VPSM JOINT VENTURE LTD ν. CPP – METRON CONSORTIUM LIMITED κ.α., Αρ. Aίτησης: 3/2025, 25/8/2026
print
Τίτλος:
VPSM JOINT VENTURE LTD ν. CPP – METRON CONSORTIUM LIMITED κ.α., Αρ. Aίτησης: 3/2025, 25/8/2026

 

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

                             Αρ. Aίτησης: 3/2025

 

Μεταξύ:

VPSM JOINT VENTURE LTD (HE 440804)

                                                                                                                        Aιτητών

             και

 

1.    CPP – METRON CONSORTIUM LIMITED (ΗΕ 407058)

2.    ΒΑΝΚ OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD (HE 165)

        

Καθ’ ων η Αίτηση

 

-------------------------------------------------------------------------------------

 

Ημερ.: 25/08/2026

Εμφανίσεις:

Για τους Αιτητές: κα. Μ. Γιωρκάτζη για κ.κ. Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Καθ’ ων η Αίτηση αρ.1: κ. Χ. Δημητρίου μαζί με κα Μ. Ρουσιά για κ.κ. CHARIS D. DEMETRIOU & CO LLC.

Για τους Καθ’ ων η Αίτηση αρ. 2: κα Β. Γρηγορίου μαζί με κα Τ. Γρηγορίου για κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC.

 

E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Oι Αιτητές, με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε πριν από την έγερση Απαίτησης, αξίωσαν και πέτυχαν μονομερώς την έκδοση των κάτωθι διαταγμάτων:

 

“1.  Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και εμποδίζει τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, ενεργώντας απευθείας ή μέσω υπαλλήλων, εντολοδόχων ή αντιπροσώπων τους, από το να εισπράξουν το πλήρες ή οποιοδήποτε ποσό κάτω από την εγγυητική πιστής εκτέλεσης με αριθμό 00193-02-0786915 (στο εξής «η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης») και/ή την εγγυητική προκαταβολής με αριθμό 00193-02-0786871 (στο εξής «Εγγυητική Προκαταβολής»), και οι δύο έκδοσης των Καθ’ ων η Αίτηση 2 προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση 1, μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης που θα καταχωρηθεί από τους Αιτητές εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και των Καθ’ ων η Αίτηση 2 ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

2.            Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει και εμποδίζει τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, ενεργώντας απευθείας ή μέσω υπαλλήλων, εντολοδόχων ή αντιπροσώπων τους, από το να πληρώσουν στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 οποιοδήποτε ποσό κάτω από την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης και/ή την Εγγυητική Προκαταβολής μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης που θα καταχωρηθεί από τους Αιτητές εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και των Καθ’ ων η Αίτηση 2 ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»   

 

Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) κατά την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων, έδωσε οδηγίες όπως η Αιτήτρια καταχωρήσει απαίτηση εντός 21 ημερών από σήμερα. Η Αιτήτρια συμμορφώθηκε και προχώρησε με την καταχώρηση της Αγ. Αρ. 181/2025.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις του κ. Παύλου Φωκά, ενός εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, στις οποίες παραθέτει τα γεγονότα, που κατά τη θέση της Αιτήτριας, δικαιολογούν την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων. Το ίδιο πιο πάνω πρόσωπο πρόβηκε και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06/05/2025.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 2, δήλωσαν, μέσω των δικηγόρων της, ότι δεν προτίθενται να αμφισβητήσουν την Αίτηση και δεν καταχώρησαν ένσταση.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, καταχώρησαν ένσταση στις 04/04/2025 προβάλλοντας 11 λόγους ένστασης για τους οποίους τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 30/01/2025 θα πρέπει να ακυρωθούν και η Αίτηση να απορριφθεί, ως φαίνονται λεπτομερώς στο σώμα της ένστασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Μαρίνας Ρουσιά, δικηγόρου συνεργάτη στη δικηγορική εταιρεία η οποία εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και εξουσιοδοτημένη από τους τελευταίους να προβεί σε αυτήν αφού λόγω της φύσης του προγράμματος εργασίας και επαγγελματικών υποχρεώσεων των αξιωματούχων αυτής δεν ήταν σε θέση να ορκιστούν. Το ίδιο πιο πάνω πρόσωπο προέβηκε και σε απαντητική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/05/2025.

 

Παρά τις προσπάθειες των διαδίκων για διευθέτηση της παρούσας Αίτησης, εν όψει και της εκκρεμότητας άλλων, μεταξύ τους, διαδικασιών, εντούτοις αυτό, εν τέλει, δεν κατέστη εφικτό και η παρούσα Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση.

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση των γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταθέσαν στο Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των διαδίκων, επίσης, προχώρησαν και σε προφορικές διευκρινιστικές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, γραπτές και προφορικές, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο επισταμένα και λαμβάνονται σοβαρά υπόψη χωρίς να υπάρχει ανάγκη για παράθεση των θέσεων και εισηγήσεων της κάθε πλευράς. Σημειώνεται ότι κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης κατωτέρω, θα γίνει αναφορά στις θέσεις αυτές εάν και εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο.

 

Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και η οποία δεν τυγχάνει αμφισβήτησης, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 αποτελούν Κυπριακή Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μοναδικό μέτοχο τους την China Petroleum Corporation Engineering Co Ltd, θυγατρική εταιρεία της China National Petroleum Corporation, εταιρεία που ανήκει στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

 

Κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει η μητρική εταιρεία των Καθ’ ων η Αίτηση 1 σύναψε με την Εταιρεία Υποδομών Φυσικού Αερίου (ΕΤΥΦΑ), θυγατρική εταιρεία της Δημόσιας Εταιρείας Φυσικού Αερίου (ΔΕΦΑ), συμφωνία δυνάμει της οποίας της ανατέθηκε ο σχεδιασμός, η κατασκευή και υλοποίηση του τερματικού σταθμού παραλαβής και υγροποίησης φυσικού αερίου (ΥΦΑ) στην περιοχή του Βασιλικού, για την εισαγωγή φυσικού αερίου στην Κυπριακή Δημοκρατία (η Κυρίως Συμφωνία).

 

Οι Αιτητές αποτελούν εταιρεία κοινοπραξίας, η οποία συστάθηκε στις 23/11/2022 με αποκλειστικό σκοπό την υπογραφή συμφωνίας υπεργολαβίας με τους Καθ’ ων η Αίτηση 1. Οι Αιτητές και οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, υπέγραψαν συμφωνία υπεργολαβίας για την κατασκευή της προβλήτας στο τερματικό του σταθμού υγροποίησης του φυσικού αερίου (το Έργο) στις 24/11/2022. H συμφωνία αυτή βασίζεται στους όρους του Συμβολαίου γνωστού ως FIDIC Conditions of Contract for Construction for Building and Engineering Works Designed by the Employer, δεύτερη έκδοση του 2017 και των Ειδικών όρων που συμφωνήθηκαν. Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης του Έργου ήταν η 27η/07/2023. Ταυτόχρονα υπογράφτηκε η Συμπληρωματική Συμφωνία 1 (Side Letter Agreement 1) με την οποία ρυθμιζόταν η ημερομηνία ολοκλήρωσης του Έργου και στην οποία ορίστηκε ως Αναθεωρημένη Ημερομηνία Ολοκλήρωσης του η 30η/09/2023. Στις 23/05/2023 και στα πλαίσια της διεκπεραίωσης του Έργου, υπογράφτηκε και δεύτερη Συμπληρωματική Συμφωνία.

 

Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας και στα πλαίσια εκτέλεσης της, οι Αιτητές παραχώρησαν δύο Εγγυητικές Προκαταβολής συνολικού ποσού €8.421.357,17 και δύο Εγγυητικές Πιστής Εκτέλεσης του Έργου συνολικού ποσού €4.301.497. Ειδικότερα, παραχώρησαν την Εγγυητική επιστολή Προκαταβολής με αρ. 00193-02-0786871 με αρχική ημερομηνίας λήξης την 19/12/2023 για το ποσό των €5.002.995,17 (μια από τις επίδικες) και την Εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης με αριθμό 00193-02-0786915 με αρχική ημερομηνία λήξης την 19/01/2024 και με αυτόματη ανανέωση για περίοδο 13 μηνών και ημερομηνία λήξης την 19/02/2025 για το ποσό των €2.501.497 (η δεύτερη από τις επίδικες).

 

Η πιο πάνω Εγγυητική Προκαταβολής ανανεώθηκε μέχρι την 31/12/2024 και μετέπειτα μέχρι τις 31/01/2025.

 

Πέραν των πιο πάνω, παραχωρήθηκαν η Εγγυητική επιστολή Προκαταβολής για το ποσό των €3.148.362,00 με ημερομηνία λήξης την 19/12/2023 (η Εγγυητική Προκαταβολής Β) και η Εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης με αριθμό GRB082346 ημερομηνία λήξης την 31/12/2023 με αυτόματη ανανέωση για περίοδο 13 μηνών και ημερομηνία λήξης την 19/02/2025 για το ποσό των €1.800.000 (η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης Β).

 

Όλες οι Εγγυητικές εκδόθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, οι οποίοι αποτελούν τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα.   

 

Σύμφωνα με τον όρο 14.2.1 της Συμφωνίας, το ποσό των Εγγυητικών Προκαταβολών θα μειωνόταν σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών του Έργου. Το ποσό της Εγγυητικής Προκαταβολής σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €3.965.224,88.

 

Η Εγγυητική Προκαταβολής ανανεώθηκε μέχρι τις 31/12/2024 και μετέπειτα μέχρι και τις 31/01/2025. Η Εγγυητική Προκαταβολής Β, η οποία ανανεώθηκε μέχρι τις 31/12/2024, αφέθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 να λήξει χωρίς να υποβληθεί κάποια απαίτηση.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, επικαλούμενοι οικονομικές διαφορές με την ΕΤΥΦΑ απέστειλαν στους Αιτητές επιστολή ημερομηνίας 24/01/2024 με την οποία τους καλούσαν να αναστείλουν τις εργασίες του Έργου.

 

Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ενώ το Έργο βρισκόταν σε αναστολή, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 απέστειλαν προς τους Αιτητές Ειδοποίηση Τερματισμού στις 14/03/2024, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν (βλ. τεκμήριο ΠΦ 11) και τους οποίους οι Αιτητές απορρίπτουν και ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω τερματισμός είναι παράνομος και αντισυμβατικός. Οι Αιτητές με επιστολή τους 27/03/2024 κάλεσαν τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 να ανακαλέσουν την ειδοποίηση τερματισμού και να συνεχίσουν την εκτέλεση της Συμφωνίας, καθότι, για τους λόγους που εξηγούν δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα.   Επίσης, οι Αιτητές ανάφεραν ότι η εν λόγω επιστολή τους αποτελούσε ειδοποίηση δυνάμει των προνοιών του όρου 16.2.1. (που δίδεται πριν τον τερματισμό από τον Εργολάβο) στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και με αναφορά στον όρο 16.2.1(ε), δήλωσαν ότι προτίθενται να τερματίσουν τη Συμφωνία εκτός και αν εντός 14 ημερών από την λήψη της ειδοποίησης οι Καθ’ ων η Αιτηση 1 θεραπεύσουν τις παραβάσεις αποσύροντας την Κατ’ Ισχυρισμό Ειδοποίηση Τερματισμού.

Παρά την αποστολή της πιο πάνω επιστολής / ειδοποίησης, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν ανακάλεσαν τον κατ’ ισχυρισμό παράνομο τερματισμό και οι Αιτητές με την επιστολή τους ημερομηνίας 15/04/2024 τερμάτισαν τη Συμφωνία λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας των Καθ’ ων η Αίτηση 1 στη βάση των προνοιών του όρου 16.2.2 της Συμφωνίας. 

 

 Οι Αιτητές, επίσης, προέβαλαν αξιώσεις εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ύψους €42,297,322.04 το οποίο συνίσταται σε υπόλοιπο αμοιβής τους. Αξίωσαν, επίσης, το ποσό των €31,633,242.57 ως απώλεια κέρδους. Εκ παραδρομής αναφέρουν δεν υπολογίστηκε το ποσό της προκαταβολής ύψους €8.421.357,17 το οποίο πληρώθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 στους Αιτητές και έτσι το συνολικό ποσό που αξιώνουν ανέρχεται στα €65.509.207,44.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ουδέποτε απάντησαν στις λεπτομερείς αξιώσεις των Αιτητών και προχώρησαν με τις αναγκαίες διαδικασίες για έναρξη Διαιτητικής Διαδικασίας στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου για να διεκδικήσουν το πιο πάνω ποσό από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1. Στα πλαίσια αυτά καταχώρησαν την Διαιτητική Απαίτηση Αρ. 208/2024 Ε.Δ. Λεμεσού προς υποστήριξη της Διαιτητικής Διαδικασίας που θα άρχιζε και στην οποία εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα Mareva και μετά από ακρόαση αυτό κατέστη απόλυτο και εκδόθηκε και διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων των Καθ’ ων η Αίτηση 1.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας είναι νόμιμος και ορθός καθότι υπήρξε καθυστέρηση από τους Αιτητές στην ολοκλήρωση του Έργου καθώς και διάφορες κακοτεχνίες, θέση που απορρίπτουν οι Αιτητές. Οι Αιτητές ισχυρίζονται, όμως, ότι ακόμα και έγκυρος να είναι ο τερματισμός έχουν αξίωση εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1, ύψους πέραν των €35,000,000, ποσό που αφορά τα δεδουλευμένα και υπόλοιπο της αμοιβής τους.

 

Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι κατά καιρούς υπήρξαν συζητήσεις για διευθέτηση της διαφοράς που προέκυψε και ανταλλάγησαν διάφορες προτάσεις οι οποίες αφορούσαν την καταβολή από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 προς τους Αιτητές διαφόρων ποσών και επιστροφή των Εγγυητικών Επιστολών. Στα πλαίσια αυτά και κατόπιν αιτήματος των Καθ’ ων η Αίτηση 1, οι Αιτητές ήταν πρόθυμοι να ανανεώσουν τις Εγγυητικές Επιστολές και για να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 να απαιτήσουν την πληρωμή τους.

 

Οι Αιτητές ενημερώθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση 2 στις 28/01/2025 ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 προέβηκαν σε απαιτήσεις πληρωμής των ποσών των Εγγυητικών Επιστολών, οι οποίες συμμορφώνονται ως θέμα τύπου με τις Εγγυητικές και ότι θα προχωρήσουν με την πληρωμή τους στις 12.00 στις 30/01/2025, εκτός αν προηγηθεί η έκδοση σχετικού απαγορευτικού διατάγματος από το Δικαστήριο.    

 

Η θέση που προβάλλεται από τους Αιτητές για την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων είναι ότι αυτοί έχουν καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 απαιτούν την πληρωμή των Εγγυητικών Επιστολών κατά παράβαση των σχετικών όρων της Συμφωνίας αφού ακόμα και στην περίπτωση που η θέση τους είναι ορθή και ήθελε αποδειχθεί ότι ο τερματισμός των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ήταν νόμιμος και ορθός, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 εξακολουθούν να οφείλουν τεράστια ποσά στους Αιτητές.

 

Κυρίως, όμως, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν προωθούν και ούτε μπορούν να προωθήσουν, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Αιτητών αφού δεν συμμορφώθηκαν με τα χρονοδιαγράμματα που θέτει η Συμφωνία. Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν προέβαλαν οποιαδήποτε απαίτηση ή έγκυρη απαίτηση εναντίον των Αιτητών σύμφωνα με τον όρο 20.2.1 της Συμφωνίας και δεν συμμορφώθηκαν με το σχετικό χρονοδιάγραμμα που τάσσει ο συγκεκριμένος όρος. Συνεπώς, από τη στιγμή που δεν διατηρούν οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Αιτητών, δεν μπορεί να υπάρξει βάσιμος λόγος εξαργύρωσης των εγγυητικών.

 

Οι Αιτητές παραπέμπουν στους σχετικούς όρους της Συμφωνίας οι οποίοι αναφέρονται στην Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης και στο πότε υπάρχει δικαίωμα εξαργύρωσης της. Δηλαδή, ότι το δικαίωμα αυτό υπάρχει όταν οφείλονται στον Εργοδότη ποσά, κάτι το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε οι ίδιοι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ή διεκδικούν τέτοια ποσά. Επίσης, γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του όρου 4.2.3(b) της Συμφωνίας ότι στην περίπτωση που η Συμφωνία τερματιστεί εξ’ υπαιτιότητας των Καθ’ ων η Αίτηση 1 (όπως είναι η θέση των Αιτητών) η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης όχι μόνο δεν θα πρέπει να εξαργυρωθεί αλλά και να επιστραφεί στους Αιτητές αμέσως μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας κάτι που, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, ενεργώντας κακόπιστα δεν το έπραξαν παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο τους ζητήθηκε από τους Αιτητές με την Επιστολή Τερματισμού ημερομηνίας 15/04/2024.

 

Είναι συνεπώς εμφανές ότι κανένα συμβατικό δικαίωμα οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είχαν για να απαιτήσουν την πληρωμή των Εγγυητικών, κάτι το οποίο είναι προφανές και το γνωρίζουν πολύ καλά οι Καθ’ ων η Αίτηση 1. Προκύπτει αβίαστα από το υπόβαθρο των γεγονότων ότι οι πιο πάνω ενέργειες των Καθ’ ων η Αίτηση 1 γίνονται, εν γνώσει τους, αβάσιμα και με αλλότρια κίνητρα και συνεπώς δόλια και κακόπιστα. Το γεγονός αυτό το γνωρίζει και η Τράπεζα, διότι οι Αιτητές της απέστειλαν σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 29/01/2025 ενημερώνοντας της περί τούτου.

 

Παράλληλα, ενώ συμφωνήθηκε η ανανέωση των Εγγυητικών Επιστολών και υπήρχε προς τούτο γραπτή επιβεβαίωση ούτως ώστε να συνεχίσουν οι διαπραγματεύσεις, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 προχώρησαν με την απαίτηση για εξαργύρωση των Εγγυητικών Επιστολών.

 

Είναι ξεκάθαρο ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 επιδιώκουν να πιέσουν καταχρηστικά και με ανήθικα και δόλια μέσα τους Αιτητές να δεχθούν πρόταση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για εξώδικο συμβιβασμό στη βάση παράλογα μικρών ποσών και/ή ποσών που δεν συμφωνούν. Στην κακοπιστία των Καθ’ ων η Αίτηση 1 συνηγορεί και το γεγονός ότι η απαίτηση γίνεται 8 μήνες μετά την τερματισμό της Συμφωνίας και χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο γεγονός ή εξέλιξη που να έδιδε το έναυσμα για κάτι τέτοιο.

 

Πέραν των πιο πάνω, γίνεται αναφορά στον ενδεχόμενο λόγο που μπορεί να επικαλεστούν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 για να δικαιολογήσουν την απαίτηση πληρωμής των Εγγυητικών, ότι δηλαδή παρέλειψαν οι Αιτητές να απαντήσουν στο ηλεκτρονικό μήνυμα τους ημερομηνίας 27/01/2025 κάτι που εκλήφθηκε ως πρόθεση να μην προχωρήσουν οι Αιτητές με την ανανέωση των Εγγυητικών. Θέση, όμως, κατά τους Αιτητές, εντελώς αβάσιμη.

 

Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν νομιμοποιούνται να ζητούν την πληρωμή των Εγγυητικών, το αίτημα για πληρωμή των οποίων και κατ’ επέκταση η επικείμενη πληρωμή είναι ξεκάθαρα το αποτέλεσμα κακοπιστίας και δόλου από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1.

 

Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα επέλθει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση πληρωμής των Εγγυητικών, η αξίωση των Αιτητών θα αυξηθεί κατά το ποσό των Εγγυητικών, δηλαδή περίπου €6.500.000 και υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση για αποζημιώσεις που ενδεχομένως να εκδοθεί εναντίον τους. Επίσης, αν πληρωθούν οι Εγγυητικές, οι εξασφαλίσεις που παρασχέθηκαν προς τους Καθ’ ων η Αίτηση 2 για να εκδοθούν θα τύχουν αναγκαστικά εκτέλεσης από τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, προκαλώντας έτσι μη αναστρέψιμη ζημιά στους Αιτητές.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 με την ένσταση τους, απορρίπτουν, επί της ουσίας, όλους τους ισχυρισμούς και θέσεις των Αιτητών. Ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την εξαργύρωση του υπολοίπου της Εγγύησης Προκαταβολής και της Εγγύησης Εκτέλεσης, μετά την καταγγελία των Αιτητών για παραβίαση των όρων της Συμφωνίας. Επιπρόσθετα, οι Επίδικες Εγγυητικές στην απουσία ύπαρξης του στοιχείου της απάτης ή δόλου, δεν δύναται να μην πληρωθούν από την Τράπεζα Κύπρου.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 αναφέρονται στις Εκθέσεις μη Συμμόρφωσης που αποστάληκαν στους Αιτητές και αφορούσαν ζητήματα ποιότητας των εργασιών και καθυστερήσεις καθώς και στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε με τους Αιτητές πριν από τον τερματισμό της Συμφωνίας, ο οποίος έλαβε χώρα με την Ειδοποίηση Τερματισμού ημερομηνίας 14/03/2024. Οι Αιτητές αμφισβήτησαν τον εν λόγω τερματισμό και με επιστολή τους ημερομηνίας 15/04/2024 προχώρησαν οι ίδιοι με τερματισμό, την νομιμότητα του οποίου αμφισβήτησαν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 με την επιστολή τους ημερομηνίας 24/04/2024.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται, επίσης, ότι στις 24/04/2024 απέστειλαν επιστολή στους Αιτητές δίδοντας Ειδοποίηση Απαίτησης σύμφωνα με τον όρο 20.2.1 της Συμφωνίας ενώ οι Αιτητές στις 17/05/2024 απέστειλαν επιστολή δίδοντας ισχυριζόμενη Ειδοποίηση Απαίτησης σύμφωνα με τον όρο 20.2.1 της Συμφωνίας. Ακολούθησαν επιστολές των Αιτητών ημερομηνίας 06/07/2024 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 σύμφωνα με τον όρο 18.5 της Συμφωνίας.

 

Είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ότι η ουσία της διαφοράς μεταξύ Αιτητών και Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν θα επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας περιορίζεται αυστηρά εντός των όρων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Επίδικες Εγγυητικές. Καμία υποχρέωση, σχέση ή σύνδεση προκύπτει μεταξύ της Συμφωνίας και των Επίδικων Εγγυητικών.

 

Ανεξάρτητα των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός από τους Αιτητές είναι άκυρος, παράνομος και αντισυμβατικός και οι ισχυριζόμενες αξιώσεις τους αβάσιμες καθότι αυτοί είναι ένοχοι τεράστιων καθυστερήσεων και κακοτεχνιών και κανένα ποσό δικαιούνται από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1. Σε κάθε περίπτωση, η ουσία της διαφοράς των Αιτητών και των Καθ’ ων η Αίτηση θα επιλυθεί στην διαιτησία.

 

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν υπόβαλαν ειδοποίηση απαίτησης εντός 28 ημερών από τη στιγμή που λαμβάνουν γνώση των περιστατικών και μετά να υποβάλουν λεπτομερή απαίτηση εντός 84 ημερών, αυτοί είναι λανθασμένοι, αντινομικοί και αντισυμβατικοί αφού δεν υφίσταται διορισμένος εμπειρογνώμονας ή DAAB και από τη στιγμή που και τα δύο μέρη παραδέχονται ότι η Συμφωνία είναι τερματισμένη, όλες οι διαφορές των μερών θα πρέπει να επιλυθούν σε διαιτησία.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές, σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, είχαν υποχρέωση ανανέωσης των Εγγυητικών και μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, οι τελευταίοι μπορούσαν να απαιτήσουν τα ποσά των Εγγυητικών Προκαταβολής και των Εγγυητικών Πιστής Εκτέλεσης.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι δεν είχαν αρχικά σκοπό να ζητήσουν την εξαργύρωση των εν λόγω δύο Εγγυητικών, εφόσον αυτές ανανεώνονταν μέχρι την τελική επίλυση των διαφορών των μερών σε διαιτησία. Γι’ αυτό και απέστειλαν στις 13/01/2025 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο επιστολή με την οποία ζητούσαν από τους Αιτητές όπως ανανεώσουν τις τρεις Εγγυητικές οι οποίες ήταν σε ισχύ. Δηλαδή, ενώ οι Αιτητές είχαν υποχρέωση να ανανεώσουν τις πιο πάνω Εγγυητικές, εντούτοις δεν έκαναν τίποτε και έπρεπε να επικοινωνήσουν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 μαζί τους για να τις ανανεώσουν. Οι Αιτητές αν και έπρεπε αμέσως να ενδιαφερθούν για να ανανεώσουν την ισχύ των εν λόγω Εγγυητικών, εντούτοις δεν απάντησαν στο εν λόγω email και επιστολή των Καθ’ ων η Αίτηση 1, με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 στις 16/01/2025 να αποστείλουν εκ νέου email υπενθύμισης στους Αιτητές. Οι Αιτητές εν τέλει απάντησαν στις 17/01/2025 ότι άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους και άνευ βλάβης της θέσης τους ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν δικαιούνται να έχουν σε ισχύ εγγυητικές, επειδή διενεργούνται συζητήσεις διευθέτησης, θα προχωρήσουν με την ανανέωση των εγγυητικών.

 

Ενώ οι Αιτητές απάντησαν ως ανωτέρω, εντούτοις – και πάλι – δεν έπραξαν τίποτε αναφορικά με την ανανέωση των εν λόγω εγγυητικών, με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 να αποστείλουν και πάλι email στους Αιτητές ρωτώντας τους αν θα καταφέρουν να ανανεώσουν τις εγγυητικές μέχρι το τέλος της εργάσιμης μέρας. Και πάλι οι Αιτητές δεν απάντησαν οτιδήποτε, με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 να αναγκαστούν να εξασκήσουν τα δικαιώματα τους και να απαιτήσουν την πληρωμή των δύο Εγγυητικών.

 

Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού οι όροι των Εγγυητικών και της Συμφωνίας είναι σαφείς και δίνουν το δικαίωμα στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 να απαιτήσουν την πληρωμή των ποσών των Εγγυητικών σε αυτούς.

Απορρίπτονται οι ισχυρισμοί περί δόλιας ή άλλως πρόθεση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 αφού οι τελευταίοι ζητούσαν την πληρωμή των Εγγυητικών σε λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου ο οποίος είναι ήδη παγοποιημένος σύμφωνα με τα ενδιάμεσα διατάγματα που έκδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Διαιτητικής Απαίτησης 208/2024 και τα οποία, με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/02/2025, έχουν καταστεί απόλυτα, απόφαση η οποία έχει εφεσιβληθεί. Απλά οι Αιτητές ήλπιζαν να αφεθούν οι επίδικες Εγγυητικές να λήξουν, ούτως ώστε να επωφεληθούν παράνομα και αντισυμβατικά.

 

Κανένας κίνδυνος ευσταθεί αν πληρωθούν τα ποσά των Επίδικων Εγγυητικών στους παγοποιημένους λογαριασμούς των Καθ’ ων η Αίτηση 1. Αντίθετα, ο κίνδυνος ελλοχεύει εάν αφεθούν οι Εγγυητικές να λήξουν, χωρίς να ανανεωθούν, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να γίνουν πλουσιότεροι παράνομα, αντισυμβατικά και αδικαιολόγητα, πριν οι διαφορές μεταξύ των μερών επιλυθούν από το διαιτητικό δικαστήριο. Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 θα απαιτήσουν στην διαιτησία τεράστια ποσά από τους Αιτητές, όπως φαίνεται από την επιστολή ημερομηνίας 26/10/2024.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 προβάλλουν ισχυρισμούς περί μη ικανοποίησης του επείγοντος κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς καθώς και τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, τα οποία παραθέτουν.

 

Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Φωκά, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι σε καμία απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων προβήκαν και η μη αναφορά στις 3 από τις 4 ειδοποιήσεις μη συμμόρφωσης που απέστειλαν οι Καθ’ ων η Αίτηση, είναι άσχετο με τη παρούσα διαφορά. Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 κατά τον τερματισμό της Συμφωνίας επικαλέστηκαν μόνο την τελευταία ειδοποίηση και όχι τις υπόλοιπες, το αντικείμενο των οποίων είναι άσχετο με τη διαφορά μεταξύ των Αιτητών και των Καθ’ ων η Αίτηση 1 που θα επιλυθεί στα πλαίσια της Διαιτητικής διαδικασίας, που είναι η νομιμότητα του τερματισμού της Συμφωνίας, ζήτημα άσχετο με την παρούσα διαδικασία. Κατά συνέπεια δεν υπήρχε λόγος αποκάλυψης των εν λόγω ειδοποιήσεων.

 

Το γεγονός παραμένει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, ενώ οφείλουν στους Αιτητές τεράστια ποσά που είναι υπερπολλαπλάσια από το συνολικό ποσό των Εγγυητικών και ενώ οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα για υποβολή απαιτήσεων κατά των Αιτητών δυνάμει της Συμφωνίας και ενώ είχε εκδηλωθεί η πρόθεση ανανέωσης των Εγγυητικών από τους Αιτητές, προχώρησαν σε απαιτήσεις πληρωμής των Εγγυητικών δόλια για την πληρωμή σε αυτούς ποσών που εν γνώσει τους δεν δικαιούνται.

 

Απορρίπτεται η θέση, επίσης, των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ότι ο λόγος που προχώρησαν με την υποβολή απαίτησης πληρωμής των Εγγυητικών στις 28/01/2025 ήταν δήθεν ότι χρειάζεται χρόνος για την Τράπεζα να επεξεργαστεί τις συναλλαγές και θα απαιτούνταν μέρες για να πληρωθούν τα ποσά στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και ότι σε περίπτωση μη έγκαιρης απαίτησης προς τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, οι τελευταίοι δεν θα προλάβαιναν να πληρώσουν διότι οι Εγγυητικές θα έληγαν. Σημασία έχει ο χρόνος υποβολής της απαίτησης και επίσης η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης έληγε στις 19/02/2025, δηλαδή 23 μέρες μετά την ημερομηνία υποβολής της απαίτησης.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το διάταγμα Mareva το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Διαιτητικής Απαίτησης 208/2024, δεν είναι αρκετό για να προστατεύσει τους Αιτητές. Η απόφαση του Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση έχει εφεσιβληθεί και μπορεί να ανατραπεί ενώ σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 έχουν δικαίωμα να προβαίνουν σε πληρωμές και σε περίπτωση μη διατήρησης σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων το ποσό των Εγγυητικών ή μεγάλο μέρος αυτού αναμένεται να κατασπαταληθεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 με επίκληση των σχετικών προνοιών του διατάγματος Mareva που επιτρέπει πληρωμές υπό προϋποθέσεις.

 

Με την Απαντητική ένορκη δήλωση της κας Ρουσιά, επαναλαμβάνονται, στην ουσία, οι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και αναφέρουν ότι η παρούσα διαδικασία δεν συνδέεται με την Συμφωνία, καθώς η σχέση που δημιουργείται μεταξύ δύο μερών στη βάση μιας τραπεζικής εγγύησης είναι ανεξάρτητη από την Συμφωνία μεταξύ των Αιτητών και των Καθ’ ων η Αίτηση 1. Το δε δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση 1 να υποβάλουν απαιτήσεις εναντίον των Αιτητών θα αποφασιστεί στη διαδικασία της Διαιτησίας.

Απορρίπτεται, επίσης, η θέση ότι η απαίτηση θα μπορούσε να γίνει μέχρι και τις 31/01/2025 αφού η στάση της Τράπεζας Κύπρου και η καθυστέρηση που επέδειξε στην  πληρωμή των Επίδικων Εγγυητικών, δεν μπορεί να υποστηρίζει τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση 1. Στην περίπτωση που οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν απαιτούσαν την πληρωμή των Εγγυητικών στις 28/01/2025, είναι πολύ πιθανόν οι Καθ’ ων η Αίτηση 2 να μην προλάβαιναν να πληρώσουν την Εγγυητική πριν τις 31/01/2025, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η Εγγυητική Προκαταβολής.

 

Οι Αιτητές έπρεπε να εξηγήσουν γιατί δεν προχώρησαν στην ανανέωση των Εγγυητικών, κάτι το οποίο τεχνηέντως απέφυγαν να απαντήσουν.

 

Πέραν των πιο πάνω, δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός από αμφότερες τις πλευρές στις 03/06/2025 ότι:

 

«Στις 19/06/2025 και στα πλαίσια της Διεθνούς Διαιτησίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (London Court of International ArbitrationLCIA) η οποία ξεκίνησε στις 25/03/2025 μεταξύ των VPSM JOINT VENTURE LTD ως Ενάγοντες εναντίον των CPPMETRON CONSORTIUM LIMITED και άλλων οντοτήτων ως Εναγόμενοι, οι CPPMETRON CONSORTIUM LIMITED καταχώρησαν, μαζί με ορισμένους από τους συνεναγόμενους, απάντηση στην ειδοποίηση των VPSM JOINT VENTURE LTD και ανταπαίτηση εναντίον τους, ως το επισυνημμένο αντίγραφο το οποίο κατατίθεται από κοινού ως Παράρτημα Α.»

 

Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).

 

Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.

 

Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)).   

 

H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις.

 

Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.

 

Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα, εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην 1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. 1. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους – ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».   

 

Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί.

 

Πέραν των πιο πάνω, είναι γνωστός ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι Εγγυητικές Επιστολές. Αποτελούν αυτοτελή έγγραφα τα οποία διέπονται από τους όρους τους και στο εμπόριο θεωρούνται ουσιαστικά ως μετρητά και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή εκτέλεση τους. Στην Hellenic Bank Company Limited v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι’ αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί.

 

Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος,(Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o.[1877]2 All E.R.862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215).

[…..]

Στη βάση της αυτοτέλειας της εγγυητικής αυτής επιστολής, οι εφεσίβλητοι δεν ήσαν πλέον συμβαλλόμενα μέρη. Είναι δε σαφές από τη νομολογία που έχει προαναφερθεί, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στις εγγυητικές επιστολές, στην απουσία εμφανούς δόλου.»

 

Οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA TRAVEL MEDIA LTD, (2008) 1 Α.Α.Δ. 837 και 1. Χχχ Κωμοδρόμου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 281/2013, Ημερ. 11/03/2020), ECLI:CY:AD:2020:A99.

 

Προτού προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της παρούσας Αίτησης, θα πρέπει πρώτα να εξεταστούν οι λόγοι ένστασης των Καθ’ ων η Αίτηση 1 οι οποίοι αφορούν την μη ικανοποίηση του επείγοντος για να μπορούσαν τα διατάγματα να είχαν εκδοθεί μονομερώς καθώς και ότι υπάρχει ουσιώδης απόκρυψη γεγονότων.

 

Η παρούσα Αίτηση διέπεται από το Μέρος 23 και Μέρος 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Με βάση τον Κανονισμό 23.6(1) μια αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καταγράφονται. Από το περιεχόμενο της η υπό εξέταση αίτηση προωθείται μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως ή διότι υπάρχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Το λεκτικό του Κανονισμού 6 του Μέρους 23 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 δεν αναιρεί και την πλούσια νομολογία επί του θέματος που έχει δημιουργηθεί στη βάση του παλαιού δικονομικού καθεστώτος.  Έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9(1) του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί από το Δικαστήριο την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598, Louis Vuiton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, 1462, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους (2010) 1 Α.Α.Δ. 234 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011).

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγόμενου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος» (βλ. επίσης Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited (2015) 1(A) A.Α.Δ. 386).

 

Πέραν των πιο πάνω και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 25.2(2)(β), το Δικαστήριο δύναται να χορηγήσει θεραπεία πριν από την καταχώρηση απαίτησης μόνον αν το θέμα είναι επείγον ή υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις (βλ. White Book του 2021, p.889 και Hayes v. Pack [2022] EWHC 2508).

 

Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί και έλαβα υπόψη μου τις θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση 1. Κρίνω ότι η εισήγηση τους περί μη ικανοποίησης του επείγοντος δεν ευσταθεί. Είναι κοινό έδαφος ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 υπέβαλαν απαίτηση για πληρωμή των εγγυητικών στις 28/01/2025 και η Τράπεζα ειδοποίησε τους Αιτητές ότι η εν λόγω απαίτηση πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις και όρους των Εγγυητικών και ότι θα λάμβανε χώρα η πληρωμή τους στις 30/01/2025 η ώρα 12.00 εκτός αν παρουσιαζόταν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγόρευε την πληρωμή τους. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 29/01/2025, δηλαδή την αμέσως επόμενη της απαίτησης που υπέβαλαν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1.

 

Το πιο πάνω πλέγμα γεγονότων δεν έχει ανατραπεί και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη θέση. Εκείνο το οποίο υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, είναι ότι οι Αιτητές δεν αναφέρθηκαν στην προηγούμενη αλληλογραφία με την οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 τους καλούσαν να προβούν σε ανανέωση των Εγγυητικών (13/01/2025 και 16/01/2025) και ότι στις 17/01/2025 οι Αιτητές απάντησαν ότι θα προέβαιναν σε ανανέωση τους. Επίσης, στο ότι για τις επόμενες 10 μέρες οι Αιτητές δεν έπραξαν οτιδήποτε προς την κατεύθυνση ανανέωσης των Εγγυητικών και στο ότι δεν απάντησαν στο ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 27/01/2025.

 

Όλα τα πιο πάνω, όμως, δεν ανατρέπουν το επείγον του ζητήματος αφού το όλο ζήτημα προέκυψε μετά από την απαίτηση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για ρευστοποίηση των Εγγυητικών. Σε κάθε περίπτωση ακόμα και να ήθελε θεωρηθεί ότι προδιαγραφόταν η εξέλιξη αυτή, που δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, αφού οι ίδιοι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 παραδέχονται και αναφέρουν ότι δεν είχαν σκοπό να ρευστοποιήσουν τις επίδικες Εγγυητικές αν αυτές ανανεώνονταν, δεν τίθεται ζήτημα καθυστέρησης από πλευράς Αιτητών να αποταθούν στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα περί της ευχέρειας των Αιτητών να καταχωρήσουν Έντυπο Απαίτησης πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Δεν φαίνεται, όμως, να υπήρχε χρόνος, υπό τις περιστάσεις, να καταχωρηθεί το Έντυπο Απαίτησης, πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.

 

Κατά συνέπεια, αυτός ο λόγος ένστασης, απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, είναι νομολογημένο ότι ο αιτητής, όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α (2000) 1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd, (2009) 1A  A.A.Δ. 734 και  1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α., (2011) 1 Α.Α.Δ. 1066.  Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. V Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε:

 

«……….Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited  κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ’ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited  κ.α.»

 

Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι.  

 

Στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν τις 4 Ειδοποιήσεις μη Συμμόρφωσης που οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 απέστειλαν στους Αιτητές, ότι οι Αιτητές είναι ένοχοι τεράστιων καθυστερήσεων, ότι δεν είχε συμφωνηθεί άλλη ημερομηνία ολοκλήρωσης του Έργου και η ημερομηνία ολοκλήρωσης ήταν η 30η/09/2023 καθώς επίσης και ότι απέκρυψαν ότι η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης Β έχει ανανεωθεί, αφού αυτό θα έδειχνε ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είχαν τη διάθεση να δεχτούν την ανανέωση των Επίδικων Εγγυητικών, αλλά λόγω της στάσης των Αιτητών αναγκάστηκαν να προωθήσουν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με τις Επίδικες Εγγυητικές και να ζητήσουν από την Τράπεζα Κύπρου την πληρωμή τους.

 

Έχω διεξέλθει των εν λόγω ισχυρισμών των Καθ’ ων η Αίτηση και έλαβα υπόψη μου τη μαρτυρία που οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει κατά το μονομερές στάδιο. Κρίνω ότι τα όσα επικαλούνται οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν αλλοιώνουν την όλη εικόνα της παρούσας υπόθεσης και ούτε τα ισχυριζόμενα μη αποκαλυφθέντα γεγονότα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η μη αποκάλυψη όλων των Ειδοποιήσεων μη Συμμόρφωσης δεν επηρεάζει την κρίση της ουσία της παρούσας υπόθεσης, η οποία αφορά στο κατά πόσο οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δόλια και κακόπιστα προχώρησαν με την υποβολή απαίτησης για ρευστοποίηση των επίδικων Εγγυητικών Επιστολών. Η ουσία είναι ότι οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 προχώρησαν με τον τερματισμό της Συμφωνίας με την επιστολή τους ημερομηνίας 14/03/2024, την οποία αποκαλύπτουν και σε αυτήν περιλαμβάνονται οι κατ’ ισχυρισμό λόγοι τερματισμού της, με τους οποίους οι Αιτητές διαφωνούν. Το κατά πόσο οι εν λόγω λόγοι τερματισμού ευσταθούν ή όχι ή καλύτερα το κατά πόσο ο εν λόγω τερματισμός είναι νόμιμος ή όχι δεν αποτελεί το κύριο ζητούμενο στην παρούσα διαδικασία, κάτι το οποίο άλλωστε υποστηρίζουν και οι Καθ’ ων η Αίτηση 1. Σε κάθε περίπτωση αποκαλύπτονται οι λόγοι τερματισμού, οι οποίοι αφορούν το ζήτημα των κατ’ ισχυρισμό καθυστερήσεων και κακοτεχνιών από πλευράς Αιτητών και το οποίο ζήτημα είναι συναφές με το δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση 1, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, να αξιώσουν την πληρωμή των Εγγυητικών. Περαιτέρω, προκύπτει από την μαρτυρία των Αιτητών και συγκεκριμένα στην παράγραφο 68 της ένορκης δήλωσης του κ. Φωκά να γίνεται αναφορά στις εν λόγω 4 Ειδοποιήσεις Μη Συμμόρφωσης και να γίνεται παραπομπή στην ένορκη ομολογία της κας Μαρίνας Τριγγίδου που συνόδευε την ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 στην Διαιτητική Απαίτηση 200/2024 (βλ. τεκμήριο Π.Φ.21).

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει την απαίτηση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για ανανέωση των επίδικων Εγγυητικών και έδωσαν την δική τους εκδοχή για το ζήτημα αυτό. Εκείνο που παρουσιάζουν με την ένσταση οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είναι στην ουσία τη δική τους εκδοχή στο όλο ζήτημα. Δηλαδή, επιχειρούν να καταδείξουν και να ερμηνεύσουν την κατ’ ισχυρισμό ολιγωρία των Αιτητών στην ανανέωση των Εγγυητικών και να ισχυριστούν ότι προχώρησαν με την Απαίτηση για πληρωμή τους υπό τον φόβο της μη ανανέωσης τους από τους Αιτητές.

 

Κρίνω ότι τα όσα αναφέρουν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, δεν αποτελούν ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων η οποία θα μπορούσε να επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο. Η έστω πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων αυτών από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, στο στάδιο αυτό, σχετίζεται, κατά την κρίση μου, με την παρουσίαση της δικής τους εκδοχής, η οποία θα εξεταστεί κατωτέρω για να κριθεί κατά πόσο ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την διατήρηση των εκδοθέντων διαταγμάτων.

 

Κατά συνέπεια, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της παρούσας Αίτησης.

 

Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση τους επικαλούνται δόλο και κακοπιστία των Καθ’ ων η Αίτηση 1. Όπως, προκύπτει, βασίζουν την αξίωση τους στα πιο πάνω με σκοπό να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι οι επίδικες Εγγυητικές δεν θα πρέπει να εκτελεστούν. Στην βάση της θέσης τους αυτής και των ισχυρισμών τους έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όπως έχει νομολογηθεί, για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αρκεί μόνο να καταδειχθεί μια αναγνωρισμένη από το Νόμο αιτία αγωγής. Σημειώνεται ότι στο στάδιο αυτό και κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης το βάρος δεν ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερ.21.3.19). Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι με βάση τη Συμφωνία οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν την πληρωμή των επίδικων Εγγυητικών και ότι οι Αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των Αιτητών και παρόλα αυτά, εν γνώση τόσο των ιδίων όσων και της Τράπεζας, αξίωσαν την πληρωμή τους. Προσθέτουν ότι ενώ γίνονταν διαπραγματεύσεις για επίλυση της διαφοράς και μετά από την πάροδο 8 περίπου μηνών από τον τερματισμό, τότε προχώρησαν να αξιώσουν την πληρωμή τους, κάτι που ενισχύει την δόλια και κακόπιστη συμπεριφορά τους.

 

Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, οι Αιτητές θα πρέπει να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία να πείθει το Δικαστήριο ότι έχουν κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

 

Στην παρούσα περίπτωση, δεν προκύπτει να τίθεται ζήτημα μη ικανοποίησης των όρων ή προϋποθέσεων των Εγγυητικών. Οι Αιτητές δεν επικαλούνται κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά έχω διεξέλθει των επίδικων Εγγυητικών και όλης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από αμφότερες τις πλευρές και εκ πρώτης όψεως παρατηρούνται τα εξής:

 

Σύμφωνα με τον όρους της Συμφωνίας των μερών ημερομηνίας 24/11/2022, οι Αιτητές όφειλαν να παραδώσουν, μεταξύ άλλων, τις επίδικες Εγγυητικές. Δηλαδή, την Εγγυητική Προκαταβολής και την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης.

 

Στις 23/12/2022 εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ η Εγγυητική Προκαταβολής με αρ. 00193-02-0786871 για το ποσό των €5.002.995,17 με ημερομηνία λήξης τις 19/12/2023. Η εν λόγω Εγγυητική ανανεώθηκε στις 19/12/2023 για το μειωμένο ποσό των €4.229.465,43 με ημερομηνία λήξης τις 19/12/2024. Ακολούθως, ανανεώθηκε εκ νέου για το μειωμένο ποσό των €3.965.224,88 με ημερομηνία λήξης τις 31/01/2025. Οι όροι της εν λόγω Εγγυητικής παρέμεναν οι ίδιοι με αυτούς της αρχικής. Παραθέτω, μέρος της εν λόγω επίδικης Εγγυητικής:

 

 

« […..]

In the event that the Contractor fails to fulfil any of its obligations under the Contract in accordance with its terms (or such variations thereof as may have been agreed with you in writing with the Contractor), we, Bank of Cyprus Public Company Ltd, irrevocably and unconditionally undertake to pay the Employer / you promptly on demand and without proof or conditions, such amount as may be demanded by the Employer / you in writing up to a maximum of EUR 5.002.995,17 (EURO FIVE MILLION TWO THOUSAND NINE HUNDRED NINETY FIVE AND 17/100) (“Guaranteed Sum”). And the guaranteed amount will be automatically and progressively reduced by the amount repaid by the Contractor as stated in the Payment Certificates (presented by the Contractors, clearly indicating the amount of the advance payment to be reduced).

[….]

Our obligation under this Bond constitute direct primary, irrevocable and unconditional obligations, do not require any previous notice to or claim against the Contractor.

[…]

Any notice required by this Bond is deemed to be given when delivered (in the case of personal delivery) or forty eight (48) hours after being despatched by recorded international courier delivery (in the case of courier) or as otherwise advised by and between the parties.» (oι υπογραμμίσεις δικές μου).»

 

Είναι κοινό έδαφος ότι το ποσό της προκαταβολής καταβλήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 προς τους Αιτητές. Είναι, επίσης, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 τερμάτισαν την Συμφωνία και υπέβαλαν απαίτηση πληρωμής του ποσού της Εγγυητικής αυτής, όπως τροποποιήθηκε ή μειώθηκε.  Σύμφωνα με το τεκμήριο 27 που επισυνάπτεται στην ένσταση, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 απαίτησαν από την Τράπεζα την πληρωμή της Εγγυητικής Προκαταβολής για το λόγο ότι οι Αιτητές απέτυχαν να εκτελέσουν την υπεργολαβία σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας. Επεξήγησαν τις παραβάσεις συγκεκριμένων όρων και επισύναψαν όλα τα αναγκαία τεκμήρια. Η υποχρέωση της Τράπεζας για πληρωμή της Εγγυητικής, σε τέτοια περίπτωση, προκύπτει να είναι άνευ όρων και αμετάκλητη. Κατά συνέπεια, εκ πρώτης όψεως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και όροι της Εγγυητικής για πληρωμή της από την Τράπεζα.

 

Όσον αφορά την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης με αρ. 00193-02-0786915, αυτή εκδόθηκε στις 27/12/2022 με ημερομηνία λήξης τις 19/01/2024. Είναι κοινό έδαφος ότι ανανεώθηκε αυτόματα για επιπρόσθετο χρόνο 13 μηνών, δηλαδή με ημερομηνία λήξης τις 19/02/2025. Παραθέτω τους ουσιώδης όρους της:

 

«[…]

In the event that the Contractor fails to fulfil any of its obligations under the Contract in accordance with its terms (or such variations thereof as may have been agreed with you in writing with the Contractor), we, Bank of Cyprus Public Company Ltd, irrevocably and unconditionally undertake to pay the Employer / you promptly on demand and without proof or conditions, such amount as may be demanded by the Employer / you in writing up to a maximum of EUR 2.501.497,00 (EURO ΤWO MILLION FIVE HUNDRED AND ONE THOUSAND FOUR HUNDRED NINETY SEVEN AND 00/100).

 

Your demand must state the following:

a)     that the Contractor has failed to perform the Subcontract in accordance with its terms and conditions;

b)     in what respects the Contractor has so failed; and

c)      the amount claimed

[…]

Our obligation under this Bond constitute direct primary, irrevocable and unconditional obligations, do not require any previous notice to or claim against the Contractor.

[…]

Any notice required by this Bond is deemed to be given when delivered (in the case of personal delivery) or when recorded as delivered by international courier delivery (in the case of courier) or as otherwise advised by and between the parties.» (oι υπογραμμίσεις δικές μου).»

 

Είναι κοινό έδαφος ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 έδωσαν απαίτηση πληρωμής της πιο πάνω Εγγυητικής. Η εν λόγω απαίτηση πληρωμής επισυνάπτεται ως τεκμήριο 28 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σε αυτή αναφέρεται ότι οι Αιτητές απέτυχαν να εκτελέσουν την υπεργολαβία σύμφωνα με του όρους της Συμφωνίας. Ειδικότερα, αναφέρονται σε παράβαση του υπό – όρου 15.2.1(a)(i), του υπό – όρου 8.2 και 15.2.1(c) καθώς και του υπό – όρου 5.1 και 15.2.1.(f). Eπίσης, στην απαίτηση πληρωμής αναφέρεται και το ποσό το οποίο αξιώνεται. Πέραν τούτου και σύμφωνα με τους Αιτητές, από ενημέρωση που είχαν από την Τράπεζα, η απαίτηση πληρωμής ικανοποιούσε τους όρους της Εγγυητικής. Προκύπτει, επίσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 να τερμάτισαν την Συμφωνία επικαλούμενοι κακοτεχνίες και καθυστέρηση στην εκτέλεση της, σύμφωνα με τους όρους της. Η υποχρέωση και σε αυτή την περίπτωση της Τράπεζας για πληρωμή της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης είναι άνευ όρων και ανέκκλητη.

 

Όπως προκύπτει από το λεκτικό αμφοτέρων των επίδικων Εγγυητικών, πρόκειται για Εγγυητικές που κατατάσσονται στην κατηγορία των «On-demand bond / unconditional bond» και η πληρωμή τους μπορεί να εμποδιστεί μόνο στην περίπτωση απόδειξης δόλου.  Στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts’ 7η έκδοση §10-44 - §10-47 σελίδες 317-317 αναφέρονται τα εξής σχετικά:

 

«“On - demand bonds”. These are unconditional bonds obliging the bondsman to pay simply on demand. Problems that they raise include whether an employer who calls an on-demand bond has to account for the amount received, an if so to whom and upon what legal principle.

 

In Edward Owen v. Barclays Bank, contractors agreed with Libyan customers to supply and erect glass houses in Libya. There was to be a performance guarantee for 10 per cent of the contract price. The guarantee, given by an English bank, was payable “on demand without proof or conditions”. There was no evidence of any default or breach of contract on the part of the contractor. It was held that, subject only to proof of fraud on the part of the contractor. It was held that, subject only to proof of fraud on the part of the employer, the bond could be enforced with the result that the contractor became liable upon his indemnity to the English bank. Lord Denning said that, in so far as such bond was enforceable without any breach at all, it bore the colour of a discount, which the contractor, if he were wise, would take into account when quoting his price. “These performance guarantees are virtually promissory notes payable on demand.” In the absence of fraud, the court will normally not grant an injunction restraining the enforcement of an on-demand bond, but the underlying contract cannot be entirely ignored. If the contractor had lawfully avoided the underlying contract or there was a failure of its consideration, the court might prevent a call on the bond.

 

Although the reference to a discount in Edward Owen v. Barclays Bank suggests that the employer would not be obliged to account, the decision concerned whether the bondsman had to pay, and did not address questions of subsequent account. It is submitted that, where in relation to a building contract a contractor has at the request of the employer procured an unconditional bond, the court may, depending on all the circumstances, be able to imply into the building contract a term that the employer should account to the contractor for the proceeds of the bond. There may in some circumstances alternatively be a collateral contract to equivalent effect. If this were correct, where the employer’s loss was either nil or less than the amount recovered under the bond, the contractor would be entitled to recover in part or in whole.

 

Release by employer.

Some bonds are expressly for fixed periods and others come to an end at stated times. e.g. on a particular date or at practical completion. Subject to the express provisions such as these, it is submitted that the typical bond, guaranteeing performance of the contract in accordance with its conditions, extends to any latent defects for which the contractor may be liable in accordance with those conditions. The bondsman’s liability therefore does not determine upon completion of the works save in so far as the contractor’s obligations end at that stage. Further, it is not thought that there is any implied right to require the employer to release the bondsman upon completion of the works.»

 

Από την πιο πάνω νομική προσέγγιση καθίσταται αντιληπτό ότι εφόσον πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στην εγγυητική για την πληρωμή του ποσού της, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εκτός όταν υπάρχει εμφανές δόλος που βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και την ίδια στιγμή είναι εις γνώση του τραπεζικού οργανισμού που την έχει εκδώσει. Στην περίπτωση που η εγγυητική είναι τύπου on-demand bond / unconditional bond, ο δόλος στη βάση στοιχείων είναι ο κατ’ εξοχήν λόγος που δικαιολογεί επέμβαση του Δικαστηρίου στην αποτροπή πληρωμής της, χωρίς όμως να αποκλείεται κάτι ανάλογο όταν ο εργολάβος (ανάδοχος) νόμιμα δεν εκτέλεσε συμβατικές υποχρεώσεις του.

 

Το βάρος απόδειξης ότι υφίσταται δόλος βρίσκεται στους ώμους του μέρους που το επικαλείται, το οποίο καλείται να το αποσείσει στη βάση επαρκών στοιχείων και λεπτομερειών που θα προσκομίσει και θα τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Η σπάνια επέμβαση του Δικαστηρίου αποσκοπεί στο προστατεύσει την εμπορική πίστη από τον κίνδυνο να δεχτεί ανεπανόρθωτο ρήγμα που ελλοχεύει σε αντίθετη περίπτωση.

 

Όσον αφορά την έννοια του δόλου, στην GKN Contractors Ltd v. Lloyds Bank Ltd [1985] 30 BLR 48 λέχθηκαν τα εξής:

 

«… where the named beneficiary presents a claim which he knows at the time to be an invalid claim, representing to the bank that he believes it to be a valid claim.’

This would include the situation where he knows he has failed to perform a condition precedent to making a demand. Provided the beneficiary honestly believes there has been a default by the contractor, then fraud will not be established.

At the interim stage where an injunction is being sought or summary judgment resisted, it is not enough for the contractor to show an arguable case that the demand is dishonest. The test is whether or not it is established that it is seriously arguable that, on the material available, the only realistic inference is that the beneficiary could not honestly have believed in the validity of the demand (United Trading Corporation SA v. Allied Arab Bank Ltd [1985] 2 Lloyd’s Rep 554).»

 

Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές επικαλούνται δόλο εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1 βασιζόμενοι στο γεγονός ότι ενώ γνωρίζουν ότι δεν διατηρούν οποιαδήποτε έγκυρη απαίτηση εναντίον των Αιτητών και πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση για πληρωμή των Εγγυητικών, προχώρησαν με αίτημα πληρωμής των Εγγυητικών. Ουσιαστικά οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι, κατά πρώτο, ο τερματισμός της Συμφωνίας από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 είναι παράνομος και κατά δεύτερο ότι ακόμη και έγκυρος να είναι υπάρχει αξίωση εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ύψους περίπου €35.000.000, υπερπολλαπλάσια της αξίας των Εγγυητικών και οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν έχουν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον τους καθότι δεν ακολούθησαν τις πρόνοιες της Συμφωνίας για υποβολή έγκαιρης απαίτησης. Επικαλούνται, επίσης, το καθυστερημένο αίτημα των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για πληρωμή των Εγγυητικών, με σκοπό να ενισχύσουν το επιχείρημα τους για την ύπαρξη δόλου στην παρούσα περίπτωση. Τα γεγονότα αυτά, επίσης, ισχυρίζονται, ότι ήταν σε γνώση της Τράπεζας.

 

Έχω διεξέλθει των πιο πάνω ισχυρισμών των Αιτητών και έλαβα υπόψη μου τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να ασχοληθεί με την επίλυση των διαφορών των μερών οι οποίες προέκυψαν από την Συμφωνία. Εκείνο το οποίο θα αναζητήσει είναι κατά πόσο υπάρχει επαρκής μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει την ύπαρξη δόλου που απαιτείται, εν τη έννοια του Νόμου, έτσι ώστε να παρέμβει και να εμποδίσει την ρευστοποίηση των Εγγυητικών.

 

Έχω διεξέλθει του μαρτυρικού υλικού και εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 απέστειλαν τέσσερεις Ειδοποιήσεις προς τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, με τις οποίες επικαλούνται κακοτεχνίες και καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου. Ακολούθησε η Ειδοποίηση τερματισμού στις 14/03/2024. Οι Αιτητές, είναι προφανές, ότι δεν αποδέχονταν τους εν λόγω ισχυρισμούς και τη νομιμότητα του τερματισμού και προς τούτο απάντησαν σχετικά στους Καθ’ ων η Αίτηση 1. Ακολούθως, προχώρησαν και οι ίδιοι με τον τερματισμό της Συμφωνίας και με σχετική ειδοποίηση για τις αξιώσεις τους.

 

Οι Αιτητές επικαλούνται τον όρο 4.2.3.(b) της Συμφωνίας και ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης και ότι αυτή, μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας από τους Αιτητές, έπρεπε να είχε επιστραφεί σε αυτούς, όπως ζητήθηκε από τους ίδιους με την επιστολή Τερματισμού ημερομηνίας 15/04/2024. Η θέση αυτή, σε συνδυασμό με τους σχετικούς όρους της Συμφωνίας που επικαλούνται οι Αιτητές, χωρίς αυτοί να αξιολογούνται στο στάδιο αυτό, δεν είναι ικανή, να καταδείξει την ανυπαρξία δικαιώματος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 στο να αξιώσουν την πληρωμή της εν λόγω Εγγυητικής, κάτι το οποίο ήταν σε γνώση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και παρόλα αυτά το έπραξαν. Θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 που αρχικά είχαν προχωρήσει με τον τερματισμό της Συμφωνίας για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή τερματισμού τους, τους οποίους οι Αιτητές δεν αποδέχονταν και μετέπειτα ακολούθησε ο δικός τους τερματισμός. Συνακόλουθα, το όλο ζήτημα απολήγει στο να πρέπει να κριθεί το νόμιμο του τερματισμού της Συμφωνίας, είτε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 είτε από τους Αιτητές, που δεν αφορά τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο που αφορά είναι κατά πόσο οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 εν γνώσει τους ότι θα έπρεπε να επιστρέψουν την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης στους Αιτητές, δεν το έπραξαν και ταυτόχρονα προχώρησαν με απαίτηση για πληρωμή της. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με βάση τα γεγονότα και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που έχουν τεθεί ενώπιον μου, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, πιστεύουν ότι οι Αιτητές έχουν παραβιάσει την Συμφωνία, λόγω κακοτεχνιών και καθυστέρησης και εξ’ ου και την τερμάτισαν. Επαναλαμβάνω ότι το ζήτημα του νόμιμου ή μη του τερματισμού δεν θα αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Διευκρινίζεται ότι οι Αιτητές επικαλούνται τον όρο 4.2.3(b) του Συμβολαίου FIDIC, ο οποίος με την Συμφωνία τους υιοθετήθηκε μόνο το μέρος αυτό, ως όρος 4.2.3. Ειδικότερα, επικαλούνται την πρόνοια του όρου αυτού η οποία αναφέρει ότι σε περίπτωση τερματισμού της Συμφωνία από τον υπεργολάβο δυνάμει του όρου 16.2, τότε εντός 10 ημερών η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης θα πρέπει να επιστραφεί στον υπεργολάβο.

 

Για του λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, τούτη η θέση των Αιτητών, υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού, να καταδείξει την ύπαρξη δόλου εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1.

 

Οι Αιτητές, επίσης, ισχυρίζονται ότι έχουν αξιώσεις εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 γύρω στα €65.000.000 ή τουλάχιστον €35.000.000 στην περίπτωση που κριθεί έγκυρος ο τερματισμός της Συμφωνίας των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και αφορά τα δεδουλευμένα τους ενώ ταυτόχρονα οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν έχουν οποιαδήποτε αξίωση ή μια τέτοια αξίωση έχει παραγραφεί διότι δεν ακολούθησαν τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Επικαλούνται τον όρο 20.2.1 της Συμφωνίας, ο οποίος προνοεί για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται για την υποβολή απαιτήσεων.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 αντιτείνουν ότι δεν εφαρμόζεται ο όρος 20.2.1 της Συμφωνίας διότι δεν διορίστηκε εμπειρογνώμονας και ο κατάλληλος μηχανισμός επίλυσης της διαφοράς είναι η διαιτησία, σύμφωνα με τον όρο 21.8(b) και 21.6. Παραπέμπουν επίσης και στον όρο 1.1.29 της Συμφωνίας αναφορικά με την ερμηνεία του όρου “Διαφορά”. Περαιτέρω, παραπέμπουν στην ανταπαίτηση την οποία έχουν καταχωρήσει στα πλαίσια της Διαιτησίας η οποία έχει ξεκινήσει. Όπως προκύπτει από αυτή οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιώνουν και ανταπαιτούν εναντίον των Αιτητών, το ποσό των €85,253,096.03 και $10,823,683 δολαρίων Αμερικής ως αποζημιώσεις. Οι αξιώσεις αυτές των Καθ’ ων η Αίτηση προκύπτει να υποβλήθηκαν και με την επιστολή τους ημερομηνίας 26/10/2024 προς τους Αιτητές και σε χρόνο πριν από την απαίτηση για πληρωμή των Εγγυητικών.

 

Είναι εμφανές ότι τίθεται ζήτημα ερμηνείας των πιο πάνω όρων σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικρουόμενες εκδοχές. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα ξεκάθαρο από το οποίο μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των Αιτητών. Πόσο μάλλον ότι τούτο ήταν σε γνώση τους και παρόλα αυτά προχώρησαν με την αξίωση πληρωμής των Εγγυητικών.

 

Εξετάζοντας τις θέσεις αυτές των Αιτητών σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του όρου 20.2.1 της Συμφωνίας, τον οποίο επικαλούνται, και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι δεν παρέχονται επαρκή στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν δόλο εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού. Ο όρος 20.2.1. προνοεί μηχανισμό επίλυσης των διαφορών των μερών μέσω Εμπειρογνώμονα – Μηχανικού (Engineer) και καθορίζει προθεσμίες υποβολής της απαίτησης. Στον όρο 21.1 καθορίζεται επίσης μηχανισμός επίλυσης των διαφορών μέσω DAAB. Eίναι κοινό έδαφος ότι δεν είχε συμφωνηθεί Μηχανικός για την επίλυση των διαφορών των μερών ούτε συστάθηκε DAAB για τον ίδιο σκοπό.

 

Πέραν των πιο πάνω και με βάση τους όρους 21.6 και 21.8, στην περίπτωση μη φιλικής επίλυσης της διαφοράς των μερών ή στην περίπτωση που δεν διοριστεί DAAB, τότε οι διαφορές θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Ειδικότερα, επίσης, ο όρος 21.8(β) προνοεί τα εξής:

 

« the Dispute may be referred by either Party directly to arbitration under Sub-Clause 21.6 [Arbitration] without prejudice to any other rights the Party may have.»   

 

Όλα τα πιο πάνω, αναφέρονται με μια εκ πρώτης όψεως εξέταση των επίμαχων όρων της Συμφωνίας για να διαφανεί κατά πόσο η θέση των Αιτητών περί μη δικαιώματος υποβολής οποιασδήποτε αξίωσης εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1 είναι ξεκάθαρη ή τουλάχιστον καταδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, έτσι ώστε να εξαχθεί το αναγκαίο συμπέρασμα περί της ύπαρξης δόλου εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1. Κρίνω ότι κάτι τέτοιο, και πάντοτε στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας διαδικασίας, δεν εξάγεται. Δεν είναι για το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει το βάσιμο και το νόμιμο και νομότυπο των αξιώσεων των Καθ’ ων η Αίτηση 1, οι οποίες, είναι δεδομένο, ότι υποβλήθηκαν στο Διαιτητικό Δικαστήριο. Επίσης, δεν προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης σε συνδυασμό με τους επίμαχους όρους ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 δεν έχουν δικαίωμα ή καλύτερα δεν αποδεικνύεται με την απαραίτητη σαφήνεια ότι δεν έχουν δικαίωμα να υποβάλουν οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον των Αιτητών, για τους λόγους που επικαλούνται οι Αιτητές. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει τα ζητήματα αυτά ή να επιλύσει τις διαφορές των διαδίκων που προκύπτουν από τη Συμφωνία τους.

 

Όλα τα πιο πάνω εξετάστηκαν και έγιναν οι πιο πάνω αναφορές μόνο για σκοπούς εξέτασης του επιχειρήματος των Αιτητών περί ανυπαρξίας δικαιώματος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 να έχουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Αιτητών.

 

Επιπρόσθετα, υπενθυμίζω ότι η ισχυριζόμενη ανυπαρξία δικαιώματος για οποιαδήποτε αξίωση θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι σε γνώση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 αλλά και της Τράπεζας, έτσι ώστε να αποδεικνύεται ο δόλος και το δικαίωμα του Δικαστηρίου να σταματήσει την πληρωμή των Εγγυητικών. Κρίνω ότι με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν μπορεί, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού, να καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, επιχειρηματολογούν, βασιζόμενοι στους όρους της Συμφωνίας και των περιστάσεων της υπόθεσης ότι έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα και οι αξιώσεις τους θα κριθούν από το Διαιτητικό Δικαστήριο.  

Όσον αφορά το χρόνο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 αξίωσαν την καταβολή των Εγγυητικών, τούτο δεν μπορεί να καταδεικνύει δολιότητα, δεδομένης και της εξήγησης που παρατίθεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ενόσω τα μέρη βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις και μετά από την παρέλευση 8 μηνών από τον τερματισμό οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 προχώρησαν με αίτημα για καταβολή των Εγγυητικών κάτι το οποίο καταδεικνύει δολιότητα και κακοπιστία.

 

Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι όντως τα μέρη συζητούσαν για μια πιθανή εξώδικη διευθέτηση. Είναι, επίσης, δεδομένο ότι η Εγγυητική Προκαταβολής έληγε στις 31/01/2025 ενώ η Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης στις 19/02/2025. Η απαίτηση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 υποβλήθηκε στις 28/01/2025. Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται και μεσολάβησαν από τον τερματισμό μέχρι την απαίτηση, από τη στιγμή που η Συμφωνία τερματίστηκε, με βάση τους όρους των Εγγυητικών οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 προκύπτει να είχαν δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να αξιώσουν την πληρωμή τους.

 

Πέραν τούτου, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, δίδουν εξήγηση για την επιλογή τους στο στάδιο εκείνο να απαιτήσουν την πληρωμή των Εγγυητικών επικαλούμενοι τον φόβο τους οι Αιτητές να μην προχωρήσουν σε ανανέωση τους, να τις αφήσουν να λήξουν και να μην μπορεί να λάβουν τα ποσά των Εγγυητικών. Προκύπτει να ανταλλάγηκε αλληλογραφία περί τούτου και ενόψει, κατά τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 της μη έγκαιρης απάντησης από τους Αιτητές και την κατά αυτούς, διαφαινόμενη κωλυσιεργία, προχώρησαν στο αίτημα για εξαργύρωση τους. Θα πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι με βάση τους όρους της Συμφωνίας τω μερών (βλ. όρους 14.2.1, 14.2.3 και 4.2.1) οι Αιτητές προκύπτει να είχαν υποχρέωση ανανέωσης των Εγγυητικών. Η ουσία, όμως, είναι ότι δεν προκύπτει ότι η αξίωση αυτή υποβλήθηκε σε γνώση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ότι δεν δικαιούνται τα ποσά των Εγγυητικών ή υποβλήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν ανεντιμότητα. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις δεν καταδεικνύουν κάτι τέτοιο, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού, χωρίς επαναλαμβάνω να αξιολογώ τις εκατέρωθεν θέσεις.

 

Εκείνο το οποίο αναφύεται από όλα τα πιο πάνω, είναι ότι πρόκειται για μια διαφορά η οποία προέκυψε από τη Συμφωνία υπεργολαβίας και η οποία θα επιλυθεί μεταξύ των μερών και άλλων στα πλαίσια της Διαιτησίας. Η Συμφωνία έχει τερματιστεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και ικανοποιήθηκαν όλοι οι όροι για πληρωμή των Εγγυητικών. Οι ισχυρισμοί περί παράνομου τερματισμού, περί ορθότητας του τερματισμού των Αιτητών και υποχρέωση επιστροφής της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης και η ανυπαρξία αξίωσης των Καθ’ ων η Αίτηση 1, δεδομένων όλων των περιστάσεων είναι ζητήματα που θα επιλυθούν στην Διαιτησία και με κανένα τρόπο καταδεικνύουν δόλο ή τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν την παρέμβαση του Δικαστηρίου για να αποτρέψει την πληρωμή των Εγγυητικών.

 

Σημειώνεται, επίσης, ότι ο ισχυριζόμενος δόλος θα πρέπει να είναι και σε γνώση της Τράπεζας, κάτι το οποίο με κανένα τρόπο δεν αποδεικνύεται. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν δικαιούνται στην πληρωμή των Εγγυητικών. Αντιθέτως, οι ίδιοι οι Αιτητές με τη μαρτυρία τους αναφέρουν ότι ενημερώθηκαν για την αξίωση που υποβλήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 για την πληρωμή των Εγγυητικών και η ενημέρωση που έλαβαν ήταν ότι ικανοποιούνται όλοι οι όροι τους. Η ενημέρωση που η Τράπεζα έλαβε από τους Αιτητές μετά από αυτό, δεν μπορεί να συνιστά γνώση της Τράπεζας για την ύπαρξη δόλου ή ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν δικαιούνται τα ποσά των Εγγυητικών. Απλώς τέθηκε η θέση των Αιτητών σε αυτήν, μετά που οι τελευταίοι έλαβαν γνώση για την απαίτηση πληρωμής τους. Δεν καταδεικνύεται, υπό τις περιστάσεις, η ύπαρξη δόλου με την απαραίτητη σαφήνεια και τούτο να μπορεί να λεχθεί ότι ήταν σε γνώση της Τράπεζας.       

 

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και με τα στοιχεία τα οποία έχουν παρουσιαστεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, χωρίς τούτα να αξιολογούνται, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής των Αιτητών.

 

Κατά συνέπεια το όλο ζήτημα τελειώνει εδώ χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 και το ισοζύγιο της ευχέρειας.

 

Η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και εναντίον των Αιτητών. Με ένα συνοπτικό υπολογισμό, αυτά ανέρχονται στο ποσό των €7,426.00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον  €42,00 ως πραγματικά έξοδα.

 

Σε σχέση με τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, καμία διαταγή για έξοδα αφού αυτοί δεν αμφισβήτησαν την Αίτηση και δεν καταχώρησαν ένσταση.

 

 

 

 

 

                                                                                                (Υπ.)……………………………….

                                                                                                            Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

Subject:  Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim

Αναφορά:  Αίτηση πριν την Απαίτηση / Εγγυητικές

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   

     

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο