ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 257/2025 (IJ)
Μεταξύ:
EVRIPIDES DEMETRIOU
Ενάγοντας,
ν.
I.M.H. C.S.C. LIMITED (HE82183)
Εναγόμενης.
Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερομηνίας 10/4/25
Ημερομηνία: 9 Ιουλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Εναγόμενη / Αιτήτρια: κα Μ. Κίτσιου για ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Ενάγοντας / Καθ’ου η Αίτηση: Καμία Εμφάνιση/Επικοινωνία
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Στις 10/3/2025[1] ο Ενάγοντας/Καθ’ου η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας») καταχώρησε, δυνάμει του Μέρους 7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Έντυπο Απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη»).
2. Στην Περιεκτική Δήλωση της φύσης της Απαίτησης, αναγράφονται τα ακόλουθα: «you use my property(images) without obtaining a license or permission, ‘i’ demand remedy by-way-of fair and just compensation:». Στη συνέχεια διατυπώνονται αναφορές σε ‘Images’, ως και αντιστοιχία αυτών σε χρηματικό ποσό καταλήγοντας στην ακόλουθη αναφορά: «+ Administration fees, + court fees, + cost of service - €298.50». Ακολουθεί η αναφορά «*******GREEK TRANSLATION BY CHAT GBPT ******» και κείμενο, συντεταγμένο κυρίως στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο φαίνεται να αποτελεί κακή μετάφραση του αρχικού αγγλικού κειμένου.
3. Στις 21/3/2025 η Εναγόμενη, μέσω δικηγόρου, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, δια του οποίου δήλωσε ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και ακολούθησε από πλευράς της στις 10/4/2025 η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης.
4. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 1, 2, 3 (καν.3.1-3.17), 10 (καν.1(5)), 12, 16, 23 και 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Μέσω της αίτησης ζητούνται Το αιτητικό της αίτησης, μετά από περιορισμό του αιτητικού, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα δια του οποίου να διαγράφεται η Απαίτηση και/ή το Έντυπο Απαίτησης του Ενάγοντος, λόγω σύνταξης του σε γλώσσα, η οποία δεν συνιστά εκ των επίσημων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας Β. Διάταγμα δια του οποίου να αναστέλλεται η διαδικασία και/ή να απορρίπτεται η Αγωγή και/ή το Έντυπο Απαίτησης λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος, Γ. Διάταγμα δια του οποίου να διαγράφεται η Απαίτηση και/ή το Έντυπο Απαίτησης λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος και/ή λόγω του ότι το περιεχόμενο του είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό.
5. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη στην τελευταία ένορκη δήλωση συνεργάτιδας στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη, εις την οποία παραθέτει τα γεγονότα που κατ’ ισχυρισμόν της Εναγόμενης δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης της.
6. Συνοπτικά, η ομνύουσα αναφέρει ότι η απαίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, παραβιάζει το σύνταγμα και τους κανονισμούς, δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας δεν έχει συμμορφωθεί με τα Προδικαστηριακά Πρωτόκολλα των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να αντιμετωπίζει τόσο την παρούσα απαίτηση αλλά και την σχεδόν πανομοιότυπη απαίτηση του Ενάγοντα με αρ. 258/25 του Ε.Δ. Λεμεσού προκαλώντας περιττά έξοδα και ταλαιπωρία. Επιπρόσθετα, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι το Έντυπο Απαίτησης παραβιάζει το άρθρο 3 του Συντάγματος και τον περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο, καθώς έχει συμπληρωθεί ιδιοχείρως στην αγγλική γλώσσα που δεν είναι εκ των επίσημων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφορά γίνεται επίσης ότι, επί της Απαίτησης του (Claim), ο Ενάγοντας θέτει το δακτυλικό του αποτύπωμα επί του ονόματος του, χωρίς έγκυρη πιστοποίηση ότι είναι αναλφάβητος και χωρίς το δακτυλικό του αποτύπωμα να έχει τεθεί ενώπιον προσώπου με εξουσία πιστοποίησης της ταυτότητας του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, η ομνύουσα δηλώνει ότι η Απαίτηση (Claim) του Ενάγοντα ολοκληρώνεται με δήλωση όρκου του τελευταίου, χωρίς κάτι τέτοιο να είναι επιτρεπτό και να γίνεται πράγματι επαγωγή όρκου. Τέλος, αναφέρει ότι ουδεμία εύλογη αιτία απαίτησης αποκαλύπτεται και ούτε παρέχονται λεπτομέρειες αναφορικά με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζει η παρούσα απαίτηση του Ενάγοντα και ότι είναι ότι η παρούσα απαίτηση είναι ανούσια, ενοχλητική, σκανδαλώδης καθώς και ότι η ίδια θεωρεί ότι στόχος του Ενάγοντα είναι να προκαλέσει δημόσιο ενδιαφέρον, λόγω της ενασχόλησης του σε διάφορες διαδικτυακές πλατφόρμες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και να χλευάσει μα αυτόν τον τρόπο τις αρχές και τη Δικαιοσύνη.
7. Ο Ενάγοντας, ο οποίος από την αρχή της διαδικασίας εκπροσωπεί τον εαυτό του, παρά το ότι προέβηκε σε σωρεία καταχωρήσεων στον ηλεκτρονικό φάκελο, δεν καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση της Εναγόμενης, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, δεν προέβηκε σε οιονδήποτε σχετικό αίτημα ή αίτηση, αλλά ούτε και εμφανίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αφού τέθηκε η υπόθεση ενώπιον του για επανεκδίκαση της υπό κρίση αίτησης (de novo).
8. Ως αποτέλεσμα, η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη μόνο στην βάση της γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, η οποία, στην απουσία εμφάνισης από πλευράς του Ενάγοντα, καταχώρησε γραπτή αγόρευση στον φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης, περιόρισε το αιτητικό της αίτησης, δια της εγκατάλειψης των αιτητικών αρ.1-3.
9. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου της Αίτησης και της γραπτής μαρτυρίας που τη συνοδεύει και το περιεχόμενο των αγορεύσεων της πλευράς της Εναγόμενης έχει ληφθεί υπόψη, όπως και οι προφορικές δηλώσεις που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου από την ευπαίδευτη συνήγορο της.
10. Σε σχέση με την εξουσία διαγραφής δικογράφου, το Μέρος 3 καν.3 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα αναφέρονται ως οι «ΝΚΠΔ») προνοεί τα εξής:
«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου
(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
.............................................................................................................................................
(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού»
11. «Δικόγραφο», σύμφωνα με τον ερμηνευτικό Μέρος 2 καν.3 των ΝΚΠΔ «σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης.....»
12. Γενικά, οι αιτήσεις για την έκδοση διατάγματος διαγραφής πρέπει να υποβάλλονται κατά τo στάδιο της προδικασίας (συνήθως μαζί με αίτηση για συνοπτική απόφαση). Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτή του την εξουσία αμέσως πριν από τη δίκη ή ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης. Η πλέον ενδεδειγμένη πρακτική είναι ότι οι αιτήσεις βάσει του Μέρους 3 καν.3 να πρέπει να υποβάλλονται το συντομότερο δυνατόν και πριν από την ενσωμάτωση της απαίτησης στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου.
13. Οι λόγοι που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) του Μέρους 3 καν.3(2) καλύπτουν τα δικόγραφα τα οποία είναι αδικαιολογήτως ασαφή, ασυνάρτητα, κακόβουλα ή προδήλως αβάσιμα, καθώς και άλλες περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση ή υπεράσπιση.
14. Παραδείγματα περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης (καν.3(2)(α)) αποτελούν απαιτήσεις οι οποίες (i) δεν παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός που να καταδεικνύει το αντικείμενο της απαίτησης, (ii) είναι ασυνάρτητες και δεν βγάζουν νόημα ή (iii) παραθέτουν μεν γεγονότα κατά τρόπο συνεκτικό, δηλαδή με μια λογική συνέπεια και συνέχεια, πλην όμως τα εν λόγω γεγονότα, ακόμη και αν είναι αληθή, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση κατά του εναγόμενου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικό, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον το ελάττωμα μπορεί να διορθωθεί με τροποποίηση και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, θα πρέπει πρώτα να δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο διάδικο να το τροποποιήσει, προτού το ίδιο προχωρήσει με τη διαγραφή του (βλ.Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB)).
15. Παρόλο που ο ορισμός «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας» (Μέρος 3 καν.3(2)(β)) δεν τυγχάνει επεξήγησης στους ΝΚΠΔ, έχει επεξηγηθεί από την Νομολογία. Για παράδειγμα η «χρήση της διαδικασίας για ένα σκοπό ή με έναν τρόπο σημαντικά διαφορετικό από τον συνηθισμένο και αναμενόμενο» (βλ. Attorney General v Barker [2000] 1 F.L.R. 759, DC). Περαιτέρω, όταν ζητείται η επανεκδίκαση ζητημάτων που έχουν ήδη εκδικαστεί σε άλλες υποθέσεις (βλ. Henderson ν Henderson (1843) 3 Hare 100). Ομοίως, όταν το όφελος που μπορεί να έχει ο ενάγοντας από την απαίτηση είναι τόσο περιορισμένης αξίας ώστε να μην αξίζει τον κόπο, και το κόστος της διαδικασίας είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όφελος (βλ. Wallis v Valentine [2002] EWCA Civ 1034 και Jameel v Dow Jones and Co [2005] EWCA Civ 75). Το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη κατάχρησης διαδικασίας το φέρει ο Αιτητής (βλ. Solland International v Clifford Harris & Co) και το αναμενόμενο επίπεδο απόδειξης είναι υψηλό (βλ. Michael Wilson v Sinclair).
16. Λόγοι διαγραφής με βάση το εδάφιο (γ) του καν.3(2), καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες η κατάχρηση δεν έγκειται στο ίδιο το δικόγραφο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έχει προωθηθεί η απαίτηση ή η υπεράσπιση, όπως σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που καθορίζονται από κανονισμούς ή διατάγματα.
17. Ως προς το περιεχόμενο ενός έντυπου απαίτησης το Μέρος 16 καν.3. προνοεί τα εξής:
«(1) Το έντυπο απαίτησης πρέπει:
(α) να περιέχει περιεκτική δήλωση της φύσης της απαίτησης·
(β) να καθορίζει τη θεραπεία, την οποία ζητεί ο ενάγων·
(γ) όταν ο ενάγων εγείρει απαίτηση για χρηματικό ποσόν, να περιέχει δήλωση της αξίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 16.4·
(δ) όταν η μοναδική απαίτηση του ενάγοντα είναι για συγκεκριμένο ποσόν, να περιέχει δήλωση του συσσωρευμένου τόκου επί του ποσού αυτού·
.............................
(3) Αν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης ή δεν επιδίδεται με αυτό, ο ενάγων οφείλει να δηλώσει στο έντυπο απαίτησης ότι η έκθεση απαίτησης θα ακολουθήσει.
....................................................................................................................
(5) Αν ο εναγόμενος ενάγεται υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, η ιδιότητα αυτή πρέπει να δηλώνεται στο έντυπο απαίτησης.
(6) Το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει οποιαδήποτε θεραπεία την οποία δικαιούται ο ενάγων ακόμη κι αν η θεραπεία αυτή δεν αναφέρεται στο έντυπο απαίτησης.»
18. Με βάση το Μέρος 16 καν.17(1), καμία ένσταση δεν εγείρεται σε δικόγραφο στη βάση κατ’ ισχυρισμόν παράβασης τύπου.
19. Σε σχέση με το περιεχόμενο της περιεκτικής δήλωσης απαίτησης, αναφέρθηκαν στην Travis Perkins Trading Co Ltd v Caerphilly CBC [2014] EWHC 1498 (TCC)[2] τα ακόλουθα σχετικά:
«(a)Only ‘brief’ details are required to describe ‘the nature of the claim’, although the remedy needs to be spelt out’; a statement of value (not more than or more than £X) needs to be provided.
(b)Whilst it is open to a claimant to be specific and restrictive in what it, he or she seeks to claim by way of the ‘Brief Details of Claim’, it is not necessary,
(c)The Court should have regard to the wording overall to determine what is covered by the wording of the Brief Details to see whether and to what extent the rule has been fulfilled. The Court should not be prescriptive about what is required in terms of the words used by the claimant; all that is prescriptive is in the wording of the rule.»
20. Προκύπτει περαιτέρω από τον καν.22.1 ότι το έντυπο απαίτησης, πρέπει να επιβεβαιώνεται με με δήλωση αληθείας.
21. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, από απλή μελέτη του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα, είναι φανερό ότι υπάρχει εξόφθαλμη παραβιάση βασικών δικονομικών κανόνων από πλευράς του, η οποία κρίνω ότι, σε κάποια έκταση, δεν δύναται να αγνοηθεί από πλευράς του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, μέρος του κειμένου υπό τον τίτλο ‘Περιεκτική Δήλωση της φύσης της Απαίτησης (συμπεριλαμβανομένων των ζητούμενων θεραπειών’, περιλαμβάνει κείμενο συντεταγμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο δεν αποτελεί μια εκ των επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας, στις οποίες διεξάγεται η δικαστική διαδικασία.[3]
22. Από την άλλη, το κείμενο το οποίο είναι συντεταγμένο στα ελληνικά, κάτω από την Περιεκτική Δήλωση, αναφέρεται σε χρήση περιουσίας ιδιοκτησίας του Ενάγοντα, συγκεριμένα ‘εικόνες’, χωρίς την άδεια του και χωρίς αυτό να επιτρέπεται. Παρά την γενικότητα που διέπει την εν λόγω αναφορά, αλλά και την προχειρότητα με την οποία έχει διατυπωθεί, κρίνω ότι καταδεικνύει την φύση της απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης, τουλάχιστον στην έκταση που αναμένεται στο στάδιο καταχώρησης ενός έντυπου απαίτησης, το οποίο δεν συνοδεύεται από έκθεση απαίτησης.
23. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι γίνεται αναφορά και στην θεραπεία που επιδιώκει ο Ενάγοντας, συγκεκριμένα αποζημίωση και έξοδα που συνδέονται με την έγερση και προώθηση της αγωγής, όπως δικαστικά τέλη και κόστος επίδοσης. Γίνεται επίσης αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά, σε συνάρτηση με τις αναφορές που παραθέτει. Ομολογώ ότι το κείμενο θα μπορούσε να ήταν καλύτερα διατυπωμένο και η παράθεση των διάφορων αναφορών σε εικόντες, στην συγκεκριμένη έκταση δεν ήταν απαραίτητη, αλλά δεν θεωρώ ότι πρέπει από μονα τους να οδηγήσουν στην διαγραφή ή τον παραμερισμό του έντυπου απαίτησης, τα οποία αποτελούν δραστικό μέτρο. Επιπρόσθετα, το έντυπο απαίτησης περιέχει δήλωση της αξίας της απαίτησης του Ενάγοντα (‘Κάτω των €10.000’) και συνοδεύεται από υπογεγραμμένη δήλωση αλήθειας, η οποία φέρει το όνομα του Ενάγοντα.
24. Παρά του ότι ο Ενάγοντας δεν δήλωσε κατά πόσο η έκθεση απαίτησης επισυνάπτεται ή θα ακολουθήσει την καταχώρηση του έντυπου απαίτησης του, κρίνω ότι η εν λόγω παράλειψη, έχοντας υπόψη το Μέρος 16 καν.17(1), ως και το πνεύμα του πρωταρχικού σκοπού, το οποίο οφείλει να εφαρμόζει το Δικαστήριο, δεν είναι μοιραία στον βαθμό που να οδηγήσει στον παραμερισμό ή την διαγραφή του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα. Εξάλλου διαφαίνεται από τα έγγραφα που συνοδεύουν το Έντυπο Απαίτησης του, ότι το τελευταίο δεν συνοδεύεται από έκθεση απαίτησης. Τα έγγραφα που συνοδεύουν το Έντυπο Απαίτησης του, φαίνεται να αποτελούν, τις εικόνες επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση του Ενάγοντα (‘Images’), κάτι που δεν προκύπτει ως απαραίτητο στο στάδιο αυτό αλλά είμαι της άποψης ότι δεν πρέπει να επενεργήσει καταλυτικά επί της διαδικασίας που προωθεί. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το Μέρος 16 καν. (1)(γ) των ΝΚΠΔ, ένας διάδικος δύναται να επισυνάψει σε δικόγραφο, αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου, το οποίο θεωρεί αναγκαίο για την απαίτηση, κατά περίπτωση. Διαπιστώνω επίσης ότι δεν γίνεται δήλωση του συσσωρευμένου τόκου επί του ποσού που διεκδικεί ο Ενάγοντας, αλλά δεν έχουν επικαλεστεί η πλευρά των Εναγόμενων την εν λόγω παράβαση και θεωρώ ότι δεν επιδρά δυσμενώς επί των δικαιωμάτων τους αφού δύναται να διορθωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
25. Τέλος, σημειώνεται ότι, λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα περίπτωση ότι ο Ενάγοντας αποτελεί αυτοεκπροσωπούμενο διάδικο
26. Συνακόλουθα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι, από το σύνολο των ζητημάτων που ήγειρε η Εναγόμενη, δικαιολογείται η μερική έγκριση της αίτησης, ειδικότερα δικαιολογείται η διαγραφή του μέρους του έντυπου απαίτησης του Ενάγοντα, το οποίο είναι συντεταγμένο στην Αγλλική γλώσσα.
27. Για τους λόγους που προανέφερα, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής του κειμένου που περιέχεται στον έντυπο απαίτησης του Ενάγοντα, υπό την Περιεκτική Δήλωση της φύσης της Απαίτησης, το οποίο αρχίζει με τη φράση ‘you use my property….’ μέχρι και την φράση ‘*******GREEK TRANSLATION BY CHAT GBPT******’, συμπεριλαμβανομένης.
28. Όσο αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι, η αίτηση έχει επιτύχει σε περιορισμένη έκταση και ότι η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων καταχωρώντας κατάλογο εξόδων ως προνοεί ο Μέρος 39 καν.9(1). Για τον τελευταίο λόγο κρίνω επίσης ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα όσο αφορά τον συνοπτικό υπολογισμό από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου.
29. Συνακόλουθα, επιδικάζονται έξοδα της αίτησης υπέρ της Εναγόμενης/Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση, μειωμένα στο 1/2, ως υπολογιστούν από πλευράς του Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι καταβλητέα εντός 14 ημερών από την επίδοση του εγκεκριμένου καταλόγου εξόδων στον Ενάγοντα.
30. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου επί της επίδικης αίτησης, παρατηρείται από τον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσας απαίτησης ότι, ενώ καταχώρησε ο Ενάγοντας Έντυπο Απαίτησης στις 10/3/25, μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης κατά παράβαση του Μέρους 7 καν.4. (1) των ΝΚΠΔ. Πρόκειται για περίοδο η οποία υπερβαίνει το ένα έτος από την εμφάνιση της Εναγόμενης στην διαδικασία. Παράλληλα, διαφαίνεται από το φάκελο, ότι ο Ενάγοντας αξιοποίησε την εν λόγω περίοδο καταχωρώντας άλλα έγγραφα, πέραν της έκθεσης απαίτησης, όπως, για παράδειγμα, επιστολές προς το Πρωτοκολλητείου, Διοικητικό Πρόεδρο του Ε.Δ. Λεμεσού και προς το Ανώτατο Δικαστήριο.
31. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω σημαντική καθυστέρηση στην καταχώρηση Έκθεση Απαίτησης εκ μέρους του Ενάγοντα, το γεγονός ότι ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα για παράταση των προβλεπόμενων προθεσμιών, καθώς και τον πρωταρχικό σκοπό, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να διαχειρίζεται κάθε υπόθεση κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος (βλ. Μέρος 1 καν.2.(1) των ΝΚΠΔ), συμπεριλαμβανομένου της διασφάλισης ταχέος και δίκαιου χειρισμού αυτής (βλ. Μέρος 1 καν.2. (2) (δ) των ΝΚΠΔ), το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατά πόσο, στην παρούσα υπόθεση, ενδείκνυται, στο παρόν στάδιο και στο πλαίσιο διαχείρισης της υπόθεσης, αυτεπάγγελτη έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους 3 των ΝΚΠΔ, καν.1(2)(α),(μ), (3)(β) και καν.2(1) των ΝΚΠΔ.
32. Προς τούτο και σε συμμόρφωση με το Μέρος 3 καν.2(2) των ΝΚΠΔ δίδονται οδηγίες όπως ο Ενάγοντας, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από σήμερα, προβεί σε γραπτές παραστάσεις αναφορικά με την παράλειψη καταχώρισης Έκθεσης Απαίτησης ώστε να δύναται το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για την έκδοση αυτεπάγγελτου διατάγματος δυνάμει του Μέρους 3 καν.1(2)(α),(μ) και (3)(β) των ΝΚΠΔ. Με την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, και αφού το Δικαστήριο λάβει υπόψη του το περιεχόμενο των εν λόγω παραστάσεων, στην περίπτωση που αυτές καταχωρηθούν εμπρόθεσμα, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται η διεξαγωγή ακρόασης επί του εν λόγω ζητήματος, θα δοθεί προς τούτο η προβλεπόμενη ειδοποίηση, σύμφωνα με το Μέρος 3 καν.2. (3) των ΝΚΠΔ.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Όσο αφορά την ημερομηνία καταχώρησης, βλ. καν.18 του περί της Ηλετρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2024 (1/2024).
[2] Βλ. παράγραφος 11, Akenhead J.
[3] Άρθρο 3.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο