ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1320/2024 (IJ)
Μεταξύ:
NORECOM LTD
Ενάγουσας,
ν.
Γ. Ε.
Εναγόμενης.
Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερ. 26/5/25
για περαιτέρω πληροφορίες
Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2026
Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Μ. Τζιουτ για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη / Καθ’ης η Αίτηση: κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ & ΑΒΡΑΑΜ Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1. Ως διαφαίνεται από το τροποποιημένο Έντυπο Απαίτησης της ημερ.11/2/25, η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Ενάγουσα») μέσω της παρούσας απαίτησης αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης αποζημιώσεις αλλά και την ανάκτηση του ποσού των €26.808,18, το οποίο η τελευταία κατ’ισχυρισμόν ιδιοποιήθηκε από το ταμείο της Ενάγουσας και του οποίου ταμείου η Εναγόμενη διατελούσε ως υπεύθυνη.
2. Η Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη») εμφανίστηκε στην διαδικασία, δια της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης μέσω του δικηγόρου της, και ακολούθως έκθεσης υπεράσπισης.
II. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ
ΑΙΤΗΣΗ
3. Με την παρούσα Αίτηση, η Ενάγουσα επιδιώκει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη όπως παράσχει στην Ενάγουσα περαιτέρω και/ή πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με την Υπεράσπισης της, και ειδικότερα, αναφορικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α) ότι ουδέποτε είχε η ίδια αποκλειστικά τη φύλαξη των μετρητών από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας, β) ότι οι αντιπρόσωποι και/ή υπαλλήλοι, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας, κατείχαν και χρησιμοποιούσαν την debit card της Ενάγουσας, γ) ότι δεν ήτο ποτέ η ίδια αποκλειστικά υπεύθυνη για τις εν λόγω αρμοδιότητες ή το μόνο πρόσωπο που είχε πρόσβαης και/ή υποχρέωση καταγραφής των εξόδων στους καταλόγους και/ή καταστάσεις, ε) τον χαρακτηρισμό ισχυρισμού που περιέχεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ως ψευδή και σε σχέση με τον χρόνο διενέργειας του οικονομικού ελέγχου, στ) τα καθήκοντα και ενέργειες στα πλαίσια της εκτέλεσης της εργασίας της Εναγόμενης, ζ) την έκταση που κατ’ισχυρισμόν η Μαρίνα Νικολάοι και άλλοι χρησιμοποιούσαν το σύστημα καταγραφής των εξόδων της Ενάγουσας, ποια πρόσωπα είναι τα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν καθημερινά το εν λόγω σύστημα, ως προς τις οδηγίες που έλαβε η Εναγόμενη από την Μαρίνα Νικολάου και τα χρονικά διαστήματα που διενεργείτο ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας, η) το παράπονο πο υπέβαλε η Εναγόμενη στο γραφείο εργασιακών σχέσεων σε σχέση με τις ετήσιες άδειες της, και θ) τις ακριβείς πράξεις, παραλείψεις και κακοδιαχείριση και τα άτομα τα οποία ευθύνονται για αυτά.
4. Η αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στα Μέρη 19.1 και 23 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα (στο εξής η «Ε/Δ-ΣΧ») στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα, ως τεκμήρια, προς υποστήριξη των όσων η ομνύουσα αναφέρει.
5. Συνοπτικά, η ομνύουσα στην Ε/Δ-ΣΧ δηλώνει την πηγή γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και τη σχετική εξουσιοδότηση της, και με ειδική αναφορά στις αιτούμενες λεπτομέρειες, επεξηγεί πως η υπό κρίση ισχυρισμοί της Εναγόμενης, επί των οποίων προωθήθηκε η υπό κρίση Αίτηση προβάλλονται με εξαιρετικά γενικό τρόπο αποστερώντας από την Ενάγουσα τη δυνατότητα να απαντήσει συγκεκριμένα, όσο και να παρουσιάσει την απαραίτητη μαρτυρία προς αντιμετώπιση της υπεράσπισης.
6. Σύμφωνα με την ομνύουσα, απεστάλη στους δικηγόρους της Εναγόμενης Προκαταρκτικό Αίτημα για Περαιτέρω Πληροφορίες, οι οποίοι όμως, ενώ αρχικά ζήτησαν παράταση για να απαντήσουν, μετέπειτα δεν αποδέχτηκαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της, επικαλούμενοι παράτυπη εκμαίευση μαρτυρίας.
ΕΝΣΤΑΣΗ
7. Η Αίτηση της Ενάγουσας προσέκρουσε στην ειδοποίηση ένστασης της Εναγόμενης, εις την οποία εγείρονται 10 λόγοι ένστασης, οι οποίοι δύναται να συνοψιστούν ως εξής: 1. Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμα και δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για την παροχή των αιτούμενων λεπτομεριών, 2. Οι υπό κρίση ισχυρισμοί της Εναγόμενης είαναι επαρκώς και ορθά δικογραφημένοι και δεν θα βρεθεί η Ενάγουσα προ εκπλήξεως κατά την ακροαματική διαδικασία, 3. Οι αιτούμενες πληροφορίες αποτελούν μαρτυρία και η αίτηση αποσκοπεί στην παράτυπη εκμαίευση μαρτυρίας, 4. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και καταπιεστική, και 5. Η Ενάγουσα ζητεί πληροφορίες, μεταξύ άλλων, για γεγονότα και στοιχεία που γνωρίζει και είναι στην κατοχή της.
8. Η Ένσταση της Εναγόμενης, εδράζεται, μεταξύ άλλων, επί των Μερών 23, 32 και 19.1-7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης (στο εξής η «Ε/Δ-ΓΕ») στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει εκτενέστερα τους λόγους ένστασης της, προς προώθηση αυτής, επεξηγεί τους λόγους που δεν συμμορφώθηκε στο Προκαταρκτικό Αίτημα της Ενάγουσας και επιχειρηματολογεί προς απόρριψη της Αίτησης.
III. ΑΚΡΟΑΣΗ
9. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένστασης.
10. Και οι δύο πλευρές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Επισημαίνεται ότι, τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν από αμφότερους συνήγορους μέσω των αγορεύσεων τους, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους, καθότι, η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999)2 Α.Α.Δ. 490, Κώστουλος και Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/19, 1.2.2021 και Παύλου ν. Ευθυμίου, Πολ.΄Εφ. 33/2014, 23.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A269.
11. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, σημειώνω επίσης πως αντλώ γνώση από το φάκελο της υπόθεσης, ότι καταχωρήθηκε προκαταρκτικό αίτημα από την πλευρά της Ενάγουσας, πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και ότι αυτό επιδόθηκε στην άλλη πλευρά.
12. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δικογράφων, τα οποία συμπληρώθηκαν πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.
IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
13. Οι γενικοί κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο δικογράφων εντοπίζονται στο Μέρος 16 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής οι «ΝΚΠΔ»). Ειδικότερα στον καν.2, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«16.2. Γενικές διατάξεις ως προς το περιεχόμενο των δικογράφων
(1) Διάδικος οφείλει να εγείρει στο δικόγραφο:
(α) όλα τα γεγονότα τα οποία δεικνύουν ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ή δεν είναι βάσιμη·
(β) όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απάντησης, κατά περίπτωση, οι οποίοι αν δεν εγερθούν ενδέχεται:
(i) να καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης· ή
(ii) να προκαλέσουν την έγερση πραγματικών ζητημάτων τα οποία δεν προκύπτουν από το προηγούμενο δικόγραφο, όπως, απάτης, παραγραφής, απαλλαγής, πληρωμής, εκπλήρωσης ή γεγονότα τα οποία δεικνύουν παρανομία οποιουδήποτε είδους ή καθιστούν την απαίτηση ή ανταπαίτηση μη εκτελεστή.»
14. Πέραν της γενικότητας των πιο πάνω κανόνων δικογράφησης, ο καν.7, προνοεί τα ακόλουθα ως προς το περιεχόμενο μιας υπεράσπισης:
«16.7. Περιεχόμενο υπεράσπισης
(1) Στην υπεράσπιση, ο εναγόμενος οφείλει να δηλώσει:
(α) ποιους από τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης αρνείται·
(β) ποιους ισχυρισμούς αδυνατεί να παραδεχτεί ή αρνηθεί, αλλά απαιτεί από τον ενάγοντα να αποδείξει· και
(γ) ποιους ισχυρισμούς παραδέχεται.
(2) Όταν ο εναγόμενος αρνείται ισχυρισμό:
(α) οφείλει να δηλώσει τους λόγους για τους οποίους το πράττει· και
(β) αν σκοπεύει να προβάλει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων από εκείνη την οποία δίδει ο ενάγων, οφείλει να δηλώσει τη δική του εκδοχή·
(γ) οι απαιτήσεις των παραγράφων (α) και (β) δεν ικανοποιούνται με απλή άρνηση του ισχυρισμού.
(3) Εναγόμενος ο οποίος:
(α) παραλείπει να πραγματευτεί συγκεκριμένα κάποιο ισχυρισμό· αλλά
(β) έχει παραθέσει στην υπεράσπιση τη φύση της υπόθεσής του σε σχέση με το θέμα στο οποίο αφορά ο εν λόγω ισχυρισμός, θεωρείται ότι απαιτεί όπως αποδειχτεί ο εν λόγω ισχυρισμός.
(4) Όταν η απαίτηση περιλαμβάνει χρηματική αξίωση, ο εναγόμενος θεωρείται ότι απαιτεί όπως αποδειχτεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με τη χρηματική αξίωση, εκτός αν ο εναγόμενος παραδέχεται ρητώς τον ισχυρισμό.
(5) Τηρουμένων των παραγράφων (3) και (4), εναγόμενος, ο οποίος παραλείπει να πραγματευτεί ισχυρισμό, θεωρείται ότι παραδέχεται τον ισχυρισμό αυτό.»
15. Συγκεκριμένα το ζήτημα των περαιτέρω πληροφοριών, περιλαμβάνεται στο Μέρος 19 των ΝΚΠΔ. Ειδικότερα, ο καν.1 του Μέρους 19 προνοεί τα εξής:
«19.1. Εξασφάλιση περαιτέρω πληροφοριών
(1) Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διατάξει διάδικο:
(α) να διευκρινίσει οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα στη διαδικασία· ή
(β) να δώσει πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο θέμα είτε το θέμα περιέχεται ή αναφέρεται σε δικόγραφο είτε όχι.
(2) Ο κανονισμός 19(1) ισχύει τηρουμένου οποιουδήποτε αντίθετου κανόνα δικαίου.»
16. Σύμφωνα με το Μέρος 19 καν.2, ο διάδικος ο οποίος ζητεί διευκρινίσεις ή πληροφορίες οφείλει, προτού υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους 19, να παραδώσει προηγουμένως στον διάδικο από τον οποίο ζητούνται, γραπτό αίτημα για τις εν λόγω διευκρινίσεις ή πληροφορίες, και, σύμφωνα με τον καν.6, εάν ο απαντών διάδικος ενίσταται να συμμορφωθεί με το Αίτημα ή μέρος αυτού ή αδυνατεί να το πράξει εξ ολοκλήρου ή εντός του χρόνου ο οποίος ορίζεται στο Αίτημα, οφείλει να ενημερώσει τον πρώτο διάδικο χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός του εν λόγω χρόνου.
17. Λόγω της σχετικά πρόσφατης υιοθέτησης των ΝΚΠΔ και παρά την έρευνα που έχει διενεργήσει, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει απόφαση του Εφετείου ή του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με την εφαρμογή του Μέρος 19 των ΝΚΠΔ. Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με του Παλιούς Θεσμούς για την παροχή «περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών», ο κανόνας φαίνεται πλέον να μην περιορίζεται μόνο στη λήψη πληροφοριών σε σχέση με ζητήματα που προκύπτουν από την δικογραφία. Επίσης, το λεκτικό του καν.1(1) (βλ. ‘Το δικαστήριο δύναται...’’) καταδεικνύει ότι το ζήτημα εμπτίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται πάντοτε δικαστικά και με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό.[1] Ο πρωταρχικός σκοπός καθορίζεται στο Μέρος 1 καν.2 των ΝΚΠΔ και το πνεύμα του έχει σχετικά πρόσφατα τύχει ερμηνείας στην Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 54/2024, ημερ. 18.10.2024, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο:
«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.»
18. Καθοδήγηση ως προς την εφαρμογή του Μέρους 19 μπορεί επίσης να αντληθεί και από την Αγγλική Νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών (βλ. Part 18.1(1) CPRs) η οποία είναι πανομοιότυπη με την δική μας.[2]
19. Σύμφωνα με την απόφαση King v Telegraph Group Ltd [2004] EWCA Civ 613, [2005] 1 WLR 2282 αιτήματα για την παροχή περαιτέρω πληροφοριών, πρέπει να περιορίζονται αυστηρά σε ότι είναι αναγκαίο και ανάλογο, προκειμένου ο Αιτητής να κατανοήσει την υπόθεση που καλείται να αντιμετωπίσει και να προετοιμάσει τη δική του υπόθεση, αποφεύγοντας επιβάρυνση της διαδικασίας με αχρείαστα έξοδα.[3] Παραπέμπω επίσης στο ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice' (2021) 4η έκδοση, §7.33:
«The overriding objective and, in particular, the need for proportionality in the conduct of disputes require the court to have regard to the following considerations when dealing with an application for further information: the likely benefit that the information would have for the just determination of the issues; the cost that is likely to be involved in supplying it; whether the request places an unreasonable burden on the respondent; and the respondent’s conduct in the litigation. In assessing the need for such an order the court will want to be persuaded that it is necessary and proportionate and does not involve excessive expense.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Ο πρωταρχικός σκοπός και, ειδικότερα, η ανάγκη για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας κατά την διεκπεραίωση υποθέσεων, επιβάλλουν στο Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία κατά την εξέταση αίτησης για παροχή περαιτέρω πληροφοριών: το πιθανό όφελος που θα απέφεραν οι πληροφορίες για την ορθή επίλυση των ζητημάτων, το κόστος που ενδέχεται να συνεπάγεται η παροχή τους, το κατά πόσον το αίτημα επιβάλλει δυσανάλογη επιβάρυνση στον καθ’ ου η αίτηση, καθώς και τη συμπεριφορά του καθ’ ου η αίτηση στο πλαίσιο της εκδίκασης. Κατά την αξιολόγηση της αναγκαιότητας έκδοσης μιας τέτοιας διαταγής, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι αυτή είναι αναγκαία και ανάλογη, καθώς και ότι δεν συνεπάγεται υπερβολική δαπάνη.»
20. Στην υπόθεση HRH Prince Khaled Bin Abdulaziz Al Saud v Gibbs [2022] EWHC 706 (Comm), διατάχθηκαν οι εναγόμενοι να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την υπεράσπισή τους, παρόλο που εκκρεμούσαν αιτήσεις, από αμφότερες πλευρές, για έκδοση απόφασης συνοπτικής απόφασης. Κατά την έκδοση της εν λόγω διαταγής, το δικαστήριο τόνισε ότι οι ζητούμενες πληροφορίες πρέπει να αφορούν επίδικο ζήτημα (“matter which is in dispute in the proceedings”) και ότι, συνιστά προϋπόθεση για την εξέταση του αιτήματος, ότι αυτό περιορίζεται αυστηρά σε ζητήματα που είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογα προς επιδίωξη των σκοπών για τους οποίες οι πληροφορίες επιδιώκονται.[4] Εάν οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει σχετική διαταγή.
21. Επιπρόσθετα, στην Pacific Biosciences of California Inc. v Oxford Nanopore Technologies Limited and Another, [2018] EWHC 806 (Ch), λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«19. It is this, in my judgment, that lies behind the request for further information. A request for further information, under CPR 18, arises really as part of the responsibility of the court to manage cases and the parties to co‑operate in the just and efficient disposal of the issues between them. The function of a request is to identify the material facts that are going to be relied upon at trial, but not to plead evidence that will be led to prove those facts. The identification of the material facts, ideally, ought to be with the same degree of particularity as will be relied on at the trial itself. That way, everyone knows where they stand.
20. A major objective of case management is to ensure that statements of case do set out the parties' cases, and define the dispute between them. As part of its responsibility for managing cases, the court must ensure that parties plainly state the factual ingredients of their case, so that the true nature and scope of the dispute can be identified. I read from paragraph 18.0.1 of the White Book.
21. Defining issues has, I think, two aspects. First of all, identifying what will be debated and, secondly, eliminating what will not be debated. The second aspect is every bit as important as the first.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«19. Κατά την κρίση μου, αυτό ακριβώς είναι που υποβόσκει πίσω από το αίτημα για παροχή περαιτέρω πληροφοριών. Ένα αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες, δυνάμει του Μέρους 18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προκύπτει ουσιαστικά στο πλαίσιο της ευθύνης του δικαστηρίου για τη διαχείριση των υποθέσεων και της υποχρέωσης των διαδίκων να συνεργάζονται για τη δίκαιη και αποτελεσματική επίλυση των ζητημάτων που τους απασχολούν. Σκοπός του αιτήματος είναι ο προσδιορισμός των ουσιωδών γεγονότων στα οποία θα στηριχθούν τα μέρη κατά τη δίκη, αλλά όχι η δικογράφηση μαρτυρίας που θα προσκομιστεί για την απόδειξη των εν λόγω γεγονότων. Ιδανικά, ο προσδιορισμός των ουσιωδών γεγονότων θα πρέπει να γίνεται με τον ίδιο βαθμό λεπτομέρειας που θα απαιτηθεί και κατά την ίδια τη δίκη. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε πλευρά γνωρίζει τη θέση της.
20. Ένας βασικός στόχος της διαχείρισης υποθέσεων είναι να διασφαλιστεί ότι τα δικόγραφα (statements of case) εκθέτουν τις θέσεις των διαδίκων και οριοθετούν τη μεταξύ τους διαφορά. Στο πλαίσιο της ευθύνης του για τη διαχείριση των υποθέσεων, το δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει ότι οι διάδικοι εκθέτουν με σαφήνεια τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσής τους, ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός της πραγματικής φύσης και της έκτασης της διαφοράς. Παραθέτω το περιεχόμενο της παραγράφου 18.0.1 του «White Book».
21. Ο προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων έχει, κατά τη γνώμη μου, δύο πτυχές: αφενός, τον προσδιορισμό των ζητημάτων που θα αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης και, αφετέρου, τον αποκλεισμό εκείνων που δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Η δεύτερη πτυχή είναι εξίσου σημαντική με την πρώτη.»
22. Παρά την εφαρμογή των ΝΚΠΔ, θεωρώ ότι ορισμένες αρχές οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν από την Νομολογία μας, στην βάση της παλαιάς δικονομικής διάταξης που αφορούσε το ζήτημα της παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, δηλαδή της Δ.19 θ.6, παραμένουν αναλλοίωτες. Εξακολουθεί κατά την άποψη μου να ισχύει η θέση ότι στα δικόγραφα πρέπει να αποτυπώνονται τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του, αλλά όχι μαρτυρία η οποία θα αποδειχθεί με γεγονότα (βλ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 157). Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους, συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σχετικά:
«Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί η παροχή λεπτομερειών που ουσιαστικά συνιστά αποκάλυψη μαρτυρίας διότι κάτι τέτοιο θα διευκολύνει τον αντίδικο στην παρουσίαση της υπόθεσης του, όπως ουσιαστικά επιδιώκεται από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη γνωρίζει ποια υπεράσπιση προβάλλει ο εφεσείων και έγκειται σε αυτή να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία θεωρεί ότι μπορεί να την αντιστρατεύεται, όπως και ο εφεσείων, ισχυριζόμενος την υπεράσπιση αυτή, έχει ο ίδιος το βάρος απόδειξης της. Οι μάρτυρες που θα παρουσιασθούν στα πλαίσια αυτά δεν εμπίπτουν στα δικογραφικά αλλά στα αποδεικτικά πλαίσια της υπόθεσης.»
23. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης ότι παραμένει η αρχή ότι δεν εκδίδεται διάταγμα για λεπτομέρειες αναφορικά με γεγονότα τα οποία ο Αιτητής γνωρίζει καλύτερα από τον αντίδικο του (βλ. Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ. 2) (1992) 1 Α.Α.Δ. 1146 και Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α. (2000) 1Β Α.Α.Δ 787). Ωστόσο ως υποδεικνύεται στην Athina Leathergoods Ltd με παραπομπή στο Annual Practice 1960 σελ. 461 «ο κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα παρουσιάσει ο αντίδικος του εναντίον του και να τον δεσμεύσει οριστικά. Επομένως θα διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών όπου το δικαστήριο ικανοποιείται ότι χωρίς αυτά ο αιτητής δε θα γνωρίζει τί θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη». Εν πάση όμως περιπτώσει το Δικαστήριο δεν θα διατάξει λεπτομέρειες κάποιου ισχυρισμού του οποίου το βάρος απόδειξης φέρει ο Αιτητής (βλ. Annual Practice 1958 στη σελ. 461) ή σε σχέση με γεγονότα άσχετα προς τα επίδικα θέματα. Στην υπόθεση Κουρσουμά ν. Κοσμά (1991), 1 Α.Α.Δ., 793 τονίστηκε ότι υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών δεν υπάρχει όπου το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου γεγονότος το φέρει η άλλη πλευρά.
24. Όταν το αίτημα για λεπτομέρειες γίνεται ως προς το όνομα προσώπου σχετιζομένου προς τα γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο, ο ευρύτερος κανόνας είναι ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχόμενων μαρτύρων. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Θεμιστοκλέους (ανωτέρω) είναι ενδεικτικό του τρόπου αντιμετώπισης του θέματος:
«Η νομολογία δείχνει ότι η αποκάλυψη του ονόματος ενδεχόμενου μάρτυρα μπορεί να προκύψει όχι αφ' εαυτής αλλά μόνο ως επακόλουθο παροχής αναγκαίων λεπτομερειών ως προς ουσιώδες γεγονός, όπως στην περίπτωση της υπεράσπισης της αλήθειας της αναφοράς σε αγωγή για δυσφήμιση, ή της φύσης της ισχυριζόμενης σκληρότητας σε αγωγή διαζυγίου, ή της διασαφήνισης του τρόπου με τον οποίο γίνεται ισχυρισμός ότι ενήργησε ο αντίδικος που ανεφέρθη στην υπόθεση Briton. Ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε για την εταιρεία δεν συνιστά μέρος του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο, που είναι τα όσα αποδίδονται στην εφεσίβλητη και των οποίων δεν ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ακόλουθα των οποίων ενδεχόμενα να αποκαλύπτετο και το φυσικό πρόσωπο που ενήργησε εκ μέρους της. Η προκειμένη υπόθεση θεωρούμε ότι εμπίπτει στα πλαίσια της Temperton, ανωτέρω, στην οποία η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων τους οποίους, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν επηρεάσει οι εναγόμενοι, δεν επιδιώκετο προς διευκρίνιση ισχυρισμού ουσιώδους γεγονότος επί του οποίου εβασίζετο η δικογραφική στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα αλλά προφανώς προς αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα απεδείκνυε την απαίτηση με βάση τη δικογραφία.Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί η παροχή λεπτομερειών που ουσιαστικά συνιστά αποκάλυψη μαρτυρίας διότι κάτι τέτοιο θα διευκολύνει τον αντίδικο στην παρουσίαση της υπόθεσης του, όπως ουσιαστικά επιδιώκεται από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη γνωρίζει ποια υπεράσπιση προβάλλει ο εφεσείων και έγκειται σε αυτή να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία θεωρεί ότι μπορεί να την αντιστρατεύεται, όπως και ο εφεσείων, ισχυριζόμενος την υπεράσπιση αυτή, έχει ο ίδιος το βάρος απόδειξης της. Οι μάρτυρες που θα παρουσιασθούν στα πλαίσια αυτά δεν εμπίπτουν στα δικογραφικά αλλά στα αποδεικτικά πλαίσια της υπόθεσης».
25. Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά, πιο πάνω).
V. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
26. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση και κατά πόσο δικαιολογείται η παραχώρηση των αιτούμενων πληροφοριών.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης («..και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε η ίδια αποκλειστικά τη φύλαξη μετρητών από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας»)
27. Η Ενάγουσα ζητεί συγκεκριμένα να δοθούν λεπτομέρειες ως προς το ποια ήταν τα άλλα πρόσωπα που κατ’ισχυρισμό της Εναγόμενης, είχαν και αυτά υπό τη φύλαξη τους μετρητά από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας.
28. Ως διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη είχε στην φύλαξη της μετρητά, τα οποία εξασφάλιζε από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας. Ενώ η Εναγόμενη στην υπό κρίση παράγραφο της Υπεράσπισης της αρνείται τη θέση της Ενάγουσας ότι είχε υπό τη φύλαξη της ποσό μετρητών από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας, στη συνέχεια παραδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό αλλά με τη διαφοροποίηση ότι η ουδέποτε είχε η ίδια αποκλειστικά τη φύλαξη των εν λόγω μετρητών.
29. Θεωρώ ότι, δεν δικαιολογείται η παροχή των λεπτομερειών που ζητούνται. Αρχικά, η Ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της ότι η Εναγόμενη είχε στην φύλαξη της τα εν λόγω μετρητά, και ότι προέβη στην ιδιοποίηση αυτών με τον τρόπο που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η θέση της Εναγόμενης δεν αλλοιώνει τη φύση της μαρτυρίας που οφείλει να προσαγάγει η Ενάγουσα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, στην βάση των δικογραφημένων της θέσεων. Αντιθέτως, έχει δικογραφηθεί με τρόπο που θέτει την Ενάγουσα σε «επιφυλακή» ως προς την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Αντίστοιχα, φυσικά, η Εναγόμενη φέρει το βάρος απόδειξης των δικών της ισχυρισμών, ότι δεν ήταν η μόνη που είχε τη φύλαξη των εν λόγω μετρητών. Όμως, δεν αποτελεί υποχρέωση της Εναγόμενης να δώσει στοιχεία για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, των οποίων η ίδια φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Κουρσουμά (πιο πάνω).
30. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί πως η αποκάλυψη των συγκεκριμένων λεπτομερειών, είναι αναγκαία. Από την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, στην αντίστοιχη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, δεν προκύπτει ξεκάθαρα να ήτο εξ’αρχής ότι η Εναγόμενη είχε την αποκλειστική φύλαξη των μετρητών. Ούτε έχει η Ενάγουσα προσαγάγει μαρτυρία, μέσω της Ε/Δ-ΣΧ, ότι ο υπό κρίση δικογραφημένος ισχυρισμός της Εναγόμενης εισαγάγει γεγονότα τα οποία δεν να είναι σε γνώση της καθιστώντας αναγκαία την αποκάλυψη τους, ώστε να μην καταληφθεί εξαπίνης κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ Athina Leathergoods Ltd, πιο πάνω). Δεν εμποδίζεται η Ενάγουσα από τη θέση της Εναγόμενης να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό ανάλογα με την εκδοχή που επιθυμεί να προωθήσει προς αντίκρουση των θέσεων της Εναγόμενης. Η αποκάλυψη των εν λόγω λεπτομερειών, θα είχε αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη της ίδιας της μαρτυρίας της Εναγόμενης, με την οποία η σχετική της θέση θα αποδειχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, κάτι ανεπίτρεπτο στο πλαίσιο αίτησης για περαιτέρω πληροφορίες.
31. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν δικαιούται η Ενάγουσα στις συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης («..Η ενάγουσα προς περαιτέρω υπεράσπιση της λέγει ότι για την πληρωμή εξόδων του ταμείου petty cash οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι συμπεριλαμβανομένης της ίδιας χρησιμοποιούσαν την debit card η οποία ελέγχετο πλήρως από τους ενάγοντες και η οποία είχε συγκεκριμένο διαθέσιμο ποσό από τους ενάγοντες κατά καιρούς για τις ανάγκες των εξόδων ») ΚΑΙ σε σχέση με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Η Εναγόμενη παραδέχεται την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων ως προς την περιγραφή των καθηκόντων της, πλην όμως ισχυρίζεται ότι δεν ήτο ποτέ η ίδια αποκλειστικά υπεύθυνη για τις εν λόγω αρμοδιότητες ή το μόνο πρόσωπο που είχε πρόσβαση και/ή υποχρέωση καταγραφής των εξόδων στους περιγραφόμενους καταλόγους και/ή καταστάσεις. Περισσότερες, λεπτομέρειες επιφυλάσσεται να παραθέσει η εναγόμενη κατά την δικάσιμο»)
32. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα ζητεί λεπτομέρειες ως προς το ποια ήταν τα άλλα πρόσωπα που κατ’ισχυρισμό της Εναγόμενης, κατείχαν και χρησιμοποιούσαν την συγκεκριμένη debit card της Ενάγουσας και ως προς το ποια ήταν τα άλλα πρόσωπα, που κατ’ ισχυρισμό της Εναγόμενης, ήταν και αυτά υπεύθυνα για την εκτέλεση των περιγραφόμενων αρμοδιοτήτων και που είχαν υποχρέωση καταγραφής των εξόδων και/ή πρόσβαση στην Κατάσταση του Ταμείου Μικροεξόδων της Ενάγουσας.
33. Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε σχέση με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, θεωρώ ότι κατ’αναλογίαν εφαρμόζουν και εδώ και υιοθετούνται από το Δικαστήριο. Προσθέτω ότι, το γεγονός ότι η Εναγόμενη προβάλλει ισχυρισμό αντίθετο με αυτόν της Ενάγουσας, δεν συνιστά από μόνο του λόγο για να δοθούν λεπτομέρειες επί αυτού. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, η κάθε πλευρά φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν εμποδίζεται η Ενάγουσα να απαντήσει στους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, εάν η θέση της είναι ότι χειριζόταν αποκλειστικά τα εν λόγω ζητήματα και καθήκοντα. Εξάλλου, τα καθήκοντα της Εναγόμενης, ως δικογραφήθηκαν από την ίδια την Ενάγουσα, γίνονται παραδεκτά στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης της.
34. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι δεν δικαιούται η Ενάγουσα στις συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Η εναγόμενη αρνείται την παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης και λέγει ότι ουδεμία αλήθεια περιέχεται εις τους ισχυρισμούς τους και τις απαιτήσεις τους οποίοι τίθενται κακόβουλα, εκβιαστικά και τεχνηέντως ώστε να προσαφθούν στην ίδια οι εν λόγω κατηγορίες πράγμα που κατά τη θέση της διαφαίνεται και από τον ισχυρισμό των εναγόντων ως προς τη δήθεν διενέργεια οικονομικού ελέγχου για τα επίδικα έτη για τα οποία εν πάση περιπτώσει διενεργείτο τέτοιος έλεγχος σε ετήσια βάση»)
35. Ζητούνται λεπτομέρειες ως προς το ποιος ακριβώς είναι ο ψευδής ισχυρισμός που περιέχεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, και ως προς το πως ακριβώς ο χρόνος διενέργειας του οικονομικού ελέγχου υποδηλώνει ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου είναι ψευδές, και τίθεται κακόβουλα, εκβιαστικά και τεχνηέντως ώστε να προσαφθούν στην Εναγόμενη κατηγορίες.
36. Δεν διακρίνω, με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον μου, γιατί είναι αναγκαίες οι αιτούμενες πληροφορίες σε σχέση με τη συγκεκριμένη θέση της Ενάγουσας για διασαφήνιση των ουσιωδών γεγονότων. Από τη θέση της Εναγόμενης, ιδωμένη στο σύνολο των υπόλοιπων ισχυρισμών που δικογραφεί, δεν διαφαίνεται ότι αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης της (βλ. επίσης παρ.15 της Έκθεσης Υπεράσπισης), αλλά τους λόγους που οδήγησαν σε αυτόν. Όσο αφορά το ζήτημα του τεχνικού ελέγχου, το πως υποδηλώνει αυτός κατά τα επίδικα έτη, τα όσα ισχυρίζεται η Εναγόμενη προς απόρριψη των ισχυρισμών της Ενάγουσας, αποτελεί μαρτυρία την οποία οφείλει η Εναγόμενη να προσαγάγει κατά την ακροαματική διαδικασία.
37. Συνεπώς, κρίνω ότι ούτε η παροχή των εν λόγω πληροφοριών στην Ενάγουσα δικαιολογείται.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Η εναγόμενη αρνείται κατηγορηματικά όλες τις λοιπές παραγράφους της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων 8 μέχρι 24 και ειδικότερα τους ισχυρισμούς των εναγόντων όσο αφορά τις δήθεν μεθόδους προς τον σκοπό ιδιοποίησης χρημάτων και επιφυλάσσεται να παραθέσει λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο όσο αφορά τα δικά της καθήκοντα και ενέργειες στα πλαίσια εκτέλεσης της εργασίας της»)
38. Η Ενάγουσα ζητεί να διευκρινιστεί σε ποια καθήκοντα της Εναγόμενης στο πλαίσιο της εκτέλεσης της εργασίας της αναφέρεται η τελευταία, και να αποδοθεί ξεκάθαρα η απάντηση της Εναγόμενης σε σχέση με την κάθε μέθοδο ιδιοποίησης χρημάτων που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, παρ.8-24.
39. Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζω ότι η Εναγόμενη κατέστησε παραδεκτή τη θέση της Ενάγουσας όσο αφορά τα καθήκοντα της στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης της και δεν διαφαίνεται από το δικόγραφο της να ισχυρίζεται ότι είχε άλλα καθήκοντα πέραν των όσων δικογραφούνται από την Ενάγουσα. Συνεπώς, δεν τίθεται, κατά την άποψη μου ζήτημα διευκρινίσεων ως προς τα καθήκοντα που αναφέρεται η Εναγόμενη. Ούτε όμως, θεωρώ, ότι έχει υποχρέωση η Εναγόμενη να απαντήσει στις διάφορες μεθόδους που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι ιδιοποίησε χρήματα η Εναγόμενη, με τον τρόπο που η ίδια η Ενάγουσα καθορίζει, εφόσον, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η Ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών της.
40. Δεν κρίνεται δικαιολογημένη η παροχή των εν λόγω πληροφοριών.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Ειδικότερα και επιπλέον, η εναγόμενη λέγει ότι ουδέποτε έπραττε χωρίς τις εντολές της Διευθύντριας της εταιρείας, ήτοι κυρίας Μαρίνας Νικολάου και ουδέποτε «μονοπωλούσε» το σύστημα καταγραφής των εξόδων και πληρωμών της εταιρείας το οποίο χρησιμοποιούσαν επί καθημερινής βάσης τόσο η κυρία Νικολάου-προϊστάμενη και περισσότεροι εκπρόσωποι και/ή υπαλλήλοι και/ή αξιωματούχοι των εναγόντων. Το δε αρχείο ελέγχετο και από το τμήμα του εσωτερικού οικονομικού ελέγχου της εταιρείας ανά τακτά χρονικά διαστήματα»)
41. Η Ενάγουσα ζητεί από την Εναγόμενη, ειδικότερα σε σχέση με τις επτά μεθόδους ιδιοποίησης χρημάτων που περιγράφονται στις παραγράφους 8-24 της Έκθεσης Απαίτησης, όπως καθορίσει την έκταση που κατ’ ισχυρισμόν η Μαρίνα Νικολάου και/ή εκπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή αξιωματούχοι της Ενάγουσας, χρησιμοποιούσαν το σύστημα καταγραφής εξόδων, αλλά και ποια είναι τα εν λόγω πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούσαν επί καθημερινής βάσης το εν λόγω σύστημα. Σε συνάρτηση με τις προαναφερόμενες επτά μεθόδους ιδιοποίησης χρημάτων, η Ενάγουσα ζητεί επίσης περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τις οδηγίες που κατ’ισχυρισμό η Εναγόμενη έλαβε από την Μαρίνα Νικολάου. Επιπρόσθετα, ζητεί όπως η Εναγόμενη διευκρινίσει σε ποιο τμήμα εσωτερικού ελέγχου της Ενάγουσας, αναφέρεται η Εναγόμενη, ποιοι το αποτελούν, ως επίσης και τα χρονικά διαστήματα που κατ’ισχυρισμόν διενεργείτο ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας.
42. Όσο αφορά τις πληροφορίες ως προς τα πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούσαν επί καθημερινής βάσης το σύστημα, τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, θεωρώ ότι κατ’ αναλογίαν εφαρμόζουν και εδώ και υιοθετούνται από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ο καθορισμός της έκτασης που άλλα πρόσωπα χρησιμοποιούσαν το σύστημα, είμαι της άποψης ότι αποτελεί μαρτυρία που θα πρέπει να προσαχθεί προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη «μονοπωλούσε» το εν λόγω σύστημα, των οποίων η οποία Ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης. Δεν αναμένεται από την Εναγόμενη να προσαγάγει τα απαραίτητα στοιχεία για να απαλλάξει την Ενάγουσα από το βάρος απόδειξης της στο στάδιο αυτό. Από την άλλη οι οδηγίες που έλαβε από την προϊστάμενη της αποτελούν μαρτυρία, την οποία η ίδια η Εναγόμενη θα πρέπει να προσαγάγει, στη σφαίρα των επίδικων θεμάτων, και στο γενικότερο πλαίσιο της άρνησης του εναντίον της ισχυρισμού ιδιοποίησης χρημάτων, προς απόδειξη των δικών της ισχυρισμών και παροχή τους στο στάδιο αυτό δεν επιτρέπεται. Το ίδιο ισχύει και για τα χρονικά διαστήματα που κατ’ισχυρισμόν διενεργείτο ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας. Επίσης, δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνησης ως προς το τμήμα εσωτερικού ελέγχου της Ενάγουσας, στο οποίο αναφέρεται η Εναγόμενη και ποιοι το αποτελούν, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς της Ενάγουσας η αναγκαιότητα των σχετικών διευκρινήσεων μέσω της Ε/Δ-ΣΧ. Δεν ισχυρίζεται η πλευρά της Ενάγουσας, για παράδειγμα, ότι υφίστανται περισσότερα τμήματα και καθίσταται αναγκαίο να διευκρινιστεί το εν λόγω ζήτημα ή ότι δεν υφίσταται τέτοιο τμήμα.
43. Κρίνω πως η παροχή των συγκεκριμένων πληροφοριών, δεν δικαιολογείται.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Η εναγόμενη αρνείται κατηγορηματικά το περιεχόμενο των παραγράφων 25, 26 και 27…σχέσεων σε σχέση με τις ετήσιες άδειες της»)
44. Η Ενάγουσα επιθυμεί να δοθούν από την Εναγόμενη, πέραν της γενικής της άρνησης, λεπτομέρειες σε σχέση με τις θέσεις της στα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 25, 26 και 27 της Έκθεσης Απαίτησης ως και περισσότερες λεπτομέρειες όσο αφορά το παράπονο που κατ’ ισχυρισμόν υπέβαλε στο γραφείο εργασιακών σχέσεων σε σχέση με τις ετήσιες άδειες της.
45. Αρχικά αναφέρω ότι το ζήτημα του παραπόνου της Εναγόμενης, διαφαίνεται ότι ήταν ήδη σε γνώση της Ενάγουσας εφόσον στις σχετικές παραγράφους 25-27 της Έκθεσης Απαίτησης της, γίνεται εξειδικευμένη αναφορά σε αυτό και προβάλλεται και η σχετική θέση της Ενάγουσας. Δεν έχω πειστεί ως προς την αναγκαιότητα περαιτέρω πληροφοριών, κατόπιν της θέσης της Εναγόμενης, η οποία εξάλλου δεν αρνείται την υποβολή του συγκεκριμένου παραπόνου. Η παροχή τους δεν θα εξυπηρετούσε με οιονδήποτε τρόπο τον καθορισμό των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση και η υπεράσπιση, που έχουν να κάνουν με το κατά πόσο η Εναγόμενη, στο πλαίσιο των καθηκόντων της, προέβη σε ιδιοποίηση χρημάτων της Ενάγουσας. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ως προς το εν λόγω παράπονο, ευρίσκει έρεισμα στην γενικότερη δικογραφημένη θέση της, ότι η απόλυση της ήταν μεθοδευμένη και όχι αποτέλεσμα της ιδιοποίησης (βλ. παρ.15 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Περαιτέρω πληροφορίες επί αυτού του παραπόνου θα συνιστούσαν μαρτυρία προς υποστήριξη αυτής της γενικότερης θέσης της.
46. Συνακόλουθα, κρίνω πως η παροχή των συγκεκριμένων πληροφοριών, δεν δικαιολογείται.
Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι….μέχρι σήμερα να καταβάλουν στην ίδια»)
47. Η Ενάγουσα ζητεί από την Εναγόμενη να καθορίσει τα άτομα τα οποία κατ’ισχυρισμό της Εναγόμενης ευθύνονται για τις πράξεις, παραλείψεις και κακοδιαχείριση, και σε ποιες πράξεις κακοδιαχείρισης ακριβώς αναφέρεται.
48. Η θέση της Εναγόμενης, όντως, ως προς το εν λόγω ζήτημα τίθεται υπερβολικά γενικευμένα. Η αόριστη αναφορά σε παραλείψεις και κακοδιαχείριση από πλευράς της Ενάγουσας, ως και στην κάλυψη άλλων προσώπων από πλευράς της τελευταίας, εις βάρος της Εναγόμενης, αντίθετα με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της, αποτελεί θετικό ισχυρισμό και θέση η οποία, στην απουσία περαιτέρω λεπτομερειών και διευκρινήσεων, πιθανότατα να έθετε την Ενάγουσα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εξαπίνης και να οδηγούσε στον εκτροχιασμό της ακροαματικής διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης επίσης συνδέονται με την γενικότερη θέση της, ότι μεθοδεύτηκε η απόλυση της και δεν έγινε ως αποτέλεσμα της ιδιοποίησης χρημάτων από πλευράς της, η οποία αποτελεί ουσιώδες ζήτημα στην παρούσα διαδικασία.
49. Κρίνεται αναγκαίο όπως διευκρινιστεί το εν λόγω ζήτημα δια της παροχής των σχετικών αιτούμενων λεπτομερειών.
VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
50. Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς, και εκδίδεται διάταγμα διατάσσον την Εναγόμενη όπως, σε σχέση με την παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης, καθορίσει τα άτομα τα οποία κατ’ ισχυρισμό της ενδεχομένως ευθύνονται για τις πράξεις, παραλείψεις και κακοδιαχείριση, και σε ποιες πράξεις κακοδιαχείρισης ακριβώς αναφέρεται, δια της καταχώρησης απάντησης, ως προνοείται στο Μέρος 19 καν.1(3), εντός 30 ημερών από σήμερα. Η απάντηση να επιδοθεί στην άλλη πλευρά εντός της ίδιας προθεσμίας.
51. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι, η αίτηση έχει επιτύχει σε περιορισμένη έκταση και ότι η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων καταχωρώντας κατάλογο εξόδων ως προνοεί το Μέρος 39 καν.9(1). Για τον τελευταίο λόγο κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όσο αφορά τον συνοπτικό υπολογισμό από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου.
52. Συνεπακόλουθα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση, μειωμένα στο 1/3, ως υπολογιστούν από πλευράς του Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα εντός 14 ημερών από την επίδοση του εγκεκριμένου καταλόγου εξόδων.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Μέρος 1 καν.3 των ΝΚΠΔ: «1.3. Εφαρμογή από το δικαστήριο του πρωταρχικού σκοπού
(1) Το δικαστήριο επιδιώκει την υλοποίηση τού πρωταρχικού σκοπού κατά:
(α) την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας παρέχεται σε αυτό από τους κανονισμούς· ή
(β) την ερμηνεία οποιουδήποτε κανονισμού, εκτός αν οποιαδήποτε νομοθεσία ή κανονισμός προβλέπει διαφορετικά.».
[2] «18.1(1) The court may at any time order a party to –(a) clarify any matter which is in dispute in the proceedings; or (b) give additional information in relation to any such matter,whether or not the matter is contained or referred to in a statement of case.(2) Paragraph (1) is subject to any rule of law to the contrary.».
[3] King v Telegraph Group Ltd [2004] EWCA Civ 613, [2005] 1 WLR 2282: « [63] It will be observed that the emphasis, as always in the CPR, is on confining this part of any litigation (in which costs tended to get out of control in the pre-CPR regime) “strictly” to what is necessary and proportionate and to the avoidance of disproportionate expense.», βλ. επίσης Lexi Holdings (In Administration) v Pannone & Partners [2010] EWHC 1416 (Ch).
[4] HRH Prince Khaled Bin Abdulaziz Al Saud v Gibbs [2022] EWHC 706 (Comm), παρ.35.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο