Νίκος Στυλιανού ν. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Αγωγής: 92/25, 7/8/2026
print
Τίτλος:
Νίκος Στυλιανού ν. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Αγωγής: 92/25, 7/8/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ.    

 

                                                                                                   Αρ. Αγωγής: 92/25

 

 

Μεταξύ:         

 

                                                       Νίκος Στυλιανού

                                                                                       Ενάγουσα    

                                                               

                                                                   και

 

                                                  1.Γιαννάκης Χρυσάνθου

                                                    2. Θεοφίλα Χρυσάνθου

                                                                                         Εναγόμενοι

 

 

 

Ημερομηνία: 7.8.26

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Χρ. Παρασκευάς για κκ Χρ. Παρασκευάς ΔΕΠΕ   

Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ’ ων η αίτηση: κκ Α. Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ

 

     --------------------------------------

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή στις 30.1.25 με την οποία ζητείται: 

«A.Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 να επεμβαίνουν και/ή κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν με οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/[ ], Φύλλο/Σχέδιο 54/510402, Τμήμα 3, Τεμάχιο [ ], μερίδιο ΟΛΟ, τοποθεσία ΚΟΚΚΙΝΟΓΗ, Ενορία Αγίου Νικολάου, Δήμος Λεμεσού, Επαρχία Λεμεσού και την κατοικία που βρίσκεται επί αυτού μέχρι την τελική απόφαση επί της Απαίτησης ή/και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου

 

Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος εκκενώσουν και παραδώσουν στον Ενάγοντα ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/[ ], Φύλλο/Σχέδιο 54/510402, Τμήμα 3, Τεμάχιο [ ], μερίδιο ΟΛΟ, τοποθεσία ΚΟΚΚΙΝΟΓΗ, Ενορία Αγίου Νικολάου, Δήμος Λεμεσού, Επαρχία Λεμεσού και της κατοικίας που βρίσκεται επί αυτού».

 

Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή.  Καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά κατέστη διά κλήσεως κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου. 

 

Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ’ ων η αίτηση.  Με Ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση και στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους παλαιούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας οι Καθ’ ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.  Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Εναγόμενης 2/Καθ’ ης η αίτηση 2 η οποία είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 1/Καθ’ ου η αίτηση 1 και σύζυγό της να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και για λογαριασμό του.  Μετά την καταχώρηση της ένστασης καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκατέρωθεν των πλευρών ως το εγκριθέν υπό του Δικαστηρίου χρονοδιάγραμμα.  Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της πλευράς του Αιτητή υπογράφεται από τον Αιτητή και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση υπογράφεται από την Καθ’ ης η αίτηση 2.   

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση.  Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. 

 

Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα.  Στις 22.11.24 ο Αιτητής κατέστη ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου το οποίο βρίσκεται εντός της επαρχίας Λεμεσού καθώς και της κατοικίας η οποία βρίσκεται εντός αυτού.  Το ακίνητο και η κατοικία από τώρα και στο εξής θα αναφέρονται ως «το ακίνητο».  Ο Αιτητής αγόρασε το ακίνητο δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια του, ήτοι την εταιρεία Gordian Holdings Limited.  Επισυνάπτεται τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου ο οποίος δείχνει τον Αιτητή ως τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του – Τεκμήριο 1.   

 

Το ακίνητο βρίσκεται στο κέντρο της Λεμεσού και ο Αιτητής το αγόρασε για σκοπούς ιδιοκατοίκησης του ιδίου και της οικογένειας του η οποία αποτελείται από την σύζυγό του και τις δύο ανήλικες θυγατέρες τους.  Η οικογένεια ήθελε από καιρό να μετακομίσει στην Λεμεσό καθότι η κατοικία τους στα Φοινικάρια δεν τους βόλευε.  Ο λόγος είναι γιατί τα παιδιά φοιτούν στο Λανίτειο Γυμνάσιο το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της Λεμεσού και πολύ μακριά από τα Φοινικάρια.  Η κατοικία στα Φοινικάρια είναι, επίσης, πολύ μακριά από τον τόπο στον οποίο λαμβάνουν χώρα τα ιδιαίτερα απογευματινά μαθήματα και οι εξωσχολικές δραστηριότητες των θυγατέρων της οικογένειας καθώς και από τον τόπο εργασίας του Αιτητή.  Προς αποφυγή, λοιπόν, της ταλαιπωρίας από το πήγαινε-έλα η οικογένεια επιθυμούσε να μετακομίσει στο κέντρο της Λεμεσού.

 

Για την πληρωμή μέρους του ποσού της αγοράς του ακινήτου ο Αιτητής έλαβε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου ύψους Ευρώ 320.000,00 σεντ με την μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου να ανέρχεται στα Ευρώ 4.202,43 σεντ περίπου. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 το έγγραφο έγκρισης του δανείου από την Τράπεζα Κύπρου στο οποίο φαίνονται, μεταξύ άλλων, το ποσό του δανείου και της μηνιαίας δόσης.  Ο Αιτητής πληρώνει, επίσης, το ποσό των Ευρώ 378,64 σεντ τον μήνα για ασφάλεια ζωής την οποία απαίτησε η Τράπεζα Κύπρου προφανώς για σκοπούς εξασφάλισης για να παραχωρήσει το δάνειο.  Επισυνάπτονται σχετικά αποδεικτικά έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 3.

 

Για σκοπούς κάλυψης της μηνιαίας δόσης του δανείου ο Αιτητής με την σύζυγο του είχαν πρόθεση μετά την μετακόμισή τους στο ακίνητο να ενοικιάσουν την κατοικία στα Φοινικάρια.  Αυτό δεν κατέστη, όμως, εφικτό καθότι στο ακίνητο διαμένουν παράνομα και αρνούνται να το εγκαταλείψουν οι Καθ’ ων η αίτηση οι οποίοι είναι ανδρόγυνο και οι ιδιοκτήτες του ακινήτου πριν ακόμα καταστεί ιδιοκτήτρια η εταιρεία Gordian Holdings Limited.  Ως αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η αίτηση δεν μετακόμισαν στο ακίνητο και συνεχίζουν να διαμένουν στην κατοικία στα Φοινικάρια.  

 

Λίγες μέρες μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Αιτητή ο δικηγόρος του κατόπιν εντολής του Αιτητή επέδωσε στους Καθ’ ων η αίτηση στην διεύθυνση που έχει το ακίνητο μέσω ιδιώτη επιδότη επιστολή ημερομηνίας 28.11.24 με την οποία τους κοινοποιούσε ότι ο Αιτητής ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου και ως εκ τούτου ο μοναδικός και αποκλειστικός δικαιούχος στην κατοχή και κάρπωση του και ότι ως αποτέλεσμα η παραμονή τους στο ακίνητο και η κατοχή του από τους ίδιους χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του Αιτητή αποτελούσε παράνομη επέμβαση, προκαλούσε στον Αιτητή οικονομική ζημιά και επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα του ως ιδιοκτήτη.  Στην βάση των πιο πάνω οι Καθ’ ων η αίτηση κλήθηκαν να αποχωρήσουν από το ακίνητο και να παραδώσουν στον Αιτητή ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου το αργότερο εντός 25 ημέρων.  Επισυνάπτονται αντίγραφα των εν λόγω επιστολών που αποστάλθηκαν ξεχωριστά στον καθένα από τους Καθ’ ων η αίτηση - Τεκμήρια 4 και 5.  Επισυνάπτονται, επίσης, φωτοαντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης του ιδιώτη επιδότη των επιστολών Τεκμήρια 4 και 5 – Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα.    Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6 και 7 οι επιστολές – Τεκμήρια 4 και 5 – παραδόθηκαν από τον ίδιο στους Καθ’ ων η αίτηση στις 2.12.24 πλην όμως οι Καθ’ ων η αίτηση αρνήθηκαν να υπογράψουν την παραλαβή τους. 

 

Ο δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση εις απάντηση απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 5.12.24 – Τεκμήριο 8 - με το οποίο επιβεβαίωσε λήψη των επιστολών και διαβεβαίωσε ότι θα απαντούσε μετά το πέρας της προθεσμίας των 25 ημερών – η προθεσμία έληγε στις 15.1.25 – χωρίς, όμως, να δηλώνει την πρόθεση των πελατών του να αποχωρήσουν από το ακίνητο.  

 

Με ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 2.1.25 – Τεκμήριο 9 - διαμηνύθηκε ότι δεν θα ήταν αποδεκτή από τον Αιτητή περαιτέρω καθυστέρηση στην παράδοση της κατοχής του ακινήτου οπότε και καλούνταν οι Καθ’ ων η αίτηση για τελευταία φορά να αποχωρήσουν από το ακίνητο μέχρι τις 15.1.25.  Με ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 13.1.25 – Τεκμήριο 10 - οι Καθ’ ων η αίτηση δήλωσαν την άρνηση τους να αποχωρήσουν από το ακίνητο.  Ισχυρίζονταν, επίσης, γενικά και αόριστα ότι η μεταβίβαση ήταν άκυρη, ότι το ακίνητο αποτελούσε την πρώτη και κύρια κατοικία τους και ότι το να ζητά ο Αιτητής την αποχώρηση τους από το ακίνητο αποτελούσε παράβαση των υποχρεώσεών του ως Ευρωπαίος πολίτης καθώς και παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Καθ’ ων η αίτηση.  Ο δικηγόρος του Αιτητή απάντησε με μήνυμα ημερομηνίας 17.1.25 – Τεκμήριο 11 – λέγοντας ότι είναι οι Καθ’ ων η αίτηση που παραβιάζουν τα δικαιώματα του Αιτητή αφού, μεταξύ άλλων, ο Αιτητής δανείσθηκε για να αγοράσει το ακίνητο για να το χρησιμοποιεί ως την κατοικία αυτού και της οικογένειάς του.  Ενημέρωσε δε ότι ο Αιτητής δεν έχει άλλη επιλογή από του να προβεί χωρίς καθυστέρηση σε νομικά μέτρα εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.      

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση εξακολουθούν να κατέχουν το ακίνητο και να διαμένουν παράνομα σε αυτό.  Η παράνομη παραμονή και κατοχή του ακινήτου από τους Καθ’ ων η αίτηση χωρίς άδεια από τον Αιτητή συνιστά παράνομη επέμβαση και καθιστά τους Καθ’ ων η αίτηση παράνομους επεμβασίες.  Αυτό αποβαίνει εις βάρος των δικαιωμάτων του Αιτητή να κατέχει, καρπώνεται και εκμεταλλεύεται την ιδιοκτησία του και πλήττει κατάφωρα τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Η παράνομη επέμβαση ενδεχομένως να συνιστά και ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα.  Καθίσταται, επομένως, επάναγκες όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα προς αποκατάσταση της νομιμότητας και για σκοπούς παύσης της παρανομίας που έχει δημιουργηθεί και συνεχίζει να υφίσταται από τους Καθ’ ων η αίτηση.  Το Δικαστήριο ως θεματοφύλακας του κράτους δικαίου δεν μπορεί να επιτρέψει την συνέχιση της παρανομίας, η οποία συνίσταται στην διαμονή των Καθ’ ων η αίτηση εντός του ακινήτου και της συνεπακόλουθης κατοχής του από τους τελευταίους και θα πρέπει να δώσει ένα τέλος σε αυτήν άμεσα και αποτελεσματικά, διαφορετικά, θα καταστεί αρωγός στην παρανομία. 

 

Με το ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου τους ημερομηνίας 13.1.25 - Τεκμήριο 10 – οι Καθ’ ων η αίτηση παραδέχονται ότι είναι χαμηλοσυνταξιούχοι και ότι δεν έχουν περιουσία, ακίνητη ή άλλη.  Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τον Αιτητή για την οικονομική ζημία που αυτός υπόκειται εξαιτίας της παράνομης επέμβασης τους και η οποία μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης θα ανέλθει σε πολλές χιλιάδες Ευρώ.  Η ενοικιαστική αξία του ακινήτου ανέρχεται κατά το ελάχιστο στα Ευρώ 2.500,00 σεντ μηνιαίως.  Μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή η αξίωση για αποζημιώσεις θα ανέλθει σε πολλές δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες Ευρώ, ποσά τα οποία οι Καθ’ ων η αίτηση θα αδυνατούν να καλύψουν.  Συν τοις άλλοις ο Αιτητής αξιώνει και διαφυγόντα κέρδη από την μη ενοικίαση της κατοικίας στα Φοινικάρια, της οποίας η ενοικιαστική αξία ανέρχεται στα Ευρώ 3.000,00 σεντ μηνιαίως.  Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 12 έκθεση εκτίμησης του ακινήτου ημερομηνίας 16.9.24 η οποία ετοιμάστηκε από εγκεκριμένο εκτιμητή ακινήτων και η οποία είχε ζητηθεί από την Τράπεζα Κύπρου και δόθηκε στον Αιτητή 2 μήνες πριν την αγορά του ακινήτου.  Σύμφωνα με την εν λόγω εκτίμηση η τρέχουσα αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται στα Ευρώ 615.000,00 σεντ. 

  

Παρόλο που ο μισθός του Αιτητή είναι αρκετά μεγάλος και ανέρχεται στα Ευρώ 6.456,30 σεντ μηνιαίως καθαρά – η τελευταία κατάσταση μισθοδοσίας του Αιτητή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13 – εντούτοις είναι δυσβάσταχτο για τον Αιτητή να πληρώνει το ποσό της δόσης του δανείου ύψους Ευρώ 4.000,00 σεντ μηνιαίως πλέον Ευρώ 380,00 σεντ μηνιαίως ασφάλεια ζωής καθότι η σύζυγος του δεν εργάζεται.  Αν αυτή η κατάσταση συνεχίσει ο Αιτητής θα οδηγηθεί σε μεγάλη οικονομική ζημιά αφού δεν θα μπορεί να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή του δανείου η οποία εξασφαλίζεται με υποθήκη σε δύο ακίνητα ιδιοκτησίας του με τον κίνδυνο της εκποίησης να παραμονεύει. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη αφού, αφενός, θα εξακολουθεί να υφίσταται μια παράνομη κατάσταση πραγμάτων η οποία πλήττει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ιδιοκτησία, αφετέρου, η οικονομική ζημιά στην οποία επί του παρόντος υπόκειται ο Αιτητής και στην οποία θα εξακολουθεί να υπόκειται δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα.  Επίσης η διαιώνιση της κατάστασης αυτής θα οδηγήσει τον Αιτητή σε μεγάλη οικονομική ζημιά.  Θα πρέπει, επίσης, να συνεκτιμηθεί και η καταχρηστική και κακόπιστη στάση που τηρούν οι Καθ’ ων η αίτηση η οποία συνίσταται στην άρνηση τους να αποχωρήσουν από το ακίνητο όχι μόνο από την ημερομηνία που το ακίνητο μεταβιβάστηκε στον Αιτητή στις 22.11.24 αλλά από πριν και δη από τις 22.3.24, ημερομηνία που είχε καταστεί ιδιοκτήτης η Gordian Holdings Limited.  Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14 ο τίτλος ιδιοκτησίας της Gordian Holdings Limited στον οποίο φαίνεται η 22.3.24 ως η ημερομηνία εγγραφής του ακινήτου επ’ ονόματί της.

Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχρώμενοι την δικαστική διαδικασία καταχώρησαν στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 1114/15 κατ’ επανάληψη τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων οι οποίες βασίζονταν στα ίδια γεγονότα.  Η τελευταία ήταν ημερομηνίας 22.3.24 και με αυτή ζητούσαν διάταγμα που να απαγορεύει στην Gordian Holdings Limited να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο και/ή μεταβιβάσει και/ή εγγράψει την κυριότητα του ακίνητου στο όνομα της ή σε τρίτο.  Το Δικαστήριο εκδίδοντας την απόφαση του ημερομηνίας 29.7.24 αποφάσισε ότι η υποβολή της εν λόγω αίτησης συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή στις 21.3.23 είχε καταχωρηθεί πανομοιότυπη αίτηση η οποία απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.4.23.  Καταδίκασε τους Καθ’ ων η αίτηση στα έξοδα της αίτησης και διέταξε όπως αυτά είναι άμεσα πληρωτέα λόγω του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν επιχειρήσει για δεύτερη φορά να προωθήσουν αίτηση η οποία συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.  Η πρώτη αίτηση που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως καταχρηστική ήταν ημερομηνίας 18.5.23.  Αυτή ήταν πανομοιότυπη και αφορούσε στο ίδιο ακίνητο.  Επίσης σε αυτήν προβάλλονταν οι ίδιοι ισχυρισμοί και γεγονότα.  Απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.23.  Σημειωτέο ότι για την προώθηση κάθε αίτησης οι Καθ’ ων η αίτηση διόριζαν νέο δικηγόρο.  Οι αποφάσεις με ημερομηνίες 29.11.23 και 29.7.24 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα.

 

Η αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 1114/15 καταχωρήθηκε με ενάγοντες τους Καθ’ ων η αίτηση.  Με την εν λόγω αγωγή, η οποία ακόμα εκκρεμεί, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων ακυρότητας συμφωνιών δανείου και υποθηκών και την επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον της Τράπεζας Κύπρου.  Η αγωγή με αριθμό 1114/15 δεν σχετίζεται με την απαίτηση του Αιτητή στην παρούσα αγωγή.  Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 17 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 1114/15. 

Το αιτούμενο διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί καθότι η βλάβη που θα υποστούν τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή θα είναι ανεπανόρθωτη όπως και η υλική ζημιά την οποία θα υποστεί και η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα.  Από την άλλη οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θα υποστούν βλάβη στα δικαιώματα τους με την έκδοση των διαταγμάτων αφού δεν μπορεί να θεμελιώνονται πληγέντα νόμιμα δικαιώματα σε μια παράνομη κατάσταση πραγμάτων την οποία οι ίδιοι οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν δημιουργήσει με την παράνομη επέμβαση στο ακίνητο.  Οι Καθ’ ων η αίτηση επιδεικνύουν για μεγάλο χρονικό διάστημα πλήρη αδιαφορία ως προς τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των νόμιμων ιδιοκτητών του ακινήτου καταχρώμενοι και την δικαστική διαδικασία.  Μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα εξαναγκαστούν να αποχωρήσουν από το ακίνητο, κάτι που θα αποβεί προς όφελός τους αφού θα παύσουν να είναι υπόλογοι για την καταβολή αποζημιώσεων. 

 

Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι πιο κάτω:  

 

  1. η παρούσα αγωγή και αίτηση προωθούνται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και άνευ συμμόρφωσης του Ενάγονται/Αιτητή με αυτούς καθότι δεν έχει προβεί σε προώθηση έκθεσης απαίτησης εντός των προβλεπόμενων 28 ημερών που προνοούν οι ΘΠΔ και συνεπώς η παρούσα αγωγή και αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθούν. 

 

Άνευ βλάβης του πιο πάνω λόγου και επιπρόσθετα η Καθ’ ης η αίτηση παραθέτει τους πιο πάνω λόγους:

 

  1. η νομική βάση της αγωγής (cause of action) είναι καθόλα λανθασμένη και συνεπώς η παρούσα αίτηση η οποία βασίζεται επ’ αυτής πάσχει νομικά και είναι προδήλως εσφαλμένη

 

  1. ο Αιτητής δεν δικαιούται σε προώθηση της παρούσας αίτησης καθότι δεν έχει συμμορφωθεί με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας καθότι από τις 30/01/2025 που έχει καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή δεν έχει μέχρι σήμερα προβεί σε προώθηση λεπτομερούς έκθεσης απαίτησης ως προνοούν οι ΘΠΔ και παρότι η παρούσα υπό κρίση αίτηση έχει καταστεί δια κλήσεως

 

  1. τα γεγονότα όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση ημερ. 30/01/2025 του Αιτητή δεν αποκαλύπτουν τα ουσιώδη και πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση προς το σκοπό πρόκλησης στο Δικαστήριο εσφαλμένων εντυπώσεων κατά τρόπο που καθιστά την παρούσα αίτηση παραπλανητική και ελλιπή

 

  1. η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κατά παράβαση των εκ του Νόμου και της νομολογίας σχετικών προϋποθέσεων που καθορίζουν την επιτυχία του Αιτητή ως προς τις ενδιάμεσες αξιώσεις του καθότι ο Αιτητής ουσιαστικά μέσω της παρούσας Αίτησης ζητά από το Δικαστήριο να επιληφθεί τα επί της ουσίας ζητήματα της αγωγής καταλήγοντας κατά παράβαση των σχετικών προϋποθέσεων σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος

 

  1. τυχόν έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης (status quo) και όχι την συντήρηση του status quo ante και/ή θα ισοδυναμεί με ικανοποίηση της θεραπείας που ουσιαστικά επιδιώκεται με την ίδια αγωγή καθότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι όμοια και/ή πανομοιότυπα με την τελική θεραπεία που ζητείται στην αγωγή

 

  1. ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση και τις αξιώσεις του ζητά την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου ως προς τα επίδικα ζητήματα τα οποία με την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων θα καταστήσουν την αγωγή άνευ αντικειμένου καθότι το Δικαστήριο θα έχει προαποφασίσει την ουσία της αγωγής

 

  1. η έκδοση του διατάγματος δεν είναι επείγουσας και/ή απαραίτητης φύσεως και/ή ο ενάγοντας - αιτητής απέτυχε να το αποδείξει

 

  1. η παρούσα αίτηση και τα αιτούμενα Διατάγματα εγείρονται πρόωρα καθότι αφορούν την ουσία της αγωγής και ουδόλως αιτιολογούνται στη βάση των προϋποθέσεων που θέτει ο Ν.14/60 και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν την έκδοση των ενδιάμεσων Διαταγμάτων
  2. ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν απέδειξε ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας στην υπόθεση του και/ή δεν αποκάλυψε ότι έχει και/ή δεν υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία

 

  1. ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν θα εμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ του και/ή δεν αποδεικνύεται ότι θα εμποδιστεί σε αντίθεση με τους Εναγόμενους Καθ’ ων η αίτηση που αν εκδοθούν τα αιτούμενα Διάταγμα θα εμποδιστούν σε τυχόν απόφαση υπέρ τους και/ή θα εμποδιστούν από το δικαίωμα προώθησης υπεράσπισης τους κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους και του δικαιώματος τους να τύχουν δίκαιης δίκης και/ή να ακροαστούν

 

  1. η Αίτηση είναι καταχρηστική των δικαστικών κανονισμών και χρόνου του Δικαστηρίου

 

  1. ο Ενάγοντας - Αιτητής απέτυχε να αποδείξει και/ή να συνδέσει οποιαδήποτε ζημιά που ισχυρίζεται ότι παθαίνει δυνάμει της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης η οποία εν πάση περιπτώσει ουδόλως συντελείται και αποτελεί την εσφαλμένη βάση της αγωγής και της αίτησης

 

  1. δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. 

 

Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:   

 

  1. η Καθ’ ης η αίτηση 2 δεν γνώριζε για την αποξένωση της κυριότητας του ακινήτου μέχρι την παραλαβή των επιστολών του δικηγόρου του Αιτητή και έρευνα που έκανε στην συνέχεια στο Κτηματολόγιο

 

  1. το ακίνητο βαρύνεται επί σειρά ετών με την υποθήκη με αριθμό Y15447/2007 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.  Σε σχέση με την πιο πάνω υποθήκη και τον σχετικό με αυτήν τραπεζικό λογαριασμό δανείου εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η αγωγή με αριθμό 1835/15.  Αφ’ ης στιγμής η εν λόγω αγωγή εκκρεμoύσε η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε παράνομα και παράτυπα σε μεταβίβαση του ακινήτου στην Gordian Holdings Ltd και στην συνέχεια η τελευταία στον Αιτητή άνευ οποιασδήποτε ειδοποίησης ή ενημέρωσης προς την Καθ’ ης η αίτηση 2.  Η Καθ’ ης η αίτηση 2 επιφυλάσσεται στα πλαίσια της παρούσης αγωγής να εγείρει ζητήματα έλλειψης νομιμότητας και παρανομίας σε ότι αφορά στις πιο πάνω αποξενώσεις και μεταβιβάσεις καθότι κατά τον τρόπο που έγιναν αυτές ήταν καθόλα παράνομες στην βάση των σχετικών νομοθετημάτων

 

  1. ο Αιτητής κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν έχει προβεί σε καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης εντός 28 ημερών από την επίδοση της αγωγής.  Για τον λόγο αυτό η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο

 

  1. σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει διαφορετικά υποδεικνύονται τα ακόλουθα.  Το ακίνητο αποτελεί ιδιόκτητη κατοικία της Καθ’ ης η αίτηση 2 και της οικογένειας της από το 1991.  Αυτό ανέκαθεν ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι η πρώτη και μοναδική κατοικία της Καθ’ ης η αίτηση 2 και της οικογένειας της.  Στο ακίνητο διαμένουν οι Καθ’ ων η αίτηση και τα δύο παιδιά τους 

 

  1. αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή για παράνομη επέμβαση σημειώνεται ότι ο Αιτητής καλώς γνώριζε όπως προκύπτει μέσα από την μαρτυρία του ότι το ακίνητο που αγόραζε από την Gordian Holdings Ltd είχε και έχει κατόχους και χρήστες του τους ιδιοκτήτες και μόνιμα διαμένοντες σε αυτό.  Ουδείς επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο και ο Αιτητής όχι μόνο δεν είχε ποτέ την κατοχή του ακινήτου, αλλά ούτε καν πλησίασε ποτέ το ακίνητο, πράγμα που η Καθ’ ης η αίτηση 2 γνωρίζει λόγω της μόνιμης και αδιάλειπτης διαμονής της σε αυτό με την οικογένεια της
  2. ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αποκρύβει ουσιαστικά γεγονότα 

 

  1. η έκδοση στο πρώιμο αυτό στάδιο των αιτούμενων διαταγμάτων θα αφανίσει την ουσία της αγωγής με τον προδικασμό της και θα παραβιάσει πλήρως το δικαίωμα της Καθ’ ης η αίτηση 2 να τύχει δίκαιης δίκης.  Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής επιχειρεί ουσιαστικά την εξάλειψη του αντικειμένου της αγωγής και την επιδίκαση όλων των κατ’ ουσία ζητημάτων με σκοπό την εξόντωση του δικαιώματος της Καθ’ ης η αίτηση 2 να υπερασπιστεί τον εαυτό της ή να εξεύρει χρόνο για να προβεί σε διαβήματα προς εξώδικη διευθέτηση της αγωγής.  Η υπό κρίση αίτηση προωθείται εκβιαστικά και κακόπιστα

 

  1. οι αναφορές του Αιτητή σε εκκρεμούσες δικαστικές υποθέσεις δεν προσθέτουν στην υπόθεσή του.  Αντίθετα, αυτές καταδεικνύουν την ύπαρξη ζητημάτων που εκκρεμούν προς εκδίκαση με την τράπεζα και ότι υπάρχουν «ανοιχτές υποθέσεις» που συνδέονται με το ακίνητο και την υποθήκη που βαρύνει αυτό. 

 

Όλα τα πιο πάνω παραβιάζουν τις αρχές που διέπουν τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.   

 

Επίσης ο Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι χαμηλοσυνταξιούχος και λαμβάνει Ευρώ 626,00 σεντ σύνταξη μηνιαίως.  Η Καθ’ ης η αίτηση 2 δεν εργάζεται καθότι στην ηλικία της δεν μπορεί να εργασθεί.  Οι Καθ’ ων η αίτηση πάσχουν, επίσης, από πολλαπλά προβλήματα υγείας.  Το ακίνητο αποτελεί την πρώτη και μοναδική τους κατοικία οπότε η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα τους καταστήσει άστεγους και δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα σε περίπτωση που θα δικαιούνται σε θεραπεία.  

 

Στην συμπληρωματική του ένορκο δήλωση ο Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. 

  1. ο Αιτητής δεν γνώριζε για την ύπαρξη της εκκρεμούσας αγωγής με αριθμό 1835/15, εξ όσων δε τον ενημέρωσε ο δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση στο Δικαστήριο η απαίτηση της τράπεζας στην πιο πάνω αγωγή ανέρχεται σε ποσά πέραν του ενός εκατομμυρίου Ευρώ και δεν υπάρχει ανταπαίτηση από τους Καθ’ ων η αίτηση.  Αυτό επιβεβαιώνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση είναι παντελώς αφερέγγυοι και ότι δεν θα δύνανται να τον αποζημιώσουν σε περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν.  Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη του χρέους καθώς και η αγωγή με αριθμό 1835/15 που κίνησε η Τράπεζα για είσπραξη του ουδόλως αφορά ή επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την απαίτηση του Αιτητή για παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής της κατοικίας την οποία ο Αιτητής αγόρασε καλόπιστα και προφανώς δεν επηρεάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου.  Προς παραπλάνηση του Δικαστηρίου αντίγραφο της αγωγής δεν επισυνάφθηκε ως τεκμήριο

 

  1. οι γενικόλογες αναφορές Καθ’ ης η αίτηση 2 για δήθεν ακυρότητα των μεταβιβάσεων του ακινήτου από την Τράπεζα είναι αβάσιμες και καταχρηστικές

 

  1. η αναφορά του Αιτητή στις τρεις αιτήσεις αποσκοπούσε στην πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων και στο να καταδειχθεί ο καταχρηστικός και κακόπιστος τρόπος με τον οποίο οι Καθ’ ων η αίτηση χρησιμοποιούν και εκμεταλλεύονται τα ένδικα μέσα  

 

  1. ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση 2 ότι η ύπαρξη της αγωγής με αριθμό 1114/15 καταδεικνύει ότι υπάρχουν «ανοιχτές υποθέσεις» που συνδέονται με το ακίνητο και την υποθήκη είναι ψευδής καθότι η εν λόγω αγωγή αποσύρθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, κάτι που η Καθ’ η Αίτηση 2 απέκρυψε από το Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει.  Μετά την απόσυρση της αγωγής τους οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν πλέον ανοικτά ζητήματα με την τράπεζα σε σχέση με την ακύρωση των υποθηκών και αυτό επιβεβαιώνει, επίσης, ότι είναι παντελώς αβάσιμες και καταχρηστικές οι αναφορές της Καθ’ ης η αίτηση 2 για δήθεν ακυρότητα των μεταβιβάσεων του ακινήτου από την Τράπεζα.

 

  1. μετά από άδεια και σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου η προθεσμία για καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης παρατάθηκε μέχρι τις 14.3.25 χωρίς η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση να ενστεί στην παράταση.  Εν τέλει η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 13.3.25 ενώ αντίγραφο αυτής δόθηκε την ίδια ημέρα στους δικηγόρους των Καθ’ ων η αίτηση.

 

  1. οι Καθ’ ων η αίτηση ακόμα και μετά την καταχώρηση της απαίτησης αρνούνται πεισματικά να αποχωρήσουν από το ακίνητο και ως δηλώθηκε στην πλευρά του Αιτητή από τον δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση δεν υπάρχει πρόθεση εκ μέρους τους για εξώδικη διευθέτηση με την αποχώρηση τους από το ακίνητο εντός εύλογου χρόνου.  Ως εκ τούτου ο μοναδικός τρόπος για να παραδοθεί η κατοχή του ακινήτου στον Αιτητή είναι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω υπάρχει συζητήσιμο θέμα και ορατή επιτυχία της απαίτησης ενώ σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη και ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα.  Περαιτέρω θα πληγούν κατάφωρα τα συνταγματικά του δικαιώματα.  Επίσης, και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επομένως είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως η υπό κρίση εγκριθεί και τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν.

 

Στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Καθ’ ης η αίτηση 2 εστιάζει στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της ιδίας και του Καθ’ ου η αίτηση 1. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι Καθ’ ων η αίτηση εξαιτούνται δήλωσης ή απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή κηρύσσεται ως άκυρη και/ή παράνομη η οποιαδήποτε πώληση και/ή μεταβίβαση του ακινήτου επ’ ονόματι του Αιτητή.  Η αποξένωση του ακινήτου και/ή οι μεταβιβάσεις επ’ ονόματι, αρχικά, της Gordian Holdings Ltd και στην συνέχεια του Αιτητή είναι άκυρες και/ή εξ’ υπαρχής άκυρες και/ή ακυρώσιμες για τους πιο κάτω λόγους: (α) βάσει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, άρθρο 2 καθώς και του ορισμού της πιστωτικής διευκόλυνσης μόνο η συμφωνία δανείου μπορεί να πωληθεί στις εταιρείες εξαγοράς και ουχί η όποια υποθήκη και/ή εξασφάλιση και/ή εγγύηση.  Οπότε κακώς και/ή παράνομα η Gordian Holdings Ltd προχώρησε στην απόκτηση του ακινήτου από την Τράπεζα Κύπρου καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τον προαναφερόμενο Νόμο.  Επομένως η όποια απόκτηση και μετέπειτα μεταπώληση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο από την Gordian Holdings Ltd είναι άκυρη.  Επίσης η υποθήκη που εξασφαλίζει τα δάνεια αντιβαίνει των προνοιών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/65, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 5, 8, 18 και 21 όσον αφορά στο περιεχόμενο τέτοιων συμφωνιών και/ή δηλώσεων υποθήκης.  Κατά συνέπεια, η οποιαδήποτε πώληση και/ή μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Gordian Holdings Ltd και συνεπώς επ’ ονόματι του Αιτητή είναι εξ' υπαρχής άκυρη.

 

Αναφέρει, επίσης, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

  1. οι Καθ’ ων η αίτηση διαμένουν στο ακίνητο νόμιμα από το 1991, ότε και αυτό ανηγέρθη.  Συνεπώς, καμία παράνομη επέμβαση δεν γίνεται από τους Καθ’ ων η αίτηση εις βάρος του Αιτητή 

 

  1. ο Αιτητής εξαιτείται την έκδοση διαταγμάτων που αποτελούν την κυρίως θεραπεία στην αγωγή.  Επομένως με την υπό κρίση αίτηση σκοπείται να καταστεί η παρούσα αγωγή άνευ αντικειμένου.  Σε περίπτωση δε έγκρισης της το δικαίωμα των Καθ’ ων η αίτηση για ίση μεταχείριση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας θα παραβιασθεί

 

  1. σε περίπτωση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θα είναι αναστρέψιμη καθότι θα απωλέσουν την στέγη τους και θα μείνουν στον δρόμο σε αντίθεση με τον Αιτητή ο οποίος στην βάση των όσων ο ίδιος ισχυρίσθηκε διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία και λαμβάνει Ευρώ 6.450,00 σεντ μισθό μηνιαίως

 

  1. οι υποθέσεις στις οποίες ο Αιτητής κάνει αναφορά στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση δεν αφορούν στην παρούσα αγωγή.

 

Στην συμπληρωματική της ένορκο δήλωση η Καθ’ ης η αίτηση 2 επισυνάπτει ως τεκμήρια δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών που αφορούν στην ίδια και τον Καθ’ ου η αίτηση 1.   

 

Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως:

 

«(1) Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ’ αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία   

 

Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο …..………………………………………………………..».

 

Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:

 

1)                    H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,

2)                    Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και

3)                    Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά.

 

Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». 

 

Η φρασεολογία της επιφύλαξης του άρθρου και η εισαγωγή σε αυτό των δυο από τα τρία ειδικά κριτήρια φαίνεται να συνδέεται με τα αποφασισθέντα στην Αγγλική υπόθεση Preston v. Luck (1884) 27 Ch D 497 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση τα ενώπιόν του γεγονότα υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.  Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προνοείται από την Διάταξη 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.             

 

Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32.  Οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά.  Αν κριθεί ότι κάποια από αυτές δεν ικανοποιείται, τότε, δεν δύναται να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα.  Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις που πέραν των τριών προϋποθέσεων υπάρχουν και ειδικά κριτήρια που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αυτά, θα πρέπει, επίσης, να ικανοποιούνται.      

 

Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1993) 1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται.  Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd (1975) 1 All E R 504 (H.L.)).  Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το πρώιμο αυτό στάδιο ως αναξιόπιστο.  

 

Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας.  Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος.  Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά.  Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 AAΔ 788). 

 

Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α. (1982) 1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας.  Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή (2006) 1 ΑΑΔ 800). 

 

Η πρώτη αυτή προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή.  Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα.  Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά.  Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd (1975) 1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου.  Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό.  Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμo δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση.  Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή.  Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του.  Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του.  Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης.  Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων.  Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. 

 

Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου, κάτι που δεν αμφισβητείται από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση.  Μάλιστα προς απόδειξη του ισχυρισμού του τούτου ο Αιτητής με την αρχική ένορκό του δήλωση παρουσίασε τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου επ’ ονόματί του – Τεκμήριο 1.  Ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου ο Αιτητής έχει δικαίωμα στην κατοχή του.  Στερείται, όμως, της κατοχής του ακινήτου για τον λόγο ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι ήταν παλιά οι ιδιοκτήτες του ακινήτου και οι ενίοτε διαμένοντες σε αυτό, αρνούνται να το εγκαταλείψουν και να παραδώσουν την κατοχή του στον Αιτητή.  Είναι η θέση του Αιτητή ότι στην βάση των πιο πάνω οι Καθ’ ων η αίτηση διαπράττουν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία δυνάμει του άρθρου 43(1) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, αφού με το να εξακολουθούν να διαμένουν στο ακίνητο επεμβαίνουν παράνομα σε αυτό μιας και δικαιούχοι κατοχής του ακινήτου δεν είναι αυτοί, αλλά ο Αιτητής ο οποίος είναι και ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του.  Το πιο πάνω εδάφιο προνοεί ως ακολούθως:          

 

«Παράνοµη επέµβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνοµη είσοδο ή σε παράνοµη πρόκληση ζηµιάς ή σε παράνοµη παρέµβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο».

 

Υπό το φως των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή δεν είναι ούτε επιπόλαιο ούτε ενοχλητικό και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων των Καθ’ ων η αίτηση.  Ως εκ τούτου έχω ικανοποιηθεί ότι ο Αιτητής θεμελίωσε επαρκώς την αξίωση του από νομικής άποψης και, κατ’ επέκταση, ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. 

 

Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση υποδεικνύονται τα ακόλουθα.  Στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α. (1982) 1 ΑΑΔ 557, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluationof the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») και όχι σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245). 

 

Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α. (1982) 1 ΑΑΔ 557)

 

Εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε βάθος στα επίδικα θέματα.  Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής.  Εκείνο που το Δικαστήριο αναζητά στο στάδιο αυτό είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 731 τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει επί της ουσίας των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, αλλά δεν πρέπει να αφήνει «να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». 

 

Επειδή δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων το επίπεδο δεν είναι ψηλό ούτε αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση.  Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή.  Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 ΑΑΔ 253).   

 

Η ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης εξαρτάται από την συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις.  Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. 

 

Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται το νομικό καθεστώς της υπόθεσης.  Το ζητούμενο είναι η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας και όχι η κρίση επί του βάσιμου της υπεράσπισης.

 

Κατ’ αρχή θα πρέπει να υποδειχθεί ότι με την αρχική ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται υπό μορφή υπεράσπισης θέση η οποία δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση.  Και είναι και διάφορη από την θέση η οποία προβάλλεται υπό μορφή υπεράσπισης με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 2.  Σύμφωνα με την εν λόγω θέση το ακίνητο βαρύνεται επί σειρά ετών με την υποθήκη με αριθμό Y15447/07 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.  Σε σχέση με την υποθήκη αυτή και τον σχετικό με αυτήν τραπεζικό λογαριασμό δανείου εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η αγωγή με αριθμό 1835/15 η οποία καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.  Σύμφωνα με την Καθ’ ης η αίτηση 2 ήταν παράνομο και παράτυπο εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ενόσω εκκρεμούσε η πιο πάνω αγωγή να μεταβιβάσει το ακίνητο στην Gordian Holdings Ltd - προδήλως εννοείται να πωλήσει την υποθήκη στην Gordian Holdings Ltd - και στην συνέχεια η τελευταία στον Αιτητή άνευ οποιασδήποτε ειδοποίησης ή ενημέρωσης προς την Καθ’ ης η αίτηση 2. 

 

Υποδεικνύεται ότι δεν μπορεί με ένορκο δήλωση να προβάλλονται υπερασπίσεις διάφορες από αυτές που προβάλλονται με την Υπεράσπιση και να αναμένεται η εξέτασή τους από το Δικαστήριο.  Η Υπεράσπιση είναι το δικόγραφο στο οποίο εγείρονται οι υπερασπίσεις ενός εναγόμενου και με τις υπερασπίσεις που εγείρονται στην Υπεράσπιση πρέπει να συνάδουν όλες οι υπερασπίσεις που ενδεχομένως να χρειάζεται να προβληθούν στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων όπως η παρούσα.  Για τον πιο πάνω λόγο θεωρώ ότι η θέση που διατυπώνεται στην αρχική ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν μπορεί να εξετασθεί.  Ενδεχομένως γι’ αυτό τον λόγο είναι που με την συμπληρωματική της ένορκο δήλωση η Καθ’ ης η αίτηση 2 την εγκατέλειψε προβάλλοντας άλλη η οποία συνάδει με τις δικογραφημένες της θέσεις.  Σημειώνεται, επίσης, ότι η θέση της αρχικής ένορκης δήλωσης δεν προωθήθηκε με την γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση.  Και ορθά αφού δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση και ουσιαστικά με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση αυτή εγκαταλείφθηκε. 

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 2 επικαλείται δυο νομικές υπερασπίσεις οι οποίες βασίζονται, η μια, στον Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο, Νόμος 169(Ι)/15, όπως τροποποιήθηκε, και, η άλλη, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο, Νόμος 9/65, όπως τροποποιήθηκε.  Οι υπερασπίσεις αυτές δικογραφούνται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Σύμφωνα με την πρώτη υπεράσπιση η Τράπεζα Κύπρου δεν δικαιούνταν στην βάση του άρθρου 2 του Νόμου 169(Ι)/15, όπως τροποποιήθηκε, να πωλήσει στην Gordian Holdings Limited την υποθήκη που εξασφάλιζε το δάνειο, αλλά μόνο το δάνειο.  Και αυτό γιατί ο όρος «πιστωτική διευκόλυνση» στο άρθρο 2 του Νόμου 169(Ι)/15, όπως τροποποιήθηκε, περιλαμβάνει μόνο το δάνειο και δεν περιλαμβάνει την υποθήκη.  Ακολουθεί ότι η πώληση της υποθήκης από την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian Holdings Limited και η εξαγορά της από την Gordian Holdings Limited ήταν παράνομη και άκυρη.  Κατ’ επέκταση άκυρη ήταν και η πώληση του ακινήτου από την Gordian Holdings Limited στον Αιτητή. 

 

Με την ανταπαίτηση αξιώνεται η ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου στο όνομα του Αιτητή.  Δεν αξιώνεται και η ακύρωση της εγγραφής στο όνομα της Gordian Holdings Limited όπως ορθά παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην γραπτή του αγόρευση.  Αν το Δικαστήριο ακυρώσει την εγγραφή στο όνομα του Αιτητή το ακίνητο δεν θα περιέλθει στην ιδιοκτησία των Καθ’ ων η αίτηση, όπως και πάλι ορθά παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην γραπτή του αγόρευση, αλλά στην ιδιοκτησία της Gordian Holdings Limited που ήταν οι αμέσως προηγούμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου.  Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ανταπαιτούν προς όφελος τρίτου προσώπου και όχι προς όφελος των ιδίων.  Φρονώ πως υπό αυτές τις περιστάσεις η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη δίχως άλλο. 

 

Όπως, όμως, και να’ χει θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει για το άκυρο ή μη της εγγραφής στο όνομα του Αιτητή αν δεν αποφασίσει πρώτα για το έγκυρο του τίτλου επ’ ονόματι της Gordian Holdings Limited.  Και αυτό γιατί ο Αιτητής δεν μπορεί να πάρει καλύτερο τίτλο από αυτόν που είχε η Gordian Holdings Limited.  Επομένως, πρέπει πρώτα να αποφασισθεί το έγκυρο της πώλησης της υποθήκης από την Τράπεζα Κύπρου προς την Gordian Holdings Limited και, κατ’ επέκταση, το έγκυρο του τίτλου επ’ ονόματι της Gordian Holdings Limited και μετά να αποφασισθεί το έγκυρο του τίτλου επ’ ονόματι του Αιτητή.  Η εγγραφή επ’ ονόματι του Αιτητή είναι άκυρη μόνο αν είναι άκυρη η εγγραφή επ’ ονόματι της Gordian Holdings Limited.  Όμως για να αποφασισθεί η ακύρωση της πώλησης της υποθήκης στην Gordian Holdings Limited φρονώ πως θα ήταν απαραίτητη η παρουσία της ως διαδίκου στην αγωγή.  Ενόψει του ότι η Gordian Holdings Limited δεν είναι διάδικος στην αγωγή το έγκυρο ή μη της εγγραφής επ’ ονόματι της φρονώ πως δεν μπορεί να αποφασισθεί.  Επίσης ενόψει του ότι δεν εγείρεται ανταπαιτητικώς αξίωση για ακύρωση της εγγραφής επ’ ονόματι της Gordian Holdings Limited παρά μόνο αξίωση για ακύρωση της εγγραφής επ’ ονόματι του Αιτητή τα όσα η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται με την Υπεράσπισή τους μόνο ακαδημαϊκή σημασία μπορεί να έχουν.  Αποτελεί αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν πράττουν επί µαταίω (Βλ. Μαυρονικόλα ν. Φοινιώτη (1997) 1 ΑΑΔ 1659).  Ακολουθεί ότι η προβληθείσα υπεράσπιση δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας.

Δεύτερο είναι η δικογραφημένη θέση του Αιτητή ότι η υποθήκη δεν είναι συνταγμένη σύμφωνα με τα άρθρα 5, 8, 18 και 21 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν. 9/65, όπως τροποποιήθηκε, τα οποία, σύμφωνα με την Καθ’ ης η αίτηση 2, αφορούν στο περιεχόμενο συμφωνιών και/ή δηλώσεων υποθήκης.  Κατά συνέπεια η πώληση και/ή η μεταβίβαση του ακινήτου, αρχικά, στην Gordian Holdings Limited και, στην συνέχεια, στον Αιτητή είναι άκυρη.  Δεν υποδεικνύεται, όμως, πού συνίσταται η παρατυπία.  Καμία εξήγηση δεν δόθηκε αναφορικά με το πώς τα πιο πάνω άρθρα παραβιάζονται σύμφωνα με την θέση των Καθ’ ων η αίτηση.  Με αποτέλεσμα η θέση να καθίσταται ασαφής και γενικόλογη και, κατ’ επέκταση, ανίκανη να έχει οποιαδήποτε ισχύ. 

 

Έπειτα είναι και το εξής.  Οι υπερασπίσεις που αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 2 και δικογραφούνται στην Υπεράσπιση δεν προωθούνται με την αγόρευση της δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση.  Στην εν λόγω αγόρευση δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτές.  Ό,τι διατυπώνεται είναι ότι «στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις».  Αναφορά στο αν η πλευρά του Αιτητή κατέδειξε ότι πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις δεν γίνεται.  Συναφώς δεν διατυπώνεται θέση ότι η πλευρά του Αιτητή δεν κατέδειξε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.  Ούτε και θέση ότι η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση κατέδειξε ότι η παραμονή τους στο ακίνητο δεν είναι παράνομη.  Η φράση δε «οι Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν σοβαρό ζήτημα της εκδίκαση» ξενίζει.  Όχι για το συντακτικό της λάθος, αλλά για το ότι πρωτίστως κατά την εξέταση αίτησης για προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο εξετάζει αν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καταδείχθηκε από τον αιτητή και όχι από τον καθ’ ου η αίτηση.   

 

Η Καθ’ ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οι Καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν ή διέκοψαν την ειρηνική ή απρόσκοπτη χρήση του ακινήτου από τον Αιτητή καθότι ο τελευταίος ουδέποτε είχε το ακίνητο στην κατοχή του.  Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι οι Καθ’ ων η αίτηση διαπράττουν το αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι εσφαλμένος.  Ο ισχυρισμός αυτός είναι φαιδρός.  Είναι φανερό ότι παράνομη επέμβαση διαπράττεται ακόμα και όταν ο επεμβασίας βρίσκεται αρχικά σε νόμιμη κατοχή του ακινήτου.  Όταν, όμως, αυτή η νόμιμη κατοχή τερματισθεί και ο επεμβασίας αδικαιολόγητα και παράνομα παραλείπει να την παραδώσει στον ιδιοκτήτη και εξακολουθεί να νέμεται το ακίνητο, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, τότε, είναι ένοχος παράνομης επέμβασης.  

 

Ισχυρίζεται ακόμα ότι ο Αιτητής φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά επικαλείται ότι παθαίνει καθότι γνώριζε ότι το ακίνητο που αγόραζε από την Gordian Holdings Limited είχε κάτοχους και χρήστες τους Καθ’ ων η αίτηση.  Η οποιαδήποτε ζημία ήταν, επομένως, προβλεπτή.  Και η θέση αυτή είναι απορριπτέα χωρίς δεύτερη σκέψη.  Κατ’ αρχή από την αρχική ένορκο δήλωση του Αιτητή δεν προκύπτει με ασφάλεια ότι ο Αιτητής γνώριζε για την παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση εντός του ακινήτου πριν την αγορά του.  Ό,τι μόνο αναφέρεται από αυτόν είναι ότι λίγες μέρες μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του ο δικηγόρος του κατόπιν εντολής του επέδωσε στους Καθ’ ων η αίτηση μέσω ιδιώτη επιδότη επιστολή με την οποία τους κοινοποιούσε ότι ο Αιτητής ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου.  Από αυτό δεν συνάγεται απαραίτητα εκ των προτέρων γνώση.  Δεν αποκλείεται δε η γνώση να ήρθε μετά την αγορά.  Όπως, όμως, και να’ χει, ακόμα και αν ο Αιτητής γνώριζε για την παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση εντός του ακινήτου πριν την αγορά οι Καθ’ ων η αίτηση δεν παύουν να είναι παράνομοι επεμβασίες.    

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. 

 

Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση υποδεικνύονται τα ακόλουθα.  Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται.  Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.  Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ’ αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. 

 

Ό,τι σε αυτό το στάδιο διερευνάται για να κριθεί αν η έκδοση προσωρινού διατάγματος δικαιολογείται είναι κατά πόσο στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγων πετύχει στην αγωγή του θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με την επιδίκαση αποζημιώσεων.  Δεν εκδίδεται προσωρινό διάταγμα όταν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία έστω και αν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημίας. 

 

Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) (2008) 1 AΑΔ 626 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε, η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη.  Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς (Βλ., επίσης, σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 132 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη). 

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι.  Σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας της Καθ’ ης η αίτηση 2 ο Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι συνταξιούχος και το μοναδικό του εισόδημα είναι η σύνταξή του ύψους Ευρώ 626,00 σεντ τον μήνα.  Η Καθ’ ης η αίτηση 2 δεν εργάζεται λόγω ηλικίας.  Επίσης κανείς από τους δυο δεν έχει περιουσία ακίνητη ή άλλη.  Μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης οι αποζημιώσεις που αξιώνονται θα ανέλθουν σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ όπως ορθά υπέδειξε και ο Αιτητής στην ένορκό του δήλωση.  Ενόψει της άσχημης οικονομικής τους κατάστασης οι Καθ’ ων η αίτηση θα αδυνατούν να τις καλύψουν.  Ακολουθεί ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά στο τέλος της δίκης.  Θα είναι, επομένως, αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.  Σημειώνεται ότι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου και της κατοικίας στα Φοινικάρια – Ευρώ 2.500,00 σεντ και Ε.3.000,00 σεντ αντίστοιχα - δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση.  Ούτε και το βάσιμο των αξιώσεων του Αιτητή για επιδίκαση αποζημιώσεων.       

 

Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων είναι, επίσης, αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή.  Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1Γ ΑΑΔ 1848 η ενάγουσα/εφεσείουσα εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια κτιριακού συγκροτήματος και η εναγόμενη/εφεσίβλητη η ενοικιάστρια καταστημάτων στο συγκρότημα δυνάμει σύμβασης ενοικίασης μεταξύ των διαδίκωνΗ εφεσίβλητη προχώρησε σε διάφορες παράνομες ανεγέρσεις όπως, μεταξύ άλλων, τοποθέτηση πλακόστρωτου σε χώρο που δεν δικαιούνταν καθώς και τραπεζιών, καρεκλών, καθισμάτων και ανθώνων.  Μονομερώς καταχωρηθείσα αίτηση για εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος κατέστη διά κλήσεως με διαταγή του Δικαστηρίου.  Με την αίτηση αξιώνονταν απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο η εφεσίβλητη να διατάσσεται να παύει να δημιουργεί οχληρία και να επεμβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση της περιουσίας της εφεσείουσας στον κοινόχρηστο χώρο έκτασης.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με την δικαιολογία ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς.  Το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την έφεση εναντίον της απορριπτικής απόφασης, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε διάταγμα ως η αίτηση.  Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 1854-1857:

 

«Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης, ως το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32, αποτελεί ουσιαστικά τον μόνο άξονα γύρω από τον οποίο επικεντρώθηκαν οι επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της Κάνθερ (παρ. 29), κατεγράφη απλώς ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.  Όμως στην παρ. 30, η δυσκολία αυτή συνδέθηκε με την κατ’ ισχυρισμόν συνέχιση της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας που κατά τη θέση της εφεσείουσας δημιουργήθηκαν από την εφεσίβλητη.  Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd vBritish Broadcasting Corp. [1990] All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος.

 

Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκιζή κ.ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκιζή (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o. (1982) 1 C.L.R. 557. Στην υπόθεση Κυρισάββα, επιχειρήθηκε η συμπλήρωση ανέγερσης περιπτέρου κατά παράβαση δικαιώματος και χωρίς την εξουσιοδότηση της αρμοδίας αρχής. Ο χαρακτήρας του κτήματος θα αλλοιωνόταν αν αφηνόταν η οικοδομή να προχωρήσει που περιελάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, σιδηρών πασσάλων, χώρους στάθμευσης, premix κλπ.. Η παρανομία στην επιδίωξη της κατασκευής του περιπτέρου με τις παρεμφερείς κατασκευές του, ήταν στοιχείο το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη στην αποτίμηση της ύπαρξης του τρίτου κριτηρίου. Επιβεβαιώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:

 

«Το Δικαστήριο αποτελεί τον θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμοδία αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.»

 

Και σε σχέση με το κατ’ ισχυρισμόν ασύνδετο της ποινικής δίωξης που η αρμοδία αρχή θα μπορούσε να εγείρει, με την αστική διαφορά:

 

«Το κράτος δικαίου περιλαμβάνει και συσχετίζει ενιαίες έννοιες και δεν μπορεί μια διαφορά η οποία ενδεχομένως να έχει και αστική και ποινική πτυχή να διαχωρίζεται πλασματικά και μόνο». ……………………………………………………………………………………..…..

 

Προκύπτει ότι δεν ήταν αδήριτη ανάγκη η περαιτέρω εξήγηση της καταγραφείσας στην παρ. 29 της ένορκης δήλωσης της Κάνθερ, ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αρκούσε, υπό τις συνθήκες, η καταγραφείσα στην παρ. 30 σύνδεση των ενεργειών της εφεσίβλητης με το παράνομο της ενέργειας της, παρανομία που έχει τη δική της καταλυτική σημασία εφόσον ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου.

 

Συναφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του από την εφεσείουσα που περιελάμβανε αρχιτεκτονικά σχέδια και φωτογραφίες, Τεκμ. 8(α)-(δ) στην ένορκη δήλωση της Κάνθερ, που εμφανώς έδειχναν την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη μονομερή ενέργεια της εφεσίβλητης. Οι φωτογραφίες είναι αυτόδηλες και εμφανίζουν σωρεία τραπεζιών, καρέκλων και ανθώνων ακριβώς έξω από την ανατολική είσοδο του κτιρίου. Το ζητούμενο δεν ήταν κατά πόσο οι ένοικοι ή οι πελάτες αυτών έχουν πρόσβαση έστω με δυσκολία στο κτίριο, ούτε και χρειαζόταν συγκεκριμένη μαρτυρία προς τούτο εφόσον η παράνομη επέμβαση της εφεσίβλητης εμφανώς αλλοίωσε το χώρο έμπροσθεν της ανατολικής εισόδου με όλα τα συνεπακόλουθα ………………………………………………………....

 

Σημασία είχε να διατηρηθεί το status quo ante πριν δηλαδή την επέμβαση της εφεσίβλητης στον αμφισβητούμενο χώρο. Και αυτό όφειλε να διασφαλίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ιδιαιτέρως εφόσον ορθά έκρινε ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.

 

Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή, ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (δέστε Κυρισάββα v. Κύζη – ανωτέρω – σελ. 1256-1257).

 

Στην υπόθεση Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245 το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του οριστικοποίησε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγόρευε στους εφεσείοντες/εναγόμενους να συνεχίσουν να ανεγείρουν οποιαδήποτε οικοδομή και/ή να την κατέχουν και/ή να την χρησιμοποιούν εντός κτήματος η ιδιοκτησία του οποίου τελούσε υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων οι οποίοι ήταν συγγενείς.  Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ο εφεσείων 2 παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς άδεια οικοδομής επενέβη στο αμφισβητούμενο κτήμα με την ανέγερση περιπτέρου, κάτι το οποίο έπραξε με την συγκατάθεση του εφεσείοντα 1 και αφού εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις σχετική πολεοδομική άδεια ενώ ταυτόχρονα προωθείτο και διαδικασία για την έκδοση άδειας οικοδομής.  Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 1253-1254:

 

«Είναι γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν παρουσίασε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και συμπληρωθεί η ανέγερση του περιπτέρου. Όμως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231). Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει.

 

Αλλά και οι ακόλουθες επισημάνσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες συμφωνούμε απόλυτα, ήταν αρκετά σοβαρές για να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ του εφεσίβλητου:

 

Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν. Η ίδια η αρμόδια πολεοδομική αρχή που είχε δώσει την άδεια χαρακτηρίζει ως αυθαίρετες και παράνομες τις οικοδομικές εργασίες που άρχισαν. Αυτό απαντά το επιχείρημα του κ. Σωτηρίου ότι δεν έχει σχέση η τυχόν ποινική δίωξη που θα μπορούσε να ασκήσει η αρμόδια αρχή με την πολιτική υφή και την αστική διαφορά της παρούσας υπόθεσης. Το κράτος δικαίου περιλαμβάνει και συσχετίζει ενιαίες έννοιες και δεν μπορεί μια διαφορά η οποία ενδεχόμενα έχει και αστική και ποινική πτυχή να διαχωρίζεται πλασματικά και μόνον». 

 

Στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd και Άλλοι ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α. (2009) 1 ΑΑΔ 317 οι ενάγοντες/εφεσίβλητοι, οι οποίοι ήταν συνταξιούχοι, διέμεναν για πολλά χρόνια σε ιδιόκτητο σπίτι.  Ακριβώς δίπλα από το σπίτι τους στεγάζονταν και λειτουργούσε ιδιωτικό σχολείο το οποίο διαχειρίζονταν η εναγόμενη 1/εφεσείουσα εταιρεία.  Η τελευταία στην πορεία απέκτησε ακόμα ένα ακίνητο το οποίο συνόρευε με την αυλή των εφεσίβλητων.  Κατεδάφισε την παλιά οικοδομή που υπήρχε σε αυτό και ανήγειρε γήπεδο πολλαπλών χρήσεων χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή η οποία μάλιστα έλαβε δικαστικά μέτρα για το όλο ζήτημα.  Η χρήση του γηπέδου και η χρήση του νεοαποκτηθέντος οικοπέδου ως σημείου διέλευσης των μαθητών δημιουργούσε ενόχληση στους εφεσίβλητους οι οποίοι περνούσαν τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι τους.  Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν αγωγή για οχληρία εναντίον των εναγομένων/εφεσειόντων και στα πλαίσια της αγωγής εξασφάλισαν παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα απαγορεύοντας στους εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιούν ή να επιτρέπουν την χρήση από οποιοδήποτε πρόσωπο του γηπέδου σε συγκεκριμένες ώρες καθημερινά και καθ’ οιανδήποτε ώρα την Κυριακή.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ικανοποιούντο και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και άσκησε την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των εφεσιβλήτων. Μεταξύ των στοιχείων που έλαβε υπόψη ήταν και το ότι οι εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν τις πράξεις και παραλείψεις τους οι οποίες, κατά τους αντιδίκους τους, στοιχειοθετούσαν παρανομία και δη παράβαση του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ο οποίος, μεταξύ άλλων, απαγορεύει την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια και την χρήση της χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.  Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στην σελίδα 324:

 

«Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ’ αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του».

 

Το Δικαστήριο ως θεματοφύλακας του κράτους δικαίου δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι ο Αιτητής στερείται της κατοχής του ακινήτου παρά το ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επειδή οι Καθ’ ων η αίτηση αρνούνται πεισματικά να αποχωρήσουν από αυτό και να του παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του.  Πεισματικά γιατί η άρνηση αυτή χρονολογείται από τότε ακόμα που κατέστη εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου η Gordian Holdings Limited και δη από τις 22.3.24.  Η παρανομία έχει την δική της καταλυτική σημασία καθότι ένα Δικαστήριο δεν πρέπει να ανέχεται την διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση του Νόμου.  Στην προκειμένη δε περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του Αιτητή στην ιδιοκτησία και, κατ’ επέκταση, την αποκατάσταση και τήρηση της νομιμότητας και να δώσει τέλος στην παρανομία ιδιαιτέρως εφόσον στην προκειμένη περίπτωση έκρινε ότι υπάρχει και σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.  Η παραβίαση του κατοχυρωμένου δικαιώματος του Αιτητή στην ιδιοκτησία το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ είναι δεδομένο στην βάση του οποίου εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν.  Στην υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co (1997) 1 ΑΑΔ 1791 λέχθηκε ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται µε την στενή αντίληψη της υλικής ζηµίας, αλλά µε την ευρύτερη προστασία των δικαιωµάτων του αιτούµενου την θεραπεία.  Η βλάβη που θα υποστούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Αιτητή σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να αποτιµηθεί σε χρήµα ή να εξακριβωθεί µε βεβαιότητα.  Υπό το φως των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.   

 

Αφ’ ης στιγμής έχω ικανοποιηθεί ότι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνται θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα.  Ο όρος «δίκαιο ή πρόσφορο» είναι συνώνυμος με τον όρο «ισοζύγιο της ευχέρειας» ο οποίος προέκυψε από τον Αγγλικό όρο «balance of convenience» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd (1975) 1 All E R 504) και είναι προσδιοριστικός της ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου.  Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο ισοζυγίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες των διαδίκων ή τον κίνδυνο αδικίας ο οποίος θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα.  Αποφασίζοντας κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σε αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα.  Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. 

 

Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited (198…) 1 W.L.R. 670:

 

"To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν’ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή". 

 

Στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ ν. ΧΧΧ Σούλη, Πολιτική Έφεση Ε75/15, ημερομηνίας 7.12.18 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι:

 

«Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη».

 

Στην υπόθεση Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α. (2013) 1 ΑΑΔ 222 λέχθηκε ότι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα στο πλαίσιο της αγωγής διατάγματα και η έκδοση των οποίων επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με σπουδή την εκδίκαση της υπόθεσης συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας. 

 

Στην υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co Ltd (1998) 1 ΑΑΔ 149, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Goodys Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ) (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1572, λέχθηκε ότι:

«Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται».

 

Στην υπόθεση Goodys v. Lani (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1572 υποδείχθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης.

 

Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 ΑΑΔ 1403 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1424:

 

«Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ’ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael vBrevinos (1969) 1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ’ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd vDemenian Catering Ltd – ανωτέρω –). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd vMuskita Aluminium Co. Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).

Στην υπόθεση Penderhill (2014) 1 ΑΑΔ 118 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 139-140:

 

«Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs vMuskita Aliminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. A Simonos Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael vBrevinos (1969) 1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ’ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd vDemenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων(Parico Aluminium Designs Ltd vMuskita Aluminium Co Ltd κ.α(ανωτέρω)».

 

Στο σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη «Διατάγματα-Injunctions», σελίδα 179 αναφέρεται ότι τα Δικαστήρια δεν θα διστάσουν στην κατάλληλη περίπτωση να εκδώσουν παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα.  Εκείνο που χρειάζεται είναι η υπόθεση να είναι ξεκάθαρη ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί προστακτικό διάταγμα.  Στο πιο πάνω σύγγραμμα γίνεται σύγκριση μεταξύ της Αγγλικής και της Κυπριακής προσέγγισης επί του θέματος.  Επισημαίνεται ότι τα Αγγλικά Δικαστήρια φαίνεται να απαιτούν ψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι μετά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκε το προστακτικό διάταγμα.  Στην Κύπρο τα Δικαστήρια είναι πιο ελεύθερα να ενεργήσουν εφόσον ο μόνος περιορισμός είναι να βεβαιωθούν ότι η έκδοση ενός προστακτικού παρεμπίπτοντος διατάγματος όχι μόνο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά ότι είναι και δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί.      

 

Στο πιο πάνω σύγγραμμα αναφέρεται, επίσης, ότι σε σχέση με προστακτικά διατάγματα ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Αγγλικό σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παρ. 948 υπό τον τίτλο: «Mandatory injunctions on interlocutory applications» και πιο κάτω παρατίθενται:  

 

«A mandatory injunction can be granted on an interlocutory application as well as at the hearing, but, in the absence of special circumstances, it will not normally be granted.  However, if the case is clear and one which the court thinks ought to be decided at once … a mandatory injunction will be granted on an interlocutory application».       

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Προστακτικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί τόσο σε ενδιάμεση αίτηση όσο και κατά την δίκη, αλλά στην απουσία ειδικών περιστάσεων δεν εκδίδεται.  Όμως, όταν η υπόθεση είναι ξεκάθαρη και το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι αυτή θα πρέπει να αποφασισθεί αμέσως ... τότε δύναται να εκδοθεί προστακτικό διάταγμα σε ενδιάμεση αίτηση».   

 

Φρονώ πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Αιτητή.  Ο Αιτητής κατέδειξε ότι υπάρχει και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατό ενδεχόμενο όπως οι Καθ’ ων η αίτηση κριθούν στην δίκη ότι παραβαίνουν τον νόμο και ότι διαπράττουν το αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία.  Δεν μου διαφεύγει ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι δραστικά.  Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης οι Καθ’ ων η αίτηση θα αναγκασθούν να εγκαταλείψουν το ακίνητο, το οποίο ήταν για πολλά χρόνια το σπίτι τους, και να εξεύρουν αλλού κατοικία, εγχείρημα ουδόλως εύκολο ενόψει των πενιχρών οικονομικών τους μέσων και των προσωπικών τους συνθηκών όπως αυτές καταμαρτυρούνται στο Τεκμήριο Α στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 2.  Όμως η αδικία που θα προκληθεί στον Αιτητή από τυχόν άρνηση της υπό κρίση αίτησης φρονώ πως θα είναι μεγαλύτερη από την αδικία που θα προκληθεί στους Καθ’ ων η αίτηση από τυχόν έγκριση της.  Κατά την κρίση μου η έγκριση της αίτησης περιέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας αφού σε περίπτωση άρνησης της θα συμβούν τα ακόλουθα τα οποία κατά την κρίση μου γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ του Αιτητή:

 

  1. ο Αιτητής θα αναγκασθεί μέχρι την δίκη να διαμένει στα Φοινικάρια με αποτέλεσμα για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα αυτός και η οικογένειά του να ταλαιπωρούνται σοβαρά  

 

  1. ο Αιτητής δεν θα μπορεί να πληρώνει την ψηλή δόση του δανείου καθώς και την δόση της ασφάλειας του δανείου αφού δεν θα δύναται να ενοικιάσει την κατοικία στα Φοινικάρια μιας και οι Καθ’ ων η αίτηση θα εξακολουθούν μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης να διαμένουν στο ακίνητο.  Η ενοικίαση της κατοικίας στα Φοινικάρια είναι απαραίτητη για την πληρωμή της δόσης καθότι ο μισθός του Αιτητή – που είναι και το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας - παρόλο που είναι μεγάλος δεν αρκεί να πληρώνει την δόση και να ζει και η οικογένεια   

 

  1. ένεκα του ότι θα αδυνατεί να πληρώνει την δόση του δανείου ο Αιτητής θα διατρέχει σοβαρούς κινδύνους, όπως τον κίνδυνο τερματισμού του λογαριασμού του από το πιστωτικό ίδρυμα που του παραχώρησε το δάνειο, τον κίνδυνο να βρεθεί υπόλογος για πληρωμή μεγάλου ποσού αποζημιώσεων προς το πιστωτικό ίδρυμα που του παραχώρησε το δάνειο και τον κίνδυνο εκποίησης των ακινήτων που παραχώρησε για εξασφάλιση του δανείου

 

  1. αν δεν εγκριθεί η αίτηση ο Αιτητής θα υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θα δύνανται λόγω της άσχημης οικονομικής τους κατάστασης να καλύψουν την ζημία που θα προκληθεί από την μη πληρωμή των ενδιάμεσων και διαφυγόντων κερδών τα οποία μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης θα συμποσούνται σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ.    

 

Φρονώ, επίσης, πως με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων το ενδιαφέρον των Καθ’ ων η αίτηση να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής αν και θα μειωθεί, εντούτοις, δεν θα τερματισθεί καθότι δεν υπάρχει πλήρης ταυτοσημία της υπό κρίση αίτησης με την απαίτηση αφού στην προκειμένη περίπτωση εκτός από διηνεκές διάταγμα για παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής με την απαίτηση αξιώνονται και άλλες θεραπείες, όπως αναγνωριστική απόφαση και αποζημιώσεις περιλαμβανομένων και τιμωρητικών αποζημιώσεων.  Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με την Νομολογία το ανεπιθύμητο δεν εξισούται με απαγόρευση και ότι ακόμα και στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης μπορεί να εκδοθεί προστακτικό διάταγμα όταν αυτό ζητείται ορθά και δίκαια άσχετα αν με την αγωγή ουσιαστικά επιδιώκεται το ίδιο πράγμα.  Όπως υποδεικνύεται από την Νομολογία η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.  Σε αντίθεση με τις θεραπείες που αξιώνονται με την απαίτηση οι οποίες, αν πετύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές

 

Για τους λόγους που πιο πάνω υποδείχθηκαν φρονώ πως το αιτούμενο υπό παράγραφο Β της αίτησης διάταγμα ζητείται ορθά και δίκαια.  Κρίνω, επομένως, ότι είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό εκδοθεί.  Όσον αφορά στο αιτούμενο υπό παράγραφο Α της αίτησης διάταγμα φρονώ πως η έκδοση του δεν είναι απαραίτητη.  Πρόκειται περί ενός προστακτικού διατάγματος όπως το διάταγμα υπό παράγραφο Β της αίτησης «καμουφλαρισμένου», ας μου επιτραπεί ο όρος, ως απαγορευτικό.  Επομένως δεν κατοχυρώνει τα δικαιώματα του Αιτητή πιο αποτελεσματικά από ότι το διάταγμα υπό παράγραφο Β της αίτησης.  Άλλωστε η θέση του Αιτητή για παράνομη επέμβαση δεν αφορά ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση άλλες από την αδικαιολόγητη κατά τον Αιτητή παραμονή τους στο ακίνητο.  Ακολουθεί ότι οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 5-7 και 9-14 οι οποίοι είναι και επάλληλοι, δεν ευσταθούν. 

 

Αναφορικά με τους λόγους ένστασης με αριθμούς 1 και 3 υποδεικνύονται τα ακόλουθα.  Κατ’ αρχή το ότι δεν είχε καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης εντός της προθεσμίας που προνοούν οι νέοι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας δεν συνεπάγεται αυτόματα απόρριψη της αγωγής.  Κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε, άλλωστε, αντικείμενο εισήγησης από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση.  Όπως και να’ χει ο χρόνος παρατάθηκε από το Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση και η Έκθεση Απαίτησης εν τέλει καταχωρήθηκε εντός της νέας προθεσμίας.  Συνεπώς οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν.  Χώρια που έχουν καταστεί και άνευ αντικειμένου. 

 

Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 2, 4, 8 δεν προωθήθηκαν με την γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση οπότε και δικαίως μπορεί να λεχθεί ότι εγκαταλείφθηκαν.  Αναφορικά με τον 4ο και 8ο λόγο ένστασης επιπρόσθετα αναφέρεται ότι οι λόγοι αυτοί ορθά εγκαταλείφθηκαν για τον λόγο ότι η υπό κρίση αίτηση με διαταγή του Δικαστηρίου κατέστη διά κλήσεως.  Αναφορικά με τον 4ο λόγο ένστασης υποδεικνύεται ακόμα ότι η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος ακύρωσης διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς.  Ακολουθεί ότι ο λόγος αυτός δεν αφορά στην υπό κρίση αίτηση.    

 

Φρονώ πως ο χρόνος των 10 ημερών εντός των οποίων η πλευρά του Αιτητή ζητά από τους Καθ’ ων η αίτηση να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του ακινήτου είναι μικρός.  Με δεδομένα την ηλικία των Καθ’ ων η αίτηση, την οικονομική τους κατάσταση και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν φρονώ πως ένας χρόνος της τάξης των 45 ημερών θα ήταν δίκαιος. 

Κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος η παροχή εγγύησης είναι ζήτημα που άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.  Ενόψει της δραστικότητας του διατάγματος φρονώ πως θα ήταν ορθό και δίκαιο να διατάξω τον Αιτητή να παρέχει εγγύηση για κάλυψη ζημιών ήθελαν προκληθεί στους Καθ’ ων η αίτηση από την εκτέλεση του διατάγματος σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι αυτό λανθασμένα εξασφαλίσθηκε και εκδόθηκε από το Δικαστήριο.  Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2015) 1 ΑΑΔ 2672 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 2685:

  

«Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ’ αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη (2009) 1 Α.Α.Δ. 317, το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ’ αυτούς των διαταγμάτων.

 

Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Β της αίτησης με την διαφοροποίηση ότι ο χρόνος εκκένωσης και παράδοσης στον Ενάγοντα/Αιτητή ελεύθερης κατοχής του ακινήτου που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο καθώς και της κατοικίας που βρίσκεται εντός αυτού καθορίζεται σε 45 μέρες από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αντίστοιχα αντί 10 μέρες.

 

Το αιτητικό υπό παράγραφο Α της αίτησης απορρίπτεται. 

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αντίστοιχα αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.    

 

Το παρόν διάταγμα θα συνταχθεί νοουμένου ότι ο Ενάγων/Αιτητής υπογράψει εγγύηση ύψους Ευρώ 60.000,00 σεντ για τυχόν ζημιές ήθελαν προκληθεί στους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αντίστοιχα από την εκτέλεση του διατάγματος σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι αυτό λανθασμένα εκδόθηκε από το Δικαστήριο ή εκδόθηκε χωρίς εύλογη αιτία.   

 

 

                                                                                (Υπ.) ….…………………………

                                                                                             Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο