρηθεί ο διάδικος που δεν συμμορφώνεται με τα διατάγματα. Σε περίπτωση που συνεχίζεται η μη συμμόρφωση υπάρχει απαγόρευση συμμετοχής του διαδίκου που δεν συμμορφώνεται στη διαδικασία ή και απόρριψης της αγωγής.

 

Τα Δικαστήρια εκδίδουν το διάταγμα, αλλά ταυτόχρονα δίνουν μία τελευταία ευκαιρία στο διάδικο που βρίσκεται σε παράβαση για συμμόρφωση. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή απορρίπτεται ή αναλόγως, η υπεράσπιση διαγράφεται και εκδίδεται απόφαση υπέρ του άλλου διάδικου.

 

Ειδικά σε περιπτώσεις μη καταβολής εξόδων, αναγνωρίζεται νομολογιακά ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη της αγωγής ή αναλόγως, της υπεράσπισης, εκτός αν ο διάδικος που τελεί σε παράβαση πληρώσει τα οφειλόμενα έξοδα εντός του χρόνου που καθορίζει το Δικαστήριο.

 

Στην αγγλική υπόθεση Michael Wilson & Partners v. Sinclair and Others [2017] EWHC 2424 (Comm) εκδόθηκε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο οι εναγόμενοι δεν θα δικαιούνταν να υπερασπιστούν την αγωγή και η υπεράσπισή τους θα διαγραφόταν, εκτός εάν κατέβαλλαν εντός 14 ημερών, τα έξοδα που όφειλαν δυνάμει προηγούμενης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εν λόγω απόφαση περικλείονται οι αρχές που διέπουν το θέμα:

 

«The Applicable Principles

29. In my judgment, the following principles are applicable when dealing with an application that a party to ongoing litigation should be debarred from continuing to participate in the litigation by reason of having failed to pay an order for costs made in the course of the proceedings:

(1)          The imposition of a sanction for non-payment of a costs order involves the exercise of a discretion pursuant to the court’s inherent jurisdiction.

(2)           The court should keep carefully in mind the policy behind the imposition of costs orders made payable within a specified period of time before the end of the litigation, namely, that they serve to discourage irresponsible interlocutory applications or resistance to successful interlocutory applications.

(3)          Consideration must be given to all the relevant circumstances including: (a) the potential applicability of Article 6 ECHR; (b) the availability of alternative means of enforcing the costs orderthrough the different mechanisms of execution; (c) whether the court making the costs order did so notwithstanding a submission that it was inappropriate to make a costs order payable before the conclusion of the proceedings in question; and where no such submission was made whether it ought to have been made or there is no good reason for it not having been made.

(4)          A submission by the party in default that he lacks the means to pay and that therefore a debarring order would be a denial of justice and/or in breach of Article 6 of ECHR should be supported by detailed, cogent and proper evidence which gives full and frank disclosure of the witness’s financial position including his or her prospects of raising the necessary funds where his or her cash resources are insufficient to meet the liability.

(5)          Where the defaulting party appears to have no or markedly insufficient assets in the jurisdiction and has not adduced proper and sufficient evidence of impecuniosity, the court ought generally to require payment of the costs order as the price for being allowed to continue to contest the proceedings unless there are strong reasons for not so ordering.

(6)           If the court decides that a debarring order should be made, the order ought to be an unless order except where there are strong reasons for imposing an immediate order.»

 

Στην υπόθεση Crystal Decisions UK Ltd ν. Vedatech Corp [2006] EWHC 3500 (Ch) η οποία αφορούσε την παράλειψη του εναγόμενου να συμμορφωθεί με προηγούμενη διαταγή του Δικαστηρίου για καταβολή των εξόδων του ενάγοντα, λέχθηκαν τα εξής:

«16. In any event I take the view that the orders of the court, even in relation to interim costs, require to be complied with and that, unless there is some overwhelming consideration falling within Article 6 that compels the court to take a different view, the normal consequence of a failure to comply with such an order, is that the court, in order to protect its own procedure, should make compliance with that order a condition of the party in question being able to continue with the litigation.

17. For those reasons it seems to me that the appropriate order which I should make in relation to the unpaid item of costs of £15,600 assessed by Lightman J is to direct that those monies should be paid to the claimants by a date early next year, failing which the defendant should be debarred from defending and have judgment entered against them.»

Ότι ο λόγος των παραπάνω υποθέσεων - τηρουμένων των αναλογιών - τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση θεωρώ πως δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.

 

Και κάτι ακόμη. Επειδή, όπως αναφέρεται στις πιο πάνω υποθέσεις, κατά την εξέταση αίτησης για τον αποκλεισμό διαδίκου σε εκκρεμή δίκη από τη συνέχιση της συμμετοχής του στη διαδικασία, λόγω μη συμμόρφωσής του με διαταγή καταβολής δικαστικών εξόδων, πρέπει να συνεκτιμώνται όλες οι σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ενδεχόμενης εφαρμογής του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, παρατηρώ τα εξής.

 

Το συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο διασφαλίζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα για δίκαιη δίκη το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30 του Συντάγματος δεν θα πρέπει να ιδωθεί μονοσήμαντα. Δηλαδή, μόνο από τη σκοπιά της προστασίας του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη, αλλά και από τη σκοπιά του δικαιώματος για δίκη εντός ευλόγου χρόνου.

 

Έτσι, σε περίπτωση αποκλεισμού του ενάγοντα από την περαιτέρω συμμετοχή του στη διαδικασία της αγωγής, ενώ η ευθύνη θα βαραίνει τον ίδιο, οι όποιες επιπτώσεις στον ίδιο και την υπόθεσή του, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας αρνητικής εξέλιξης, τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, στο χέρι του είναι να αποτρέψει, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις στους εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι, ενώ οδηγήθηκαν στο Δικαστήριο με πρωτοβουλία του ενάγοντα, ουσιαστικά και πάλι με δική του ευθύνη, 11 ½ και πλέον χρόνια μετά αναμένουν τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, χωρίς να διαφαίνεται πότε και αν θα συμβεί αυτό, με τον τρόπο που χειρίζεται την υπόθεσή του ο ενάγοντας.

 

Ότι στην προκειμένη περίπτωση, το δικό τους δικαίωμα υπερέχει έναντι αυτού του ενάγοντα είναι ολοφάνερο.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, θεωρώ ότι κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, αυτή θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης.

 

Προστίθενται και τα εξής:

 

Οι ευπαίδετοι δικηγόροι των εναγόμενων 2 και 3, στη γραπτή αγόρευσή τους, καταληκτικά αναφέρουν τα εξής:

 

«Ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι υπάρχει αντίφαση και αντινομία μεταξύ της παραδεκτής μη συμμόρφωσης του διαδίκου με διάταγμα του Δικαστηρίου και μη πληρωμή ποσών που οφείλονται και της παράλληλης προώθησης της αγωγής στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, και δη με σκοπό να εκδοθεί εκ νέου διάταγμα αντίστοιχο με αυτό το οποίο ο Ενάγοντας παραβαίνει εδώ και χρόνια.  Για τούτο το λόγο επιβάλλεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για τη διασφάλιση του ελέγχου, της ορθότητας και του δίκαιου της ενώπιον του διαδικασίας.»

 

Αντιλαμβάνομαι ότι ο λόγος των παραπάνω εισηγήσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων εδράζεται στο γεγονός, ότι πράγματι, ό,τι αξιώνει ο ενάγοντας με την αγωγή του ταυτίζεται με τα ενδιάμεσα διατάγματα που είχε εξασφαλίσει, ανάμεσά τους και το επίμαχο διάταγμα, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα.

 

Με αυτό δεδομένο, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής.

 

Προς τι το αίτημα του ενάγοντα για ορισμό της αγωγής για ακρόαση - το οποίο υπόβαλε με τη γραπτή ειδοποίησή του, ημερομηνίας 20/2/2026 - τη στιγμή που πλείστα όσα ζητά με την αγωγή του, τα έχει ήδη εξασφαλίσει με το προσωρινό διάταγμα που είχε εξασφαλίσει στις 9/12/2014 στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης την οποία είχε καταχωρήσει στις 8/12/2014, δηλαδή, την ίδια μέρα που είχε καταχωρήσει και την αγωγή του, καθώς και με το επίμαχο διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της ίδιας αίτησης, στις 29/7/2016, δεδομένου ότι στο βαθμό που το επίμαχο διάταγμα δεν έχει εκτελεστεί ακόμη, πλήρως, ευθύνη γι’ αυτό φέρει ο ενάγοντας;

 

Για να το θέσω και διαφορετικά, ποιο θα είναι το αντικείμενο της αγωγής, την οποία ο ενάγοντας με την παραπάνω ειδοποίησή του ζητά να ορίσω για ακρόαση; Μήπως, η επαναληπτική έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, πλείστα των οποίων έχουν ήδη εκδοθεί και εκτελεστεί;

 

Με κάθε σεβασμό, μόνο ένα λόγο βρίσκω που να αιτιολογεί μα σε καμιά περίπτωση και να δικαιολογεί το συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα του ενάγοντα. Με αυτό, είναι φανερό, ότι επιχειρεί καταχρηστικά να επιμηκύνει όσο μπορεί τη ζωή της αγωγής και μέσω της, του επίμαχου διατάγματος και τούτο, προ του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει, απότοκο του γεγονότος ότι το επίμαχο διάταγμα δεν μπορεί να εκτελεστεί πλήρως, για λόγους που αφορούν τον ίδιο και σε καμιά περίπτωση τους εναγόμενους. Οι οποίοι, όλα αυτά τα χρόνια, ταλαιπωρούνται ένεκα της υποχρεωτικής συμμετοχής τους σε μια ατέρμονη δικαστική διαδικασία στην οποία τους ενέπλεξε ο ενάγοντας, ο οποίος δεν φαίνεται είτε να ενδιαφέρεται είτε να ευαισθητοποιείται για το γεγονός αυτό.

 

Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014:

 

«΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000).

 

Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".

 

…..

 

Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.»

 

Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι η όλη διαγωγή και συμπεριφορά του ενάγοντα, είναι σαφώς καταχρηστική σε βαθμό που θεωρώ ότι μου παρέχεται η δυνατότητα και εξουσία να διατάξω αυτεπάγγελτα, ακόμη και την άμεση απόρριψη της αγωγής.

 

Κάτι που ωστόσο δεν θα κάνω, με μόνο λόγο, ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας ικανοποιήσει τον όρο υπό τον οποίο θα τελεί η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ακολούθως, θα καταστεί δυνατή η ικανοποίηση, ουσιαστικά, όλων όσων αξιώνει με την με την αγωγή του, ενώ την ίδια ώρα, θα ικανοποιηθούν και οι αξιώσεις των εναγόμενων 2 και 3 τις οποίες υποβάλλουν με την υπό κρίση αίτηση.

 

Η αίτηση επιτυγχάνει.

 

Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης, με διαφοροποίηση αναφορικά με το χρόνο συμμόρφωσης, ο οποίος ορίζεται σε 30 μέρες από σήμερα.

 

Νοείται ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενάγοντα με τον όρο, ο οποίος διαλαμβάνεται στο διάταγμα, μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας, η αγωγή θα θεωρείται αυτόματα απορριφθείσα.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 2 και 3 και σε βάρος του ενάγοντα.

 

 

 

                                                                  (Υπ.) …..……..…………………

                                                                                 Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο