ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 868/2023 (i-justice)
Μεταξύ:
DRAWSTITCH INTERNATIONAL LTD
Ενάγουσας,
ν.
Μ. Β.
Εναγόμενου.
Αίτηση ημερομηνίας 3[1]/10/2024
για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης
Ημερομηνία: 5 Μαρτίου, 2026
Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια:
κα Λ. Γεωργίου για M.ECONOMIDES KRANOS & CO LLC
(Κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης: Γεώργιος Διογένους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.)
Για τον Εναγόμενο / Καθ’ου η Αίτηση:
κα Μ.Τριγγίδου για Χάρης Δ.Δημητρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Μέσω της υπό εξέταση αίτησης (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Αίτηση»), η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Ενάγουσα») ζητεί άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η από πλευράς της καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης της ημερομηνίας ημερ.18[2]/5/2023 (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση»).
2. Μέσω της Κυρίως Αίτησης, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση διάφορων προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου/Καθ’ου η Αίτηση (στο εξής ο «Εναγόμενος»), περιλαμβανομένων απαγορευτικής φύσεως διατάγματος σε σχέση με την προώθηση από πλευράς του συγκεκριμένων διαδικασιών με σκοπό την κατοχύρωση διεθνούς και ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (πατέντας). Περαιτέρω, ζητείται η έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal για την αποκάλυψη εγγράφων σε σχέση με, μεταξύ άλλων, τις προαναφερόμενες διαδικασίες και τραπεζικούς λογαριασμούς, διάταγμα που να επιτρέπει στην Ενάγουσα να αξιοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα ή πληροφορίες στα πλαίσια άλλων διαδικασιών, διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) και απαγορευτικό διάταγμα δια του οποίου να αποτρέπεται η καταστροφή και/ή αλλοίωση των εγγράφων και/ή δεδομένων των οποίων επιδιώκεται η αποκάλυψη.
II. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ
ΑΙΤΗΣΗ
3. Η Ενάγουσα στις 3[3]/10/2024 καταχώρησε την Αίτηση, και ζητεί άδεια του Δικαστηρίου που να της επιτρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση, συμπληρωματική της ένορκης δήλωσης του Ι.Δ. ημερ.17/5/2023 (στο εξής η «αρχική ΕΔ») που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση.
4. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί την Ενάγουσα (στο εξής η «ΕΔ-ΜΡ») στην οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (στο εξής η «προτεινόμενη ΣΕΔ»).
5. Η ενόρκως δηλούσα στην ΕΔ-ΜΡ αναφέρει την εξουσιοδότηση της και την πηγή της πληροφόρησης της σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η προτεινόμενη ΣΕΔ, αποσκοπεί στην παρουσίαση και παράθεση ενώπιον του Δικαστηρίου διευκρινήσεων και για σκοπούς δέουσας τοποθέτησης, αντίκρουσης και απάντησης ισχυρισμών του Εναγόμενου, ομνύοντα στην ένορκη δήλωση ημερ.27/7/2023 η οποία υποστηρίζει την ένσταση του (στο εξής η «ΕΔ-ΜΒ»).
6. Σύμφωνα με την ΕΔ-ΜΡ, επιδιώκεται συγκεκριμένα η αντίκρουση των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 13-19, 24, 25.13-25.16, 25.2-25.6 και 43-45 της ΕΔ Ένστασης, οι οποίοι είναι, κατά την ομνύουσα, ψευδείς και παραπλανητικοί και είναι αναγκαίο όπως διευκρινιστούν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί του αληθούς υπόβαθρου γεγονότων. Ειδικότερα αποσκοπείται η απάντηση και αντίκρουση δια τεκμηρίων στα ακόλουθα: (α) τους ψευδείς ισχυρισμούς περί δήθεν ύπαρξης σχέσης οιονεί συνεταιρισμού, (β) τις αναληθείς αναφορές και ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί δήθεν πατεντών που ενεγράφησαν επ’ονόματι του ΙΔ και δήθεν εκχωρήθηκαν στην Ενάγουσα, (γ) τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί της κατ’ισχυρισμό απόσυρσης των αιτήσεων του για εγγραφή πατέντας, (δ) για την έκβαση των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων και (ε) την παράθεση γεγονότων που ανέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της αρχικής ΕΔ, επί των οποίων βασίζεται η Κυρίως Αίτηση της Ενάγουσας και οι οποίες καταδεικνύουν την αναλήθεια των ισχυρισμών του Εναγόμενου και δη, περί της προώθησης αιτήσεων ευρεσιτεχνίας (πατεντών) αναφορικά με το πρόσωπο του Εναγόμενου.
ΕΝΣΤΑΣΗ
7. Η Αίτηση προσέκρουσε σε σχετική Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε από πλευράς του Εναγόμενου στην οποία εκτίθενται συνολικά 20 λόγοι ένστασης, οι οποίοι δύναται να συνοψισθούν ως εξής: 1. Η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει «καλό λόγο» για τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης, 2. Η προτεινόμενη ΣΕΔ αποτελεί επιχειρηματολογία και/ή σχολιασμό και/ή επανάληψη και/ή επέκταση και/ή διόρθωση ισχυρισμών που έχουν ήδη τεθεί μέσω της αρχικής ΕΔ, και περιλαμβάνει απαράδεκτη και/ή άσχετη και/ή καταχρηστική μαρτυρία με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ισχυρισμούς που ήταν ήδη γνωστοί και μπορούσαν να προβληθούν κατά την καταχώρηση της Αρχικής ΕΔ, 3. Η προτεινόμενη ΣΕΔ είναι απαντητική και όχι συμπληρωματική, 4. Η Ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Διακστήριο με καθαρά χέρια αλλά κακόπιστα, 5. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του Εναγόμενου και θα επηρεάσει τα συνταγματικά του δικαιώματα για δίκαια δίκη και θα οδηγήσει στην ανάγκη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και από πλευράς του Εναγόμενου, 6. Η αίτηση είναι αόριστη, έχει καταχωρηθεί με υπερβολική καθυστέρηση και συνιστά καταφρόνηση και κατάχρηση της διαδικασίας, και 7. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
8. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί την Ενάγουσα (στο εξής η «ΕΔ-ΜΤ»), η οποία δηλώνει την εξουσιοδότηση της, τον λόγο που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και την πηγή της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπό κρίση διαφοράς και επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει η Αίτηση να απορριφθεί, με αναφορά στους λόγους ένστασης και το περιεχόμενο της προτεινόμενης ΣΕΔ.
III. ΑΚΡΟΑΣΗ
9. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, μέσω γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνήγορους των μερών, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους.
10. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις, σε συνάρτηση με την δικογραφία της αγωγής, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.
IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
11. Η αίτηση και ένσταση εδράζονται, μεταξύ άλλων, επί της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, ο θεσμός 4(2) της εν λόγω διαταγής προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η προαναφερόμενη διάταξη παρέχει επίσης, εφόσον καταδεικνύεται καλός λόγος, την δυνατότητα εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
12. Η τεκμηρίωση «καλού λόγου», σύμφωνα με τη νομολογία, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολιτική Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας. 03/11/2016). Μπορεί να διαπιστωθεί ότι υφίσταται στις περιπτώσεις που υπάρχει αμφισβήτηση ή διάσταση αναφορικά με γεγονότα, τα οποία όμως είναι ουσιώδη για τους σκοπούς της εκάστοτε υπό συζήτηση αίτησης, κατά τρόπο που το Δικαστήριο να έχει υπόψη του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. A. Messios &; Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα (Αρ. 1) (2010) 1Α Α.Α.Δ. 195).
13. Το λεκτικό της Δ.48, θ.4(2)[4] υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα (βλ.Κώστα ν. Κώστα (2003) 1 Α.Α.Δ. 269).
14. Στην Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Π.Ε. 321/2010, ημερ. 17.07.2014, όπου, αφού διακηρύχτηκε ότι σε διαδικασίες ως η υπό εξέταση σπάνια δίδεται η άδεια για αντεξέταση, υπεδείχθη παράλληλα ότι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, δεν φαίνεται να τεκμηριώνει «καλό λόγο» για την εξασφάλιση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως η δυνατότητα αυτή παρέχεται από την Δ.48 Θ.4(2) των Διαδικαστικών Κανονισμών. Αναφέρθηκε όμως ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας.
15. Επίσης, στην υπόθεση ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΑΡ.1) (2012) 1Α Α.Α.Δ 643, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την προβολή επιχειρηματολογίας, σχολίων επί της μαρτυρίας και επαναλήψεις των ίδιων θέσεων στα πλαίσια αίτησης για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης:
«Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητείται να καταχωρηθεί, της κας Βερεγγάριας Παπακόκκινου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι περισσότερο επιθυμούν οι εφεσείουσες να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου πέραν της επανάληψης του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 12.7.2011 και της επιχειρηματολογίας τους. Ούτε όμως η επανάληψη, ούτε και η επιχειρηματολογία των εφεσειουσών, δικαιολογούν το ζητούμενο διάταγμα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. »
V. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ
16. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, σημαντικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας που επιδιώκει να εξυπηρετήσει η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην παρούσα περίπτωση, η εν λόγω διαδικασία αφορά αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
17. Καθιερωμένη αρχή της νομολογίας είναι ότι στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας των εκατέρωθεν εκδοχών των διαδίκων, ούτε και καταλήγει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (βλ.Zondrvan Group Ltd και Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α, Πολ. Έφεση αρ.Ε64/2015, ημερ.20.07.21, ECLI:CY:AD:2021:A342, ECLI:CY:AD:2021:A342 και Mints κ.α v. Shiskin, Πολ. Έφεση αρ.Ε69/20 σχ. με Ε70/20 και Ε71/20, ημερ.10.01.24.
18. Στο επίκεντρο κάθε αιτήματος για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, περιλαμβανομένων διαταγμάτων τύπου «Norwich», είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960.[5] Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60.
19. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557 όπως και στη Νομολογία που ακολούθησε (βλ. Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782 και Πουργουρίδη v. Μέζου (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Απαιτείται όπως ο αιτητής αποδείξει ότι i) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ii) υπάρχουν καλές πιθανότητες ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης και iii) εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Σε περίπτωση που πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διεργασία γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». (βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1Α.Α.Δ. 255 και Mints κ.α vs. Shishkin κ.α., Πολ.Εφ.αρ. Ε70/20, Ε69/20 και Ε71/20, ημ.10/1/24). Στο συγκεκριμένο πλαίσιο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών και οφείλει να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους ολιγότερους κινδύνους αδικίας (βλ.Ευστρατίου v. Dickran Ouzounian and Company Ltd (2014) 1Α Α.Α.Δ. 212).
20. Περαιτέρω, σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου «Norwich», το Δικαστήριο εξετάζει επιπρόσθετα και τις ειδικές προϋποθέσεις[6] που πρέπει να συντρέχουν, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: i) πρέπει να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό να έχει λάβει χώρα μία αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγούντα, ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος, και iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση, πρέπει α) να έχει αναμιχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.
21. Το Δικαστήριο στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo (1984) 1 CLR 263). Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να παραβλάψουν τα δικαιώματα των διαδίκων. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της» (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 731, ECLI:CY:AD:2014:A220).
22. Με αναφορά στις σχετικές παραγράφους της προτεινόμενης ΣΕΔ και έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, αξιολογώ πιο κάτω κατά πόσο έχει τεκμηριωθεί από πλευράς της Ενάγουσας, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, «καλός λόγος» ώστε να ασκήσει το παρών Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια προς παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Διευκρινίζω ότι δεν θα επεκταθώ στις παραγράφους 1-4 και 10, οι οποίες κρίνω ότι καλύπτουν προκαταρκτικά και τυπικά ζητήματα αποτελώντας αναγκαία εισαγωγή για σκοπούς συνέχειας και συνοχής της προτεινόμενης ΣΕΔ.
23. Παράγραφος αρ.5 και υπο-παραγράφοι 5.1-5.5 της προτεινόμενης ΣΕΔ:
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ΕΔ-ΜΡ και της προτεινόμενης ΣΕΔ, μέσω των πιο πάνω, η πλευρά της Ενάγουσας επιδιώκει να απαντήσει, αντικρούσει και καταρρίψει αναληθείς ισχυρισμούς του Εναγόμενου που προβάλλονται στην ΕΔ-ΜΒ παραγράφους 25.13 έως και 25.15, αναφορικά με πατέντες που ενεγράφησαν επ’ονόματι του ομνύοντα στην αρχική ΕΔ.
Με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον μου, και έχοντας πάντοτε υπόψη τις προϋποθέσεις που εφαρμόζουν στην εξέταση της Κυρίως Αίτησης από πλευράς του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που να καθιστά αναγκαία την συμπερίληψη της προαναφερόμενης θέσης της Ενάγουσας στην ενδιάμεση διαδικασία.
Οι ισχυρισμοί των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή σχετίζονται συγκεκριμένα με το πρόσωπο του ομνύοντα στην αρχική ΕΔ, ο οποίος προέβηκε στην τελευταία ως μέτοχος, εργοδοτούμενος και εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας, αλλά δεν αφορούν την ίδια την Ενάγουσα, η οποία αποτελεί νομική νομική προσωπικότητα ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τα μέλη της.[7]
Ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα βασίζει την αγωγή και την Κυρίως Αίτηση, την τελευταία υπό το πρίσμα των πιο πάνω αναφερόμενων προϋποθέσεων, σε κατ’ισχυρισμόν παράβαση καθηκόντων επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης (‘fiduciary duties’) που όφειλε ο Εναγόμενος προς την Ενάγουσα, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή μέλος της, και ισχυριζόμενη παράβαση από πλευράς του της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργοδότησης.
Εκ πρώτης όψεως, οι ισχυρισμοί των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή, δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της Κυρίως Αίτησης. Το εν λόγω σκέλος της προτεινόμενης ΣΕΔ φαίνεται να αποσκοπεί αποκλειστικά στην απάντηση των ισχυρισμών του Εναγόμενου, που από μόνο του, δεν αποτελεί «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ειδικότερα εφόσον το Δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει τις αμφισβητούμενες μεταξύ των διαδίκων εκδοχές, ούτε θα καταλήξει σε ευρήματα ως προς την αξιοπιστία των ομνύοντων στο παρόν πλαίσιο και στάδιο.
24. Παράγραφος αρ.6 και υπο-παραγράφοι αρ.6.1-6.6 της προτεινόμενης ΣΕΔ:
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ΕΔ-ΜΡ και της προτεινόμενης ΣΕΔ, μέσω των πιο πάνω, η πλευρά της Ενάγουσας επιδιώκει να απαντήσει, αντικρούσει και καταρρίψει τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς του Εναγόμενου που προβάλλονται στην ΕΔ-ΜΒ παραγράφους 25.2 έως και 25.6, και να θέσει το αληθές υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με την ισχυριζόμενη απόσυρση αιτήσεων για εγγραφή πατέντας.
Αρχικά, σημειώνω ότι στην υπο-παράγραφο 6.1 της προτεινόμενης ΣΕΔ φαίνεται απλά να επαναλαμβάνεται με περισσότερη λεπτομέρεια και αναφορές σε έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια, τα όσα σχετικά έχουν ήδη προβληθεί στην ΕΔ-ΜΒ, και συνεπώς δεν θεωρώ ότι προστίθεται οτιδήποτε περισσότερο με την συμπερίληψη τους στην ενδιάμεση διαδικασία.
Ούτε διαπιστώνεται από πλευράς του Δικαστηρίου πως οι ισχυρισμοί των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή μέσω της υπο-παραγράφου 6.2 θα εξυπηρετήσουν τα επίδικα ζητήματα που περιβάλλουν την Κυρίως Αίτηση.
Από την άλλη, οι υπο-παραγράφοι 6.3-6.6 της προτεινόμενης ΣΕΔ φαίνεται να αποσκοπούν στην παράθεση ολοκληρωμένης εικόνας της διαδικασίας σε σχέση με την απόρριψη των αιτήσεων του Εναγόμενου για εγγραφή προτεραιότητας πατέντας. Η θέση του Εναγόμενου είναι ότι η επίδικη αίτηση για προτεραιότητα πατέντας ακυρώθηκε λόγω μη καταβολής των σχετικών τελών και χρησιμοποιήθηκε σε νέα αίτηση που υπέβαλε εκ μέρους τρίτου, αλλά εν τέλει και οι δύο αιτήσεις αποσύρθηκαν. Η μαρτυρία που επιχειρεί να εισαγάγει η Ενάγουσα αφορά ουσιαστικά την δυνατότητα ανατροπής και αναβίωσης των εν λόγω διαδικασιών παρά την απόσυρση τους από τον Εναγόμενο, με αφορμή το Τεκμήριο 17 της ΕΔ-ΜΒ, το οποίο φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της αρχικής ΕΔ. Έχοντας υπόψη ότι αντικείμενο του προσωρινού διατάγματος που ζητείται μέσω της Κυρίως Αίτησης είναι άμεσα συνδεδεμένο με την καταχώρησης και προώθησης διαδικασιών της εν λόγω φύσεως από πλευράς του Εναγόμενου, σε συνάρτηση με τις σχετικές προϋποθέσεις που εφαρμόζουν και του βάρους απόδειξης που κείται στους ώμους της Ενάγουσας στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις συντρέχει καλός λόγος όπως επιτραπεί η εισαγωγή της εν λόγω μαρτυρίας.
25. Παράγραφος αρ.7 και υπο-παραγράφοι 7.1-7.5 της προτεινόμενης ΣΕΔ:
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ΕΔ-ΜΡ και της προτεινόμενης ΣΕΔ, μέσω των πιο πάνω, η πλευρά της Ενάγουσας επιδιώκει να απαντήσει, αντικρούσει και καταρρίψει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που προβάλλονται στην ΕΔ-ΜΒ παραγράφους 24 και 43 έως και 46, και να θέσει το αληθές υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με α) την έγκληση (μήνυση) του Εναγόμενου με αριθμό Ε22-1542 στην Ελλάδα εναντίον του ομνύοντα στην αρχική ΕΔ και του Κωνσταντίνου Αγγελάκη, β) την απόφαση υπ’ αριθμό 3134/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με ημερομηνία δημοσίευσης 6/3/2023 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ασφαλιστικών του Εναγόμενου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης (ΓΑΚ) 22200/2022, γ) την απόφαση υπ’ αριθμό 10367/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με ημερομηνία δημοσίευσης 25/7/2023 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ασφαλιστικών του Εναγόμενου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης (ΓΑΚ) 22200/2022 και δ) τη δικαστική διαμάχη για τον εταιρικό τηλεφωνικό αριθμό της θυγατρικής εταιρείας της Ενάγουσας, η οποία σύμφωνα με την ΕΔ-ΜΒ εκκρεμεί στην Ελλάδα.
Όσο αφορά τις υπο-παραγράφους 7.1-7.4 της προτεινόμενης ΣΕΔ, σε σχέση με την ύπαρξη και εκκρεμότητα των αναφερόμενων νομικών διαδικασιών στην Ελλάδα, εισαγωγή των εν λόγω ισχυρισμών δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε με οποιοδήποτε τρόπο τις ανάγκες της διαδικασίας έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων που αιτείται η Ενάγουσα, αντιθέτως θα περιέπλεκε αυτή αχρείαστα. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να εμπλέκεται άμεσα η Ενάγουσα στις εν λόγω διαδικασίες ούτε φαίνεται το αποτέλεσμα αυτών να άπτεται των προϋποθέσεων που θα εξετάσει στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας του Δικαστήριο. Περαιτέρω, σε κάποια έκταση επαναλαμβάνονται ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν ήδη τεθεί μέσω της Αρχικής ΕΔ. Επίσης, δεν αποτελεί «καλό λόγο» η προσκόμιση μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας για να καταδειχθεί ότι ο αντίδικος προβαίνει σε ‘αναλήθειες’, ειδικότερα όταν δεν εξυπηρετούνται με οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα ζητήματα της ενδιάμεσης διαδικασίας. Ως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, δεν αναμένεται το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αμφισβητούμενων μεταξύ των διαδίκων εκδοχών στο στάδιο αυτό.
Είμαι της άποψης ότι τα πιο πάνω ισχύουν κατ’ αναλογία και επί του περιεχομένου της υπό-παράγραφο 7.5, εφόσον το νόμιμο της παύσης του Εναγόμενου δεν φαίνεται να αποτελεί άξονα του πραγματικού υποβάθρου επί του οποίου βασίστηκε η Κυρίως Αίτηση, ως εκ τούτου δεν θεωρώ ότι καθίσταται αναγκαία η εισαγωγή απαντητικής μαρτυρίας.
26. Παράγραφος αρ.8 και υπο-παράγραφοι 8.1-8.7 της προτεινόμενης ΣΕΔ:
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ΕΔ-ΜΡ και της προτεινόμενης ΣΕΔ, μέσω των πιο πάνω, η πλευρά της Ενάγουσας επιδιώκει να αντικρούσει και καταρρίψει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που προβάλλονται στην ΕΔ-ΜΒ παραγράφους 13 έως και 19, και να θέσει το αληθές υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με την ύπαρξη οιονεί συνεταιρισμού μεταξύ των μετόχων της Ενάγουσας.
Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται καλός λόγος για την εισαγωγή της εν λόγω μαρτυρίας στην ενδιάμεση διαδικασία. Τα όσα επιχειρεί να εισαγάγει η Ενάγουσα κατά το πλείστον αποτελούν επιχειρηματολογία και σχολιασμό σχετικών τεκμηρίων, που ήδη ευρίσκονται κατατεθειμένα στον φάκελο της υπόθεσης στα πλαίσια της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας, κάτι που αντιστοιχεί στο στάδιο των αγορεύσεων και δεν είναι επιθυμητή η μετατροπής τους σε μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης.
27. Παράγραφος αρ.9 και υπο-παραγράφοι 9.1-9.4 της προτεινόμενης ΣΕΔ:
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ΕΔ-ΜΡ και της προτεινόμενης ΣΕΔ, μέσω των πιο πάνω, η πλευρά της Ενάγουσας επιδιώκει να φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου γεγονότα που προέκυψαν μεταγενέστερα της Αρχικής ΕΔ και τα οποία καταδεικνύουν αναλήθεια των ισχυρισμών του Εναγόμενου περί των αιτήσεων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που προωθεί.
Παρά του ότι, ως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν αποτελεί «καλό λόγο» η προσαγωγή μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας για να καταδειχθεί ότι ο αντίδικος προβαίνει σε ‘αναλήθειες’, η μαρτυρία την οποία επιθυμεί να προσκομίσει η Ενάγουσα αφορά περίοδο μεταγενέστερη της Αρχικής ΕΔ και ισχυριζόμενες προσπάθειες του Εναγόμενου, στην βάση των προηγούμενων αιτήσεων του για καταχώρηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας (πατέντας) και για επίκληση προτεραιότητας, για κατάθεση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Έχοντας υπόψη ότι αντικείμενο των προσωρινών διαταγμάτων που ζητούνται μέσω της Κυρίως Αίτησης είναι άμεσα σχετικό με την αποτροπή του Εναγόμενου για την καταχώρηση και προώθηση διαδικασιών της εν λόγω φύσεως, σε συνάρτηση με τις σχετικές προϋποθέσεις που εφαρμόζουν στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις συντρέχει καλός λόγος όπως επιτραπεί η εισαγωγή της εν λόγω μαρτυρίας.
VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
28. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με τις ακόλουθες: την παράγραφο 5 και υπο-παράγραφους 5.1 έως και 5.5, την παράγραφο 6 και τις υπο-παραγράφους 6.1 έως και 6.2, την παράγραφο 7 και υπο-παράγραφους 7.1 έως και 7.5 και των παραγράφων 8 και υπο-παράγραφων 8.1 έως και 8.7 της προτεινόμενης ΣΕΔ.
29. Από την άλλη, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με τις ακόλουθες: τις υπο-παράγραφους 6.3 έως και 6.6, της παραγράφου 9 και των υπο-παράγραφων 9.1 έως και 9.4 της προτεινόμενης ΣΕΔ.
30. Σε συνέχεια όλων των πιο πάνω που προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Αιτητών, στην περιορισμένη έκταση που πιο πάνω έχει προσδιοριστεί.
31. Συνεπακόλουθα, παρέχεται άδεια στην Ενάγουσα / Αιτήτρια να προβεί στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με την Αίτηση τους ημερ.18/5/2023 ως οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4 (με τις ανάλογες τροποποιήσεις επί των αναφερόμενων παραγράφων της ΕΔ-ΜΒ), 9 και 10 και ως οι υπο-παράγραφοι 6.3, 6.4, 6.5, 6.6, 9.1, 9.2, 9.3 και 9.4 της προτεινόμενης ΣΕΔ (Τεκμήριο 1 στην ΕΔ-ΜΡ), μετά των αναφερόμενων τεκμηρίων.
32. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από σήμερα και νοείται να αναριθμηθούν ανάλογα οι παράγραφοι όπου κρίνεται κατάλληλο.
33. Εν όψει της, έστω μερικής, επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα της τελευταίας επιδικάζονται υπέρ των Ενάγουσας / Αιτήτριας και εναντίον του Εναγόμενου/ Καθ’ου η Αίτηση αλλά περιορισμένα στο 1/2 του συνολικού ποσού που θα υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο, λόγω του ότι δεν πέτυχε η συμπερίληψη στην κυρίως διαδικασία, μεγάλου μέρους της προτεινόμενης ΣΕΔ. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα με την ολοκλήρωση της Αίτησης ημερ.18/5/2023.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Καν. 16, περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024, σε σχέση με ημερομηνία καταχώρησης στο σύστημα I-JUSTICE.
[2] Βλ. Καν. 16, περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024.
[3] Βλ. Καν. 16, περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024.
[4] «μπορεί να επιτρέψει».
[5] Βλ. RPM SERVICES EUROPE LIMITED v. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε137/2021, 31/1/2024.
[6] Βλ. RPM SERVICES EUROPE LIMITED (πιο πάνω).
[7] βλ. Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22, Michaelides v. Gavrielides (1980) 1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic (1985) 3 C.L.R. 1883, Kαλησπέρας Kώστας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.ά. (1998) 1 ΑΑΔ 867 και Pashkovskiy Alexander ν. Svetlana Pashkovskayia (2011) 1 ΑΑΔ 657).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο