ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 536/2023 (I-Justice)
Μεταξύ:
1. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, κατά κόσμο Petru Comanescu
2. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΑΓΡΟΥ, διά του Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής, Ιωάννη Θεοδώρου
3. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ, διά του Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής, Ιερέως Κυριάκου Ζήνωνος
4. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΛΑΡΝΑΚΑΣ, διά του Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής, Ιωάννη Θεοδώρου
5. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΧΟΙΡΟΚΟΙΤΙΑΣ, διά του Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαχαραλάμπους
6. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΑΥΓΟΡΟΥ, διά του Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής, Αντώνη Κάρυου
7. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), διά του Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής, Ιερέως Χαράλαμπου Κεσισόγλου
8. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), διά του Μητροπολίτη Κιτίου και Έξαρχου των ΓΟΧ πάσης Κύπρου κ. Παρθένιου
Εναγόντων
Και
1. ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, που αυτοτιτλοφορείται ως ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΓΟΧ
2. ΝΙΚΟΥ ΣΙΗΚΚΗ, που αυτοτιτλοφορείται ως Αρχιεπίσκοπος ΓΟΧ Κύπρου Επιφάνιος
3. ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
4. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΙΔΗ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
5. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ, που παρουσιάζεται ως ιερομόναχος των ΓΟΧ Κύπρου Σεβαστιανός
6. ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΤΖΗΒΑΡΝΑΒΑ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
7. ΜΑΡΙΟΥ ΣΙΗΚΚΗ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
8. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΙΗΚΚΗ, που παρουσιάζεται ως ιερομόναχος των ΓΟΧ Κύπρου Ματθαίος
9. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
10. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, που παρουσιάζεται ως ιερομόναχος των ΓΟΧ Κύπρου Ευλόγιος
11. ΣΤΑΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
12. ΑΝΔΡΕΑ ΤΑΚΗ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
13. ΙΕΡΕΜΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ-ΜΕΛΕΤΙΟΥ, που παρουσιάζεται ως κληρικός των ΓΟΧ Κύπρου
14. ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ
15. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΙΗΚΚΗ
16. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΟΪΖΟΥ
17. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΟΥΝΝΑ
18. ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΟΥ
19. ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
20. ΛΑΜΠΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
21. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΜΟΥΡΟΥΖΗ
Εναγόμενων
Αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής υπεύθυνης δήλωσης, ημερομηνίας 20/1/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/7/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Εναγόμενους 1 μέχρι 21 - Αιτητές: κ. Ν. Παπαμιχαήλ με κ. Π. Βορκά, για Α. ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. και ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Ενάγοντες 1 μέχρι 4 και 8 - Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Χ. Ιωάννου για Χρήστος Πουργουρίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. & Χ.Π. ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες 1 μέχρι 8, με την αγωγή τους - την οποία καταχώρησαν με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα - ζητούν τα ακόλουθα:
«Α. Διάταγμα ακυρώνον τις κτηματολογικές πράξεις με διακριτικούς αριθμούς [ ] και [ ] και διάταγμα διατάσσον την επανεγγραφή των ακινήτων που αυτές αφορούν, στους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους, ήτοι στην Εκκλησία Αποστόλου Βαρνάβα Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Παλαιοημερολογιτών Κύπρου με διακριτικό αριθμό [ ] και την Εκκλησία Αγίου Σπυρίδωνος με διακριτικό αριθμό [ ], αντίστοιχα.
Β. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι δικαίωμα χρήσης και κατοχής των ακινήτων που αναφέρονται στις παραγράφους 13 (α-ζ) και 15 (α-θ) της Έκθεσης Απαίτησης, έχουν οι Ενάγοντες και/ή οι εκάστοτε νόμιμοι διάδοχοι και/ή εκπρόσωποι τους.
Γ. Διάταγμα απαγορεύον στους Εναγόμενους και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συντάσσεται με αυτούς, να παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι και/ή μέλη της Εκκλησίας ΓΟΧ Κύπρου και/ή της Εκκλησίας Πατρώων Παραδόσεων Κύπρου και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της εν λόγω Εκκλησίας, άνευ της γραπτής άδειας του Ενάγοντος 1.
Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1, η εκλογή και χειροτονία του οποίου εκρίθη αντικαταστατική και άκυρη από το Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς και οι Εναγόμενοι 2-21 που χειροτονήθηκαν και/ή εξελέγησαν από τον Εναγόμενο 1 και/ή συντάσσονται μαζί του και/ή δέχονται οδηγίες και/ή εντολές από τον ίδιο και/ή οι υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι και/ή προσκεκλημένοι και/ή αδειούχοι των Εναγομένων 1-21 και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατ’ εντολή και/ή συγκατάθεση και ή άδεια και/ή πρόσκληση των Εναγόμενων 1-21, δεν έχει κανένα δικαίωμα επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Κιτίου ΓΟΧ (παλαιοημερολογιτών) και/ή σε ναούς και/ή μονές και/ή θρησκευτικούς οργανισμούς και/ή unincorporated religious communities και/ή voluntary associations της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου.
Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαίωμα κατοχής, νομής και χρήσης όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Κιτίου ΓΟΧ (παλαιοημερολογιτών) και/ή σε ναούς και/ή μονές και/ή θρησκευτικούς οργανισμούς και/ή unincorporated religious communities και/ή voluntary associations της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου, έχει ο Ενάγων 1 μητροπολίτης Κιτίου των ΓΟΧ κ. Παρθένιος και/ή ο νόμιμος διάδοχος αυτού και/ή όσοι διορίζονται και/ή εκλέγονται και/ή εγκρίνονται από τον Ενάγοντα 1 και/ή τον νόμιμο διάδοχό του.
ΣΤ. Διάταγμα διατάσσον τους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή προσκεκλημένους και/ή αδειούχους χρήστες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατ’ εντολή των Εναγομένων, όπως άμεσα εκκενώσουν και παραδώσουν στους Ενάγοντες και/ή στους εκπροσώπους τους ελεύθερη και κενή την κατοχή των ακινήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 15 (α-θ) της Έκθεσης Απαίτησης.
Ζ. Διάταγμα εμποδίζον και/ή απαγορεύον στους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή προσκεκλημένους και/ή αδειούχους τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατ’ εντολή και/ή άδεια και/ή πρόσκληση των Εναγομένων και/ή συντάσσεται με αυτούς, από το να κατέχουν και/ή να επεμβαίνουν και/ή να εισέρχονται και/ή να λειτουργούν και/ή ιερουργούν στην και/ή να καρπούνται και/ή να χρησιμοποιούν και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να νέμονται και/ή να διαχειρίζονται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία που ανήκει σε ναούς και/ή μονές και/ή θρησκευτικούς οργανισμούς και/ή unincorporated religious communities και/ή voluntary associations της Εκκλησίας ΓΟΧ Κύπρου, χωρίς την άδεια των Εναγόντων.
Η. Διάταγμα απαγορεύον στους Εναγόμενους και/ή στους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή προσκεκλημένους και/ή αδειούχους τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατ’ εντολή και/ή άδεια και/ή πρόσκληση των Εναγομένων και/ή συντάσσεται με αυτούς, από το να παρενοχλούν και/ή να εμποδίζουν και/ή να παρακωλύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τους Ενάγοντες και/ή τους εκπροσώπους τους από το να εισέρχονται και/ή να κατέχουν και/ή να λειτουργούν και/ή να ιερουργούν στην και/ή να καρπούνται και/ή να χρησιμοποιούν και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να νέμονται και/ή να διαχειρίζονται την κινητή και ακίνητη περιουσία που ανήκει σε ναούς και/ή μονές και/ή θρησκευτικούς οργανισμούς και/ή unincorporated religious communities και/ή voluntary associations της Εκκλησίας ΓΟΧ Κύπρου, χωρίς την άδεια των Εναγόντων.
Θ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ορθή και δίκαιη.
Ι. Δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.
ΙΑ. Νόμιμο τόκο.»
Οι ενάγοντες 1 μέχρι 4 και 8, στις 4/3/2024 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των συναφών δικογράφων, με απάλειψη των ονομάτων των εναγόντων 5, 6 και 7 και την αντικατάστασή τους, με τα τρία ονόματα που αναφέρονται στην αίτηση. Με την ίδια αίτηση ζητούν και άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας από τους ίδιους, από κοινού με τους προτεινόμενους, νέους ενάγοντες 5, 6 και 7.
Η αίτηση υποστηρίζεται από υπεύθυνη δήλωση στην οποία προέβη ο Ιωάννης Θεοδώρου, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι ο πρόεδρος των ενοριακών επιτροπών των εναγόντων 2 και 4 και εξουσιοδοτημένος από όλους τους αιτητές να προβεί στην υπεύθυνη δήλωση.
Η ουσία όσων αναφέρει ο μάρτυρας στη δήλωσή του, έγκειται στα εξής:
Απ’ ό,τι έχει πληροφορηθεί από τον ενάγοντα 1, αλλά και από το γραμματέα της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου, κ. Άγγελο Ιωάννου, οι μέχρι πρότινος πρόεδροι των ενοριακών επιτροπών των εναγόντων 5, 6 και 7 έχουν παυθεί από τα καθήκοντά τους από τον ενάγοντα 1, με τις επιστολές του, ημερομηνίας 18/1/2024, ο οποίος, με τις σχετικές ενταλτήριες επιστολές του, ίδιας ημερομηνίας, διόρισε στη θέση τους τα τρία πρόσωπα που αναφέρονται από το μάρτυρα στη δήλωσή του.
Όπως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, προστίθεται, δεν μπορεί να συνεχίσει η διαδικασία της εκδίκασης της αγωγής εναντίον των εναγόμενων, παρά μόνο με την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, ως είναι το αίτημα. Η αίτηση πρέπει να εγκριθεί, καθ’ ότι, μόνο έτσι θα μπορέσουν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα θέματα από τους ορθούς διαδίκους και εκπροσώπους τους, για να καταστεί αποτελεσματική η απονομή της δικαιοσύνης.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία αποτελείται από 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη, ο εκ των δικηγόρων τους, Νικόλας Παπαμιχαήλ.
Οι βασικές θέσεις των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι οι εξής:
Οι εναγόμενοι, με την ένστασή τους στην αίτηση των εναγόντων για συνοπτική απόφαση, ημερομηνίας 26/6/2023 προωθούν συγκεκριμένους ισχυρισμούς, αναφορικά, αφενός, με τη νομιμοποίηση του ενάγοντα 1 να καταχωρήσει και προωθεί την παρούσα αγωγή και αφετέρου, τη δυνατότητά του να διορίζει και παύει ενοριακούς επιτρόπους.
Τόσο στην αίτηση όσο και στην υπεύθυνη δήλωση που τη συνοδεύει, εντέχνως δεν αναφέρονται οι λόγοι και/ή η αιτία που καθιστούν αναγκαία την προτεινόμενη τροποποίηση. Όπως αποκαλύπτεται από τα τεκμήρια 1, 3 και 5 της υπεύθυνης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης, ο λόγος που αυτή προωθείται είναι ότι οι αναφερόμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγόντων 5, 6 και 7 δεν συντάσσονται πλέον με τον ενάγοντα 1. Ουσιαστικά, η καταχώρηση και προώθηση της αίτησης αποτελεί μια ξεκάθαρη προσπάθεια του ενάγοντα 1 να «νομιμοποιήσει» τον εαυτό του, ως εκπρόσωπο της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου και ως ενάγοντα.
Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες 5, 6 και 7, ως νομικά πρόσωπα, των οποίων ο αντιπρόσωπός τους γίνεται προσπάθεια να αντικατασταθεί/υποκατασταθεί, δεν είναι αιτητές.
Περαιτέρω, η αίτηση των εναγόντων για συνοπτική απόφαση συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντα 1, ο οποίος, στην παράγραφο 2 αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από όλους τους ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο, αν όχι αντιφατικό, εκκρεμούσης της εν λόγω αίτησης, να καταχωρείται αίτηση για αντικατάσταση/υποκατάσταση εναγόντων, που κατ’ ισχυρισμό είχαν εξουσιοδοτήσει την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης, επειδή, όπως αποκαλύπτεται διαφώνησαν και δεν συντάσσονται πλέον με τον ενάγοντα 1.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η καταχώρηση και προώθηση της αίτησης είναι καταχρηστική και παράνομη, αφενός, επειδή εκκρεμεί αίτηση για συνοπτική απόφαση και οποιαδήποτε αντικατάσταση/υποκατάσταση των εναγόντων, θα εκτρέψει τη διαδικασία και αφετέρου αποτελεί ακόμη μια προσπάθεια του ενάγοντα 1 να εμφανίσει τον εαυτό του, ως τον εκπρόσωπο της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου.
Οι εναγόμενοι, στις 20/1/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν άδεια και/ή διάταγμα που να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής τους στην πιο πάνω αίτηση τροποποίησης.
Η αίτηση υποστηρίζεται από υπεύθυνη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος 2 και σ’ αυτή επισυνάπτεται και η προτεινόμενη συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση, στην οποία, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα προβεί ο ίδιος.
Ο εναγόμενος 2, στην υπεύθυνη δήλωσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:
Για γεγονότα τα οποία έχουν περιέλθει σε γνώση τους και/ή έχουν επισυμβεί αφενός, μετά την καταχώρηση της υπεύθυνης δήλωσής του στην ένστασή τους στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και αφετέρου, μετά τις 3/7/2024 που καταχωρίστηκε η υπεύθυνη δήλωσή του που συνοδεύει την ένστασή τους στην αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024 επιθυμούν να προχωρήσουν στην καταχώρηση της συμπληρωματικής υπεύθυνης δήλωσης η οποία θα παρουσιάσει ουσιώδη γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μεταγενέστερα.
Τα εν λόγω γεγονότα συνδέονται με την αίτηση των εναγόντων για έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus η οποία επηρεάζει τα δικαιώματά τους, καθώς και την παρούσα διαδικασία. Η αίτηση των εναγόντων για λήψη άδειας καταχώρησης της δια κλήσεως αίτησης απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κατόπιν έφεσης των εναγόντων, η εν λόγω διαδικασία αναβίωσε και παραπέμφθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για την παροχή της αιτούμενης άδειας.
Οι εναγόμενοι, ουδεμία πληροφόρηση είχαν για τις εν λόγω διαδικασίες, το αποτέλεσμα των οποίων επηρεάζει τα δικαιώματά τους, καθώς και της Εκκλησίας και διαφαίνεται ότι οι εν λόγω διαδικασίες αποτελούν ένα παραπλανητικό μέσο, με αήθη και αλλότρια κίνητρα τα οποία προσβλέπουν στην εξασφάλιση, έστω και έμμεσα, κάποιας πολιτειακής αναγνώρισης για το πρόσωπο του ενάγοντα 1, ως φέρων κάποια εκκλησιαστική ιδιότητα, τη στιγμή που ουδεμία σχέση έχει με την Εκκλησία των ΓΟΧ Κύπρου.
Στις 24/9/2024 οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση παρέμβασης στην αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus και οι ενάγοντες καταχώρησαν σ’ αυτή, ένσταση με την οποία, για πρώτη φορά αναφέρθηκαν σε «διάδοχο» του ενάγοντα 1 στην αγωγή, ως δήθεν μητροπολίτη Κιτίου της Εκκλησίας ΓΟΧ Κύπρου, ονόματι Γεράσιμος, ο οποίος σύμφωνα με την υπεύθυνη δήλωση του Ιωάννη Θεοδώρου παρουσιάζεται ως ο δήθεν «νέος μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος Πάσης Κύπρου», ο οποίος, ως αναφέρουν διαδέχθηκε τον ενάγοντα 1, στις 22/9/2024.
Οι ενάγοντες, παρόλο που όφειλαν να αποκαλύψουν την ως άνω δήθεν διαδοχή καθώς και την ύπαρξη της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν το έπραξαν και ως φαίνεται συνεχίζουν να τηρούν σιγή περί τούτου, αφήνοντας να προωθείται η αίτηση για τροποποίηση η οποία, εκ πρώτης όψεως δεν φέρει πια αντικείμενο.
Είναι προφανές, ότι η εν λόγω αίτηση των εναγόντων πάσχει και είναι άνευ αντικειμένου τη στιγμή που ένας από αυτούς που προωθεί την παρούσα διαδικασία, ήτοι ο ενάγοντας 1 έπαυσε να είναι ο δήθεν μητροπολίτης τους και κατά συνέπεια, οποιοδήποτε δικαίωμα και εξουσία δήθεν εκπήγαζε από την ιδιότητα που ο ίδιος θεωρούσε πως έφερε έπαυσε να υπάρχει ακόμη και για τους ίδιους, με τη δήθεν εκλογή νέου κατ’ ισχυρισμό τους, μητροπολίτη Κιτίου. Καταφανώς, όλες οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ή αναφέρουν ότι ακολούθησαν η πλευρά του ενάγοντα 1 και/ή του προσώπου που φέρεται να είναι ο νέος μητροπολίτης τους είναι παράνομες και αντικανονικές, γεγονός το οποίο αναλύεται και στην αρχική του υπεύθυνη δήλωση όσον αφορά τον ενάγοντα 1 και κατ’ επέκταση τυγχάνει εφαρμογής και για οποιοδήποτε αυτοαποκαλείται διάδοχός του.
Περαιτέρω έχει προσφάτως περιέλθει στην κατοχή τους, ανακοίνωση ομάδας προσώπων που συντάσσονταν με τον ενάγοντα 1 περί της ανάδειξης του Γεράσιμου Κοσμά από «Επίσκοπο Άργους» (Ελλάδος), εν συνεχεία «Επισκόπου Τριμυθούντος» (Κύπρου) και τελικώς, σε «Μητροπολίτη Κιτίου» της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου, εις «διαδοχήν» του ενάγοντα 1, ο οποίος, σύμφωνα με την ανακοίνωση εγκατέλειψε την Κύπρο, αναγορευθέντος σε «Μητροπολίτη Μολδαβίας» Η ανακοίνωση αναφέρεται επίσης στην «από μιας αρχής αντικανονική αναρρίχηση κάποιου κυρίου [Γεράσιμου Κοσμά] σε ιερατικούς βαθμούς στην ηλικία των 17 ή 18 ετών.
Κατά συνέπεια θεωρούν ότι υφίστανται καλοί λόγοι για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά τα πρόσφατα γεγονότα τα οποία, εν πάση περιπτώσει είχαν καθήκον να αποκαλύψουν αμέσως οι ενάγοντες και τα οποία δύνανται να επηρεάσουν την τύχη της αίτησης τροποποίησης.
Να πω απλώς, ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής υπεύθυνης δήλωσης είναι σύμφωνο με τους παραπάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου 2.
Οι ενάγοντες 1 μέχρι 4 και 8 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 7 λόγους και υποστηρίζεται από υπεύθυνη δήλωση στην οποία προέβη ο γραμματέας της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου, Άγγελος Ιωάννου.
Οι κύριες θέσεις του κ. Ιωάννου σύμφωνα με τη δήλωσή του είναι οι εξής:
Οι ενάγοντες, περί τις 21/3/2025 καταχώρησαν νέα αίτηση τροποποίησης η οποία αφορά προσθήκη διαδίκου στον τίτλο της αγωγής, τροποποίηση ιδιότητας διαδίκου και τροποποίηση δικογράφου. Περί τις 11/6/2025, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση.
Όπως τον έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, με βάση κοινή δήλωσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δυο αιτήσεις τροποποίησης, θα συνεκδικαστούν. Συνεπώς, η μαρτυρία που έχει δοθεί στις δυο αιτήσεις, είναι πλέον κοινή και μπορεί να ληφθεί υπόψη και για τις δυο αιτήσεις στην κοινή διαδικασία.
Η θέση των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες, στην αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024 δεν αναφέρθηκαν στη διαδοχή του ενάγοντα 1 από το νέο μητροπολίτη, την οποία θέλουν να προβάλουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση είναι πλέον άνευ αντικειμένου, αφού έχει καταχωριστεί από τους ενάγοντες, η αίτηση, ημερομηνίας 21/3/2025 με την οποία ζητείται η άδεια από το Δικαστήριο για να προστεθεί ο διάδοχος του ενάγοντα 1 στον τίτλο της αγωγής και για να τροποποιηθεί η ιδιότητα του ενάγοντα 1 για να αναφέρεται ως «Πρώην» Μητροπολίτης.
Στην εν λόγω αίτηση, οι ενάγοντες έθεσαν όλα τα γεγονότα που αφορούν στην εν λόγω διαδοχή και οι εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν και υπόβαλαν ένσταση και έθεσαν με σχετική υπεύθυνη δήλωση τη δική τους εκδοχή. Συνεπώς, όσα γεγονότα και ισχυρισμοί αφορούν τη διαδοχή του ενάγοντα 1 έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της υπεύθυνης δήλωσης του αυτοαποκαλούμενου Αρχιεπισκόπου Επιφανίου, ημερομηνίας 11/6/2025. Η προτεινόμενη συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό. Εάν επιτραπεί η κατάθεσή της, απλά θα τεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου, περιττός και αχρείαστος όγκος μαρτυρικού υλικού.
Η σκοπούμενη να καταχωριστεί συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση δεν αναφέρει κανένα νέο ή άλλο γεγονός και ισχυρισμό, ο οποίος δεν αναφέρεται ήδη στην πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση Επιφανίου. Αντίθετα, η πολυσέλιδη υπεύθυνη δήλωση του ιδίου, ημερομηνίας 11/6/2025 υπερκαλύπτει την προτεινόμενη συμπληρωματική δήλωση στο θέμα της διαδοχής του ενάγοντα 1.
Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση των εναγόντων ότι το ζήτημα της νομιμοποίησης, είτε του ενάγοντα 1 είτε του διαδόχου του είτε των εκπροσώπων των Ναών, δεν είναι ζήτημα που αφορά τις αιτήσεις τροποποίησης. Είναι ζήτημα που ενδεχομένως (εάν οι εναγόμενοι κατορθώσουν να πείσουν προς το τούτο το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής) να αφορά την ουσία της αγωγής. Συνεπώς, όσα αναφέρονται στην σκοπούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση είναι άσχετα με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται σε αυτή, ως επίδικα.
Σε κάθε περίπτωση, η θέση των εναγόντων είναι ότι το θέμα της νομιμοποίησης έχει αποφασιστεί τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στις Πολιτικές Εφέσεις 9/16 και 143/20. Αντίστοιχα, οι εναγόμενοι δύνανται να επιμένουν εάν το επιθυμούν στις θέσεις τους περί του αντιθέτου και να καλούν το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα εκ νέου και απ’ αρχάς, αγνοώντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όμως, αυτές οι θέσεις τους πρέπει να προβληθούν στο κατάλληλο στάδιο που είναι η ακρόαση της αγωγής και όχι κατά την εξέταση των αιτήσεων τροποποίησης, με τις οποίες οι ενάγοντες επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται και τους ορθούς, κατά τη θέση τους, διαδίκους, ως αυτοί προέκυψαν από γεγονότα που επακολούθησαν της καταχώρησης της αγωγής.
Επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο θεωρεί αναγκαίο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση ότι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι δεν ανήκουν στην ίδια εκκλησία. Τι πράττουν οι ίδιοι στη δική τους εκκλησία αφορά τους κληρικούς και λαϊκούς της δικής τους εκκλησίας δεν ανήκει ο αυτοαποκαλούμενος Αρχιεπίσκοπος Επιφάνιος, ο αυτοαποκαλούμενος Μητροπολίτης Κιτίου ΓΟΧ και όλοι οι άλλοι εναγόμενοι. Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν έχουν κανένα έννομο συμφέρον ή δικαίωμα να ασχολούνται με τα όσα συμβαίνουν στη δική τους εκκλησία,
Κατά την ακρόαση της αίτησης η οποία διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και οι δυο δικηγόροι προέβησαν σε δήλωση ότι υιοθετούν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεών τους. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων με παράπεμψε σε συγκεκριμένο σημείο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αίτηση για έκδοση εντάλματος Mandamus με αριθμό 172/23, ημερομηνίας 10/3/2026. Ακολούθησε η δήλωση τού εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, κ. Βορκά, ότι η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί, ο οποίος, επιπλέον επέσυρε την προσοχή μου και στα σημεία της εν λόγω απόφασης, που όπως είπε «ξεκαθαρίζει πως δεν εξετάζετο στα πλαίσια της διαδικασίας ποιος νομιμοποιείται να εκπροσωπεί την εκκλησία των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών Κύπρου.»
Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγρεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης η οποία, ασφαλώς, θα ιδωθεί υπό το φως και των προβαλλόμενων σ’ αυτή, λόγων ένστασης.
Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2523:
«Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα.»
Καθόλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τα ακόλουθα από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των εταιρειών WARNER TRUST κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 45/2021, 2/4/2021:
«Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:
«Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.»
Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας, είναι, κατ' αρχάς, τα ακόλουθα:
(i) Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
(ii) Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(iii) Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί.
Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48, θ.4(2) είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου, είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει.
Στην πιο πάνω Διάταξη δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνο υποδεικνύεται πως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση του χχχ Ματθαίου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 510 και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1) (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 643).»
Παρατηρώ τα εξής:
Η αίτηση τροποποίησης, στο πλαίσιο της οποίας οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, καταχωρίστηκε στις 4/3/2024. Η εν λόγω αίτηση καταχωρίστηκε και προωθείται μέχρι σήμερα και από τον ενάγοντα 1. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την ένστασή τους σε αυτή, στις 3/7/2024 και με τον πρώτο λόγο υποβάλλουν - μεταξύ άλλων - ότι ο ενάγοντας 1, παράτυπα και αντικανονικά επιχειρεί να χειραγωγήσει τους ενάγοντες 5 έως 7, ζητώντας εν τη απουσία οποιασδήποτε δικαιοδοσίας και/ή έννομης και/ή καταστατικής εξουσίας, την αντικατάσταση εκπροσώπων ενοριακών επιτροπών και/ή εν πάση περιπτώσει, την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας επί αυτών. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης, υποβάλλουν ότι οι ενάγοντες και ειδικότερα ο ενάγοντας 1 δεν νομιμοποιείται να διορίζει και να παύει προέδρους ενοριακών επιτροπών και ως εκ τούτου, η αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση των ονομάτων των προέδρων των ενοριακών επιτροπών δεν είναι γνήσια και γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά, έχει δε ως στόχο, να περιπλέξει και/ή να δημιουργήσει σύγχυση αναφορικά με τη νομιμοποίηση των εναγόντων γενικά να καταχωρήσουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας ΓΟΧ Κύπρου, προστίθεται, υπό του Αρχιεπισκόπου Επιφανίου είναι η μόνη κανονική σύνοδος και οι αρχιερείς, μέλη αυτής αποτελούν τα μόνα αρμόδια πρόσωπα τα οποία δύνανται να προβαίνουν σε διορισμούς ή παύσεις εκκλησιαστικών επιτρόπων.
Στην παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας 1 ενάγει υπό την ιδιότητά του, ως Μητροπολίτη Κιτίου και Έξαρχου Πάσης Κύπρου των ΓΟΧ (Παλαιοημερολογιτών) και υπό αυτή του την ιδιότητα είναι εκ των αιτητών, στην αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024 στο πλαίσιο της οποίας οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση.
Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο ενάγοντας 1, μετά την καταχώρηση της παραπάνω αίτησης τροποποίησης, αλλά και μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγόμενων σε αυτή, έπαψε να φέρει την παραπάνω ιδιότητα, καθώς, κατά τους ενάγοντες, στις 9/8/2024 μετατέθηκε από την Ιερά Σύνοδο στην τοπική εκκλησία της Ρουμανίας. Εξ ου και η σχετική αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν οι ενάγοντες, στις 21/3/2025, ουσιαστικά γι’ αυτό το λόγο.
Απ’ εκεί και πέρα, ο εναγόμενος 2, στην υπεύθυνη δήλωσή του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, με υπόβαθρο το παραπάνω γεγονός, ισχυρίζεται ότι η αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024 πάσχει και είναι άνευ αντικειμένου και τούτο, επειδή ο ενάγοντας 1, που είναι ένας από αυτούς που την προωθούν έπαυσε να είναι ο δήθεν μητροπολίτης των εναγόντων και κατά συνέπεια, οποιοδήποτε δικαίωμα και εξουσία δήθεν εκπήγαζε από τη συγκεκριμένη ιδιότητα που ο ίδιος θεωρούσε ότι έφερε, επίσης έπαυσε. Για να προσθέσει, πως όλες οι διαδικασίες που ακολούθησαν είναι παράνομες και αντικανονικές.
Κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να παραχωρήσω ή όχι την αιτούμενη άδεια, τα κριτήρια που καθηκόντως οφείλω να λάβω υπόψη είναι η φύση της μαρτυρίας που οι εναγόμενοι θέλουν να προσθέσουν προς υποστήριξη της ένστασής τους στην αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024 σε συνάρτηση με τη φύση και τα επίδικα θέματα της εν λόγω αίτησης και τέλος, ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι θεωρούν αναγκαία την προσθήκη της συγκεκριμένης μαρτυρίας.
Η οποία, θεωρώ ότι είναι άμεσα σχετική με τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης των εναγόμενων στην αίτηση τροποποίησης των εναγόντων, ημερομηνίας 4/3/2024 και ασφαλώς, δεν αναμένεται να αποφανθώ στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, για το βάσιμο ή μη είτε των συγκεκριμένων λόγων ένστασης είτε οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης, στην ίδια αίτηση.
Και, με δεδομένο ότι η μαρτυρία την οποία οι εναγόμενοι ζητούν να τους επιτραπεί να προσθέσουν προς ενίσχυση της ένστασης τους στην εν λόγω αίτηση τροποποίησης των εναγόντων προέκυψε μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγόμενων στη συγκεκριμένη αίτηση, όλα αυτά τα στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα, κατά τη γνώμη μου στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλού λόγου ο οποίος, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα καθιστά δίκαιο, ορθό και αναγκαίο να παραχωρήσω την αιτούμενη άδεια.
Προτού καταλήξω, θα ήθελα να τοποθετηθώ και επί των ακόλουθων θέσεων των εναγόντων, σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση, τις οποίες επαναλαμβάνουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους στη γραπτή αγόρευσή τους:
Οι ενάγοντες, στις 21/3/2025 καταχώρησαν νέα αίτηση τροποποίησης η οποία αφορά προσθήκη διαδίκου στον τίτλο της αγωγής, τροποποίηση ιδιότητας διαδίκου και τροποποίηση δικογράφου. Περί τις 11/6/2025, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση η οποία συνοδεύεται από πολυσέλιδη υπεύθυνη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του αυτοαποκαλούμενου Αρχιεπισκόπου Επιφανίου (πρόκειται για τον εναγόμενο 2).
Κρίσιμο είναι το γεγονός ότι με κοινή δήλωση των διαδίκων, ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δυο αιτήσεις τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024 και 21/3/2025, θα συνεκδικαστούν σε μια κοινή διαδικασία. Συνεπώς, μαρτυρία που έχει δοθεί και στις δυο αιτήσεις μπορεί να ληφθεί υπόψη στην κοινή διαδικασία.
Μολονότι, οφείλω να δηλώσω πως δεν έχω εντοπίσει τέτοια, κοινή δήλωση των διαδίκων, εντούτοις και να υπάρχει τέτοια δήλωση, δεν συμφωνώ ότι η συνεκδίκαση των δυο αιτήσεων τροποποίησης συνεπάγεται και σύμμειξη της μαρτυρίας, υπό την έννοια της ύπαρξης δυνατότητας, είτε επίκλησης είτε χρησιμοποίησης της μαρτυρίας τής μιας από τις δυο αυτές αιτήσεις, για σκοπούς εξέτασης της άλλης. Η συνεκδίκαση των δυο αιτήσεων στο πλαίσιο της μιας κοινής διαδικασίας, έχει την έννοια ότι τα δυο μέρη, θα μπορούν να προωθήσουν τις θέσεις τους στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας και για τις δυο αιτήσεις, για παράδειγμα, καταχωρώντας για το σκοπό αυτό, κάθε μέρος, μια μόνο αγόρευση και το Δικαστήριο, θα μπορεί να εκδώσει μια μόνο απόφαση και για τις δυο αιτήσεις. Απόφαση, με την οποία θα μπορεί είτε να εγκρίνει είτε να απορρίψει είτε και τις δυο αιτήσεις, είτε τη μια μόνο από αυτές. Αυτονόητο πως, κατά την εξέταση των δυο αιτήσεων, το Δικαστήριο, θα της εξετάσει ξεχωριστά, με υπόβαθρο, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του στο πλαίσιο κάθε μιας από αυτές.
Για το ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας που εγείρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων στη γραπτή αγόρευσή τους, ένα μόνο θέλω να πω. Όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τους επτά λόγους ένστασης των εναγόντων στην αίτηση, αδυνατώ να εντοπίσω, έστω και ένα από αυτούς τους λόγους, που να νομιμοποιεί τους ενάγοντες και να τους επιτρέπει να εγείρουν τέτοιο ζήτημα.
Η άλλη θέση των εναγόντων την οποία προβάλλουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους στη γραπτή αγόρευσή τους είναι ότι η μαρτυρία την οποία επιθυμούν να θέσουν οι εναγόμενοι με την προτεινόμενη συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση έχει ήδη τεθεί στο πλαίσιο, τόσο της δεύτερης αίτησης τροποποίησης των εναγόντων, ημερομηνίας 21/3/2025 όσο και της ένστασης των εναγόμενων, στην ίδια αίτηση. Επομένως, αυτή, προστίθεται, δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό, είναι περιττή και άνευ αντικειμένου. Δεν υπάρχει κάποιος «καλός λόγος» για τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να επιτρέψει την κατάθεσή της.
Προς απάντηση στην παραπάνω θέση επαναλαμβάνω απλώς τα όσα αναφέρω σε άλλο σημείο (πιο πάνω) περί της αυτοτέλειας κάθε μιας από τις δυο αιτήσεις τροποποίησης, ακόμη και στην περίπτωση που αυτές θα συνεκδικαστούν.
Οι ακόλουθες θέσεις των εναγόντων - που προφανώς είναι σε συνάφεια με τον τρίτο λόγο ένστασης στην αίτηση - ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι θέση μπορεί να έχουν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής τους στην αίτηση τροποποίησης των εναγόντων:
Εδώ και πολλά χρόνια οι διάδικοι δεν ανήκουν στην ίδια εκκλησία. Συνεπώς, το τι πράττουν οι ενάγοντας στην εκκλησία τους αφορά τους κληρικούς και λαϊκούς, μέλη της εκκλησίας αυτής, στην οποία δεν ανήκει ο αυτοαποκαλούμενος Αρχιεπίσκοπος Επιφάνιος, ο αυτοαποκαλούμενος Μητροπολίτης Κιτίου ΓΟΧ και όλοι οι άλλοι εναγόμενοι. Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν έχουν κανένα έννομο συμφέρον (Locus standing) ή δικαίωμα να ασχολούνται με τα όσα συμβαίνουν στην εκκλησία που εκπροσωπούν οι ενάγοντες.
Οι παραπάνω θέσεις των εναγόντων, ενδεχομένως να έχουν θέση κατά την εκδίκαση της αγωγής, σίγουρα όμως, δεν έχουν θέση στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και ενδεχομένως, ούτε και στο πλαίσιο της αίτησης τροποποίησης, ημερομηνίας 4/3/2024.
Η άλλη θέση των εναγόντων και των ευπαίδευτων δικηγόρων τους είναι ότι το ζήτημα της νομιμοποίησης, είτε του ενάγοντα 1 είτε του διαδόχου του είτε των εκπροσώπων των Ναών έχει αποφασιστεί τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στις πολιτικές Εφέσεις 9/16 και 143/20. Εάν παρά ταύτα, προστίθεται, οι εναγόμενοι επιθυμούν να επιμένουν στις θέσεις τους, αυτές μπορούν να προβληθούν, αν και εφόσον το επιτρέψει το Δικαστήριο, ως μη δεδικασμένο, στο κατάλληλο στάδιο, που είναι η ακρόαση της αγωγής και όχι οι αιτήσεις τροποποίησης.
Το πρώτο που θέλω να πω είναι να επαναλάβω ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, ό,τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης είναι το αίτημα των εναγόμενων να τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν την επίμαχη συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση και όχι το βάσιμο, είτε των δυο αιτήσεων τροποποίησης, είτε, πολύ περισσότερο, της αγωγής.
Απ’ εκεί και πέρα, γενικά ομιλούντες, κάθε εφετειακή απόφαση είναι δεσμευτική για κάθε πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση μόνο με τη νομική αρχή/αρχές που καθιερώνει και όχι για τα οποιαδήποτε συμπεράσματα και διαπιστώσεις της αναφορικά με τα γεγονότα, τα οποία δεσμεύουν και αφορούν μόνο την εκκαλούμενη, κατά περίπτωση, πρωτόδικη απόφαση και την υπόθεση στο πλαίσιο της αυτή εκδίδεται.
Τα παραπάνω ισχύουν και για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Μητροπολίτη Κιτίου και Έξαρχου Πάσης Κύπρου των Γ.Ο.Χ. (Παλαιοημερολογιτών) Παρθενίου, για την έκδοση εντάλματος Mandamus, Aίτηση Αρ. 172/23, ημερομηνίας 10/3/2026, στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων.
Μολονότι αυτή φαίνεται να είχε καταχωριστεί από τον ενάγοντα 1 στην παρούσα αγωγή και το αιτούμενο ένταλμα εκδόθηκε, εντούτοις, δεν συμφωνώ ότι με δεσμεύει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας στο βαθμό που γίνεται επίκλησή της από τους ενάγοντες.
Τέλος, έχω τη γνώμη ότι υπάρχει παρανόηση από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόντων τού ακόλουθου αποσπάσματος που παραθέτουν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Solkomtel Foundation, για την έκδοση εντάλματος Certiorari, Πολιτική Aίτηση Αρ. 242/2025, ημερομηνίας 8/4/2026:
«Κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί η αυστηρά οριοθετημένη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεων του είδους. Το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, η οποία αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και δικαστικής κρίσης ενώπιον του αρμόδιου προς τούτο δικαστηρίου. Στην έκταση που μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου ζητήματα που αφορούν την ουσία των πραγμάτων, η ενσωμάτωση τους στο υπόβαθρο των γεγονότων δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό για την περίπτωση σκοπό και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται.»
Ο λόγος της εν λόγω απόφασης δεν θα πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στο παραπάνω απόσπασμα, αλλά σε συνδυασμό και με όσα αναφέρονται στις δυο προηγούμενες παραγράφους της. Ακολουθούν αυτούσιες:
«Των ως άνω λεχθέντων, γεγονός παραμένει ότι τα ζητήματα τα οποία επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του εκκαλούμενου προσωρινού διατάγματος και της παραχωρηθείσας άδειας για την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης. Ταυτόχρονα, φαίνεται να αποτελούν το έναυσμα για πλείστες όσες συμπερασματικές απολήξεις εκ μέρους των αιτητών, οι οποίες επίσης περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική δήλωση.
Η παρουσίαση γεγονότων που συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο, χωρίς να αποτελούν μέρος του πρακτικού-απόφασης του πρωτόδικου του Δικαστηρίου που ελέγχεται, ως επιχειρείται τούτο, κρίνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Ούτε, βεβαίως, η ταυτόχρονα με την παρουσίαση τους, επιχειρούμενη επεξήγηση, ερμηνεία και προσέγγιση τους, κατά τρόπο που να εξυπηρετεί την υπόθεση των Αιτητών επί της ουσίας. Τα πιο πάνω, πέραν και ανεξάρτητα από τα ζητήματα αποδεκτότητας μέρους της προτεινόμενης μαρτυρίας, που η πλευρά του καθ' ου η αίτηση προβάλλει κατ' επίκληση του προνομίου και του απορρήτου της εμπιστευτικότητας.»
Οι βασικές νομικές αρχές που αναδύονται από το παραπάνω απόσπασμα είναι οι εξής: Το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση της δια κλήσεως αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, πρώτο, δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του εκκαλούμενου προσωρινού διατάγματος και της παραχωρηθείσας άδειας για την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης για έκδοση του προνομιακού εντάλματος και δεύτερο, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς η οποία αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και δικαστικής κρίσης ενώπιον του αρμόδιου προς τούτο, Δικαστηρίου, που είναι το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το εκκαλούμενο προσωρινό διάταγμα.
Δεδομένης της φύσης της υπό κρίση αίτησης είναι ολοφάνερο, πως δεν βοηθά καθόλου τους ενάγοντες η παραπάνω απόφαση, στο βαθμό και για το λόγο που την επικαλούνται.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει.
Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης.
Η συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση, να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα.
Αναφορικά με τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 μέχρι 21 και σε βάρος των εναγόντων 1 μέχρι 4 και 8.
(Υπ.) ...………..………………….
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο