GENNADIY MYKHAYLENKO ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 178/18, 14/9/2026
print
Τίτλος:
GENNADIY MYKHAYLENKO ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 178/18, 14/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 178/18

Μεταξύ:

 

GENNADIY MYKHAYLENKO

 Ενάγοντας

 

και

 

 

ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΤΔ

Εναγόμενη

 

-------------------

 

Ημερομηνία: 14.09.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντα: κα. Ε. Οικονομίδη για I. Ikonomidi & Co. LLC

Για Εναγόμενη: κ. Κ. Αριστείδου για Δημόκριτος Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε. 

 

AΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω απόσπασης από τον Ενάγοντα με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις του ποσού των €34.200 προς δήθεν εξόφλησης προηγούμενου οφειλόμενου ποσού ενώ στην πραγματικότητα η Εναγόμενη είχε σκοπό να καταδολιεύσει τον Ενάγοντα και να του αποστερήσει μόνιμα το προαναφερόμενο ποσό. Περαιτέρω και/ή εναλλακτικά ο Ενάγοντας αξιώνει την επιστροφή του ποσού των €34.200 τα οποία η Εναγόμενη παρανόμως εισέπραξε περί το 2008 προς το σκοπό δήθεν εξόφλησης προηγούμενου οφειλόμενου ποσού, αποκομίζοντας ταυτόχρονα αθέμιτο κέρδος (unjust enrichment) σε βάρος του Ενάγοντα. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας αξιώνει επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, καθώς και νόμιμο τόκο από το 2008 μέχρι τελείας εξοφλήσεως.

 

Δικόγραφα

 

2.    Στην Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατάγεται από την Ουκρανία, ενώ η Εναγόμενη είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία, με κύρια ενασχόληση της την κατασκευή και πώληση κατοικιών.

 

3.    Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, περί την 15.06.1995, η Εναγόμενη, δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 15.06.1995, πώλησε στον Ενάγοντα διώροφη κατοικία στην περιοχή Ποταμού Γερμασόγειας, με αρ. εγγραφής 0/30097, Τμήμα 6, Φ/Σχ. 0/2-209-341, Τεμάχιο 8 (εφ’εξής «το ακίνητο») έναντι του ποσού των Λ.Κ.69.000 (εφ’εξης «το τίμημα αγοραπωλησίας»). Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι το τίμημα αγοραπωλησίας καταβλήθηκε από τον ίδιο με τμηματικές πληρωμές στις 16.06.1995 και 23.08.1995. Ακολούθως, στις 17.01.2008, η Εναγόμενη, εν αγνοία του Ενάγοντα, υπέγραψε ακυρωτική συμφωνία επί του ίδιου ακινήτου με τη σύζυγο του Ενάγοντα, η οποία ενεργούσε δυνάμει γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, υπό συνθήκες εξαπάτησης του Ενάγοντα από τη σύζυγο του, με την εν λόγω εξαπάτηση να αποτελεί αντικείμενο άλλης αγωγής. Παράλληλα, η Εναγόμενη υπέγραψε και νέα συμφωνία αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008 με νέο αγοραστή. 

 

4.    Αναφορικά με την ακυρωτική συμφωνία, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αυτή προέβλεπε την ακύρωση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 15.06.1995 και ότι το ποσό των €188.100 θα του επιστρεφόταν μέσω της νέας συμφωνίας αγοραπωλησίας  ημερ. 17.01.2008, η οποία υπογράφτηκε μεταξύ της Εναγόμενης και του νέου αγοραστή. Περαιτέρω, στην προαναφερθείσα ακυρωτική συμφωνία γινόταν αναφορά, αφενός, σε ποσό ύψους €34.200, το οποίο οφειλόταν από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη ως υπόλοιπο του τιμήματος αγοραπωλησίας, κάτι που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, αφετέρου, στο ότι το προαναφερόμενο ποσό θα αποκοπτόταν από το ποσό των €188.100 και θα καταβαλλόταν στην Εναγόμενη, όπως και έγινε.

 

5.    Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη αυτό χρόνο, ήταν κρατούμενος σε φυλακή στη Λευκορωσία, χωρίς τη δυνατότητα να πληροφορηθεί τα προαναφερόμενα συμβάντα. Θέση του είναι ότι πληροφορήθηκε τα πιο πάνω γεγονότα στο τέλος του 2017. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η σύζυγος του ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι προέβη σε μη εξουσιοδοτημένη χρήση του πληρεξουσίου εγγράφου κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του.

 

6.    Κατά τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη προβαίνοντας σε ψευδείς και/ή δόλιες παραστάσεις και/ή σε προφορικές και/ή γραπτές δηλώσεις και/ή μέσω απάτης μέσω των διευθυντών και αντιπροσώπων της, ξεγελώντας την εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπο του, απέσπασε παρανόμως και κατακρατεί αδικαιολογήτως ποσό ύψους €34.200. Προς τούτο, ο Ενάγοντας προβαίνει σε αναφορά στις λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παρανομίας της Εναγόμενης. Ακολούθως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι με επιστολή του ημερ. 04.01.18 ειδοποίησε την Εναγόμενη για την παράνομη συμπεριφορά της και απαίτησε όπως του επιστραφεί το παρανόμως και αδικαιολογήτως κατακρατούμενο ποσό, το οποίο η Εναγόμενη εισέπραξε. Εντούτοις, μέχρι και σήμερα, το προαναφερόμενο ποσό δεν του έχει επιστραφεί.

 

7.    Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη παραδέχεται την σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 15.06.1995 μεταξύ της ίδιας και του Ενάγοντα και προς τούτο προβαίνει σε περαιτέρω αναφορά στους όρους αυτής. Περαιτέρω, η Εναγόμενη δήλωσε ότι από το τίμημα αγοραπωλησίας της καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.67.250 (€147.674) και κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε να λαμβάνει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.1.700 (€2.907). Θέση της Εναγόμενης είναι ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η σύζυγος του Ενάγοντα, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα να τον αντιπροσωπεύει και, στη βάση αυτή, προέβη στη σύναψη των δύο (2) συμφωνιών ημερ. 17.01.2008, οι οποίες δεσμεύουν τον Ενάγοντα. Επίσης, ισχυρίζεται ότι από το τίμημα αγοραπωλησίας παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €2.907, το οποίο συνυπολογίστηκε μαζί με άλλα ποσά που της οφείλονταν δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 15.06.1995 και ότι, στη βάση της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008, το ποσό των €34.210 συμφωνήθηκε και αναγνωρίστηκε από την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του Ενάγοντα, ως οφειλόμενο ποσό από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη. Προς τούτο, η Εναγόμενη δηλώνει ότι το πιο πάνω ποσό υπολογίστηκε στη βάση εξόδων και επιβαρύνσεων που βάρυναν την Εναγόμενη κατά την περίοδο από 15.06.1995 μέχρι 17.01.2008, ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε σε αυτήν και ότι ακολούθως εκδόθηκε η σχετική απόδειξη.   

 

8.    Η Εναγόμενη απορρίπτει τις λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που της αποδίδονται και ισχυρίζεται ότι προέβη σε μια νόμιμη και καθ’όλα έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία με τη σύζυγο του Ενάγοντα, η οποία νόμιμα αντιπροσώπευε τον Ενάγοντα στη βάση του γενικού πληρεξουσίου που ο ίδιος της έδωσε. Περαιτέρω, η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι απάντησε στην επιστολή του Ενάγοντα ημερ. 04.01.2018, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 10.01.2018 ενώ παρείχε πρόσθετες λεπτομέρειες με νέα επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 05.09.2018. Θέση της Εναγόμενης είναι ότι βασίμως και δικαιολογημένα δεν επέστρεψε το αξιούμενο ποσό και  ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντα είναι αβάσιμες και αδικαιολόγητες. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη αξιώνει την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα.

 

9.    Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του, ως αναγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης του. Περαιτέρω, προβάλλει τη θέση ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας εκδόθηκε περί τον Ιανουάριο του 2002 αλλά ο ίδιος ουδέποτε κλήθηκε από την Εναγόμενη για να μεταβιβαστεί στο όνομα του. Επιπρόσθετα, επαναλαμβάνει ότι το τίμημα αγοραπωλησίας καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη και ότι ουδέν ποσό οφειλόταν και/ή οφείλεται σε αυτήν. Ο Ενάγοντας παραδέχεται την αποστολή των επιστολών των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερ. 10.01.2018 και 05.09.2018 αλλά όχι το περιεχόμενο αυτών. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη στερείται υπεράσπισης και/ή έχει καταχρηστική υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης και παρέλκυσης της δικαστικής διαδικασίας.

 

Η ακροαματική διαδικασία

 

10. Κατά την ακροαματική διαδικασία, προς απόδειξη της αγωγής του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ.1) ενώ για την Εναγόμενη κατάθεσε ο  «Λ.Τ.» (ΜΥ.1) και ο «Κ.Θ» (ΜΥ.2).

 

Η Μαρτυρία

 

11. Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά.

 

12. Ο Ενάγοντας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την Ένορκη Δήλωση του ημερ. 07.11.2024 (Έγγραφο Α), μετάφραση της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση του μεταφραστή ημερ. 07.11.2024 (Έγγραφο Β).  Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στις 15.06.1995, δυνάμει συμβολαίου αγοραπωλησίας μεταξύ του ιδίου και της «TIMVIOS BROS LIMITED» αγόρασε ένα σπίτι στην [ ] 8, Λεμεσός έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας (εφ’εξής «η σύμβαση αγοραπωλησίας»). Περαιτέρω, ως η μαρτυρία του Ενάγοντα, το τίμημα αγοραπωλησίας καταβλήθηκε από τον ίδιο πλήρως και εντός της συμβατικής προθεσμίας στις 06.06.1995 και 23.08.1995. Προς τούτο αντίγραφο της σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 15.06.1995 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και δέσμη αποτελούμενη από αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού του Ενάγοντα στην «Τράπεζα Κύπρου» ημερ. 31.08.1995 και 30.06.1995, αντίγραφα ημερολογιακών χρεωστικών φύλλων ημερ. 16.06.1995 και 23.08.1995 ως αποδείξεις των αντίστοιχων πληρωμών κατατεθήκαν ως Τεκμήριο 2.

 

13. O Ενάγοντας επιπλέον ανέφερε ότι υπέγραψε σύμβαση δανείου με την «Τράπεζα Κύπρου» (εφ’εξής «η τράπεζα») και προέβη σε αναφορά στον όρο της σύμβασης αγοραπωλησίας σε συνάρτηση με την εν λόγω σύμβαση δανείου και πως η Εναγόμενη αρνήθηκε να εκπληρώσει τον όρο 3 (β) της σύμβασης αγοραπωλησίας. Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου ημερ. 10.08.1995 μετ’επισυνημμένου αντίγραφου πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας του ακινήτου με αρ. εγγραφής 24885 κατατέθηκαν ως δέσμη και σημειωθήκαν ως Τεκμήριο 3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, προκειμένου η τράπεζα να του εκδώσει βεβαίωση αποπληρωμής του δανείου αναγκάστηκε να πληρώσει, για λογαριασμό της Εναγόμενης, την εγγυητική της οφειλή  προς την τράπεζα ύψους $474,06 και Λ.Κ. 302,73, τα οποία η Εναγόμενη, μέχρι σήμερα, δεν του έχει επιστρέψει τα έξοδα αυτά. Προς τούτο, δέσμη αποτελούμενη από αντίγραφο πιστωτικής σημείωσης ημερ. 21.05.2002, αντίγραφο χρεωστικής σημείωσης ημερ. 21.05.2002 και αντίγραφο επιστολής της τράπεζας ημερ. 03.12.2018 προς τον Ενάγοντα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4.

 

14. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι από τις 15.06.1995 μέχρι τις 05.09.2018, η Εναγόμενη δεν έλαβε επίσημη ειδοποίηση από τον ίδιο για οποιαδήποτε αδυναμία εκπλήρωσης οποιασδήποτε υποχρέωσης του βάσει της σύμβασης ή οποιαδήποτε απαίτηση επιστροφής οποιουδήποτε κόστους στην Εναγόμενη. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά έμαθε ότι η Εναγόμενη είχε χρηματική απαίτηση εναντίον του μέσω της επιστολής των δικηγόρων της ημερ. 30.01.2018. Προς τούτο προέβη σε αναφορά στην ανταλλαχθείσα αλληλογραφία των δικηγόρων των μερών και αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 04.01.2018 προς την Εναγόμενη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερ. 30.01.2018 προς τον δικηγόρο του Ενάγοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερ. 05.09.2018 προς τον δικηγόρο του Ενάγοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7.

 

15. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι μέχρι το 2005 ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου και από τον Αύγουστο του 1995 μέχρι το 2005 κατέβαλλε όλα τα έξοδα της επίδικης ιδιοκτησίας. Παράλληλα, δήλωσε ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε την Εναγόμενη να αναλάβει οποιοδήποτε κόστος συντήρησης της κατοικίας που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής δημοτικών τελών. Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι τα έξοδα που αναφέρονται στην επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερ. 05.09.2018 (βλ. Τεκμήριο 7) είναι εικονικά και δεν συνάδουν με τα πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, πρόβαλλε  τη θέση ότι η εκπρόσωπος του δεν γνώριζε πότε και ποια ποσά είχε καταβάλει ο ίδιος στην τράπεζα και στην Εναγόμενη, ούτε μπορούσε να ελέγξει ή επαληθεύσει την ακρίβεια των υπολογισμών, που της παρείχε η Εναγόμενη, μαζί με τον Ενάγοντα, καθότι, λόγω της κράτησης του στη Λευκορωσία, δεν ήταν δυνατή η επικοινωνία μαζί του.

 

16. Ακολούθως, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το 2002 πληροφορήθηκε πως είχαν εκδοθεί τίτλοι ιδιοκτησίας σε όλους τους γείτονες του συγκροτήματος ενώ, παρά τις επανειλημμένες απαιτήσεις του για τον δικό του τίτλο ιδιοκτησίας, η Εναγόμενη κατ’ισχυρισμό του ανέφερε ψευδώς ότι οι τίτλοι δεν ήταν ακόμα διαθέσιμοι. Ο Ενάγοντας επίσης ανέφερε ότι η Εναγόμενη, αντίθετα με τους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας, δεν τον ειδοποίησε ότι απέκτησε τίτλο ιδιοκτησίας στις 11.01.2002 ούτε του πρότεινε να ολοκληρώσει την εκκαθάριση της ακίνητης ιδιοκτησίας στον ίδιο και ούτε πρόβαλε εναντίον του απαίτηση για την καταβολή οποιασδήποτε ληξιπρόθεσμης οφειλής και/ή εξόδων. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη παρέλειψε να εκτελέσει τη σύμβαση αγοραπωλησίας και οφείλει να τον αποζημιώσει.

 

17. Ο Ενάγοντας προέβη σε αναφορά και στο πληρεξούσιο που παραχώρησε στην τότε σύζυγο του το 2002, στο περιεχόμενο αυτού καθώς και στα όσα θεωρεί ότι διαμείφθηκαν μεταξύ της εκπροσώπου του και της Εναγόμενης που οδήγησαν στην υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008. Προς τούτο, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη, προκειμένου να λάβει το ποσό των €34.200, βρήκε αγοραστή και ανάγκασε την εκπρόσωπο του στις 17.01.2008 να υπογράψει, για λογαριασμό του, μια σύμβαση ομολογιακού δανείου που ακύρωνε την σύμβαση αγοραπωλησίας. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι την ίδια μέρα, η Εναγόμενη υπέγραψε σύμβαση αγοραπωλησίας με τον νέο αγοραστή του σπιτιού. Αντίγραφο της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και αντίγραφο της συμφωνίας αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008 μαζί με αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερ. 11.12.2017 κατατεθήκαν ως Τεκμήριο 9.

 

18. Κατά την αντεξέταση του, ο Ενάγοντας εξήγησε ότι διέμενε μόνιμα στην Κύπρο μέχρι το 2005 και γιατί ο ίδιος από το 1995 ταξίδευε συχνά για επαγγελματικούς λόγους. Περαιτέρω διευκρίνισε πως, κατά τη θέση του, χρησιμοποιείτο η επίδικη οικία από το 1995 μέχρι το 2008. Αναφορικά με την προώθηση αγωγής και εναντίον της πρώην συζύγου του για τα ίδια γεγονότα, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει άλλη αγωγή, επειδή αυτή κρύβεται και δεν ξέρουν σε ποιον να επιδώσουν.

 

19. Ο Ενάγοντας επιπλέον διευκρίνισε γιατί, το 2002, υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στην τότε σύζυγο του και ποιος το σύνταξε. Ο Ενάγοντας διαφώνησε σε υποβολή ότι το 2002 ενημερώθηκε, από την Εναγόμενη, ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι σε επικοινωνία του με την Εναγόμενη του αναφέρθηκε ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν ήταν έτοιμοι. Ακολούθως, ο Ενάγοντας αναγνώρισε αντίγραφο εγγράφου «Statement of Account» ημερ. 07.02.2002 της Εναγόμενης, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 και διευκρίνισε ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των μερών, στο πλαίσιο της οποίας η Εναγόμενη επέμενε ότι ο ίδιος δεν είχε πληρώσει, ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε εκπληρώσει τους όρους και δεν συμφωνεί με τα έξοδα που καταγράφονται στο εν λόγω τεκμήριο. Ειδικότερα, αναφορικά με τη χρέωση για επιπλέον εργασίες, ανέφερε ότι είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη δεν θα έβαζε πέτρα, ότι ο ίδιος έκτισε εκεί πισίνα και ότι, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να υπάρχουν επιπλέον έργα. Σε υποβολή ότι, καθώς βίωνε δύσκολες στιγμές, υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο για την τότε σύζυγο του να διαχειριστεί το θέμα, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δύσκολες στιγμές βίωνε το 2005 και όχι το 2002, ότι ποτέ δεν επικοινώνησε με την Εναγόμενη για προσωπικούς του λόγους και ότι το Τεκμήριο 10 δεν αποτελεί αντικείμενο σύμβασης. Αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο, ο Ενάγοντας επίσης ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν έδινε δικαίωμα αναγνώρισης χρέους, καθώς και ότι η τότε σύζυγος του δεν μπορούσε να γνωρίζει λεπτομέρειες για το τι γινόταν και γι’αυτό ο ίδιος θεωρεί ότι η πράξη έγινε παράνομα.

 

20. Σε ερώτηση κατά πόσο, από το 1995 μέχρι το 2002, πλήρωσε τα έξοδα της εγγυητικής τραπέζης ανέφερε ότι τα έγγραφα για το θέμα αυτό παρουσιαστήκαν και ότι είναι όλα πληρωμένα. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη κατέβαλε το κόστος έκδοσης της εγγυητικής τραπέζης, το οποίο συμπεριλήφθηκε στο λογαριασμό των οφειλόμενων ποσών κατά το ήμισυ, ως προβλεπόταν από τη σύμβαση αγοραπωλησίας, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι έχει απόδειξη ότι εξόφλησε την τράπεζα.

 

21. Κατά τη μαρτυρία του, ο Ενάγοντας διευκρίνισε ποια έξοδα κατέβαλε αναφορικά με την επίδικη κατοικία. Σε υποβολή ότι οι φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας, τα αποχετευτικά τέλη και τα δημοτικά τέλη καταβάλλονταν από την Εναγόμενη, ως φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, ενώ σύμφωνα με τη σύμβαση αγοραπωλησίας ο ίδιος όφειλε να τα καταβάλει και εντούτοις δεν το έπραξε, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν κατανοεί γιατί υπήρχαν φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και ότι, αν πράγματι υπήρχαν έξοδα, έπρεπε να του παρουσιαστεί έγγραφο του λογιστηρίου.

 

22. Για την Εναγόμενη, κατέθεσε ο ΜΥ.1, ο οποίος είναι ο Διευθυντής της Εναγόμενης και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με τον ΜΥ.1, η Εναγόμενη για περισσότερο από 40 έτη είχε ως κύρια ασχολία της, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη ακινήτων και προς τούτο κατασκεύασε και ήταν ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας, η οποία αποτελούσε μέρος συγκροτήματος ενιαίας ανάπτυξης 16 κατοικιών.

 

23. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, την 15.06.1995 η Εναγόμενη σύναψε με τον Ενάγοντα τη σύμβαση αγοραπωλησίας (βλ. Τεκμήριο 1) έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας το οποίο θα εξοφλούνταν σε δύο δόσεις, ήτοι Λ.Κ.17.250 κατά την υπογραφή της σύμβασης αγοραπωλησίας και Λ.Κ.51.750 μέσω δανείου που ο Ενάγοντας θα λάμβανε από την τράπεζα ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής της επίδικης κατοικίας την 15.07.1995. Θέση του ΜΥ.1 είναι ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.17.250, ως προνοούσε η σύμβαση αγοραπωλησίας, καθώς και το ποσό των Λ.Κ.50.000 στις 23.08.1995 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας το ποσό των Λ.Κ.1.750. Ο ΜΥ.1 προέβη επίσης σε αναφορά στους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας και πως τιμολογούνταν ολόκληρο το συγκρότημα, από τα διάφορα τμήματα, στην Εναγόμενη, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, καθώς και ότι για όλα τα έξοδα διατηρείτο κατάσταση λογαριασμού, όπου καταγράφονταν όλες οι χρεοπιστώσεις. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 διευκρίνισε ότι η κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 10) ετοιμάστηκε από λογιστή με τον οποίο η Εναγόμενη συνεργάζεται και ελέγχονταν κάθε έτος από ορκωτό ανεξάρτητο ελεγκτή κατά την ετοιμασία και υποβολή των φορολογικών δηλώσεων και των ετήσιων εκθέσεων της Εναγόμενης. 

 

24. Ο ΜΥ.1 επίσης ισχυρίστηκε ότι οι ξεχωριστοί τίτλοι των 16 κατοικιών εκδοθήκαν, μετά την ολοκλήρωση του οριζόντιου διαχωρισμού, στις 11.01.2002 και προς τούτο η Εναγόμενη ενημέρωσε όλους τους αγοραστές για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και όπως έκαστος εξοφλήσει τα οφειλόμενα από αυτούς υπόλοιπα για να προβεί η Εναγόμενη στη μεταβίβαση των ακινήτων στα ονόματα τους. Θέση του ΜΥ.1 είναι ότι όλοι οι ιδιοκτήτες, πλην του Ενάγοντα, διευθέτησαν τα οφειλόμενα υπόλοιπα τους και ο τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας τους μεταβιβάστηκε σε αυτούς. Αντίθετα, ο Ενάγοντας αμελούσε και απέφευγε να διευθετήσει το υπόλοιπο του ενώ, παρά του ότι του παραδόθηκε η κατάσταση λογαριασμού και του δόθηκαν επεξηγήσεις, ουδέποτε επισκέφθηκε το γραφείο της Εναγόμενης για να ζητήσει περισσότερες λεπτομέρειες.  

 

25. Ακολούθως, κατά τις αρχές του 2008, επικοινώνησε με την Εναγόμενη η σύζυγος του Ενάγοντα, η οποία τους ενημέρωσε ότι ήθελε συνάντηση μαζί τους και στην παρουσία προσώπου που επιθυμούσε να αγοράσει την επίδικη κατοικία, καθώς και ότι ο σύζυγος της βρισκόταν για αρκετά χρόνια σε φυλακές και της είχε αφήσει, για το σκοπό αυτό, πληρεξούσιο έγγραφο. Προς τούτο προέβη σε αναφορά στα όσα διαμείφθηκαν κατά εν λόγω συνάντηση, τι έγγραφα ζήτησαν από την σύζυγο του Ενάγοντα και τον έλεγχο που προέβη επί των αποσταλέντων εγγράφων, τα οποία ακολούθως υπογράφτηκαν από τα εμπλεκόμενα μέρη. Το αντίγραφο του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 07.03.2002 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11.

 

26. Επίσης, ο ΜΥ.1 ισχυρίστηκε ότι παρουσίασαν εκ νέου την κατάσταση λογαριασμού με τα οφειλόμενα προς την Εναγόμενη ποσά και ζήτησαν την εξόφληση τους. Προς τούτο, η αντιπρόσωπος του Ενάγοντα έλεγξε την κατάσταση λογαριασμού και, αφού ζήτησε αφαίρεση των «ledger fees» και των δικηγορικών εξόδων, συμφωνήθηκε η πλήρης διευθέτηση του υπολοίπου που οφειλόταν στην Εναγόμενη από τον Ενάγοντα έναντι του ποσού των €34.200 (ΛΚ.20.000), αντί του ποσού των Λ.Κ.23.000. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 δήλωσε ότι δεν είχαν ανάμειξη στο ποσό πώλησης που συμφωνήθηκε μεταξύ της αντιπροσώπου του Ενάγοντα και του νέου αγοραστή. Σύμφωνα με τον ΜΥ.1, το ποσό των €34.200, που καταβλήθηκε προς την Εναγόμενη, ήταν προς εξόφληση του συμφωνηθέντος υπολοίπου της κατάστασης λογαριασμού και προς τούτο εκδόθηκε σχετική απόδειξη εξόφλησης.

 

27. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ.1 εξήγησε εκ νέου τι αφορούσε το ποσό των €34.200 καθώς και ότι τα οφειλόμενα ποσά ήταν δηλωμένα από το 2002 όταν βγήκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας και ενημέρωσαν τον Ενάγοντα για αυτά.

 

28. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ΜΥ.2, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Γ) και ανάφερε ότι είναι επαγγελματίας λογιστής, ο οποίος για περίπου 20 έτη συνεργάζεται με την Εναγόμενη. Ο ΜΥ.2 εξήγησε τα επαγγελματικά προσόντα του, τα καθήκοντα του, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του σχέσης με την Εναγόμενη, καθώς και ότι τηρούσε για κάθε αγοραστή ακινήτου της Εναγόμενης ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού, στην οποία καταχωρούνται όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις.

 

29. Όσον αφορά τον Ενάγοντα, ο ΜΥ.2 ανέφερε ότι ετοίμασε ο ίδιος, στο πλαίσιο των επαγγελματικών του καθηκόντων και σύμφωνα με τα λογιστικά βιβλία και στοιχεία της Εναγόμενης, την κατάσταση λογαριασμού που τον αφορά, αφού έλαβε υπόψη του τους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας. Προς τούτο πίνακας της κατάστασης λογαριασμού κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 13. Ακολούθως, ο ΜΥ.2 εξήγησε πως προέκυψαν οι χρεώσεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντα. Περαιτέρω, εξήγησε γιατί δεν προσκομίστηκαν τα υποστηρικτικά έγγραφα των εν λόγω χρεώσεων και δήλωσε ότι η κατάσταση λογαριασμού που καταρτίστηκε από τον ίδιο αποτελεί την πλέον αξιόπιστη και ακριβή αποτύπωση των σχετικών χρεώσεων και πληρωμών, βασιζόμενη στα λογιστικά βιβλία και δεδομένα που τηρούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι όλα, κατά την ακύρωση της συμβάσης αγοραπωλησίας και τη νέα πώληση που ζητήθηκε από την αντιπρόσωπο του Ενάγοντα, είχαν παρουσιαστεί και ελεγχθεί από την αντιπρόσωπο του Ενάγοντα. Ο ΜΥ.2, ισχυρίστηκε επίσης ότι οι λογιστικές καταχωρίσεις της Εναγόμενης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τον Ενάγοντα, ελέγχθηκαν σε ετήσια βάση από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές, στο πλαίσιο της ετοιμασίας των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης και για σκοπούς υποβολής φορολογικών δηλώσεων, όπου δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε σφάλμα ή απόκλιση που να επηρεάζει την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού του Ενάγοντα.

 

30. Θέση του ΜΥ.2 είναι ότι με βάση τα λογιστικά στοιχεία της Εναγόμενης, το υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντα ήταν πραγματικό, ορθό και απαιτητό ενώ με την εξόφληση του εν λόγω ποσού, ήτοι του ποσού των €34.200, εξέδωσε σχετική απόδειξη εξόφλησης που παρέδωσε στην αντιπρόσωπο του Ενάγοντα και τον νέο αγοραστή. Προς τούτο, αντίγραφο απόδειξης είσπραξης ημερ. 17.01.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12.

 

31. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ.2, ερωτηθείς γιατί διατηρούσε αρχεία πέραν της προβλεπόμενης από τη νομοθεσία περιόδου των επτά (7) ετών, καθώς και ως προς το ότι η προθεσμία παραγραφής είναι έξι (6) έτη, εξήγησε γιατί στην κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 13) κάποια ποσά αρχίζουν από το 1995. Περαιτέρω, ο ΜΥ.2 ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού παραδόθηκε, δια χειρός, το 2002 στον Ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε δεν επικοινώνησε με την Εναγόμενη.

 

Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα

 

32. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των μερών, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:

(1)      Η Εναγόμενη, για περισσότερο από 40 έτη, είχε ως κύρια ασχολία της, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη ακινήτων.

(2)      Ο Ενάγοντας, δυνάμει σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 15.06.1995 με την Εναγόμενη, αγόρασε κατοικία στην [ ] 8, στη Λεμεσό (εφ’εξής «η επίδικη κατοικία» δια το ποσό των Λ.Κ.69.000 (βλ. όροι 1 και 3 του Τεκμηρίου 1). Η επίδικη κατοικία θα ανεγειρόταν από την Εναγόμενη μαζί με άλλες 15 κατοικίες, ως μέρος ενιαίου οικιστικού συγκροτήματος, στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 24885, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 795, στη Γερμασόγεια, στη Λεμεσό (βλ. όρο 1 του Τεκμήριου 1).  

(3)      Ο Ενάγοντας, έναντι του πιο πάνω τιμήματος αγοραπωλησίας των Λ.Κ.69.000, κατέβαλε στην Εναγόμενη, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων, το ποσό των Λ.Κ.17.250 στις 16.06.1995 (βλ. αντίγραφο ημερολογιακού χρεωστικού φύλλου ημερ. 16.06.1995 και κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντα στην τράπεζα με αρ. 0-385-41-035149 ημερ. 30.06.1995 εντός του Τεκμήριου 2) και το ποσό των Λ.Κ.50.000 στις 23.08.1995 (βλ. αντίγραφο ημερολογιακού χρεωστικού φύλλου ημερ. 23.08.1995 και κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντα στην τράπεζα με αρ. [ ] ημερ. 31.08.1995 εντός του Τεκμήριου 2).

(4)      Για την αγορά της επίδικης κατοικίας ο Ενάγοντας υπέγραψε σύμβαση δανείου ημερ. 10.08.1995 με την τράπεζα δια το ποσό των Λ.Κ.51.750 (βλ. Τεκμήριο 3). Η εν λόγω σύμβαση δανείου εξοφλήθηκε στις 04.03.2002 (βλ. επιστολή ημερ.03.12.2018 της Τράπεζας εντός του Τεκμηρίου 4).

(5)      Η επίδικη κατοικία παραδόθηκε στον Ενάγοντα περί τον Αύγουστο του 1995. Στις 11.01.2002 εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας.

(6)      Στις 07.03.2002, ο Ενάγοντας χορήγησε πληρεξούσιο υπέρ της εκπρόσωπου του, ήτοι την τότε σύζυγο του (εφ’εξής «η εκπρόσωπος του Ενάγοντα») (βλ. Τεκμήριο 11).

(7)      Στις 17.01.2008, η Εναγόμενη και η εκπρόσωπος του Ενάγοντα υπέγραψαν ακυρωτική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 8), η οποία προέβλεπε την ακύρωση της σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 15.06.1995 (βλ. όρο 1 του Τεκμηρίου 8).

(8)      Δυνάμει νέας σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008, μεταξύ της Εναγόμενης και του νέου αγοραστή, η επίδικη κατοικία πωλήθηκε στον τελευταίο έναντι του ποσού των €188.100 (Λ.Κ.110.000) (βλ. Τεκμήριο 9). Από το εν λόγω τίμημα, ποσό ύψους €34.200[1] καταβλήθηκε απευθείας από τον νέο αγοραστή στην Εναγόμενη.

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας

 

33. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους, καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική Έφεση Αρ. 117/2018, ημερ. 16.03.2022). Σημειώνεται, βεβαίως, ότι η Εναγόμενη δεν προώθησε την προδικαστική ένσταση της, ως καταγράφεται στην Έκθεση Υπεράσπιση της, ότι η επίδικη αγωγή είναι νομικά ανύπαρκτη και/ή άκυρη και/ή αβάσιμη, επειδή εγέρθηκε με λανθασμένο τύπο. Ούτε ο Ενάγοντας προώθησε τη θέση του ότι η υπεράσπιση της Εναγόμενης είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της παρούσας υπόθεσης. Ένεκα της αρχής ότι ισχυρισμοί που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθέντες, οι πιο πάνω θέσεις των μερών δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο (βλ. σχετικά Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/19, ημερ. 28.05.2020).

 

34. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Συναφώς, σημειώνεται ότι δεν δικογραφήθηκαν οι θέσεις που ο Ενάγοντας προέβαλε, κατά τη μαρτυρία του, περί μη εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης της Εναγόμενης να καταβάλει το μερίδιο της όσον αφορά τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης και περί καταβολής του εν λόγω μεριδίου από τον ίδιο το 2002, περί του ότι δεν έπρεπε να υπάρχει χρέωση για επιπλέον έργα, περί εικονικών εξόδων που αναφέρονται στην επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερ. 05.09.2018 (βλ. Τεκμήριο 7), περί εξαναγκασμού της εκπροσώπου του από την Εναγόμενη να υπογράψει την ακυρωτική συμφωνία 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 8), καθώς και παράβασης της σύμβασης αγοραπωλησίας, εκ μέρους της Εναγόμενης, λόγω παράλειψης της τελευταίας να τον ειδοποιήσει για την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση και  συνεπώς οφείλει να τον αποζημιώσει. Οι πιο πάνω θέσεις προβληθήκαν για πρώτη φορά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα και συνεπώς δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα και δεν θα τύχουν εξέτασης. Παρομοίως, οι θέσεις της Εναγόμενης, ότι η ακυρωτική συμφωνία συνιστούσε συμφωνία συμβιβασμού και ότι ο Ενάγοντας κωλύεται, δυνάμει των αρχών του «accord and satisfaction», του «waiver» και του «estoppel», να επαναφέρει αξιώσεις τις οποίες είχε εγκαταλείψει, δεν δικογραφήθηκαν και προβλήθηκαν για πρώτη φορά στη Γραπτή Αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της. Ως εκ τούτου, δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα και δεν θα τύχουν εξέτασης.

 

35. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εναγόμενης, εντοπίζονται αριθμητικές αποκλίσεις από τις δικογραφημένες θέσεις της. Ειδικότερα, στη μαρτυρία τους ανέφεραν ότι καταβλήθηκε στην Εναγόμενη το οφειλόμενο ποσό των €34.200, αντί του δικογραφημένου ως οφειλόμενου ποσού των €34.210, καθώς και ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος αγοραπωλησίας ανερχόταν σε Λ.Κ.1.750, αντί του ποσού των Λ.Κ.1.700 (€2.907) που αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπιση της Εναγόμενης.

 

36. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η λογικοφάνεια των εκδοχών τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2012, ημερ. 19.04.2018). Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/11, ημερ. 31.05.2017). Επιπλέον, μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Περαιτέρω, έχω διεξέλθει με προσοχή τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από έκαστο μάρτυρα.

 

37. Όσον αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνώμονα στην υπόθεση Evangelou & another ν. Ambizas and another (1982) 1 C.L.R. 41 αναφέρθηκε ότι εμπειρογνώμονες προμηθεύουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να αξιολογηθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων τους. Βασική αρχή είναι ότι «experts give evidence and do not decide the issue» (Phipson on Evidence 12. έκδοση σελ. 486). Ως εκ τούτου, οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos  (1989) 1 C.L.R. 1, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013). Ως προς τις αρχές που διέπει το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αυτές έχουν αναλυθεί στην υπόθεση Αντρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14. ημερ. 02.05.2017.

 

38. Περαιτέρω, σχετικά με την μη αποδοχή μαρτυρίας πραγματογνώμονα στην υπόθεση MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD κ.α. ν. ALSAKO ALUMINIUM LTD κ.α, (2009) 1 Α.Α.Δ 1481 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic (1977) 2 C.L.R. 132 και Vasilico Cement Works Ltd. v. Stavrou (1976) 1 C.L.R. 389). Το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη (βλ.R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87).»

 

39. Στη βάση των πιο πάνω αρχών, τυχόν μαρτυρία που προσκομίστηκε και δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ήτοι που εκφεύγει εξ ολοκλήρου των δικογραφημένων θέσεων των μερών ή επί θεμάτων που περιορίστηκαν από τους συνηγόρους, καθηκόντως, ως αναφέρω ανωτέρω, θα αγνοηθεί και δεν θα τύχει περαιτέρω σχολιασμού. Ειδικότερα, ουσιώδη επίδικα θέματα αποτελούν το περιεχόμενο και η έκταση της πληρεξουσιότητας που ο Ενάγοντας χορήγησε στην εκπρόσωπό του, ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε και κατά πόσο πράγματι οφειλόταν, από τον Ενάγοντα, το ποσό των €34.200 που καταβλήθηκε στην Εναγόμενη, καθώς και το κατά πόσο η υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας, από την εκπρόσωπο του Ενάγοντα, εξασφαλίστηκε συνεπεία απάτης ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης.

 

40. Ο Ενάγοντας δεν μου προκάλεσε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αληθείας. Κατά τη μαρτυρία του διαφάνηκε ότι απέδιδε στους όρους των επίδικων συμφωνιών τη δική του ερμηνεία, κατά τρόπο που τον απάλλασσε από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω, προέβη σε εικασίες ως προς τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ της εκπροσώπου του και της Εναγόμενης, παρά το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν παρών και δεν είχε προσωπική γνώση των σχετικών γεγονότων. Η εκπρόσωπος του Ενάγοντα δεν κλήθηκε να καταθέσει ώστε να εξηγήσει τα όσα διαμείφθηκαν, ποιες παραστάσεις έγιναν προς αυτήν από την Εναγόμενη αναφορικά με το κατ’ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό και τι γνώριζε η ίδια σχετικά με τις επίδικες χρεώσεις. Επιπρόσθετα, ενώ ο Ενάγοντας αναφέρθηκε σε πληρεξούσιο που χορήγησε υπέρ της εκπροσώπου του, δεν προσκόμισε ευανάγνωστο αντίγραφο του ούτε αναγνώρισε το πληρεξούσιο έγγραφο που του υποδείχθηκε. Η μαρτυρία του αναφορικά με τον σκοπό και την έκταση της πληρεξουσιότητας που παραχώρησε στην εκπρόσωπο του δεν επιβεβαιώθηκε από την ίδια ή από οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Επίσης, παρατηρείται ότι το αντίγραφο της σύμβασης δανείου ημερ. 10.08.1995 (βλ. Τεκμήριο 3), δεν προσκομίστηκε στο σύνολο του και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατή η ολοκληρωμένη αξιολόγηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.

 

41. Ούτε η μαρτυρία του αναφορικά με την καταβολή στην Εναγόμενη του ποσού των Λ.Κ.1.700 σε μετρητά κρίνεται αξιόπιστη. Προς επιβεβαίωση της εν λόγω καταβολής δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής της Εναγόμενης ή άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Περαιτέρω, τα αντίγραφα χρεωστικών φύλλων ημερ. 16.06.1995 και 23.08.1995 δια τα ποσά των $1.200 και $1.000 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήριο 2) δεν επεξηγήθηκαν, ούτε περιέχουν οποιαδήποτε αναφορά στην Εναγόμενη.  Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι ακόμη και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντα περί καταβολής του ποσού των Λ.Κ.1.700 σε μετρητά, το άθροισμα του ποσού αυτού και των καταβολών των Λ.Κ.17.250 και Λ.Κ.50.000, ως τα προαναφερόμενο ευρήματα του Δικαστηρίου, θα ανερχόταν σε Λ.Κ.68.950 και όχι σε Λ.Κ.69.000, που αποτελούσε το συμφωνηθέν τίμημα αγοραπωλησίας.

 

42. Αρνητικά επέδρασε στην αξιοπιστία του Ενάγοντα και το γεγονός ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι η Εναγόμενη ουδέποτε πρόβαλε απαίτηση για ληξιπρόθεσμες οφειλές και έξοδα, μεταγενέστερα αναγνώρισε το αντίγραφο του εγγράφου «Statement of Account» ημερ. 07.02.2002 της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 10), ως έγγραφο στο οποίο καταγράφονταν τα έξοδα που φέρονταν να οφείλονται από τον ίδιο και με τα οποία διαφωνούσε. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι είχε καταβάλει το δικό του μερίδιο των εξόδων της εγγυητικής τραπέζης, με βάση τους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας ως θα αναφερθώ πιο κάτω, κρίνεται αναξιόπιστη. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης του, ο Ενάγοντας περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι παρουσιάστηκαν τα σχετικά έγγραφα χωρίς να εξηγήσει με ποιον τρόπο αυτά υποστήριζαν τη θέση του, ενώ τα αντίγραφα των πιστωτικών σημειώσεων ημερ. 21.05.2002 (βλ. Τεκμήριο 4) δεν τεκμηριώνουν την εν λόγω καταβολή, αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να εξηγεί τη φύση των αναγραφόμενων ποσών και τι ακριβώς αφορούσαν. Συνεπώς, πέραν της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας του Ενάγοντα επί της οποίας έγιναν τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου, η λοιπή μαρτυρία του Ενάγοντα ως προς τα επίδικα γεγονότα κρίνεται ατεκμηρίωτη, αναξιόπιστη και συνεπώς απορρίπτεται.   

 

43. Ο ΜΥ.1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν πλήρως κατατοπιστική και περιορίστηκε στα όσα ο ίδιος γνώριζε προσωπικά αναφορικά με το πώς προέκυψε το οφειλόμενο ποσό των €34.200. Ο ΜΥ.1 κατέθεσε το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), όπου καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας διορίζει τη σύζυγο του ως πληρεξούσια αντιπρόσωπό του να προβεί, εκ μέρους του, σε συγκεκριμένες ενέργειες, ως καταγράφονται στο εν λόγω έγγραφο, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να πωλεί και να μεταβιβάζει, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, να ανταλλάσσει ή να διαθέτει, χαριστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την κινητή και ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένης της ίδιας, καθώς και να ακυρώνει οποιαδήποτε σύμβαση αγοραπωλησίας και να αποσύρει από οποιοδήποτε Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση αγοραπωλησίας κατατεθειμένη υπέρ του.[2] Μάλιστα, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), έγινε αποδεκτό από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο κατά την ακύρωση και απόσυρση της κατατεθειμένης σύμβασης αγοραπωλησίας (βλ. Τεκμήριο 1). Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 ήταν ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είχε άμεση γνώση των όσων διαδραματισθήκαν και οδήγησαν στην υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 8) και της νέας σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 9). Η μαρτυρία του, στην ολότητα της, δεν αμφισβητήθηκε. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis (1986) 1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R.383 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Nικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1057), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Ένεκα της παράλειψης αντεξέτασης του ΜΥ.1 αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε και συμφωνήθηκε το οφειλόμενο ποσό των €34.200 και τα όσα διαδραματισθήκαν μεταξύ της εκπροσώπου του Ενάγοντα και της Εναγόμενης, τα οποία οδήγησαν στην υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 8) και της νέας σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 9), καθώς και δεδομένου ότι, ως αναφέρω ανωτέρω, ο ΜΥ.1 είχε άμεση γνώση των επίδικων γεγονότων, ενώ η μαρτυρία του σχετικά με το πώς προέκυψε και συμφωνήθηκε το οφειλόμενο ποσό των €34.200 επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ.2, η μαρτυρία του στην ολότητα της κρίνεται αξιόπιστη για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Πρόσθετα, σημειώνω ότι το ζήτημα της παραγραφής, επί του οποίου αντεξετάστηκαν τόσο ο ΜΥ.1 όσο και ο ΜΥ.2, δεν δικογραφήθηκε ούτε προωθήθηκε από τον Ενάγοντα. 

 

44. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜY.2 επί τούτου, κατ’ αρχάς λαμβάνω υπόψη ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι επαγγελματίας λογιστής, διαθέτει τα σχετικά επαγγελματικά προσόντα και συνεργάζεται με την Εναγόμενη για περίπου 20 έτη. Ως εκ τούτου διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το επίδικο ποσό των €34.200. Εξάλλου, τα επαγγελματικά του προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκαν. Γενικά, ο ΜΥ.2 μου έδωσε την εντύπωση ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και επιδίωξε να εξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε το επίδικο ποσό των €34.200. Ο ίδιος κατέθεσε τον πίνακα της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 13), στον οποίο αναγράφονται με σαφήνεια, σε λίρες Κύπρου, το ποσό και η αιτιολογία κάθε χρέωσης. Όπως εξήγησε εμπεριστατωμένα στη μαρτυρία του, οι χρεώσεις αφορούσαν τόκους, έξοδα τραπεζικής εγγύησης, φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, ασφάλιστρα, αποχετευτικά τέλη, το ανεξόφλητο υπόλοιπο και ένα ποσό επιπλέον εργασιών. Οι κατηγορίες των πιο πάνω χρεώσεων προβλέπονται, κατά περίπτωση, στους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας και συγκεκριμένα στους όρους 3 (β)[3], 5[4], 9[5] και 11[6] της σύμβασης αγοραπωλησίας (βλ. Τεκμήριο 1). Ο ΜΥ.2 επίσης εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν προσκομίστηκαν τα υποστηρικτικά έγγραφα  που τεκμηριώνουν τις εν λόγω χρεώσεις και επιβεβαίωσε ότι η κατάσταση λογαριασμού καταρτίστηκε από τον ίδιο και αποτελεί την ακριβή αποτύπωση των σχετικών χρεώσεων και πληρωμών, βασιζόμενη στα λογιστικά βιβλία και δεδομένα που τηρούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι λογιστικές καταχωρίσεις της Εναγόμενης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τον Ενάγοντα, ελέγχονταν ετησίως από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές και ότι δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε σφάλμα ή απόκλιση που να επηρεάζει την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ.2 εξήγησε ότι η κατάσταση λογαριασμού παραδόθηκε, δια χειρός, το 2002 στον Ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε δεν επικοινώνησε με την Εναγόμενη καθώς και ότι όλα τα σχετικά στοιχεία παρουσιάστηκαν και ελέγχθηκαν από την αντιπρόσωπο του Ενάγοντα κατά την ακύρωση της σύμβασης αγοραπωλησίας και τη νέα πώληση, ως ζητήθηκε από την ίδια. Ο ΜΥ.2 δεν αντεξετάστηκε ως προς το ύψος, τον τρόπο υπολογισμού ή την ορθότητα των εν λόγω χρεώσεων που περιλαμβάνονται στον πίνακα της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 13). Ως προς τα εν λόγω ζητήματα, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη ενώ υποστηρίζεται από τον πίνακα της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 13). Η μη προσκόμιση των υποστηρικτικών εγγράφων των εν λόγω χρεώσεων έχει συνεκτιμηθεί. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της εξήγησης του ΜΥ.2, του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού και, ιδίως, της μη αμφισβήτησης του ύψους και της ορθότητας των χρεώσεων, η παράλειψη αυτή δεν κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ.2, κρίνεται στο σύνολο της αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων επί των ουσιωδών επίδικων γεγονότων.  

 

Ευρήματα Δικαστηρίου

 

45. Αφού έλαβα υπόψη μου την αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα της υπό κρίση αγωγής:

 

Ο Ενάγοντας δεν κατάβαλε το ποσό των Λ.Κ.1.750 έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας των Λ.Κ.69.000, το οποίο παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο προς την Εναγόμενη. Ακολούθως, η κατάσταση λογαριασμού ημερ. 07.02.2002 της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 10), αναφορικά με τα τότε οφειλόμενα προς την Εναγόμενη ποσά, παραδόθηκε δια χειρός στον Ενάγοντα το 2002 και του δόθηκαν οι σχετικές επεξηγήσεις. Έκτοτε, ο Ενάγοντας δεν επικοινώνησε εκ νέου με την Εναγόμενη αναφορικά με τα οφειλόμενα προς την τελευταία ποσά.

 

Με βάση τον όρο (d) του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), η εκπρόσωπος του Ενάγοντα διορίστηκε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπός του με την εξουσία να πωλεί και να μεταβιβάζει, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, να ανταλλάσσει ή να διαθέτει, χαριστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την κινητή και ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένης της ίδιας, καθώς και να ακυρώνει οποιαδήποτε σύμβαση αγοραπωλησίας και να αποσύρει από οποιοδήποτε Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση αγοραπωλησίας κατατεθειμένη υπέρ του Ενάγοντα. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο έγινε αποδεκτό από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για σκοπούς απόσυρσης της κατατεθειμένης υπέρ του Ενάγοντα σύμβασης αγοραπωλησίας (βλ. Τεκμήριο 1).

 

Κατά τις αρχές του 2008, επικοινώνησε με την Εναγόμενη η εκπρόσωπος του Ενάγοντα για να συναντηθούν στην παρουσία προσώπου που επιθυμούσε να αγοράσει την επίδικη κατοικία. Προς τούτο, έγινε η προαναφερθείσα συνάντηση στα γραφεία της Εναγόμενης, παρουσία του λογιστή της Εναγόμενης και του νέου αγοραστή, όπου η Εναγόμενη εξέφρασε την προθυμία της να βοηθήσει την εκπρόσωπο του Ενάγοντα στην ολοκλήρωση της πράξης πώλησης της επίδικης κατοικίας στον νέο αγοραστή. Προς τούτο, οι δικηγόροι της εκπροσώπου του Ενάγοντα απέστειλαν στους δικηγόρους της Εναγόμενης το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), προς έλεγχο, καθώς και την ακυρωτική συμφωνία ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 8) και τη νέα σύμβαση αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 9), τις οποίες ετοίμασαν οι δικηγόροι της εκπροσώπου του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη δεν ενεπλάκη στον καθορισμό του ποσού πώλησης των €188.100 (Λ.Κ.110.000), που συμφωνήθηκε μεταξύ της εκπροσώπου του Ενάγοντα και του νέου αγοραστή.

 

Το ποσό των €34.200 περιλάμβανε το εναπομείναν υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.1.750 του τιμήματος αγοραπωλησίας, καθώς και ποσό επιπλέον εργασιών («extra work»), χρεώσεις τόκων («interest»), το μερίδιο του Ενάγοντα στα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης («1/2 bank guarantee charges»), φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας («immovable property taxes»), ασφάλιστρα («fire insurance» και «fire and earthquake insurance»), αποχετευτικά τέλη («sewerage fee») και δημοτικούς φόρους («town tax & town rate»). Οι φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας, οι δημοτικοί φόροι και τα αποχετευτικά τέλη, που αφορούσαν την περίοδο από το 2002 μέχρι και τις 15.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 13), επιβάλλονταν στην Εναγόμενη ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και στη συνέχεια χρεώνονταν στον Ενάγοντα, κατά το μέρος που αναλογούσε στην επίδικη κατοικία. Με εξαίρεση τη χρέωση για επιπλέον εργασίες, οι πιο πάνω κατηγορίες χρεώσεων προβλέπονταν, κατά περίπτωση, στους όρους 3(β), 5, 9 και 11 της σύμβασης αγοραπωλησίας (βλ. Τεκμήριο 1). Η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Ενάγοντα έλεγξε την κατάσταση λογαριασμού και τα σχετικά στοιχεία που της παρουσιάστηκαν και, αφού αφαιρέθηκαν τα «ledger fees» και τα δικηγορικά έξοδα, συμφώνησε ότι το οφειλόμενο από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη ποσό ανερχόταν σε €34.200.

 

Βάρος Απόδειξης

 

46. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295). Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων Η.  Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (βλ. Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858).

 

47. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι  το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.

 

 

Νομική Πτυχή

48. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, η κύρια αξίωση του εδράζεται στο αστικό αδίκημα της απάτης, όπως άλλωστε διευκρινίστηκε στις γραπτές αγορεύσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του, με τις οποίες η υπόθεση του περιορίστηκε στην εν λόγω βάση. Περαιτέρω, προωθείται εναλλακτικώς αξίωση επιστροφής του ποσού των €34.200 στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

49. Το Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148) (εφ’εξής «το Κεφ. 148»), διαλαμβάνει τα εξής:

 

«36. Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η όποια γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:

Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:

Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η όποια έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εvαγόμεvo.»

 

50. Από το άρθρο 36 του Κεφ. 148 προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί αγωγή, στη βάση του αστικού αδικήματος της απάτης, θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής συστατικά στοιχεία: (1) να υπάρχει ή να έχει γίνει κάποια ψευδή παράσταση γεγονότος, (2) ο εναγόμενος να γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή τουλάχιστον να γίνεται χωρίς να υπάρχει γνήσια πεποίθηση ότι αυτή ήταν αληθής ή απερίσκεπτα ή αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, (3) η παράσταση έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγοντας στη βάση αυτής, (4) ο Ενάγοντας ενήργησε στη βάση της εν λόγω ψευδούς παράστασης, και (5) ο Ενάγοντας υπέστη ζημιά, ενεργώντας στη βάση της ψευδούς αυτής παράστασης. Χρήσιμη ανασκόπηση του αστικού αδικήματος της απάτης και των συστατικών του στοιχείων, γίνεται στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο» Τόμος Β σελ. 765-770, όπου γίνεται επίσης αναφορά στη θεμελιώδη απόφαση του κοινοδικαίου, Derry ν. Peek (1889) 14 App. Cas. 337.

 

51. Περαιτέρω στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση TOUCHSTONE SNAIL TECHNOLOGIES LTD κ.α. v. K INVEST CONSULTING SAL OFFSHORE κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21, 29.03.2024[7] γίνεται ανάλυση του αστικού αδικήματος της απάτης ως εξής:

 

«Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, Volume 2, 19th Ed. σελ. 43, επεξηγείται ότι στο κοινοδίκαιο, η αγωγή για δόλο (action in fraud) συνήθως παίρνει την μορφή μίας ή περισσοτέρων ξεχωριστών βάσεων αγωγής οι οποίες είναι διακριτές και εκάστη έχει τα δικά της απαραίτητα συστατικά στοιχεία, εκ των οποίων είναι και ο δόλος με την έννοια της δόλιας συμπεριφοράς ή δόλιας νοητικής κατάστασης του αδικοπραγούντος . Δεν  αναγνωρίζεται επομένως στο κοινοδίκαιο ο δόλος ως αυτοτελές αστικό αδίκημα. Η συνομωσία και η απάτη απαριθμούνται στο εν λόγω σύγγραμμα ως τέτοιες διακριτές βάσεις «αγωγής για δόλο» και εκάστη αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με διαφορετικά συστατικά στοιχεία.

 

Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, εκδόσεις Sweet & Maxwell, 24η έκδοση του 2023, σελ. 1297 αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) αποκαλείται στο κοινοδίκαιο μερικές φορές ως «fraud» (δόλος). Προκύπτει ξεκάθαρα από το εν λόγω σύγγραμμα ότι όταν στο κοινοδίκαιο γίνεται αναφορά στο αστικό αδίκημα του δόλου εννοείται το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) όπως αυτό αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο από το 1789 (βλ. Pasley v. Freeman (1789) 3 T.R. 51 και μετέπειτα Derry v. Peak(1889) 14 App. Cas. 337) και όπως έχει ενσωματωθεί στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.

 

Στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Τόμος Δεύτερος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη του Π. Πολυβίου, σελ. 697, αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης αποκαλείται στο κοινοδίκαιο deceit ή fraud, και ξεκαθαρίζεται επομένως και στο εν λόγω σύγγραμμα ότι ο δόλος (fraud) δεν αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα άλλο από την απάτη. Στην Petri v. The Police (1968) 2 C.L.R. 40 ο όρος «fraud» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα εκ των συστατικών στοιχείων της απάτης, ήτοι ότι η ψευδής παράσταση γεγονότος, γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής.

 

[…]

 

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η νοητική κατάσταση που απαιτείται από το Άρθρο 36 ανωτέρω να έχει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε ψευδή παράσταση, αναφέρεται μερικές φορές στη νομολογία ως δόλος (fraud). Ο «δόλος» απαντάται δε μερικές φορές στη νομολογία ως συστατικό του αστικού αδικήματος της απάτης.»

 

52. Στην υπόθεση Τσιάρτας Ανδρέας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 1523 αναφέρθηκαν επίσης τα εξής σχετικά: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed, vol. 18, p.189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ'ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou (1987) 1 C.L.R. 547».

 

53. Όσον αφορά την αξίωση αποκατάστασης στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επί της οποίας επίσης εδράζεται η υπό κρίση αγωγή, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, όμως αποτελεί, ως έννοια, με βάση τους κανόνες επιείκειας, τον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση, ώστε να θεραπευθεί η αδικία που γίνεται σε ένα πρόσωπο όταν το αντίδικο μέρος προσπορίζεται όφελος χωρίς αντάλλαγμα[8]. Χρήσιμη ανάλυση της αρχής αυτής περιέχεται στην υπόθεση Ιωαννίδη κ.ά. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2013, ημερ. 13.1.2020, ECLI:CY:AD:2020:A11, στην οποία γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Ζένιος Λτδ v. Touch Properties and Investments Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 484/2012, ημερ. 10.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:A225, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η νομική υπόσταση της αξίωσης για αποζημιώσεις στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού εδράζεται επί του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149. Το άρθρο αυτό προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο 70 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution).

 

Προς αποκατάσταση ο πλουτισμός πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι αδικαιολόγητος (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.ά. (2012) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1711).

 

Στην υπόθεσηΑρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν. Δημητρίου Κακαβού, Πολ. Εφ. 278/2010, ημερ. 15/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A683 αναφέρθησαν τα εξής ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό:

 

«Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ.Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. 

 

Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό,(Orakpo v. Manson Investments Ltd (1978) AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Miverva Finance and Investment Ltd v.Γεωργιάδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1 Α.Α.Δ. 1077.  Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330.»

 

Η βασική αρχή που εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι μια αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος με έξοδα του ενάγοντα (βλ. Benedetti v. Sawiris (2013) 3 WLR 351).»

 

54. Επίσης, στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Surebuild Constructions Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 317/2019, 31.10.2025, το Εφετείο ανέφερε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι κατευθυντήριες γραμμές για επιτυχία αξίωσης σε υποθέσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι οι εξής: (i) έχει ο εναγόμενος ωφεληθεί ή πλουτίσει; (ii) ο πλουτισμός έγινε σε βάρος του ενάγοντα; (iii) ο πλουτισμός αυτός ήταν αδικαιολόγητος; (βλ. Θεοχαρίδης v. Ιωάννου κ.ά. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1311, Marc Harding κ.α. v. Aqua Sol Hotels Public Co Ltd κ.α. (ανωτέρω), A.G. Lithotechnic Ltd v. Πρίνος Λαχαναγορά Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 359/2019, ημερομηνίας 04.07.2025).

 

Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

55. Εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές και έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της απάτης. Ειδικότερα, δεν απέδειξε ότι η Εναγόμενη προέβη σε ψευδή παράσταση γεγονότος αναφορικά με το ποσό των €34.200. Αντίθετα, ως τα προαναφερόμενα ευρήματα του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω ποσό αντιστοιχούσε στο ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος αγοραπωλησίας και στις λοιπές χρεώσεις που αναφέρονται ανωτέρω, οι οποίες, με εξαίρεση τη χρέωση για επιπλέον εργασίες, προβλέπονταν, κατά περίπτωση, στους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας. Η χρέωση για επιπλέον εργασίες περιλαμβανόταν στον πίνακα της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 13), δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Εναγόμενης και συμπεριλήφθηκε στο ποσό που συμφωνήθηκε κατά την ολοκλήρωση της πράξης πώλησης της επίδικης κατοικίας στον νέο αγοραστή και τη συνακόλουθη υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 8) και της νέας σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 9). Ούτε η διατύπωση της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 8) ότι ο Ενάγοντας δεν είχε εξοφλήσει πλήρως το τίμημα αγοραπωλησίας και όφειλε το ποσό των €34.200 αποδεικνύει, αφ’εαυτής, ψευδή παράσταση εκ μέρους της Εναγόμενης. Μπορεί μεν η εν λόγω συμφωνία να μην αναλύει τις επιμέρους χρεώσεις που συναποτελούσαν το συνολικό ποσό, πλην όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα σχετικά στοιχεία παρουσιάστηκαν και ελέγχθηκαν από την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του Ενάγοντα, η οποία συμφώνησε το οφειλόμενο ποσό, αφού αφαιρέθηκαν τα «ledger fees» και τα δικηγορικά έξοδα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη απέκρυψε τι αφορούσε το ποσό των €34.200 ή ότι προέβη σε ψευδή παράσταση γεγονότος εν γνώσει του ψεύδους αυτής, χωρίς πίστη στο αληθές αυτής ή απερίσκεπτα και αδιάφορα ως προς το κατά πόσο ήταν αληθής ή ψευδής, με σκοπό να εξαπατήσει την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του Ενάγοντα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Ενάγοντα εξαπατήθηκε και ενήργησε εξαιτίας οποιασδήποτε ψευδούς παράστασης. Αντίθετα, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το ποσό των €34.200 ελέγχθηκε από την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του Ενάγοντα και συμφωνήθηκε ως οφειλόμενο, αφού αφαιρέθηκαν τα «ledger fees» και τα δικηγορικά έξοδα. Ούτε αποδείχθηκε ότι ο Ενάγοντας υπέστη ζημία επειδή η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του ενήργησε στη βάση των παραστάσεων της Εναγόμενης σχετικά με το τι αφορούσε το ποσό των €34.200.

 

56. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Ενάγοντα ενήργησε καθ’υπέρβαση της πληρεξουσιότητας της, δια της αναγνώρισης οφειλής του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, η επίλυση του ζητήματος προϋποθέτει την ερμηνεία των όρων του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11). Ως προς την ερμηνεία των όρων μιας σύμβασης, στην υπόθεση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 111/13 ημερ. 17.06.2021 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«[…], η ερμηνεία των όρων μιας συμφωνίας αποτελεί νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου εναπόκειται στο δικαστήριο και μόνο. Παρέπεμψε στην πλούσια περί τούτου νομολογία την οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε στην ίδια έκταση (Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση (2000) 1 Α.Α.Δ. 1809, Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance (2011) 1 A.A.Δ. 1739, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)(1998) 1 Α.Α.Δ. 2335).

 

Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα.  Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ'  απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab  (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή».»

 

57. Περαιτέρω, το άρθρο 186 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) (εφ’εξής «το Κεφ. 149»), προβλέπει ότι οι συμβάσεις που συνάπτονται και οι πράξεις που διενεργούνται από αντιπρόσωπο επιφέρουν τις ίδιες έννομες συνέπειες ωσάν να είχαν συναφθεί ή διενεργηθεί από τον ίδιο τον αντιπροσωπευόμενο. Τα άρθρα 187[9] και 188[10] του Κεφ. 149 ρυθμίζουν τις συνέπειες που επέρχονται όταν ο αντιπρόσωπος ενεργεί καθ’υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του παραχωρήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ως τα άνω ευρήματα του Δικαστηρίου, με βάση τον όρο (d) του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), η εκπρόσωπος του Ενάγοντα διορίστηκε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπός του με την εξουσία να πωλεί και να μεταβιβάζει, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, να ανταλλάσσει ή να διαθέτει, χαριστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την κινητή και ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένης της ίδιας, καθώς και να ακυρώνει οποιαδήποτε σύμβαση αγοραπωλησίας και να αποσύρει από οποιοδήποτε Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση αγοραπωλησίας κατατεθειμένη υπέρ του Ενάγοντα. Ο έλεγχος και η συμφωνία του πιο πάνω ποσού των €34.200  που έπρεπε να καταβληθεί προς την Εναγόμενη για την ολοκλήρωση της ακύρωσης της σύμβασης αγοραπωλησίας και της πώλησης της επίδικης κατοικίας στον νέο αγοραστή δεν αποτελούσαν αυτοτελή αναγνώριση άσχετου ή νέου χρέους, αλλά ενέργειες άμεσα συνδεδεμένες με την πώληση της επίδικης κατοικίας και την ακύρωση της αρχικής σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 15.06.1995 (βλ. Τεκμήριο 1), ήτοι πράξεις τις οποίες η πληρεξούσια αντιπρόσωπος είχε ρητώς εξουσιοδοτηθεί να διενεργήσει, δηλαδή να πωλεί με οποιοδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε υπέρβαση της πληρεξουσιότητάς της και τα άρθρα 187 και 188 του Κεφ. 149 δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Ούτε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα ότι μόνο ο όρος 5 της σύμβασης αγοραπωλησίας ημερ. 15.06.1995 (βλ. Τεκμήριο 1) παρείχε δικαίωμα τερματισμού διαφοροποιεί την κατάληξη αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για μονομερή τερματισμό της σύμβασης αγοραπωλησίας από την Εναγόμενη, αλλά για ακύρωσή της στο πλαίσιο της νέας πώλησης της επίδικης κατοικίας, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή και τη συμφωνία της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του Ενάγοντα, δυνάμει του όρου (d) του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11), ο οποίος όρος της παρείχε ρητώς την εξουσία να ακυρώνει οποιαδήποτε σύμβαση αγοραπωλησίας και να αποσύρει από οποιοδήποτε Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση αγοραπωλησίας κατατεθειμένη υπέρ του Ενάγοντα.

 

58. Η αξίωση του Ενάγοντα για επιστροφή του ποσού των €34.200 στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού επίσης δεν μπορεί να επιτύχει. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη ωφελήθηκε σε βάρος του Ενάγοντα, ο πλουτισμός αυτός δεν ήταν αδικαιολόγητος. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, το εν λόγω ποσό αντιστοιχούσε στις οφειλές του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη και καταβλήθηκε κατόπιν ελέγχου και συμφωνίας της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο της ακύρωσης της σύμβασης αγοραπωλησίας και της ολοκλήρωσης της πώλησης της επίδικης κατοικίας στον νέο αγοραστή. Επομένως, υπήρχε νόμιμη και πραγματική βάση για την καταβολή και διατήρησή του εν λόγω ποσού από την Εναγόμενη.

 

59. Συνακόλουθα, ο Ενάγοντας δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την αξίωση του εναντίον της Εναγόμενης ούτε στη βάση του αστικού αδικήματος της απάτης ούτε στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ελλείψει απόδειξης οποιασδήποτε από τις πιο πάνω βάσεις της απαίτησης του Ενάγοντα, παρέλκει η εξέταση των αξιώσεων του Ενάγοντα για γενικές, ειδικές, επαυξημένες ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και τόκο, οι οποίες κατ’επέκταση απορρίπτονται.

 

Κατάληξη

 

60.  Για λόγους ως εκτέθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση του εναντίον της Εναγόμενης. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται. 

 

Έξοδα

 

61. Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Ν.14/1960 και τη Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντος διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 419).

 

62. Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπ.) ..……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Παρατηρείται, ωστόσο, ότι στην απόδειξη είσπραξης ημερ. 17.01.2008 (βλ. Τεκμήριο 12) το αναγραφόμενο ποσό ανέρχεται σε €34.170.

[2] Βλ. σχετικά όρο (d) του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 07.03.2002 (βλ. Τεκμήριο 11) που προνοεί ότι «To sell and transfer at any price, exchange, dispose of, by way of gift or present or otherwise, to any person or persons, company or companies, including himself my movable and immovable property, which is or may be hereafter registered in my name. To cancel any contract of sale and withdraw any contract of sale deposited in my favour with any Land Registry Office».

[3] «The amount of C£51.750:- (Cyprus pounds Fifty one thousands Seven Hundred and fifty) being the balance of the Purchase price shall be paid by the Purchaser to the Vendors upon delivery of the unit as provided in clause 6 hereunder on the 15/7/1995 with a loan the Purchaser shall obtain from the Bank of Cyprus Ltd. The payment of the above loan which shall be obtained by the debtor Purchaser to the Bank of Cyprus Ltd shall be secured by the Vendors by a Bank guarantee given in favour of the Bank of Cyprus Ltd., and all the costs and burdens of the above bank guarantee shall be paid by both parties equally. The issuing of the title deeds and the genuine willingness of the Vendors to transfer the purchased property in the name of the Purchaser independently of registering it in his name shall discharge the Vendors from the payment of the above guarantee». (υπογράμμιση Δικαστηρίου).

[4] «If the purchaser fails to pay any one of the above installments or any part thereof for more than 30 days from the due date then the whole outstanding balance of the agreed price shall immediately become due and payable upon written notice to the purchaser and shall be subjected to interest 9% per annum or such higher interest as may be allowed by the law from time to time». (υπογράμμιση Δικαστηρίου).

[5] «The purchaser agrees that before a title deed is issued in the purchaser’s name the vendors shall have the right to insure in their name the said unit against fire and/or against any other risk, if the circumstances reasonably so require. Further the purchaser agrees that all premiums in respect of such insurance, will be debited to his account under this agreement. From the date of delivery of the unit to purchaser the risk of a whole or partial destruction of it shall bare the purchaser». (υπογράμμιση Δικαστηρίου).

[6] «The purchaser from the date of the delivery of the said unit shall be liable for the payment of all immovable property taxes and generally of all taxes, dues any other charges in respect of the ownership, possession and use of the said purchased unit. Provided that the Vendors will continue to be liable for the payment of all immovable property or other taxes, dues and any other charges in respect of the ownership, possession and use of the purchased unit until delivery».

[7] Βλ. επίσης σχετικά υποθέσεις Η.Α ΣΑΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ Α.Χ. ν. Π.Χ. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 263/19 ημερ. 30.04.2026 και ANDRΕAS KAVALLARIS JEWELLERS LTD ν. Γεώργιου Χατζηβασιλείου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 80/18 ημερ. 20.09.2024.

[8] Βλ. Marc Harding κ.α. ν. Αqua Sol Hotels Public Co Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 146/15, ημερ. 09.07.2024.

[9] «187. Αν ο αντιπρόσωπος ενεργήσει καθ’ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε, και όταν το μέρος αυτών που διενεργήθηκαν, το οποίο εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας, δύναται να διαχωριστεί από το μέρος το οποίο διενεργήθηκε καθ’ υπέρβαση, τότε μόνο το μέρος το οποίο εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας είναι δεσμευτικό καθ’ όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του αντιπροσωπευόμενου».

[10] «188. Αν ο αντιπρόσωπος ενεργήσει καθ’ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε και το μέρος από αυτά που διενεργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας δεν δύναται να διαχωριστεί από αυτά που διενεργήθηκαν εντός των ορίων αυτής, ο αντιπροσωπευόμενος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τη συναλλαγή».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο