ATLASPANTOU CO LTD ν. MASERDO LTD κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 2659/2023, 30/9/2026
print
Τίτλος:
ATLASPANTOU CO LTD ν. MASERDO LTD κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 2659/2023, 30/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                

       Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 2659/2023 I-Justice

Μεταξύ:

ATLASPANTOU CO LTD, Αρ. Εγγραφής HE xxx, xxx Λεμεσός

                                                                                                                        Ενάγουσας

και

 

1.  MASERDO LTD (HE χχχ), xxx Λεμεσός

2.  PHOTIOU ARCHITECTS L.L.C. (HE xxx), xxx Λεμεσός

3.  ΙΑΣΩΝΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, xxx Λεμεσός

Eναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 12.04.24 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 30.09.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση: κος Αλ. Γαβριηλίδης μαζί με κ. Δ. Γιαννακού

         για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η αίτηση: κος Μ. Νικολάου μαζί με κα Ε. Ιωσήφ

 για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Δικονομικό Ιστορικό Υπόθεσης – Εκδοχές Διαδίκων:

Η Εναγόμενη 1 είναι μέλος ομίλου εταιρειών και ιδιοκτήτρια τεμαχίου στην Παρεκκλησιά της επαρχίας Λεμεσού. Επειδή επιθυμούσε την ανάπτυξη του εν λόγω τεμαχίου, η Εναγόμενη 1, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, συμβλήθηκε γραπτώς με την Ενάγουσα, η οποία είναι εργοληπτική εταιρεία στην Κύπρο, υπό την ιδιότητα του κυρίως εργολάβου, για την ανέγερση πολυώροφου κτιρίου και σχετικές εξωτερικές εργασίες με την ονομασία «Ararat Grand Residences» (στο εξής το «έργο»). Προς τον σκοπό αυτό στις 12.12.19 υπογράφτηκε από μέρους τους συμβόλαιο εργολαβίας έναντι του ποσού €16.400.000,00 με όρους σε αγγλικό κείμενο του Εντύπου Ε1(Α) Εργολαβικών Συμβολαίων για Κατασκευαστικά Έργα με ποσότητες της Μικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίου Κύπρου (στο εξής οι «όροι του συμβολαίου»). Εκτός από τους όρους υπήρχαν και άλλα έγγραφα, τα οποία όλα μαζί αποτελούσαν το πλαίσιο της σύμβασης («έγγραφα συμβολαίου»). Τα έγγραφα συμβολαίου προνοούσαν επίσης την κατασκευή υποσταθμού της Α.Η.Κ. για εξυπηρέτηση των αναγκών του έργου.

Αρχιτέκτονας του έργου, με βάση το έντυπο συμβολαίου, είναι η Εναγόμενη 2, αντιπρόσωπος της οποίας είναι ο Εναγόμενος 3. Στο ίδιο έντυπο συμβολαίου κατονομάζεται ακόμη συγκεκριμένο πρόσωπο που θα ενεργούσε ως Επιμετρητής Ποσοτήτων στο έργο. Τα καθήκοντα, υποχρεώσεις και εξουσίες κάθε εμπλεκόμενου προσώπου (συμβαλλόμενα μέρη, αρχιτέκτονα και επιμετρητή ποσοτήτων) καθορίζονται μέσα από τους όρους του συμβολαίου αλλά και γενικότερα μέσα από τα έγγραφα συμβολαίου.

 

Με βάση τους όρους του Εντύπου Συμβολαίου, οι οποίοι αποτελούν κοινό έδαφος των συμβαλλομένων μερών, ημερομηνία παραλαβής κατοχής του χώρου από την Ενάγουσα εντός του οποίου θα κατασκευάζονταν οι εργοληπτικές εργασίες (date of possession) συμφωνήθηκε η 23η Δεκεμβρίου 2019, ενώ ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών του έργου (practical completion date) συμφωνήθηκε η 23η Δεκεμβρίου 2021. Παράλληλα σε συμμόρφωση με τους όρους του συμβολαίου, η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη 1 ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση πιστής εκτέλεσης για ποσό ύψους €1.640.000 που ισοδυναμεί με το 10% του αρχικού ποσού συμβολαίου (performance bank guarantee). Αντίστοιχη συμμόρφωση με τους όρους του συμβολαίου υπήρξε και από πλευράς της Εναγομένης 1, η οποία κατέβαλε στην Ενάγουσα προκαταβολή ίση με το 10% του αρχικού ποσού του συμβολαίου (advance payment).

 

Κατά την εκτέλεση των εργασιών του έργου προέκυψαν διαφορές μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 με τους συμβούλους της. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα απαιτεί από την Εναγόμενη 1 την καταβολή αποζημιώσεων ύψους €8.886.476,61 ως απώλειες και ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης 1 και του αρχιτέκτονα της στο έργο για διάφορους λόγους που τους καταλογίζει υπέστη από διατάραξη της κανονικής προόδου των εργασιών του έργου, από μη πληρωμή εκτελεσθείσας εργασίας και από την παρατεταμένη παραμονή της στο χώρο του έργου που την έχει υπολογίσει σε 729 επιπλέον ημερολογιακές ημέρες.

 

Αντίθετα η Εναγόμενη 1 αρνείται τα όσα της επιρρίπτει η Ενάγουσα με τον αρχιτέκτονα του έργου να εγκρίνει μόνο 194 ημερολογιακές ημέρες καθυστέρησης που θεωρεί ότι οφείλονταν σε παράγοντες πέραν του ελέγχου των συμβαλλομένων μερών αλλά όχι απαραίτητα πέραν της υποχρέωσης της Εναγομένης 1 για καταβολή αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, η συνολική αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ανέρχεται, με βάση τους υπολογισμούς του αρχιτέκτονα και του επιμετρητή ποσοτήτων του έργου, στα €17.224.284,00 με την Ενάγουσα να έχει πληρωθεί ποσό πέραν των €17.000.000,00. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή επειδή, με βάση υπολογισμούς του επιμετρητή ποσοτήτων του έργου και εγκρίθηκαν από τον αρχιτέκτονα με την έκδοση του ενδιάμεσου πιστοποιητικού πληρωμής Αρ. 41, έχει υπερπληρωθεί ποσό ύψους €252.680,00. Περαιτέρω είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι οι εργασίες του έργου έπρεπε λογικά να είχαν συμπληρωθεί μέχρι τις 05.07.22, πλην όμως η Ενάγουσα απέτυχε να το πράξει. Συνεπώς επιρρίπτει αποκλειστική ευθύνη για καθυστέρηση στην δέουσα και με επιμέλεια εκτέλεση των εργασιών του έργου στην Ενάγουσα. Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 επικαλείται αδικαιολόγητη και ατεκμηρίωτη καθυστέρηση 562 ημερολογιακών ημερών που προκλήθηκε για την περίοδο από 05.07.22 (που έπρεπε σύμφωνα με την πλευρά της Εναγομένης 1 οι εργασίες να είχαν έμπρακτα συμπληρωθεί) μέχρι τις 17.01.24 που είναι η ημερομηνία επιστροφής κατοχής του χώρου από την Ενάγουσα. Είναι ακόμη η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες του έργου καθώς επίσης ότι εκτέλεσε εργασίες κακότεχνα και πλημμελώς. Ένεκα της αποτυχίας που η Εναγόμενη 1 χρεώνει στην Ενάγουσα σε ότι αφορά τη μη επίτευξη προόδου στην εκτέλεση εργασιών του έργου δεόντως και με επιμέλεια, ο αρχιτέκτονας του έργου στις 06.09.23 εξέδωσε πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών στο έργο και η Εναγόμενη 1 με επιστολή της ημερ. 22.12.23 προχώρησε σε τερματισμό των υπηρεσιών της Ενάγουσας εργοδοτώντας νέο εργολάβο για να συμπληρώσει τις εργασίες στο έργο. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι από την προαναφερόμενη καθυστέρηση υπέστη έξοδα και ζημιές ύψους €1.124.000,00 πλέον επικαλούμενες απώλειες από τη μείωση της αγοραίας αξίας μη πωλημένων διαμερισμάτων, τα οποία ενδεχομένως να διεκδικήσει ως αποζημιώσεις υπό τη μορφή ανταπαίτησης.

 

Με γνώμονα ότι τα συμβαλλόμενα μέρη διέγραψαν τον τυποποιημένο όρο που περιλαμβάνεται στους όρους του συμβολαίου και είχε τη μορφή συμφωνητικού εγγράφου το οποίο προνοούσε διαδικασία διευθέτησης των διαφορών τους εκτός Δικαστηρίου καθιστώντας τον έτσι χωρίς νομική ισχύ (όρος 36 – «Settlement of disputes»), οι διαφωνίες των διαδίκων οδηγήθηκαν για επίλυση εντός της δικαστικής αίθουσας. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 1 στις 08.01.24 καταχώρησε την αγωγή αρ. 10/24 IJ στο Ε.Δ. Λεμεσού, στα πλαίσια της οποίας, κατόπιν σχετικής αίτησης της, εξασφάλισε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στην Ενάγουσα να εισέλθει στο έργο και να κατέχει ή/και να εκμεταλλευτεί με οποιοδήποτε τρόπο το έργο. Να σημειωθεί ότι, εξ’ όσον έχω αντιληφθεί από τις αναφορές των διαδίκων, η αγωγή αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί.

 

Επιπρόσθετα στις 18.12.23 η Ενάγουσα καταχώρισε τον έντυπο απαίτησης της παρούσας αγωγής, στα πλαίσια του οποίου την ίδια ημέρα υπέβαλε μονομερώς αίτηση στην οποίαν στις 20.12.23 πέτυχε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στην Εναγόμενη 1 να εξαργυρώσει και/ή ρευστοποιήσει την τραπεζική εγγύηση πιστής εκτέλεσης ύψους €1.640.000. Η Εναγόμενη 1 υπέβαλε ένσταση και κατόπιν εκδίκασης της αίτησης, το Ε.Δ. Λεμεσού (υπό διαφορετική σύνθεση) με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 21.11.24 ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδώσει μονομερώς για τους λόγους εξηγεί. Συνεπεία της απόφασης αυτής, η Εναγόμενη 1 προχώρησε στην εξαργύρωση όλου του ποσού της εν λόγω τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης.

 

Στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 21.12.23 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Στις 29.02.24 η Ενάγουσα καταχώρισε την έκθεση απαίτησης της. Μετά από διάταγμα ημερ. 05.06.26 η έκθεση υπεράσπισης της Εναγομένης 1 αναμένεται να καταχωριστεί μέχρι τις 30.09.26. Επομένως στο παρόν στάδιο που εξετάζεται η υπό κρίση αίτηση, ενώπιον μου δεν υπάρχει καταχωρημένη έκθεση υπεράσπισης.

 

Η υπό κρίση Αίτηση:

Ακολούθησε η υποβολή της υπό κρίση αίτησης στις 12.04.24, η οποία στρέφεται εναντίον όλων των Εναγομένων. Ωστόσο στις 16.07.24, η Ενάγουσα, δια των συνηγόρων της, απέσυρε την αίτηση στο βαθμό και στην έκταση που αφορούσε τους Εναγομένους 2 & 3. Οπότε η αίτηση αυτή προχώρησε για εκδίκαση σε ότι αφορά μόνο την Εναγόμενη 1.

 

Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση και η αίτηση αυτή εκδικάστηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού (υπό διαφορετική σύνθεση). Ενώ εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 08.06.26 διέταξε την επανεκδίκαση της από άλλο αρμόδιο Δικαστή του Ε.Δ. Λεμεσού σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του Δικαστηρίου. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, μου ανατέθηκε από τον Διοικητικό Πρόεδρο του Ε.Δ. Λεμεσού η εκ νέου εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Ευθύς ειδοποιήθηκαν οι συνήγοροι των εμπλεκομένων διαδίκων να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγμα που έγινε στις 12.06.26. Εκείνη την ημέρα αφού εγκρίθηκαν αντίστοιχα αιτήματα των διαδίκων και τους δόθηκε άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση για τους λόγους που είχαν θέσει στο Δικαστήριο, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 07.07.26, η οποία και πραγματοποιήθηκε.

 

Με την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση η Ενάγουσα (Αιτήτρια) ζητεί την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος:

(α)       παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων με το οποίο να διατάζεται η Εναγόμενη 1 να μην απομακρύνει από την Κυπριακή Δημοκρατία περιουσία της και/ή με οποιονδήποτε τρόπο να μην μειώσει την αξία κινητής ή ακίνητης περιουσίας της μέχρι ποσού €8.886.476,91 με ισχύ μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην απαίτηση και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου,

(β)       που να διατάζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές της όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και στο μέτρο των δυνατοτήτων της να προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων της που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε είναι στο όνομα της είτε όχι και είτε ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια ή από κοινού με άλλα πρόσωπα, αναφέροντας την αξία, την τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων αυτών των περιουσιακών στοιχείων.    

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ο περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149), ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), το κοινοδίκαιο, οι αρχές επιείκειας, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης και επικουρικών διαταγμάτων αποκάλυψης.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος, περιέχονται σε τρεις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις του κυρίου Πανίκου Πετρίδη, τότε Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Ενάγουσας και έπειτα Εκτελεστικού Μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας (αρχική ένορκη δήλωση και δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις). Προς υποστήριξη του περιεχομένου των ένορκων δηλώσεων, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην αρχική ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνεται η Ενάγουσα. Επίσης σημειώνονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που σύμφωνα με τον ομνύοντα πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων που αξιώνονται. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων και αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή της Ενάγουσας.

 

Το υπόβαθρο των γεγονότων επί του οποίου στηρίζεται η Ενάγουσα, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την αίτηση ένορκη δήλωση (αρχική), έχει πολύ συνοπτικά ως ακολούθως:

·                Ενώ η συμβατική ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης του έργου ήταν στις 22.12.21, η ολοκλήρωση των εργασιών καθυστέρησε λόγω μιας σειράς γεγονότων που διαδραματίστηκαν την περίοδο από 23.12.19 μέχρι 22.12.23.

·                Η πιο πάνω καθυστέρηση οφείλεται σε περιορισμένο βαθμό σε λόγους πέραν του ελέγχου των συμβαλλομένων μερών και κυρίως λόγους που αφορούν την Εναγόμενη 1 αλλά και τους Εναγομένους 2 & 3, οι οποίοι στο έργο ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της Εναγομένης 1.

·                Εξ’ όσον γίνεται αντιληπτό, η καθυστέρηση που η Ενάγουσα θεωρεί ότι δικαιούται να της εγκριθεί ανέρχεται συνολικά σε 729 ημερολογιακές ημέρες που ουσιαστικά καλύπτει όλη την περίοδο από 22.12.21 (συμβατική ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης του έργου μέχρι την ημερομηνία τερματισμού εργοδότησης), ήτοι 145 ημερολογιακές ημέρες από την έκδοση και τροποποίηση υπουργικών διαταγμάτων (για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού covid και για τη θερμική καταπόνηση των εργαζομένων), 49 ημερολογιακές ημέρες λόγω ασυνήθιστα δυσμενών καιρικών συνθηκών (γίνεται επίκληση βροχών και ανέμων) και 535 ημερολογιακές ημέρες για τις οποίες, σύμφωνα με την Ενάγουσα, ευθύνεται η Εναγόμενη 1 προσωπικά αλλά και για λογαριασμό των Εναγομένων 2 & 3, στους οποίους αποδίδονται ελλιπής μελέτη και απουσία τεχνικών προδιαγραφών, κακή διαχείριση του έργου υπό τη μορφή πράξεων, παραλείψεων και λήψης καθυστερημένων αποφάσεων, επιλογών και διορισμών προσώπων και έκδοση πολυάριθμων αρχιτεκτονικών οδηγιών που στην ουσία απαιτούσαν μελέτη-σχεδιασμό, πρόσθεταν εργασίες, αποσυντόνιζαν υφιστάμενες εργασίες, παρεμπόδιζαν άλλες ήδη προγραμματισμένες εργασίες και αποδιοργάνωναν την προγραμματισμένη διάθεση εργατικού προσωπικού.

·                Η Ενάγουσα θεωρεί τον τερματισμό των υπηρεσιών της στο έργο στις 22.12.23 που έγινε με επιστολή ιδίας ημερομηνίας και αφού πρώτα η Εναγόμενη 1, ως ο κατονομαζόμενος, από τους όρους συμβολαίου, αρχιτέκτονας στο έργο, στις 06.09.23 είχε εκδώσει πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών στο έργο, παράνομο.

·                Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ένεκα της καθυστέρησης που προκλήθηκε, για την οποίαν όπως είπε δεν ευθύνεται, εξαιτίας της αφαίρεσης εργασιών συμβολαίου καθώς επίσης λόγω του παράνομου τερματισμού της εργοδότησης στο έργο, υπέστη κάτω ζημιές και απώλειες συνολικού ύψους €8.886.476,91, τις οποίες διεκδικεί υπό τη μορφή αποζημιώσεων και αναλύονται πιο κάτω:

~      προκαταρκτικά έξοδα λειτουργίας εργοταξίου                              €2.342.804,00

~      έξοδα κεντρικών γραφείων (Head Office Overheads)                  €1.680.438,36

~      έξοδα χρηματοδότησης για καθυστερημένη ανάκτηση

κοστών, εξόδων, ζημιών και/ή δαπανών                          €426.503,93

~      έξοδα χρηματοδότησης για καθυστερημένη

αποδέσμευση της κράτησης                                                          €80.722,08

~      αξία εκτελεσθείσας εργασίας που εκκρεμεί

προς πληρωμή                                                                              €1.464.935,68

~      αποδέσμευση κράτησης                                                                €910.077,00

~      απώλειες και/ή έξοδα που προκλήθηκαν από τη

διατάραξη της κανονικής προόδου των εργασιών            €1.953.903,87

~      απώλεια κέρδους και εξόδων κεντρικών γραφείων

λόγω αφαίρεσης από το συμβόλαιο της κατασκευής

του υποσταθμού της Α.Η.Κ.                                                           €2.200,00

~      απώλεια κέρδους και εξόδων κεντρικών γραφείων

λόγω αφαίρεσης από το συμβόλαιο εργασίες σε 7

επίπεδα δια αρχιτεκτονικής οδηγίας                                             €9.867,17

~      απώλεια κέρδους και εξόδων κεντρικών γραφείων

για τις εργασίες που δεν εκτελέστηκαν λόγω της

λύσης της εργοδότησης της Ενάγουσας                                       €15.024,82

·                Ο αρχιτέκτονας του έργου (Εναγόμενος 3 δια Εναγομένης 2) απέρριψε τα αιτήματα της Ενάγουσας με τα οποία ζητούσε χορήγηση παράτασης χρόνου στο ύψος που η ίδια επιθυμούσε και ενέκρινε συνολική παράταση χρόνου 194 ημερολογιακών ημερών παρατείνοντας έτσι την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών στο έργο μέχρι τις 05.07.22.

·                Η Ενάγουσα θεωρεί ότι ο αρχιτέκτονας κακόπιστα, μεροληπτικά και με δολιότητα απέρριψε τις αιτήσεις της για χορήγηση παράτασης χρόνου στο συνολικό ύψος που απαιτεί.

·                Σύμφωνα με τον ομνύοντα, θέση με την οποίαν συμφώνησε γραπτώς ο Διευθυντής Διανομής Περιφέρειας Λεμεσού της Α.Η.Κ. (Τεκμήριο 96 αρχική ΕΔ ΠΠ), η ολοκλήρωση της κατασκευής και η ηλεκτροδότηση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. μετά τη διενέργεια των σχετικών ελέγχων και την εξασφάλιση των απαιτούμενων πιστοποιητικών και η σύνδεση του έργου στο δίκτυο της Α.Η.Κ, αποτελούσαν βάση των εγγράφων συμβολαίου και της σχετικής νομοθεσίας αναγκαία προϋπόθεση (condition precedent) για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και την προσωρινή παραλαβή του έργου και κατ’ επέκταση για την τελική παραλαβή του έργου από την Εναγόμενη 1, πράγμα που η Ενάγουσα έθεσε γραπτώς εις γνώση του αρχιτέκτονα του έργου επειδή:

v  η ολοκλήρωση της ανέγερσης και η ρευματοδότηση του υποσταθμού της Α.Η.Κ., η επιθεώρηση του από την Α.Η.Κ., η εξασφάλιση πιστοποιητικών ελέγχου από την Α.Η.Κ. και η σύνδεση του έργου με την Α.Η.Κ. αποτελούσαν αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή τελικών ελέγχων και ρυθμίσεων (final testing and commissioning) των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου,

v  η διεξαγωγή τελικών ελέγχων και ρυθμίσεων των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου αποτελούσε, βάση εγγράφων συμβολαίου περιλαμβανομένων των ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών προδιαγραφών, αναγκαία προϋπόθεση για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και προσωρινή παραλαβή του έργου,

v  σε διαφορετική περίπτωση η Ενάγουσα θα ήταν εκτεθειμένη στον κίνδυνο διάπραξης ποινικού αδικήματος. 

·                Αρχικά ο διορισμός υπεργολάβου για την ανέγερση υποσταθμού της Α.Η.Κ. πραγματοποιήθηκε μετά από 15 μήνες από τον αρχιτέκτονα του έργου, πλην όμως ο επιλεγμένος υπεργολάβος τελικά αρνήθηκε να αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών.

·                Μετά την άρνηση του υπεργολάβου του υποσταθμού της Α.Η.Κ., ο αρχιτέκτονας του έργου αποφάσισε να αφαιρέσει την κατασκευή του υποσταθμού της Α.Η.Κ. από τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας η οποία πλέον δεν αποτελούσε υποχρέωση της ως κύριο εργολάβος και ότι αυτή θα ανατίθετο σε άλλο υπεργολάβο που θα εργοδοτείτο απευθείας από την Εναγόμενη 1 ενημερώνοντας προς τούτο προφορικά την Ενάγουσα περί τον Φεβρουάριο 2022, η οποία προέβηκε σε προπαρασκευαστικές εργασίες ώστε ο υπεργολάβος που θα αναλάμβανε απευθείας την κατασκευή του υποσταθμού της Α.Η.Κ. να μπορούσε έμπρακτα να ξεκινήσει τις εργασίες ανέγερσης του. 

·                Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η ανέγερση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. ήταν ένα από τα περιστατικά που ευθύνονται για την πρόκληση καθυστέρησης στην αποπεράτωση των εργασιών αφού αποτελούσε μέρος της κρίσιμης διαδρομής και καθόριζε την ημερομηνία συμπλήρωσης των εργασιών.

·                Είναι η θέση της Ενάγουσας, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον ομνύοντα, ότι μέχρι την ημερομηνία που τερματίστηκε η εργοδότηση της Ενάγουσας από την Εναγόμενη 1  είχε εκτελεστεί το 97% των εργασιών του έργου με το υπόλοιπο να είναι εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης και ρευματοδότησης του υποσταθμού της Α.Η.Κ. και της σύνδεσης του έργου με το δίκτυο της Α.Η.Κ.

·                Όπως ο ομνύοντας δηλώνει, η άδεια οικοδομής για τον υποσταθμό της Α.Η.Κ. είχε εκδοθεί στις 25.05.23.

·                Στο μεταξύ η Εναγόμενη 1 θεωρούσε ότι η Ενάγουσα καθυστερούσε στην αποπεράτωση των εργασιών.

·                Στις 29.06.23 ο αρχιτέκτονας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα με το οποίο προσποιείτο ότι δίδει για πρώτη φορά οδηγίες για αφαίρεση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. από τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας.

·                Οι εργασίες κατασκευής του υποσταθμού της Α.Η.Κ. από τον υπεργολάβο που εργοδοτήθηκε απευθείας από την Εναγόμενη 1 ξεκίνησαν στις 11.07.23.

·                Η θέση του αρχιτέκτονα του έργου, του συμβούλου ηλεκτρολόγου μηχανικού στο έργο και της Ενάγουσας ήταν ότι ο έλεγχος των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και η αποπεράτωση των εργασιών του έργου μπορούσε και έπρεπε να γίνει πριν την σύνδεση του έργου με το δίκτυο της Α.Η.Κ. με τη χρήση γεννήτριας. Παράλληλα, όπως ήδη λέχθηκε, τη θεωρούσαν υπεύθυνη για την καθυστέρηση που προκλήθηκε στην εκτέλεση των εργασιών του έργου και στη μη αποπεράτωση τους μέχρι τις 05.07.22.

·                Στις 06.09.23 ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών στο έργο.

·                Η Ενάγουσα θεωρεί ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό εκδόθηκε δόλια από τον αρχιτέκτονα του έργου για τους λόγους που εξηγεί στην §66 της αρχικής ΕΔ ΠΠ, σε συνεννόηση με την Εναγόμενη 1.

·                Στις 23.10.23 ο υπεργολάβος ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στο έργο ενημέρωσε γραπτώς την Ενάγουσα ότι όλες οι εργασίες που απαιτείτο να γίνουν προκειμένου να μπορούν να διενεργηθούν οι τελικοί έλεγχοι από την Α.Η.Κ. και να εκδοθούν τα αναγκαία πιστοποιητικά, είχαν ολοκληρωθεί.  Στην ίδια επιστολή σημείωσε ότι οι τελικοί έλεγχοι και ρυθμίσεις των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αφού πρώτα ολοκληρωθεί η κατασκευή και ρευματοδότηση του υποσταθμού (Τεκμήριο 100 αρχικής ΕΔ ΠΠ).

·                Έγιναν προσπάθειες για φιλική επίλυση των διαφορών των διαδίκων, οι οποίες όμως ναυάγησαν.

·                Στις 21.12.23 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 41 (Τεκμήριο 112 της αρχικής ΕΔ ΠΠ) με το οποίο πιστοποίησε ότι η Ενάγουσα όχι μόνο δεν δικαιούται περαιτέρω πληρωμή για τις εργασίες που εκτέλεσε στο έργο τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2023 αλλά ότι θα έπρεπε να επιστρέψει το ποσό €252.680,00, το οποίο προέκυψε μετά από διαπίστωση υπερπληρωμών ύψους €630.000 μέσα από προηγούμενα ενδιάμεσα πιστοποιητικά από τον επιμετρητή ποσοτήτων του έργου.

·                Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 41 εκδόθηκε δόλια από τον αρχιτέκτονα του έργου σε συνεννόηση με την Ενάγουσα.

·                Ακολούθως με επιστολή του αρχιτέκτονα του έργου ημερ. 22.12.23, η Ενάγουσα τερμάτισε την εργοδότηση της Εναγομένης και προχώρησε σε ενέργειες με σκοπό την εξαργύρωση της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης, τις οποίες πράξεις η Ενάγουσα, για τους λόγους που εκθέτει στις §90, §91 & §92 της αρχικής ΕΔ ΠΠ, θεωρεί παράνομες και προϊόν δόλου της Ενάγουσας σε συνεννόηση με τον αρχιτέκτονα του έργου.

·                Συμμορφούμενη με το ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της απαίτησης αρ. 10/24 IJ, η Ενάγουσα παρέδωσε την κατοχή του χώρου στην Εναγόμενη 1 απομακρύνοντας το προσωπικό της, όλα τα μηχανήματα της, προσωρινά κτίρια, εργαλεία, υλικά που της ανήκουν.

·                Για την καταγραφή της εκτελεσθείσας εργασίας και των υλικών που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν στο έργο, η Ενάγουσα εισηγήθηκε το διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα από το Ε.Τ.Ε.Κ. και προς τούτο αποτάθηκε στο εν λόγω επιστημονικό όργανο, πλην όμως η Ενάγουσα δεν αποδέχτηκε την εισήγηση αυτή.

·                Σύμφωνα με την Ενάγουσα η Εναγόμενη 1:

~      δεν έχει πολυετή πείρα στον τομέα ανάπτυξης γης,

~      δεν διαθέτει μεγάλο χαρτοφυλάκιο πελατών στην Κύπρο,

~      με βάση πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 24.01.24, η μόνη ακίνητη περιουσία που έχει είναι δύο μικρά χωράφια (Τεκμήριο 129 αρχική ΕΔ ΠΠ).

·                Το διάταγμα αποκάλυψης που ζητείται είναι επικουρικό ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή και αστυνόμευση του αιτουμένου διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας.

 

Στην 1η ΣΕΔ ΠΠ, πέραν του ότι επαναλαμβάνονται αναφορές που περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση, συνοπτικά προβάλλονται τα πιο κάτω προς σχολιασμό της αρχικής ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση:

·                Η Ενάγουσα απορρίπτει τη θέση της Εναγομένης 1 ότι καταχώρησε την παρούσα αίτηση κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό να προκαλέσει τον οικονομικό στραγγαλισμό της και να την εξωθήσει σε ένα επαχθές για την ίδια συμβιβασμό της υπόθεσης.

·                Παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες γιατί κατά την άποψη του ομνύοντα το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης εκδόθηκε κακόπιστα και δόλια (§9.1(2)).

·                Η Εναγόμενη 1 ενεργώντας σε συντονισμό και σε συνεννόηση με τον αρχιτέκτονα του έργου μεθόδευσε με δολιότητα τον παράνομο τερματισμό του συμβολαίου για τους λόγους που παραθέτει στην §9.1(3).

·                Σε ότι αφορά τα ποσά που απαιτούνται, το ύψος των οποίων είχε αναφερθεί στην αρχική ΕΔ ΠΠ, αναφέρονται οι φόρμουλες και τα στοιχεί και δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό τους (§14.2 - §14.12 ΣΕΔ ΠΠ).

·                Η Ενάγουσα απορρίπτει τη θέση της Εναγομένης 1 ότι ευθύνεται για την πρόκληση ζημιών στην ίδια.

·                Κατά τη γνώμη της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 μπορεί εύκολα να διαθέσει ή να αποξενώσει τα σχετικά έσοδα και κέρδη είτε μέσω της διανομής μερισμάτων στους μετόχους της είτε μεταφέροντας τα σε άλλες εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στα ίδια πρόσωπα ή να επιβαρύνει ακίνητη περιουσία προς όφελος άλλων ατόμων.

·                Ο ομνύοντας εξηγεί γιατί τυχόν έκδοση του διατάγματος παγοποίησης δεν εγκυμονεί κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην Εναγόμενη 1 (§17).

·                Ο ομνύοντας επίσης εξηγεί γιατί οι αναφορές της Εναγομένης 1 περί κατάχρησης της διαδικασίας αδικαιολόγητης καθυστέρησης δεν ευσταθούν (§18).

 

Στην 2η ΣΕΔ ΠΠ, εκτός από το ότι επαναλαμβάνονται αναφορές που περιέχονται στην 1η ΣΕΔ ΠΠ, συνοπτικά προβάλλονται τ’ ακόλουθα προς σχολιασμό της 1ης & 2ης ΕΔ που συνοδεύουν την ένσταση:

·                Ο ομνύοντας αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες προκειμένου να υποστηρίξει το επιχείρημα της Ενάγουσας ότι η οικονομική κατάσταση, η επιχειρηματική δραστηριότητα και ο κύκλος εργασιών της Εναγομένης 1 είναι τέτοια που δημιουργούν κίνδυνο μη ικανοποίησης δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας (§7).

·                Σχολιάζοντας την αναφορά του ομνύοντα της ένστασης μέσα από τις §104 - §111 της 2ης ΣΕΔ του ότι η Εναγόμενη 1 παραμένει ιδιοκτήτρια ενός απούλητου πολυτελούς διαμερίσματος του οποίου η αξία αγοράς έχει αυξηθεί τα τελευταία δύο χρόνια, ο ομνύοντας ΠΠ δηλώνει πως επιβεβαιώνεται ότι το άλλο διαμέρισμα που η Εναγόμενη 1 είχε πωλήθηκε και το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιήθηκε ή/και διατέθηκε εκκρεμούσης της υπό κρίση αίτησης.

·                Συνεπώς είναι η θέση της Ενάγουσας ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα παγοποίησης το εναπομείναν διαμέρισμα δύναται και αυτό να πωληθεί.

·                Το ποσό της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης που εξαργυρώθηκε από την Εναγόμενη 1 δεν περιλαμβάνεται στα απαιτούμενα ποσά της παρούσας απαίτησης και ούτε αποτελεί ζήτημα της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας.  

 

Η Ένσταση της Εναγομένης 1:

Η Εναγόμενη 1 (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 21.08.24 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 16 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.

 

Η νομική βάση της ένστασης της Εναγομένης 1 είναι ουσιαστικά παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4(1) & 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) και στα άρθρα 23 & 25 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από τρεις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις του κυρίου David Petrossian (αρχική ένορκη δήλωση και δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις), ενός εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1 εταιρείας και συνάμα ένας εκ των τελικών δικαιούχων του οργανισμού αυτού και μετόχους της εταιρείας Cyprus Developers Alliance Ltd (στο εξής η «CDA»), η οποία είναι η μητρική εταιρεία του ομίλου εταιρειών στην οποίαν ανήκει η Εναγόμενη 1. Προς υποστήριξη του περιεχομένου των ένορκων δηλώσεων, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην αρχική ένορκη δήλωση προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 έχουν διαδραματιστεί και από τη γωνία αντίληψη της θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους της. Παράλληλα αναφέρονται στοιχεία και λεπτομέρειες που κατά τη γνώμη της Εναγομένης 1 τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Τα επικαλούμενα γεγονότα και οι αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης 1 στην παρούσα υπόθεση.

 

Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Εναγόμενη 1, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την ένσταση ένορκη δήλωση (αρχική), έχει πολύ περιληπτικά ως εξής:

-               Η Εναγόμενη 1 είναι μέλος ομίλου εταιρειών, θυγατρική του οποίου είναι η εταιρεία CDA.

-               Η Εναγόμενη 1 επικαλείται παράβαση συμβατικών καθηκόντων από μέρους της Ενάγουσας αποδίδοντας της αποτυχία να εκτελεί εργασίες με τον δέοντα και επιμελή τρόπο με αποτέλεσμα να προκαλέσει καθυστέρηση στην πρόοδο του έργου.

-               Ο αρχιτέκτονας του έργου επανειλημμένως εντόπισε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο έργο ύψους 535 ημερολογιακές ημέρες, αποδίδοντας γι’ αυτό αποκλειστική ευθύνη στην Ενάγουσα, συνεπεία της οποίας στις 22.12.23 τερματίστηκε η εργοδότηση της Ενάγουσας στο έργο.

-               Του τερματισμού προηγήθηκε η έγκριση παράτασης χρόνου ύψους 194 ημερολογιακών ημερών που ο αρχιτέκτονας του έργου θεώρησε ότι δικαιολογείται, βάση της οποίας η νέα ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών ορίστηκε να είναι η 5η Ιουλίου 2022.

-               Ακολούθως και εφόσον ο αρχιτέκτονας του έργου παρατήρησε ότι παρά την χορηγηθείσα παράταση χρόνου δεν υπήρξε ολοκλήρωση των εργασιών μέχρι τις 05.07.22, ο ίδιος στις 06.09.23 προχώρησε στην έκδοση πιστοποιητικού μη συμπλήρωσης των εργασιών.   

-               Επειδή ο αρχιτέκτονας του έργου διαπίστωσε ότι υπήρχε περαιτέρω μεγάλη καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών που ήταν αδικαιολόγητη και επειδή αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει τις εργασίες στο έργο, απέστειλε στην Ενάγουσα ειδοποίηση ημερ. 07.12.23 με την οποίαν της υποδείκνυε παράβαση σύμβασης από μέρους της και απαιτώντας όπως εντός 14 ημερών προχωρήσει εκτελέσει τις εργασίες με τον δέοντα και επιμελή τρόπο τερματίζοντας έτσι την παράβαση.

-               Επειδή σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα δεν υπήρξε συμμόρφωση, επήλθε ο τερματισμός εργοδότησης της Ενάγουσας στο έργο.  

-               Ο ομνύοντας ακόμη αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 δεν αρνήθηκε να επιτρέψει στην Ενάγουσα να εισέλθει στο χώρο του έργου προκειμένου να γίνει καταγραφή της εκτελεσθείσας εργασίας και προς ενίσχυση της δήλωσης του επικαλέστηκε επιστολή ημερ. 22.12.23 που ο αρχιτέκτονας του έργου απέστειλε στην Ενάγουσα, ενόψει της λύσης της εργοδότησης της, με την οποίαν την καλούσε στο εργοτάξιο στις 28.12.23 για σκοπούς καταγραφής της εκτελεσθείσας εργασίας.

-               Επειδή η Ενάγουσα αδυνατούσε να παρευρεθεί κατά την πιο πάνω ημερομηνία για τους λόγους που εξήγησε σε δική της επιστολή ημερ. 26.12.23 προς τον αρχιτέκτονα του έργου, ο τελευταίος, με επιστολή του ημερ. 03.01.24 προς την Ενάγουσα, όρισε εκ νέου άλλη συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις 04.01.24, η οποία όμως ούτε αυτή πραγματοποιήθηκε επειδή η Ενάγουσα εισηγήθηκε το διορισμό ανεξάρτητου πραγματογνώμονα από το Ε.Τ.Ε.Κ.

-               Ο ομνύοντας δηλώνει πως η Εναγόμενη 1 απέρριψε την πιο πάνω εισήγηση της Ενάγουσας λόγω της εμπλοκής νέου εργολάβου στο έργο που εργοδοτήθηκε για να ολοκληρώσει τις εργασίες. Παράλληλα διαφώνησε με την ενέργεια του Ε.Τ.Ε.Κ. να διορίσει μονομερώς πραγματογνώμονα χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την έγκριση της Εναγομένης 1.

-               Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 η συνολική αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ανέρχεται, με βάση τους υπολογισμούς του επιμετρητή ποσοτήτων και του αρχιτέκτονα του έργου, στα €17.224.284,00.

-               Όπως ο ομνύοντας αναφέρει, η Ενάγουσα πληρώθηκε ποσό πέραν των €17.000.000,00.

-               Μάλιστα επικαλούμενος το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 41 ο ομνύοντας δηλώνει πως η Ενάγουσα υπερπληρώθηκε για τις εργασίες που εκτέλεσε κατά €252.680,00.

-               Ο ομνύοντας υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει υποχρέωση της Εναγομένης 1 να επιστρέψει το ποσό της κράτησης στην Ενάγουσα στο στάδιο αυτό τη στιγμή που οι εργασίες για να ολοκληρωθεί το έργο συνεχίζονται από το νέο εργολάβο. Στην §64 της αρχικής ΕΔ DP ο ομνύοντας εξηγεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσε να επιστραφεί ποσό κράτησης στην Ενάγουσα, αν και τα δεδομένα που έχει υπόψη του καθιστούν τέτοιο ενδεχόμενο απομακρυσμένο.

-               Ο ομνύοντας ακόμη επισημαίνει ότι υπάρχουν εργασίες που η Ενάγουσα δεν έχει ολοκληρώσει καθώς επίσης υπάρχουν κακοτεχνίες σε εργασίες που η ίδια εκτέλεσε.

-               Σύμφωνα επίσης με τον ομνύοντα, υπάρχει ενδεχόμενο η Εναγόμενη 1 να ανταπαιτήσει αποζημιώσεις από την καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών που κατ’ ισχυρισμό προκάλεσε η Ενάγουσα την οποίαν εκτίμησε σε €1.124.000,00.

-               Είναι η δηλωμένη θέση της Εναγομένης 1 ότι η επικαλούμενη καθυστέρηση άπτεται 562 ημερολογιακών ημερών και αφορά την περίοδο από 05.07.22, η οποία ήταν η νέα ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών, μέχρι 17.01.24, η οποία είναι η ημερομηνία που η Ενάγουσα της επέστρεψε την κατοχή του χώρου.

-               Επιπλέον, κατά τον ομνύοντα, η Εναγόμενη 1 ενδέχεται να ανταπαιτήσει ζημιά που υπέστη από μείωση της αγοραίας αξίας διαμερισμάτων που παρέμειναν απούλητα εξαιτίας της καθυστέρησης που η Ενάγουσα προκάλεσε.

-               Εν πάση περιπτώσει, ο ομνύοντας θεωρεί ότι ακόμη και αν αποδειχτεί ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιές συνεπεία συμπεριφοράς της Εναγομένης 1 η επιδίκαση αποζημιώσεων σε μεταγενέστερο στάδιο είναι επαρκής θεραπεία.

-               Ο ομνύοντας με αναφορά σε ελεγμένους λογαριασμούς προέβηκε σε ανάλυση της οικονομικής κατάστασης της, των περιουσιακών στοιχείων της, την προοπτική περαιτέρω ανάπτυξη της και την αξιοποίηση μελλοντικών πηγών εσόδων. Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στις §80.13 - §80.70 της αρχικής ΕΔ DP.

-               Σύμφωνα ακόμη με τον ομνύοντα η επίπτωση από την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναλογικά μεγαλύτερη από αυτή της περίπτωσης μη έκδοσης του.

-               Τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς την οικονομική σταθερότητα της Εναγομένης 1 και θα προκαλέσει εμπόδια στην τίμηση των επαγγελματικών υποχρεώσεων της, στην οποίαν έτσι θα επιφέρει οικονομικό στραγγαλισμό και πλήγμα στη φήμη της που, κατά τον ομνύοντα, είναι αυτά που επιδιώκει η Ενάγουσα.

-               Επίσης είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα της να αποκτά, να κατέχει και να εκμεταλλεύεται κινητή και ακίνητη περιουσία.

 

Στην 1η ΣΕΔ DP, πέραν του ότι επαναλαμβάνονται αναφορές που περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση, συνοπτικά προβάλλονται τα πιο κάτω προς σχολιασμό της 1ης ΣΕΔ ΠΠ που συνοδεύει την αίτηση:

-               Η Εναγόμενη 1 διαφωνεί με την Ενάγουσα ότι η ανέγερση και η ρευματοδότηση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. είναι αναγκαία για τον έλεγχο των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου και προς υποστήριξη της θέσης της επικαλείται πραγματοποίηση του ελέγχου των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών (testing and commissioning) με τη χρήση γεννήτριας από τον νέο εργολάβο μετά τη λύση της εργοδότησης της Ενάγουσας.

-               Επομένως, όπως λέει ο ομνύοντας, υπήρξε παραλαβή των διαμερισμάτων χωρίς αυτά να έχουν πρώτα συνδεθεί με τον υποσταθμό της Α.Η.Κ. αλλά με προσωρινή παροχή ρεύματος και προς τούτο εκδόθηκε πιστοποιητικό μερικής παραλαβής των διαμερισμάτων στο έργο.

-               Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να υποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 1 έχει τη διάθεση και την πρόθεση να αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο περιουσιακά στοιχεία της, τα οποία παρουσιάζονται στην ιδιοκτησία και κατοχή της ελεύθερα από εμπράγματα βάρη.

 

Η 2η ΣΕΔ DP ασχολείται μόνο με το ζήτημα της 3ης προϋπόθεσης του Ν.14/60. Ειδικότερα μέσα από αυτήν τίθενται στοιχεία και λεπτομέρειες για την οικονομική, περιουσιακή και επιχειρηματική εξέλιξη της Εναγομένης 1 ως επαγγελματικού οργανισμού στο μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα καλύπτει την περίοδο από την συμπλήρωση της δικογραφίας της υπό κρίση αίτησης μέχρι την το στάδιο της επανεκδίκασης της. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί η αναφορά ότι η Εναγόμενη 1 επιδεικνύει επαναλαμβανόμενη και αυξανόμενη κερδοφορία της για διαδοχικά οικονομικά έτη που συνδυάζεται με ουσιώδη αύξηση του κύκλου εργασιών της, πράγμα που κατά την άποψη του ομνύοντα αποδεικνύει ότι πρόκειται για ενεργή εταιρεία με ενισχυόμενη επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία παρουσιάζει ουσιαστική οικονομική ανάπτυξη ακόμη και μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Ακολουθεί ανάλυση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 μέσα από την οποίαν δηλώνεται ότι η περιουσιακή βάση της εν λόγω εταιρείας είναι πολλαπλάσια του ποσού της απαίτησης της Ενάγουσας, την οποίαν σε κάθε περίπτωση η Εναγόμενη 1 απορρίπτει ως αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Καταληκτικά προβάλλεται η αναφορά ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δυνατό να προκαλέσει σοβαρή και ενδεχομένως ανεπανόρθωτη ζημιά στο κύρος, τη φήμη και την εμπορική αξιοπιστία της Εναγομένης 1 στέλνοντας επιζήμιο μήνυμα στην αγορά ως προς τη δυνατότητα της να εκπληρώνει απρόσκοπτα τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Αυτό, όπως σημειώνεται, θα επηρεάσει δυσμενώς τις σχέσεις εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκαν με πελάτες, συνεργάτες, προμηθευτές, εργαζόμενους και άλλα τρίτα πρόσωπα με αποτέλεσμα να πλήξει την ομαλή λειτουργία, εμπορική υπόσταση και την αξία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της.  

 

Ακρόαση Αίτησης:

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε νομικά συγγράμματα και με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Αντικείμενο εκδίκασης:

Υπό το φως των πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία είναι κατά πόσο ή όχι δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης μέχρι αξίας €8.886.476,91 προκειμένου να μην απομακρυνθούν και/ή αποξενωθούν από την Κύπρο μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Περαιτέρω το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν θα πρέπει ή όχι να διαταχθεί η Εναγόμενη 1 να προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων της που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας με συγκεκριμένη αναφορά στην αξία, στην τοποθεσία και σε άλλες σχετικές λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων της.    

 

Νομική Πτυχή - Εξέταση της αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:

Η αίτηση είναι νομικά ή/και πραγματικά αβάσιμη

ή/και αστήρικτη ή/και ανυπόστατη

Η πιο πάνω θέση της Εναγομένης 1 συνιστά τον 1ο λόγο ένστασης της.

 

Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά εδώ. Μία απλή ανάγνωση του είναι αρκετή για να αντιληφθεί με ευκολία κάποιος ότι δεν πρόκειται για αυτοτελή λόγο με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Πρόκειται για καταληκτική τοποθέτηση της πλευράς της Εναγομένης 1 που απλά παραπέμπει σε δικό της συμπέρασμα. Εάν ισχύει ή όχι κάτι τέτοιο, είναι αποτέλεσμα κρίσης του Δικαστηρίου μέσα από επεξεργασία των δεδομένων και εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Κατάχρηση διαδικασίας

Προτού ασχοληθώ με τους λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω ζήτημα κατάχρησης που η Εναγόμενη 1 εγείρει με ξεχωριστό λόγο στο σώμα της ένστασης (μέρος 9ου λόγου ένστασης και 14ος λόγος ένστασης) και αναπτύσσει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση της. Η Ενάγουσα απορρίπτει τη θέση αυτή και προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση, τα οποία και επεξηγεί νομικά στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της. Λόγω της φύσεως του θα εξετάσω το ζήτημα αυτό κατά προτεραιότητα.

 

Εξ’ όσον γίνεται αντιληπτό η θέση της Εναγομένης 1 περί κατάχρησης της διαδικασίας περιλαμβάνει τρεις ξεχωριστές πτυχές.

 

Η πρώτη πτυχή, προσαρμοσμένη πλέον στα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί με την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 21.11.24 με την οποίαν απορρίφθηκε η αίτηση ημερ. 18.12.23, περιέχει τον ισχυρισμό ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποσκοπεί στην αδρανοποίηση και στο να θέσει σε αχρησία τη σε βάρος της ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε στην αίτηση ημερ. 18.12.23 και αφορά τη ρευστοποίηση/εξαργύρωση της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης. Κατά την Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα «έχει μία δεύτερη ουσιαστικά ευκαιρία να μην επιτρέψει την πρακτική ρευστοποίηση και εξαργύρωση του ποσού της εγγυητικής μέσα από την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που επιχειρεί να συντελέσει μέσα από την παρούσα Αίτηση.»

 

Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1 δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω τοποθέτηση της. Για τους λόγους που εξηγώ, το σκεπτικό του Δικαστηρίου ευθυγραμμίζεται με τα επιχειρήματα της Ενάγουσας.

 

Η αίτηση ημερ. 18.12.23 έχει διαφορετικό σκοπό και διαφορετικό αντικείμενο εκδίκασης από την υπό κρίση αίτηση. Το ζήτημα της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης δεν αποτελεί μέρος των στοιχείων που συγκροτούν την απαίτηση της Ενάγουσας επί των οποίων προωθείται η παρούσα αίτηση. Σκοπός της αίτησης ημερ. 18.12.23 ήταν η εξασφάλιση διατάγματος που να εμποδίζει την παράνομη ρευστοποίηση της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης. Η δε παρούσα αίτηση έχει ως αντικείμενο εκδίκασης αυτό που έχω ήδη αναφέρει με ορίζοντα τη δυνατότητα ικανοποίησης δικαστικής απόφασης σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι το ποσό για το οποίο επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος παγοποίησης δεν περιλαμβάνει το ύψος της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης, γεγονός που φανερώνει το διαχωρισμό και την απουσία σύνδεσης των δύο θεμάτων.

 

Η πιο πάνω εξήγηση καθιστά έκθετη σε απόρριψη την δεύτερη πτυχή. Το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι η δεύτερη στη σειρά ακολουθώντας την καταχώρηση της αίτησης ημερ. 18.12.23, δεν την καθιστά καταχρηστική. Όπως ήδη λέχθηκε, πρόκειται για αίτηση με διαφορετική σκοπό, με διαφορετικό αντικείμενο εκδίκασης, με ξεχωριστές νομικές αρχές που ισχύουν και ξεχωριστές προϋποθέσεις που διέπουν την εξέταση της. 

 

Η τρίτη πτυχή προβάλλει τον ισχυρισμό ότι με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα «στοχεύει στην εργαλειοποίηση αυτού του προσωρινού διατάγματος για να προκαλέσει τον οικονομικό στραγγαλισμό της Εναγομένης 1 και να την εξωθήσει κατά τρόπο καταπιεστικό στην εγκατάλειψη των νόμιμων και δικαιολογημένων απαιτήσεων που διατηρεί και επιθυμεί να εγείρει στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης της και εν συνεχεία, σε ένα επαχθή συμβιβασμό της παρούσας υπόθεσης μέσα σε συνθήκες αφόρητης οικονομικής πίεσης και καταναγκασμού.»

 

Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1 ούτε αυτή η τοποθέτηση με βρίσκει σύμφωνο. Για τους λόγους που επίσης εξηγώ, το σκεπτικό του Δικαστηρίου συμβαδίζει με τα επιχειρήματα της Ενάγουσας.

 

Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα καθιστά σαφές τον σκοπό της και το επίπεδο στο οποίο κινείται. Μελέτη του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων φανερώνει ότι η παρούσα αίτηση καταχωρείται στα πλαίσια των βάσεων απαίτησης επί των οποίων προωθείται η παρούσα υπόθεση, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκόμισε τα οποία, σύμφωνα με την Ενάγουσα, της παρέχουν πιθανότητα επιτυχίας και σε συνάρτηση με τον υπαρκτό και σοβαρό, κατά τη γνώμη της, κίνδυνο, η απόφαση του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που εκδοθεί υπέρ της, ενδέχεται να παραμείνει ανικανοποίητη ένεκα της περιορισμένης, όπως η Ενάγουσα επικαλείται, επαγγελματικής δραστηριότητας της Εναγομένης 1 στην Κύπρο αλλά και της ευκολίας στην αποξένωση, εξαφάνισης ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων της λόγω της εταιρικής δομής της και λόγω της δόλιας συμπεριφοράς που αποδίδεται στην Εναγόμενη 1. Ενισχυτικό του σκεπτικού του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού είναι το ότι αν σκοπός της αίτησης ήταν αυτός που η Εναγόμενη 1 επικαλείται, τότε η Ενάγουσα δεν θα εισηγείτο στο αιτούμενο διάταγμα να συμπεριληφθεί ειδική πρόνοια η οποία να επιτρέπει στην Εναγόμενη 1 να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά της στοιχεία κατά τη συνήθη και κανονική πορεία διεξαγωγής των επαγγελματικών εργασιών της. Επί τούτου παραπέμπω στο προσχέδιο του αιτουμένου διατάγματος που επισυνάπτεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η θέση της Εναγομένης 1 ότι η αίτηση αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Υπάρχουν και άλλα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο πριν από την εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Προχωρώ ευθύς μ’ αυτά.

 

Η Ενάγουσα δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια» - Παραπλάνηση Δικαστηρίου

Η θέση αυτή της Εναγόμενης 1 συνδέεται με τον ισχυρισμό της ότι η Ενάγουσα «επιχείρησε εσκεμμένα να παραπλανήσει το Δικαστήριο μεταφέροντας ψευδείς ή/και αναληθείς ή/και ανακριβείς πληροφορίες ως προς το καθεστώς της Εναγομένης 1 – Καθ’ ης η αίτησης 1 και την οικονομική της κατάσταση, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει ή/και θα έπρεπε να γνωρίζει τα μελλοντικά επιχειρηματικά της πλάνα.» Πρόκειται για τον 6ο λόγο ένστασης. Η Ενάγουσα διαφωνεί με τη θέση αυτή και προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα.

 

Η συμπεριφορά της Ενάγουσας, ως Αιτήτριας που είναι εδώ, λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέταση της παρούσας αίτησης εφόσον αυτή αφορά το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και σχετίζεται άμεσα με τις αιτούμενες θεραπείες και έχει επηρεάσει αρνητικά την Εναγόμενη 1 ή της έχει προκαλέσει αδικία. Βασικά αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctions’ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 60-62). Τα αξιώματα αυτά βασίζονται στη φιλοσοφία ότι ο διάδικος που επιδιώκει θεραπεία με βάση το δίκαιο επιείκειας ή εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί έντιμα και δίκαια απέναντι στον αντίδικο του. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν θα του επιτρέψει να εκμεταλλευθεί τις δικές του παρανομίες για να αποκτήσει όφελος (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η παράνομη ή άλλη μεμπτή συμπεριφορά του διαδίκου αιτητή που λαμβάνεται υπόψη θα πρέπει να σχετίζεται με το αντικείμενο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα.

 

Μέρος της φιλοσοφίας των πιο πάνω αξιωμάτων ανήκει η υποχρέωση του αιτούντος διαδίκου να μην αποκρύπτει ουσιώδεις γεγονότα. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Ενάγουσας) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (πιο πάνω), Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.

 

Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, δηλαδή που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

Επομένως η πιο πάνω αναφορά της Εναγομένης 1 θα είχε βαρύνουσα έως καταλυτική σημασία αν στα πλαίσια της αίτησης αυτής εξεταζόταν κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση ή όχι ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί μονομερώς. Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθά ευσεβάστως υπέβαλε ο συνήγορος της Ενάγουσας, η παρούσα αίτηση προωθήθηκε από την αρχή δια κλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1, η οποία από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης αλλά και του μαρτυρικού υλικού που τη συνοδεύουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Εναγόμενη 1 αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης στοιχείων επειδή η Εναγόμενη 1 προστατεύεται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση του Δικαστηρίου με την ευκαιρία που έχει από την αρχή να παραθέσει τις δικές της θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, πράγμα που έχει πράξει.

 

Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, η Ενάγουσα, μέσα από την αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρθηκε στην παρούσα εικόνα της οικονομικής κατάστασης, την οποίαν και σχολίασε. Με την αναφορά αυτή η Εναγόμενη 1 βασικά δεν έχει διαφωνήσει. Το παράπονο της εστιάζεται στη μη αναφορά από την Ενάγουσα σε επιχειρηματικά σχέδια του μέλλοντος, για τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Ωστόσο τα μελλοντικά επαγγελματικά σχέδια της Εναγομένης 1 δεν διαφοροποιούν την παρούσα οικονομική της κατάσταση. Το ενδεχόμενο αυτή να διαφοροποιηθεί προς το καλύτερο στο μέλλον δεν αποκλείεται. Όπως δεν αποκλείεται αυτά τα επικαλούμενα μελλοντικά επαγγελματικά πλάνα της Εναγομένης 1 να μην βελτιώσουν, όπως η ίδια αναμένει, την οικονομική της κατάσταση στο βαθμό και στην έκταση που ελπίζει και με βάση τα στοιχεία και δεδομένα που η ίδια έχει χρησιμοποιήσει. Κάτω από αυτή την οπτική γωνία δεν θεωρώ ότι η μη αναφορά τους στην αρχική ένορκη δήλωση συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ούτε προσδίδει στην Ενάγουσα ταυτότητα ότι δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια».

 

Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταπιεστική και/ή κακόβουλη

Με τον 9ο λόγο ένστασης (υπόλοιπο μέρος) η Εναγόμενη 1 παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταπιεστική και/ή κακόβουλη. Η εν λόγω θέση της συνδέεται με το προαναφερόμενο επιχείρημα ότι στόχος της παρούσας αίτησης είναι ο οικονομικός στραγγαλισμός της Εναγομένης 1 προκειμένου να την εξωθήσει κατά τρόπο καταπιεστικό στην εγκατάλειψη των απαιτήσεων της που επιθυμεί να εγείρει μέσω ανταπαίτησης της και τελικά να την οδηγήσει σε ένα επαχθή συμβιβασμό της παρούσας υπόθεσης υπό το καθεστώς αφόρητης οικονομικής πίεσης και καταναγκασμού. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, η Ενάγουσα απορρίπτει κατηγορηματικά τη θέση αυτή της Εναγομένης 1.

 

Η διαπίστωση κακοπιστίας/κακοβουλίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία/κακοβουλία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση  συνήθως οδηγείται σε απόρριψη (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου σαφή και πειστικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 1 περί ύπαρξης κακοπιστίας από μέρους της Ενάγουσας. Εκείνο που υπάρχει είναι απλή λεκτική διατύπωση της θέση αυτής από την Εναγόμενη 1 σε θεωρητικό επίπεδο. Η Εναγόμενη 1 είχε το βάρος να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία, ως η πλευρά που το επικαλέστηκε, αλλά δεν το έπραξε. Προς υποστήριξη του σκεπτικού του Δικαστηρίου, παραπέμπω στις αναφορές που έγιναν σε σχέση με τη δεύτερη πτυχή του ζητήματος της κατάχρησης. Δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω για να μην γίνω φορτικός.

 

Θα μπορούσε ακόμη να σχετιστεί η θέση της Εναγόμενη 1 για κακοπιστία και κακοβουλία με τον ισχυρισμό της ότι η Ενάγουσα δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια» αφού, για το λόγο που επικαλέστηκε, προβλήθηκε η εισήγηση ότι υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Επί τούτου θα αρκεστώ να επισημάνω ότι η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, συμπαρασύρουν σε αποτυχία τέτοια τοποθέτηση.

 

Συνεπώς κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν διαπνέεται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία και/ή από στοιχείο καταπίεσης με αποτέλεσμα η θέση αυτή της Εναγομένης 1 να είναι έκθετη σε απόρριψη.

 

Λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση της αίτησης

Με τη θέση αυτή, η οποία εγείρεται με τον 2ο λόγο ένστασης, η Εναγόμενη 1 παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση νομικά πάσχει επειδή η νομική βάση της δεν στηρίζεται στα άρθρα 4(1) και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Προφανώς το επικαλείται επειδή πράγματι στην νομική βάση της εν λόγω αίτησης δεν περιλαμβάνονται τα αναφερόμενα άρθρα.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που το συγκεκριμένο ζήτημα εγείρεται ως ξεχωριστός λόγος ένστασης, εντούτοις δεν αποτελεί αντικείμενο αναφοράς στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση. Επίσης παρατηρώ ότι το εν λόγω θέμα δεν σχολιάζεται νομικά μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 1. Στη βάση αυτών των δεδομένων εκλαμβάνω ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει εγκαταλειφθεί και εφόσον δεν προωθείται από την Εναγόμενη 1 απορρίπτεται.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα αναφερθώ στη σημασία των επικαλούμενων άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6 στη νομική βάση μιας ενδιάμεσης αίτησης στην περίπτωση που λεχθεί ότι χρήζει αυτεπάγγελτη ενασχόληση μου με το συγκεκριμένο ζήτημα.

 

Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, γίνεται επίκληση των προνοιών του άρθρου 4 του Κεφ.6. Οι διατάξεις του άρθρου 4 είναι εξειδικευμένες και ενισχύουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει μόνο παρεμπίπτοντα διατάγματα όπου ζητείται προστασία του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούσας αγωγής (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctions’ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 40-41 και 104-110). Το άρθρο 4 έχει αυτοτέλεια και εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) στις περιπτώσεις όπου οι πρόνοιες του ενεργοποιούνται. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα δεν αξιώνει τη δέσμευση ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούσας απαίτησης, οπότε ορθώς, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το συγκεκριμένο άρθρο δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης.

 

Το δε άρθρο 5 του Κεφ. 6 αφορά δέσμευση ακίνητης περιουσίας που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής για χάριν εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Επομένως το άρθρο αυτό παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, στα πλαίσια εκκρεμούσης αγωγής για «χρέος ή αποζημίωση» να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα για δέσμευση ακίνητης περιουσίας που ανήκει στον εναγόμενο, η οποία δεν χρειάζεται να αποτελεί αντικείμενο της απαίτησης, για διευκόλυνση της εκτέλεσης τυχόν απόφασης προς όφελος του ενάγοντα (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctions’ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 40-41 και 110-115). Στην προκειμένη περίπτωση όπου η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, παρουσιάζεται συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία, ιδιοκτησία της Ενάγουσας, για την οποίαν, μεταξύ άλλων, ζητείται η δέσμευση της. Ιδανικά το άρθρο 5 του Κεφ.6 μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στο σώμα της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης. Ωστόσο το γεγονός ότι το συγκεκριμένο άρθρο απουσιάζει από αυτή, δεν οδηγεί την παρούσα αίτηση σε απόρριψη. Μπορεί ο Κ.23.4(1)(β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 να απαιτεί ότι στην αίτηση πρέπει να δηλώνεται η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία αυτή στηρίζεται, αλλά η παρουσία του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των Μερών 23 & 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 στη νομική βάση παρέχουν δικαιοδοσία και συνάμα εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει τα αιτούμενα διατάγματα στην περίπτωση βέβαια που πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, καλύπτοντας έτσι την πιο πάνω απουσία χωρίς να σημειώνεται παραβίαση του πιο πάνω κανονισμού. Παράλληλα το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις εξέτασης του άρθρου 5 είναι ταυτόσημες μ’ αυτές που εξετάζονται σε σχέση με το άρθρο 32 του Ν.14/60, καθιστά ανεπαίσθητη και άνευ πραγματικής σημασίας την παράλειψη αναφοράς του άρθρου 5 του Κεφ.6 στη νομική βάση της υπό κρίσης αίτησης. 

 

Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό διάταγμα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων, περιλαμβανομένου και του διατάγματος τύπου mareva injunction (Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α. (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1301).     

 

Σε τελευταία ανάλυση, από τη στιγμή που περιλαμβάνονται το άρθρο 32 το οποίο είναι το δικαιοδοτικό υπόβαθρο έκδοσης κάθε είδους διατάγματος, τα Μέρη 23 & 25 τα οποία συμπληρωματικά παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα περιλαμβανομένου διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων ενώ παράλληλα συνιστούν καινούργιο δικονομικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, καθώς επίσης το κοινοδίκαιο με τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης και επικουρικών διαταγμάτων αποκάλυψης και οι αρχές επιείκειας, κρίνω ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι νομικά ορθή και βασικά συμπληρωμένη με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης να είναι έκθετος σε απόρριψη.

 

Καθυστέρηση – Ολιγωρία στην προώθηση της παρούσας αίτησης:

Ένα άλλος ξεχωριστός λόγος που η Εναγόμενη 1 προβάλλει προκειμένου να υποστηρίξει την εκδοχή της ότι η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη είναι ότι η Ενάγουσα καθυστέρησε υπέρμετρα και/ή αδικαιολόγητα να την καταχωρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εν λόγω θέση της περιέχεται στον 15ο λόγο ένστασης.

 

Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι αξιούμενες θεραπείες της υπό κρίση αίτησης μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην προγενέστερη αίτηση ημερ. 18.12.23. Η πλευρά της Ενάγουσας απορρίπτει τη θέση αυτή και θεωρεί ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα προβάλλοντας τα δικά της επιχειρήματα.

 

Είναι γεγονός ότι όταν κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτησης, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788. Η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά (xxx xxx Rostovtsev v. xxx xxx Shcukin, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε415/2016 ημερ. 05.07.19), ECLI:CY:AD:2019:A282.

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι θεραπείες που αξιώνονται στην υπό κρίση αίτηση δεν θα μπορούσαν, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, να είχαν συμπεριληφθεί στην προγενέστερη αίτηση ημερ. 18.12.23.

 

Παράλληλα, συνεκτιμώντας περιστατικά και γεγονότα που περιέβαλλαν την παρούσα περίπτωση, όπως αυτά έχουν αναφερθεί και παρέμειναν αναντίλεκτα αλλά και μετά που ανάτρεξα στο ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου για να ενημερωθώ για το ιστορικό της υπόθεσης εφόσον υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146) και ιδιαίτερα το ότι η Ενάγουσα:

(α)       είχε να αντιμετωπίσει τη ροή σημαντικών γεγονότων της υπόθεσης αυτής που εξελίσσονταν με γοργό ρυθμό,

(β)       είχε να διασφαλίσει ότι θα εγκαταλείψει το χώρο λαμβάνοντας όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κάτω από συνθήκες ασφάλειας και υγείας,

(γ)        είχε να αντιμετωπίσει την αγωγή αρ. 10/24 που εγέρθηκε εναντίον της από την Εναγόμενη 1,

(δ)        είχε να συγκεντρώσει όλο το μαρτυρικό υλικό που προφανώς ήταν ογκώδες προκειμένου να υπολογίσει τις κατ’ ισχυρισμό ζημιές και απώλειες της στο έργο,

(ε)        είχε να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση ημερ. 18.12.23 στα πλαίσια της παρούσας απαίτησης,

(στ)      καταχώρισε την έκθεση απαίτησης της στις 29.02.24,

(ζ)        1,5 μήνες μετά καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση,

 

κρίνω ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι δικαιολογημένος και υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρος ώστε να καταλογιστεί ολιγωρία στην Ενάγουσα για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Υπό τις περιστάσεις δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και μάλιστα τέτοιας που να χαρακτηρίζεται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχω παρατηρήσει ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει, εντασσόμενος σ’ αυτά τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, έχει προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στη Εναγόμενη 1. Αλλά και καμία τέτοια αναφορά υπάρχει από την Εναγόμενη 1.

 

Συμπληρωματικά θα έλεγα ότι το γεγονός η υπό κρίση αίτηση έγινε δια κλήσεως ενισχύει τη θέση της Ενάγουσας περί μη ύπαρξης καθυστέρησης στην προώθηση της. Το πιο κάτω απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 3865/23 Libra Capital κ.α. v. Bank of Cyprus Public Company Limited, ημερ. 03.303.20 που ο συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, με βρίσκει σύμφωνο:

«Εν πάση δε περιπτώσει η υπό κρίση Αίτηση, αν και καταχωρήθηκε μονομερώς, ενόψει των οδηγιών του Δικαστηρίου για επίδοση της στην άλλη πλευρά κατέστη στην πραγματικότητα Αίτηση δια κλήσεως οπόταν και η όποια καθυστέρηση στη διεκδίκηση των αιτούμενων θεραπειών και αν υπήρχε δεν θα είχε την ίδια δυναμική που θα υφίστατο στην περίπτωση όπου επιδιώκετο θεραπεία μέσω μονομερούς αίτησης.»

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Κριτήρια και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων:

Ολοκληρώνω την ενασχόληση μου με την εξέταση των λόγων ένστασης, οι οποίοι πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 3, 4, 5, 7, 8, 10, 11, 12, 13 και 16, οι οποίοι θα εξεταστούν ως μία ενιαία ομάδα.

 

Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης 1 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Ενάγουσα θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται σωρευτικά.

 

Αιτούμενο Διάταγμα Παγοποίησης Περιουσιακών Στοιχείων (Mareva Injunction)

Ένα από τα δύο αιτούμενα διατάγματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει στην παρούσα περίπτωση αφορά παρεμπίπτον διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων εντός δικαιοδοσίας, αλλιώς γνωστό ως «freezing order» ή mareva injunction από την ομώνυμη αγγλική υπόθεση Mareva Compania Naviera St. v. International Bulk Carriers SA [1980] 1 All Er. 213. Με το διάταγμα αυτό ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να αποξενώσει ή να μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία ιδιοκτησίας του εκτός δικαιοδοσίας. Έτσι τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου προστατεύονται με την παγοποίηση τους ώστε σε περίπτωση που ο ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ του να μπορεί να ικανοποιηθεί. Ένα τέτοιο διάταγμα δεν αποτελεί μέτρο κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται. Σκοπός της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος δεν είναι για να βελτιώσει τη θέση ενός πιστωτή, ούτε για να τον καταστήσει εξασφαλισμένο πιστωτή και ούτε για να δώσει προτεραιότητα στον ενάγοντα, αλλά για να αποτρέψει την αδικία που θα δημιουργηθεί όταν ο εναγόμενος αποξενώσει ή μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας περιουσιακά στοιχεία του που ήταν διαθέσιμα.   

 

Η δυνατότητα για τα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα τύπου Mareva  κρίθηκε υπό το φως της ευρύτατης εξουσίας που παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 ότι είναι δυνατή η έκδοση διαταγμάτων που να λαμβάνουν υπόψη «... τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής …». (Avila Management Services Limited και άλλη v. Steapnek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403, Poltava Petroleum Co. V. Mexana Oil Ltd κ.α. (πιο πάνω)). Επομένως, όπως λέχθηκε προηγουμένως, οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 καλύπτουν όλες τις περιπτώσεις διαταγμάτων (Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1759). Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρά τη θέσπιση των νέων δικονομικών θεσμών, η νομολογία που υπήρχε προηγουμένως εξακολουθεί να έχει καθοδηγητική μορφή.

 

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν.  Αυτές είναι:

(1)        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(2)        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

(3)        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.

 

Επιπροσθέτως υπάρχουν και ειδικές προϋποθέσεις που αφορούν το διάταγμα τύπου mareva injunction όπου ο αιτητής θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι:

(α)       υπάρχουν εντός δικαιοδοσίας περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον εναγόμενο,

(β)       υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσης τους,

(γ)        υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του αιτητή ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης.

 

Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (Eurocypria Airlines Ltd v. Δημοκρατίας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1783). Το εν λόγω κριτήριο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 145/11 ημερ. 13.06.13) Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Επομένως σχετίζεται με τη νομική πτυχή των δικαιωμάτων των διαδίκων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (πιο πάνω)).

 

Ο Αιτητής (εδώ η Ενάγουσα) δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο ερευνά το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή (εδώ η Ενάγουσα) και βεβαιώνεται ότι δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του Καθ’ ου η αίτηση (εδώ η Εναγόμενη 1). Δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής εκτός και αν εμπίπτουν στην κατηγορία διαταγμάτων τύπου Quia Timet (United States Trust Company of New York v. Tsavliris Salvage (International) Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 1014).

 

Στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί Έντυπο Απαίτησης και έπειτα Έκθεση Απαίτησης. Αντικειμενική ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης καθιστά αντιληπτό ότι οι Ενάγοντες στρέφονται εναντίον των Εναγομένων 1-3 ένεκα της επαγγελματικής σχέσης και της εμπλοκής τους στο έργο. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Ενάγουσα ενεργούσε ως κύριος εργολάβος στο έργο, για την ανέγερση του οποίου συμβλήθηκε με την Εναγόμενη 1, εργοδότρια του έργου αφού ήταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου, εντός του οποίου οι εργοληπτικές και άλλες εργασίες θα κατασκευάζονταν. Οι όροι του συμβολαίου κατονομάζουν την Εναγόμενη 2 ως την αρχιτέκτονα του έργου, αντιπρόσωπος της οποίας στο εργοτάξιο ήταν ο Εναγόμενος 3.

 

Κατόπιν πρόχειρης ανάγνωσης του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης αλλά και από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, προβάλλονται ως βάσεις απαίτησης παράβαση σύμβασης, συμβατικό χρέος, επαγγελματική αμέλεια και διάπραξη απάτης/δόλιων ενεργειών από τους Εναγομένους 1, 2 & 3 εις βάρος της Ενάγουσας. Κατ’ επίκληση αυτών των βάσεων απαίτησης δικογραφούνται διάφορα πραγματικά και νομικά θέματα που προκύπτουν μέσα από τις αναφερόμενες διαφορές και διαφωνίες των διαδίκων κατά την εκτέλεση των εργασιών στο έργο. Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο κάτω:

Ø   Κατά πόσο υπήρξε παράβαση όρων συμβολαίου, από ποιόν και με ποιον τρόπο.

Ø   Εάν υπήρξαν πράξεις και/ή παραλείψεις που παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας, από ποιόν και με ποιον τρόπο.

Ø   Εάν διαπράχτηκαν απάτη και/ή οι δόλιες ενέργειες που αποδίδονται στους Εναγομένους 1-3 εις βάρος της Ενάγουσας.

Ø   Νομιμότητα και εγκυρότητα τερματισμού της σύμβασης.

Ø   Εάν εκτελέστηκαν εργασίες που με βάση τη φύση τους εμπίπτουν στη νομική έννοια της «επιπρόσθετης» και «τροποποιητικής φύσεως» που παρέχεται από τους όρους συμβολαίου σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα έγγραφα συμβολαίου. 

Ø   Η καταγραφή της εκτελεσθείσας εργασίας στο έργο από την Ενάγουσα και των υλικών που αγοράστηκαν και βρίσκονταν στο εργοτάξιο για να χρησιμοποιηθούν στο έργο και ο υπολογισμός της αξίας τους σε συνάρτηση με τις πληρωμές που έγιναν στην Ενάγουσα.

Ø   Κατά πόσο υφίσταται ή όχι συμβατικό χρέος στην Ενάγουσα, δηλαδή οφειλόμενα ποσά από εκτελεσθείσες εργασίες.

Ø   Ποιος ευθύνεται, εάν κάποιος ευθύνεται, για τη μη έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών του έργου στην ημερομηνία που είχε οριστεί από τους όρους συμβολαίου και/ή στη νέα ημερομηνία που ορίστηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου.

Ø   Αιτίες πρόκλησης καθυστέρησης στην πρόοδο των εργοληπτικών εργασιών και ποιος ευθύνεται γι’ αυτές, εάν όντως ευθύνεται κάποιος.

Ø   Εάν εφαρμόζεται ή όχι η νομική αρχή «time at large» σε ότι αφορά την τελική ημερομηνία παράδοσης του έργου.

Ø   Καθορισμός – υπολογισμός ύψους τυχόν δικαιολογημένης παράτασης χρόνου.

Ø   Καθορισμός – υπολογισμός ύψους τυχόν παρατεταμένης διάρκειας παρουσίας της Ενάγουσας στο έργο που δεν δικαιολογείται.

Ø   Υπολογισμός τυχόν ζημιών και/ή απωλειών και/ή διαφυγόντων κερδών λόγω διατάραξης της κανονικής προόδου των εργασιών και ένεκα καθυστέρησης στην εκτέλεση εργασιών όπως και της παρατεταμένης παρουσίας της Εναγομένης 1 στο έργο.

 

Η Ενάγουσα προβάλλει ως αγώγιμα δικαιώματα τις δικογραφημένες βάσεις απαίτησης, οι οποίες θα έλεγα ότι περιέχονται ευρύτερα στο δίκαιο των συμβάσεων και στο αστικό δίκαιο.

 

Η συνομολόγηση σύμβασης με νόμιμη αντιπαροχή με σκοπό το αμοιβαίο οικονομικό όφελος, ως είναι η προκειμένη περίπτωση, εμπίπτει στο Δίκαιο Συμβάσεων (άρθρο 10 Κεφ.149). Οι συμβατικές υποχρεώσεις πρέπει να εκπληρώνονται από τα συμβαλλόμενα μέρη εκτός αν έχουν απαλλαχθεί ή εξαιρεθεί από την εκτέλεση τους (άρθρο 37 Κεφ.149). Σε περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί και/ή παραλείψει να εκπληρώσει κάποια από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, τότε το μέρος που δεν ευθύνεται δύναται να τερματίσει τη σύμβαση εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης. Σχετικό είναι το άρθρο 39 του Κεφ.149, στις πρόνοιες του οποίου παραπέμπω. Το άρθρο 73(1) του Κεφ.149 παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1) (2004) 1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης (1998) 1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 679).

 

Το συμβατικό χρέος που η Ενάγουσα παράλληλα επικαλείται είναι οφειλή που προκύπτει μέσα από συμβατική σχέση των διαδίκων. Η ύπαρξη σύμβασης, η μέθοδος καταβολής αντιπαροχής και η διατήρηση κατάστασης λογαριασμού είναι παράγοντες που, ανάμεσα σ’ άλλα, σχετίζονται με την ύπαρξη συμβατικού χρέους. Σε τελευταία ανάλυση έχει να κάνει με την εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων, για τις οποίες απουσιάζει σχετικό αντάλλαγμα που είτε έχει συμφωνηθεί η μέθοδος καταβολής του είτε υπολογίζεται πάνω σε λογική βάση (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ v. Χαραλάμπους κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 829, Σταύρου v. G. Roditis & Partners (2008) 1Α Α.Α.Δ. 477).

 

Η αμέλεια είναι μία άλλη βάση απαίτησης που δικογραφείται. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και η επαγγελματική αμέλεια. Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις.

 

Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ (1989) 1 C.L.R. 453). Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στο Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις,  Τόμος 2, σελ. 103-104, στο οποίο και παραπέμπω.

 

Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani (1969) 1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής:

“Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou (1979) 1 C.L.R. 215).”

 

Μία άλλη βάση αγωγής που η Ενάγουσα προβάλλει είναι αυτό της απάτης εις βάρος της από τους υπόλοιπους Εναγομένους. Πρόκειται για αστικό αδίκημα που στην Κύπρο διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148).

 

Όπως σημειώνεται στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου:  

«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:

 

Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:

 

Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.»

 

Ακόμη θα έλεγα ότι συνδεδεμένη με την επικαλούμενη απάτη είναι η αναφερόμενη συνομωσία της Εναγομένης 1 με τους Εναγομένους 2 & 3 με σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας, η οποία προβάλλεται ξεχωριστά ως βάση απαίτησης. Στην Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24 υποδείχτηκε ότι η «συνομωσία» συνιστά ξεχωριστή βάση αγωγής για δόλο και η διάπραξη της αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με συστατικά στοιχεία. Μνημονεύοντας την Χριστοφόρου κ.α. v. Barclays Bank Plc (2009) 1(A) Α.Α.Δ.25 στην πιο πάνω υπόθεση ειπώθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα πιο κάτω:  

«εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos v. Kontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:

 

"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."

 

Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, γίνεται επίσης παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts αναφορικά με τη συνωμοσία. Στην 24η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, του 2023 παρατίθεται ανάλυση της εξέλιξης του κοινοδικαίου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων που περιγράφονται ως «economic torts».

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, ανωτέρω, η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed v. Veitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).» 

   

Ειδικότερα το ζήτημα της παράβασης όρων συμβολαίου εμπίπτει στο δίκαιο των συμβάσεων. Ομοίως η νομιμότητα και εγκυρότητα τερματισμού της σύμβασης από την Εναγόμενη 1. Τα θέματα που αφορούν εάν έχουν εκτελεστεί «τροποποιητικές» και/ή «επιπλέον» εργασίες, το χρόνο της έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών του έργου, των αιτιών καθυστέρησης στην εκτέλεση τους, ο υπολογισμός του ύψους δικαιολογημένης και αδικαιολόγητης παράτασης χρόνου, ο υπολογισμός τυχόν ζημιών και/ή απωλειών και/ή διαφυγόντων κερδών λόγω διατάραξης της κανονικής προόδου των εργασιών και ένεκα καθυστέρησης στην εκτέλεση εργασιών όπως και της παρατεταμένης παρουσίας της Εναγομένης 1 στο έργο, η καταγραφή της εκτελεσθείσας εργασίας στο έργο από την Ενάγουσα και των υλικών που αγοράστηκαν και βρίσκονταν στο εργοτάξιο για να χρησιμοποιηθούν στο έργο και ο υπολογισμός της αξίας τους σε συνάρτηση με τις πληρωμές που έγιναν στην Ενάγουσα και εάν τελικά προκύπτει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό από εκτελεσθείσες εργασίες, εμπίπτουν στην εξειδικευμένη κατηγορία του εργοληπτικού δικαίου που πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από το δίκαιο των συμβάσεων και σε μικρότερο βαθμό από το αστικό δίκαιο. Τα δε ζητήματα που αφορούν τυχόν πράξεις και/ή παραλείψεις που παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας και ενδεχόμενη διάπραξη απάτης και/ή δόλιων ενεργειών εμπίπτουν στο αστικό δίκαιο και σε παράβαση νομοθετικών υποχρεώσεων.

 

Σε σχέση με τα πιο πάνω, η Ενάγουσα μέσα από την έκθεσης απαίτησης της δικογραφεί λεπτομέρειες της επικαλούμενης απάτης και/ή δόλιων ενεργειών εις βάρος της από τους Εναγομένους 1-3, παρέχει λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό παράβασης σύμβασης από μέρους της Εναγομένης 1, παραθέτει πληροφορίες για κατ’ ισχυρισμό αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις που αποδίδει στους Εναγομένους 1-3, προσδιορίζει το ύψος που θεωρεί ότι συμβατικά της οφείλεται από την εκτέλεση των εργασιών στο έργο, συσχετίζει νομικά και πραγματικά αιτίες πρόκλησης καθυστέρησης, κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμες ενέργειες και παραλείψεις των Εναγομένων, επικαλούμενης διατάραξης της κανονικής προόδου των εργασιών και τερματισμού εργοδότησης της στο έργο με ζημιές, απώλειες και διαφυγόντα κέρδη που επικαλείται ότι υπέστηκε, τα οποία υπολογίζει και αναλύει. Μετά που δικογραφικά συνδέει, μέσω λεπτομερειών και ανάλυσης, την πρόκληση των βάσεων απαιτήσεις της με τις επικαλούμενες ζημιές και απώλειες που σύμφωνα με την ίδια υπέστηκε συνεπεία επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδει στους Εναγομένους, η Ενάγουσα αξιώνει θεραπείες υπό τη μορφή αναγνωριστικών αποφάσεων και επιδίκασης αποζημιώσεων.

 

Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό νομικό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω αναφερθεί σ’ αυτά προηγουμένως.

 

Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015), είναι ότι ο Αιτητής έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση καταλογίζεται στην Εναγόμενη 1 ότι ευθύνεται προσωπικά αλλά και δια του αντιπροσώπου της αρχιτέκτονα του έργου (Εναγόμενη 2) για παράβαση εγγράφων συμβολαίου. Ο όρος 4 του Εντύπου των όρων συμβολαίου προνοεί ότι ο αρχιτέκτονας του έργου θα εκδίδει σαφή και ολοκληρωμένα κατασκευαστικά σχέδια και σχέδια λεπτομερειών μελέτης που είναι αναγκαία για και θα επιτρέπουν την εκτέλεση των εργασιών στο έργο, έγγραφα τα οποία θα παραδίδει στον κυρίως εργολάβο του έργου (Ενάγουσα). Μέσα από την περιγραφή των γεγονότων η Ενάγουσα αναφέρει ότι ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε ένα αρχικό πακέτο οδηγιών το οποίο ήταν ουσιωδώς ασυμπλήρωτο και παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις. Ακολούθως κατά την διάρκεια ανέγερσης του έργου, σύμφωνα με την Ενάγουσα, ο αρχιτέκτονας του έργου ανάπτυξε τη μελέτη του με τρόπο τμηματικό και ανοργάνωτο εκδίδοντας μεγάλο αριθμό αρχιτεκτονικών οδηγιών που αφορούσαν την εκτέλεση ουσιωδών εργασιών του έργου χωρίς όμως να υπήρχαν τα απαραίτητα σχέδια και τεχνικές προδιαγραφές σε ολοκληρωμένη, σαφή και λεπτομερή μορφή που θα επέτρεπαν την κατασκευή των αναφερομένων εργασιών.

 

Σε σχέση με την έκδοση αρχιτεκτονικών οδηγιών, ο όρος 3 προνοεί ότι κατά κανόνα αυτές εκδίδονται γραπτώς. Παρόλα αυτά στον όρο αυτό σημειώνεται ότι εάν αρχιτεκτονική οδηγία δοθεί προφορικά από τον αρχιτέκτονα του έργου, αυτή δεν θα ισχύει αμέσως αλλά μετά που αυτή επιβεβαιωθεί γραπτώς από τον κυρίως εργολάβο στο χρονικό διάστημα που ο όρος καθορίζει. Κατά την έκθεση των γεγονότων η Ενάγουσα επισημαίνει αρκετές περιπτώσεις σε διάφορες φάσεις και σε διάφορα επίπεδα του έργου όπου τουλάχιστον 34 γραπτές αρχιτεκτονικές οδηγίες χαρακτηρίζονταν από σχεδιαστικές γενικότητες, ελλιπής και ασυμπλήρωτες τεχνικές λεπτομέρειες που δεν επέτρεπαν την εκτέλεση εργασιών που απαιτούσαν. Κατ’ ανάλογο τρόπο η Ενάγουσα υποδεικνύει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου εκδόθηκαν προφορικά πολυάριθμες αρχιτεκτονικές οδηγίες (αναφορά σε τουλάχιστον 186) πάλι σε διάφορες φάσεις και σε διάφορα επίπεδα του έργου οι οποίες δεν συνοδεύονταν από ολοκληρωμένη μελέτη, σαφείς σχεδιαστικές λεπτομέρειες και συμπληρωμένες πληροφορίες σε σχέση με τις εργασίες στις οποίες αναφέρονταν με τον αρχιτέκτονα να αρνείται να ανταποκριθεί παρά τις εκκλήσεις της Ενάγουσας.

 

Προς υποστήριξη των πιο πάνω, η Ενάγουσα επισυνάπτει σχετική γραπτή αλληλογραφία. Ενδεικτικά παραπέμπω στο Τεκμήριο 36 στην αρχική ΕΔ ΠΠ. Από την άλλη, η εκδοχή της Εναγομένης 1 για επίρριψη ευθύνης στην Ενάγουσα αναφορικά με την πρόκληση καθυστέρησης στην πρόοδο εκτέλεσης εργασιών, κυμαίνεται σε γενικό πλαίσιο. Η προβαλλόμενη θέση δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες πληροφορίες που εκ πρώτης όψεως να της προσδίδουν σαφή εικόνα.

 

Ένα από τα φλέγοντα θέματα που χρήζει εξέτασης κατά την εκδίκαση της ουσίας αγωγής είναι ποιος ευθύνεται για την μη έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών στο έργο την περίοδο που κυρίως εργολάβος ήταν η Ενάγουσα. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον αρχιτέκτονα του έργου στην έκδοση πιστοποιητικού μη συμπλήρωσης των εργασιών του έργου επιρρίπτοντας αποκλειστική ευθύνη γι’ αυτό στην Ενάγουσα θεωρώντας την ότι είχε αποτύχει να προχωρά στην εκτέλεση τους με τον δέοντα και επιμελή τρόπο. Ως αποτέλεσμα της έκδοσης του εν λόγω εγγράφου, η Εναγόμενη 1 προχώρησε σε τερματισμό της εργοδότησης της Ενάγουσας στο έργο, δυνάμει του όρου 26.

 

Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τον τερματισμό της σύμβασης είχε εκτελεστεί το 97% των εργασιών του έργου με το υπόλοιπο 3% να σχετίζεται με την ανέγερση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. που ήταν μέρος των εργασιών του έργου. Όπως εξηγείται, οι εκκρεμούσες εργασίες δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν προτού πρώτα εξασφαλιστεί αναθεωρημένη άδεια οικοδομής για την ανέγερση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. στην οποίαν θα αποτυπώνονταν οι αλλαγές για την κατασκευή του που επήλθαν από οδηγίες του αρχιτέκτονα του έργου τα τελευταία 4 χρόνια και προτού ολοκληρωθεί η ανέγερση και η ρευματοδότηση του υποσταθμού της Α.Η.Κ., πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση του εν λόγω υποσταθμού από την Α.Η.Κ., η εξασφάλιση πιστοποιητικών ελέγχου από την Α.Η.Κ. και η σύνδεση του έργου με το δίκτυο της Α.Η.Κ. Όπως η Ενάγουσα αναφέρει, τα πιο πάνω αποτελούσαν απαραίτητες προϋποθέσεις για την συμπλήρωση των υπολειπόμενων εργοληπτικών εργασιών και για τη διεξαγωγή τελικών ελέγχων και ρυθμίσεων (final testing and commissioning) των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου που είχαν γίνει από τον υπεργολάβο των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών, η αποπεράτωση των οποίων συνιστούσαν αναγκαία προϋπόθεση για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και την προσωρινή παραλαβή του έργου. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η μη έκδοση αναθεωρημένης άδειας οικοδομής μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης από ην Ενάγουσα (22.12.23) δεν θα επέτρεπε την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, πράγμα που αναπόφευκτα θα εμπόδιζε τη ρευματοδότηση του υποσταθμού, την επιθεώρηση, τον τελικό έλεγχο και τη ρύθμιση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου.    

Αντίθετα η Εναγόμενη 1, χωρίς να προσδιορίζει με λεπτομέρεια που υπήρχαν ασυμπλήρωτες εργασίες και αν ήταν στο μικρό ποσοστό που η Ενάγουσα επικαλείτο, ισχυρίζεται ότι οι υπολειπόμενες εργασίες μπορούσαν να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 05.07.22 χωρίς να αναμένονται όλα τα πιο πάνω, καθώς και οι έλεγχοι των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί δια προσωρινής παροχής ρεύματος με τη χρήση γεννήτριας χωρίς έτσι να απαιτείται η ολοκλήρωση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. και η ρευματοδότηση του έργου από αυτόν. 

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία, η θέση της Ενάγουσας εκ πρώτης όψεως ενισχύεται από τη συγκλίνουσα τοποθέτηση του υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του έργου η οποία εκφράστηκε με επιστολή του ημερ. 19.05.23 (Τεκμήριο 71 αρχική ΕΔ ΠΠ) και κυρίως από την επιστολή ημερ. 03.10.23 του Διευθυντή Περιφέρειας Λεμεσού της Α.Η.Κ. (Τεκμήριο 96 αρχικής ΕΔ ΠΠ). Με βάση το έγγραφο αυτό, η επιθεώρηση και ο έλεγχος των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του έργου, τα οποία φαίνεται να είναι κριτήριο για την ύπαρξη έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών του έργου, διεξάγονται από προσωπικό της Α.Η.Κ. εφόσον πρώτα υποβληθεί σχετική αίτηση και μετά την ολοκλήρωση της παροχής και της εγκατάστασης μετρητή στον αναφερόμενο υποσταθμό. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η θέση της Ενάγουσας εκ πρώτης όψεως ενισχύεται περισσότερο με παραπομπή στον όρο 11.7 που είναι οι προϋποθέσεις για την προσωρινή παραλαβή του έργου των ηλεκτρολογικών προδιαγραφών του έργου και στα άρθρα 3 και 10 του περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96).

 

Η θέση της Εναγομένης 1 ότι ο σχετικός έλεγχος των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του έργου πραγματοποιήθηκε με προσωρινή παροχή ρεύματος μέσω της χρήσης γεννήτριας υποδεικνύει ότι αυτό διεξήχθη όχι από προσωπικό της Α.Η.Κ. αλλά από τον αρχιτέκτονα του έργου μαζί με τον σύμβουλο ηλεκτρομηχανολόγο. Αυτό, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να συνάδει με τις απαιτήσεις των προνοιών του όρου 11.7 που αφορά τις ηλεκτρολογικές προδιαγραφές του έργου. Πέραν αυτού όμως, η εν λόγω θέση δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να λαμβάνει υπόψη της ότι η κατασκευή και η  ρευματοδότηση του υποσταθμού της Α.Η.Κ. αποτελούσε μέρος των εργασιών του έργου και επομένως η ανέγερση, η πιστοποίηση της καταλληλότητας του και η ρευματοδότηση του απαιτούνταν, αντικειμενικά και εκ των πραγμάτων, για την επίτευξη της έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών του έργου. Αν η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε να παρακάμψει τη διαδικασία αυτή, ενδεχομένως να μην έπρεπε να επιμένει σε έμπρακτη συμπλήρωση εργασιών αλλά, εφόσον δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τα έγγραφα συμβολαίου, να παραλάμβανε μερική κατοχή του έργου με ότι αυτό νομικά και πραγματικά συνεπάγεται, από την οποίαν διαδικασία θα εξαιρείτο ο χώρος εκτέλεσης εργασιών για την κατασκευή και λειτουργία του υποσταθμού καθώς επίσης η διαδικασία ρευματοδότησης, ελέγχου και ρύθμισης των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου (όρος 17). Ωστόσο, εξ’ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό, τέτοιο ενδεχόμενο δεν τέθηκε από κανένα διάδικο, παρόλο ότι σε κάποια φάση δόθηκε οδηγία από τον αρχιτέκτονα του έργου για αφαίρεση της ανέγερσης του εν λόγω υποσταθμού από τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας αλλά με διατήρηση της υποχρέωσης της για τις τελικές δοκιμές, τελικούς ελέγχους και ρυθμίσεις των διαφόρων υπηρεσιών και συστημάτων του έργου.

 

Σε ότι αφορά το χρόνο που απαιτείτο για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών στο έργο, η Εναγόμενη 1, μέσω του αρχιτέκτονα της, η θέση της Εναγομένης 1 είναι ότι δικαιολογημένα δεν θα μπορούσε να ήταν η αρχική συμβατική ημερομηνία (23.12.21) αλλά θεώρησε ότι θα έπρεπε να ήταν στις 05.07.22, χορηγώντας έτσι παράταση χρόνου 194 ημερολογιακών ημερών. Η εν λόγω θέση του προβάλλεται στη βάση γενικών ισχυρισμών μέσα από τους οποίους επιρρίπτεται ευθύνη στην Ενάγουσα για πρόκληση καθυστέρησης στην πρόοδο εκτέλεσης των εργασιών.

 

Αντίθετα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δικαιολογείται παράταση χρόνου 729 ημερολογιακών ημερών μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης από την Ενάγουσα. Προς υποστήριξη της θέσης της η Ενάγουσα παρέχει εκτενή αλληλογραφία η οποία περιέχει διάφορες πληροφορίες. Περαιτέρω η Ενάγουσα περιγράφει κάθε ένα ουσιώδες γεγονός που κατά τη γνώμη της συνέτεινε στη διατάραξη της κανονικής προόδου των εργασιών μέσα από την οποίαν ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε καθυστέρηση στην εκτέλεση τους. Σε κάθε ένα τέτοιο επικαλούμενο γεγονός παρέχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες εξηγώντας πως κατά τη γνώμη της επήλθε καθυστέρηση. Δίπλα από κάθε ένα τέτοιο γεγονός κατανέμεται το ύψος της καθυστέρησης που του αναλογεί, το σύνολο της οποίας ανέρχεται στις 729 ημερολογιακές ημέρες που είναι η θέση της Ενάγουσας. Πρόχειρη μελέτη του μαρτυρικού υλικού που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες αναφορές της Ενάγουσας, δίδει την εντύπωση ότι η Ενάγουσα αποδίδει την καθυστέρηση σε ουδέτερους παράγοντες, όπως για παράδειγμα σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες σε συνδυασμό με την έκδοση ή τροποποίηση αριθμού Υπουργικών Διαταγμάτων για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης της πανδημίας του κορονοϊού και για την θερμική καταπόνηση των εργαζομένων, καθώς επίσης σε αμελείς πράξεις, παραλείψεις και παραβάσεις του αρχιτέκτονα του έργου μαζί με την Εναγόμενη 1, όπως για παράδειγμα σε ελλιπής μελέτη, κακή διαχείριση του έργου, στην έκδοση πολυάριθμων προφορικών και γραπτών οδηγιών, οι οποίες στερούνταν σχεδίων, περιείχαν έλλειψη τεχνικών πληροφοριών και τεχνικών προδιαγραφών για την υλοποίηση τους σε διάφορα επίπεδα και σε διάφορες χρονικές φάσεις του έργου, συνεπεία των οποίων, σύμφωνα με την Ενάγουσα, προέκυψαν επιπρόσθετες εργασίες, τροποποίησαν υφιστάμενες εργασίες, αποσυντόνισαν την κανονική ροή εκτέλεσης εργασιών, αύξησαν την αναμονή στη λήψη αποφάσεων για το διορισμό υπεργολάβων και γενικά στην παροχή οδηγιών σε ότι αφορά τη συνέχιση και εκτέλεση εργασιών και προκάλεσαν πρόβλημα στις καθημερινές δραστηριότητες του προσωπικού της Ενάγουσας στο έργο.

 

Ο όρος 24 του συμβολαίου παρέχει στον αρχιτέκτονα την εξουσία να χορηγήσει παράταση χρόνου όταν είναι της γνώμης ότι, για οποιονδήποτε από τους λόγους που παρέχονται στις πρόνοιες του συγκεκριμένου όρου, είναι λογικά προφανές ότι η πρόοδος των εργασιών καθυστερεί ή ενδέχεται να καθυστερήσει με αποτέλεσμα η κρίσιμη διαδρομή του προγράμματος εκτέλεσης των εργασιών να επηρεαστεί. Αν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο του όρου αυτού θα αντιληφθεί με ευκολία ότι οι λόγοι που η Ενάγουσα επικαλείται την παράταση χρόνου στο ύψος που τη ζήτησε καλύπτονται από τα εδάφια (a), (b), (e), (f) και (l) αυτού. Εδώ ο αρχιτέκτονας του έργου απέρριψε τα περισσότερα αιτήματα της Ενάγουσας εγκρίνοντας ένα μικρό μέρος από το συνολικό ύψος της παράτασης χρόνου που αυτή είχε ζητήσει. Η κρίση του αρχιτέκτονα στο ζήτημα αυτό αμφισβητείται από την Ενάγουσα. Παρόλο ότι αυτό θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, εντούτοις, για σκοπούς και μόνο του σταδίου αυτού, τα συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία που η Ενάγουσα παρέθεσε σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες που τα συνοδεύουν και σε συνάρτηση με το πιο γενικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η θέση της Εναγομένης 1, δημιουργούν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην εκδοχή της Ενάγουσας στο συγκεκριμένο θέμα.    

 

Η λεπτομερής περιγραφή και ανάλυση των επικαλούμενων γεγονότων σε σχέση με το ζήτημα της διατάραξης της κανονικής προόδου των εργασιών περιέχονται στις §23 - §28 της αρχικής ΕΔ ΠΠ, οι οποίες καταλαμβάνουν τις σελίδες 11 – 80 του εν λόγω εγγράφου. Μέσα από αυτές τις σελίδες η Ενάγουσα καταγράφει πράξεις και παραλείψεις που σύμφωνα με την ίδια αποδίδουν, μεταξύ άλλων, επαγγελματική αμέλεια στον αρχιτέκτονα του έργου, οι οποίες προκάλεσαν την κατ’ ισχυρισμό καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών. Ένα από αυτά είναι η αργοπορημένη επιλογή υπεργολάβου για τον υποσταθμό της Α.Η.Κ. (27.07.21 – Τεκμήριο 57 αρχική ΕΔ ΠΠ), ο οποίος όμως τελικά δεν ανέλαβε (Τεκμήριο 58 αρχική ΕΔ ΠΠ). Τελικά ανέλαβε άλλος υπεργολάβος. Σύμφωνα με την Ενάγουσα υπήρξαν αρκετές αλλαγές, προσθηκομετατροπές και τροποποιητικές εργασίες δυνάμει οδηγιών του αρχιτέκτονα, για τις οποίες απαιτείτο η έκδοση αναθεωρημένης άδειας οικοδομής που τελικά εκδόθηκε στις 25.05.23 αλλά γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα στις 15.06.23 (Τεκμήριο 74 της αρχικής ΕΔ ΠΠ). Η Ενάγουσα περιγράφει με λεπτομέρεια τις επικαλούμενες αλλαγές, προσθηκομετατροπές και τροποποιητικές εργασίες του υποσταθμού της Α.Η.Κ. Ο δε υπεργολάβος φαίνεται να ολοκλήρωσε τις δικές του ηλεκτρολογικές εργασίες στο έργο περί τις 23.10.23 (Τεκμήριο 100 αρχική ΕΔ ΠΠ).

 

Ο όρος 25 του συμβολαίου παρέχει τη δυνατότητα αποζημίωσης του εργολάβου (Ενάγουσα) από τον εργοδότη (Εναγόμενη 1) αν υποστεί έξοδα και/ή απώλειες συνεπεία ουσιώδους επηρεασμού της κανονικής προόδου των εργασιών εξαιτίας οποιουδήποτε από τους λόγους που καθορίζονται στις πρόνοιες του εν λόγω όρου. Αν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο του όρου αυτού θα αντιληφθεί με ευκολία ότι οι λόγοι που η Ενάγουσα ζητεί πληρωμή εξόδων και/ή απωλειών που επικαλείται ότι υπέστηκε στο ύψος που το απαιτεί, καλύπτονται από τα εδάφια (b) και (d) αυτού. Εδώ ο αρχιτέκτονας του έργου απέρριψε το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης της Ενάγουσας. Η κρίση του αρχιτέκτονα στο ζήτημα αυτό αμφισβητείται από την Ενάγουσα.

 

Μέσα από την 1η ΣΕΔ ΠΠ η Ενάγουσα περιγράφει το κάθε είδος ζημιάς και απώλειας που υπέστη. Τα διάφορα είδη ζημιών και/ή εξόδων και/ή απωλειών που η Ενάγουσα απαιτεί αναγνωρίζονται από νομικά συγγράμματα που εξειδικεύονται στο εργοληπτικό δίκαιο ως πιθανές πηγές που δύναται να διεκδικηθούν με τη χρήση συγκεκριμένων φόρμουλων/εξισώσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στα αγγλικά νομικά συγγράμματα ‘Delay and Disruption in Construction Contracts’, Keith Pickavance, 2η έκδοση και ‘Construction Contracts: Principles and Policies in Tort and Contract’, I.N. Duncan Wallace, Τόμοι 1 & 2. Ακολούθως η Ενάγουσα επικαλείται συγκεκριμένες φόρμουλες/εξισώσεις και σ’ αυτές χρησιμοποιεί δεδομένα που αναφέρει και αναλύει. Μ’ αυτά προβαίνει σε μαθηματικούς υπολογισμούς και καταλήγει σε συγκεκριμένα ποσά. Εκ πρώτης όψεως οι φόρμουλες/εξισώσεις που η Ενάγουσα επικαλείται αναγνωρίζονται από τους όρους του συμβολαίου και από συγγράμματα που ειδικεύονται στο εργοληπτικό δίκαιο (ενδεικτικά αναφέρω τα πιο πάνω). Επί του σημείου τούτου παραπέμπω στην §14, §14.1-§14.12 της 1ης ΣΕΔ ΠΠ. Το κατά πόσο τα δεδομένα που η Ενάγουσα χρησιμοποιεί και εφαρμόζει στις συγκεκριμένες φόρμουλες είναι ορθά και αληθή είναι ζήτημα τεκμηρίωσης το οποίο θα κριθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ωστόσο με αντικειμενικό φακό, για σκοπούς και μόνο του σταδίου αυτού, τα συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία που η Ενάγουσα παρέθεσε σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες που τα συνοδεύουν και τη χρήση φόρμουλων/εξισώσεων που αναγνωρίζονται από τους όρους του συμβολαίου και από συγγράμματα που εξειδικεύονται στο εργοληπτικό δίκαιο μαζί με δεδομένα που δεν συγκρούονται με τη λογική και σε συνάρτηση με το πιο γενικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η θέση της Εναγομένης 1, δημιουργούν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην εκδοχή της Ενάγουσας στο συγκεκριμένο θέμα.   

     

Η ύπαρξη συμβατικού χρέους επίσης προβάλλεται ως μία από τις βάσεις απαίτησης. Τα έγγραφα συμβολαίου και κυρίως το Έντυπο των Όρων υποδεικνύουν ότι οι πληρωμές στην Ενάγουσα σε ότι αφορά την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας θα γινόταν σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Ειδικότερα ο όρος 31 προνοεί την πληρωμή εργασιών που εκτελούνται με την έκδοση ενδιάμεσων πιστοποιητικών πληρωμής. Το δε παράρτημα των Όρων που αποτελεί μέρος των εγγράφων συμβολαίου προνοεί την έκδοση ενδιάμεσου πιστοποιητικού κάθε μήνα από τον αρχιτέκτονα του έργου και καθορίζει την πληρωμή του εντός 14 ημερών από την έκδοση του. Σε σχέση με την αξία εκτελεσθείσας εργασίας η Εναγόμενη 1 δεν φαίνεται να αμφισβητηθεί ότι δεν έχει πληρώσει τα ποσά που πιστοποιήθηκαν με τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής αναφορικά με τις εργασίες που εκτελέστηκαν κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2023, η συνολική αξία της οποίας ανέρχεται στα €1.464.935,68. Το ότι η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι έγιναν υπερπληρωμές ύψους €630.000,00 και γι’ αυτό η Ενάγουσα θα πρέπει να επιστρέψει συνολικό ποσό €252.680,00 είναι κάτι που θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και θα κριθεί όταν θα προσκομιστούν στοιχεία επ’ αυτού από τους διαδίκους τα οποία θα τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο που θα καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα. Σε αντίθεση με τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής του Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2023 που δεν αμφισβητούνται, το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 41 που φωτογραφίζει «υπερπληρωμές» αμφισβητείται από την Ενάγουσα και γι’ αυτό η ορθότητα του θα κριθεί μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ακόμη όμως και να ήταν παραδεκτό από μέρους της Ενάγουσας το θέμα τυχόν υπερπληρωμής, παραμένει υπόλοιπο ποσό που αντικειμενικά έχει την έννοια συμβατικού χρέους. Αν τώρα η Εναγόμενη 1 συνυπολογίζει ζημιές, απώλειες και προκαθορισμένες αποζημιώσεις που θεωρεί ότι δικαιούται να εισπράξει και γι’ αυτό ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή, αυτό είναι θέμα που θα προκύψει ως επίδικο και θα διαμορφωθεί μέσα από τυχόν ανταπαίτηση της Εναγομένης 1, η οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει.

 

Η διάπραξη απάτης από μέρους της Εναγομένης 1 και η συνομωσία των Εναγομένων 1, 2 & 3 μέσω της διενέργειας δόλιων ενεργειών με σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας είναι δύο άλλες σχετικές, μεταξύ τους, βάσεις απαίτησης που η τελευταία επικαλείται. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό εκ πρώτης όψεως παρατηρείται ότι:

-            Το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου εν γνώση της Εναγομένης 1, η οποία δεν φαίνεται να εκδήλωσε οποιαδήποτε διαφωνία γι’ αυτό.

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι οι εργασίες δεν θα μπορούσαν να είχαν έμπρακτα συμπληρωθεί μέχρι τις 05.07.22 για λόγους που η Ενάγουσα δεν ευθύνεται αφού η αναθεωρημένη άδεια οικοδομής για την κατασκευή του υποσταθμού που ήταν ευθύνη της Εναγομένης 1 δεν είχε μέχρι τότε εκδοθεί.

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι οι εργασίες δεν θα μπορούσαν να είχαν έμπρακτα συμπληρωθεί μέχρι τις 05.07.22 για λόγους που η Ενάγουσα δεν ευθύνεται αφού η άδεια οικοδομής του έργου που ήταν ευθύνη της Εναγομένης 1 δεν είχε μέχρι τότε εκδοθεί.

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι οι εργασίες δεν θα μπορούσαν να είχαν έμπρακτα συμπληρωθεί μέχρι τις 05.07.22 για λόγους που η Ενάγουσα δεν ευθύνεται αφού μέχρι τότε δεν είχαν συμπληρωθεί οι ηλεκτρολογικές εργασίες από τον αρμόδιο υπεργολάβο που απαιτούνταν, βάσει εγγράφων συμβολαίου, για να πραγματοποιηθούν οι τελικοί έλεγχοι και ρυθμίσεις των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου, η διεξαγωγή των οποίων, που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων είχε παραμείνει ευθύνη της Ενάγουσας, φαίνεται να ενέπιπτε στην πτυχή της έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών.

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι οι εργασίες δεν θα μπορούσαν να είχαν έμπρακτα συμπληρωθεί μέχρι τις 05.07.22 για λόγους που η Ενάγουσα δεν ευθύνεται αφού κατά διαστήματα υπήρξαν τροποποιήσεις στην εκτέλεση των εργασιών κατόπιν πολυάριθμων αρχιτεκτονικών οδηγιών που εκδόθηκαν σε διάφορες περιόδους και σε διάφορα επίπεδα του έργου ενόσω οι κατασκευαστικές εργασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη, ενέργειες οι οποίες φαίνεται να επηρέασαν την κρίσιμη διαδρομή του προγράμματος εργασιών. Προς τούτο η Ενάγουσα περιγράφει λεπτομερώς τέτοιες περιπτώσεις συνοδευόμενες από έγγραφα υπό τα σημεία (i) μέχρι (xi) της §66(2) και §23 - §28 (σελίδες 11-80) της αρχικής ΕΔ ΠΠ, για τις οποίες η Εναγόμενη 1 βασικά δεν προέβαλε οποιαδήποτε επιχειρήματα.

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι δίδεται ευκαιρία στην Εναγόμενη 1 να αξιώσει εναντίον της Ενάγουσας προκαθορισμένες αποζημιώσεις (liquidated damages) με ότι αυτό συνεπάγεται καθώς επίσης να απαιτήσει απώλειες και/ή ζημιές που δεν θα μπορούσε να το πράξει αν δεν εκδιδόταν.

-            Υπάρχει μεγάλη χρονική διάσταση μεταξύ της ημερομηνίας 05.07.22 που ο αρχιτέκτονας του έργου μαζί με την Εναγόμενη 1 θεωρούν ότι θα έπρεπε να είχαν έμπρακτα συμπληρωθεί οι εργασίες και της ημερομηνίας 06.09.23 που τελικά εκδόθηκε το πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει την μη έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών, για την οποίαν δεν προβάλλεται κάποιος λόγος που εκ πρώτης όψεως να εξηγεί αυτή την χρονική διάσταση.

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι με την έκδοση του θα ακολουθούσε προσπάθεια εξαργύρωσης/ρευστοποίησης της τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης των εργασιών που είχε δώσει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη συμμορφούμενη με τους όρους του συμβολαίου.   

-            Όταν ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε το πιστοποιητικό μη συμπλήρωσης των εργασιών γνώριζε, όπως και η Εναγόμενη 1, ότι με την έκδοση του θα ακολουθούσε τερματισμός εργοδότησης της Ενάγουσας στο έργο που δεν θα είχε γίνει αν δεν εκδιδόταν.

 

Στη βάση των πιο πάνω, η έκδοση πιστοποιητικού μη έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών από την Εναγόμενη 2 εν γνώσει της Εναγομένης 1 που δεν φαίνεται να εκδήλωσε οποιαδήποτε διαφωνία γι’ αυτό, ενδέχεται να ελέγχεται.

 

Αν τελικά ο τερματισμός της σύμβασης είναι αποτέλεσμα της κρίσης του αρχιτέκτονα ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να προχωρήσει τις εργασίες κανονικά και με τη δέουσα επιμέλεια (regularly and diligently) με βάση το περιεχόμενο σχετικής επιστολής του και επί του ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να ολοκληρώσει μέρος των εργασιών που θεωρούσε αναγκαίο για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών μέχρι τις 05.07.22, τις οποίες επικαλείται με επιστολή του (Τεκμήριο 114 αρχικής ΕΔ ΠΠ) και γι’ αυτό εξέδωσε πιστοποιητικό μη έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών, τότε, τα πιο πάνω, με εντελώς αντικειμενική προσέγγιση, ενδέχεται να εκθέσουν τη νομιμότητα και εγκυρότητα του τερματισμού σύμβασης από την Ενάγουσα δυνάμει του όρου 26 του συμβολαίου.

 

Αυτό με τη σειρά του αντικειμενικά επηρεάζει την νομιμότητα και συνάμα ορθότητα παραμονής του ποσού των €910.077,00 στην κατοχή της Ενάγουσας που κατ’ ισχυρισμό οφείλεται στην Ενάγουσα αλλά δεν της έχει πληρωθεί στα πλαίσια κράτησης του (retention) δυνάμει του όρου 31 του συμβολαίου. Να σημειωθεί ότι το ποσό αυτό που κατακρατείται, ως τέτοιο γεγονός, δηλαδή το ότι κατακρατείται από την Ενάγουσα ποσό €910.077,00, δεν αποτελεί σημείο αμφισβήτησης από τους διαδίκους.

 

Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα προαναφερόμενα είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της Ενάγουσας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με όλες τις επικαλούμενες βάσεις αγωγής, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή της εκδοχής των Εναγομένων και ειδικότερα της Εναγομένης 1.

 

Επομένως καταλήγω ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.

 

Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ ο Αιτητής) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.

 

Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791).

 

Στην αγγλική υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) (1983) 1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Τέτοια μαρτυρία που θα προσαχθεί από τον ενάγοντα πρέπει να είναι «στέρεη».

 

Βέβαια έχει λεχθεί πως παρόλο ότι ο ενάγοντας δεν χρειάζεται να αποδείξει άνομη πρόθεση εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι σκοπός της δικαιοσύνης, όταν καλείται να εκδώσει ένα διάταγμα τύπου mareva, δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα και ούτε η τιμωρία του εναγομένου για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός για το διάταγμα τύπου mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό είτε με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας (PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon[1983] 2 Lloyd’s Rep. 197).

 

Εν πάση περιπτώσει, η μη αναγκαιότητα προσαγωγής μαρτυρίας για απόδειξη πρόθεσης για αποξένωση ή επιβάρυνσης περιουσίας έχει αναγνωριστεί από την κυπριακή νομολογία. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 που αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, στην οποίαν λέχθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα πιο κάτω σχετικά:

«Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.  (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα.  Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος".»       

 

Όταν ειδικότερα το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση αιτουμένου διατάγματος τύπου mareva, η κρίση του διαμορφώνεται μέσα από διάφορους παράγοντες που αναδεικνύονται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, του οποίους και επεξεργάζεται ως μέρος του σκεπτικού του. Επί τούτου σχετική είναι η υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited (2001) 1 Α.Α.Δ. 1301, στην οποίαν και παραπέμπω. Η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης (Hazlewood Investment & Finance Ltd v. xxx Manuel κ.ά Πολιτική Έφεση Αρ. Ε14/2017 & Ε.209/2017 ημερ. 16.07.19).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη 1 ευσεβάστως υπέβαλε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει την εν λόγω προϋπόθεση επικαλούμενη την νομική αρχή του δεδικασμένου. Η θέση αυτή εγείρεται μέσα από την γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης 1 υπό τις §12 - §36 (σελίδες 4 -10), η αναγκαιότητα προβολής της οποίας προέκυψε μεταγενέστερα της εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης από τον αδελφό Δικαστή αλλά προτού διαταχθεί η επανεκδίκαση της από το παρόν Δικαστήριο. Όπως σημειώνεται, το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) αποφάσισε ότι το κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του ημερ. 21.11.24 όταν, κατόπιν ακρόασης της, εξέταζε την ενδιάμεση αίτηση ημερ. 18.12.23 που αφορούσε προσωρινό διάταγμα απαγορευτικής φύσεως για ρευστοποίηση τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης εργασιών στο έργο.

 

Αντίθετη είναι η θέση που προέβαλε η πλευρά της Εναγομένης 1 μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της. Σύμφωνα με τον κύριο Γαβριηλίδη, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ζήτημα δεδικασμένου.

 

Ανασκόπηση της νομολογίας καθιστά σαφές ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν αποτελεί άκαμπτο κανόνα στις ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην Jincharadze v. CBR Capital Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε39/2019 ημερ. 05.02.25 στην οποίαν μνημονεύεται η Ιωάννη Πιριπίτση ν. Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε61/2018 ημερ. 09.02.24 υποδείχτηκε ότι τα αποτελέσματα από εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν παράγουν δεδικασμένο, στη βάση της λογικής ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, και ως εκ τούτου τέτοιες αποφάσεις δεν θεωρούνται τελεσίδικες (Recnex Trading Ltd κ.α v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11 ημερ. 16.04.14). Ειδική περίπτωση όπου είναι εφικτή η δημιουργία δεδικασμένου αφορά ενδιάμεση απόφαση στην οποίαν το Δικαστήριο προβαίνει σε μόρφωση και έκφραση γνώμης, με σαφή και καθοριστικό τρόπο, αναφορικά με οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ζήτημα. Ακόμα και τότε αν στη νέα διαδικασία τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα πραγματικά γεγονότα, δικαιολογείται η εξέτασή τους, παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση.

 

Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1, η παρούσα περίπτωση δεν είναι από αυτές που τυγχάνει εφαρμογής η νομική αρχή του δεδικασμένου. Με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 21.11.24 ο αδελφός Δικαστής δεν εξέφρασε τελική κρίση επί της ουσίας οποιουδήποτε θέματος νομικού ή πραγματικού. Ούτε και εξέφρασε σκεπτικό με σαφή και καθοριστικό τρόπο ώστε να καλύπτει ολόκληρο το πεδίο και την έκταση εφαρμογής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60. Με άλλα λόγια δεν αποφασίστηκαν πραγματικά ή νομικά θέματα που αφορούν την παρούσα περίπτωση ώστε να προκαλεί κώλυμα στο Δικαστήριο να εξετάσει το κριτήριο αυτό στο πλαίσιο διαφορετικών σημείων που έχουν εγερθεί. Απλά στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο είχε παρατηρήσει πως δεν είχε προσκομιστεί μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν φερέγγυα να ανταποκριθεί στην πληρωμή αποζημιώσεων αν στο τέλος της ημέρας κληθεί προς τούτο με αφορμή ενδεχόμενη δικαστική απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Αυτό διαπιστώνεται μέσα από ανάγνωση του κειμένου της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης αλλά και επισημαίνεται από τον κύριο Νικολάου στη γραπτή αγόρευση του (§39, σελίδα 10). Υπό αυτήν την έννοια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε ικανοποιηθεί πως η Ενάγουσα κατέδειξε ότι αν δεν οριστικοποιείτο το προσβαλλόμενο διάταγμα θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που η αγωγή της ήταν επιτυχής. Συνεπώς η αδυναμία απονομής της δικαιοσύνης περιορίστηκε στο ζήτημα της φερεγγυότητας.

 

Εδώ η φερεγγυότητα της Εναγομένης 1, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο κρίσης από τον αδελφό Δικαστή στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 21.11.24, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Η παρούσα θετική οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1 δεν αποτελεί σημείο διαφωνίας μεταξύ της ιδίας και της Ενάγουσας στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας.

 

Στην Hazlewood Investment & Finance Ltd v. xxx Manuel κ.ά (πιο πάνω) που αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας λέχθηκαν τα εξής:

«Στη Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1301 τονίστηκε ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η όποια επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος αποξένωσης ήταν υπαρκτός ώστε εντέλει να υφίσταται η αδυναμία ή δυσκολία απονομής δικαιοσύνης και το επιχείρημα της φερεγγυότητας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί με την ευκολία αποξένωσης.»

 

Επιπλέον στην Χατζησολωμού v. Σιάμισιη, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε321/2016 ημερ. 05.10.23 που επίσης αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας σημειώθηκαν τα εξής σχετικά:

«Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από τη νομολογία ως προ το ότι η ύπαρξη περιουσίας δεν παρέχει από μόνη της τα εχέγγυα ικανοποίησης τυχόν απόφασης. Έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό του Εφεσίβλητου περί βεβαιότητας αποξένωσης της περισσότερης περιουσίας του. Ορθώς έκρινε ότι το ζητούμενο δεν ήταν ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας αλλά το ενδεχόμενο μη ικανοποίησης τυχόν δικαστικής απόφασης σε περίπτωση αποξένωσης, το οποίο επικαλέστηκε ο Εφεσίβλητος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 785 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598. Επομένως, παρά την παρουσίαση από τον Εφεσείοντα πιστοποιητικού απολαβών και εγγραφής ακίνητης περιουσίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε αυτή την προϋπόθεση στα ορθά πλαίσια. Επομένως, ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.»

 

Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Εναγόμενη 1 δραστηριοποιείται στην Κύπρο. Παράλληλα ο ομνύοντας αναφέρει στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση για την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 στο νησί. Μέσα από το περιεχόμενο τους προβαίνει σε αναφορές που παραπέμπουν σε κινητή (χρήματα προφανώς κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό) και σε ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 1, δίδοντας προς τούτα σχετικές λεπτομέρειες. Οι αναφορές αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην Εναγόμενη1, τα οποία βρίσκονται εντός δικαιοδοσίας.

   

Καθοδηγούμενος από την προαναφερόμενη νομολογία και στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου λαμβάνω υπόψη μου τους πιο κάτω σχετικούς, με το υπό εξέταση κριτήριο, παράγοντες που έχουν αναδειχτεί:

(1)        Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία που έχει εγγραφεί στην Κύπρο το έτος 2017. Πρόκειται για εταιρεία, η οποία πρόσφατα παρουσιάζεται στην κυπριακή αγορά. Η εμπειρία της στην ανάπτυξη και οικονομική διαχείριση ακινήτων στον τομέα ανάπτυξης γης δεν είναι μεγάλη. Το μόνο ουσιαστικά σοβαρό έργο που έχει να επιδείξει ότι ανέπτυξε στην Κύπρο είναι το επίδικο.

(2)        Η Εναγόμενη 1 είναι μέλος ομίλου πολλών εταιρειών που έχουν εγγραφεί στο εξωτερικό, πράγμα που καθιστά πολύ εύκολη τη μεταφορά χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό καθώς επίσης διευκολύνει τη μεταφορά ή διανομή σε άλλες εταιρείες του εξωτερικού που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Εναγομένης 1 τα οποία θα μπορούσαν να της επιφέρουν νέα περιουσιακά στοιχεία και/ή επιπρόσθετο εισόδημα.    

(3)        Το μεγάλο ποσό των €8.886.476,91 που η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον της Εναγομένης 1 σε συνδυασμό με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, από μόνα τους επενεργούν κίνητρο στη σκέψη της Εναγομένης 1 για αποξένωση και/ή διάθεση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταφορά και/ή εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων της.

(4)        Το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών David Petrossian, εκτός από το ότι είναι ένας εκ των διευθυντών και τελικών δικαιούχων της Εναγομένης 1 είναι επίσης μέτοχος της μητρικής εταιρείας CDA Cyprus Developers Alliance Ltd (§1 αρχικής ΕΔ DP), στον όμιλο της οποίας ανήκουν οι υπόλοιπες θυγατρικές εταιρείες, μία εκ των οποίων είναι η Εναγόμενη 1, ενισχύει την πιθανότητα του κινδύνου που έχει αναφερθεί υπό το σημείο (3) αφού σε τέτοια περίπτωση καθιστά ευκολότερη την πραγματοποίηση τέτοιων ενεργειών.

(5)        Η διαπίστωση ότι οι βάσεις απαίτησης της απάτης και της συνομωσίας της Εναγομένης 1 με τους Εναγομένους 2 & 3 με σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας έχουν «καλή συζητήσιμη υπόθεση» δημιουργούν συνθήκες αποξένωσης και/ή μεταβίβασης και/ή διάθεσης και/ή εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited (πιο πάνω), «ένας δόλιος και απατηλός εναγόμενος θα φροντίσει να λάβει μέτρα προς την κατεύθυνση μη ικανοποίησης της απόφασης που θα ήθελε εκδοθεί εναντίον του.»

(6)        Η πώληση στο μεσοδιάστημα ενός από τα δύο απούλητα διαμερίσματα που η Εναγόμενη 1 παρουσίασε ως ιδιοκτησίας της και ότι μ’ αυτά είναι εφικτή η ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της Ενάγουσας (§80.28-§80.30 αρχική ΕΔDP & §108 2η ΣΕΔDP), σε συνδυασμό με τη χρησιμοποίηση και/ή διάθεση του προϊόντος πώλησης ενόσω εκκρεμεί η υπό κρίση αίτηση αλλά και η υπόθεση γενικότερα, είναι γεγονός που ενισχύει το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένου στο σημείο (5), χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο να πωληθεί και το εναπομείναντα διαμέρισμα της Εναγομένης 1.

(7)        Η θέση της Εναγομένης 1 ότι διαθέτει δυνατότητα να ικανοποιήσει δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της συγκρούεται κάθετα με την αναφορά της ότι αν σήμερα κληθεί να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία αξίας ίσης με το αξιούμενο ποσό με την έκδοση του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος, η επιχείρηση της ουσιαστικά δεν θα είναι βιώσιμη, οπότε η επικαλούμενη δυνατότητα για ικανοποίηση δικαστικής απόφασης τελεί υπό σοβαρή αμφιβολία.  

 

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ή έστω τείνουν να καταδείξουν ότι υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης και/ή αποξένωσης και/ή μεταφοράς και/ή επιβάρυνσης και/ή εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 που βρίσκονται στην Κύπρο.

 

Υπό αυτή την σκοπιά ο κίνδυνος μη ικανοποίησης δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης, είναι σοβαρός, υπαρκτός και βάσιμος. Τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση της Εναγομένης 1 καθώς επίσης αυτά που ο ευπαίδευτος συνήγορος της επικαλέστηκε στη νομική επιχειρηματολογία του δεν εξουδετερώνουν τον προαναφερόμενο κίνδυνο με την πιθανότητα έτσι παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας να παραμένει. Σε αντίθεση με τη θέση της Εναγομένης 1, τα πιο  πάνω καταδεικνύουν ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος.

 

Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.

 

Έπεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης ικανοποιούνται όλες οι ειδικές προϋποθέσεις που αφορούν το αιτούμενο διάταγμα τύπου mareva injunction.

 

Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Δικαστήριο εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Ωστόσο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζονται δικαιώματα και/ή δεν τηρούνται πρόνοιες νομοθεσίας η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία.

 

Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα θα καθοριστούν ασφαλιστικές δικλείδες, οι οποίες θα επιτρέπουν τη συνέχιση της λειτουργίας των καθημερινών επαγγελματικών δραστηριοτήτων της Εναγομένης 1. Σκοπός δεν είναι η οικονομική καταστροφή της εν λόγω εταιρείας. Συνεπώς σε τέτοια περίπτωση δεν θα υπάρξει παραβίαση συνταγματικών, νομοθετικών και/ή άλλων δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 και ούτε θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον εν λόγω οργανισμό. Ούτως ή άλλως ο περιορισμός αυτός θα είναι περιορισμένη χρονικής διάρκειας, οπότε αν τελικά η Εναγόμενη 1 δικαιωθεί το αιτούμενο διάταγμα, αν εκδοθεί, θα παύει να ισχύει. Αντίθετα αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας, ενδέχεται αυτή να μην ικανοποιηθεί, κάτι που θα έχει μόνιμη μορφή. Σε τέτοια περίπτωση η Ενάγουσα θα υποστεί τεράστια χρηματική ζημιά, η δε οικονομική της κατάσταση θα επηρεαστεί δυσμενώς ως αποτέλεσμα της οποίας θα αντιμετωπίσει σοβαρές οικονομικές περιπέτειες με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη βιωσιμότητα και λειτουργία της εν λόγω εταιρείας. 

 

Σταθμίζοντας τις επιπτώσεις από τυχόν έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος για την προστασία δικαιωμάτων των διαδίκων, με γνώμονα τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο, η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Σε τελευταία ανάλυση είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Συνεπώς είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα.

 

Ο σοβαρός, υπαρκτός και βάσιμος κίνδυνος δυσκολίας ή ακόμη αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος υποβοηθεί την ανατροπή του status quo ante στη βάση του σκεπτικού της πιο πάνω απόφασης. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η έκδοση του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η μη έκδοση του επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, χωρίς αυτή ενδέχεται η ζημιά που η Ενάγουσα θα υποστεί από τυχόν μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος να είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που Εναγόμενη 1 ενδέχεται να υποστεί από τυχόν έκδοση του.

 

Επομένως το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας πληρείται.

 

Αιτούμενο Διάταγμα Αποκάλυψης

Το κυπριακό δίκαιο επιτρέπει την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης γνωστό ως διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal από την ομώνυμη αγγλική υπόθεση Norwich Pharmacal Co a.o. v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943. Για το ζήτημα αυτό υπάρχει αρκετή κυπριακή νομολογία. Η εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδίδουν διατάγματα αποκάλυψης πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης από το Μέρος 25, Κ.25.1(1)(ζ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.

 

Διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης (Aldi Marine Ltd v. Andrei Raikov (Andrey Raykov) κ.α. (2016) 1 Α.Α.Δ. 70, κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctions’ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 259-260). Στην προκειμένη περίπτωση τα πρόσωπα εναντίον των οποίων η Ενάγουσα στρέφεται ήταν από την αρχή γνωστά. Εκείνο που τώρα επιζητεί, μετά την καταχώρηση αγωγής εναντίον των προσώπων που θεωρεί ότι έχουν  αδικοπραγήσει εις βάρος της, είναι να αιτηθεί επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης, το οποίο θα τη βοηθήσει να αστυνομεύσει στη συνέχεια το διάταγμα παγοποίησης που επίσης αιτείται.

 

Για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης θα πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας. Επιπλέον θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω ειδικές προϋποθέσεις (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα-Injunctions’ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδα 261, Avila Management Services Limited και άλλος v. Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403, Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625):

(1)        πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμό να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα,

(2)        πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και

(3)        το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει:

(α)       να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και

(β)       να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθώς επίσης ικανοποιείται το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας. Επί τούτων ισχύουν ακριβώς τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων. Παραπέμπω σ’ αυτά χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω.

 

Αναφορικά με τις ειδικές προϋποθέσεις παρατηρώ τα εξής:

(α)       Οι Εναγόμενοι στην απαίτηση εμφανίζονται ως τελικοί αδικοπραγήσαντες εις βάρος της Ενάγουσας, οι οποίοι φαίνεται να εμπλέκονται στη διάπραξη των κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξιών που κατ’ ισχυρισμό έχουν διαπραχτεί.

(β)       Το διάταγμα αποκάλυψης είναι αναγκαίο να εκδοθεί ια σκοπούς αστυνόμευσης του διατάγματος παγοποίησης σε περίπτωση που αυτό εκδοθεί αφού με τον τρόπο αυτό η Ενάγουσα θα γνωρίζει ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία έχει στην κατοχή της η Εναγόμενη 1 στο στάδιο αυτό ώστε να είναι σε θέση μεταγενέστερα να γνωρίζει αν υπάρχει συμμόρφωση από μέρους της Εναγομένης 1 με το διάταγμα παγοποίησης.

(γ)        Το διάταγμα αποκάλυψης, αν εκδοθεί, θα είναι επικουρικό του διατάγματος παγοποίησης σε περίπτωση που αυτό εκδοθεί.

(δ)        Η Εναγόμενη 1 φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει αναμιχτεί ευθέως στη διάπραξη συγκεκριμένων αδικοπραξιών που της αποδίδονται.

(ε)        Εφόσον η αποκάλυψη αφορά περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1, η τελευταία είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την αστυνόμευση του αιτουμένου διατάγματος παγοποίησης που τυχόν εκδοθεί.   

 

Συνεπώς ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης ικανοποιούνται τόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας όσο και όλες οι ειδικές προϋποθέσεις που αφορούν το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης.

 

Έπεται ότι οι λόγοι ένστασης αρ. 3, 4, 5, 7, 8, 10, 11, 12 και 13 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 16, το Δικαστήριο θα του δώσει την πρέπουσα σημασία. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για λόγο που υποστηρίζει την ένσταση αλλά αφορά την περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.  

 

Κατάληξη:

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα ενδιάμεση αίτηση επιτυγχάνει.

 

Παράλληλα η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Ως εκ τούτου, εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο η Εναγόμενη 1 διατάζεται να μην απομακρύνει και/ή μεταφέρει και/ή επιβαρύνει και/ή διαθέσει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή εκχωρήσει και/ή να διαπραγματευτούν ή να μειώσουν την αξία περιουσιακών στοιχείων της, κινητής και ακίνητης μορφής, μέχρι ποσού €8.886.476,91 με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της παρούσας απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Από το πρότυπο του διατάγματος που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση, ισχύουν οι όροι 1, 4, 5 και 6.

 

Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Εναγόμενη 1 και/ή οι διευθυντές της διατάζονται όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και στο μέτρο των δυνατοτήτων της να προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων της που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε είναι στο όνομα της είτε όχι και είτε ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια ή από κοινού με άλλα πρόσωπα, αναφέροντας την αξία, την τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων αυτών των περιουσιακών στοιχείων.

 

Από το πρότυπο του διατάγματος που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση, ισχύουν οι όροι 7(α) & (β).

 

Εξαιρέσεις στα παρόντα Διατάγματα:

Τα παρόντα διατάγματα δεν απαγορεύουν στην Εναγόμενη 1 να δαπανά μηνιαίως το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της, το ύψος των οποίων τεκμηριώνεται στη βάση εγγράφων, καταστάσεων και δικαιολογητικών που θα αποστέλλονται κάθε τελευταία εργάσιμη ημέρα στην Ενάγουσα ή στο δικηγόρο της και υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνει την Ενάγουσα ή το δικηγόρο της για την προέλευση των εν λόγω χρημάτων.  

 

Τα παρόντα διατάγματα δεν απαγορεύουν στην Εναγόμενη 1 να δαπανά €1.000 εβδομαδιαίως για νομική συμβουλή και εκπροσώπηση υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνει την Ενάγουσα ή το δικηγόρο της για την προέλευση των εν λόγω χρημάτων.  

 

Τα παρόντα διατάγματα δεν απαγορεύουν στην Εναγόμενη 1 να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά της στοιχεία κατά τη συνήθη και κανονική πορεία διεξαγωγής των εργασιών της.

 

Από το πρότυπο του διατάγματος που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση, ισχύουν οι όροι 8 & 9(α) & (β) με εξαίρεση ότι το περιεχόμενο τους αφορά μόνο την Εναγόμενη 1.

 

Ερμηνεία των παρόντων Διαταγμάτων 

Από το πρότυπο του διατάγματος που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση, ισχύουν οι όροι 11 & 12.

 

Η Ενάγουσα να υπογράψει εγγύηση ύψους €1.000.000,00 για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθούν από την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης 1/Καθ’ ης η αίτησης. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα κατά 25% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €6.359,25 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €6.188,25. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.

 

 

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

Subject: Civil/Other Αctions/Interim Order

(Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος/Άρθρο 32 του

               Ν.14-60/Μέρη 23 & 25 Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας 2023/Ενδιάμεση Απόφαση)           

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο