ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΝΑΦΤΗΣ κ.α. ν. EUROBANK LIMITED, Αγ. Αρ.: 2092/2017, 30/9/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΝΑΦΤΗΣ κ.α. ν. EUROBANK LIMITED, Αγ. Αρ.: 2092/2017, 30/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

            Αγ. Αρ.: 2092/2017

Μεταξύ:

1.  ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΝΑΦΤΗΣ, εκ Λεμεσού

2.  ΖΗΝΩΝΑΣ ΓΝΑΦΤΗΣ, εκ Λεμεσού

3.  ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΝΑΦΤΗ, εκ Λεμεσού

                                                                                                            Εναγόντων

       και

                        HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λεμεσού

Εναγομένων

 

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης Αλλαγής Ονόματος ημερ. 24/11/2025

 

Μεταξύ:

1.    ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΝΑΦΤΗΣ, εκ Λεμεσού

2.    ΖΗΝΩΝΑΣ ΓΝΑΦΤΗΣ, εκ Λεμεσού

3.    ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΝΑΦΤΗ, εκ Λεμεσού

                                                                                                            Εναγόντων

                                                                 και

 

                                                EUROBANK LIMITED

                                                                                                            Eναγομένων

          -------------------------------------------------------------------------------

Ημερ.: 30/09/2026

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες 1, 2 και 3: κ. Η. Κονναρής για κ.κ. GEORGIOS E. KONNARIS & CO LLC.

Για τους Eναγόμενους: κα. Ζαντήρα για κ.κ. MICHAEL KYPRIANOU & CO LLC.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Οι Ενάγοντες, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 25/05/2007 σε ξένο νόμισμα «η οποία προτάθηκε αμελώς στους Ενάγοντες, λόγω εικονικότητας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων (fraudulent and/or negligent and/or innocent misrepresentation) και/ή στη βάση αμελών συμβουλών της Εναγόμενης (negligent advise) και/ή κατά παράβαση καθήκοντος κατά την πώληση επενδυτικής φύσεως προϊόντων και/ή ως αντίθετη με το Νόμο και τους Κανονισμούς και με πρόθεση καταδολίευσης και/ή πλάνης των Εναγόντων και των αρμοδίων αρχών» καθώς και της Υποθήκης Υ6186/07 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, η οποία εξασφαλίζει το πιο πάνω δάνειο.

Οι Ενάγοντες, διαζευκτικά, αξιώνουν διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο όρος που καθορίζει τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου και/ή το ύψος της καταβληθείσας δόσης και/ή άλλως είναι γενικός και/ή αόριστος και/ή καταχρηστικός και/ή αντίκειται στον νόμο και/ή αποτελεί προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και να διατάττει τον καθορισμό του τρόπου αποπληρωμής του δανείου και/ή το ύψος της καταβληθείσας δόσης με βάση την τιμή του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου.

Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αμέλειας και/ή παράβαση καθήκοντος κατά την παροχή συμβουλής σύναψης δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και Επαυξημένες αποζημιώσεις.

Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες 2 και 3 ήταν ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/326 στη Λεμεσό, εντός του οποίου ανεγέρθηκε κτίριο με καταστήματα και διαμερίσματα. Το εν λόγω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου             Λεμεσού για δάνειο σε Ευρώ, το οποίο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οφειλόταν από τους Ενάγοντες 2 και 3.

Ο Ενάγοντας 2 κατόπιν διαφημίσεων από τους Εναγόμενους για χαμηλότερα δάνεια και με χαμηλότερη μηνιαία δόση εξόφλησης αποτάθηκε σε αυτούς για δανειοδότηση του προς εξόφληση του δανείου του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, στο οποίο κατέβαλλε μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου δανειοδότησης. Οι Εναγόμενοι τον πληροφόρησαν ότι λόγω της ηλικίας του δεν θα μπορούσε να δανειοδοτηθεί, θα μπορούσαν, όμως, να τύχουν δανειοδότησης τα παιδιά τους, όπερ και γένετο.

Ο Ενάγων και τα αδέλφια του προέβησαν σε δανειοδότηση από τους Εναγόμενους για το ποσό των CHF569.800 έκαστος, ποσό το οποίο καταβλήθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, ακυρώθηκε η υποθήκη που είχαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 προς εξασφάλιση εκείνου του δανείου και υποθήκευσαν το εν λόγω ακίνητο προς όφελος του επίδικου δανείου και προς όφελος των Εναγομένων με την Υποθήκη Υ6186/2007 για το ποσό των CHF825,000. To υπόλοιπο ποσό του δανείου χρησιμοποιήθηκε από τον Ενάγοντα 1 για προσωπικούς λόγους. Η επίδικη συμφωνία δανείου έγινε σε ελβετικό φράγκο και το δάνειο ήταν ύψους CHF754,985.76.

Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε καλή τη πίστη, δεν έτυχε διαπραγμάτευσης αφού οι όροι ήταν προδιατυπωμένοι από τους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι παρότρυναν τους Ενάγοντες να αποδεχθούν τους όρους της επίδικης σύμβασης παρουσιάζοντας την δανειοδότηση σε ελβετικό φράγκο ως ένα ελκυστικό χαμηλότοκο προϊόν χωρίς να προβούν σε επεξήγηση προς τους Ενάγοντες αναφορικά με τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν εισερχόμενοι στη σύμβαση.

Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι τους ώθησαν να εισέλθουν στην επίδικη εικονική σύμβαση αφού ενώ ο πραγματικός σκοπός της σύμβασης ήταν η εξόφληση δανείου του Ενάγοντα 2 που όφειλε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, ως σκοπός στην επίδικη σύμβαση αναφέρεται η αγορά ή ανέγερση ή η ανακαίνιση οικίας ή επαγγελματικής στέγης για προσωπική χρήση.

Η εν λόγω συμφωνία δανείου ουδέποτε επεξηγήθη στους Ενάγοντες ή έτυχε διαπραγμάτευσης από τους Ενάγοντες και δεν υπήρξε καμία προσυμβατική ενημέρωση των Εναγόντων σχετικά με δάνειο σε ξένο νόμισμα.

Η αποπληρωμή των δόσεων του εν λόγω δανείου γινόταν σε ευρώ οι οποίες μετατρέπονταν σε ελβετικό φράγκο, από κοινό τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούσε ο Ενάγοντας 1 με τα αδέλφια του. Το ίδιο συνέβαινε και με την εξόφληση των άλλων σχετικών δανείων των αδελφών του Ενάγοντα 1.

Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η επίδικη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 25/05/2007 είναι αντίθετη και/ή δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις της νομοθεσίας προστασίας των ως καταναλωτικό και εμπεριέχει καταχρηστικούς, ακυρώσιμους και/ή άκυρους όρους και/ή είναι εικονική, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτουν στην παράγραφο 11 α) – ιζ) της Έκθεσης Απαίτησης τους.

Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας 1 κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου κανονικά με αποκοπή από τον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Σε κάποιο χρονικό σημείο λόγω της αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας και αύξηση της αξίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ, οι δόσεις του δανείου αυξήθηκαν δραματικά με αποτέλεσμα να υπάρχει πραγματική αδυναμία να καταβάλλονται τακτικά οι δόσεις του δανείου και να προκύπτουν καθυστερήσεις.

Ο Ενάγοντας 1 διαμαρτυρήθηκε στους Εναγόμενους και επανειλημμένως τους κάλεσε για επαναδιαπραγμάτευση του δανείου και/ή εφαρμογή των όρων της σύμβασης πλην όμως οι Εναγόμενοι με διάφορες προφάσεις καθυστερούσαν και/ή αμελούσαν και/ή αρνούνταν να απαντήσουν στα αιτήματα του και/ή απέρριπταν αυτά.

Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Εναγόντων ότι με τη συμπεριφορά τους οι Εναγόμενοι μετέθεσαν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στους ιδίους τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα η σύμβαση να καταστεί ετεροβαρής. Το δεικνυόμενο, επίσης, από τους Εναγόμενους ως οφειλόμενο ποσό δανείου είναι αβάσιμο, εμπεριέχει παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και τόκους και δεν ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην παράγραφο 17 (α) – (δ) της Έκθεσης Απαίτησης.

Στις 10/12/2015 οι Εναγόμενοι με επιστολές τους προς τους Ενάγοντες, τερμάτιζαν τις ανωτέρω συμφωνίες δανείων και κάλεσαν τους Ενάγοντες όπως προβούν σε αποπληρωμή των οφειλόμενων υπολοίπων. Οι Ενάγοντες αντέδρασαν και κάλεσαν τους Εναγόμενους να επαναυπολογίσουν τις καταβληθείσες δόσεις με βάση την αρχική ισοτιμία του ελβετικού φράγκου κατά το στάδιο της εκταμίευσης του οφειλόμενου ποσού καθώς και να αναπροσαρμόσουν τα επιτόκια με βάση τα συμφωνηθέντα. Με βάση αυτόν τον υπολογισμό δεν θα υπήρχαν οι καθυστερήσεις δανείων τις οποίες επικαλούνται οι Εναγόμενοι.

Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να πράξουν τούτο, παραμένοντας σε αναμονή και αδράνεια μέχρι 15/06/2017 οπόταν επανήλθαν με νέο τερματισμό των επίδικων δανειακών συμβάσεων αξιώνοντας για το δάνειο σε ελβετικά φράγκα το ποσό των CHF770,459.38 πλέον τόκο προς 2,5204% ετησίως.

Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι δεν οφείλεται το ποσό το οποίο αξιώνουν οι Εναγόμενοι, ως εκ των ανωτέρω.   

Οι Εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους αρνούνται γενικά την απαίτηση των Εναγόντων.

Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι διεξάγουν αποκλειστικά τραπεζικές εργασίες και δεν αποτελούν επενδυτικό οργανισμό και αναφέρονται στους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου και τις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν. Οι Εναγόμενοι, ισχυρίζονται, επίσης, ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων για συνεργασία με τους Εναγόμενους και την παραχώρηση της σχετικής πιστωτικής διευκόλυνσης.

Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες οικειοθελώς προσήλθαν στα γραφεία των Εναγόμενων αιτούμενοι όπως συνομολογηθεί συμφωνία για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης σε ξένο νόμισμα. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί εικονικής και προδιατυπωμένης σύμβασης και ισχυρίζονται ότι εξηγήθηκαν πλήρως οι όροι της συμφωνίας εφόσον η επιλογή του νομίσματος του δανείου έγινε αποκλειστικά από τους Ενάγοντες, ενώ υπεγράφη και σχετική δήλωση αποδοχής από τον Ενάγοντα 1 σύμφωνα με την οποία δηλώνει ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης του στεγαστικού δανείου έχει ενημερωθεί πλήρως για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο τον οποίο διατρέχει από τυχόν διακύμανση της ισοτιμίας συναλλάγματος και ανεπηρέαστα συμφωνεί στη σύναψη του εν λόγω δανείου.

Οι Εναγόμενοι, επίσης, αρνούνται ότι επέβαλαν τόκους και/ή έξοδα και/ή τυχόν άλλα ποσά παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά και/ή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων.

Οι Εναγόμενοι, στην ουσία, ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μια καθόλα νόμιμη και έγκυρη συμφωνία δανείου και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων.

Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εκπρόσωποι των Εναγόμενων συναντήθηκαν επανειλημμένως με τους Ενάγοντες με σκοπό την επαναδιαπραγμάτευση του στεγαστικού δανείου κατόπιν αιτήματος των ιδίων, εντούτοις εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων δεν κατέστη δυνατή η συνομολόγηση οποιασδήποτε συμφωνίας και/ή διευθέτησης.

Οι Ενάγοντες ανά τακτά χρονικά διαστήματα αμελούσαν και/ή παρέλειπαν να καταβάλλουν την πληρωτέα μηνιαία δόση στη βάση των όρων των συμφωνιών τόσο του στεγαστικού όσο και του καταναλωτικού δανείου και οι Εναγόμενοι με διάφορες επιστολές τους ενημέρωναν ότι ο λογαριασμός τους παρουσίαζε καθυστερήσεις με την πρόθεση όπως οι Εναγόμενοι προχωρήσουν με τον τερματισμό του και άμεση απαίτηση πληρωμής όλων των οφειλόμενων από τους Ενάγοντες.

Λόγω παράλειψης των Εναγόντων να ανταποκριθούν στις επιστολές των Εναγόμενων και λόγω συνεχιζόμενων καθυστερήσεων πληρωμής των δόσεων στη βάση των όρων των συμφωνιών, οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή τελικής ζήτησης ημερομηνίας 10/12/2015 προς όλους τους Ενάγοντες, δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες ειδοποιούνταν για τον τερματισμό του λογαριασμού και για την απαίτηση προς όλους τους Ενάγοντες για πλήρη και τελεία εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, ήτοι CHF738.612 πλέον τόκους.

Οι Εναγόμενοι απέστειλαν εκ νέου προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 10/01/2017 και ακολούθως στάλθηκε η επιστολή τελικής ζήτησης ημερομηνίας 15/06/2017 προς όλους τους Ενάγοντες δυνάμει της οποίας ειδοποιούνταν για τον τερματισμό του λογαριασμού και για την απαίτηση για πλήρη και τελεία εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου.

Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν εναντίον όλων των Εναγόντων το ποσό των CHF802,534.75 πλέον Libor 3 μηνών πλέον περιθώριο 0,95% ετησίως πλέον τόκο υπερημερίας προς 2% ετησίως επί του ποσού των CHF800.827,43 από 1/1/2019 κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης ως χρεωστικό υπόλοιπο δανείου. Επιπλέον, αξιώνεται διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ6186/2007 και αναγνωριστικές δηλώσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις του δανείου.

Από το φάκελο του Δικαστηρίου, δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Το ζήτημα αυτό τέθηκε στους συνηγόρους των διαδίκων, χωρίς όμως να είναι σε θέση να υποδείξουν ένα τέτοιο Δικόγραφο, παρά την θέση τους ότι πρέπει να είχε καταχωρηθεί. Παρόλα αυτά, εντοπίζεται στο φάκελο καταχωρημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η οποία καταχωρήθηκε πριν από την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης δεν προκύπτει να διαφέρει ουσιωδώς από την αρχική που είχε καταχωρηθεί και στην οποία καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από τους ενάγοντες. Εν όψει τούτου το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στο πιο πάνω αρχικό δικόγραφο των εναγόντων.

Στην ουσία οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν τις βασικές με την Έκθεση Απαίτησης τους θέσεις αναφορικά με τις παραλείψεις των Εναγόμενων να εξηγήσουν στους Ενάγοντες τους κινδύνους που εμπεριείχε η σύναψη δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και ότι η επίδικη συμφωνία συνομολογήθηκε κατόπιν παροτρύνσεων των Εναγόμενων. Απορρίπτουν, επίσης, την ανταπαίτηση των Εναγόμενων.    

Η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. 

Οι Ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, κάλεσαν ένα (1) μάρτυρα και συγκεκριμένα τον κ. Λάμπρο Γνάφτη. Οι Εναγόμενοι για σκοπούς υπεράσπισης και ανταπαίτησης κάλεσαν, επίσης, ένα μάρτυρα τον κ. Τάσο Παρπέρη (Μ.Υ.1).

Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν, επίσης, 36 συνολικά τεκμήρια.

Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς, επίσης, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Αναφορά σε συγκεκριμένα ουσιώδη τεκμήρια θα γίνει κατωτέρω.

Προτού προχωρήσω να συνοψίσω την προσκομισθείσα μαρτυρία και ακολούθως να προβώ σε αξιολόγηση της, κρίνω ορθό να καταγραφούν τα γεγονότα τα οποία, είτε αποτελούν παραδεχτά γεγονότα μέσω των δικογράφων είτε αυτά αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή δεν έτυχαν αμφισβήτησης και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτά. Αυτά έχουν ως εξής:

-       Οι εναγόμενοι αποτελούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και αποτελούν Τραπεζικό Οργανισμό και ήταν και είναι αδειοδοτημένοι από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Οι εναγόμενοι δεν αποτελούν επενδυτικό οργανισμό ή οργανισμό με συναφείς ή παρεπόμενες επενδυτικές δραστηριότητες και ουδέποτε παρείχαν τέτοιες υπηρεσίες.

-       Οι εναγόμενοι ονομάζονταν Hellenic Bank Public Company Limited και στις 02/11/2025 μετονομάστηκαν σε Eurobank Limited.

-       Οι ενάγοντες 2 και 3 είναι γονείς του ενάγοντα 1 και ήταν και είναι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/326 στη Μέσα Γειτονιά στη Λεμεσό εντός του οποίου ανεγέρθηκε κτίριο με καταστήματα και διαμερίσματα. Το εν λόγω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για δάνειο σε λίρες Κύπρου το οποίο οφείλετο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από τους γονείς του ενάγοντα 1 και για το οποίο είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση τόσο η προσωπική εγγύηση του ενάγοντα 1 όσο και των δύο άλλων αδελφών του.

-       Ο πατέρας του ενάγοντα 1 αποτάθηκε στους εναγόμενους για δανειοδότηση του με σκοπό την εξόφληση του δανείου που υπήρχε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, στο οποίο κατέβαλε μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου δανειοδότησης. Λόγω της μεγάλης του ηλικίας, όμως, τέτοιο αίτημα του δεν θα μπορούσε να εγκριθεί.

-       Ω εκ τούτου, ο ενάγοντας 1 και τα δύο άλλα αδέλφια του προχώρησαν στην σύναψη τριών δανείων και προς εξασφάλιση τους οι εναγόμενοι ενέγραψαν τρεις διαδοχικές υποθήκες επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/326 των εναγόντων 2 και 3 με σκοπό την αποπληρωμή του δανείου που υπήρχε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού.

-       Ένα από τα πιο πάνω δάνεια είναι και το επίδικο στην παρούσα. Συγκεκριμένα, στις 25/05/2007 ο ενάγοντας 1 υπέγραψε συμφωνία στεγαστικού δανείου με τους εναγόμενους σε ελβετικό φράγκο για το ποσό των £265,000 (βλ. τεκμήριο 1 και 15).

-       Σύμφωνα με τους όρους του πιο πάνω δανείου, το ποσό που θα παραχωρείτο ως πιστωτική διευκόλυνση θα ανερχόταν στο ισόποσο των £265,000 σε ελβετικά φράγκα.

-       Το δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους CHF3.819,85 κάθε μία, της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 30/06/2008 και της τελευταίας στις 30/04/2022 πλέον της καταβολής ενός εφάπαξ ποσού για το υπόλοιπο ποσό προς πλήρη εξόφληση του δανείου (κεφάλαιο και τόκο) πληρωτέου στις 31/05/2022. Στην περίοδο χάριτος η οποία θα ξεκινούσε από τις 30/06/2007 θα καταβάλλονταν μηνιαίως οι τόκοι τις περιόδου αυτής.

-       Η ανάληψη του δανείου θα γινόταν για όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της εκτέλεσης της παρούσας συμφωνίας.

-       Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο διατραπεζικού δανεισμού LIBOR 3 μηνών πλέον περιθώριο 1,25%.

-       Το δάνειο θα τοκίζετο καθημερινά με ημερολογιακό έτος τις 360 ημέρες και θα υπάρχει κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30ην Ιουνίου και κάθε 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

-       Οι περίοδοι τοκισμού, ήτοι ο κύκλος εφαρμογής του επιτοκίου ήταν τρίμηνοι, με την πρώτη περίοδο τοκισμού να αρχίζει από την ημερομηνία που το δάνειο εμφανίζεται στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας.

-       Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στις 12/06/2007 και είχε ανοιχτεί ο τραπεζικός λογαριασμός δανείου με αριθμό [ ].

-       Η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε όπως γίνεται στη βάση μόνιμης τραπεζικής εντολής από τον κοινό λογαριασμό με αριθμό [ ] τον οποίο διατηρούσαν οι ενάγοντες 1 και 2 και άλλα δύο μέλη της οικογένειας τους, στον οποίο κατατίθεντο χρήματα από την είσπραξη ενοικίων.

-       Το δάνειο εξασφαλιζόταν από την τρίτη Υποθήκη επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/326 στη Μέσα Γειτονιά Λεμεσό εγγεγραμμένο στο όνομα των εναγόντων 2 και 3 για το ποσό των CHF825.000,00 πλέον τόκους. Προς τούτο υπογράφηκε Έγγραφο Υποθήκης ημερομηνίας 05/06/2007 εκ μέρους των εναγόντων 2 και 3 και ενεγράφηκε η Υποθήκη με αρ. Υ.6186/2007 στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (βλ. τεκμήρια 16 και 17).

-       Πέραν των πιο πάνω, παραχωρήθηκαν και οι κάτωθι εξασφαλίσεις:

(1)  Εκχώρηση δικαιωμάτων ασφάλειας πυρός με ασφαλισμένους του ενάγοντες 2 και 3 με την εταιρεία CNP ASFALISTIKI LIMITED – αριθμός συμβολαίου 2122-3400953 για το ποσό των €2.050.000 για την πολυκατοικία με τα ακίνητα (βλ. τεκμήριο 18).

(2)  Εκχώρηση δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής με ασφαλισμένο τον ενάγοντα 1 με την εταιρεία UNIVERSAL LIFE INSURANCE COMPANY LIMITED – αριθμός συμβολαίου 1-139736-1 για το ποσό των £265.000 (βλ. τεκμήριο 19).

(3)  Προσωπική εγγύηση του Ενάγοντα 2 για το ποσό των £265,000 πλέον τόκους και άλλα έξοδα δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 25/05/2007 (βλ. τεκμήριο 20).

(4)  Συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων εγγράφου συμφωνίας μεταξύ εναγόντων 2 και 3 και της Μ.Σ.Κ. βάσει εγγράφου ημερομηνίας 09/09/2006 (βλ. τεκμήριο 21).

(5)  Συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων εγγράφου συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων 2 και 3 και των Α.Κ. και Ν.S.K. βάσει εγγράφου ημερομηνίας 14/07/2006 (βλ. τεκμήριο 22).

-       Οι εναγόμενοι απέστειλαν προς τους ενάγοντες «ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ» ημερομηνίας 16/11/2015, στην οποία αναφέρεται ότι σε συνέχεια των τριών προηγούμενων επιστολών τους κατά τις ημερομηνίες 26/10/2015, 21/09/2015 και 17/08/2015, ο λογαριασμός δανείου τους παρουσιάζει καθυστερημένα ποσά και δεν έχουν συμμορφωθεί. Οι εναγόμενοι καλούσαν τους ενάγοντες εντός 21 ημερών να εξοφλήσουν το καθυστερημένο ποσό ύψους CHF 166.856,23 (βλ. τεκμήριο 23).

-       Οι εναγόμενοι απέστειλαν στον ενάγοντα 1 και στους ενάγοντες 2 και 3 επιστολή τερματισμού στις 10/12/2015 με την οποία τερμάτιζαν τη λειτουργία του λογαριασμού τους και αξίωναν το υπόλοιπο του πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 24 (α) και (β) ).

-       Περαιτέρω, οι εναγόμενοι στις 10/01/2017 απέστειλαν εκ νέου προειδοποιητική επιστολή προς τον ενάγοντα 1, συνοδευόμενη από τον «Τύπο Θ» και δεδομένης της μη ανταπόκρισης του στις 15/06/2017 του αποστάληκε επιστολή τελικής ζήτησης (βλ. τεκμήρια 25 και 26) .

-       Κατά τις 15/06/2017, επίσης, αποστάληκε στον ενάγοντα 2 επιστολή απαίτησης δυνάμει της εγγύησης του ημερομηνίας 25/05/2007 και σχετική επιστολή προς τους ενάγοντες 2 και 3 ως ενυπόθηκους εγγυητές (βλ. τεκμήρια 27 α) και β) ).

Θα προχωρήσω να σκιαγραφήσω την εκδοχή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο εκ μέρους των Εναγόντων.

Ο Μ.Ε.1 είναι ο αδελφός του Ενάγοντα 1 και οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι οι γονείς του. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είπε, διότι ήταν εξουσιοδοτημένος από τους αδελφούς του να χειριστεί τις υποθέσεις των δανείων τους με τους Εναγόμενους. Είναι λογιστής – ελεγκτής στο επάγγελμα και ήταν ο εκπρόσωπος όλης της οικογένειας. Είχε πάει ο ίδιος στην Τράπεζα και έκανε τις διαβουλεύσεις μέχρι την υπογραφή των τριών διαφορετικών συμβολαίων δανείου, ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο.

Ο Μ.Ε.1 στην γραπτή του δήλωση ανάφερε ότι ο πατέρας του επισκέφθηκε τους Εναγόμενους, κατόπιν διαφήμισης από τους τελευταίους, ότι χορηγούσαν χαμηλότοκα δάνεια. Κατόπιν συμβουλών υπαλλήλων των Εναγομένων και αφού τον πληροφόρησαν ότι η αίτηση του πατέρα του για παραχώρηση δανείου θα απορριπτόταν λόγω της μεγάλης του ηλικίας στην οποία βρισκόταν, τον παρότρυναν, όπως προβούν σε δανειοδότηση τα τέκνα του τα οποία είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες έγκρισης. Εξ’ ου και τόσο αυτός όσο και τα αδέλφια του προβήκαν σε αίτημα για δανειοδότηση από τους εναγόμενους.

Η αποπληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων γινόταν σε ευρώ οι οποίες μετατρέπονταν σε ελβετικό φράγκο με πάγια εντολή (standing order) από κοινό τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε με τα αδέλφια του και στον οποίο κατατίθεντο τα ενοίκια τα οποία η οικογένεια του εισέπραττε από την εκμετάλλευση του ενυπόθηκου ακινήτου, ποσό το οποίο κατά τη σύναψη των συμφωνιών δανείου υπερκάλυπτε τις μηνιαίες δόσεις τις οποίες συμφώνησαν να καταβάλλουν.

Περί το 2011 και με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι αύξαναν μονομερώς τη δόση του δανείου η οποία με την πάροδο του χρόνου συνέχιζε να παρουσιάζει αυξητική τάση, γεγονός που δυσχέραινε την οικονομική τους κατάσταση λόγω του ότι κατ’ ουσία πλήρωναν ποσό πολύ μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν, απευθύνθηκε στους Εναγόμενους ζητώντας εξηγήσεις.

Διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως στους Εναγόμενους καλώντας τους σε εφαρμογή των όρων της συμφωνίας του επίδικου δανείου όσο και των δανείων που συνήψαν τα αδέλφια του ζητώντας τους όπως προβούν σε κλείδωμα της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου στην ισοτιμία που υπήρχε κατά την εκταμίευση του δανείου και υπολογισμό των ήδη καταβληθέντων δόσεων με βάση την αρχική ισοτιμία καθώς και αφαίρεση παράνομων χρεώσεων τόκων και άλλων μονομερών χρεώσεων που οι Εναγόμενοι χρέωναν τους λογαριασμούς τους.

Οι πιο πάνω εκκλήσεις τους, δυστυχώς, δεν βρήκαν ανταπόκριση αφού οι Εναγόμενοι συνέχιζαν την παράνομη τακτική τους προσπαθώντας παράλληλα να τους πείσουν να υπογράψουν νέες συμφωνίες δανείων που στην ουσία θα τροποποιούσαν τις υφιστάμενες συμφωνίες προς όφελος τους.

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι περί το έτος 2014 ακριβώς λόγω της αυξητικής τάσης των μηνιαίων δόσεων που κατέβαλλαν μετά από μονομερή απόφαση των Εναγομένων, τα ενοίκια τα οποία εισέπρατταν από το ενυπόθηκο ακίνητο και από τα οποία αποκόπτονταν οι δόσεις, τόσο του επίδικου δανείου, όσο και των δανείων των αδελφών του, δεν κάλυπταν πλέον όλο το ποσό. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν οι Εναγόμενοι επιλεκτικά να χρησιμοποιούν τα ενοίκια για κάλυψη του δανείου που είχε συνάψει ο ίδιος και του δανείου που λήφθηκε από τον αδελφό του Μάριο καθιστώντας έτσι το δάνειο του Ενάγοντα 1 μη εξυπηρετούμενο.

Οι Εναγόμενοι προχώρησαν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας στις 10/12/2025 και παρά τις παραστάσεις τους σε σχέση με τη νομιμότητα των τερματισμών, καμία ανταπόκριση είχαν από τους εναγόμενους. Επανειλημμένα ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι υπέδειξε τα λάθη των Εναγόμενων κατά την εφαρμογή της συμφωνίας δανείου αλλά, προφανώς σκοπίμως, αφού δεν τους συνέφερε η συνέχιση της συμφωνίας, δεν άκουσαν ποτέ τις παρατηρήσεις του και επεδίωξαν να μετατρέψουν την ζημιογόνο για αυτούς συμφωνία σε συμφέρουσα επιβάλλοντας τόκο υπερημερίας και προχωρώντας επιδιώκοντας εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας τους.

Στην συνέχεια ο Μ.Ε.1 προχώρησε και προέβηκε σε ερμηνεία των όρων της επίδικης συμφωνίας για να καταδείξει, κατά τη θέση του, την λανθασμένη εφαρμογή της από τους Εναγόμενους με αποτέλεσμα να καταστήσουν, αδικαιολόγητα και παράνομα για τον ίδιο, το δάνειο υπερήμερο και να το τερματίσουν.

Η βασική θέση του Μ.Ε.1 είναι ότι κατά την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας δεν θα μπορούσε να υπολογιστεί η δόση του δανείου, προχωρώντας και επεξηγώντας τη θέση του αυτή λέγοντας ότι η εκταμίευση του δανείου έγινε στις 12/06/2007 ενώ η συμφωνία υπογράφηκε στις 25/05/2007 και το ποσό των ελβετικών φράγκων που θα παραχωρούνταν θα προέκυπτε από την ισοτιμία που ίσχυε δύο μέρες πριν την εκταμίευση του δανείου. Διερωτήθηκε πως θα υπολογιζόταν η δόση χωρίς κάποιος να γνωρίζει την αξία του δανείου καθώς και το ύψος του επιβαλλόμενου τόκου αφού αυτό θα καθοριζόταν από το Libor 3 μηνών δύο ημέρες πριν από την εκταμίευση.

Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι το ποσό του δανείου θα έπρεπε να ήταν CHF747.777 και όχι CHF754.986. Δηλαδή, ότι οι Εναγόμενοι χρέωσαν τον Ενάγοντα κατά την εκταμίευση του δανείου περίπου CHF7.000 περισσότερα αφού χρησιμοποίησαν λανθασμένη ισοτιμία και όχι την ισοτιμία με βάση τον όρο 1(b) της συμφωνίας δανείου.

Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι κατά τους πρώτους 12 μήνες θα καταβάλλονταν μόνο οι τόκοι. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε κατάσταση λογαριασμού του δανείου – τεκμήριο 4 – και με βάση αυτή είπε ότι προκύπτει οι Εναγόμενοι να εισέπραξαν CHF 2,000 περισσότερα από αυτά που ο Ενάγοντας 1 όφειλε να καταβάλει.

Η θέση την οποία ο Μ.Ε.1 επιχείρησε να αναπτύξει και εξηγήσει στο Δικαστήριο, είναι ότι λόγω του μη σταθερού επιτοκίου καθώς επίσης και του ότι η δόση εμπεριέχει, πέραν του ποσού αποπληρωμής του κεφαλαίου και ποσό για την αποπληρωμή του τόκου, οι μηνιαίες δόσεις είναι κυμαινόμενες αναλόγως του εκάστοτε επιβαλλόμενου κυμαινόμενου τόκου.    

Η διαφορά, είπε ο Μ.Ε.1, η οποία προέκυψε με τους Εναγόμενους ήταν στην εφαρμογή των όρων της συμφωνίας δανείου. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι όφειλαν, είτε να ρυθμίσουν την αποπληρωμή του δανείου με σταθερή ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ και κατ’ επέκταση με σταθερό επιτόκιο, είτε με κυμαινόμενη ισοτιμία και κυμαινόμενο επιτόκιο. Και στις δύο περιπτώσεις το ποσό το οποίο θα κατέβαλλε Ενάγοντας για την αποπληρωμή του δανείου του θα ήταν το ίδιο σε ευρώ διότι η σχέση ισοτιμίας και επιτοκίου είναι αλληλένδετη. Όταν, δηλαδή, αυξάνεται η ισοτιμία μειώνεται αναλόγως το επιτόκιο και το αντίθετο, όταν μειώνεται η ισοτιμία αυξάνεται το επιτόκιο. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στο «interest parity rule».

Η διαφορά στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις είναι στον τρόπο αποπληρωμής. Στη μεν περίπτωση της σταθερής ισοτιμίας και του σταθερού επιτοκίου η δόση είναι σταθερή σε ευρώ κάθε μήνα, στη δε περίπτωση της κυμαινόμενης ισοτιμίας και κυμαινόμενου επιτοκίου, η δόση σε ελβετικό φράγκο είναι κυμαινόμενη ενώ ο μέσος όρος της δόσης σε ευρώ παραμένει σταθερός. Και στις δύο, όμως, περιπτώσεις το ποσό, ο μέσος όρος αποπληρωμής της μηνιαίας δόσης, μεταφρασμένο σε ευρώ παραμένει σταθερό.

Η Τράπεζα, είπε, στην προκειμένη δεν προσάρμοζε τη δόση βάση του επιτοκίου. Δηλαδή, ενώ μειωνόταν το επιτόκιο κατά 90% δεν προέβαιναν σε προσαρμογή της δόσης.

Ο Μ.Ε.1, είπε ότι ζητούσε αρχικά από τους Εναγόμενους, όταν η δόση σε ευρώ αυξήθηκε υπέρμετρα λόγω της ισοτιμίας αλλά το ποσό σε ελβετικά φράγκα ήταν το ίδιο, να καταβάλλουν σταθερή δόση με σταθερή ισοτιμία και επιτόκιο. Ουσιαστικά είναι το ίδιο, είπε, με το να ζητούσε να καταβάλλουν κυμαινόμενη ισοτιμία και επιτόκιο. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και του επέβαλλαν σταθερή δόση σε ελβετικά φράγκα με κυμαινόμενη ισοτιμία και επιτόκιο λέγοντας του ότι τις οποιεσδήποτε διαφορές του επιτοκίου θα τις δούμε στο τέλος του δανείου, με αποτέλεσμα να του αποστερήσουν το επιτοκιακό όφελος στην μηνιαία του δόση και να το επωφελούνται οι ίδιοι αδικαιολόγητα.

Ο Μ.Ε.1 για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση του, παράπεμψε στις πρόνοιες της συμφωνίας – τεκμήριο 1 και στον όρο 5(b), παράγραφος 2 και όρο 9. Ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα τους ανάγκαζε να πληρώνουν τόκο, ο οποίος δεν είχε χρεωθεί και τους έλεγαν ότι οι επιτοκιακές διαφορές θα πάνε στο τέλος. Η Τράπεζα, όμως, δεν δικαιούταν να εισπράξει τόκο περισσότερο από αυτό που χρέωνε και να δημιουργείται προπληρωμή κεφαλαίου. Τούτο, είπε, αποτελεί μεταβολή ουσιωδών όρων του τεκμηρίου 1 μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση του.

Η θέση των Εναγομένων, είπε ο Μ.Ε.1, ήταν ότι τα ποσά τα οποία τους προπλήρωναν ουσιαστικά, θα τα διευθετούσαν στο τέλος του δανείου προκαλώντας με την εικονική απαίτηση τους ανικανότητα εξόφλησης του δανείου. Επίσης, με αυτό τον τρόπο προείσπρατταν χρήματα από τον Ενάγοντα, υπό μορφή τόκου, τα πίστωναν όχι σε τρέχουσες δόσεις αλλά στο εφάπαξ πληρωτέο ποσό αλλοιώνοντας με αυτό τον τρόπο το υπόλοιπο του δανείου και την συμφωνηθείσα ταχύτητα αποπληρωμής του.

Οι επικαλούμενες από την Τράπεζα καθυστερήσεις είναι ψευδείς και προκύπτουν από την απαίτηση τους να εισπράξουν τόκο ο οποίος δεν επιβλήθηκε στο δάνειο, δεν κατέστη απαιτητός και άρα ο ενάγοντας δεν είχε υποχρέωση να τον καταβάλλει. Οι καθυστερήσεις δημιουργήθηκαν εικονικά ούτως ώστε οι εναγόμενοι να «αποδράσουν» από τη συμφωνία.

Όπως ο Μ.Ε.1 ανάφερε, μια δόση αποπληρωμής δανείου εμπεριέχει το ποσό που αποπληρώνει το κεφάλαιο και το ποσό το οποίο αποπληρώνει τον επιβληθέντα τόκο. Η Τράπεζα δεν κερδίζει από την αποπληρωμή κεφαλαίου διότι, όπως στην περίπτωση τους, το ποσό των ελβετικών φράγκων που δάνεισε στον Ενάγοντα το είχε δανειστεί η ίδια από κάπου αλλού. Κατά συνέπεια, η Τράπεζα κερδίζει από την επιβολή τόκου.

Το επίδικο δάνειο, όμως, είχε σχεδόν μηδενικό επιτόκιο με αποτέλεσμα η Τράπεζα να μην κερδίζει τίποτα και να της καταστεί ασύμφορο. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαχθούν οι Εναγόμενοι από το δάνειο αυτό ήταν, είτε ο Ενάγοντας να δεχθεί να μετατραπεί το δάνειο σε ευρώ, όπως ήταν οι προτάσεις που τους πρότεινε η Τράπεζα, είτε να τερματίσουν το δάνειο και να του επιβάλουν επιτόκιο υπερημερίας.

Αφ’ ης στιγμή δεν δέχθηκαν την μετατροπή του δανείου, έμεινε μόνο η δεύτερη επιλογή και για να δικαιολογείται ο τερματισμός έπρεπε να φέρουν τον Ενάγοντα σε δυσμενή θέση ούτως ώστε να μην μπορεί να καταβάλλει τις δόσεις που αξίωναν από τη δεσπόσουσα θέση την οποία κατείχαν και έτσι θα προχωρούσαν σε τερματισμό και επιβολή επιτοκίου υπερημερίας και πέναλτι.

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι με σκοπό η Τράπεζα να τους εκβιάσουν, προσπάθησαν δύο φορές ενώ εκκρεμούσε η υπόθεση να προχωρήσουν με την εκποίηση της Υποθήκης, εκμεταλλευόμενοι καταχρηστικά τις διαδικασίες εκποίησης.

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι οι Εναγόμενοι από την 1ην ημέρα του δανείου εφάρμοσαν λανθασμένη ισοτιμία, λανθασμένο επιτόκιο και λανθασμένη περίοδο υπολογισμού τόκων, άρα χρησιμοποίησαν λάθος ποσό δόση και την εφάρμοσαν ως σταθερή. Το λάθος αυτό συνιστούσε τη βάση για την μετέπειτα αποπληρωμή του δανείου. Παρά τις υποδείξεις τους για τα λάθη τους αυτοί δεν ήθελαν να τους ακούσουν και συνέχιζαν να διαχειρίζονται το δάνειο λανθασμένα και η συμπεριφορά τους μόνο δόλια μπορεί να χαρακτηριστεί.

Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 απέρριψε όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, βασιζόμενος στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στη δόση του δανείου η οποία, παραπέμποντας στην συμφωνία, αυτή ήταν σταθερή.

Σε καμία περίπτωση η Τράπεζα «αύξανε μονομερώς» τη δόση του δανείου. Οι μηνιαίες δόσεις ήταν σταθερές και προκαθορισμένες ως ο όρος 5 (b) της συμφωνίας του δανείου. Αυτό που αυξανόταν ήταν το ποσό των Λ.Κ. και έπειτα σε ευρώ για να καλυφθεί η δόση που ήταν πληρωτέα σε ελβετικό φράγκο λόγω της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας, κάτι το οποίο δεν αφορά και δεν ελέγχει η Τράπεζα.

Ως προς τα παράπονα των Εναγόντων για δήθεν προπληρωμή / προείσπραξη του δανείου ή εικονική ανικανότητα εξόφλησης ή μη απόδοση του επιτοκιακού οφέλους από τη μείωση των τιμών Libor κατά τη διάρκεια της αποπληρωμής του δανείου, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι αυτά είναι ανυπόστατα και εκ των υστέρων σκέψεις για σκοπούς εντυπωσιασμού. Η Τράπεζα, λάμβανε υπόψη τυχόν τέτοιο επιτοκιακό όφελος μειώνοντας αντίστοιχα το βασικό επιτόκιο ανά συμφωνημένη περίοδο και προσδίδοντας αυτό στο στάδιο κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 6μηνο και κατ’ επέκταση μειώνοντας την τελευταία εφάπαξ πληρωμή.

Η Τράπεζα δεν είχε καμία συμβατική υποχρέωση να μετατρέψει τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του δανείου σε κυμαινόμενες, όπως εισηγήθηκε ο Μ.Ε.1. Ούτε υπάρχει έρεισμα στην εισήγηση του Μ.Ε.1 ότι οι διαφορές του επιτοκίου έπρεπε να διευθετούνται στην εκάστοτε τριμηνία. Δεν υπάρχει τέτοια συμβατική υποχρέωση.

Ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι δόθηκε η ευκαιρία στους ενάγοντες συζήτησης των παραπόνων τους πάρα πολλές φορές με κύριο παράδειγμα την πρόταση αναδιάρθρωσης του δανείου σε ευρώ, μάλιστα με διαγραφή χρέους, πριν καν ακόμα αποσταλεί η επιστολή τερματισμού το 2015.

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 προχώρησε και καταχώρησε όλα τα σχετικά έγγραφα με σκοπό την απόδειξη της ανταπαίτησης των Εναγόμενων. Ειδικότερα και μεταξύ αυτών είναι οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, τεκμήριο 28. Προχώρησε, επίσης, και κατάθεσε και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 29, 30, 33 α) και 33β) καθώς και 34) τις οποίες επεξήγησε. Ο σκοπός τους είπε είναι για να καλύψει όλα τα σενάρια σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί από το Δικαστήριο η διενέργεια λογιστικών πράξεων. Οι Εναγόμενοι, όμως, σύμφωνα με το Μ.Υ.1 βασίζονται στην πρώτη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 29, στην οποία δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε χρεώσεις πέραν του τόκου και ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου γίνεται από την αρχή στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους.  

Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας υπόψη μου τις νομολογιακές αρχές (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.), Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AA.Δ. 454, Kades v. Nicolaou and Another (1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 826).

Ο Μ.Ε.1 ήταν ο αδελφός του Eνάγοντα 1 και υιός των Eναγόντων 2 και 3 και κατάθεσε εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους, καθότι όπως ανάφερε και δεν έτυχε αμφισβήτησης ήταν εξουσιοδοτημένος από εκείνους να διαπραγματευτεί το επίδικο δάνειο, όπως και τα άλλα δύο δάνεια που συνάφθηκαν. Τούτο ξεκαθαρίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, κατά την οποία συμφώνησε με τη θέση της συνηγόρου των Eναγόμενων ότι ήταν ο εκπρόσωπος όλης της οικογένειας και είχε μεταβεί στην Τράπεζα όπου προέβηκε σε διαβουλεύσεις μέχρι την υπογραφή και της επίδικης συμφωνίας. Δηλώθηκε, επίσης, και ως παραδεχτό γεγονός. Κατά συνέπεια, παρά το ότι ουδείς εκ των εναγόντων κατάθεσε προκύπτει ο Μ.Ε.1 να ήταν ο αντιπρόσωπος τους.

Πέραν των πιο πάνω και επί της ουσίας της μαρτυρίας του, εκείνο το οποίο θα πρέπει να αξιολογηθεί, είναι, κατά πρώτο οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Eνάγοντας 1 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου και κατά δεύτερο οι θέσεις του για την κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη εφαρμογή της.

Έχω παρακολουθήσει το Μ.Ε.1 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχω λάβει υπόψη μου τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τόσο κατά την κυρίως του εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, σε αντιπαραβολή με την έγγραφη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου.

Εκείνο το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί ήταν ότι ο Μ.Ε.1 ήταν έντονος κατά τη μαρτυρία του για τον, κατά τη θέση του, λανθασμένο τρόπο εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας από τους Eναγόμενους, σε βαθμό που τους επίρριπτε δόλιο σκοπό και/ή σκοπό κερδοσκοπίας σε βάρος των Eναγόντων. Οδήγησαν το επίδικο δάνειο είπε στο να παρουσιάζεται υπερήμερο, σε μια προσπάθεια τους να το τερματίσουν και να επιβάλουν τόκους υπερημερίας διότι δεν τους συνέφερε να το διατηρούν λόγω της ραγδαίας μείωσης του επιτοκίου.

Έχω διεξέλθει με προσοχή όλων των πιο πάνω ισχυρισμών του και εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί δόλος ή αλλότριος σκοπός από τους Eναγόμενους, όπως ο Μ.Ε.1 επιχείρησε, τουλάχιστον συμπερασματικά, να καταδείξει. Οι αιτιάσεις του και η όλη εκδοχή του για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, βασίστηκαν στη δική του ερμηνεία συγκεκριμένων όρων της σύμβασης δανείου. Και τούτο για να καταδείξει την βασική του θέση ότι η δόση του θα έπρεπε να ήταν κυμαινόμενη και όχι σταθερή.

Ξεκαθαρίζω ότι η ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί κατά το πλείστο νομικό ζήτημα και επαφίεται στο Δικαστήριο να την ερμηνεύσει και όχι στο κάθε διάδικο. Στην Πολύκαρπος Κ. Φιλίππου v. Ανδριάνας Λαζαρή,  Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2017, Ημερ. 02/09/2026 λέχθηκε ότι «αποτελεί πάγια αρχή ότι η ερμηνεία μίας γραπτής σύμβασης καθώς και η αξιολόγηση της επάρκειας και βεβαιότητας των όρων της, συνιστούν κατεξοχήν νομικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο». 

Κατά συνέπεια, η εγκυρότητα ή μη της επίδικης δανειακής σύμβασης ή ενός όρου της και κατά πόσο αυτή εφαρμόστηκε ορθά ή όχι από τους Eναγόμενους, θα εξεταστεί κατωτέρω από το Δικαστήριο κατά την κατάληξη του.

Ανεξάρτητα των πιο πάνω, όμως, εκείνο το οποίο διαφαίνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 είναι ότι η θέση του περί κυμαινόμενης δόσης σε ελβετικά φράγκα συγκρούεται με τον όρο 5(b) της επίδικης συμφωνίας, ως θα διαφανεί και κατωτέρω.

Περαιτέρω, η θέση του Μ.Ε.1 περί ανυπαρξίας ρίσκου σε ένα δανεισμό με ελβετικό φράγκο και επί του προκειμένου στον επίδικο δανεισμό διότι η αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας εξουδετερώνεται από την μείωση του επιτοκίου, φαίνεται να μην βρίσκει έρεισμα στους όρους της επίδικης συμφωνίας αλλά και στα υπόλοιπα γεγονότα και έγγραφα. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στο τεκμήριο 5 και 5Α, το οποίο αποτελεί δήλωση υπογεγραμμένη από τον Eνάγοντα 1 με την οποία δηλώνει ότι έχει ενημερωθεί για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο, τον οποίο διατρέχει από τυχόν διακύμανση της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου έναντι της Κυπριακής Λίρας και την αύξηση των επιτοκίων του ελβετικού φράγκου. Αν η θέση του Μ.Ε.1 ευσταθούσε περί ανυπαρξίας ρίσκου προς τί να δοθεί και να υπογραφεί από τον ενάγοντα 1 η πιο πάνω δήλωση; Και προς τί να αναφερθεί ρητά στον όρο 5(b) ότι η μηνιαία δόση θα ήταν ύψους CHF 3,819.85; Δηλαδή, σταθερή σε ελβετικά φράγκα.

Πέραν των πιο πάνω, το τεκμήριο 5 και 5Α προφανώς προειδοποιούσε για τον κίνδυνο αύξησης του δόσης σε Λ.Κ. και ακολούθως σε Ευρώ. Και τούτο ήταν συνυφασμένο με το γεγονός ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε ελβετικά φράγκα με σταθερή τη δόση του.

Η θέση του Μ.Ε.1 ότι λόγω του κανόνα Interest Parity Rule και συγκεκριμένα ότι όταν αυξάνεται η ισοτιμία μειώνεται το επιτόκιο, τότε εξαλείφεται το ρίσκο και ο κίνδυνος δεν είναι ορθός, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω. Ο δανειολήπτης, ενδεχομένως, σε περίπτωση, που ο κανόνας αυτός ισχύει στο βαθμό που ο Μ.Ε.1 ανάφερε, να επωφελείται από τον μειωμένο τόκο αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι η μηνιαία δόση θα άλλαζε ή θα ήταν κυμαινόμενη. Τούτο εξαρτάται από τα συμφωνηθέντα.

Η θέση του Μ.Ε.1 ότι αναγράφηκε το συγκεκριμένο ποσό δόσης για σκοπούς των Eναγόμενων και μόνο δεν προκύπτει να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αλλά συγκρούεται ευθέως με την γραπτή σύμβαση και τον πιο πάνω όρο ο οποίος είναι ξεκάθαρος. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι το ποσό της δόσης είναι ο τεχνικός τρόπος να κρατά “reference” η Τράπεζα για το “loan”, την ταχύτητα αποπληρωμής του δανείου. Και συνέχισε λέγοντας ότι ο δανειολήπτης ήξερε ότι η δόση ήταν κυμαινόμενη ανάλογα με την αλλαγή του επιτοκίου. Η πιο πάνω θέση του, όμως, δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε γεγονότα. Ουδέποτε ανάφερε ο Μ.Ε.1 ότι κάτι τέτοιο είχε αναφερθεί, είτε σε αυτόν είτε στον Eνάγοντα 1, από τον οποιοδήποτε από την Τράπεζα και βασιζόμενος σε αυτή την παράσταση υπέγραψε την επίδικη συμφωνία.

Ο Μ.Ε.1 επιχείρησε να αναπτύξει τη θεωρία του interest parity rule, χωρίς όμως να δώσει όλα εκείνα τα εχέγγυα στο Δικαστήριο για να μπορεί να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα για τον τρόπο που αυτή η θεωρία λειτουργεί. Ο Μ.Ε.1, ο οποίος είναι λογιστής – ελεγκτής, δεν έχει επεξηγήσει με επάρκεια την πιο πάνω θεωρία, τον τρόπο που εφαρμόζεται και πότε. Ειδικότερα, δεν έχει καταδεχθεί κατά ικανοποιητικό τρόπο ότι αυτός ο, γενικός κανόνας, όπως προκύπτει, θα έπρεπε να εφαρμοστεί και στην επίδικη δανειακή σύμβαση, δεδομένου και των όρων της.

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 δεν αμφισβήτησε ότι το επιτοκιακό όφελος από την μείωση των επιτοκίων, αποδιδόταν ανά 6μηνία, όπως ήταν η θέση των εναγόμενων. Εκείνο που υποστήριξε στηριζόμενος στον όρο 9 είναι ότι η μείωση του επιτοκίου έπρεπε να αποδίδεται σε κάθε δόση και στην ουσία αυτή να μειώνεται. Επαναλαμβάνω ότι η ερμηνεία της σύμβασης ανήκει στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά, ούτε και αυτή του η θέση, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, φαίνεται να ευσταθεί λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό του εν λόγω όρου και το σύνολο της συμφωνίας. Επί του παρόντος ο Μ.Ε.1 δεν έχει αναφέρει ή ισχυριστεί ότι του είχε αναφερθεί ότι η μείωση του τόκου θα αποδιδόταν κάθε μήνα και θα μείωνε τη δόση του δανείου.

Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση, δεν διαπιστώνω από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε υπάλληλος τους, παρότρυνε τον Eνάγοντα 1 ή τον ίδιο τον Μ.Ε.1 να αποδεχθούν τους όρους της επίδικης σύμβασης παρουσιάζοντας τους τη δανειοδότηση σε ελβετικό φράγκο ως ελκυστικό χαμηλότοκο προϊόν, όπως δικογραφείται. Ουδεμία τέτοια μαρτυρία ή ισχυρισμός έχει προβληθεί.

Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι αρχικά ο ίδιος ο Eνάγοντας 2 επισκέφθηκε τους Eναγόμενους αναζητώντας δάνειο. Στη συνέχεια, ο Eνάγοντας 1 αποδέχθηκε να προχωρήσει με τη σύναψη της επίδικης δανειοδότησης και προς τούτο υπέβαλε σχετικό αίτημα. Η Τράπεζα ενέκρινε το αίτημα του και προς τούτο απέστειλε στον ενάγοντα 1 την επιστολή ημερομηνίας 21/05/2007 με τους βασικούς όρους του επίδικου δανείου, τους οποίους ο ενάγοντας 1 αποδέχθηκε. Ακολούθησε η σύναψη της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 25/05/2007.

Επίσης, δεν υποστηρίζεται ή δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση που προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι δεν εξηγήθηκαν οι όροι της σύμβασης και οι Eνάγοντες δεν είχαν προειδοποιηθεί για τους κινδύνους που εμπεριέχονται σε ένα δανεισμό σε ελβετικό φράγκο.   

Κατ’ αρχάς ο Μ.Ε.1 που εμφανίζεται ως αυτός που διαπραγματεύτηκε την επίδικη συμφωνία, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως γνώστης του τρόπου λειτουργίας ενός δανείου σε ελβετικό φράγκο και όπως προκύπτει το εξήγησε και στον ενάγοντα 1. Σε καμία περίπτωση ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι οι Eναγόμενοι του παρουσίασαν την επίδικη συμφωνία ως ένα χαμηλότοκο δάνειο χωρίς οποιοδήποτε κίνδυνο ή ρίσκο. Πουθενά δεν ισχυρίστηκε ότι του στερήθηκε το δικαίωμα να διαπραγματευτεί τους όρους της. Ούτε ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι δεν αντιλήφθηκε τους όρους της. Αντιθέτως, η θέση που πρόβαλε και συνάγεται είναι ότι αντιλήφθηκε τους εν λόγω όρους και ότι η Τράπεζα δεν τους ακολούθησε κατά την εφαρμογή της συμφωνίας. Ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω.

Πέραν τούτου, προκύπτει να εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι στον Eνάγοντα 1 που εμπεριείχε ο επίδικο δανεισμός και προς τούτο υπέγραψε το τεκμήριο 5.

Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η θέση ότι ο Eνάγοντας παροτρύνθηκε ή παραπλανήθηκε ή ότι δεν του εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι του επίδικου δανείου.

Προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω δεν έχω πειστεί από τη θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Eνάγοντας 1 δεν είχε αντιληφθεί τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου δανείου, τους όρους του και τους κινδύνους που εμπεριέχονταν σε αυτό. Άλλωστε, όπως μπορεί να διακριθεί από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, δεν είναι κατ’ ουσία αυτό το κύριο επιχείρημα του. Το επιχείρημα του είναι ότι δεν εφαρμόστηκαν σωστά οι όροι του επίδικου δανείου, όπως παρουσιάστηκε να τους ερμηνεύει εκ των υστέρων και ότι δεν θα μπορούσε να υπολογιστεί σταθερή δόση. Ουδέποτε, όμως, ο Μ.Ε.1 κατά τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας φαίνεται να συζήτησε με τους Eναγόμενους το ζήτημα αυτό ή να του αναφέρθηκε ότι η δόση δεν θα μπορούσε να είναι σταθερή, όπως αναφέρεται στη συμφωνία.

Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορώ να κάνω αποδεχτή του Μ.Ε.1 ότι το δάνειο κατέστη υπερήμερο διότι οι Eναγόμενοι, όπως ισχυρίστηκε, αύξαναν τη δόση του. Όπως μπορεί να διακριθεί από τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου, που η πλευρά των Eναγόμενων κατάθεσαν στο Δικαστήριο, το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις καθότι δεν καταβαλλόταν η συμφωνηθείσα δόση ή καθόλου δόση. Τούτο παρουσιάζεται να προκύπτει περί το τέλος του 2010 με αρχές του 2011. Ακόμη και να δεχθώ ότι οι Eναγόμενοι πλήρωναν τα άλλα δύο δάνεια αντί το επίδικο, πάλι προκύπτει ότι ο λόγος είναι διότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για την αποπληρωμή των δόσεων και των τριών δανείων.

Η θέση, επίσης, του Μ.Ε.1 ότι τούτο οφείλεται διότι αυξήθηκε η συναλλαγματική ισοτιμία και κατά συνέπεια αυξανόταν το ποσό της δόσης σε ευρώ, δεν προκύπτει να εξηγήθηκε ή να αιτιολογήθηκε από τη μαρτυρία του. Έχω διεξέλθει του τεκμηρίου 32, που είναι ο πίνακας με την συναλλαγματικές ισοτιμίες ευρώ – ελβετικού φράγκου και κατά την πιο πάνω περίοδο που άρχισαν να παρουσιάζονται καθυστερήσεις, δεν προκύπτει να υπήρχε ουσιαστική διαφοροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει κατά το στάδιο αυτό να υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση ή παράπονο από τον ενάγοντα 1 ή τους Ενάγοντες για οποιοδήποτε ζήτημα.

Όπως προκύπτει, το όλο ζήτημα εγέρθηκε από τον Μ.Ε.1 περί το 2014 όταν το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις και προς τούτο, ισχυρίστηκε ότι ειδοποιήθηκαν οι Ενάγοντες από την Τράπεζα. Δεν προκύπτει κατά το έτος 2014 να αποστάληκε οποιαδήποτε ειδοποίηση αφού αυτές αποστάληκαν το 2015. Σε κάθε περίπτωση, εκείνο το οποίο προκύπτει, είναι ο Μ.Ε.1, ενώ το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις από το 2011, άρχισε να διαμαρτύρεται το 2014. Φαίνεται ο ίδιος να αντάλλαξε αλληλογραφία με την Τράπεζα, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 6 και 7 που κατάθεσε. Δεν προκύπτει να κατάθεσε ολοκληρωμένη την εν λόγω αλληλογραφία και τις αρχικές αιτιάσεις του. Εκείνο το οποίο προκύπτει από την απάντηση της υπαλλήλου της Τράπεζας, τεκμήριο 6 είναι να απαντάται στον Μ.Ε.1 ότι «ο συσχετισμός των δόσεων με πληρωμές που κάνετε σε ευρώ αφορά αποκλειστικά εσάς και όχι την Τράπεζα». Προφανώς η θέση του Μ.Ε.1 ήταν το ζήτημα της σταθερής δόσης. Όπως, επίσης, προκύπτει από το τεκμήριο 7, που φαίνεται να είναι η απάντηση του στην πιο πάνω υπάλληλο, επικαλείται προπληρωμές στο δάνειο και όχι καθυστερήσεις.

Οι πιο πάνω θέσεις που εκφραστήκαν από το Μ.Ε.1 κατά το 2014 και μετά που το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις και δίνοντας την ερμηνεία των όρων της επίδικης σύμβασης που ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο Δικαστήριο, δεν σημαίνει και δεν προκύπτει ότι ευθύνονται οι Εναγόμενοι ή οι τελευταίοι παράβηκαν τις υποχρεώσεις τους. Τούτο θα κριθεί κατωτέρω κατά την ερμηνεία των όρων της επίδικης συμφωνίας.

Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω πειστεί ότι ο Μ.Ε.1, εκπροσωπώντας τους Ενάγοντες, όντας λογιστής και ελεγκτής και εμφανιζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου ως γνώστης της λειτουργίας των ισοτιμιών και των επιτοκίων δεν αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο ενός τέτοιου δανεισμού κατά την συνομολόγηση του καθώς και τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου δανείου με βάση τους συγκεκριμένους όρους. Άλλωστε δεν έχει παρουσιαστεί μια τέτοια θέση, τουλάχιστον ευθέως. Ο Ενάγοντας 1 και ο Μ.Ε.1, επίσης, έτυχαν ενημέρωσης για τους εν λόγω κινδύνους. Το κατά πόσο η ερμηνεία που ο ίδιος ο Μ.Ε.1 επιχειρεί εκ των υστέρων να προσδώσει στους επίδικους όρους είναι ορθή, θα εξεταστεί κατωτέρω.

Επί του βασικού ζητούμενου πραγματικών γεγονότων, όμως, δεν προκύπτει ο Μ.Ε.1 και κατ’ επέκταση ο Ενάγοντας 1 να παραπλανήθηκαν από τους Εναγόμενους ή να μην τους επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που ενείχε ο επίδικος δανεισμός.

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στο βαθμό που αφορά τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Το κατά πόσο το δάνειο, ενόψει της φύσης του, μπορούσε να λειτουργήσει με βάση τους συμφωνηθέντες όρους και κατά πόσο λειτούργησε με βάση αυτούς θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την κατάληξη του.    

Ο Μ.Υ.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του και να καταθέσει ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ένεκα της θέσης και ιδιότητας του. Ο μάρτυρας αυτός άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και όπως προκύπτει γνώριζε πλήρως τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η Τράπεζα κατά τους ουσιώδεις χρόνους ένεκα της θέσης και ιδιότητας του. Μεγάλο μέρος, επίσης, της μαρτυρίας του συνάδει και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο. Δεν έχω διαπιστώσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του οι οποίες να κλονίζουν την αξιοπιστία του.

 

Ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας του δανείου σε συνάρτηση με τους όρους της επίδικης σύμβασης. Ήταν βασική του θέση του ότι η δόση του επίδικου δανείου ήταν σταθερή, παραπέμποντας στον όρο 5(b) της συμφωνίας και απορρίπτοντας τη θέση των εναγόντων περί κυμαινόμενης δόσης. Αναφέρθηκε, επίσης, στον όρο 9 της συμφωνίας για να πει ότι δεν προκύπτει από αυτόν (τον όρο) ότι οι τόκοι της τριμηνίας θα έπρεπε να υπολογίζονται και να καταβάλλονται σε έκαστη τριμηνία. Ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι το επιτοκιακό όφελος καταβαλλόταν στο δάνειο κάθε εξαμηνία όταν γινόταν η κεφαλαιοποίηση. Η θέση αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους Ενάγοντες.

 

Γενικά κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του αναφορικά με τον τρόπο που εφάρμοσε τη επίδικη συμφωνία η Τράπεζα. Άλλωστε τούτο δεν προκύπτει να αμφισβητείται. Ότι αμφισβητείται είναι ότι ο τρόπος αυτός δεν συνάδει με τους όρους της συμφωνίας. Το ζήτημα αυτό απολήγει στο να πρέπει να ερμηνευθούν οι όροι της συμφωνίας, κάτι το οποίο θα γίνει κατωτέρω από το Δικαστήριο.

 

Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάφθηκε το επίδικο δάνειο, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ και αποδέχομαι τις θέσεις του Μ.Υ.1, οι οποίες εν πολλοίς συνάδουν και με την έγγραφη μαρτυρία. Επίσης, δεν φαίνεται να υπάρχει και αντίθετη εκδοχή περί τούτων ή τουλάχιστον αξιόπιστη αντίθετη εκδοχή. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε κατόπιν παράκλησης της οικογένειας Γνάφτη με σκοπό να αποπληρωθεί άλλο στεγαστικό δάνειο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για ανέγερση πολυκατοικίας. Τούτο προκύπτει να αποτέλεσε κοινό έδαφος.

 

Αποδεχτή είναι και η θέση του Μ.Υ.1 ότι η Τράπεζα συζήτησε με τον Ενάγοντα 1 και τον Μ.Ε.1 και τον Ενάγοντα 2 τα επιμέρους της δανειοδότησης και ακολούθως συντάχθηκε η Επιστολή Ανειλημμένης Υποχρέωσης (Commitment Letter) στην οποία αναφέρονται τα επιμέρους της χρηματοδότησης. Η θέση του αυτή δεν προκύπτει να τυγχάνει αμφισβήτησης από τους ενάγοντες και συνάδει και υποστηρίζεται από το τεκμήριο 9.

 

Αποδέχομαι, επίσης, τη θέση του ότι Τράπεζα εξήγησε ρητά και συγκεκριμένα ότι τέτοια δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα φέρουν συναλλαγματικό κίνδυνο λόγω της πιθανής αύξησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και προς τούτο τέθηκε προς τον Ενάγοντα 1 και ο Ενάγοντας 1 υπέγραψε το τεκμήριο 5 με το οποίο ο Ενάγοντας 1 δηλώνει ότι έχει ενημερωθεί για τους τυχόν κινδύνους που διατρέχει από τη διακύμανση της ισοτιμίας και ότι αποφάσισε να προχωρήσει. Δεν τέθηκε στο Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση ζήτημα ανεπάρκειας της επεξήγησης του εν λόγω κινδύνου ή του περιεχομένου του τεκμηρίου 5.

 

Αποδεχτή είναι και η θέση του ότι οι Ενάγοντες δεν κατέβαλλαν την συμφωνηθείσα μηνιαία δόση και ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε στις 10/12/2015. Άλλωστε τούτο αποτελεί παραδεχτό γεγονός. Η διαφωνία έγκειτο στο γεγονός ότι δεν έπρεπε να θεωρείται υπερήμερος ο ενάγοντας 1 και αυτό έγινε από την Τράπεζα λόγω της εφαρμογής σταθερής δόσης, ζήτημα το οποίο θα κριθεί από το Δικαστήριο στην βάση της ερμηνείας της συμφωνίας.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 για σκοπούς απόδειξης του οφειλόμενου υπολοίπου κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 28). Η θέση του Μ.Υ.1 ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του τραπεζικού βιβλίου το οποίο διατηρούν οι Εναγόμενοι σε ηλεκτρονική μορφή σε ένα κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή και η οποία βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της καθώς επίσης και ότι οι καταχωρήσεις σε αυτό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εναγόμενων, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Αμφισβήτησης, επίσης, δεν έτυχε και η θέση του Μ.Υ.1 ότι ο ίδιος εκτύπωσε την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού από το εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο και ότι έχει συγκρίνει το έγγραφο με τις αρχικές καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόμενων και διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του είναι ορθό.

 

Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.1 κατάθεσε τις εν λόγω καταστάσεις και ως μέρος του αρχείου των Εναγόμενων, δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9.

 

Η ουσία είναι ότι ουδεμία καταχώρηση η οποία φαίνεται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, πέραν από το ποσό της εκταμίευσης του δανείου σε ελβετικά φράγκα, στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 προχώρησε και καταχώρησε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, εξηγώντας το περιεχόμενο τους και τις διαφοροποιήσεις σε αυτές. Η πρώτη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, δεν περιλαμβάνει οποιεσδήποτε χρεώσεις, πέραν του τόκου και ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου γίνεται από την αρχή στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, να είναι σε αυτή την κατάσταση που βασίζονται οι εναγόμενοι και αξιώνουν το ποσό των CHF 838.579,28.

 

Η δεύτερη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 30) είναι πανομοιότυπη με την πρώτη στην οποία όμως, χρησιμοποιήθηκε για όλη τη διάρκεια του δανείου η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου που ίσχυε δύο εργάσιμες μέρες πριν την ημερομηνία εκταμίευσης του ποσού του δανείου, στις 08/06/2007 και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές στην ισοτιμία που ακολούθησαν. Η εν λόγω κατάσταση δεν υιοθετείται από τους Εναγόμενους.

 

Ακολούθησε η τρίτη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία δεν περιλαμβάνει τόκο υπερημερίας. Οι καταστάσεις αυτές είναι διπλές. Είναι πανομοιότυπες με την πρώτη και δεύτερη αναδομημένη κατάσταση χωρίς τόκο υπερημερίας (βλ. τεκμήριο 33 (α) και 33(β)). Κατάθεσε, επίσης, ως τεκμήριο 34 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία περιλαμβάνει τα δεδομένα της πρώτης αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού αλλά με σημείο αναφοράς ως ποσό εκταμίευσης το ποσό με εφαρμογή της αρχικής ισοτιμίας, ως η δεύτερη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού.

 

Το ουσιώδες για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι ότι ο Μ.Υ.1 εξήγησε δεόντως τον τρόπο που ετοίμασε τις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και τις επεξήγησε πλήρως. Σε κανένα σημείο κατά τη μαρτυρία του αμφισβητήθηκε η ορθότητα των εν λόγω καταστάσεων. Το ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο θα κριθεί κατωτέρω από το Δικαστήριο, κατά την κατάληξη του.

 

Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο καταστάσεις αναφορικά με την συναλλαγματική ισοτιμία Λ.Κ. – Ελβετικού Φράγκου και Ευρώ – Ελβετικού Φράγκου (βλ. τεκμήρια 31 και 32), οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης και τις αποδέχομαι.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο των επιτοκίων 3 μηνών CHF LIBOR, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του πρακτορείου Reuters, στις 11.00 π.μ. ώρα Λονδίνου, 2 τραπεζικές ημέρες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου τόκου, όπως προβλέπεται στη συμφωνία (βλ. τεκμήριο 35). Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν έτυχε αμφισβήτησης και δεδομένων και των εξηγήσεων του Μ.Υ.1 γίνονται αποδεχτά.

 

Επιπρόσθετα, ο Μ.Υ.1 κατάθεσε και αντίγραφο των επιτοκίων SARON 3 μηνών τα οποία αντικατέστησαν τα επιτόκια CHF LIBOR σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2021/1847 και επεξήγησε τον τρόπο λειτουργίας τους και εφαρμογής τους στην παρούσα περίπτωση (βλ. τεκμήριο 36).    

 

Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε κατά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σε σχέση με το αξιούμενο ποσό είναι το ποσό της εκταμίευσης. Συγκεκριμένα, αποτέλεσε θέση των εναγόντων ότι το ισόποσο των £265,000 σε ελβετικά φράγκα, λαμβάνοντας υπόψη την ισοτιμία 2 εργάσιμων ημερών πριν από την εκταμίευση του δανείου (στην προκειμένη στις 08/06/2007) έπρεπε να ήταν CHF 747,777 και όχι CHF754,985.76.

 

O M.Υ.1 ανάφερε ότι επειδή το ποσό του δανείου ήταν πέραν των £10,000 ακολουθήθηκε η διαδικασία, γνωστή στην τραπεζική πρακτική ως “special rate”, το οποίο λαμβάνει η Τράπεζα μέσω συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ονομάζεται στις Τράπεζες Dealing Room, η οποία υπηρεσία επικοινωνεί με την ανταποκρίτρια Τράπεζα και αγοράζει το ποσό που χρειάζεται σε ελβετικά φράγκα. Στην βάση αυτού χρησιμοποιήθηκε η ισοτιμία 2,849.

 

Παρόλα αυτά ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι δεν ήταν δυνατό να δοθεί μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έκανε τη διαδικασία μέσω του Dealing Room και για να περιορίσουν τα επίδικα ζητήματα, κατάθεσε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού με σημείο αναφοράς την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου – κυπριακής λίρας, το mid-price το οποίο εξήγησε στην δήλωση του, ώστε να μην αναλωθεί η συζήτηση και στην εξήγηση για το θέμα πώς προέκυψε το αρχικό ποσό εκταμίευσης.

 

Έχω λάβει υπόψη μου τα πιο πάνω και το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 για το ζήτημα αυτό. Προκύπτει ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την αγορά από την Τράπεζα ελβετικού φράγκου για να καταδείξει το rate το οποίο το αγόρασε. Κάτι άλλωστε που και ο ίδιος αναγνώρισε. Παρά τη θέση του για περιορισμό των επίδικων θεμάτων, φαίνεται στο τέλος να άφησε το ζήτημα στο Δικαστήριο για να το κρίνει.

 

Παρόλα αυτά, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει τα όσα ο Μ.Υ.1 ανάφερε και δεν μπορώ να εξάξω ασφαλές συμπέρασμα.

 

Όπως περαιτέρω προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και μπορώ να την αποδεχθώ είναι ότι για τους πρώτους 12 μήνες θα καταβάλλονταν μόνο το ποσό των τόκων. Αποδέχομαι τη θέση του ότι οι εναγόμενοι απόκοπταν, για τους πρώτους 12 μήνες, το ποσό των CHF 2,737.50 και ότι το ποσό αυτό, στο τέλος της περιόδου των 12 μηνών υπερκάλυπτε τον οφειλόμενο τόκο της περιόδου, λόγω της διακύμανσης του επιτοκίου. Το επιπλέον ποσό αυτό, είπε ο μάρτυρας, πιστώθηκε έναντι του κεφαλαίου. Το κατά πόσο αυτό συνιστά ακυρότητα της συμφωνίας ή παράβαση των όρων της θα κριθεί κατωτέρω.

 

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, με τις ανωτέρω διευκρινήσεις και επιφυλάξεις για το ζήτημα της ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας.

 

Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πέραν των όσων αποτέλεσαν κοινό έδαφος και/ή παραδεχτά γεγονότα και αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης μου, αποτελούν και αυτά που τέθηκαν ενώπιον μου από τον Μ.Υ.1. Ειδικότερα αποτελούν ευρήματα μου ότι οι συνθήκες συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης και το τρόπος λειτουργίας του δανείου, είναι ως αναφέρθηκε από τον Μ.Υ.1.  Τα γεγονότα αυτά θα αναφερθούν κατωτέρω κατά την κατάληξη μου και κρίνω αχρείαστη την καταγραφή τους στο στάδιο αυτό για αποφυγή επαναλήψεων. Επαναλαμβάνεται, επίσης, ότι οι αιτιάσεις των εναγόντων θα αποφασιστούν κατωτέρω στην βάση της ερμηνείας των όρων σύμβασης από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου δανείου.

 

Στην βάση των πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την απαίτηση των εναγόντων και κατά πόσο αυτοί έχουν αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τις αξιώσεις τους. Ταυτόχρονα θα εξετάζεται και η Ανταπαίτηση. Το όλο ζήτημα προκύπτει να αφορά την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου. Κατά συνέπεια, θα εξεταστεί αρχικά το ζήτημα αυτό και ακολούθως οι αξιώσεις των εναγόμενων, στην περίπτωση, φυσικά που η δανειακή σύμβαση κριθεί έγκυρη.

 

Όπως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου για τους Ενάγοντες, η υπό κρίση υπόθεση περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσο η συμφωνία δανείου εφαρμόστηκε σωστά ή λανθασμένα. Εάν δηλαδή, όπως αναφέρει, τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα και οι όροι της συμφωνίας δανείου. Η θέση που υποστηρίζεται είναι ότι δεν εφαρμόστηκε ορθά η επίδικη συμφωνία δανείου και τούτο λόγω της δόλιας και κακόβουλής συμπεριφοράς των εναγόμενων με αποτέλεσμα η επίδικη σύμβαση να έχει καταστεί ανεφάρμοστη και να μην μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, για αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί. Ως αποτέλεσμα τούτου, τα μέρη θα πρέπει να επαναφερθούν στην προτέρα κατάσταση της σύμβασης με επιστροφή των καταβληθέντων.  Δηλαδή, οι Ενάγοντες να αποδώσουν το καθαρό ποσό κεφαλαίου που πράγματι έλαβαν σε ευρώ (αφαιρουμένων όλων των καταβολών τους σε ευρώ) και οι Εναγόμενοι να επιστρέψουν/πιστώσουν κάθε ποσό που εισέπραξαν.

 

Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά τω Εναγόμενων, με την αγόρευση τους, ισχυρίζεται ότι όλα όσα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.1 περί μη ορθής εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας, δεν δικογραφούνται και δεν δύναται να ληφθούν υπόψη, παραπέμποντας στην σχετική επί τους ζητήματος νομολογία (βλ. ενδεικτικά Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Courtis v. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180).

 

Έχω διεξέλθει της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι όντως δεν διαπιστώνεται οι Ενάγοντες να επικαλούνται,  την μη ορθή εφαρμογή των όρων της επίδικης σύμβασης και για αυτό το λόγο αυτή θα πρέπει να ακυρωθεί.

 

Εκείνο το οποίο σαφέστατα επικαλούνται είναι ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε καλή τη πίστη, δεν έτυχε διαπραγμάτευσης και οι Εναγόμενοι παρότρυναν τους Ενάγοντες να αποδεχθούν τους όρους της επίδικης σύμβασης δανείου παρουσιάζοντας την δανειοδότηση σε ελβετικό φράγκο ως ένα ελκυστικό χαμηλότοκο προϊόν, χωρίς να προβούν σε επεξήγηση προς τους ενάγοντες αναφορικά με τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν εισερχόμενοι στη σύμβαση. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η επίδικη σύμβαση δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις της νομοθεσίας προστασίας των ως καταναλωτικό και εμπεριέχει καταχρηστικούς, ακυρώσιμους και/ή άκυρους όρους και/ή είναι εικονική. Οι Εναγόμενοι παρέχουν λεπτομέρειες στο δικόγραφο τους για να καταδείξουν την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας, αναφερόμενοι, μεταξύ άλλων, και στον μη συγκεκριμένο και διαφανή τρόπο για την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ελβετικού φράγκου σε ευρώ και το αντίθετο με αποτέλεσμα να μην μπορούσαν να εκτιμήσουν και/ή να αξιολογήσουν και/ή να αντιληφθούν τους κινδύνους οι οποίοι πιθανόν να προκύπταν.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες στις παραγράφουν 13 και 14 της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρίζονται ότι μετά την αύξηση της αξίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ, δεν ήταν σε θέση να καταβάλλουν τις δόσεις του δανείου και ο ενάγοντας 1 διαμαρτυρήθηκε στους Εναγόμενους και τους κάλεσε για επαναδιαπραγμάτευση του δανείου και/ή εφαρμογή των όρων της σύμβασης.

 

Παρά το γεγονός ότι οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων δεν επικεντρώνονται στον τρόπο εφαρμογής της σύμβασης δανείου αλλά στην έλλειψη ενημέρωσης σε σχέση, κατ’ ουσία, με τον συναλλαγματικό κίνδυνο και/ή ως φαίνεται στο δικόγραφο τους, προκύπτει γενικότερα ότι η αναφορά στους όρους της συμφωνίας να είναι συνυφασμένη με την καλή πίστη των εναγόμενων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να κριθεί η εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης δανείου στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόντων και ακολούθως να εξεταστούν οι όροι αυτής και κατά πόσο ορθά εφαρμόστηκαν.

 

Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα υπόθεση στα πιο πάνω πλαίσια.

 

Είναι κοινό έδαφος ότι η επίδικη δανειακή σύμβαση, υπογράφηκε από τον Ενάγοντα 1. Τούτο, δεν τυγχάνει αμφισβήτησης.  

 

Ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας 1 δεν είχε γνώση για το τί υπέγραφε. Όσον αφορά τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, δεν έχει προκύψει αυτός να μην έχει εξηγηθεί από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα 1 και/ή ότι αυτός δεν τον είχε αντιληφθεί.  Η θέση του Μ.Υ.1, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο είναι ότι είναι ο ίδιος ο ενάγοντας 1, μαζί με τα αδέλφια του, που αποτάθηκαν στην Τράπεζα για την εξασφάλιση δανείου, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Έχει προκύψει, επίσης, ότι κατόπιν συζητήσεων του ενάγοντα 1 και/ή μέσω του Μ.Ε.1 προέκυψε η πρόταση των εναγόμενων και έγκριση του αιτήματος του με την επιστολή ημερομηνίας 21/05/2007 – τεκμήριο 9, την οποία ο ενάγοντας 1 αποδέχθηκε. Ακολούθησε, η υπογραφή της επίδικης δανειακής σύμβασης, η οποία στην ουσία περιλάμβανε τους όρους του τεκμηρίου 9. Παράλληλα, οι Εναγόμενοι επεξήγησαν στον Ενάγοντα 1 τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους από τον δανεισμό σε ελβετικό φράγκο και υπέγραψε και την σχετική Δήλωση, τεκμήριο 5.   

 

Δηλαδή, έχει προκύψει ότι ο Ενάγοντας 1 ζήτησε τον επίδικο δανεισμό σε ελβετικό φράγκο και αφού του επεξηγήθηκαν οι σχετικοί κίνδυνοι αποφάσισε να προχωρήσει. Σημειώνεται ότι ο Μ.Ε.1, οποίος παρουσιάστηκε εκ μέρους του Ενάγοντα 1 στο Δικαστήριο, ανάφερε ότι ήταν αυτός που διαπραγματεύτηκε την επίδικη συμφωνία εκ μέρους του Ενάγοντα 1. Ο Μ.Ε.1, έχει προκύψει να είναι λογιστής – ελεγκτής και παρουσιάστηκε να ήταν γνώστης τέτοιου είδους δανεισμού.

Κατά συνέπεια, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο Ενάγοντας 1 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου με την ελεύθερη βούληση του και δεν προκύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να μπορούσαν να καταλήγουν σε ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας.

 

Καταχρηστικές ρήτρες και/ή καταχρηστικότητα του επίδικου δανείου:

Αν και δεν αποτελεί θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το επίδικο δάνειο θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω καταχρηστικών όρων, εντούτοις το όλο ζήτημα που εγείρεται είναι ο όλος μηχανισμός λειτουργίας του με βάση τους όρους της συμφωνίας, με επίκεντρο τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος προκύπτει από το γεγονός ότι εφαρμόστηκε σταθερή δόση. Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω να εξετάσω την επίδικη σύμβαση και από αυτή την σκοπιά και τις πρόνοιες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, έχοντας υπόψη και την νομολογία του ΔΕΕ.

Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν. 93(Ι)/96 (βλ. 1. Μιχαηλίδης κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολ. Έφεση Αρ. 477/2012, Ημερ. 27/06/2018), ECLI:CY:AD:2018:A311, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε και οι πρόνοιες του ενσωματώθηκαν στο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι)/21 ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 75, έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

 

Σύμφωνα, τόσο με το Άρθρο 3(1) του καταργηθέντος Νόμου 93(Ι)/96, όσο και του Άρθρου 48(1) του Νόμου 112(Ι)/21, το πεδίο εφαρμογής τους αφορά σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Καταναλωτής σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 112(Ι)/21 σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Επί της ουσίας οι πρόνοιες του Νόμου 112(Ι)/21 σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικότητας των ρητρών και το πεδίο εφαρμογής του είναι οι ίδιες με αυτές που ίσχυαν με το Νόμο 93(1)/96. Στην προκειμένη η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε μετά την θέσπιση του Νόμου 93(1)/96 και τερματίστηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 112(Ι)/21. Κατά συνέπεια και για σκοπούς εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα, θα γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του καταργηθέντος Νόμου ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. Γεώργιος Γεωργιάδης v. ΜARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολ. Έφεση Αρ. 195/2018, Ημερ. 18/12/2024).

 

Πέραν λοιπόν του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω Νόμου ως προνοείται στο Άρθρο 3(1) και αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή ότι εφαρμοζόταν μεταξύ καταναλωτή και εμπορευόμενου, προέβλεπε ότι η ρήτρα σε σύμβαση θα έπρεπε να μην αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 3(3) του Νόμου ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγµάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό. Εναπόκειται δε στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι µια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. Άρθρο 3(5)).

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 5(1) "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (βλ. Άρθρο 5(2)).

 

Το Άρθρο 5(3) αναφέρει τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης και λαμβάνονται υπόψη:

 

«(α) Η διαπραγµατευτική δύναµη των µερών.

 

(β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συµφωνήσει στη ρήτρα.

 

(γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προµηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή. και

 

(δ) ο βαθµός στον οποίο ο πωλητής ή προµηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.

 

Παρέχεται, επίσης, στο Νόμο σχετικό Παράρτημα το οποίο περιέχει ενδεικτικό και µη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.

Οι συνέπειες από την κήρυξη μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι αυτή να μην δεσμεύει τον καταναλωτή ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. Άρθρο 6 και επίσης Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α. (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 513 και Κουλλαπής v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2015) 1Γ Α.Α.Δ. 2376).

Στο Άρθρο 7 του Νόμου προνοείτο ο τρόπος ερμηνείας των ρητρών και ανέφερε ότι ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται µε σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 9(5).

Παραπέμπω, επίσης, στην Γεώργιος Γεωργιάδης v. Μarfin Popular Bank Public Co Ltd (ανωτέρω) και στην ανάλυση που γίνεται για τον τρόπο εξέτασης της καταχρηστικότητας των ρητρών.

Έχοντας παραθέσει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο του Νόμου θα προχωρήσω να εξετάσω την επίδικη σύμβαση, στη βάση πάντα των ευρημάτων του Δικαστηρίου, επί των πραγματικών γεγονότων. Σημειώνεται ότι υπάρχει και αυτεπάγγελτη υποχρέωση, το εκδικάζον Δικαστήριο να αποτιμά τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, πέραν και ανεξαρτήτως των προβαλλόμενων ενώπιον του επιχειρημάτων, νοουμένου, όμως, ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του (βλ. Γεώργιος Γεωργιάδης v. ΜARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ανωτέρω) και 1. SPRINGFAIR LTD κ.α. v. SKY CAC LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. 4/2019, Ημερ. 11/09/2025).

Kατ’ αρχάς στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει ότι ο Ενάγοντας αρ. 1 δεν εμπίπτει στον όρο «καταναλωτής» και οι εναγόμενοι στον όρο «προμηθευτής» όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται στο Άρθρο 2 του Νόμου. Η παραχώρηση του δανείου στον Ενάγοντα 1 αφορούσε την εξόφληση άλλου δανείου του Ενάγοντα 2, το οποίο αφορούσε την ανέγερση κατοικιών και καταστημάτων και δεν έχει προκύψει ότι η εν λόγω ανέγερση ενέπιπτε ή σχετιζόταν με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Οι δε Εναγόμενοι παρείχαν την δανειακή διευκόλυνση στα πλαίσια και για σκοπούς άσκησης της επιχείρησης της. Σε κάθε περίπτωση, τούτο δεν τυγχάνει αμφισβήτησης και δεν έτυχε περαιτέρω διερεύνησης από τους Εναγόμενους.

Το επόμενο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η επίδικη δανειακή σύμβαση αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προκύπτει το τεκμήριο 1 και 15 (πρωτότυπη) αποτελεί τη βασική συμφωνία της Τράπεζας η οποία περιέχει τους βασικούς όρους για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ το τεκμήριο 9 αποτελεί την επιστολή προσφοράς, η οποία περιλαμβάνει το ποσό της δανειοδότησης, το επιτόκιο, το χρόνο αποπληρωμής, το ποσό των δόσεων και τις εξασφαλίσεις. Παρά το ότι έχει προκύψει ο Μ.Ε.1 να συζήτησε με τους Εναγόμενους, εντούτοις, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ακριβής μαρτυρία από πλευράς Εναγομένων ότι οι όροι της επίδικης δανειακής σύμβασης ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με τον Ενάγοντα 1 και/ή τον Μ.Ε.1. Όπως, επίσης, φαίνεται από την επίδικη συμφωνία, αυτή πρέπει να ήταν προδιατυπωμένη αφού κάποιοι όροι της φαίνεται να μην ισχύουν στην προκειμένη (όρο 5 (a)) ενώ το ποσό της δόσης στον όρο 5(b) είναι συμπληρωμένο χειρόγραφα.

Τούτων λεχθέντων, συνάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος 93(1)/96. Θα πρέπει να αναφερθεί, όμως, ότι παρά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, δεν έχουν προωθήσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο παράπονο και δεν έχουν επικαλεστεί συγκεκριμένους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, οι οποίοι κατά τη θέση τους να είναι καταχρηστικοί. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό, όμως, από την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων και στην βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, το όλο παράπονο είναι ο μηχανισμός λειτουργίας της επίδικης συμφωνίας και ότι είναι ολόκληρη η συμφωνία άκυρη καθότι δόθηκε δάνειο σε ξένο νόμισμα χωρίς να προσμετρηθούν οι κίνδυνοι από τη συναλλαγματική ισοτιμία και να αποδοθεί το επιτοκιακό όφελος ανά τριμηνία.

Η νομολογία του ΔΕΕ υποδεικνύει ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης (βλ. Απόφαση C-415/11 Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 44, Ημερ. 14/03/2013 και Απόφαση C-618/10, Banco Espanol de Credito, EU:C:2012, σκέψη 39).

Στην C-26/13 Kasler and Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, ημερ. 30/10/2014, το ΔΕΕ ανάφερε ότι ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητα της όταν είναι διατυπωμένη με τρόπο που δεν γίνονται σαφείς και κατανοητοί για τον δανειολήπτη οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση, καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, αλλά και οι οικονομικές της συνέπειες. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι η υποχρέωση να καταγράφεται στη σύμβαση και να εκτίθεται με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος καθώς και η σχέση της ρήτρας αυτής με τις άλλες ρήτρες της συμφωνίας αναφορικά με την αποδέσμευση του δανείου. Και τούτο για να μπορεί ο καταναλωτής να εκτιμήσει βάση σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι’ αυτόν. Να πληροφορηθεί δηλαδή πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, μεταξύ δε άλλων την επιβάρυνση του από την μετατροπή του ποσού της δόσης. Όπως προκύπτει, επίσης, από την πιο πάνω απόφαση εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, αν ο καταναλωτής έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς η οποία παρατηρείται στην αγορά κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως κατά το χρόνο καταβολής των δόσεων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου συναλλάγματος κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, για να αξιολογήσει τις συνέπειες και επιπτώσεις σε αυτόν.  

Πέραν των πιο πάνω, όμως, για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική ή καλύτερα για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ένα τέτοιο εύρημα, απαιτείται να καταρριφθεί και η απαίτηση ή ύπαρξη καλής πίστης, εκ μέρους του πωλητή, δηλαδή της Τράπεζας στην προκειμένη. Τούτο υποστηρίζεται από την απόφαση στην Frakaport Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd (A/E 122112) κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2016 όπου αναφέρθηκε ότι στη βάση του περιεχομένου του Άρθρου 5(2) του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της «καλής πίστης».

Eξετάζοντας την ενώπιον μου μαρτυρία και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει να ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή παρότρυνση από την Τράπεζα στον ενάγοντα 1 για να συνάψει δάνειο σε ελβετικό φράγκο (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1131, Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, Ημερ. 13/11/2015). Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ουδόλως αναφέρθηκε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πέραν του ότι έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Δεν αναφερόταν σε οποιαδήποτε παρότρυνση ή άσκηση πίεσης στον ενάγοντα 1 για να συναφθεί η επίδικη συμφωνία δανείου. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα δηλαδή να είναι περίπτωση που η Τράπεζα παρότρυνε τον Ενάγοντα 1 στο να προβεί σε ένα τέτοιου είδους δανεισμό. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι είναι ο Ενάγοντας 1 που είχε αιτηθεί τον επίδικο δανεισμό. Αποτελεί, επίσης, εύρημα του Δικαστηρίου ότι επεξηγήθηκε στον Ενάγοντα 1 και αυτός υπέγραψε τη συμφωνία δανειοδότησης μαζί με σχετική δήλωση με την οποία ρητά δηλώνει ότι του έχει εξηγηθεί και έχει αντιληφθεί τα ρίσκα τα οποία αναλαμβάνει με το να εξασφαλίζει δάνειο σε ελβετικό φράγκο και με τους συγκεκριμένους όρους.

 

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ενάγοντας 1, προέβηκε στην καταβολή των πρώτων 12 δόσεων που αφορούσε το ποσό του τόκου και ακολούθως καταβαλλόταν η συμφωνηθείσα δόση. Το πρόβλημα ξεκίνησε το 2011, όταν το δάνειο άρχισε να παρουσιάζει καθυστερήσεις, χωρίς πάλι να υπάρχει οποιαδήποτε ενέργεια από τον ενάγοντα 1 ή τον Μ.Ε.1. Όπως προκύπτει από εκείνο το στάδιο και μετά δεν καταβάλλονταν κανονικά οι δόσεις και ο λόγος, όπως προκύπτει, είναι διότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια. Ο Μ.Ε.1 κατά το έτος 2014 προέβηκε σε οχλήσεις προς τους Εναγόμενους, ζητώντας να εφαρμοστεί η ισοτιμία που ίσχυε κατά την εκταμίευση. Πάλι, όμως, δεν προβλήθηκε ότι τούτο έπρεπε να γίνει καθότι δεν τους είχε εξηγηθεί ο κίνδυνος αυτός ή ότι δεν τον αντιλήφθηκαν. Εκείνο το οποίο προβλήθηκε είναι ότι δεν εφαρμοζόταν ορθά η συμφωνία καθότι η δόση θα έπρεπε να ήταν κυμαινόμενη για τους λόγους που προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο.

 

Ο δανεισμός σε ελβετικό φράγκο με σταθερή δόση δεν προκύπτει να απαγορεύεται. Εναπόκειται στην ίδια τη συμφωνία των μερών τούτo. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, τίθεται ζήτημα συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου, τους οποίους οι Εναγόμενοι θα πρέπει να προειδοποιήσουν.

 

Στην βάση γενικότερα των όρων της συμφωνίας και όλου του πλέγματος της και όλων των υπόλοιπων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει καταρριφθεί η καλή πίστη που απαιτείται από την Τράπεζα, στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική. Αναφέρομαι κατωτέρω στους σχετικούς όρους για τους οποίους οι Ενάγοντες παραπονούνται ότι δεν εφαρμόστηκαν σωστά και όπως θα διαφανεί, σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αυτοί είναι ξεκάθαροι και κατανοητοί για τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου δανείου. Ειδικότερα, αναφέρομαι στο ποσό της μηνιαίας δόσης, στο ύψος του επιτοκίου και στα ποσά που μεταφέρονται και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Επίσης, αποτέλεσε εύρημα μου ότι ο Μ.Ε.1 ως λογιστής – ελεγκτής αλλά και από τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε να έχει χρηματοοικονομικές γνώσεις και πλήρη αντίληψη των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

 

Αξιοσημείωτο, όμως, είναι και το γεγονός ότι ακόμη και να αποδεικνυόταν ότι δεν είχαν εξηγηθεί οι κίνδυνοι από την συναλλαγματική ισοτιμία ή και αν ακόμα προέκυπτε αδιαφάνεια στους όρους που επικαλέστηκε ο Μ.Ε.1, τούτο δεν θα μπορούσε να επιφέρει και την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας στην ολότητα της, παρά μόνο θα έδινε δικαίωμα στον Ενάγοντα 1, είτε τερματισμού της συμφωνίας είτε επιμονής για μη εφαρμογή της ρήτρας για την συναλλαγματική ισοτιμία, με τη σύμβαση να ισχύει.

 

Θα προχωρήσω να εξετάσω και τις αιτιάσεις των Εναγόντων περί ακυρότητας της συμφωνίας λόγω μη τήρησης των όρων της και τη βασική θέση ότι η δόση θα έπρεπε να ήταν κυμαινόμενη.

 

Τούτο προϋποθέτει ερμηνεία της επίδικης σύμβασης δανείου και των σχετικών όρων. Είναι γνωστή η νομολογία και ο τρόπος με τον οποίο μια σύμβαση θα πρέπει να ερμηνεύεται. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει την πρόθεση των μερών μέσα από τους όρους της συμφωνίας. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407, Χατζησωτηρίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1406, Σύλλογος "Ανόρθωσης" Αμμοχώστου ν "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002) 1 Α.Α.Δ. 518, και Χαραλάμπους ν Σολωμού κ. α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1058) ).

 

Στο πλαίσιο της διεργασίας αυτής, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει το νόημα που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί από τους συμβαλλόμενους, καθότι αυτό (το νόημα) εκλαμβάνεται ότι αποδίδει και αποκαλύπτει τις προθέσεις των μερών. Εξ ου και, εκεί που το νόημα μιας συμφωνίας είναι σαφές και προσδιοριστικό των προθέσεων των συμβαλλομένων, η όποια υποκειμενική, διαφορετική, πρόθεσή τους κατά το χρόνο συνομολόγησης της, υποχωρεί μπροστά στην πρόθεση που προκύπτει από το κείμενο της συμφωνίας (βλ. Monypenny ν. Monypenny (1861) 9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου (1992) 1Α Α.Α.Δ. 168).

 

Επομένως, οι όποιες ενδόμυχες, πλην όμως ουδέποτε αποκαλυφθείσες, διαφορετικές, προθέσεις ενός συμβαλλομένου, δεν υπέχουν σημασίας, όταν το αντικειμενικό νόημα της συμφωνίας είναι σαφές, και μοναδικός κριτής του ζητουμένου είναι πάντα το Δικαστήριο (βλ. Χʺ Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012).

 

Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγέρθηκε από τους Ενάγοντες είναι το ποσό των ελβετικών φράγκων που εκταμιεύθηκε και με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου. Όπως ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.1 χρησιμοποιήθηκε λανθασμένη ισοτιμία με αποτέλεσμα να χρεωθεί ο λογαριασμός δανείου CHF 7,000 περίπου περισσότερα.

 

Ο σχετικός όρος είναι ο όρος 1(b) της επίδικης συμφωνίας και έχει ως εξής:

 

“Τhe amount of the Loan shall be the equivalent of CYP 265,000,- in CHF calculated at the rate of exchange prevailing two (2) business days prior to drawdown or, if converted, its equivalent in one of the Optional Currencies calculated in accordance with the provisions of Clause 10 below.”

 

Ο όρος είναι ξεκάθαρος και αναφέρεται στην ισοτιμία που θα ισχύει δύο μέρες πριν από την εκταμίευση. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι η ισοτιμία αυτή ανερχόταν στο 2,8218 και άρα το ποσό σε ελβετικά φράγκα το οποίο αναφερόταν στη συμφωνία και θα έπρεπε να παραχωρηθεί στον ενάγοντα 1 ανερχόταν στα CHF 747,763,75. Οι Εναγόμενοι προκύπτει να εκταμίευσαν το ποσό των CHF 754,985.76.

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση του Μ.Υ.1, ο λόγος που αυτό έγινε είναι το special rate, το οποίο η Τράπεζα εξασφάλισε με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει περισσότερα ελβετικά φράγκα. Πέραν του ότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε στη συμφωνία κατά ξεκάθαρο τρόπο ότι το ισόποσο θα είναι αυτό που θα εξασφαλίσει η Τράπεζα με την πιο πάνω διαδικασία, δεν έχει αποδειχθεί το εν λόγω special rate, κατά ικανοποιητικό τρόπο. Ο Μ.Υ.1 αντιλαμβανόμενος προφανώς το γεγονός αυτό προχώρησε και καταχώρησε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήρια 30, 33(β) και 34) οι οποίες δεικνύουν το ορθό ποσό εκταμίευσης.

 

Το ζήτημα αυτό άπτεται, στο τέλος της ημέρα, στην ανεύρεση του ορθού υπολοίπου με βάση τη σύμβαση, όπως είναι άλλωστε και η διαζευκτική αξίωση των Εναγόντων αλλά και η εξέταση της ανταπαίτησης των Εναγόμενων.

 

Το βασικό παράπονο των εναγόντων, μέσω της μαρτυρία του Μ.Ε.1 είναι ότι η δόση που θα έπρεπε να αποκόπτεται μηνιαίως θα έπρεπε να ήταν κυμαινόμενη και όχι σταθερή. Τούτη η θέση δεν μπορεί να ευσταθεί, διαβάζοντας και ερμηνεύοντας τους όρους της σύμβασης.

 

Έχω υπόψη μου ολόκληρο το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης και παραθέτω στην παρούσα τους σχετικούς όρους στους οποίους ο Μ.Ε.1 βάσισε το επιχείρημα του.

 

Ο όρος 5(b), κάτω από τον τίτλο «Repayment» έχει ως εξής:

 

“Τhe loan including any interest and charges fees and/or commissions payable thereon shall be repayable in monthly instalments of CHF 3.819,85 each, the first being payable on 30/06/2008 and the last being payable on 30/04/2022 plus a lamp sum for the remaining amount for full settlement of the loan (capital and interest) payable on 31/05/2022 (interest for the grace period to be paid monthly commencing on 30/06/2007. […]

 

In the event of variation in the Interest Rate as defined in Clause 9 below and/or for the repayment of any charges, fees and/or commissions set out in Clause 13 below [as well as any variations thereof effected pursuant to Clause 13(4), which remain outstanding at the time of the last repayment instalment, the amount of the last instalment shall vary accordingly so that the total amount of the loan plus interest and charges, fees and/or commissions thereon shall be repaid by the date the last instalment becomes payable as set above.

 

For the purpose of calculating the interest, the number of days comprised in each month shall be taken into account and the divisor shall be commercial year consisting of 360 days.

 

Interest will be calculated on the 30th of June and the 31st of December of each year and shall on these dates be capitalised i.e. debited to the balance of the Account of the Borrower and any interest, fees, commissions and/or charges shall thereafter be calculated on such account balance under the terms of this Agreement.

[…].

 

Ο όρος 8, κάτω από τον τίτλο «Interest Periods», έχει ως εξής:

 

«Τhe Period of the Loan’s existence shall be divided into interest periods (hereinafter referred to as “Interest Periods”) which shall be of 3(Three) months duration, the first such Interest Period commencing on the date on which the Loan is captured in the Bank’s computer system.”

 

Kαι ο όρος 9 κάτω από τον τίτλο «Interest Rate» έχει ως εξής:

 

«Τhe rate of interest payable on the Loan for each Interest Period shall be 1,25% over 3(Three) month LIBOR. LIBOR is defined as the rate of interest for loans in the currency of the loan, published by the British Bankers’ Association for a period equal to the Interest Period which appears on Reuters Page LIBOR01 as at 11.00 am London time on the day that is 2 (two) London Banking Days prior to the commencement of the relevant Interest Period.»

Είναι ξεκάθαρο κατά την κρίση μου, ότι το ποσό της μηνιαίας δόσης είναι σταθερό και αυτό έχει συμφωνηθεί από τα μέρη. Η θέση του Μ.Ε.1 ότι αυτό καθορίστηκε από την Τράπεζα για λόγους δικούς της, έχει και ανωτέρω απορριφθεί και δεν μπορεί να ευσταθεί. Οι οποιεσδήποτε, επίσης, ερμηνείες που ο Μ.Ε.1 έδωσε για να πείσει ότι η δόση του δανείου δεν θα μπορούσε να ήταν σταθερή συγκρούεται ευθέως με τον ξεκάθαρο όρο 5(b) και είναι αυτή η δόση, που μέχρι το 2011, οπόταν πλέον δεν υπήρχε η δυνατότητα πληρωμής του δανείου, καταβάλλετο ή αποκόπτετο, χωρίς ποτέ να υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία για το ποσό αυτό της δόσης.

Η θέση, επίσης, του Μ.Ε.1 ότι ο όρος 9 αναφέρεται σε πληρωτέο (payable) τόκο δεν μπορεί να αναιρεί τον ξεκάθαρο όρο 5(b) αλλά ούτε και συνάδει με την ερμηνεία που δίδει ο Μ.Ε.1. Ο όρος 9 καθορίζει το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του και όχι την πληρωτέα δόση ή τόκο ή ότι ο τελευταίος θα έπρεπε να πληρώνεται και να εξοφλείται ανά τριμηνία. Τέτοια ερμηνεία είναι αντίθετη με την έννοια των λέξεων της συμφωνίας αλλά συγκρούεται και με τη δεύτερη παράγραφο του όρου 5(b) ανωτέρω ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση διαφοροποίησης ή μεταβολής του επιτοκίου, όπως καθορίζεται με τον όρο 9, η πληρωμή του οποίου εκκρεμεί ή δεν εξοφλήθηκε θα μεταφέρεται στην τελευταία αποπληρωμή η οποία θα μεταβάλλεται αναλόγως.

Επίσης, στην τέταρτη παράγραφο του όρου 5(b) αναφέρεται ότι ο υπολογισμός και η κεφαλαιοποίηση των τόκων θα γίνεται κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους και θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού. Προς τί να συμφωνηθεί κάτι τέτοιο εφόσον υποχρεωτικά, όπως ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε οι τόκοι θα έπρεπε να εξοφλούνται ανά τριμηνία;

Το περιεχόμενο των πιο πάνω όρων δεν αφήνει περιθώρια για οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Ο τρόπος με τον οποίο υπολογίστηκε η εν λόγω δόση ή καλύτερα ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί σταθερή δόση, δεν μπορεί να αναιρεί την ξεκάθαρη και σαφέστατη πρόθεση των μερών, όπως αποκαλύπτεται, από τους πιο πάνω όρους ότι η αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα γινόταν με σταθερές δόσεις. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω και η υποκειμενική, εκ των υστέρων θέση του Μ.Ε.1, ότι το δάνειο έπρεπε να λειτουργεί με κυμαινόμενη δόση δεν έχει έρεισμα στα συμφωνηθέντα ούτε και μπορεί να επηρεάσει την πιο πάνω ερμηνεία.

Πέραν των πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι είναι αυτή η σταθερή δόση που ενείχε κίνδυνο από την συναλλαγματική ισοτιμία και εξ ου ο Ενάγοντας 1 και ο Μ.Ε.1 προειδοποιήθηκαν και τους εξηγήθηκε το εν λόγω ρίσκο. Δεν έχει προκύψει ο Ενάγοντας 1 και ο Μ.Ε.1 σε οποιοδήποτε στάδιο κατά την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας να διερωτήθηκαν προς τί να προειδοποιηθούν για τον εν λόγω κίνδυνο αφού σύμφωνα με το Μ.Ε.1 η δόση θα μειωνόταν ανάλογα με την μείωση του επιτοκίου.

Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι για τους πρώτους 12 μήνες θα καταβαλλόταν το ποσό των τόκων μόνο και η Τράπεζα δεν θα είχε δικαίωμα να αποκόπτει ποσά πέραν των τόκων και να δημιουργεί “προπληρωμές” κατά τον Μ.Ε.1. Η θέση ότι κατά τους πρώτους 12 μήνες θα εξοφλούνταν μόνο οι τόκοι είναι ορθή και προκύπτει σαφέστατα από τον όρο 5(b). Είναι, επίσης, κοινό έδαφος ότι οι δόσεις για την εξόφληση του επίδικου δανείου θα αποκόπτονταν από τον κοινό λογαριασμού που διατηρούσε ο Ενάγοντας 1. Όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού, αποκοπτόταν για τους πρώτους 12 μήνες το ποσό των CHF 2,737.50. Ο Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του απάντησε ότι το ποσό αυτό υπολογίστηκε λαμβάνοντας υπόψη τη διακύμανση του επιτοκίου, έτσι ώστε να καλύπτονται οι τόκοι για όλη την περίοδο των 12 μηνών. Παραδέχτηκε, επίσης, ότι υπερκαλύφθηκαν οι τόκοι και ένας μέρος του ποσού πιστώθηκε έναντι του κεφαλαίου. Ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του πρόβαλε τη θέση ότι το ποσό το οποίο εισπράχθηκε, πέραν των ποσών των τόκων, ανερχόταν στα CHF 2,000.

Η όλη ουσία, όμως, είναι ότι όλα τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν το νόμιμο του τερματισμού του επίδικου δανείου και ούτε μπορεί να οδηγήσουν σε ακυρότητα της επίδικης δανειακής σύμβασης. Κατ’ αρχάς το πιο πάνω ποσό αποκοπτόταν τους πρώτους 12 μήνες, χωρίς ποτέ ο ενάγοντας 1 να προβεί σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ότι οι τόκοι ήταν λιγότεροι και έπρεπε να αποκόπτετο μικρότερο ποσό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, και ακόμα και η θέση του Μ.Ε.1 να ευσταθεί περί του ύψους του ποσού που αποκόπηκε, πέραν του ποσού των τόκων, δεν επηρέασε την περαιτέρω εφαρμογή της σύμβασης και ούτε ήταν αυτός ο λόγος που το δάνειο κατέστη υπερήμερο. Άλλωστε οι καθυστερήσεις άρχισαν να εμφανίζονται το 2011. Επιπρόσθετα, τα χρήματα αυτά πιστώθηκαν στο λογαριασμό του ενάγοντα 1 και μείωσαν το κεφάλαιο.

Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι προχωρούσαν με την αποκοπή χρημάτων για την καταβολή τους έναντι των άλλων δύο δανείων και όχι του επίδικου, κρίνω ότι δεν μπορεί να συνηγορεί προς την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας ή ότι η Τράπεζα ενέργησε δολίως για να καταστήσει το επίδικο δάνειο υπερήμερο. Όπως μπορεί να διακριθεί από τη μαρτυρία και τούτο είναι κοινό έδαφος, ο κοινός λογαριασμός των Εναγόντων δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να ικανοποιούνται οι δόσεις και των τριών δανείων. Αν και αναφέρεται στο τεκμήριο 6, σε συμφωνία για να παραμείνουν τα άλλα δύο δάνεια εξυπηρετούμενα, εντούτοις η θέση αυτή αμφισβητήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει να υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για να καλύψουν τις απαιτούμενες δόσεις και των τριών δανείων και δεν προκύπτει η ενέργεια αυτή να προκάλεσε την υπερημερία ή να οδήγησε το δάνειο σε τερματισμό. Η αιτία ήταν η έλλειψη ρευστότητας για να καλύπτονται οι δόσεις που εν πάση περιπτώσει μετά τη διαμαρτυρία του Μ.Ε.1, οι εναγόμενοι κατένεμαν τις δόσεις και στα τρία δάνεια.  

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η θέση που προωθείται και μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγόντων περί ακυρότητας της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν μπορεί να επιτύχει.

Προχωρώντας να εξετάσω περαιτέρω την ανταπαίτηση των Εναγόμενων είναι γνωστά τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν σε τέτοιου είδους υποθέσεις (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Bασίλη Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 829).

Αναφέρθηκε ανωτέρω ότι έχει συναφθεί έγκυρη δανειακή σύμβαση. Είναι κοινό έδαφος αλλά αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις και παρά τις προειδοποιητικές επιστολές των Εναγόμενων (βλ. τεκμήριο 23) οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν. Ακολούθησε ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας (βλ. τεκμήριο 24). Δεν έχει αμφισβητηθεί η αποστολή της επιστολής τερματισμού ούτε και το δικαίωμα των εναγόμενων να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία δανείου, ένεκα καθυστερήσεων που παρουσίαζε. Σε κάθε περίπτωση, τούτο προκύπτει από την επίδικη συμφωνία (βλ. όρο 15 της συμφωνίας). Εκείνο το οποίο προβλήθηκε ήταν ότι δεν υπήρχαν καθυστερήσεις διότι δεν αποδιδόταν το επιτοκιακό όφελος ανά τριμηνία που θα είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της εκάστοτε δόσης, ζήτημα που κρίθηκε ανωτέρω.

Περαιτέρω, με βάση το τεκμήριο 20, ο Ενάγοντας 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Ενάγοντα 1 πρωτοφειλέτη για ολόκληρο το ποσό του δανείου πλέον τόκους και έξοδα μέχρι την τελική εξόφληση. Επίσης, οι Ενάγοντες 2 και 3 παρείχαν την Υποθήκη Υ.6186/2007 και τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

Η προειδοποιητική επιστολή τεκμήριο 23 αποστάληκε και τους ενάγοντες 2 και 3 και τούτο δεν έτυχε αμφισβήτησης. Επίσης, αποστάληκε η ειδοποίηση απαίτησης στους ενυπόθηκους εγγυητές και δυνάμει της σύμβασης εγγύησης (βλ. τεκμήρια 24 α) και 24 β). Άλλωστε τούτο δεν αμφισβητήθηκε και ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση, είτε δικογραφικά είτε άλλως πως, ότι η εγγύηση δεν κατέστη απαιτητή.

Όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 28) ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί. Σημειώνεται ότι αυτές ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 και αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479). Περαιτέρω, αυτές κατατέθηκαν και ως μέρος του αρχείου επιχείρησης δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017).

Η αξίωση του Εναγόμενων, όμως, βασίστηκε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 29. Κατατέθηκαν, επίσης, και άλλες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, ως αναφέρθηκε ανωτέρω (βλ. τεκμήρια 30, 33 α) και 33 β) και 34).

Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση και παρουσιάζουν ένα εναλλακτικό σενάριο γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1238).

 

Ούτε οι αναδομημένες καταστάσεις αμφισβητήθηκαν. Άλλωστε ο Μ.Ε.1 εξήγησε τον τρόπο που τις ετοίμασε και βασίστηκε στις αρχικές αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού.

 

Στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 29, στις οποίες βασίζονται οι Εναγόμενοι αφαιρούνται οι οποιεσδήποτε χρεώσεις, πέραν του τόκου. Επίσης, ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου γίνεται από την αρχή στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους.

 

Όπως προκύπτει από τα προαποφασισθέντα, όμως, το δάνειο θα έπρεπε να χρεωθεί με το ποσό των CHF 747.763,75 αντί με το ποσό των CHF 754.985,76, όπως παρουσιάζεται στο τεκμήριο 29.

 

Το πιο πάνω ποσό, φαίνεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήρια 33 β) και 34. Στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 33 β) δεν εφαρμόστηκε καθόλου τόκος υπερημερίας ενώ στο τεκμήριο 34 εφαρμόστηκε ποσοστό 2% από τις 15/06/2017 και μετέπειτα.

 

Είναι γεγονός ότι στον όρο 12 της επίδικης συμφωνίας προνοείται ότι σε περίπτωση παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε δόσης και των οφειλόμενων τόκων, θα επιβάλλεται τόκος ύψους 3,50% πέραν από το συμφωνηθέν επιτόκιο μέχρι την εξόφληση των οφειλομένων. Ο τόκος αυτός, επίσης, θα επιβάλλεται επί όλου του ποσού και των οφειλόμενων τόκων και εξόδων μετά τον τερματισμό της συμφωνίας (βλ. όρο 15, τελευταία παράγραφος).

 

Ο Μ.Υ.1 στην μαρτυρία του ανάφερε ότι η αξίωση ποσοστού τόκου υπερημερίας 2% αποτελεί μια γνήσια προσπάθεια για αποζημίωση της Τράπεζας για την πραγματική ζημιά που υφίσταται από τη μη εξυπηρέτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε χορηγήσει. Συγκεκριμένα, ανάφερε, σε περιπτώσεις μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων ως οι παρούσες, η Τράπεζα υφίσταται ζημιές και έξοδα, όπως για παράδειγμα την αύξηση των επιχειρησιακών της εξόδων με σκοπό την είσπραξη της καθυστερημένης οφειλής, απώλεια της δυνατότητας να λάβει το καθυστερημένο ποσό από τον χρεώστη και να το δανείσει στην αγορά, καθώς και το αυξημένο κόστος δανεισμού που συνεπάγεται για την Τράπεζα, πλέον το γεγονός ότι στα λογιστικά της βιβλία φαίνονται ανείσπρακτες πιστωτικές διευκολύνσεις.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί παρόλο που δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους ενάγοντες και δεν αμφισβητήθηκαν οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού που περιέχουν τις χρεωπιστώσεις του εν λόγω λογαριασμού και περιλαμβάνουν και τον τόκο υπερημερίας (βλ. 1. Δημοσθένους Παναγιώτης κ.α v. Ηellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 131/2019, Ημερ.03/12/2025) εντούτοις η απόδειξη του τόκου υπερημερίας παραμένει στους ώμους των εναγόμενων. Σημειώνεται ότι το δάνειο τερματίστηκε στις 10/12/2015. Οι πιο πάνω γενικές αναφορές του Μ.Υ.1, κρίνω ότι δεν επαρκούν για να αποδείξουν ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσώπευε, υπό τις περιστάσεις, την πραγματική ζημιά των Εναγομένων (βλ. 1. Πέτρου Κόκκινου v. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. 386/2018, Ημερ. 30/10/2025). Κατά συνέπεια δεν έχει αποδειχθεί ο εν λόγο τόκος και δεν θα αποδοθεί.

Περαιτέρω, δεν έχει τύχει αμφισβήτησης το ύψος του επιτοκίου το οποίο επιβαλλόταν, το οποίο, σε κάθε περίπτωση έχει αποδειχθεί η ορθότητα του, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή του 3 μηνών Libor και των συμφωνηθέντων. Περαιτέρω, αμφισβήτησης δεν έτυχε ούτε και το γεγονός ότι το SARON 3 μηνών αντικατέστησε το 3 μηνών Libor.  

Συνεπεία των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στο τεκμήριο 33 β), το οποίο, υπό τις περιστάσεις περιλαμβάνει το ορθό υπόλοιπο.

 

Έπεται ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 για το ποσό των CHF657,930.35. πλέον τόκο στη βάση του επιτοκίου SARON 3 μηνών, όπως αυτό μεταβάλλεται ή αντικαθίσταται, πλέον περιθώριο 0,95% ετησίως από 01/02/2026. Δικαιούνται επίσης την κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους αφού αυτό προνοείτο στην επίδικη συμφωνία (βλ. όρο 5 (b)) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Άρθρου 3(δ) και 6(β) του Περί Ελευθεροποιήσεως των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 Ν. 160(1)/1999 και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v. 1. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017), ECLI:CY:AD:2017:A444.

Όσον αφορά την Ενάγουσα 3, προκύπτει ότι η υποχρέωση της απορρέει από τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης (τεκμήριο 16) και από το συνοδευόμενο αυτής Έγγραφο Υποθήκης (τεκμήριο 17). Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν και εναντίον της Ενάγουσας 3 το υπόλοιπο οφειλόμενο, στην βάση όπως προκύπτει της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης και του Εγγράφου Υποθήκης. Παρόλο που δεν έχει συζητηθεί από καμία πλευρά το ζήτημα του κατά πόσο μπορεί, πέραν από το διάταγμα εκποίησης, να εκδοθεί απόφαση εναντίον της Ενάγουσας 3 και για το οφειλόμενο ποσό, εντούτοις εξετάζοντας τους όρους των τεκμηρίων 16 και 17, παρατηρώ ότι με αυτά η ίδια εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, τόσο προσωπικά όσο και ενυπόθηκα. Συγκεκριμένα, στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης ανάλαβε να καταβάλει «σε πρώτη ζήτηση το ποσό των CHF825.000,00 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των CHF825.000,00 προς 1,25% (κυμαινόμενος – above CHF 3 months Libor rate) τα εκατόν από τις (κενό) και σε περίπτωση που θα ληφθούν νομικά μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα».

[…]

Για καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω ποσού, τόκου και των εξόδων για τη λήψη οποιουδήποτε νόμιμου μέτρου ως αναφέρεται πιο πάνω δηλώνω ότι υποθηκεύω στον πιο πάνω Ενυπόθηκο Δανειστή το συμφέρον μου πάνω στο ακίνητο που περιγράφεται στον Πίνακα που περιέχεται στο έντυπο αυτό του οποίου ακινήτου είμαι ο εγγεγραμμένος κύριος και ζητώ εγγραφή της υποθήκης αυτής στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου προς όφελος του πιο πάνω Ενυπόθηκου Δανειστή.»

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και τους όρους του Εγγράφου Υποθήκης, η Ενάγουσα 3 εγγυάτο προσωπικά την καταβολή προς την Εναγόμενη του πιο πάνω ποσού παρέχοντας συγχρόνως και/ή, περαιτέρω, εξασφάλιση με τη μορφή της υποθήκης.

Παραπέμπω στην D. STAVRINOS ESTATES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολ. Έφεση Αρ. 83/2017, Ημερ. 03/03/2026, στην οποία η υποθήκη περιλάμβανε πανομοιότυπους όρους με αυτούς της παρούσας και κρίθηκε ως ανωτέρω. Κατά συνέπεια, οι Εναγόμενοι δικαιούνται απόφαση για το οφειλόμενο ποσό και εναντίον της Ενάγουσας 3, δεδομένου ότι αυτό καλύπτεται από το ποσό της Υποθήκης. 

Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι δικαιούνται και το διάταγμα υπό στοιχείο Β της Ανταπαίτησης τους, το οποίο αφορά την εκποίηση της Υποθήκης 6186/2007 καθώς και τα αναγνωριστικά διατάγματα υπό στοιχεία Γ – ΣΤ της Ανταπαίτησης.

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των Εναγόμενων και τη θέση που στην ουσία προώθησαν για ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας. H δε ανταπαίτηση των Εναγόμενων έχει αποδειχθεί ως ανωτέρω.

Ως εκ τούτου, η αγωγή των Εναγόντων απορρίπτεται.

Όσον αφορά την ανταπαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγομένων – εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόντων και εναντίον των Εναγόντων αρ. 1, 2 και 3 – εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των       CHF657,930.35 πλέον τόκο στη βάση του επιτοκίου SARON 3 μηνών, όπως αυτό μεταβάλλεται ή αντικαθίσταται, πλέον περιθώριο 0,95% ετησίως από 01/02/2026 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.

Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα και/ή Αναγνωριστικές Αποφάσεις ως οι παράγραφοι Β – ΣΤ της Ανταπαίτησης.

 

 

 

 

Τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων – εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόντων και εναντίον των Εναγόντων – εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί καθότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση, συνεκδικάστηκαν.

 

                                                                            (Υπ.)…………………………….

                                                                                   Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

             

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο