Χ. Χ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1810/2020, 20/7/2026
print
Τίτλος:
Χ. Χ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1810/2020, 20/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ.Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

                                                                                                           Αρ. Αγωγής: 1810/2020

Μεταξύ:

           

Χ. Χ.

Ενάγοντα,

ν.

 

1.    ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

2.    ΑΡΧΗΓΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ

3.    ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

4.    ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ Μ. Β.

5.    ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ Α. Τ.

 

Εναγόμενων.

 

Προδικαστική Εκδίκαση Νομικών σημείων και/ή ενστάσεων

 

Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2025

 

Για τον Ενάγοντα: κ. Χ.Σ.Χριστοφόρου για ΧΡΙΣΤΟΣ Σ.ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ.

Για τους Εναγόμενους 1-5: κα Ζ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.   Σύμφωνα με την αξίωση επί της Έκθεση Απαίτησης του, ο Ενάγοντας διεκδικεί από τους Εναγόμενους 1-5 (στο εξής θα αναφέρονται μαζί ως οι «Εναγόμενοι») α) γενικές αποζημιώσεις για λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία, β) τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για τις πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά τους δια των οποίων επέτρεψαν και/ή συναίνεσαν και/ή παρείχαν βοήθεια και/ή συνδρομή στην δημοσίευση κειμένων που κατά τον ίδιο συνιστούν λίβελλο και/ή το περιεχόμενο των οποίων είναι δυσφημιστικό και/ή αναληθές και/ή ψευδές, και γ) Διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται όπως ο Εναγόμενος 2, προβεί σε καταγραφή στις Εβδομαδιαίες Διαταγές της Αστυνομίας την Απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 05/2018, έτσι ώστε να αποκατασταθεί το όνομα του Ενάγοντα.

 

2.   Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης η οποία ακολούθησε την από πλευράς του καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου ως Αρχιλοχίας και έχαιρε καλής φήμης, εκτίμησης και σεβασμού για το ακέραιο και αδιάβλητο του χαρακτήρα του, την εντιμότητα και το ήθος του μεταξύ συναδέλφων και στο κοινωνικό σύνολο. Στις 9/4/2018, ο Ενάγοντας εντοπίστηκε από τους Εναγόμενους 4 και 5 σε Σωματείο στην Λεμεσό στα πλαίσια εν εξελίξει επιχείρησης της Αστυνομίας (στο εξής η «Επίδικη Επιχείρηση») με σκοπό την διερεύνηση διάπραξης ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση του Περι Στοιχημάτων Νόμου. Ενώ ο Ενάγοντας έδωσε εξηγήσεις για την παρουσία του στο εν λόγω χώρο, αφού αποχώρησε, κλήθηκε μεταγενέστερα να δώσει σχετική κατάθεση. Στις 10/4/2018, μετά από εισήγηση του Εναγόμενου 3 προς τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος έθεσε σε διαθεσιμότητα τον Ενάγοντα με τον ισχυρισμό ότι εναντίον του διερευνάτο τόσο πειθαρχική όσο και ποινική υπόθεση. Για την έναρξη της πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας εναντίον του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 2 προέβηκε στην δημοσίευση εις τις εβδομαδιαίες διαταγές της Αστυνομίας Κύπρου πλην όμως καμία ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα. Η πειθαρχική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα και έλαβε αριθμό 05/2018 ολοκληρώθηκε στις 23/7/2020 με την απαλλαγή του Ενάγοντα από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.

 

3.   Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι α) οι Εναγόμενοι παράνομα, αυθαίρετα και/ή αδικαιολόγητα και/ή κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών απέδωσαν αναληθώς και/ή ψευδώς και/ή εσκεμμένα στον Ενάγοντα την διάπραξη πονικών αδικημάτων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει πειθαρχική διαδικασία και να τεθεί σε διαθεσιμότητα, β) οι Εναγόμενοι δεν προέβησαν σε οιεσδήποτε ενέργειες ως προς την διακρίβωση των αληθών και πραγματικών γεγονότων εις το κατά πόσον διέπραξε οποιονδήποτε αδίκημα ή επέδειξε οποιανδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά και/ή προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή ενήργησε κατ’αντίθεση της ιδιότητας του ως μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και προέβησαν σε παραποίηση και/ή ψευδείς καταχωρήσεις και κυκλοφορία τέτοιων καταχωρήσεων με αποτέλεσμα να τεθεί αδικαιολόγητα ο Ενάγοντας σε διαθεσιμότητα και ακολούθως να μετατεθεί σε άλλη επαρχία και γ) οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα επέτρεψαν και/ή παραπληροφόρησαν και/ή συναίνεσαν και/ή παρείχαν βοήθεια και/ή συνδρομή ώστε να υπάρξουν δημοσιεύματα σε συγκεκριμένες εφημερίδες τα οποία παρέπεμπαν και υποδείκνυαν σαφώς τον Ενάγοντα, τα οποία ήταν αναληθή και/ή ψευδή και έπλητταν τον χαρακτήρα του, την κοινωνική αλλά και επαγγελματική του ιδιότητα του ως μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου.

 

4.   Οι Εναγόμενοι, αφού εμφανίστηκαν στην διαδικασία δια της καταχώρησης σημειώματων εμφάνισης, καταχώρησαν κοινή Έκθεση Υπεράσπισης με την οποία ήγειραν πέντε προδικαστικές ενστάσεις. Μετά από αίτηση τους ημερ.19/4/24, με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερ.27/10/25, επιτράπηκε η εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων αρ.2 και 5, οι οποίες έχουν συνοπτικά ως ακολούθως

2η Προδικαστική Ένσταση: Κανένα αγώγιμο δικαίωμα δύναται να έχει ο Ενάγοντας έναντι των Εναγόμενων γιατί η αγωγή αφορά σε κατ’ισχυρισμό λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία τρίτων προσώπων και όχι σε πράξεις που έχουν σχέση με τους Εναγόμενους.

5η Προδικαστική Ένσταση: Η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2-5 πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ τους, καθότι αγωγές κατά της Δημοκρατίας εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.

 

5.   Κατά την ακρόαση των πιο πάνω ενστάσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους, οι οποίες κατατέθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο εκεί που κρίνεται από πλευράς του Δικαστηρίου σκόπιμο.

 

6.   Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρώτα την Πέμπτη Προδικαστική Ένσταση των Εναγόμενων, η οποία άπτεται των υποκειμενικών προϋποθέσεων άσκησης μια αγωγής στην βάση αστικού αδικήματος, και ειδικότερα, της νομιμοποίησης του Ενάγοντα να εγείρει την αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2-5.

Πέμπτη Προδικαστική Ένσταση: Η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2-5 πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ τους, καθότι αγωγές κατά της Δημοκρατίας εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.

7.   Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η αγωγή στρέφεται εναντίον των ακόλουθων:

α) Του Αρχηγού Αστυνομίας Κύπρου (Εναγόμενος 2), ο οποίος σύμφωνα με τον Ενάγοντα ευθύνεται για πάσα ζημιογόνο πράξη των υφιστάμενων αυτού εν ασκήσει των καθηκόντων των ή κατ’επίκληση των καθηκόντων αυτών, συνέπεια αμέλειας και/ή παραλείψεως και/ή αδίκου πράξεως και/ή ασύγγνωστης συμπεριφοράς και/ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, που συνίστατο στην μη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας εν σχέση με ισχυριζόμενο ποινικό αδίκημα και/ή ανάρμοστη και/ή ανήθικη συμπεριφορά που αποδίδετο στον Ενάγοντα και/ή επειδή αρνήθηκε να επιληφθεί παράπονο του Ενάγοντα που υποβλήθηκε στον εν λόγω Εναγόμενο που είχε ως συνέπεια την καταγραφή, δημοσίευση και κυκλοφορία ψευδών ειδήσεων σε σχέση με το πρόσωπο του Ενάγοντα,

β) του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (Εναγόμενος 3), ο οποίος σύμφωνα με τον Ενάγοντα ευθύνεται για πάσα ζημιογόνο πράξη των υφιστάμενων αυτού εν ασκήσει των καθηκόντων των ή κατ’επίκληση των καθηκόντων αυτών, συνέπεια αμέλειας και/ή παραλείψεως και/ή αδίκου πράξεως και/ή ασύγγνωστης συμπεριφοράς και/ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, που συνίστατο στην μη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας εν σχέση με ισχυριζόμενο ποινικό αδίκημα και/ή ανάρμοστη και/ή ανήθικη συμπεριφορά που αποδίδετο στον Ενάγοντα που είχε ως συνέπεια την καταγραφή, δημοσίευση και κυκλοφορία ψευδών ειδήσεων σε σχέση με το πρόσωπο του Ενάγοντα και ο οποίος εισηγήθηκε την διαθεσιμότητα του τελευταίου άνευ οποιασδήποτε νόμιμης αιτίας,

γ) του Εναγόμενου 4, υπό την ιδιότητα του ως ανώτερος υπαστυνόμος ο οποίος ήταν υπεύθυνος του Τμήματος Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων (Ο.Π.Ε.) και του Εναγόμενου 5, υπό την ιδιότητα του ως βοηθός υπεύθυνου του Τμήματος, οι οποίοι ήταν τα πρόσωπα που είχαν ηγηθεί της επίδικης επιχείρησης της Αστυνομίας.

8.   Περαιτέρω, η Απάντηση που καταχώρησε ο Ενάγοντας στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων,  στην παράγραφο 5 (όπου απαντά ο Ενάγοντας στη Πέμπτη Προδικαστική Ένσταση των Εναγόμενων) αναφέρει ότι η αγωγή έχει εγερθεί «δια του Γενικού Εισαγγελέα και ενός εκάστου των Εναγόμενων 2-5 ως υπαλλήλων της Δημοκρατίας για τις πράξεις και/ή ενέργειες και/ή παραλήψεις και/ή συμπεριφορά των κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και/ή ως αναγκαίων Εναγόμενων..».

 

9.   Ο Ενάγοντας, στην έκθεση απαίτησης του, ισχυρίζεται ότι με τον τρόπο δράσης των Εναγόμενων γενικά και ειδικά ενός εκάστου και, ειδικότερα, των δημοσιεύσεων που παρέπεμπαν και/ή υποδείκνυαν το ίδιον σε συνάρτηση με τα όσα εννοούνται στην φυσική και συνήθη σημασία των λέξεων αλλά και τα όσα υπονοούνται από αυτά, υπέστηκε επιπτώσεις σε μεγάλο βαθμό στην επαγγελματική του ανέλιξη, στην επαγγελματική και κοινωνική του υπόληψη ως επίσης στην κοινωνική και προσωπική του ζωή, και εκτέθηκε σε δημόσιο χλευασμό και εμπαιγμό με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ουσιωδώς τόσο κοινωνικά, επαγγελματικά και οικογενειακά.

 

10.          Το άρθρο 172 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα:

«Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.»

11.          Δηλαδή, η Δημοκρατία, με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος, ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο, άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους - [βλ. Phedias Kyriakides and The Republic (Minister of Interior) 1 R.S.C.C. 66, 74,· Eleni Vrahimi and Another and The Republic (Attorney-General) 4 R.S.C.C. 121,· Georghiou v. Attorney - General (1982) 1 C.L.R. 938,· Alexandrou v. Attorney-General (1983) 1 C.L.R. 41· και Pitsillos v. Republic (1984) 1 C.L.R. 780.

 

12.          Επιπρόσθετα, σχετικό με αγωγές που καταχωρούνται εναντίον της Δημοκρατίας είναι το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

«Αγωγαί υπό της Δημoκρατίας εvαvτίov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, και αγωγαί εκ μέρoυς oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά της Δημoκρατίας, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ. Τoιαύται αγωγαί, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ, θα εκδικάζωvται κατά τov αυτόv τρόπov, ως πρoς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτώv διαδίκωv.»

(η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)

13.          Επίσης, στην Πίτσιλλος Mόδεστος, Aρχηγός Kόμματος Δικαιοσύνης ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, Mέσω του Γενικού Eισαγγελέα και Άλλου (1994) 1 ΑΑΔ 268, η οποία αφορούσε αξίωση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, ως πρώτου Εναγόμενου, και του Αρχηγού της Αστυνομίας, ως δεύτερου Εναγόμενου, για αποζημιώσεις για το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Η Δημοκρατία, με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος, ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο, άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους - [βλ. Phedias Kyriakides and The Republic (Minister of Interior) 1 R.S.C.C. 66, 74· Eleni Vrahimi and Another and The Republic (Attorney-General) 4 R.S.C.C. 121· Georghiou v. Attorney – General (1982) 1 C.L.R. 938 Alexandrou v. Attorney-General (1983) 1 C.L.R. 41· Pitsillos v. Republic (1984) 1 C.L.R. 780].

Το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Αρ. 14/60), έχει τίτλο: "Αγωγαί υπό ή κατά της Δημοκρατίας" και προβλέπει μεταξύ άλλων:-

"... αγωγαί εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρωνται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως εναγομένου. Τοιαύται αγωγαί, τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού, θα εκδικάζωνται κατά τον αυτόν τρόπον, ως προς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτών  διαδίκων."

Ο τίτλος της αγωγής, με τον πρώτο εναγόμενο όπως έχει, αποτελεί ουσιαστική συμμόρφωση και δεν είναι αντίθετος με τις πρόνοιες του Άρθρου 57.

Ο δεύτερος εναγόμενος δεν μπορούσε να ήταν διάδικος στην παρούσα αγωγή.

Ο εφεσείων, για να επετύγχανε στην αγωγή του, έπρεπε να αποδείκνυε τη διάπραξη από υπάλληλο της Δημοκρατίας του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του.»

14.          Εν προκειμένω, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα αποτελεί ήδη Εναγόμενο (Εναγόμενη 1) στην παρούσα διαδικασία, η αγωγή στρέφεται και εναντίον των Εναγόμενων 2-5. Από τις δικογραφημένες θέσεις και των δύο πλευρών προκύπτει ως μη αμφισβητούμενο υπόβαθρο ότι οι Εναγόμενοι 2-5 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως υπάλληλοι της Κυπριακής Δημοκρατίας για πράξεις και/ή ενέργειες και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά των κατά την εκτέλεση των καθηκόντων. Το εναντίον τους αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, με βάση την δικογραφία, εδράζεται σε λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Σχετικός δηλαδή είναι ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος (Κεφ.148), και ειδικότερα, τα άρθρα 17-25. Το Άρθρο 4 του Κεφ.148, περιορίζει την δυνατότητα καταχώρησης αγωγής σε σχέση με οποιοδήποτε αστικό αδίκημα εναντίον ορισμένων προσώπων, αλλά το εδάφιο (2) εξαιρεί τους λειτουργούς της Δημοκρατίας όταν ευθύνονται για οποιοδήποτε αστικό αδίκημα που διαπράττεται από αυτούς και νοουμένου ότι ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

 

15.          Στην υπό εξέταση περίπτωση, η αγωγή, πέραν της Εναγόμενης 1, στρέφεται και εναντίον του Αρχηγού Αστυνομίας Κύπρου (Εναγόμενου 2) και Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (Εναγόμενου 3), χωρίς να κατονομάζονται οιαδήποτε πρόσωπα που τελούσαν υπό τις αναφερόμενες ιδιότητες κατά τον επίδικο χρόνο στον τίτλο της αγωγής, στην Έκθεση Απαίτησης ή την Απάντηση στην Υπεράσπιση, που καταχώρησε ο Ενάγοντας. Συνακόλουθα, και κατ’εφαρμογήν της πιο πάνω νομικής πτυχής, εφόσον δεν ενάγονται προσωπικά τα άτομα πίσω από τις αναφερόμενες ιδιότητες, η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη.

 

16.          Από την άλλη, σε σχέση με τους Εναγόμενους 4 και 5, ο Ενάγοντας κατονομάζει τα πρόσωπα που τελούσαν υπό τις αναφερόμενες στον τίτλο της αγωγής ιδιότητες, δηλαδή ως Ανώτερος Υπαστυνόμος και Αναπληρωτής Υπαστυνόμος, αντίστοιχα. Παραταύτα, από αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, στα οποία αναφορά γίνεται πιο πάνω, διαφαίνεται ότι τα εν λόγω πρόσωπα ενάγονται υπό τις εν λόγω ιδιότητες τους, δηλαδή ως υπάλληλοι της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ενάγονται σε σχέση με ενέργειες και/ή παραλείψεις τους στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους υπό την ιδιότητα τους αυτή. Ως αποτέλεσμα, ούτε οι Εναγόμενοι 4 και 5, ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα και η αγωγή εναντίον τους πρέπει να απορριφθεί.

 

Δεύτερη Προδικαστική Ένσταση: Κανένα αγώγιμο δικαίωμα δύναται να έχει ο Ενάγοντας έναντι των Εναγόμενων γιατί η αγωγή αφορά σε κατ’ισχυρισμό λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία τρίτων προσώπων και όχι σε πράξεις που έχουν σχέση με τους Εναγόμενους.

 

17.          Σύμφωνα με τα δικόγραφα του Ενάγοντα, οι ισχυριζόμενες ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγόμενων οδήγησαν στην δημοσίευση δυσφημιστικών και/ή ψευδών κειμένων στις εφημερίδες τις οποίες κατονομάζει στην Έκθεση Απαίτησης του αλλά εναντίον των οποίων δεν στρέφεται η παρούσα διαδικασία. Στην εν λόγω βάση, ο Ενάγοντας ζητεί από τους Εναγόμενους 1-5 αποζημιώσεις ως εξής:

 

Α. Γενικές αποζημιώσεις για λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία του Ενάγοντα από τους Εναγόμενους, η οποία έλαβε χώρα υπό συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω και ειδικότερα εις την υποπαράγραφο «Γ» της παραγράφου 16, κάτω από τον τίτλο ‘Λεπτομέρειες’ από την συγγραφή και/ή κυκλοφορία και/ή δημοσίευση στις προαναφερόμενες εφημερίδες, λιβέλου και/ή δυσφημιστικού κειμένου και/ή αναληθούς και/ή ψευδούς κειμένου και/ή σχόλιου.

 

Β. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές (exemplary) και/ή επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων, οι οποίοι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά των και/ή αδίκου πράξεως επέτρεψαν και/ή συναίνεσαν και/ή παρείχαν βοήθεια και/ή συνδρομή στην δημοσίευση των κειμένων που αναφέρονται ανωτέρω και ειδικότερα στην υποπαράγραφο «Γ» της παραγράφου 16, κάτω από τον τίτλο ‘Λεπτομέρειες’ τα οποία συνιστούν λίβελλο και/ή δυσφημιστικό κείμενο και/ή αναληθούς και/ή ψευδούς κειμένου και/ή σχολίου.

 

18.          Προκύπτει δηλαδή από τα δικόγραφα του Ενάγοντα, σε συνάρτηση με τις αξιώσεις του, ότι το παράπονο το εναντίον των Εναγόμενων 1-5, συνδέεται άρρηκτα με τον ισχυριζόμενο λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία στην βάση των κειμένων στις κατονομαζόμενες από πλευράς του εφημερίδες, αλλά δεν αμφισβητείται από πλευράς του η θέση των Εναγόμενων ότι αυτές αποτελούν ή ελέγχονται τρίτα πρόσωπα, και συνεπώς δεν είναι μέρος της παρούσας διαδικασίας. Αυτό που αποδίδεται στους Εναγόμενους είναι ότι με τη συμπεριφορά τους συνέδραμαν και/ή συναίνεσαν και/ή βοήθησαν στην δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, αλλά όχι ότι οι ίδιοι δημοσίευσαν αυτά.

 

19.          Ο Ενάγοντας, ειδικότερα, με βάση την δικογραφία του ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 3-5, προέβησαν στη σύνταξη αναληθών επιστολών και σημειωμάτων προς τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ακολούθως προέβηκε σε δημοσίευση εις τις εβδομαδιαίες διαταγές της Αστυνομίας Κύπρου και ότι, όλοι οι Εναγόμενοι επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν και/ή παρείχαν βοήθεια και/ή συνδρομή στην δημοσίευση  στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και/ή σε εφημερίδες Παγκύπριας κυκλοφορίας αποδίδοντας στον Ενάγοντα την διάπραξη ποινικών αδικημάτων.

 

20.          Ως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγόμενων, με βάση την δικογραφία, εδράζεται σε λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Σχετικός δηλαδή είναι ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος (Κεφ.148), και ειδικότερα, τα άρθρα 17-25.

 

21.          Στο Σύγγραμμα των Αρτέμη – Ερωτοκρίτου ‘Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις’ τόμος 1, σελ. 62 αναφέρονται ποια στοιχεία πρέπει να αποδείξει ο Ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμιση, και τα οποία είναι τα ακόλουθα: (α) Ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) Ότι τούτο αναφερόταν σε αυτόν και (γ) Ότι δημοσιεύτηκε. Σημειώνεται ότι ο λίβελος αποτελεί κατηγορία δυσφήμισης, και εφαρμόζουν επίσης οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας επίσης προαπαιτεί δημοσίευση δήλωσης, ισχυρισμού ή πληροφορίας.[1] Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου ‘Δυσφήμηση στο Κυπριακό & Ευρωπαϊκό Δίκαιο’, έκδοση 2019, σελ. 23-30,  η έννοια της δημοσίευσης συνεπάγεται «κοινοποίηση» σε κάποιο τρίτο άτομο (‘communication’) και σε περίπτωση δημοσίευσης ή αναμετάδοση δυσφημιστικής δήλωσης η οποία δημοσιεύτηκε, νομική ευθύνη έχουν όλα τα πρόσωπα που εν γνώσει τους έλαβαν μέρος σε αυτή και εδράζεται στο τι θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση.

 

22.          Συμπληρωματικά των πιο πάνω, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κεφ.148, «[α]v δύο ή περισσότεροι ευθύvovται παράλληλα βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για οποιαδήποτε πράξη και η πράξη αυτή συνιστά αστικό αδίκημα, τα πρόσωπα αυτά ευθύvovται από κoιvoύ για την πράξη αυτή ως συvαδικoπραγήσαvτες, και δύvαvται να εvαχθoύv για το σκοπό αυτό από κoιvoύ ή χωριστά…». Ανεξάρτητα από το άρθρο 11, οι αρχές που διέπουν την εκ προστήσεως ευθύνη (‘vicarious liability’) ισχύουν και σε σχέση με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, και συνεπώς εργοδοτούμενος έχει προβεί σε δυσφημιστική δημοσίευση κατά την εκτέλεση της εργασίας του έχει ευθύνη όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και ο εργοδότης του (βλ. άρθρο 13 του Κεφ.148).  Σύμφωνα με το άρθρο 12(1)(α) του Κεφ.148, ευθύνη για πράξεις που τελέστηκαν από πρόσωπα άλλα από εργοδοτούμενους[2], έχει για τους σκοπούς του Κεφ.148, «κάθε πρόσωπο που συνεργεί, παρέχει συvδρoμή, εξoυσιoδoτεί, συμβουλεύει, διατάσσει, προάγει ή εγκρίνει πράξη που τελέστηκε ή πρόκειται να τελεστεί από άλλο πρόσωπο, ευθύνεται για την πράξη αυτή͘..».

 

23.          Στην βάση των πιο πάνω, και έχοντας υπόψη την κρίση μου επί της πέμπτης προδικαστικής ένστασης, κρίνω ότι είναι δυνατή η έγερση της αγωγής εναντίον προσώπων που δεν δημοσίευσαν οι ίδιοι τα ισχυριζόμενα δυσφημιστικά ή αναληθή δημοσιεύματα και, συνεπώς, ο Ενάγοντας νομιμοποιείτο στην έγερση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 για κατ’ ισχυρισμόν συμπεριφορά των υπαλλήλων της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων.

 

24.          Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η  δεύτερη προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, απορρίπτεται.

 

25.          Από την άλλη, η πέμπτη προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης εγκρίνεται και η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5, απορρίπτεται.

 

26.          Όσο αφορά τα έξοδα της αγωγής και της αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, αλλά λαμβάνεται υπόψη ότι οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων πέτυχαν μερικώς, ότι η αγωγή, παρά το αποτέλεσμα εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων των Εναγόμενων, εξακολουθεί να εκκρεμεί εναντίον της Εναγόμενης 1 και ότι οι Εναγόμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης.

 

27.          Συνακόλουθα, τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων των εξόδων της Αίτησης ημερ.19/4/24 και συνακόλουθης διαδικασίας, στην έκταση που σχετίζετο με την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα στο 1/2. Επιδικάζεται ένα σετ εξόδων.

 

28.          Όσο αφορά την Εναγόμενη 1, εφόσον η προδικαστική ένσταση που την αφορούσε, έχει αποτύχει, τα έξοδα της Αίτησης ημερ.19/4/24 και συνακόλουθης διαδικασίας, στην έκταση που σχετίζετο με την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα στο 1/2, και θα είναι πληρωτέα με την ολοκλήρωση της αγωγής.

 

 

 

                                   

                                                                                                (Υπ.)............................

                                                                                               Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής 

 

 

 

 

 



[1] Βλ. Άρθρο 25, Κεφ.148.

[2] Βλ. Άρθρο 2 του Κεφ.148: "υπηρέτης" σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο του oπoίoυ η εργασία ελέγχεται από τον κύριο με τον τρόπο αυτό: Νοείται ότι καvέvα πρόσωπο που τελεί στην υπηρεσία της Δημοκρατίας ή της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας ή του Τμήματος Εβκάφ ή οποιουδήποτε Δήμου ή οποιουδήποτε προσώπου δεν θεωρείται ως o κύριος ή υπηρέτης οποιουδήποτε άλλου προσώπου που τελεί στις υπηρεσίες αυτές αvτίστoιχα.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο