ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ – ΠΑΝΑΓΗ, Α.Ε.Δ
Αρ. Αγωγής: 1038/2019
Μεταξύ:
ΝΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ άλλη ΝΙΚΗ ΙΑΚΩΒΟΥ, σύζυγος Ιωάννη Χριστοδουλίδη
Ενάγουσα / Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
Και
ΑΝΤΡΗ ΜΑΡΚΟΥ
Εναγόμενη / Εξ’ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα
-----------------
Ημερομηνία: 02.09.2026
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενη / Εξ’ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Κ. Παπαντωνίου για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε
Για Ενάγουσα / Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: Προσωπικά εμφανίζεται η εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη κα. Ν. Χριστοδουλίδου
ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η ανταπαίτηση της εναγόμενης. Οι διάδικοι είναι αδελφές μεταξύ των και οδηγήθηκαν στην παρούσα δικαστική διαμάχη μετά το θάνατο του πατέρα τους με αφορμή την διαχείριση της περιουσίας του και την διανομή αυτής στους κληρονόμους του, ήτοι τις ίδιες ως τα τέκνα του και της μητέρας τους, συζύγου του αποβιώσαντα και η οποία απεβίωσε σε μεταγενέστερο στάδιο.
Προς αποσαφήνιση των επίδικων θεμάτων τα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει παραθέτω το ιστορικό της αγωγής και ως δικονομικά διαμορφώθηκε με αποτέλεσμα την εκδίκαση της ανταπαίτησης.
Η ενάγουσα καταχώρησε στις 24.05.2019 κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο με τον οποίο αξίωνε την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει την εναγόμενη όπως παύσει να εμποδίζει τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της από του να μεταβιβάσουν το κληρονομικό δικαίωμα της μητέρας της στην εν λόγω περιουσία στην ίδια στη βάση αποποίησης του κληρονομικού δικαιώματος της μητέρας της και περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να δίνονται οδηγίες στους διαχειριστές να μεταβιβάσουν επ’ ονόματι της το κληρονομικό δικαίωμα της μητέρας της επί της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της. Με βάση την εκδοχή της οι διάδικοι είναι αδερφές και θυγατέρες του αποβιώσαντα Παναγιώτη Ιακώβου και της αποβιώσας Αγνής Ιακώβου. Ο πατέρας τους απεβίωσε στις 27.09.2011 και η μητέρα τους στις 09.08.2012. Ως κληρονόμοι του πατέρα τους καταγράφονται 8 άτομα, οι διάδικοι - θυγατέρες του και άλλα 6 πρόσωπα που θα λάμβαναν έκαστος πόσο εκ €10.000,00. Δυνάμει διατάγματος του Ε. Δ. Λεμεσού ως διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα τους διορίστηκαν οι δικηγόροι Γιάννης Κωνσταντινίδης και Γεώργιος Παπαντωνίου στα πλαίσια της αίτησης 150/12 με διάταγμα ημερ.28.3.12. Η μητέρα των διαδίκων απεβίωσε στις 09.08.12 αφού στις 07.08.12 είχε καταρτήσει διαθήκη στην Αγγλία προς όφελος της ενάγουσας. Αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι η μητέρα της συνέταξε και κατάρτισε γραπτή αποποίηση και αποποιήθηκε το κληρονομικό της δικαίωμα επί της περιουσίας του συζύγου της στις 23.03.12 προς όφελος της ίδιας. Η εν λόγω αποποίηση υπογράφηκε και σφραγίστηκε την ημερομηνία υπογραφής της από πιστοποιών υπάλληλο, είναι κατατεθειμένη στο φάκελο της διαχείρισης ενώ η εναγόμενη για διάφορους ανύπαρκτους νομικούς λόγους εμποδίζει τους διαχειριστές από του να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να μεταβιβάσουν το μερίδιο της μητέρας της επ’ ονόματι της ίδιας. Αποτελεί επιπλέον θέση της ότι η εν λόγω αποποίηση είναι νόμιμη έγκυρη και εκτελεστή.
Η εναγόμενη προώθησε υπεράσπιση εγείροντας πρώτιστα τη θέση ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθότι δεν εκκρεμεί διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα τους αφού το σχετικό διάταγμα ανακλήθηκε στις 12.3.19 μετά που εντοπίστηκε διαθήκη του αποβιώσαντα και επιπλέον γιατί η ενάγουσα που υπέβαλε την αίτηση διαχείρισης ορκίστηκε ψευδώς για την μη ύπαρξη διαθήκης ενώ κατείχε την πρωτότυπη ενώ μετά τον διορισμό της ως διαχειρίστρια το Δικαστήριο την αντικατέστησε με τους δύο αναφερόμενους δικηγόρους. Η ενάγουσα παρουσίασε την διαθήκη σε δίκη που λάμβανε χώρα στην Αγγλία το 2016 και το 2018 στο Ε.Δ. Λεμεσού. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αποποίηση που παρουσιάζεται είναι παράνομη και παράτυπη ενώ περαιτέρω ως προδικαστική ένσταση προωθείται ότι η αγωγή καλύπτεται από δεδικασμένο καθότι η ενάγουσα προώθησε αίτηση ημερ. 18.06.15 για να κριθεί η νομιμότητα της ισχυριζόμενης αποποίησης την οποία και απέσυρε ανεπιφύλακτα. Επί της ουσίας της απαίτησης η εναγόμενη αποδέχεται την σχέση της με την ενάγουσα, τις ημερομηνίες που οι γονείς τους απεβίωσαν αλλά και τους κληρονόμους διευκρινίζοντας ότι κληρονόμοι πέραν των διαδίκων ήταν και η τότε εν ζωή μητέρα τους ενώ τα λοιπά 6 πρόσωπα που αναφέρονται έχουν την ιδιότητα των κληροδόχων για ποσό 10.000 έκαστος και το οποίο αφορά Αγγλικές Λίρες και όχι Ευρώ. Σε σχέση με την διαθήκη της μητέρας τους ισχυρίζεται ότι αυτή αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε δικαστικές διαδικασίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και κρίθηκε άκυρη στη βάση του ότι η ενάγουσα αξιολογήθηκε ως αναξιόπιστη και ότι ενήργησε δόλια. Η εν λόγω αγγλική απόφαση είναι τελεσίδικη αφού αποφασίστηκε και κατ’ έφεση τον Οκτώβριο του 2017. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη αποποίηση του κληρονομικού μεριδίου της μητέρας τους επί της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αυτή είναι παράνομη καθότι έγινε 3 μήνες μετά το θάνατο του και δεν έγινε ως προβλέπεται από το νόμο, ήτοι τελούσε υπό όρους εφόσον δόθηκε προς όφελος τρίτου προσώπου. Παρά το ότι δεν αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, η αποβιώσασα μητέρα της ζήτησε να κατατίθενται ενοίκια από ακίνητο στη Λεμεσό στον προσωπικό της λογαριασμό όπως και έγινε ενώ περαιτέρω το έγγραφο καταρτίστηκε υπό καθεστώς δόλου και εξαπάτησης της μητέρας τους. Αποτελεί θέση της ότι ουδέποτε η μητέρα τους ανέφερε ότι ήθελε να παραχωρήσει το μερίδιο της σε μία εκ των δύο θυγατέρων της αντίθετα ανέφερε σε πρόσωπα του στενού τους κύκλου ότι η περιουσία της όπως και του συζύγου της θα μοιραζόταν ισότιμα και εξίσου και στις δύο θυγατέρες των. Περαιτέρω θέση της αποτελεί ότι πέραν της παράνομης κατάρτισης του ισχυριζόμενου εντύπου αποποίησης αυτό είναι και κατασκεύασμα της ενάγουσας και υπογράφηκε με δόλιο τρόπο και/ή αφού παραπλανήθηκε η μητέρα τους, δεν υπογράφηκε στην ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτό και οι πιο πάνω πράξεις της ενάγουσας έγιναν στο Λονδίνο μόλις λίγες ώρες πριν αποβιώσει η μητέρα τους την οποία ξεγέλασε και της υπέβαλε να υπογράψει και το έντυπο που ονόμασε διαθήκη και η οποία τελικά κρίθηκε άκυρη και παράνομη. Προς υποστήριξη των θέσεων της θέτει λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης από πλευράς της ενάγουσας όπως μεταξύ άλλων ότι παρουσίασε στη μητέρα τους ψευδή γεγονότα κατά την υπογραφή της αποποίησης όσο και της διαθήκης, με σκοπό να την παραπλανήσει. Για να υπογράψει της παρουσίασε ότι η εναγόμενη απέσυρε χρήματα και τα καρπώθηκε, δεν ειδοποίησε την εναγόμενη για την έναρξη της διαδικασίας διαχείρισης και γενικά ενήργησε προς καταδολίευση των δικαιωμάτων της. Γίνεται περαιτέρω αναφορά στην αίτηση στα πλαίσια της Διαχείρισης 150/12 ημερ. 18.6.15 και την οποία τελικά η ενάγουσα απέσυρε. Αποδίδει περαιτέρω στην ενάγουσα ότι διενήργησε πράξεις και ενέργειες παράνομες κατά παράβαση των καθηκόντων της ως κληρονόμου και διαχειρίστριας παραλείποντας να αναφέρει ότι ο αποβιώσας πατέρας τους άφησε διαθήκη την οποία είχε στην κατοχή της, διένειμε μετρητά χρήματα της περιουσίας χωρίς να ενημερώσει την εναγόμενη και να της αποδώσει το μερίδιο που της αναλογούσε, ψευδώς ανέφερε ότι διαμένει στη Λεμεσό για να λάβει έγγραφα διαχείρισης ενώ διαμένει στο Λονδίνο, μετέβη στην Κύπρο πριν την ταφή της μητέρας τους προβαίνοντας σε ανάληψη μετρητών χωρίς να ενημερώσει την εναγόμενη ενώ η εν λόγω συμπεριφορά της αξιολογήθηκε στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών στην Αγγλία και οι οποίες τελεσιδίκησαν. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών της η εναγόμενη ανταπαιτεί διάταγμα με το οποίο θα κηρύσσεται το έγγραφο με τίτλο «Αποποίηση Κληρονομιάς» ως παράνομο, άκυρο, μη δεσμευτικό και μη δυνάμενο να παράξει νομικά αποτελέσματα και χωρίς καμία νομική ισχύ.
Η ενάγουσα θέτοντας την απάντηση της στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση της εναγόμενης απορρίπτει την προδικαστική ένσταση ως νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και εφεύρημα δεύτερης σκέψης ενώ σε ό,τι αφορά την αίτηση διαχείρισης ισχυρίζεται ότι αυτή ανακλήθηκε από τους διαχειριστές κατόπιν τεχνικού λάθους και είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Το αντικείμενο της αγωγής αφορά την αποποίηση του κληρονομικού δικαιώματος της μητέρας τους. Το έγγραφο αποποίησης είναι ξεκάθαρο χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό και αυτό είναι ισχυρό, νομικά ορθό και έγκυρο. Αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς της εναγόμενης και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αγωγή και δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου.
Μετά την ολοκλήρωση της προδικασίας η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες αναβλήθηκε για διάφορους λόγους είτε που αφορούσαν τους διαδίκους είτε το πρόγραμμα του Δικαστηρίου. Στο μεταξύ η ενάγουσα κατά το 2025 αντικατέστησε τους συνηγόρους της ενώ κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων οι συνήγοροι της αποσυρθήκαν και προώθησε την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση προσωπικά.
Στις 19.05.2025 η απαίτηση απορρίφθηκε μετά την απόσυρση της με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ της εναγόμενης και παρέμεινε η ανταπαίτησης προς εκδίκαση και η οποία ορίστηκε για ακρόαση.
Κατά την ακρόαση παρουσιάστηκαν συνολικά 2 μάρτυρες που περιορίστηκαν στις διαδίκους, Μ.Ε.1 η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και Μ.Υ.1 η εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη. Συνολικά κατατέθηκαν 12 τεκμήρια.
Επίδικα θέματα:
Με την ανταπαίτηση της η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα αξιώνει την κήρυξη του εγγράφου αποποίησης του μεριδίου της μητέρας της από την περιουσία του πατέρα της προς όφελος της ενάγουσας ως άκυρο και μη παράγων έννομα αποτελέσματα επί δύο πυλώνων. Η αξίωση της καταρχήν εδράζεται επί νομικού σημείου, ήτοι ότι αυτό υπογράφηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της προθεσμίας που ο Νόμος καθορίζει και δεν περιλαμβάνει τον καθορισμένο τύπο και περιεχόμενο και κατά δεύτερο λόγο στη βάση ισχυρισμών για τις συνθήκες κατάρτισης και υπογραφή του στη βάση δόλου και απάτης.
Οι συνθήκες επομένως υπογραφής του εν λόγω εγγράφου, ο χρόνος και η συμπεριφορά της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης ως της αποδίδεται από την εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα αποτελούν ζητήματα που χρήζουν εξέτασης και ως τέτοια απορρέοντα από ισχυριζόμενα γεγονότα χρήζουν αξιολόγησης.
Η μαρτυρία και η αξιολόγηση της:
Η μαρτυρία που δόθηκε από αμφότερες τις διαδίκους, τόσο η προφορική όσο και η έγγραφη, έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν και αυτή έτυχε λεπτομερούς εξέτασης από το Δικαστήριο. Θα παραθέσω για σκοπούς πληρότητας το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας εκάστης διαδίκου και θα προχωρήσω στη βάση των αρχών της νομολογίας στην αξιολόγηση αυτής με σκοπό την κατάληξη σε ευρήματα γεγονότων.
Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή αμφότερες τις μάρτυρες κατά την διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας τους και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτές απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Επίσης, έχω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1367 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002), 1A A.A.Δ. 454).
Επιπλέον σημειώνω ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου (1988) 1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 2 ΑΑΔ 207. Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454).
Αναφέρω επίσης ότι η υπό κρίση υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Η Μ.Ε.1, εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, κατέθεσε ως μέρος της κυρίας εξέτασης της γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α. Κυρία θέση της είναι ότι η αποποίηση καταρτίστηκε κάτω από συνθήκες δόλου και εξαπάτησης της μητέρας της και τούτο εδράζετε σε 2 διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Θεωρεί ότι αυτό το έγγραφο είναι κατασκεύασμα της ενάγουσας καθότι η μητέρα της πάντα της ανέφερε ότι ήθελε να μοιράσει την περιουσία της ίδιας και του πατέρα τους σε αμφότερες τις θυγατέρες ισότιμα και θεωρεί απίθανο έχοντας και πολύ καλές σχέσεις με τη μητέρα της μέχρι το θάνατό της αυτή να επέλεξε να δώσει όλη της την περιουσία στην ενάγουσα. Κατά δεύτερο λόγο ακόμη και αν αυτό το έγγραφο πράγματι υπογράφηκε από τη μητέρα τους η θέση της είναι ότι η ενάγουσα την παραπλάνησε να το υπογράψει ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αυτό ότι δεν υπογράφτηκε την ημερομηνία που αναφέρεται επί του εγγράφου παρουσιάζοντας προς τούτο ως τεκμήριο 1 ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξε η ενάγουσα με το δικηγόρο της την περίοδο 05.08.12 μέχρι και 07.08.12 με σχετικές συζητήσεις για το ενδεχόμενο που θα απεβίωνε η μητέρα τους. Οι πιο πάνω πράξεις έλαβαν χώρα 48 ώρες πριν το θάνατο της μητέρας τους ενώ αναφορά γίνεται και στην διαθήκη η εγκυρότητα της οποίας κρίθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση και κηρύχθηκε άκυρη από Αγγλικό Δικαστήριο. Την απόφαση κατέθεσε ως τεκμήριο 2. Είναι περαιτέρω θέση της ότι στη βάση και αυτής της απόφασης καταδεικνύεται η προσπάθεια της ενάγουσας να ξεγελάσει τη μητέρα τους στο να υπογράψει έγγραφα με μοναδικό σκοπό να λάβει το μεγαλύτερο μερίδιο από την κληρονομιά των γονιών τους. Ως τεκμήριο 3 κατέθεσε αντίγραφο του εγγράφου με τίτλο αποποίηση κληρονομιάς και το οποίο ισχυρίζεται επιπλέον ότι δεν συνάδει με το νόμο καθότι φαίνεται να έχει υπογραφεί 6 μήνες μετά το θάνατο του πατέρα τους και όχι 3 ως ο νόμος απαιτεί με δεδομένο ότι η μητέρα τους γνώριζε για το θάνατο του συζύγου της άμεσα ήτοι από τις 27.09.11 ενώ περαιτέρω αυτό το έγγραφο δεν ήταν ανεπιφύλακτο προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά αντίθετα έγινε υπό όρους και προς όφελος τρίτου προσώπου. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι με την υπογραφή της αποποίησης ο κληρονόμος δεν λαμβάνει οποιοδήποτε μερίδιο από την περιουσία ενώ αντίθετα η μητέρα τους αφού δήθεν υπέγραψε το έγγραφο είχε ζητήσει να καταβληθούν στο λογαριασμό της ενοίκια από υποστατικό που ενοικίαζε ο πατέρας τους στη Κύπρο όπως και έγινε την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου 2012 και για Ιουλίου – Δεκεμβρίου 2012 με πληρωμές στις 24.05.12 και 07.06.12 ως το σχετικό τεκμήριο 4. Περαιτέρω ο πατέρας τους είχε στην κατοχή του δύο οχήματα και τα οποία η μητέρα της ζήτησε να της μεταβιβαστούν όπως και έγινε με πράξη μάλιστα της ίδιας της ενάγουσας ως διαχειρίστριας τότε. Προς τούτο κατέθεσε το τεκμήριο 5. Αποτελεί θέση της ότι η λήψη ενοικίων από την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα τους αλλά και η μεταβίβαση των εν λόγω οχημάτων στο όνομα της μητέρας τους δεικνύουν ότι η τελευταία ουδέποτε είχε πρόθεση να αποποιηθεί το μερίδιο της από την περιουσία του συζύγου της. Αναφέρεται περαιτέρω σε ισχυρισμούς που η ενάγουσα έθεσε στη δίκη στην Αγγλία περί του ότι η μητέρα τους είχε παράπονο από την εναγόμενη ότι έλαβε με δόλιο τρόπο χρήματα που υπήρχαν στην Κύπρο και γι' αυτό ενήργησε συντάσσοντας την διαθήκη. Αυτοί οι ισχυρισμοί κατά την μάρτυρα δεν ευσταθούν καθότι δεν θα ήταν λογικό εάν πράγματι πίστευε αυτό να αποποιηθεί το δικό της μερίδιο παραμένοντας χωρίς περιουσιακά στοιχεία για το υπόλοιπο της ζωής της. Ως τεκμήριο 6 κατέθεσε τις αιτήσεις της ενάγουσας για άδεια άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων των Αγγλικών Δικαστηρίων και οι οποίες ισχυρίζεται ότι απέτυχαν.
Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε στα προσόντα της και στην εργασία της ως δικηγόρος την οποία διέκοψε μετά την εγκατάσταση στην Κύπρο. Αναφέρθηκε στο τεκμήριο 3 και στη σφραγίδα του πιστοποιούντος υπαλλήλου και ο όποιος βεβαιώνει την υπογραφή της μητέρας της επί του εγγράφου αναφέροντας επίσης ότι η υπογραφή μοιάζει με αυτήν της μητέρας της αλλά δεν μπορεί να είναι σίγουρη εάν της ανήκει. Λόγω της απουσίας του πρωτοτύπου δεν προέβη σε γραφολογική έκθεση αλλά έχει αμφιβολίες για την γνησιότητα της υπογραφής αλλά και την ημερομηνία κατά την οποία φέρεται να υπογράφηκε. Σε ό,τι αφορά την αλληλογραφία του τεκμηρίου 1 ισχυρίστηκε ότι κατόπιν διαταγής του δικαστηρίου για διορισμό της ίδιας πλέον ως διαχειρίστριας η ενάγουσα της παρέδωσε έγγραφα την 01.12.17 εντός των οποίων εντόπισε και το τεκμήριο αυτό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το τεκμήριο 1 παράνομα λήφθηκε από την ίδια και επέμενε στην εκδοχή της. Το τεκμήριο 1 περιλαμβάνει ανυπόγραφο το τεκμήριο 3 και ήταν συνημμένο στην αλληλογραφία του Αυγούστου του 2012 στοιχείο που δεικνύει ότι δε θα μπορούσε να είχε υπογραφεί τον Μάρτιο του 2012. Αποδέχτηκε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν πράγματι ήταν αυτό το συνημμένο στην επικοινωνία αλλά παρέπεμψε στο περιεχόμενο. Επίσης δεν μπορεί να θυμηθεί εάν ήταν με συρραπτικό δεμένο μαζί με τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Σε ότι αφορά το τεκμήριο 4 που κατά τη θέση της αφορά τη καταβολή ενοικίων από την περιουσία του πατέρα της προς την μητέρα της αποδέχτηκε ότι αυτή η αλληλογραφία αφορά την ίδια και τρίτο πρόσωπο εξηγώντας ότι αφορά τον ενοικιαστή του πατέρα της και κάποια προβλήματα που αντιμετώπιζαν με τα κλιματιστικά. Η μητέρα της δεν είναι εμπλεκόμενη στην αλληλογραφία καθότι δεν γνώριζε υπολογιστές και τα ζητήματα αυτά χειρίζονταν η ίδια και η αδερφή της. Ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο αυτό σε συνεννόηση με την αδελφή της διευθετήθηκε η καταβολή των ενοικίων στην μητέρα της και ότι δεν γνώριζε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2012 ότι η ενάγουσα ξεκίνησε διαδικασίες διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα τους. Το τεκμήριο 7 το οποίο κατατέθηκε αποτελεί γενικό πληρεξούσιο έγγραφο της μητέρας της προς την ενάγουσα αναφέροντας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν πράγματι υπογράφηκαν από τη μητέρα της αυτά τα έγγραφα αλλά ακόμα και εάν τα υπέγραψε δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο τους. Κατά το χρόνο αυτό η ίδια βρισκόταν στην Αγγλία. Ανέφερε ότι κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα της η μητέρα της νοητικά ήταν καλά αλλά ως νοικοκυρά δεν είχε γνώσεις για επιχειρήσεις και οικονομικά ζητήματα. Συμφώνησε ότι εκκρεμεί και άλλη αγωγή μεταξύ των διαδίκων που αφορά τα οχήματα του πατέρα της και την οποία δεν έκρινε σκόπιμο να αναφέρει. Σε ό,τι αφορά τα οχήματα συμφώνησε ότι η μητέρα της δεν οδηγούσε λόγω ηλικίας αλλά είχε άδεια οδηγού και διαφώνησε ότι επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Επέμεινε ότι το τεκμήριο 3 δεν εκφράζει την βούληση της μητέρας της και ανέφερε ότι μέχρι τον Ιούλιο η ίδια βρισκόταν στην Κύπρο με τη μητέρα της με την οποία είχε άριστες σχέσεις και η οποία επιθυμούσε να μοιράσει εξίσου την περιουσία στις κόρες της. Άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το τεκμήριο 3 να υπογράφηκε κατά το χρόνο που η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο δηλαδή τον Αύγουστο.
Η Μ.Υ.1, εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β. Σε αυτήν αναφέρει τη δική της εκδοχή σε ό,τι αφορά την δήλωση αποποίησης θεωρώντας τα γεγονότα που αφορούν τους χρόνους μετά τον Μάρτιο του 2012 ως μη σχετικά με τα επίδικα. Σε ό,τι αφορά τη δήλωση τεκμήριο 3 ισχυρίστηκε ότι αυτή προετοιμάστηκε από δικηγόρο, στη μητρική γλώσσα της μητέρας της, υπογράφηκε από αυτήν και πιστοποιήθηκε από αρμόδιο πιστοποιών υπάλληλο. Ως συγκεκριμένα ανέφερε αυτή εκτελέστηκε σε επίσημο νομικό περιβάλλον ενώπιον αδειούχων επαγγελματιών και αποτελεί επίσημο νομικό έγγραφο. Αναφορά έγινε και στο τεκμήριο 7 για το οποίο ισχυρίστηκε ότι είναι πληρεξούσιο έγγραφο που υπογράφηκε 19.03.12 επίσης από τη μητέρα της. Στις 27.3.12 η μητέρα της μετέβηκε σε κυπριακές τράπεζες μαζί με την ίδια και την αδερφή της όπου διενεργήθηκαν διευθετήσεις σχετικά με τους λογαριασμούς, προστέθηκε το δικό της όνομα και προς τούτο παρουσίασε το τεκμήριο 8. Στις 28.03.12 η μητέρα της υπέγραψε την δήλωση αποποίησης η οποία ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο της με δικές τις οδηγίες και ακολούθως μετέβηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού ενώπιον του Πρωτοκολλητή υπογράφοντας έγγραφα για το διορισμό της μάρτυρος ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους. Σχετικά κατέθεσε ένορκη δήλωση του δικηγόρου Γιάννη Κωνσταντινίδη ημερ. 24.09.14 ως τεκμήριο 9 και ως τεκμήριο 10 αντίγραφο της δήλωσης αποποίησης με συνημμένο αντίγραφο του διαβατηρίου της μητέρας της. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό της εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσας περί του ότι η δήλωση υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2012 και επέμεινε στην εκδοχή της. Ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο που ακολούθησε της υπογραφής της δήλωσης αποποίησης η αδελφή της αποδέχτηκε το διορισμό του Γιάννη Κωνσταντινίδη να ενεργεί ομού μετά του Γιώργου Παπαντωνίου ως διαχειριστές και καμιά καταγγελία για την επίδικη δήλωση έγινε κατά την περίοδο αυτή. Η δήλωση αποποίησης μετά την εκτέλεση της βρισκόταν στην κατοχή του δικηγόρου που την ετοίμασε και ακολούθως περιήλθε στην κατοχή των νομικών της αντιπροσώπων. Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες στο Ηνωμένο Βασίλειο αυτές αφορούν διαφορετικό αντικείμενο και δεν σχετίζονται με την επίδικη δήλωση επίσης άσχετα θεωρεί τα οιαδήποτε γεγονότα έλαβαν χώρα μετά τις 28.3.12 και ειδικότερα τα όσα αφορούν τα ενοίκια και τα οχήματα. Επέμεινε ότι η επίδικη δήλωση δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαδικασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα τους μέχρι και την αντικατάσταση της από τους δύο δικηγόρους οπότε και βρέθηκε πρωτότυπη διαθήκη του πατέρα της στην κατοχή του αδελφού του και η οποία υποβλήθηκε στην Αγγλία και κατόπιν στο Ε.Δ Λεμεσού. Κατά την αντικατάσταση της έδωσε πλήρεις λογαριασμούς στους νέους διαχειριστές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κληρονόμοι του πατέρα της είναι ίδια και η αδελφή της όπως και η μητέρα τους προ του θανάτου της. Ισχυρίστηκε ότι είχαν αντίγραφο της διαθήκης του πατέρα της από τον Οκτώβριο του 2011 αλλά όχι την πρωτότυπη. Σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι 28.3.12 προέβη σε διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα της χωρίς διαθήκη ανέφερε ότι η μητέρα της επισκέφτηκε το Ε.Δ. Λεμεσού και όπως της εξήγησε η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα αυτή η διαθήκη αφορούσε την Αγγλία και θα έπρεπε να υπάρχει άλλη για την Κύπρο και βασιζόμενη στα όσα τους ανέφερε η αδερφή τους ενήργησε. Για τις οδηγίες της αδερφής της παρέπεμψε στην αλληλογραφία που δείχνει ότι την καθοδηγεί να γράψει τα οχήματα στο όνομα της μητέρας της παρά το ότι η μητέρα της ουδέποτε είχε άδεια οδηγού ή οδηγούσε γεγονός που δείχνει ότι η αδερφή της γνώριζε το περιεχόμενο της διαθήκης και την ύπαρξη της. Η αδερφή της δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπήρχε διαθήκη και προχώρησε σε παγοποίηση του λογαριασμού διαχείρισης πριν να προλάβει να διανέμει τα μερίδια με αποτέλεσμα η αδερφή της να επωφεληθεί το 1/3 των μετρητών που βρίσκονταν στην Κύπρο. Επέμεινε ότι η ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ότι ο πατέρας της απεβίωσε χωρίς διαθήκη αφορούσε διαθήκη στην Κύπρο. Αρνήθηκε ότι στα πλαίσια μυστικότητας προχώρησε με διαδικασίες διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα της και επέμεινε ότι ενήργησε με οδηγίες της μητέρας της. Αναγνώρισε το τεκμήριο 11 ως αντίγραφο της αίτησης η οποία φέρει και την υπογραφή της ως κληρονόμου. Στην συγκατάθεση κληρονόμων που περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 11 δεν φαίνεται η υπογραφή της αδερφής της και ανέφερε ότι αυτό το έγγραφο δόθηκε στη μητέρα της να υπογράψει στην ελληνική γλώσσα και σε αυτό φαίνεται και το όνομα της αδερφής της. Επέμεινε ότι δεν ήταν μέρος σε αυτήν την διαδικασία την οποία προώθησε η μητέρα της κατόπιν συνεννόησης και συζήτησης με τον Πρωτοκολλητή. Στην υποβολή ότι δεν ενημέρωσαν την αδερφή της για τη διαχείρισης του πατέρα τους ανέφερε ότι αυτό δεν ήταν στη δική της δικαιοδοσία αλλά αφορούσε τη μητέρα της και τους δικηγόρους και δε γνωρίζει. Αναφορικά με το πληρεξούσιο – τεκμήριο 7, ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της επισκέφτηκε το Κτηματολόγιο και ζήτησε να λάβει πληρεξούσιο καθορίζοντας την ίδια ως αντιπρόσωπο της γιατί την εμπιστευόταν. Στο ερώτημα γιατί εφόσον κατείχε το τεκμήριο 7 ημερ. 19.03.12 μετέβηκε με τη μητέρα της στις 27.03 στην τράπεζα για την διενέργεια πράξεων επέμεινε ότι δεν περιλαμβανόταν το όνομα της λογαριασμούς και μετέβηκαν για να το προσθέσουν. Η μητέρα της είχε πλήρη αντίληψη των εγγράφων που υπέγραφε. Αρνήθηκε ότι μετέβησαν στην τράπεζα και οι τρεις τους παρά την ύπαρξη του πληρεξουσίου με μοναδικό σκοπό να μην ενημερωθεί η αδερφή της για την ύπαρξη αυτού. Αναγνώρισε το τεκμήριο 12 ως ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο απέστειλε η ίδια στην Τράπεζα Κύπρου και σε ό,τι αφορά την αναφορά της στη μητέρα της ως μία αμόρφωτη ηλικιωμένη νοικοκυρά ισχυρίστηκε ότι αυτή αφορά άλλη υπόθεση που δεν έχει σχέση με την επίδικη και αφορά την αντίληψη της μητέρας της στην ελληνική γλώσσα των τραπεζικών εγγράφων. Επέμεινε ότι η μητέρα της είχε διαφορές με την αδερφή της ενώ στην υποβολή ότι η αίτηση διαχείρισης υποβλήθηκε την ίδια ημέρα που φέρεται να υπογράφηκε η δήλωση αποποίησης ανέφερε ότι όλα έγιναν κατόπιν οδηγιών της μητέρας της προς τον Κωνσταντινίδη. Θυμάται να είχε μεταφέρει τη μητέρα της γιατί δεν οδηγούσε στο δικηγόρο. Για την αποποίηση την ενημέρωσε η μητέρα της αλλά δεν ανέφερε κάτι στην αδερφή της γιατί θεωρεί ότι αυτό έπρεπε να πράξει η μητέρα της. Επίσης δεν θυμάται εάν ήταν παρούσα στην υπογραφή. Σε ό,τι αφορά τα οχήματα αυτά μεταβιβάστηκαν στο όνομα της μητέρας της με οδηγίες της αδελφής της. Στην υπόδειξη του τεκμηρίου 5 και τις φερόμενες δηλώσεις της μητέρας της για εγγραφή των οχημάτων αναφέρθηκε στην ανάγκη ασφάλισης αυτών, στην απουσία άδειας οδηγού της μητέρας της αποδίδοντας την ενέργεια στην αδερφή της. Παρά την αποποίηση τα οχήματα αυτά εγγράφηκαν στο όνομα της μητέρας της καθότι δεν είχε ακόμη επικαιροποιηθεί η διαχείριση του πατέρα της και τα οχήματα έπρεπε να ασφαλιστούν και να καταβληθούν τα τέλη κυκλοφορίας. Επικοινώνησε με την αρμόδια αρχή τους ενημέρωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε και αυτοί της είπαν ότι θα ήταν εντάξει να μεταβιβαστούν στο όνομα της συζύγου του και ακολούθως η μητέρα της θα τα μεταβίβαζε στην ίδια για να μπορέσει να τα ασφαλίσει. Πολύ αργότερα της μεταβίβασης στην μητέρα της αυτά μεταβιβάστηκαν στο δικό της όνομα. Πριν την κηδεία του πατέρα της ο Κωνσταντινίδης της έδωσε οδηγίες καθ’ όν χρόνο η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο να μεταβεί στην Κύπρο σε σχέση με την διαχείριση του πατέρα της. Η μητέρα της νοσηλευόταν από την 1.08 και αναμενόταν να πάρει εξιτήριο έτσι διευθέτησε πτήση για την 09.08 αλλά δυστυχώς μεσολάβησε ο θάνατος της και ακύρωσε τα εισιτήρια. Επικοινώνησε με τον Κωνσταντινίδη και μέχρι να διευθετηθεί η κηδεία ήρθε στην Κύπρο αφού συνεννοήθηκε με την αδερφή της για το χρόνο της κηδείας και με το διάταγμα διαχείρισης που έλαβε ο Κωνσταντινίδης η ίδια επισκέφτηκε παράρτημα τράπεζας με οδηγίες να κλείσουν λογαριασμοί και να εκδοθούν τραπεζικές επιταγές και να μεταφέρει τα χρήματα στην Alpha Bank σε λογαριασμό διαχείρισης. Στο επίμονο ερώτημα εάν έλαβε τα 2/3 των χρημάτων παρέπεμψε στον Κωνσταντινίδη ο οποίος της είπε ότι με βάση την αποποίηση της μητέρας της μπορεί να προχωρήσει σε διανομή των χρημάτων και αυτή δικαιούται να λάβει σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο τα 2/3 και ακολούθως να δώσει στην αδερφή της το μερίδιο της αλλά παγοποιήθηκαν οι λογαριασμοί και δεν μπορούσε να γίνει διανομή. Ακολούθως παρέπεμψε στο διορισμό των δύο δικηγόρων ως διαχειριστών και ανέφερε ότι η αδερφή της έλαβε το 1/3. Στην υποβολή ότι ο Κωνσταντινίδης σε ένορκη δήλωση που έκανε τον Ιούνιο του 2015 αναφέρθηκε στο πρωτότυπο έγγραφο αποποίησης ως έγγραφο που του δόθηκε από την ίδια την μάρτυρα επέμεινε ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή της το πρωτότυπο. Σε ό,τι αφορά τα ενοίκια επέμεινε ότι με οδηγίες της αδερφής της τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό της μητέρας της. Για το τεκμήριο 1 και την επικοινωνία της με τον Κωνσταντινίδη την περίοδο 5.08 – 07.08 καθώς και την αναφορά σε συνημμένο έγγραφο αποποίησης ανέφερε ότι αυτό στάλθηκε σε περίπτωση που ήθελαν να συντάξουν έγγραφο αποποίησης και στο Ηνωμένο Βασίλειο ως δείγμα. Τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε. Στο εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο στις 06.08 ο Κωνσταντινίδης της αναφέρει ότι σε περίπτωση θανάτου της μητέρας της οι αδερφές θα λάβουν από ½ μερίδιο ισχυρίστηκε ότι αυτό αφορούσε την περιουσία του πατέρα τους. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν έχει σκοπό να καλέσει ως μάρτυρα τον Κωνσταντινίδη. Η διαθήκη που υπέγραψε η μητέρα της στο Λονδίνο συμφώνησε ότι ακυρώθηκε αλλά οι λόγοι αφορούν άλλη υπόθεση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί εγγράφων που έλειπαν εμμένοντας ότι η παρούσα υπόθεση αφορά άλλα ζητήματα και η επίδικη δήλωση αποποίησης είναι έγκυρη.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της Μ.Ε.1, εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, αυτό που οφείλω εξαρχής να αναφέρω είναι την θετική εικόνα που αποκόμισα από τη μαρτυρία της. Η μάρτυρας παρά τη συναισθηματική της φόρτιση, που εύλογα αναμένεται ενόψει της συγγένειας της με την Μ.Υ.1, ήταν σαφής και οι θέσεις της τέθηκαν με απλότητα και αμεσότητα, χωρίς υπερβολές, εξάρσεις ή δισταγμό. Απαντούσε άμεσα και με ευθύτητα στο σύνολο των ερωτήσεων χωρίς να διακρίνω σε οιοδήποτε σημείο δισταγμό ή προσπάθεια παραποίησης των στοιχείων που έθεσε. Αυτό που προκάλεσε ιδιαίτερα θετική εντύπωση είναι το γεγονός ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της και επί γεγονότων που δεν θα μπορούσαν άλλωστε να ήταν στην γνώση της επιχείρησε να τοποθετηθεί απόλυτα. Αντίθετα αποδέχτηκε ότι πολλές εκ των θέσεων της προκύπτουν συμπερασματικά στη βάση των στοιχείων που κατείχε χωρίς να επικαλεστεί ότι γνώριζε τις επακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες και υπογράφηκε η αποποίηση από την μητέρα της εκφράζοντας θέση ότι δεν αποκλείει αυτή να υπογράφηκε πράγματι από αυτήν κάτω από συνθήκες παραπλάνησης. Η θέση της όμως ότι αποκλείει το ενδεχόμενο η μητέρα της να είχε επιθυμία να αποποιηθεί το δικό της μερίδιο από την περιουσία του πατέρα της προς όφελος της αδελφής της κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και αποτυπώνει την πραγματική πεποίθηση της ως προς τις προθέσεις της μητέρας της στη βάση των στοιχείων αλλά και της σχέσης που διατηρούσε με αυτήν. Βεβαίως οι θέσεις της αυτές έστω και εάν κρίνω ότι εύλογα προκύπτουν ως αληθείς πεποιθήσεις στη βάση των στοιχείων που παρουσιάστηκαν δεν οδηγούν αυτόματα σε εύρημα περί εξαπάτησης της μητέρας της από την αδελφή της ή πλαστογραφίας του εγγράφου αλλά τα όσα στοιχεία κατωτέρω θα παραθέσω, στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, κρίνω ότι εύλογα δημιουργούν βάσιμες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο το επίδικο έγγραφο περιλαμβάνει την πραγματική και ελεύθερη βούληση της αποβιωσάσης μητέρας των διαδίκων.
Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης καταλήγω ότι η Μ.Ε.1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας, ειλικρινής και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη.
Από την άλλη πλευρά, η Μ.Υ.1, εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η όλη της μαρτυρία δόθηκε σε κλίμα έντασης, με θέσεις αόριστες, γενικές, απόλυτες επί σημείων που δεν θα μπορούσε να είχε απόλυτη γνώση και σε πολλά σημεία με ουσιώδεις αντιφάσεις. Επιπλέον η συμπεριφορά την οποία απέδωσε στον εαυτό της αλλά και οι ενέργειες της ως τις επεξήγησε συγκρούονται με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και η οποία δεν αμφισβητήθηκε.
Η ανωτέρω εικόνα που άφησε προκύπτει από την μαρτυρία της ιδωμένη στο σύνολο της και σε επιμέρους σημεία αυτής ως θα επεξηγηθούν κατωτέρω:
Η επίδικη αποποίηση κληρονομιάς:
Ασαφής ήταν η μαρτυρία της ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε η επίδικη δήλωση. Συγκεκριμένα η εκδοχή της ήταν ότι λόγω των τεταμένων σχέσεων της μητέρας της με την αδελφή της και λόγω κάποιου γεγονότος που αφορούσε τους λογαριασμούς της μητέρας της και την αδελφή της στην Τράπεζα Κύπρου, η πρώτη αποφάσισε να αποποιηθεί το μερίδιο της από την περιουσία του αποβιώσαντα συζύγου της προς όφελος της ίδιας. Προς τούτο η μητέρα της έδωσε οδηγίες στον Κωνσταντινίδη να ετοιμάσει το έντυπο και μετέφερε την μητέρα της στο γραφείο του όπου και το υπέγραψε. Η εκδοχή της αυτή όμως παρουσιάζει αδυναμίες οι οποίες συνίστανται στα εξής:
- Καταρχήν ενώ παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση της μια συγκεκριμένη εκδοχή με λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες υπογραφής κατά την αντεξέταση της δεν θυμόταν άλλες όπως εάν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή. Η θέση της ήταν ότι μετέφερε την μητέρα της στον Κωνσταντινίδη όπου και υπέγραψε την αποποίηση και ακολούθως μετέβησαν στο Ε.Δ Λεμεσού όπου καταχώρησαν την αίτηση για διαχείριση της περιουσίας του πατέρα της. Προς στήριξη αυτής της εκδοχής παρουσίασε δήλωση του Κωνσταντινίδη ως μάρτυρα, η οποία φαίνεται να κατατέθηκε στη δικαστική διαδικασία στην Αγγλία. Μελετώντας το περιεχόμενο αυτής διαπιστώνεται εκ πρώτης ο Κωνσταντινίδης να θέτει μια όμοια εκδοχή με αυτήν της μάρτυρος με διαφοροποιήσεις ως προς τη σειρά κατά την οποία η αποβιώσασα υπέγραψε τα έγγραφα, ήτοι ως αναφέρει πρώτιστα μετέβησαν στο Ε.Δ Λεμεσού για τη διαχείριση και ακολούθως στο γραφείο του το απόγευμα οπότε και υπογράφηκε η αποποίηση. Τέτοιες επουσιώδεις αντιφάσεις κατά κανόνα δεν θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία της μάρτυρος παρά ταύτα αυτό το σημείο σε συνάρτηση με επιπλέον στοιχεία προκαλούν αδυναμία στην αποδοχή της εκδοχής της. Ο Κωνσταντινίδης φαίνεται εκ πρώτης, ως ανέφερα, να ενισχύει την εκδοχή της μάρτυρος παρά ταύτα και πέραν της διαφοροποίησης ως προς τη σειρά γεγονότων την 28.03.12 δεν μπορώ να παραβλέψω και την προχειρότητα που διέπει την φερόμενη κατάθεση του ως προς την αναφορά στον χρόνο υπογραφής της αποποίησης την 28.3.13 στην παράγραφο 13 του τεκμηρίου 9 και όχι στις 28.3.12 ως οι άλλες αναφορές του. Και αυτό το σημείο βεβαίως δύναται να θεωρηθεί ως προφανές ορθογραφικό λάθος αλλά τούτο δεν μεταβάλλει τη φύση της εν λόγω μαρτυρίας και η οποία πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας.
Η κατάθεση του Κωνσταντινίδη, και παρεμβάλλω στο σημείο αυτό την αξιολόγηση της, αποτελεί εξ’ ακοής μαρτυρία και η οποία εξετάζεται ως προς τη βαρύτητα που δύναται να της αποδοθεί στη βάση του Νόμου και των αρχών της νομολογίας ως καθορίστηκαν μετά την τροποποίηση του Κεφ.9, που κατάργησε τον αποκλεισμό τέτοιας φύσης μαρτυρίας αποκλειστικά στη βάση του είδους της. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση ECLI:CY:AD:2016:A364, (2016) 1 ΑΑΔ 1779, ΛΕΥΚΟΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΑΛΛΩΣ ΣΤΑΛΩΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ημερ. 15.07.2016, η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το Άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το εάν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ’ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο Άρθρο 27(2) δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ’ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ’ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή. Το Άρθρο 27(3) προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ’ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης.
Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου κατά πρώτο λόγο την παράλειψη της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης να παρουσιάσει ως μάρτυρα τον ίδιο τον Κωνσταντινίδη. Ως φαίνεται από το τεκμήριο 9 το πρόσωπο αυτό είναι Δικηγόρος που ασκεί τα καθήκοντά του στη Λεμεσό και καμιά μαρτυρία δόθηκε ως προς τους λόγους που αυτός δεν ήταν δυνατόν να παρουσιαστεί ως μάρτυρας δεδομένου ότι φέρεται να είναι το πρόσωπο που συνέταξε αυτό το έγγραφο, κατόπιν οδηγιών της αποβιωσάσης και η οποία μάλιστα υπέγραψε στην παρουσία του στο γραφείο του. Αυτή η μαρτυρία κρίνεται ιδιαίτερα ουσιώδης για τα επίδικα θέματα της παρούσης, γεγονός, που σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη απουσία του κρίνω ότι προσκρούει στην υποχρέωση της παρουσίασης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας. Βεβαίως με βάση την νομολογία, και παραπέμπω στην ΛΕΥΚΟΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ (ανωτέρω), η απόφαση να μην δοθεί βαρύτητα σε εξ’ ακοής μαρτυρία στη βάση αποκλειστικά του κανόνα της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, κρίθηκε να αποτελεί σφάλμα. Επομένως πέραν του πιο πάνω παράγοντα συνυπολογίζω και εξετάζω καθηκόντως και άλλα στοιχεία με σκοπό να καταλήξω κατά πόσο δύναμαι να προσδώσω εν τέλει βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή.
Κατά πρώτο λόγο αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι οι φερόμενες αρχικές δηλώσεις του Κωνσταντινίδη έγιναν σε χρόνο πολύ απομακρυσμένο από την μεταφορά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και συγκεκριμένα κατά τον Σεπτέμβριο του 2014 δηλαδή 11 και πλέον χρόνια πριν την μεταφορά τους ενώπιον μου και επιπλέον ότι αυτές φέρεται να έγιναν στα πλαίσια μίας άλλης υπόθεσης με διαφορετικά επίδικα θέματα. Επιπλέον οι φερόμενες αυτές δηλώσεις δημιουργούν και εύλογα ερωτήματα και τα οποία με την αποδοχή της θα παραμείνουν αναπάντητα πλήττοντας έτσι την αξία τους και καθιστώντας τυχόν ευρήματα βασιζόμενα επ’ αυτών ακροσφαλή. Ειδικότερα αναφέρομαι στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ότι συνιστά γνήσια επικοινωνία της μάρτυρος με τον Κωνσταντινίδη. Παρεμβάλλω ότι η Μ.Υ.1 δεν αρνήθηκε ότι αυτή η αλληλογραφία ανταλλάχθηκε αλλά ισχυρίστηκε ότι περιήλθε παράνομα στην κατοχή της Μ.Ε.1. Συγκεκριμένα, στις 05.08.2012, η μάρτυρας αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα στον Κωνσταντινίδη ενημερώνοντας τον για την εισαγωγή της μητέρας της στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας την 01.08.12 και υποβάλλει ερώτημα ως προς το κατά πόσο θα επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή στη διαχείριση του πατέρα της, σε περίπτωση που η μητέρα της αποβιώσει, και εάν θα δύναται να προχωρήσει με τη φορολογία αλλά και την πρόσβαση στα περιουσιακά στοιχεία του. Την επόμενη μέρα, 06.08.12, ο Κωνσταντινίδης απαντά στα ερωτήματα της μάρτυρος αναφέροντας της ότι, η διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα της δεν θα επηρεαστεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε περίπτωση που κάτι συμβεί στη μητέρα της και θα προχωρήσει κανονικά. Περαιτέρω την ενημερώνει ότι στην περίπτωση του χείριστου σεναρίου, το μερίδιο της μητέρας της επί της περιουσίας του πατέρα της θα διαμοιραστεί σε ίσα μερίδια στην ίδια και στην αδελφή της και θα χρειαστεί διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας της. Στις 07.08.12, και χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση γραπτή επικοινωνία, ο Κωνσταντινίδης αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην μάρτυρα αναφέροντας της ότι μπορεί να βρει συνημμένο στο μήνυμα έντυπο αποποίησης (“waiver”) το οποίο πρέπει να υπογραφεί από τη μητέρα της και να νομιμοποιηθεί “by apostille” αναφέροντας παράλληλα τη βεβαιότητα του ότι ο δικηγόρος της γνωρίζει για αυτή την διαδικασία.
Η χρήση τώρα και η αναφορά σε ανάγκη πιστοποίησης του εγγράφου “by apostille” παραπέμπει στη χρήση της διεθνούς πιστοποίησης με βάση τη Σύμβαση της Χάγης Περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων ημερ. 05.10.61 και στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προσχωρήσει με τους Κυρωτικούς Νόμους 50/72 και τον τροποποιητικό 91/72. Με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης αλλά και της εγχώριας νομοθεσίας οποιοδήποτε έγγραφο της αλλοδαπής το οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη Δημοκρατία θα πρέπει να φέρει το προβλεπόμενο πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής από το κράτος το οποίο προέρχεται. Δηλαδή καθορίζονται λεπτομέρειες μέσω των οποίων ένα έγγραφο που εκδίδεται σε μία από τις συμβαλλόμενες χώρες μπορεί να πιστοποιηθεί για νομικούς σκοπούς στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη και αυτή η πιστοποίηση που καλείται ως «επισημείωση», στα αγγλικά καταγράφεται ως apostille και πρόκειται ουσιαστικά για διεθνή πιστοποίηση συμβολαιογραφικών εγγράφων. Το περιεχόμενο της επικοινωνίας του Κωνσταντινίδη δεν φαίνεται να συνάδει με την εκδοχή της μάρτυρος η οποία φέρει τον Κωνσταντινίδη να αποστέλλει 5 μήνες μετά την φερόμενη υπογραφή της επίδικης αποποίησης ως συνημμένο ανυπόγραφο το έντυπο με σκοπό αυτό να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο για κατάρτιση ίδιου εγγράφου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Άλλωστε καμία θέση ή σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε ότι τέτοιο έγγραφο με αυτό το περιεχόμενο δύναται να χρησιμοποιηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και ποιος είναι ο λόγος που εάν αυτό το έγγραφο θα χρησιμοποιείτο πράγματι στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και θα καταρτιζόταν, χρειαζόταν διεθνή πιστοποίηση υπό μορφή «apostille». Ερώτημα προκύπτει και από την αναφορά του Κωνσταντινίδη ότι σε περίπτωση θανάτου της μητέρας της το μερίδιο της τελευταίας από την περιουσία του πατέρα της θα διαμοιραζόταν εξ’ ίσου στις δύο αδελφές. Εάν ο Κωνσταντινίδης είχε ήδη κατά τον χρόνο αυτό στην κατοχή του το έγγραφο αποποίησης, όπως η μάρτυρας ισχυρίστηκε, για ποιο λόγο να αναφερθεί σε ίσα μερίδια. Αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσαν να απαντηθούν μόνο από τον Κωνσταντινίδη και ο οποίος δεν προσήλθε ως μάρτυρας χωρίς να τεθεί οιαδήποτε δικαιολογία πέραν της θέσεως της μάρτυρας ότι δεν προτίθεται να τον παρουσιάσει και θα προωθήσει η ίδια την υπεράσπιση της.
Ως εκ τούτου κρίνω ότι στη βάση των ανωτέρω που αφορούν την παράλειψη παρουσίασης του Κωνσταντινίδη, τα ερωτήματα σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, και του χρόνου που παρήλθε από τις φερόμενες αρχικές δηλώσεις του Κωνσταντινίδη, δηλαδή πέραν της δεκαετίας, ότι ουδεμία βαρύτητα δύναμαι να προσδώσω στην εξ’ ακοής μαρτυρία του τεκμηρίου 9.
Επανέρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της Μ.Υ.1 αναφέροντας ότι τα όσα ανωτέρω σημείωσα, ως απαντήσεις της στα εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν από το τεκμήριο 1, κρίνονται ως εκ των υστέρων σκέψεις που τέθηκαν με σκοπό να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι το έντυπο αποποίησης φέρεται να αποστάλθηκε σε αυτήν μόλις τον Αύγουστο του 2012 ενώ παρουσιάζεται να είχε υπογραφεί προγενέστερα δηλαδή το Μάρτιο. Καμία σαφή θέση τέθηκε που να μπορεί να δικαιολογήσει την απάντηση που φέρεται να έδωσε ο Κωνσταντινίδης ότι σε περίπτωση που η μητέρα της απεβίωνε τότε θα λάμβαναν ίσα μερίδια από το μερίδιο της μητέρας της επί της περιουσίας του πατέρα της. Εάν πράγματι η αποποίηση υπογράφηκε το Μάρτιο του 2012, ως ισχυρίστηκε, και μάλιστα με την εμπλοκή και εις γνώση του Κωνσταντινίδη για ποιο λόγο αυτός να αναφέρεται σε ίση διανομή του μεριδίου της μητέρας της στην περιουσία του πατέρα της, όπως σαφώς αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 06.08.12, δηλαδή, “… then the share of your mother (in the property of your father) will be divided to you and to your sister equally. …”.
Τέλος δεν μπορώ να παραβλέψω και την πλήρη ασάφεια και αοριστία των θέσεων της ως προς το που βρίσκεται το πρωτότυπο έγγραφο της αποποίησης αλλά και εάν αυτό κατατέθηκε στη διαχείριση και εάν έγινε αποδεκτό. Η θέση της από την μια ήταν ότι αυτό παρέμεινε στην κατοχή του δικηγόρου σε αντίθεση με την θέση που της υποβλήθηκε ότι ο τελευταίος, ενόρκως ανέφερε, ότι του το έδωσε η ίδια, θέση και την οποία δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς ούτε φρόντισε με την κατάλληλη μαρτυρία του Κωνσταντινίδη να ανατρέψει.
Η μαρτυρία της επί άλλων θεμάτων:
Επιπλέον των ανωτέρω, που κρίνω ότι πλήττουν κατ’ ουσία την αξιοπιστίας της μάρτυρος επί των επίδικων θεμάτων και δη τις συνθήκες και χρόνος κατάρτισης του εγγράφου αλλά και την συμβολή της ίδιας στην υπογραφή, και οι λοιπές της αναφορές σε άλλα ζητήματα ομοίως κρίνονται ασαφείς και αόριστες αλλά και αντιφατικές. Επεξηγώ την κατάληξη μου:
- Η θέση της Μ.Υ.1 ήταν ότι η μητέρα της την κατέστησε γενικό πληρεξούσιο της στις 19.03.12 δυνάμει του τεκμηρίου 7. Αυτό με βάση τη μαρτυρία της το έλαβε η αποβιώσασα από το Κτηματολόγιο στο οποίο μετέβηκε καθότι εμπιστευόταν τη μάρτυρα και επιθυμούσε να την καταστήσει πληρεξούσιο της. Καμία εξήγηση δόθηκε ως προς τον λόγο που η μητέρα της μετέβηκε στο Κτηματολόγιο και πως σε αυτή την υπηρεσία έλαβε πληρεξούσιο αλλά και γιατί αυτό δεν ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο της όπως ισχυρίστηκε η μάρτυρας ότι ετοιμάστηκε και η αποποίηση περίπου 10 ημέρες μετά.
- Επιπλέον καμία εξήγηση δόθηκε ως προς την αναγκαιότητα να μεταβεί η μητέρα της στην τράπεζα μαζί με την ίδια και την αδελφή της κατά την 27.3.12 εφόσον σύμφωνα με την εκδοχή της από τις 19.03.12 είχε καταστεί γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Η ενέργεια της αυτή σε συνδυασμό με τις ασαφείς απαντήσεις της στα εύλογα ερωτήματα ως προς την αναγκαιότητα αυτή εντείνουν τις αμφιβολίες ως προς τα κίνητρα της να αποκρύψει από την αδελφή της τις ισχυριζόμενες αποφάσεις της μητέρας της και ειδικότερα την ύπαρξη πληρεξουσίου. Ειδικότερα ενώ ερωτήθηκε για ποιο λόγο χρειάστηκε να μεταβεί με την μητέρα της εφόσον ήταν πληρεξούσιος απάντησε ότι χρειαζόταν να προσθέσει το όνομα της στους λογαριασμούς χωρίς καμία άλλη επεξήγηση ή σαφή θέση ως προς τις ακριβείς ενέργειες της και γιατί δεν ενήργησε για προσθήκη του ονόματος της με τη χρήση του τεκμηρίου 7.
- Ομοίως εύλογες αμφιβολίες για την αξιοπιστία της και ειδικότερα για τα όσα ανέφερε για τις σχέσεις της μητέρας της με την αδελφή της προκύπτουν και από το γεγονός ότι φέρει τη μητέρα της να είναι θυμωμένη με την αδελφή της, λόγω ενεργειών της τελευταίας που παρέμειναν και σε κάθε περίπτωση ασαφείς και αόριστες σαν αναφορές, και για τις οποίες στις 13.03.12 ισχυρίζεται ότι υπέβαλε παράπονο μέσω του τεκμηρίου 12 προς την τράπεζα. Παράλληλα με την καταγγελία όμως και τις αναφορές φέρει την μητέρα της να μεταβαίνει στις 19.03.12 μαζί και με αμφότερες τις θυγατέρες της στην τράπεζα, σε χρόνο που κατά την ίδια οι σχέσεις μητέρας - αδελφής της δεν ήταν καλές με σκοπό να προστεθούν τα ονόματα και των δύο αδελφών στον λογαριασμό, στοιχείο που ενισχύει τη θέση της Μ.Ε.1 για την πραγματική βούληση της μητέρας τους να λάβουν ίσα μερίδια από την περιουσία.
- Περαιτέρω, οι ενέργειες της, ως από την ίδια αναφέρθηκαν, σε χρόνους μετά την ισχυριζόμενη υπογραφή της αποποίησης δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της και πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω παραπέμπω και στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5. Σύμφωνα με αυτήν την επικοινωνία ημερ. 15.05.12, ήτοι σε χρόνο μετά την ισχυριζόμενη υπογραφή της αποποίησης, σύμφωνα με την μάρτυρα, γίνεται αναφορά σε μεταβίβαση των οχημάτων του πατέρα τους επ’ ονόματι της μητέρας τους, σύμφωνα και με την διαθήκη του πρώτου, χωρίς καμία αναφορά στην αποποίηση του μεριδίου της μητέρα της. Ομοίως η μητέρα της φάνηκε να λαμβάνει ενοίκια από περιουσία του συζύγου της στην Κύπρο σύμφωνα με το τεκμήριο 4 τόσο πριν την ημερομηνία της φερόμενης αποποίησης όσο και μετά. Εάν οι σχέσεις μητέρας και εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ήταν ως η Μ.Υ.1 τις περιέγραψε και η μητέρα της πράγματι αποποιήθηκε το μερίδιο της στην περιουσία του συζύγου της προς όφελος της ίδιας για ποιο λόγο αυτό να μην αναφερθεί στην Μ.Ε.1 αλλά αντίθετα να προωθείται η διαδικασία ωσάν η μητέρα να έχει ακόμα δικαιώματα στην περιουσία.
- Σε ότι αφορά τώρα την πνευματική κατάσταση της μητέρας της. Επέμεινε ότι η μητέρα της έλαβε την απόφαση για την αποποίηση έχοντας πλήρη επίγνωση των όσων υπέγραφε και χωρίς να βρίσκεται υπό καθεστώς πίεσης ή άλλης αθέμιτης επιρροής. Άλλωστε για τη θέση της αυτή παρέπεμψε και στην εξ’ ακοής μαρτυρία του Κωνσταντινίδη. Παρά όμως τα όσα ανέφερε καταρχήν για τα παράπονα και προβλήματα που η μητέρα της είχε με την αδελφή της στο τεκμήριο 12 παρουσιάζεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ειδικότερα στην επιστολή αυτή ημερ. 13.03.12 φαίνεται η μητέρα της να έδωσε εντολή να προστεθεί η αδελφή της, Μ.Ε.1, σε λογαριασμό καθότι σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται, η αναφορά ενός υπαλλήλου της τράπεζας στην μητέρα της ότι η Μ.Υ.1 με μια κάρτα δύναται να προβεί σε ανάληψη όλων των χρημάτων την αναστάτωσε («Having discussed with my mother we agreed it was best to add my sister to the account after Mr Tsingis had distressed my mother by telling her on a visit to the bank for a debit card for the current account, that if she was to die tonight Niki Christodoulides would take all the money»). Μάλιστα ενώ φέρει την μητέρα της να επιθυμεί να προσθέσει την αδελφή της υποβάλλει παράπονο ότι η μητέρα της μετέβηκε στην τράπεζα με την Μ.Ε.1 και πλέον ως υπογράφουσες στον λογαριασμό ήταν αποκλειστικά τα δύο αυτά πρόσωπα. Αυτές οι αναφορές καταρχήν δεικνύουν ότι κατά την 13.03.12 οι σχέσεις της μητέρας της με την αδελφή της δεν ήταν τις περιγράφει. Κατά δεύτερο και πλέον όμως ουσιώδες είναι ότι η ίδια αποδίδει στην αδελφή της ότι παραπλάνησε τη μητέρα τους η οποία βρισκόταν στα πρόθυρα κατάρρευσης και επιθυμούσε την αφαίρεση της αδελφής της ως συμμετέχουσας στους λογαριασμούς. Όλα αυτά όμως συνολικά ιδωμένα και σε χρόνο πλησίον και γύρω, τόσο πριν όσο και μετά την φερόμενη ημερομηνία αποποίησης, δεν παρουσιάζουν μια σαφή εικόνα τόσο για τις επιθυμίες της μητέρας της όσο και για την πνευματική της κατάσταση και σχέσεις με αμφότερες τις διαδίκους, γεγονός που εντείνει τις αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα της αποποίησης.
Στη βάση επομένως της πιο πάνω αξιολόγησης και έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 καταλήγω ότι αυτή δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ούτε ως προς τις δικές της ενέργειες αλλά ούτε και ως προς τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε και υπογράφηκε η επίδικη αποποίηση. Η μαρτυρία της απορρίπτεται.
Ευρήματα:
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω ότι τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως:
Η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και εναγόμενη είναι αδελφές και θυγατέρες των Παναγιώτη Ιακώβου που απεβίωσε την 27.09.11 και της Αγνής Ιακώβου που απεβίωσε την 09.08.12.
Κατά τον χρόνο θανάτου του Παναγιώτη Ιακώβου κληρονόμοι του ήταν οι διάδικοι και η μητέρα τους ενώ υπήρχαν και άλλα φυσικά πρόσωπα κληροδόχοι με βάση διαθήκη.
Την 28.03.2012 υποβλήθηκε αίτηση στο Ε.Δ. Λεμεσού από το δικηγορικό γραφείο Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε εκ μέρους της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης για την παραχώρηση προς την τελευταία εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της. Με βάση την ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνόδευε την αίτηση ο αποβιώσας πατέρας τους απεβίωσε άνευ διαθήκης. Τη συγκατάθεση για τον διορισμό της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης ως διαχειρίστριας υπέγραψε η μητέρα της, Αγνή Ιακώβου. Η κληρονόμος αδελφή της, εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, δεν υπέγραψε την εν λόγω συγκατάθεση και δεν γνώριζε κατά τον χρόνο αυτό ότι υποβλήθηκε αίτηση.
Σε μεταγενέστερο χρόνο αποτελεί κοινό έδαφος ότι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Παναγιώτη Ιακώβου διορίστηκαν οι δικηγόροι Γιάννης Κωνσταντινίδης και Γιώργος Παπαντωνίου.
Την 19.03.2012 η μητέρα των διαδίκων φέρεται να κατέστησε την εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της (τεκμήριο 7). Παρά το εν λόγω πληρεξούσιο στις 27.03.2012 η αποβιώσασα μετέβηκε στην τράπεζα συνοδευόμενη από αμφότερες τις θυγατέρες της για τη διενέργεια πράξεων. Η εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη δεν αποκάλυψε στην ενάγουσα κατά το χρόνο αυτό την ύπαρξη του πληρεξουσίου.
Σε άγνωστο χρόνο αλλά και μετά τον θάνατο του πατέρα τους οι διάδικοι φαίνεται να είχαν διαφορές μεταξύ των σε ότι αφορά την διαχείριση της περιουσίας του πατέρα τους και χωρίς να δύναται μέσα από την μαρτυρία να προκύψει εύρημα ως προς την στάση της μητέρας τους κατά τον χρόνο αυτό. Ειδικότερα κατά τις 13.03.2012 η εναγόμενη με την ανταπαίτηση, η οποία φέρεται να είχε λογαριασμό μαζί με τη μητέρα της, υποβάλλει με βάση το τεκμήριο 12 γραπτό παράπονο στην Τράπεζα Κύπρου σύμφωνα με το οποίο υπάλληλος της τράπεζας φέρεται να ανέφερε στην μητέρα της ότι εάν αυτή απεβίωνε η εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη θα μπορούσε με τη χρήση κάρτας να ανασύρει χρήματα από το λογαριασμό αυτό. Με βάση τις αναφορές της ίδιας στο τεκμήριο 12 αυτό προκάλεσε άγχος στη μητέρα της με αποτέλεσμα να κλαίει και να εκφράζει επιθυμία να προστεθεί στον εν λόγω λογαριασμό και η αδελφή της εξ ανταπαιτήσεώς ενάγουσα. Παρά το εν λόγω αίτημα, σύμφωνα πάντα με την εναγόμενη, φάνηκε ότι προστέθηκε η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και αφαιρέθηκε η ίδια και στην παρουσία της μητέρας της απέσυραν και χρήματα ισχυριζόμενη ότι η μητέρα της δεν είχε αντιληφθεί αυτή τη διαδικασία και ειδικότερα ότι δεν είχαν προστεθεί αμφότερες οι θυγατέρες. Η εξέλιξη εξέτασης αυτού του παραπόνου δεν έχει προκύψει μέσα από την μαρτυρία.
Κατά την περίοδο που μεσολάβησε, του θανάτου του πατέρα τους και του θανάτου της μητέρας τους, και χωρίς στο χρονικό αυτό διάστημα να έχει γίνει οποιαδήποτε συζήτηση ή αναφορά σε αποποίηση του μεριδίου της μητέρας τους επί της περιουσίας του πατέρα τους προς όφελος της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης, οι διάδικοι έχουν επικοινωνία όπως φαίνεται και στο τεκμήριο 5, για διάφορα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν μεταξύ άλλων την διαχείριση της περιουσίας του πατέρα τους στην Αγγλία. Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτει ότι στις 15.05.12 γίνεται αναφορά στη μεταβίβαση οχημάτων επ’ ονόματι της μητέρας τους σύμφωνα με την διαθήκη του πατέρα τους αλλά και σε μεταβίβαση του συνολικού τους μεριδίου στα ονόματά τους. Τον Ιούλιο του 2012 με βάση το ίδιο τεκμήριο η μητέρα τους ζητά από τις αρμόδιες αρχές εγγραφή των δύο οχημάτων του αποβιώσαντα συζύγου της επ’ ονόματι της. Τα στοιχεία αυτά δεικνύουν τη πρόθεση της μητέρας των διαδίκων να λάβει μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντα συζύγου της.
Κατά την 01.08.2012 η Αγνή Ιακώβου εισήχθη και νοσηλεύτηκε σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στην Αγγλία και απεβίωσε την 09.08.2012. Η εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη κατά την 05.08.12 απέστειλε στον δικηγόρο της Κωνσταντινίδη ηλεκτρονικό μήνυμα (δέσμη επικοινωνίας - τεκμήριο 1) με το με το οποίο τον ενημέρωνε για την εισαγωγή της μητέρας της στη ΜΕΘ και ζητούσε να ενημερωθεί κατά πόσο σε περίπτωση θανάτου της μητέρας της θα επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με την διαχείριση της περιουσίας του πατέρα της και εάν θα μπορεί να προχωρήσει με την φορολογία και να έχει πρόσβαση στα περιουσιακά του στοιχεία. Στις 06.08.12 ο δικηγόρος απαντά στην εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη ότι δεν θα επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή ή επηρεασμός της διαχείρισης και ότι σε περίπτωση που αποβιώσει η μητέρα της το μερίδιο της τελευταίας επί της περιουσίας του πατέρα της θα διαμοιραστεί σε ίσα μερίδια στην ίδια και στην αδελφή της στα πλαίσια διαχείρισης και η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα. Στις 07.08.12 και περί ώρα 13:31 ο Κωνσταντινίδης αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη με το οποίο την ενημερώνει ότι μπορεί να βρει συνημμένο έγγραφο αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος το οποίο θα πρέπει να υπογραφεί από τη μητέρα της και να τύχει διεθνούς πιστοποίησης (“apostille”). Το συνημμένο σε αυτή την επικοινωνία έγγραφο είναι ανυπόγραφο αντίγραφο των τεκμηρίων 3 και 10. Με βάση το εν λόγω έγγραφο ως παρουσιάστηκε στα τεκμήρια 3 και 10 η μητέρα των διαδίκων φέρεται κατά τις 28.03.12 να υπέγραψε αποποίηση του κληρονομικού δικαιώματος το οποίο πηγάζει από το θάνατο του αποβιώσαντα συζύγου της προς όφελος της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης. Για το εν λόγω έγγραφο καμία αναφορά έγινε σε οποιοδήποτε στάδιο από την εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη προς την αδερφή της παρά το ότι γίνονταν συζητήσεις όπως αυτές του τεκμηρίου 5 για το διαμοιρασμό της περιουσίας ακόμα και στην περίπτωση θανάτου της μητέρα τους. Το εν λόγω έγγραφο επίσης δεν έχει προκύψει ως εύρημα εάν κατατέθηκε στη διαχείριση του πατέρα τους αλλά και που βρίσκεται σήμερα το πρωτότυπο.
Σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο φαίνεται οι διαφορές των διαδίκων να έχουν οξυνθεί όπως και οι σχέσεις τους αυτές ενεπλάκησαν σε δικαστικές διαδικασίες στην Αγγλία με αντικείμενο τη διαθήκη που η μητέρα τους φέρεται να κατάρτισε στις 07.08.12, ήτοι 2 ημέρες πριν τον θάνατο της αλλά και την ίδια ημερομηνία που ο Κωνσταντινίδης απέστειλε το έγγραφο αποποίησης προς την εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενη με οδηγίες να υπογραφεί και λάβει διεθνή πιστοποίηση. Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο η εν λόγω διαθήκη κρίθηκε άκυρη και μη παράγουσα έννομα αποτελέσματα για λόγους που αφορούν την εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη. Αίτημα της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης για να εφεσιβάλει την εν λόγω απόφαση φαίνεται με βάση το τεκμήριο 6 να απορρίφθηκε.
Με βάση την αποποίηση ως καταγράφεται στο τεκμήριο 3 η μόνη επωφελούμενη από αυτήν είναι η Μ.Υ.1 και η οποία θα λάμβανε το κληρονομικό μερίδιο της μητέρας της επί της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους. Σε άγνωστο χρόνο αλλά καθ’ όν η Μ.Υ.1 ήταν διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα τους, απέσυρε από λογαριασμούς χρήματα και τα οποία διένειμε κατά τα 2/3 στην ίδια και κατά το 1/3 στην Μ.Ε.1 επικαλούμενη την επίδικη αποποίηση.
Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο δεν κατέστη δυνατόν να καταλήξει με βάση την ενώπιον του αποδεκτή μαρτυρία σε ασφαλή και σαφή ευρήματα ως προς τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε το επίδικο έγγραφο αποποίησης κληρονομικού μεριδίου. Εύρημα όμως αποτελεί ότι το τεκμήριο 3 αποστάλθηκε στην εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη με οδηγίες όπως υπογραφεί από την μητέρα της και λάβει διεθνή πιστοποίηση στις 07.08.2012, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της φερόμενης επ’ αυτού ημερομηνίας υπογραφής του.
Νομική Πτυχή:
Η ανταπαίτηση που αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αγωγής εδράζεται επί δύο πτυχών. Η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα αξιώνει την κήρυξη της επίδικης αποποίησης κληρονομιάς ως άκυρης τόσο στη βάση των αστικών αδικημάτων του δόλου και της απάτης όσο και στη βάση του ότι αυτή εκ του νόμου δεν δύναται να κριθεί έγκυρη και αποδεκτή λόγω του ότι καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού νόμου.
Σε ότι αφορά τα αδικήματα του δόλου και της απάτης.
Το αστικό αδίκημα της απάτης, προνοείται στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:
Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του Ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενήργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:
Νοείται περαιτέρω ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο.»
Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14th edition, παρ. 1640 αναφέρεται ότι:
«In order to give a cause of action in deceit not only must the statement complained of be untrue to the defendant's knowledge, it must be made with intent to deceive the plaintiff, with intent, that is to say, that it shall be acted upon by him».
Ομοίως αποδίδεται στην εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενη δόλος και προς τούτο παρατίθενται στο δικόγραφο της ανταπαίτησης σχετικές λεπτομέρειες. Με βάση τις αρχές της νομολογίας είναι αρκετό αν αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες δόλου και παραπέμπω σχετικά στην Kakoullou and Another v. Kakoullou (1987) 1 C.L.R. 547, 552. Κάθε πράξη ή έγγραφο το οποίο είναι αποτέλεσμα ή προϊόν δόλου ακυρώνεται σε περίπτωση που θα αποδειχθεί η ύπαρξη δόλου.
Αναφορικά με την έννοια και τρόπο απόδειξης του δόλου σχετικά είναι τα αναφερθέντα στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ (2004) 1 (Β) Α.Α.Δ. 992, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το δόλο:
«Το τρίτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα όσα έχει αποδείξει η εφεσείουσα συνιστούν δόλο. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο».»
Τα όσα αναφέρθηκαν στην Ιακώβου ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και στην Τσιάρτας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α. (2010) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1523 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου».
Στην προκειμένη τώρα περίπτωση και εξετάζοντας τα σχετικά ευρήματα αλλά και τις λεπτομέρειες που δικογραφούνται στην ανταπαίτηση κρίνω ότι η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει μέρος αυτών. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου τα κάτωθι που αφορούν τις ενέργειες της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης:
- Στις 13.03.12 αποδίδει με γραπτό της παράπονο προς την τράπεζα στην αδελφή της ενέργειες που αφορούν την απόσπαση χρημάτων από λογαριασμό της μητέρας τους χωρίς η μητέρα της να έχει τεθεί οιαδήποτε μαρτυρία ότι υπέβαλε προσωπικά οιοδήποτε παράπονο ή άλλη μαρτυρία που να δεικνύει ότι έλαβε χώρα τέτοια πράξη οικειοποίησης χρημάτων από την Μ.Ε.1.
- Την 19.03.12 λαμβάνει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο κάτω από συνθήκες που δεν διαφάνηκαν παρά ταύτα και ενώ μπορεί να ενεργήσει πάσα πράξη εκ μέρους της μητέρας της μεταβαίνει στις 27.03.12 με την μητέρα της και την αδελφή της στην τράπεζα με σκοπό την προσθήκη και του δικού της ονόματος ως δικαιούχου ή συνυπογράφουσας σε λογαριασμό αποκρύπτοντας την ιδιότητα της ως γενικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου της μητέρας της.
- Την 28.03.12 προβαίνει σε αίτηση για παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα της χωρίς να ενημερώσει την αδελφή της και χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση αυτής ενώ ορκίζεται ως προς την απουσία διαθήκης που τελικά ο πατέρας της φάνηκε να είχε καταρτίσει στην Αγγλία και που κατά παραδοχή της είχε στην κατοχή της σε αντίγραφο από τον Οκτώβριο του 2011. Ενώ ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αποποίησης υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία αυτό δεν φάνηκε να καταχωρήθηκε στην διαχείριση κατά τον χρόνο υπογραφής του ή και εάν εν τέλει κατατέθηκε σε οιοδήποτε χρόνο μεταγενέστερα.
- Περί τον Μάιο του 2012 κατόπιν συνεννόησης με την αδελφή της, και ενώ είχε στην κατοχή της και εις γνώση της την αποποίηση της μητέρας της, προβαίνει σε διαδικασίες μεταβίβασης των οχημάτων του πατέρα της επ’ ονόματι της μητέρας της ενώ η τελευταία με βάση την ίδια είχε ήδη αποποιηθεί το μερίδιο της.
- Παράλληλα η μητέρα της σε χρόνους μετά την ισχυριζόμενη αποποίηση λαμβάνει χρήματα από ενοίκια που ανήκαν στην περιουσία του συζύγου της.
- Στις 05.08.12 και αφού η μητέρα της βρισκόταν στην ΜΕΘ ζητά να ενημερωθεί για ενδεχόμενο επηρεασμό της διαχείρισης του πατέρα της σε περίπτωση θανάτου της πρώτης και λαμβάνει νομική συμβουλή περί του ότι σε μια τέτοια περίπτωση το μερίδιο της μητέρας της επί της περιουσίας του πατέρα τους θα διανεμηθεί στην ίδια και την αδελφή της σε ίσα μερίδια. Ταυτόχρονα στα πλαίσια της ίδιας επικοινωνίας λαμβάνει συνημμένο το έντυπο αποποίησης με οδηγίες όπως υπογραφεί από την μητέρα της και πιστοποιηθεί με διεθνή πιστοποίηση.
Όλα τα πιο πάνω για τα οποία η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα παρουσίασε σχετική έγγραφη μαρτυρία δεικνύουν ότι η αποποίηση ως παρουσιάστηκε δεν αποτελεί έγγραφο που μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι περιλαμβάνει τη γνήσια και αληθινή βούληση της αποβιώσασας Αγνής Ιακώβου ή ότι αυτό καταρτίστηκε υπό τις συνθήκες που η ίδια περιέγραψε και με σαφείς οδηγίες της αποβιώσασας.
Πέραν των ανωτέρω και ειδικότερα σε ότι αφορά τη βούληση της αποβιώσασας λαμβάνω υπόψη μου ότι καμία μαρτυρία τέθηκε ότι αυτή υπέβαλε σε οιοδήποτε στάδιο οιοδήποτε παράπονο, πέραν των όσων η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε να υπέβαλε εκ μέρους της, εναντίον της εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ενώ επιπλέον φάνηκε να επιθυμούσε όπως και το δικό της όνομα περιλαμβανόταν σε λογαριασμό σε τράπεζα μαζί με την άλλη θυγατέρα της.
Επιπλέον δεν παραβλέπω ότι το σύνολο των ενεργειών της Μ.Υ.1, ως χρονολογικά ανωτέρω καταγράφηκαν, δεικνύουν ότι η ίδια παρά την ισχυριζόμενη κατοχή του επίδικου εγγράφου, ουδέποτε αποκάλυψε αυτό στην αδελφή της, κατά τον χρόνο που η μητέρα της βρισκόταν εν ζωή, και αντίθετα ενεργούσε αντίθετα με το ισχυριζόμενο περιεχόμενο, εφόσον η ίδια προχώρησε στην εγγραφή οχημάτων του πατέρα της επ’ ονόματι της μητέρας της αλλά και δεν αντέδρασε στην καταβολή ενοικίων από την περιουσία προς την ίδια. Τα γεγονότα αυτά κρίνω ότι δεικνύουν ότι η μητέρα της δεν είχε πρόθεση αποποίησης του μεριδίου της. Ακόμα όμως και εάν ήθελε κριθεί ότι το επίδικο έγγραφο πράγματι υπογράφηκε στις 28.03.12 οι ενέργειες της Μ.Υ.1 να αποκρύπτει αυτό ενεργώντας αντίθετα με το περιεχόμενο του, ενισχύουν τις αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του και ακριβώς ο όλος τρόπος δράσης της ενισχύει την εμπλοκή της στη σύνταξη του που σε κάθε περίπτωση είχε ως επωφελούμενο πρόσωπο μόνο την ίδια.
Τα πιο πάνω αποδεικνύουν τις λεπτομέρειες δόλου που η Μ.Ε.1 δικογραφεί.
Σε ότι αφορά τώρα τον Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (ΚΕΦ.189).
Αποτελεί θέση της εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ότι η επίδικη αποποίηση δεν πληροί τις πρόνοιες του άρθρου 51 και ως τέτοια είναι άκυρη.
Το άρθρο 51 έχει ως ακολούθως:
«51.-(1) Όταν περιέρχεται και επάγεται κληρovoμιά σε κληρovόμo δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, o κληρovόμoς αυτός δύναται να απoπoιηθεί ανεπιφύλακτα την κληρovoμιά oπoτεδήπoτε εντός τριών μηvώv από τότε που για πρώτη φορά περιήλθε σε γνώση του o θάvατoς του απoθαvόvτoς και το γεγovός ότι είναι κληρovόμoς του εν λόγω απoθαvόvτoς.
(2) Απoπoίηση δυνάμει του άρθρου αυτού δύναται να διενεργηθεί με την καταχώριση στο πρωτoκoλλητείo του Δικαστηρίου δήλωσης σε τέτoιo τύπο ως ήθελε καθοριστεί με Διαδικαστικούς Καvovισμoύς.
(3) Οποιαδήποτε απoπoίηση που διενεργείται από κληρovόμo για να ματαιώσει τα δικαιώματα οποιουδήποτε από τους πιστωτές του δύναται να ακυρωθεί από το Δικαστήριο κατόπι αίτησης οποιουδήποτε πιστωτή και αφου αποδειχτεί o εν λόγω σκοπός.
(4) Κληρovόμoς o oπoίoς απoπoιήθηκε την κληρovoμιά δεν έχει καμιά ευθύνη για τα χρέη του απoθαvόvτoς ούτε πρoσπoρίζεται οποιοδήποτε όφελος από την κληρovoμιά του εν λόγω απoθαvόvτoς είτε εκ του vόμoυ είτε δυνάμει της διαθήκης του απoθαvόvτoς.
(5) Av απoθαvώv δεν αφήνει κατά το θάvατo του συγγενείς eν ζωή μέχρι και του έκτου βαθμού συγγένειας εκτός από κληρovόμo που απoπoιήθηκε την κληρovoμιά, αυτός θεωρείται ότι απέθανε χωρίς κληρovόμoυς, όπως πρovoείται στο εδάφιο (1) του άρθρου 47 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου.
(6) Ο Υπουργός Οικovoμικώv εκ μέρους της Δημοκρατίας δύναται να απoπoιηθεί δυνάμει του άρθρου αυτού οποιαδήποτε περιουσία η όποια επάγεται στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 47 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου.»
Προκύπτει επομένως ότι για να είναι έγκυρη και παράγουσα έννομα αποτελέσματα η αποποίηση κληρονομικού μεριδίου θα πρέπει πρώτιστα να γίνει σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο κληρονόμου, έναντι του κληρονομούμενου (51(1)) και αυτή να λάβει χώρα εντός 3 μηνών από τον θάνατο ή από τη ημερομηνία που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου και της ιδιότητας του ως κληρονόμος (51(1)).
Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Αγνή Ιακώβου, εν ζωή κατά το χρόνο θανάτου του Παναγιώτη Ιακώβου σύζυγος του, είχε την ιδιότητα του κληρονόμου της περιουσίας του αποβιώσαντα κληρονομούμενου και ο οποίος απεβίωσε την 27.09.11. Επιπλέον δεν αμφισβητήθηκε ότι η Αγνή Ιακώβου ως σύζυγος του και κληρονόμος του έλαβε γνώση του θανάτου την ίδια ημέρα που αυτός επεσυνέβη.
Το τεκμήριο 3 τώρα φέρει ημερομηνία υπογραφής την 28.03.2012, ήτοι 6 μήνες μετά τον θάνατο του Παναγιώτη Ιακώβου, ενώ επιπλέον αυτό περιλαμβάνει αποποίηση προς όφελος τρίτου προσώπου και εν προκειμένω της επίσης κληρονόμου θυγατέρας της Αγνής Ιακώβου και του αποβιώσαντα.
Το πρώτιστο που πρέπει να προκειμένω να εξεταστεί είναι κατά πόσο η επίδικη αποποίηση που φέρεται να υπογράφηκε την 28.03.12 είναι έγκυρη ενόψει της σύνταξης της σύμφωνα με το περιεχόμενο της 6 μήνες μετά τον θάνατο. Η πρόνοια του άρθρου 51 (1) είναι σαφής και τούτο επιβεβαιώνεται και νομολογιακά. Στην απόφαση Stavrinides v. The Republic of Cyprus through The Ministry of Finance And/or The Commissioner od Estate Duty, (1987) 3 CLR 1228, ημερ. 29.07.1987, κρίθηκε ότι το άρθρο 51 (1) τάσσει αποκλειστική προθεσμία 3 μηνών και η παράβαση της εν λόγω προθεσμίας συνιστά λόγο ακυρότητας του εγγράφου.
Επιπλέον και με βάση την ίδια απόφαση, και με αναφορά στο άρθρο 51, η αποποίηση πρέπει να τηρεί τον έγγραφο τύπο του κανονισμού 37 των Κανονισμών του 1955 που παραπέμπει στο έντυπο 18 του Παραρτήματος Α.
Ο τύπος 18 των Κανονισμών έχει ως ακολούθως:
|
Form 18. The Administration of Estates Rules, 1955. RENUNCIATION OF ESTATE – (Rule 37). |
|
In the District Court of ............................. Probate Jurisdiction. In the matter of ................... late of ........................., deceased. Whereas .................... late of ......................., deceased, died on the ............. day of ................., 19..........., at having at the time of his death his fixed place of abode at ................., within the jurisdiction of this Court; , And whereas I ...................... of .................................., am his lawful child/next of kin ; Now, I, the said ................................, do hereby expressly renounce my right to inherit from the said deceased. In witness whereof I have hereunto set my hand this ...................... day of ....................., 19......... (Signature) Signed in the presence of ........................ |
Επιπλέον καθορίζεται ότι η αποποίηση για να είναι έγκυρη θα πρέπει να είναι ανεπιφύλακτη, ήτοι άνευ οιονδήποτε όρων και προϋποθέσεων.
Εν προκειμένω το επίδικο έγγραφο παρά την αναφορά σε ανεπιφύλακτη αποποίηση γίνεται υπό προϋποθέσεις και ειδικότερα φέρεται η υπογράφουσα να αποποιήθηκε το κληρονομικό της δικαίωμα το οποίο πηγάζει από το θάνατο του αποβιώσαντα προς όφελος της θυγατέρας της Νίκης Ιακώβου. Η αποποίηση προς όφελος τρίτου συνιστά αποποίηση με επιφύλαξη και υπό όρους, γεγονός που καθιστά το έγγραφο άκυρο.
Συνεπακόλουθα και στη βάση των προνοιών του άρθρου 51 (1) το επίδικο έγγραφο δεν δύναται να κριθεί ότι παράγει έννομα αποτελέσματα και είναι έγκυρο τόσο καθότι αυτό φέρει ημερομηνία κατάρτισης σε χρόνο πέραν των 3 μηνών από τον θάνατο όσο και στη βάση του ότι περιλαμβάνει πρόθεση αποποίησης υπό όρους και συγκεκριμένα προς όφελος τρίτου.
Αποτελεί επομένως κατάληξη μου ότι η εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσα πέτυχε, στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξει την ανταπαίτησης της επί αμφότερων των πυλώνων επί των οποίων την προώθησε.
Το επίδικο έγγραφο αποποίησης καταλήγω ότι δεν συνιστά έγγραφο που περιλαμβάνει την γνήσια πρόθεση και βούληση της φερόμενης ως υπογράφουσας αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό δεν πληροί τις επιτακτικές πρόνοιες του άρθρου 51(1) ως προς τον χρόνο σύνταξης του και το περιεχόμενο.
Συνεπακόλουθα η ανταπαίτηση πετυχαίνει και εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της ανταπαίτησης.
Σε σχέση με τα έξοδα της ανταπαίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διάδικου, ήτοι υπέρ της εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Κατά τον υπολογισμό να ληφθεί υπόψη ότι τα έξοδα της απαίτησης επιδικάστηκαν υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας και ότι μέχρι το στάδιο της απόσυρσης της απαίτησης, απαίτηση και ανταπαίτηση είχαν κοινή δικονομική πορεία.
(Υπ.)........................................
Ε. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο