ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 102/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Γυμναστικός Σύλλογος «ΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ»
Ενάγοντα
και
1. ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
2. ARIS FC 1930 LTD
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης, ημερομηνίας 12/5/2026
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/8/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Ν. Λεωνίδα, για ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΦΛΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για ενάγοντα - καθ’ ου η αίτηση: κ. Κ. Πίττας, για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ενάγοντας, στις 3/2/2025 καταχώρησε την αγωγή του με έντυπο απαίτησης αρ. 4, ενώ στις 6/3/2025 καταχώρησε έκθεση απαίτησης. Τόσο με το έντυπο απαίτησης όσο και με την έκθεση απαίτησης αξιώνει τα ακόλουθα:
«(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία ημερ. 26/07/1983 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου Αρ. 1 (η «Συμφωνία ημερ. 26/07/1983») και η Συμφωνία ημερ. 17/09/2015 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου Αρ. 1 (η «Συμφωνία ημερ. 17/09/2015»), έχουν τερματισθεί αυτόματα και/ή έχουν τερματισθεί και/ή έχουν κηρυχθεί τερματισθείσες και/ή έπαψαν να ισχύουν κατά ή περί τις 12/09/2022 όταν οι Εναγόμενοι δήλωσαν ως έδρα της ποδοσφαιρικής τους ομάδας ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στάδιο άλλο από το Τσίρειο Στάδιο και/ή η ισχύ των ανωτέρω συμφωνιών ουδέποτε επεκτάθει και/ή ανανεώθηκε από τους διάδικους, και/ή
(Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος Αρ. 1 έχει παραβεί τους όρους της Συμφωνίας ημερ. 26/07/1983 και της Συμφωνίας ημερ. 17/09/2015 και ότι ο Ενάγοντας έχει νόμιμα και δικαιολογημένα τερματίσει την ισχύ αυτών, και/ή
(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον παραμερισμό της Συμφωνίας ημερ. 26/07/1983 και της Συμφωνίας ημερ. 17/09/2015 και/ή τερματισμό αυτών εξ’ υπαιτιότητας των Εναγόμενων, και/ή
(Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο με Αρ. Εγγραφής 1/360 του Φ/Σχ. 54/490301, Τμήμα 1, Τεμάχιο 342, της Ενορίας Πέτρος και Παύλος της Τοποθεσίας Καφκάλλα, της Λεμεσού (το ‘’Ακίνητο’’) και/ή στο μέρος του Ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το Βοηθητικό Γήπεδο ‘’Β’’, και σε όλες τις εγκαταστάσεις και/ή κτίρια και/ή λυόμενα και/ή αποθηκευτικούς χώρους που υφίστανται εντός και/ή πλησίον του Βοηθητικού Γηπέδου και/ή που αφορούν και σχετίζονται με το συγκεκριμένο Βοηθητικό Γήπεδο (συλλογικά το ‘’Βοηθητικό Γήπεδο’’), και/ή
(Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους αυτών να παραδώσουν στον Ενάγοντα απόλυτη κατοχή (absolute possession) του Βοηθητικού Γηπέδου εντός 30 ημερών από την έκδοση και επίδοση των διαταγμάτων που ήθελαν εκδοθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και/ή
(ΣΤ) Διηνεκές Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους αυτών από του να εισέρχονται και/ή να χρησιμοποιούν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο το Βοηθητικό Γήπεδο και/ή να μετακινήσουν και/ή να αφαιρέσουν χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα οποιαδήποτε αντικείμενα που έχουν τοποθετηθεί στο Βοηθητικό Γήπεδο και τα οποία αποτελούν μέρος και/ή αναπόσπαστο μέρος του Βοηθητικού Γηπέδου και/ή των εγκαταστάσεών του, και/ή
(Ζ) Αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων από κοινού και/ή κεχωρισμένως ύψους Ευρώ 285,000 που αντιπροσωπεύει την ζημιά που υπέστει ο Ενάγοντας από την απώλεια χρήσης του Βοηθητικού Γηπέδου από την ημερομηνία τερματισμού και/ή αυτόματης λήξης της Συμφωνίας ημερ. 26/07/1983 και της Συμφωνίας ημερ. 17/09/2015 ήτοι από τις 12/09/2022, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αγωγής, και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ένεκα παράνομης εισόδου και/ή ένεκα παράνομης επέμβασης, και/ή
(Η) Αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων από κοινού και/ή κεχωρισμένως ποσού Ευρώ 10,000 μηνιαίως που αντιπροσωπεύει την ζημιά που θα υποστεί ο Ενάγοντας από την απώλεια χρήσης του Βοηθητικού Γηπέδου από την ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, μέχρι την ημερομηνία παράδοσης στον Ενάγοντας της απόλυτης κατοχής (absolute possession) του Βοηθητικού Γηπέδου, και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ένεκα παράνομης εισόδου και/ή ένεκα παράνομης επέμβασης, και/ή
(Θ) …..
(Ι) …..
(ΙΑ) …..»
Ο ενάγοντας, στις 11/8/2025 καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων, ως η έκθεση απαίτησης.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και μετά από ακρόαση, με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερομηνίας 30/4/2026 εξέδωσα συνοπτική απόφαση εναντίον και των δυο εναγόμενων, ως οι παράγραφοι (Β), (Δ), (Ε) και (ΣΤ) της έκθεσης απαίτησης. Αναφορικά με τις παραγράφους (Ε) και (ΣΤ), ορίζοντας χρόνο συμμόρφωσης, τις 75 μέρες από την επίδοση του διατάγματος.
Οι εναγόμενοι, στις 12/5/2026 καταχώρησαν έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, καθώς και την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσής τους.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο πρόεδρος των εναγόμενων 1 και εκ των διευθυντών των εναγόμενων 2, Λύσανδρος Λυσάνδρου.
Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο πρόεδρό του, Κυριάκος Τσολάκης.
Και οι δυο ομνύοντες προέβησαν και σε συμπληρωματικές/απαντητικές ένορκες δηλώσεις.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»), αναμφίβολα, δικαιοδοτική της βάση αποτελεί το Μέρος 41.7, κατ’ αντιστοιχία της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Μέρος 41.7. προνοεί τα ακόλουθα:
«41.7. Αναστολή
(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.
(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.»
Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα συγκεφαλαιώνονται στην πρόσφατη υπόθεση Nicos G Siakolas Enterprises Limited v. Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. E172/2022, ημερ. 26/9/2023 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Συγκρίνοντας το λεκτικό αυτό με το λεκτικό της παλαιάς Δ.35 Θ.18 προκύπτει ότι είναι πανομοιότυπο με το πρώτο της μέρος, γεγονός που οδηγεί στο ότι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την μέχρι σήμερα Νομολογία επί του επίδικου ζητήματος. Το δε Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και τις αρχές που καθορίζονται στο Μέρος 1 των Νέων Κανονισμών και ειδικότερα τον πρωταρχικό σκοπό, ήτοι τον χειρισμό της υπόθεσης κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
Δυνατότητα αναστολής απόφασης ή διατάγματος παρέχεται μόνο εκεί όπου το διάταγμα επιδέχεται εκτέλεσης. Επίσης, αναστολή εκτέλεσης χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης και όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας (βλ. Re E.S. an Infant (1986) 1 C.L.R. 119, Korina Fotiou and Another v. Petrolina Ltd (1984) 1 C.L.R. 708, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera (1986) 1 C.L.R. 524, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1384, και Αντζολέττα Χατζηιωσήφ ν. Άννας Πετρίχου (1998) 1 Α.Α.Δ. 364).
Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην απόφαση Lord Jeans Ltd v. Orbit -Kazoulis Ltd, (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591, αφού έγινε αναφορά στην Δ.35 Θ. 18, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
"Οι προεκτάσεις της πιο πάνω Διαταγής εξετάστηκαν σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικο χαρακτήρα της μέχρι την ακύρωση ή τροποποίηση της από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 ΑΑΔ 1147,
«Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35, θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»"
Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ.1) (1994) 1 ΑΑΔ 287, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται έχοντας υπόψη ότι, (α) ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να αποστερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της επιτυχίας του, και, (β) το ένδικο μέσο της έφεσης, που ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να χάνει την αποτελεσματικότητα του.
(βλ. επίσης Παναγιώτης Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147, Πραξιτέλη Βογαζιανού ν. ΚΔ, (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591, Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, ETEK ν. Κ.Δ. (1999) 4(Α) Α.Α.Δ. 623).
Σύμφωνα με το Annual Practice 1958, σελ. 1697, το Δικαστήριο δεν συνηθίζει να αποστερεί από ένα επιτυχόντα διάδικο τους καρπούς της επιτυχίας του, από την άλλη όμως, έχει καθήκον να μεριμνήσει ώστε η όποια επιτυχία σε έφεση να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Αναφέρεται ρητά ότι, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης όπου οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν.»
Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Λυσάνδρου είναι οι εξής:
Η εκτέλεση της απόφασης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά σε βάρος των αιτητών, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Η άμεση παράδοση και αποστέρηση της χρήσης του γηπέδου στο οποίο αγωνίζεται και προπονείται η γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ θα δημιουργήσει συνθήκες αποδιοργάνωσης της λειτουργίας της ομάδας, στερώντας από αυτή το μοναδικό, ουσιαστικά χώρο διεξαγωγής των αγωνιστικών και προπονητικών της υποχρεώσεων. Η ομάδα θα βρεθεί εκτεθειμένη έναντι των αθλητικών και συμβατικών της υποχρεώσεων, χωρίς δυνατότητα άμεσης εξεύρεσης κατάλληλης εναλλακτικής έδρας, γεγονός που θα επηρεάσει άμεσα τη συμμετοχή της στις διοργανώσεις στις οποίες λαμβάνει μέρος καθώς και την εύρυθμη συνέχιση της αγωνιστικής της δραστηριότητας.
Περαιτέρω, η ζημιά που θα προκληθεί δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε οικονομικό επίπεδο, αλλά επεκτείνεται στην αγωνιστική, οργανωτική και θεσμική υπόσταση της ομάδας. Η γυναικεία ομάδα του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ συμμετέχει ενεργά σε επίσημες διοργανώσεις και αποτελεί φορέα προβολής του κυπριακού ποδοσφαίρου και του αθλητισμού της χώρας γενικότερα. Τυχόν εκτέλεση της απόφασης και απομάκρυνση της ομάδας από το γήπεδο θα επηρεάσει άμεσα την προετοιμασία, την αγωνιστική συνοχή και τη δυνατότητα αξιοπρεπούς εκπροσώπησης της χώρας σε ενδεχόμενες διεθνείς διοργανώσεις ή αγωνιστικές υποχρεώσεις, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το κύρος τόσο της ίδιας της ομάδας όσο και του κυπριακού γυναικείου ποδοσφαίρου εν γένει.
Πέραν των πιο πάνω, η εκτέλεση της επίδικης απόφασης πλήττει ευθέως τις αρχές προώθησης και στήριξης του γυναικείου αθλητισμού καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στο χώρο του αθλητισμού. Τυχόν αποστέρηση της έδρας και των προπονητικών εγκαταστάσεων της ομάδας θα συνιστά ουσιαστικά σοβαρό πλήγμα στις προσπάθειες ανάπτυξης και ενίσχυσης του γυναικείου ποδοσφαίρου στην Κύπρο.
Η εκτέλεση της απόφασης ενέχει σοβαρό και άμεσο κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας σε βάρος των αιτητών, καθότι θα δημιουργήσει μη αναστρέψιμα τετελεσμένα γεγονότα πριν από την οριστική εκδίκαση της έφεσης. Η αναγκαστική απομάκρυνση της γυναικείας ποδοσφαιρικής ομάδας του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ από το γήπεδο στο οποίο αγωνίζεται και προπονείται θα επιφέρει ουσιώδη αποδιοργάνωση της αγωνιστικής και διοικητικής της λειτουργίας με συνέπεια την αδυναμία ομαλής συνέχισης των αθλητικών της υποχρεώσεων εντός και εκτός Κύπρου.
Η μη συνέχιση επί καθημερινής βάσεως συντήρηση του χλοοτάπητα και των λοιπών εγκαταστάσεων θα αποφέρει ανεπανόρθωτη μη αναστρέψιμη ζημιά στο όλο βοηθητικό γήπεδο η οποία για να επαναφερθεί στην πρόταιρη κατάστασή της θα χρειαστεί χρόνο και θα καταστεί πέραν των €80.000.
Εξ όσων ο ενάγοντας αναφέρει τόσο στην απαίτησή του όσο και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρόθεσή του είναι η ενοικίαση σε τρίτους του επίδικου γηπέδου. Στην περίπτωση αυτή και αν ακόμη πετύχει η έφεση των εναγόμενων, αυτοί δε θα μπορούν να λάβουν κατοχή, το γήπεδο θα είναι ακατάλληλο για χρήση ως προπονητικό γήπεδο.
Ο ενάγοντας σε περίπτωση αναστολής της απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση δεν θα υποστεί καμιά ζημιά και σε περίπτωση που το Εφετείο επικυρώσει την απόφαση, θα πάρει στην κατοχή του το βοηθητικό γήπεδο.
Από τη νομική πληροφόρηση που έχουν λάβει οι αιτητές διατηρούν σοβαρές και βάσιμες προοπτικές επιτυχίας στην έφεση.
Σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή και η εκτέλεση της απόφασης προχωρήσει άμεσα, οι αιτητές θα έχουν ήδη υποστεί σημαντική και ανεπανόρθωτη υλική και οικονομική ζημιά, καθότι θα υποχρεωθούν να προβούν σε άμεση εξεύρεση νέων αθλητικών εγκαταστάσεων, μεταφορά υποδομών και αναδιοργάνωση της λειτουργίας τους υπό πιεστικά χρονικά και οικονομικά δεδομένα.
Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε όσα αντιτείνει ο ενάγοντας στις παραπάνω θέσεις των εναγόμενων καθώς και σε αυτά που αναφέρουν οι ομνύοντες στις απαντητικές/συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τους, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια - οι οποίοι καλύπτονται και από αριθμό λόγων ένστασης στην αίτηση -, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, δηλώνω ευθέως, ότι δεν είμαι διατεθειμένος να την ασκήσω υπέρ της αποδοχής της αίτησης.
Καταρχάς, ενώ από τα παραπάνω που αναφέρει ο κ. Λυσάνδρου είναι σαφές, ότι, οι κατ’ ισχυρισμό των εναγόμενων, επιπτώσεις στους ίδιους από την άμεση εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, συναρτώνται απόλυτα με τη σταθερή και επαναλαμβανόμενη θέση τους, ότι στο επίμαχο βοηθητικό γήπεδο αγωνίζεται και προπονείται η γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ, ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, στη γραπτή αγόρευσή του, δηλώνει ευθέως, και αυτός κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο, ότι στο συγκεκριμένο βοηθητικό γήπεδο, προπονείται η γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα των αιτητών.
Χωρίς να διαθέτει κανείς ειδικές γνώσεις επί του θέματος και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, είναι φανερό, πως είναι ένα πράγμα το να προπονείται σε ένα γήπεδο μια ποδοσφαιρική ομάδα και άλλο το να αγωνίζεται.
Η επί του προκειμένου, αντιφατική θέση των εναγόμενων, εξ αντικειμένου αποδυναμώνει την πειστικότητα της θέσης τους αναφορικά με τις επιπτώσεις στους ίδιους από την άμεση εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, γεγονός το οποίο, ασφαλώς επιδρά ανάλογα και στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας επί του υπό εξέταση αιτήματος.
Όμως, αυτή δεν είναι και η μόνη αντίφαση που εντοπίζω συναφώς με το ίδιο θέμα. Υπάρχει ακόμη μια και μάλιστα, ακόμη πιο σοβαρή.
Ο κ. Λυσάνδρου, στην παράγραφο 4 της παραπάνω ένορκης δήλωσής του ισχυρίζεται τα εξής:
Η εκτέλεση της επίδικης απόφασης, θα επιφέρει ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη ζημιά σε βάρος των αιτητών, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Συγκεκριμένα, η άμεση παράδοση και αποστέρηση της χρήσης του γηπέδου στο οποίο αγωνίζεται και προπονείται η γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ θα δημιουργήσει συνθήκες αποδιοργάνωσης της λειτουργίας της ομάδας, στερώντας από αυτή το μοναδικό, ουσιαστικά χώρο διεξαγωγής των αγωνιστικών και προπονητικών της υποχρεώσεων. Η ομάδα, προστίθεται, θα βρεθεί εκτεθειμένη έναντι των αθλητικών και συμβατικών της υποχρεώσεων, χωρίς δυνατότητα άμεσης εξεύρεσης κατάλληλης εναλλακτικής έδρας, γεγονός που θα επηρεάσει άμεσα τη συμμετοχή της στις διοργανώσεις στις οποίες λαμβάνει μέρος καθώς και την εύρυθμη συνέχιση της αγωνιστικής της δραστηριότητας.
Ωστόσο, στην παράγραφο 13 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρει τα εξής:
Σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή και η εκτέλεση της απόφασης προχωρήσει άμεσα, οι αιτητές θα έχουν ήδη υποστεί σημαντική και ανεπανόρθωτη υλική και οικονομική ζημιά, καθότι θα υποχρεωθούν να προβούν σε άμεση εξεύρεση νέων αθλητικών εγκαταστάσεων, μεταφορά υποδομών και αναδιοργάνωση της λειτουργίας τους υπό πιεστικά χρονικά και οικονομικά δεδομένα.
Δεδομένου ότι μέρος των αθλητικών εγκαταστάσεων, προφανώς είναι και το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, στο οποίο, κατά μια εκδοχή των εναγόμενων, η γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ, και προπονείται και αγωνίζεται, είναι φανερό, ότι οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης, από τη μια, ότι δεν έχουν τη δυνατότητα άμεσης εξεύρεσης κατάλληλης εναλλακτικής έδρας και από την άλλη, την ίδια ώρα, ότι θα υποχρεωθούν να προβούν σε άμεση εξεύρεση νέων αθλητικών εγκαταστάσεων που εξ υπακούει την ύπαρξης τέτοιας δυνατότητας.
Όμως για το ίδιο πάντοτε θέμα υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο το οποίο αισθάνομαι ότι οφείλω να αναδείξω.
Οι εναγόμενοι, οι οποίοι προσπαθούν να με πείσουν για τις επιπτώσεις στους ίδιους και τη γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα του ΑΡΗ ΛΕΜΕΣΟΥ από την άμεση εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, παραβλέπουν ότι στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος για άμεση εκτέλεση της απόφασης.
Οι εναγόμενοι παραβλέπουν ότι σε σχέση με τις πλέον δραστικές αξιώσεις του ενάγοντα για τις οποίες αυτός εξασφάλισε συνοπτική απόφαση, που είναι οι αξιώσεις των παραγράφων (Ε) (ΣΤ), ενώ με την πρώτη ζητούσε τη συμμόρφωση των εναγόμενων με το διάταγμα, εντός 30 ημερών από την επίδοσή του και με τη δεύτερη, ουσιαστικά, την άμεση συμμόρφωσή τους με το διάταγμα, με τη σειρά μου, εκδίδοντας τα δυο αυτά διατάγματα, ακριβώς, επειδή συνυπολόγισα τις όποιες επιπτώσεις συνεπάγεται η έκδοσή τους στους εναγόμενους, όρισα ως χρόνο συμμόρφωσής τους και με τα δυο αυτά διατάγματα, τις 75 μέρες από την επίδοσή τους.
Όμως, ο πλέον καθοριστικός λόγος για τον οποίο θεωρώ πως δεν μου παρέχεται δυνατότητα άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας, υπέρ της αποδοχής της αίτησης, είναι το βάσιμο του όγδοου λόγου ένστασης στην αίτηση, με τον οποίο υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι η έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης είναι παντελώς αβάσιμη και ανυπόστατη και δεν έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας.
Είναι γεγονός, ότι η εκκαλούμενη απόφαση έχει ως θεμελιακό υπόβαθρο, τη διαπίστωσή μου, ότι οι εναγόμενοι, χωρίς την άδεια η συγκατάθεση του ενάγοντα και χωρίς την άδεια των πολεοδομικών αρχών ανήγειραν παράνομα υποστατικά στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου (ήτοι σε τεμάχιο γης εμβαδού 495 τ.μ. που αποτελεί κανονικά εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται και το βοηθητικό γήπεδο) και ότι τα εν λόγω παράνομα υποστατικά συνιστούν μόνιμης μορφής παράνομη επέμβαση. Στη βάση της εν λόγω διαπίστωσης και μερικών ακόμη διαπιστώσεών μου, έκρινα ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης κατά παράβαση του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως επίσης, ότι οι παραπάνω ενέργειες των εναγόμενων συνιστούσαν παράβαση σύμβασης, που έδιδε στον ενάγοντα, νόμιμο δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης, το οποίο και άσκησε.
Με την ίδια απόφαση, επίσης έκρινα ότι συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, οι εναγόμενοι τόσο με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή τους όσο και με την ένστασή τους στην αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης συνοπτικής απόφασης, ουδέν αναφέρουν.
Το σχετικό - με τα παραπάνω - απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση ακολουθεί αυτούσιο:
«Υπεισέρχομαι τώρα στο δεύτερο λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες έχουν τερματιστεί. Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο πιο πάνω, αυτό συνέβη, επειδή και οι δυο εναγόμενοι, χωρίς την άδεια η συγκατάθεση του ΓΣΟ και χωρίς την άδεια των πολεοδομικών αρχών, έχουν ανεγείρει παράνομα υποστατικά στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου (ήτοι σε τεμάχιο γης εμβαδού 495 τ.μ. που αποτελεί κανονικά εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου) και τα εν λόγω παράνομα υποστατικά συνιστούν μόνιμης μορφής παράνομη επέμβαση.
Για σκοπούς στοιχειοθέτησης αυτού του λόγου, ο αντιπρόεδρος του ΓΣΟ, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρει τα εξής:
Ο ΓΣΟ, μέσω των δικηγόρων του, στις 20/7/2015 απέστειλε στον ΑΡΗ και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του, επιστολή, με την οποία τους ενημέρωνε - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Ότι ο ΑΡΗΣ παραβίασε την 1η επίμαχη συμφωνία με το να προβαίνει εκείνη την περίοδο σε παράνομη ανέγερση κτίσματος για στέγαση αποδυτηρίων, παραβιάζοντας τον όρο 8 της συμφωνίας. Πρόκειται για το τεκμ. 8 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ, η εν λόγω επιστολή και είναι γεγονός, ότι με αυτή, ο ΓΣΟ τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και για το συγκεκριμένο λόγο. Μετά τον τερματισμό της, ο ΑΡΗΣ συνέχισε να χρησιμοποιεί και να επεμβαίνει παράνομα στο βοηθητικό γήπεδο και συνέχιζε να ανεγείρει παράνομα εντός του χώρου του, υποστατικά και αποδυτήρια, χωρίς τη συγκατάθεση του ΓΣΟ και των πολεοδομικών αρχών.
Κατά ή περί τις 6/6/2016, ο ΑΡΗΣ συνήψε με το ΓΣΟ τη 2η επίμαχη συμφωνία έτσι ώστε ο ΑΡΗΣ να λάβει νέο δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου και να μη θεωρείται ότι επεμβαίνει παράνομα, ως επίσης και για να λάβει την συγκατάθεση του ΓΣΟ για ολοκλήρωση και νομιμοποίηση των υποστατικών και των αποδυτήριων που είχε ανεγείρει παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση του ΓΣΟ και των πολεοδομικών αρχών, εντός του βοηθητικού γηπέδου, αλλά και για να αποσύρει ο ΓΣΟ την ποινική υπόθεση που είχε καταχωρήσει εναντίον του ΑΡΗ και του τότε προέδρου του για τις εν λόγω παρανομίες. Σχετικές είναι οι δυο επιστολές του ΓΣΟ προς τον ΑΡΗ και τον πρόεδρο και γενικό γραμματέα του, ημερομηνίας 8/6/2016 και 14/7/2016 (βλ. τα τεκμ. 9 και 10 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ).
Πρόκειται για το τεκμ. 11 στην ίδια ένορκη δήλωση, η 2η επίμαχη συμφωνία και από το περιεχόμενό της προκύπτουν τα εξής:
Με το προοίμιο (υπό Η), ο ΑΡΗΣ αναγνωρίζει ευθέως ότι προχώρησε και ανήγειρε αποδυτήρια εντός του βοηθητικού γηπέδου, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση και/ή την έγκριση του ΓΣΟ και/ή χωρίς να εκπονήσει αρχιτεκτονικά σχέδια και/ή χωρίς να την υποβολή προς την αρμόδια αρχή, αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής και/ή άλλως πως. Με τον όρο 3 συμφωνήθηκε μεταξύ ΓΣΟ και ΑΡΗ ότι σε αντάλλαγμα της δήλωσης του ΑΡΗ και της αποδοχής από την Κ.Ο.Π., ως έδρας του ΑΡΗ το Τσίρειο Στάδιο, ο ΓΣΟ παραχωρεί στον ΑΡΗ άδεια χρήσης για τις προπονητικές του ανάγκες το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, με όρους, όπως φαίνονται στην 1η επίμαχη συμφωνία. Με την όρο 9, ο ΑΡΗΣ ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για τα αποδυτήρια, με σκοπό να τα υποβάλει προς την αρμόδια αρχή προς έκδοση άδειας οικοδομής. Με τον όρο 12 συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι σε περίπτωση που δε θα εξασφαλιζόταν άδεια οικοδομής για τα εν λόγω υποστατικά, ο ΑΡΗΣ θα υποχρεούτο να προβεί σε κατεδάφισή τους και σε περίπτωση παράλειψής του να συμμορφωθεί, ο ΓΣΟ θα είχε δικαίωμα, αφού του δώσει γραπτή ειδοποίηση 15 ημερών για κατεδάφιση των εν λόγω υποστατικών και δεν συμμορφωθεί, να τα κατεδάφιζε ο ίδιος και να αξίωνε από τον ΑΡΗ το ποσό που θα κατέβαλλε για το σκοπό αυτό. Τέλος, ο όρος 15 της ίδιας συμφωνίας προνοεί ότι παράβαση οποιουδήποτε όρου της θα παρέχει προς το αναίτιο μέρος το δικαίωμα ακύρωσής της και αξίωση νόμιμων αποζημιώσεων.
Ένεκα του ότι οι εναγόμενοι είχαν προχωρήσει και προχωρούσαν σε οικοδομικές εργασίες και στην ανέγερση παράνομων υποστατικών στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου, χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του ΓΣΟ και των αρμόδιων αρχών, κατά ή περί τις 22/3/2024, το δικηγορικό γραφείο VAKIS EROTOKRITOU LLC, απέστειλε εκ μέρους του ΓΣΟ, επιστολή στο Δήμαρχο Λεμεσού και το Δημοτικό Συμβούλιο με την οποία:
Τους κατάγγειλαν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση και άδεια του ΓΣΟ, προχώρησαν σε οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο, εντός του οποίου υφίσταται το Τσίρειο Στάδιο και τα βοηθητικά γήπεδα, και συγκεκριμένα, εντός του χώρου στον οποίο υφίσταται το βοηθητικό γήπεδο Β, καθώς επίσης και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο. Ακόμη κατάγγειλαν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα (trespasses) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του ΓΣΟ και τους κάλεσαν άμεσα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα εναντίον τους για τη διακοπή των εργασιών και την έκδοση ανάλογων δικαστικών διαταγμάτων. Μέχρι σήμερα, ο Δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού αμελούν να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με την εν λόγω καταγγελία.
Να πω απλώς, ότι πρόκειται για το τεκμ. 20 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ η εν λόγω επιστολή και ο τελευταίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 38 της ένορκης δήλωσής του παρουσιάζει ως τεκμ. 21, αντίγραφα φωτογραφιών που λήφθηκαν από το ΓΣΟ κατά ή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2024, οι οποίες αποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν και να επεμβαίνουν παράνομα στο βοηθητικού γήπεδο και ότι παράνομα έχουν ανεγείρει και ανεγείρουν υποστατικά, χωρίς την λήψη οποιασδήποτε σχετικής άδειας.
Κατά ή περί την 31/5/2024, οι νυν δικηγόροι του ΓΣΟ απέστειλαν στους εναγόμενους επιστολή με την οποία τους πληροφορούσαν - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Για το γεγονός ότι ο ΑΡΗΣ έχει αναγείρει παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια ούτε του ΓΣΟ αλλά ούτε και των πολεοδομικών αρχών, τα οποία ο ΓΣΟ έχει ήδη καταγγείλει στον δήμο Λεμεσού. Ότι ο ΓΣΟ τους καλούσε άμεσα και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 1/7/2024, να του επιστρέψουν την ελεύθερη κατοχή του βοηθητικού γηπέδου (ως και τα οποιαδήποτε υποστατικά και/ή εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί και/ή υφίστανται επί του ακινήτου στο οποίο εμπίπτει το βοηθητικό γήπεδο) και να παύσουν να χρησιμοποιούν αυτά. Ότι σε περίπτωση που δε συμμορφώνονταν με τα πιο πάνω, ο ΓΣΟ θα προχωρούσε με όλα τα αναγκαία διαβήματα εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς κανένα περιορισμό, διαβημάτων για ανάκτηση των εν λόγω εγκαταστάσεων, ως και διαβημάτων ώστε να τους απαγορεύεται η πρόσβαση στις εν λόγω εγκαταστάσεις.
Κατά ή περί την 5/6/2024, οι δικηγόροι του ΑΡΗ απέστειλαν απαντητική επιστολή στους δικηγόρους του ΓΣΟ με την οποία απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής.
Οι δικηγόροι του ΓΣΟ απάντησαν στην επιστολή αυτή με τη δική τους επιστολή, ημερομηνίας 26/8/2024. Με αυτή, μεταξύ άλλων, θέτουν σε προσοχή των συναδέλφων τους, το γεγονός ότι ο ΑΡΗΣ έχει αναγείρει παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια ούτε του ΓΣΟ αλλά ούτε και των πολεοδομικών αρχών, τα οποία ο ΓΣΟ έχει ήδη καταγγείλει στον δήμο Λεμεσού, κάτι που όπως αναφέρεται κατά λέξη «αποτελεί επιπλέον βάση τερματισμού του δικαιώματος χρήσης του βοηθητικού γηπέδου.»
Όπως αναφέρει ο αντιπρόεδρος του ενάγοντα στην παράγραφο 54 της ένορκης δήλωσής του, ο ΓΣΟ υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται τεράστιες απώλειες εισοδημάτων που αφορούν το δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, ένεκα της παράνομης επέμβασης του ΑΡΗ και της παράνομης χρήσης από αυτόν του βοηθητικού γηπέδου από τα τέλη του 2022 και μέχρι σήμερα, ως και ένεκα των παράνομων οικοδομήσεων που έχει ανεγείρει ο ΑΡΗΣ, χωρίς τις αναγκαίες άδειες και οι οποίες οικοδομές είναι μόνιμης μορφής.
Η επέμβαση επί του μέρους του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το βοηθητικό γήπεδο, ως και επί του πλησίον εσωτερικού οδικού δικτύου του ακινήτου είναι μόνιμου χαρακτήρα και έχει προκαλέσει ζημιές.
Στο σημείο αυτό να πω ότι σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης (τεκμ. 29 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ) το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο είναι τεμάχιο με υποστατικά, γνωστό ως ΑΡΗΣ, εμβαδού 8.241 τ,μ, πλέον 495 τ.μ. γη, η οποία αποτελούσε το εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου των ιδιοκτητών και καταλήφθηκε παράνομα από τον ΑΡΗ στο οποίο κατασκευάστηκαν υποστατικά.
Μέρος της παραγράφου 75 της ένορκης δήλωσης του αντιπροέδρου του ΓΣΟ, ακολουθεί αυτούσιο:
«Εξ όσο προσωπικά γνωρίζω και ως πληροφορούμαι από τον Πρόεδρο του Ενάγοντα κ. Κυριάκο Τσολάκη, ένεκα της παράνομης εισόδου και παράνομης επέμβασης (trespass) των Εναγομένων 1 και 2 επί του Ακινήτου και συγκεκριμένα επί του μέρους του Ακινήτου στο οποίο βρίσκεται και εμπίπτει το Βοηθητικό Γήπεδο ως και επί του εσωτερικού οδικού δικτύου του Ακινήτου εντός του οποίου έχουν ανεγείρει παράνομα υποστατικά:
Ο Ενάγοντας δεν μπορεί να απολαύσει την χρήση του Ακινήτου και συγκεκριμένα του μέρους του Ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το Βοηθητικό Γήπεδο και οι εγκαταστάσεις του, και επίσης ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι έχουν ανεγείρει χωρίς την άδεια του ΓΣΟ και των αρμόδιων αρχών παράνομα υποστατικά εντός του εσωτερικού οδικού δικτύου του Ακινήτου που συνορεύει με το Βοηθητικό Γήπεδο, ο Ενάγοντας εμποδίζεται ένεκα της παράνομης επέμβασης των Εναγόμενων, η οποία είναι μόνιμης φύσης, να χρησιμοποιεί το εν λόγω εσωτερικό οδικό δίκτυο, κάτι που σε περίπτωση ατυχήματος ή πυρκαγιάς πιθανόν να έχει καταστρεπτικές συνέπειες.»
Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:
«Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.»
Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1 (2003), σελ. 132, το βάρος απόδειξης ότι η επίδικη πράξη δεν ήταν παράνομη το φέρει ο εναγόμενος. Αυτό σημαίνει ότου όπου ο ενάγοντας αποδεικνύει την ύπαρξη της επέμβασης, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η πράξη του δεν ήταν παράνομη.
Όπως επισημαίνεται στη Λάμπρου (ανωτέρω):
«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα, (1998) 1 ΑΑΔ 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίησή τους για να εγείρουν την αγωγή.»
Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Παπαδοπούλου κ.α. v. Δήμου Παραλιμνίου, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2016, ημερ. 11/2/2025. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:
«Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης εδράζεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο εναγόμενος επέδειξε συμπεριφορά η οποία συνιστά παράνομη είσοδο σε ακίνητη ιδιοκτησία ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή. Η παράνομη επέμβαση εμπεριέχει την έλλειψη συγκατάθεσης ή άδειας από τον ιδιοκτήτη. Εφόσον αποδειχθεί η επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι αυτή δεν ήταν παράνομη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Stassinos Investment & Finance Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 142/2013, ημερ. 3.3.2020 και Αναστασίου v. Ηλιάδη κ.ά. (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2761.»
Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων μαρτυρίας, τα οποία επιβεβαιώνονται και από διάφορα τεκμήρια, ο ενάγοντας απέδειξε ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν στο ακίνητο, συνιδιοκτησίας του, στο οποίο βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, το οποίο στον ουσιώδη χρόνο κατείχαν οι εναγόμενοι. Μάλιστα, ως μη όφειλε απέδειξε και τον ισχυρισμό του, ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν σ’ αυτό παράνομα, καθώς, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την αναγκαία άδεια από την αρμόδια αρχή, προέβησαν στην ανέγερση παράνομων υποστατικών σ’ αυτό καθώς και στο παρακείμενο υφιστάμενο οδικό δίκτυο του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το βοηθητικό γήπεδο.
Και με δεδομένο ότι, μολονότι κλήθηκαν από τον ενάγοντα, τόσο να του παραδώσουν την κατοχή του επίμαχου βοηθητικού γηπέδου όσο και να άρουν τις εν λόγω παρανομίες, εντούτοις, δε συμμορφώθηκαν σε σχέση, είτε με το ένα είτε με το άλλο, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, έκτοτε, κατέχουν το ακίνητο παράνομα. Το δεύτερο - συναφές με το πρώτο -συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι και οι δυο επίμαχες συμφωνίες έχουν νόμιμα τερματιστεί για το συγκεκριμένο λόγο.
Και τα δυο αυτά συμπεράσματά μου τα οποία - για να επαναλάβω - εδράζονται σε σωρεία στοιχείων αξιόπιστης μαρτυρίας, μέρος της οποίας, ουσιαστικά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, αποδεικνύουν και στοιχειοθετούν τη θέση του ενάγοντα ότι συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσής του, η πιθανότητα επιτυχίας της είναι από κάθε άποψη ρεαλιστική, ως επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης (βλ. την Παναγή, ανωτέρω).
Και, με δεδομένο ότι ο ενάγοντας απόσεισε με αξιόπιστη μαρτυρία το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθησή του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισής τους, σε σχέση πάντοτε με την ίδια πτυχή της υπόθεσης, πλέον, το βάρος εναποτίθεται στους τελευταίους να αποδείξουν την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους ή την ύπαρξη κάποιου άλλου λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη (βλ. και πάλι την Παναγή).
Στο ερώτημα, εάν οι εναγόμενοι απέδειξαν είτε το ένα είτε το άλλο, απαντώ αρνητικά.
Συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή τους, ουδέν αναφέρουν και το ίδιο ισχύει και για την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση και κυρίως, για την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και ασφαλώς, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του προέδρου του ΑΡΗ, της παραγράφου 4 της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι έχει αναγνώσει και μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή την αίτηση και την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα επί αυτής τεκμήρια και αρνείται και απορρίπτει τις αιτούμενες θεραπείες και τα ισχυριζόμενα επί αυτής γεγονότα, εκτός απ’ όσα ρητά αποδέχεται πιο κάτω, ασφαλώς. δεν αποτελεί μαρτυρία που αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους ή κάποιου άλλου, επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη.
Και, με δεδομένο ότι, όπως είναι καλά γνωστό - και πάγια νομολογημένο -, απλή άρνηση δεν αποτελεί υπεράσπιση, εάν οι εναγόμενοι ήθελαν να καταδείξουν την ύπαρξη, είτε πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους είτε κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη, όφειλαν να θέσουν υπόψη μου με θετικό τρόπο, κατ’ ελάχιστον, κάποια στοιχεία μαρτυρίας που να δικαιολογούν την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγοντας για σκοπούς στοιχειοθέτησης της περί αντιθέτου θέσης του - για να επαναλάβω - έχει θέσει ενώπιον μου σωρεία στοιχείων μαρτυρίας στα οποία περιλαμβάνονται - μεταξύ άλλων -, αριθμός φωτογραφιών οι οποίες δεικνύουν τα υποστατικά που ανήγειραν οι εναγόμενοι παράνομα καθώς και η 2η επίμαχη συμφωνία, με την οποία ο εναγόμενος 1 αναγνωρίζει ευθέως το συγκεκριμένο γεγονός.
Και, με δεδομένο επίσης, ότι οι εν λόγω παράνομες κατασκευές, ασφαλώς και είναι μόνιμου χαρακτήρα και λαμβάνοντας υπόψη ότι μια από τις θεραπείες που προσφέρονται στον ενάγοντα σε υπόθεση διάπραξης του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης είναι η έκδοση διατάγματος (βλ. και πάλι το σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 133) και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι με βάση τον όρο 8 της 1ης επίμαχης συμφωνίας, ο ΑΡΗΣ δεν είχε το δικαίωμα να προβεί σε οποιαδήποτε κατασκευή στο ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των ιδιοκτητών του ακινήτου, δηλαδή και του ΓΣΟ, ενώ σύμφωνα με τον όρο 17 της ίδιας συμφωνίας, όλοι οι όροι της κατέστησαν ουσιώδης και σε περίπτωση οποιασδήποτε παράβασης, οι ιδιοκτήτες θα είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι δυνάμει του όρου 3 της 2ης επίμαχης συμφωνίας, η άδεια χρήσης του βοηθητικού γηπέδου που είχε δοθεί στον ΑΡΗ, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, ήταν με τους όρους της 1ης επίμαχης συμφωνίας και λαμβάνοντας, τέλος, υπόψη, ότι και ο όρος 15 της 2ης επίμαχης συμφωνίας, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της παρείχε στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα ακύρωσής της, θεωρώ ότι οι ακόλουθες αξιώσεις του ενάγοντα σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησής του, στοιχειοθετούνται πλήρως:
Η δεύτερη [υπό (Β)] με την οποία ζητά δήλωση ότι ο εναγόμενος 1 παρέβηκε τους όρους και τον δυο επίμαχων συμφωνιών, τις οποίες ο ίδιος έχει τερματίσει νόμιμα και δικαιολογημένα. Η τέταρτη [υπό (Δ)] με την οποία ζητά δήλωση ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο κ.ο.κ.. Η πέμπτη [υπό (Ε)] με την οποία ζητά διάταγμα παράδοσης κατοχής του επίμαχου βοηθητικού γηπέδου. Τέλος, η έκτη [υπό (ΣΤ)] με την οποία ζητά διηνεκές διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να εισέρχονται και/ή χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο και/ή να μετακινήσουν και/ή αφαιρέσουν χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή του, οποιαδήποτε αντικείμενα έχουν τοποθετήσει στο βοηθητικό γήπεδο τα οποία αποτελούν μέρος και/ή αναπόσπαστο μέρος του βοηθητικού γηπέδου και/ή των εγκαταστάσεών του.»
Με προσεκτική μελέτη και των τριών λόγων έφεσης είναι φανερό, ότι με αυτούς βάλλεται το παραπάνω μέρος της εκκαλούμενης απόφασης, συνολικά, όμως, με υπόβαθρο, κατ’ ισχυρισμό γεγονότα, αλλά και επιχειρήματα και θέσεις τα οποία, ούτε δικογραφικά εγείρονται από τους εναγόμενους μα ούτε και με την ένστασή τους στην αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης συνοπτικής απόφασης, είχαν εγερθεί. Και όχι μόνο αυτό. Καθίσταται ακόμη σαφές, ότι οι εναγόμενοι παραβλέπουν πλήρως και μάλλον, αδιαφορούν, για το γεγονός ότι με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε και μάλιστα, στη βάση αδιαμφισβήτητων στοιχείων μαρτυρίας ότι αυτοί ανέγειραν και χρησιμοποιούν τα παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια των πολεοδομικών αρχών, γεγονός για το οποίο, ασφαλώς έχω δικαστική γνώση ότι αποτελεί και ποινικό αδίκημα.
Όλα τα παραπάνω, όχι μόνο δεν δικαιολογούν τη νομική πληροφόρηση των εναγόμενων ότι διατηρούν σοβαρές και βάσιμες προοπτικές επιτυχίας στην έφεση, όπως αναφέρει ο κ. Λυσάνδρου στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αλλά, αντίθετα αποτελούν το λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα, ως προς την αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, που αποτελεί παράγοντα ο οποίος, όπως αναφέρεται στη Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Εις επίρρωση της κρίσης μου για το τελευταίο είναι και ο σχετικός, με τα παραπάνω, πρώτος λόγος έφεσης, μαζί με την αιτιολογία του. Με τον οποίο υποβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα προέβηκε σε εύρημα ότι επειδή οι εφεσείοντες δεν συμμορφώθηκαν στο να παραδώσουν την κατοχή του επίδικου βοηθητικού γηπέδου όσο και να άρουν τις παρανομίες, εξάγεται ότι έκτοτε κατέχουν το ακίνητο παράνομα.
Ως αιτιολογία του λόγου προβάλλονται τα εξής:
Πρώτο, το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα αξιολόγησε τους ρηθέντες ισχυρισμούς και αποφάσισε ως να επιδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Έκρινε ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση, αγνοώντας την καλόπιστη υπεράσπιση των εφεσίβλητων, ως επίσης και τα ίδια τα γεγονότα που καταδεικνύουν ότι:
(α) Τα αναφερόμενα, ως παράνομα υποστατικά έχουν ανεγερθεί πριν από το 2021. (β) Τα συγκεκριμένα υποστατικά έχουν ανεγερθεί εν γνώση του εφεσίβλητου. (γ) Ο εφεσίβλητος, με την επιστολή των δικηγόρων του, ημερομηνίας 4/11/2021 κάλεσε τους εφεσείοντες να διαβουλευτούν την υπογραφή νέας συμφωνίας και να συνεχίσουν να κατέχουν το βοηθητικό γήπεδο και όλες τις εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί σ’ αυτό, γεγονός που καταδεικνύει τη γνώση και την αποδοχή του εφεσίβλητου όσον αφορά τις ρηθείσες εγκαταστάσεις. (δ) Οι διαβουλεύσεις έγιναν και ο εφεσίβλητος ζητούσε την υπογραφή νέας συμφωνίας, απαιτώντας ενοίκιο, κάτι το οποίο οι εφεσείοντες δεν αποδέχθηκαν αφού με βάση το καταπίστευμα δικαιούνται να κατέχουν και να χρησιμοποιούν αυτό, χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε οικονομικό αντάλλαγμα. (ε) Ο εφεσίβλητος, ουδέποτε τερμάτισε τη συμφωνία, ημερομηνίας 17/9/2015, λόγω έγερσης των ρηθέντων υποστατικών. (στ) Ως λόγο τερματισμού της συμφωνίας επικαλείται την αλλαγή έδρας της ποδοσφαιρικής ομάδας των ανδρών των εφεσειόντων. (ζ) Ο εφεσίβλητος, ουδέποτε κάλεσε τους εφεσείοντες να κατεδαφίσουν τα συγκεκριμένα υποστατικά, ως προνοεί η συμφωνία, ημερομηνίας 17/1/2015 και ουδέποτε άσκησε το δικαίωμά του να τα κατεδαφίσει, ως επίσης προνοεί η συμφωνία, ημερομηνίας 17/1/2015.
Δεύτερο, η ανέγερση των ρηθέντων υποστατικών σε καμιά περίπτωση δεν καθιστά την κατοχή του επίδικου γηπέδου παράνομη και δη στο στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση, όταν οι εφεσείοντες έχουν καταδείξει καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση.
Τρίτο, το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε και/ή δεν έλαβε υπόψη ότι από το έτος 2015 συναίνεσε να υδροδοτηθούν με ξεχωριστό μετρητή και να ηλεκτροδοτηθούν τα υποστατικά των εφεσειόντων στο επίδικο βοηθητικό γήπεδο.
Τίποτε από τα παραπάνω αναιρεί την ουσία που έγκειται στη διαπίστωσή μου ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αυτοτελώς και επειδή, χωρίς την άδεια των πολεοδομικών αρχών, έχουν ανεγείρει παράνομα υποστατικά στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου (ήτοι σε τεμάχιο γης εμβαδού 495 τ.μ. που αποτελεί κανονικά εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου) και τα εν λόγω παράνομα υποστατικά συνιστούν μόνιμης μορφής παράνομη επέμβαση, γεγονός το οποίο οι εναγόμενοι, έστω έμμεσα, παραδέχονται και με την έφεσή τους, ενώ, κατά μια εκδοχή, το ομολογούν ευθέως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους με τη γραπτή αγόρευσή τους στην υπό εξέταση αίτηση.
Οι τελευταίοι, ενώ στη σελίδα 7 αναφέρουν ότι η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι η ανέγερση των υποστατικών από τους αιτητές ήταν παράνομη και συνιστά λόγο τερματισμού της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αποτελεί ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί και θα αποφασιστεί από το Εφετείο, προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις σελίδες 5 και 6 αναφέρουν για το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο καθώς και για άλλα δυο, ότι, παρά το γεγονός ότι σ’ αυτά έχουν ανεγερθεί και πραγματοποιηθεί κατασκευές, χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλιστεί οι απαιτούμενες άδειες, οι εν λόγω κατασκευές εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα, χωρίς οι καθ’ ων η αίτηση να έχουν προβεί στην απομάκρυνσή τους ή στην άμεση ανάκτηση της κατοχής των εν λόγω γηπέδων.
Με μόνο λόγο, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι κρίθηκε ότι διαπράξαν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, επειδή, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την άδεια των πολεοδομικών αρχών ανήγειραν παράνομα υποστατικά στο επίδικο βοηθητικό γήπεδο, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση θα έλεγα, να αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, ό,τι αξιώνουν με την αγωγή τους τα οποία έχουν εξασφαλίσει με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
Και, με δεδομένο ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη διάπραξη του εν λόγω αστικού αδικήματος - σε συνδυασμό και με τις παραπάνω παραδοχές των εναγόμενων - είναι σαφές, ότι στοιχειοθετούν και τη διάπραξη, σε κάθε περίπτωση, του ποινικού αδικήματος της ανέγερσης οικοδομής, χωρίς άδεια και λαμβάνοντας, τέλος, υπόψη και τη διακηρυγμένη θέση των εναγόμενων, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τόσο το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο όσο και τα παράνομα υποστατικά που έχουν ανεγείρει σ’ αυτό, στο πλαίσιο της εξισορρόπησης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, που σύμφωνα με τη Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης, έχω τη γνώμη, ότι το πλέον σημαντικό και υψίστης σημασίας γεγονός, που καθηκόντως οφείλω να λάβω υπόψη είναι ακριβώς αυτό: ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, οι εναγόμενοι θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τα παράνομα υποστατικά και μάλιστα, πλέον, με την κάλυψη και προστασία του Δικαστηρίου.
Όμως, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να συμβάλλει με τη στάση του στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του εγκλήματος και της παρανομίας τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά με τις ποινές του και όχι να υποθάλπει το έγκλημα και να καθίσταται συνεργός και αρωγός στην εξακολούθησή του.
Αυτή η θεμελιακή αρχή, προφανώς υπερτερεί των όποιων ιδιωτικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των διαδίκων, που επίσης, ως θέμα αρχής, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσης.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.
Ο ενάγοντας, ο οποίος υπέχει θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούται στα έξοδα της αίτησης. Επειδή ωστόσο, τόσο αυτός όσο και οι εναγόμενοι, χωρίς εύλογη αιτία απέστησαν του, με βάση τον κανονισμό 9(1), καθήκοντός τους να με βοηθήσουν να προβώ σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων τους σύμφωνα με τον κανονισμό 7 του ίδιου Μέρους, μιας και δεν υπόβαλαν ποτέ κατάλογο εξόδων, κάτι που όφειλαν να είχαν κάνει, το αργότερο, δυο μέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης, σε εφαρμογή της παραγράφου 2 του κανονισμού 9, η επί του προκειμένου παράλειψή τους, θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των εξόδων του ενάγοντα.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €2.000, πλέον Φ.Π.Α. και πραγματικά έξοδα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2.
(Υπ.) ….….………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο