ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Γενική Αίτηση αρ.: 47/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Παναγιώτη Νέμιτσα
Αιτητή
και
- Κώστα Φραντζή, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της εταιρείας PΗ.
ECONΟMIDES ESTATES LTD
- Φωτάκη Αποστολίδη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας
του Φαίδωνα Οικονομίδη
Καθ’ ων η αίτηση
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας
19/12/2025:
Μεταξύ:
Παναγιώτη Νέμιτσα
Αιτητή
και
1. Κώστα Φραντζή, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της εταιρείας PH. ECONOMIDES ESTATES LTD
2. Φωτάκη Αποστολίδη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Φαίδωνα Οικονομίδη
3. LONGOTO HOLDINGS LIMITED
Καθ’ ων η αίτηση
--------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 3/10/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9/9/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για αιτητή: και Ν. Θρασυβούλου, για ΝΙΚΟΛΑΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για καθ’ ου η αίτηση 1: κ. Φ. Αποστολίδης, προσωπικά
Για καθ’ ων η αίτηση 2 και 3: κ. Σ. Παύλου με κα Σ. Σταύρου, για PATRIKIOS PAVLOU & ASSOCIATES L.L.C.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο αιτητής, στις 17/2/2025 καταχώρησε την παρούσα γενική αίτηση, με την οποία ζητά:
«A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται, εντός 30 ημερών από την σύνταξη του, η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 23/06/1995, το οποίο συνάφθηκε μεταξύ του Αιτητή και της Ελενίτσας Αμμάν ως Αγοραστές και του Φαίδων Οικονομίδη και της Εταιρείας ΡΗ. ECONOMIDES ESTATES LIMITED ως Πωλητές, αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/12782, Φ/ Σχ.-/2-210-341, Τμήμα 4, Τεμάχιο 321 στην τοποθεσία Λάκκος του Στόκου στην Αμαθούντα του Αγίου Τύχωνα στην Επαρχία Λεμεσού, το οποίο προήλθε από τον διαχωρισμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9159, Τεμάχιο 82/1/1/1, Φ/Σχέδιο LIV/45.
Β…..
Γ…..»
Την επομένη, 18/2/2025, ο αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 25/2/2025 εξασφάλισε το ακόλουθο διάταγμα:
«1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει ή/και παρεμποδιζει τον Καθ'ου η Αίτηση 1 Κώστας Φραντζής προσωπικά ή/και μέσω αντιπροσώπων ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων του, από το να πωλήσει ή/και δωρίσει ή/και υποθηκεύσει ή/και μεταβιβάσει ή/και με οποιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει και/ή διαθέσει το ακόλουθο ακίνητο:
Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/12782, Φ/ Σχ.-/2-210-341, Τμήμα 4, Τεμάχιο 321 στην τοποθεσία Λάκκος του Στόκου στην Αμαθούντα του Αγίου Τύχωνα στην Επαρχία Λεμεσού στο οποίο ακίνητο η εταιρεία PH. ECONOMIDES ESTATES LTD είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά 2/3 μερίδια και της οποίας εταιρείας ο Καθ'ου η Αίτηση 1 Κώστας Φραντζής είναι ο εκκαθαριστής μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει ή/και παρεμποδιζει τον Καθ'ου η Αίτηση 2 - Φωτάκη Αποστολίδη προσωπικά ή/και μέσω αντιπροσώπων ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων του, από το να πωλήσει ή/και δωρίσει ή/και υποθηκεύσει ή/και μεταβιβάσει ή/και με οποιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει και/ή διαθέσει το ακόλουθο ακίνητο:
Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/12782, Φ/ Σχ.-/2-210-341, Τμήμα 4, Τεμάχιο 321 στην τοποθεσία Λάκκος του Στόκου στην Αμαθούντα του Αγίου Τύχωνα στην Επαρχία Λεμεσού στο οποίο ακίνητο ο αποβιώσαντας Φαίδων Οικονομίδης είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά 7/24 και του οποίου αποβιώσαντα ο Καθ'ου η Αίτηση 2 Φωτάκης Αποστολίδης είναι ο διαχειριστής της περιουσίας μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»
Ο αιτητής, στις 3/10/2025 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά:
«1. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Φωτάκη Αποστολίδη όπως παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξει λόγο γιατί να μην φυλακιστεί και/ή του επιβληθεί πρόστιμο και/ή κατασχεθεί η περιουσία του ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει για εξαναγκασμό σε υπακοή και/ή για τιμωρία του λόγω ανυπακοής και/ή παράλειψης να συμμορφωθεί προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/02/2025 (το «Διάταγμα») καθώς:
- υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Φαίδων Οικονομίδη (ο «Αποβιώσαντας») προχώρησε με την σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με την LONGOTO HOLDINGS LTD, που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 12/09/2025 ως ΠΩΕ 4035/2025, προβαίνοντας έτσι στην πώληση των 7/25 μεριδίων του Αποβιώσαντα επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/12782, Φ/ Σχ.-/2-210-341, Τμήμα 4, Τεμάχιο 321 στην τοποθεσία Λάκκος του Στόκου στην Αμαθούντα του Αγίου Τύχωνα στην Επαρχία Λεμεσού (το «Ακίνητο») συμμετέχοντας έτσι και στην επιβάρυνση του Ακινήτου με την κατάθεση του ΠΩΕ 4035/2025 στο Κτηματολόγιο Λεμεσού.
2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την LONGOTΟ HOLDINGS LTD όπως παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξει λόγο γιατί να μην της επιβληθεί πρόστιμο και/ή κατασχεθεί η περιουσία της ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει για εξαναγκασμό σε υπακοή και/ή για τιμωρία του λόγω ανυπακοής και/ή παράλειψης να συμμορφωθεί προς το Διάταγμα καθώς:
- παρά το ότι η ίδια γνώριζε ότι εμποδίζεται από το να προχωρήσει στη σύναψη συμφωνίας καθώς το Διάταγμα απαγορεύει την εν λόγω πώληση από τον Φωτάκη Αποστολίδη προχώρησε πάρα ταύτα στην σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με τον Φωτάκη Αποστολίδη που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 12/09/2025 ως ΠΩΕ 4035/2025 και επιβάρυνε επίσης τα συγκεκριμένα μερίδια του Αποβιώσαντα επί του Ακινήτου με την κατάθεση του ΠΩΕ 4035/2025.
- παρότρυνε και συνέργησε με τον μοναδικό διευθυντής της ΑΛΕΞΕΥ ΓΚΟΥΜΠΑΡΕΒ και με τον Φωτάκη Αποστολίδη για την παραβίαση των προνοιών του Διατάγματος.
3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον ΑΛΕΞΕY ΓΚΟΥΜΠΑΡΕΒ όπως παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξει λόγο γιατί να μην φυλακιστεί και/ή του επιβληθεί πρόστιμο και/ή κατασχεθεί η περιουσία του ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει για εξαναγκασμό σε υπακοή και/ή για τιμωρία του λόγω ανυπακοής και/ή παράλειψης να συμμορφωθεί προς το Διάταγμα καθώς:
- παρά το ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η LONGOTΟ HOLDINGS LTD εμποδίζεται από το να προχωρήσει στη σύναψη συμφωνίας καθώς το Διάταγμα απαγορεύει την εν λόγω πώληση από τον Φωτάκη Αποστολίδη, υπό την ιδιότητα του ως ο μοναδικός διευθυντής και αξιωματούχος και μέτοχος της LONGOTO HOLDINGS LTD έδωσε οδηγίες και η LONGOTO HOLDINGS προχώρησε πάρα ταύτα στην σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με τον Φωτάκη Αποστολίδη που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 12/09/2025 ως ΠΩΕ 4035/2025 και επιβάρυνε επίσης τα συγκεκριμένα μερίδια του Αποβιώσαντα επί του Ακινήτου με την κατάθεση του ΠΩΕ 4035/2025.
- παρότρυνε και συνέργησε με την LONGOTO HOLDINGS LTD και με τον Φωτάκη Αποστολίδη για την παραβίαση των προνοιών του Διατάγματος.
4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Κύπρου (ο «Διευθυντής») προσωπικά και/ή μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού όπως παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξει λόγο γιατί να μην του επιβληθεί πρόστιμο και/ή κατασχεθεί η περιουσία του ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει για εξαναγκασμό σε υπακοή και/ή για τιμωρία του λόγω ανυπακοής και/ή παράλειψης να συμμορφωθεί προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/02/2025 (το «Διάταγμα») καθώς:
- Παρά την ύπαρξη του Διατάγματος την 12/09/2025 Διευθυντής ενεργώντας μέσω των λειτουργών του στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, επέτρεψε την καταχώριση του ΠΩΕ 4035/2025 και τούτο παρά το ότι υπήρχε ρητή αναφορά σε μη επιβάρυνση του εν λόγω ακινήτου παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες του εν λόγω διατάγματος και συνεργώντας έτσι και με τον Φωτάκη Αποστολίδη, την LONGOTO HOLDINGS LTD και με τον ΑΛΕΞΕΥ ΓΚΟΥΜΠΑΡΕΒ στην εν λόγω παραβίαση.»
Παρενθετικά να πω ότι η αίτηση, ημερομηνίας 18/2/2025 στο πλαίσιο της οποίας, στις 25/2/2025 είχε εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα (στο εξής «επίμαχο διάταγμα»), στις 4/12/2025, διευθετήθηκε. Αναφορικά με τον καθ’ ου η αίτηση 1, το επίμαχο διάταγμα ακυρώθηκε, ενώ αναφορικά με τον καθ’ ου η αίτηση 2, που είναι ο καθ’ ου η αίτηση 1 στην υπό κρίση αίτηση, έγινε απόλυτο.
Να πω ακόμη, ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 στην υπό κρίση αίτηση είναι οι καθ’ ων η αίτηση 3 στην κυρίως αίτηση, στην οποία προστέθηκαν μετά από αίτηση την οποία είχαν καταχωρήσει οι ίδιοι και την έκδοση - εκ συμφώνου - σχετικού διατάγματος, στις 19/12/2025. Ο καθ’ ου η αίτηση 3 στην υπό κρίση αίτηση είναι - μεταξύ άλλων - διευθυντής των καθ’ ων η αίτηση 2.
Για να συνεχίσω, η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος, στο γραφείο των δικηγόρων του αιτητή, Άρτεμις Πατσαλίδη. Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Το επίμαχο διάταγμα επιδόθηκε στο Κτηματολόγιο, στις 27/2/2025 και προσωπικά στον καθ’ ου η αίτηση 1, στις 6/3/2025.
Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στο πλαίσιο της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος.
Στις 11/3/2025 που ήταν ορισμένο το επίμαχο διάταγμα εμφανίστηκαν δικηγόροι εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 2 στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι οι τελευταίοι αποτελούν ενδιαφερόμενο μέρος στην μονομερή αίτηση και ενημέρωσαν το Δικαστήριο για την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν αίτηση ακύρωσης/παραμερισμού/τροποποίησης του επίμαχου διατάγματος. Το Δικαστήριο διέταξε τον αιτητή να επιδώσει το επίμαχο διάταγμα στους καθ’ ων η αίτηση 2, κάτι που έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο τους, στις 27/3/2025 (24/3/2025 είναι η ορθή ημερομηνία).
Οι τελευταίοι είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο και από τις 5/9/2024, μοναδικός διευθυντής, γραμματέας και μέτοχός τους είναι ο καθ’ ου η αίτηση 3.
Στις 11/4/2025 καταχώρησαν αίτηση ακύρωσης/παραμερισμού/τροποποίησης του επίμαχου διατάγματος η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από την οποία προκύπτει ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 παραδέχονται ότι πληροφορήθηκαν την έκδοση του επίμαχου διατάγματος, περιλαμβανομένης και της επίδοσής του.
Το επίμαχο διάταγμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.
Στις 16/9/2025, ο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, Ανδρέας Μακρής, γνωστός και συνεργάτης του αιτητή πρόσεξε τυχαία από τα ηλεκτρονικά αρχεία του Κτηματολογίου ότι για τα 7/24 μερίδια του ακινήτου, του οποίου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο αποβιώσας, Φαίδων Οικονομίδης, του οποίου ο καθ’ ου η αίτηση 1 στην υπό κρίση αίτηση είναι ο διαχειριστής της περιουσίας, στις 12/9/2025, παρά την ύπαρξη του επίμαχου διατάγματος είχε καταχωρηθεί το πωλητήριο έγγραφο 4035/2025 (στο εξής «επίμαχη σύμφωνία») για το ποσό των €510.000 (ΠΩΕ4035/2025).
Στις 17/9/2025, ο Μακρής ενημέρωσε σχετικά τον αιτητή, ο οποίος επικοινώνησε άμεσα με τους δικηγόρους του και ως αποτέλεσμα, την ίδια μέρα, ο Νικόλας Θρασυβούλου και ο Μακρής μετέβησαν στο Κτηματολόγιο ζητώντας εξηγήσεις για την εν λόγω εξέλιξη, με δεδομένη την ύπαρξη του επίμαχου διατάγματος. Λειτουργοί και αργότερα, ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προέβαλαν διάφορους αντικρουόμενους ισχυρισμούς σε σχέση με την κατάθεση του επίμαχου πωλητηρίου.
Από το σχετικό πιστοποιητικό έρευνας που είχαν εξασφαλίσει από το Κτηματολόγιο οι δικηγόροι του αιτητή επιβεβαιώθηκε η κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας, στις 12/9/2025, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι, ως αγοραστής αναφέρονται οι καθ’ ων η αίτηση 2. Το αξιοσημείωτο είναι ότι στο εν λόγω πιστοποιητικό αναγράφεται και η κατάθεση του επίμαχου διατάγματος.
Από τα πιο πάνω γεγονότα είναι ξεκάθαρο ότι τόσο ο καθ’ ου η αίτηση 1, οι καθ’ ων η αίτηση 2 και ο καθ’ ου η αίτηση 3, ως μοναδικός διευθυντής τους, αλλά και το Κτηματολόγιο έχουν ηθελημένα και χωρίς καμία αμφιβολία και δικαιολογία παραβεί ή/και παρότρυναν και/ή συνέργησαν για παρακοή των προνοιών του επίμαχου διατάγματος και τούτο, παρά το ότι αυτό τους είχε επιδοθεί προσωπικά ή και/ή είχαν αποδεδειγμένα γνώση του. Συγκεκριμένα:
i) Ο καθ’ ου η αίτηση 1, αν και δικηγόρος με τη σύναψη του ΠΩΕ 4035/2025 με τους καθ’ ων η αίτηση 2 έχει προβεί στην πώληση των μεριδίων του αποβιώσαντα επί του ακινήτου και έχει επίσης συμμετάσχει στην επιβάρυνσή του με την κατάθεση του ΠΩΕ 4035/2025 στο Κτηματολόγιο από τους καθ’ ων η αίτηση 2.
ii) Οι καθ’ ων η αίτηση 2, παρά το ότι γνώριζαν ότι εμποδίζονται από το να προχωρήσουν στη σύναψη συμφωνίας καθώς το επίμαχο διάταγμα απαγορεύει την εν λόγω πώληση από τον καθ’ ου η αίτηση 1 προχώρησαν πάρα ταύτα στη σύναψη του ΠΩΕ 4035/2025 και επιβάρυναν επίσης τα συγκεκριμένα μερίδια του ακινήτου με την κατάθεση του ΠΩΕ 4035/2025. Οι καθ’ ων η αίτηση 2 παρότρυναν και συνέργησαν με το μοναδικό διευθυντή τους, καθ’ ου η αίτηση 3 και με τον καθ’ ου η αίτηση 1 για την παραβίαση των προνοιών του επίμαχου διατάγματος.
iii) Ο καθ’ ου η αίτηση 3, παρά το ότι γνώριζε ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 εμποδίζονται από το να προχωρήσουν στη σύναψη συμφωνίας καθώς το επίμαχο διάταγμα απαγορεύει την εν λόγω πώληση από τον καθ’ ου η αίτηση 1 έδωσε οδηγίες και οι καθ’ ων η αίτηση 2 προχώρησαν πάρα ταύτα στη σύναψη του ΠΩΕ 4035/2025 και επιβάρυναν επίσης τα συγκεκριμένα μερίδια του ακινήτου με την κατάθεση του ΠΩΕ 4035/2025. Ο καθ’ ου η αίτηση 3, ως μοναδικός διευθυντής, αξιωματούχος και εγγεγραμμένος μέτοχος και τελικός δικαιούχος των καθ’ ων η αίτηση 2 παρότρυνε και συνέργησε με αυτούς και τον καθ’ ου η αίτηση 1 για την παραβίαση των προνοιών του επίμαχου διατάγματος.
iv) Παρά την ύπαρξη του επίμαχου διατάγματος, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Κύπρου, στις 12/9/2025, ενεργώντας μέσω των λειτουργών του στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, επέτρεψε την καταχώριση του ΠΩΕ 4035/2025 και τούτο, παρά το ότι υπήρχε ρητή αναφορά σε μη επιβάρυνση του εν λόγω ακινήτου, παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες του εν επίμαχου διατάγματος και συνεργώντας έτσι με τους καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 στην εν λόγω παραβίαση.
Είναι η θέση του αιτητή ότι οι καθ’ ων η αίτηση και το Κτηματολόγιο Λεμεσού έλαβαν γνώση των προνοιών και όρων του επίμαχου διατάγματος, οι οποίοι ήταν ξεκάθαροι και γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις τους, ωστόσο, ηθελημένα παράκουσαν ή και παρότρυναν την παρακοή του αναφερόμενου διατάγματος και συνεχίζουν, γνωρίζοντας πως με την αδιαφορία τους παραβαίνουν τους όρους του, να τους παρακούουν.
Ειλικρινά πιστεύει ότι καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 και το Κτηματολόγιο Λεμεσού είναι έκδηλα υπαίτιοι εσκεμμένης και θρασείας περιφρόνησης του επίμαχου διατάγματος και του σεβαστού Δικαστηρίου που το εξέδωσε και θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες του Νόμου για αυτή την προκλητική παρανομία τους και για αποκατάσταση της νομιμότητας και του κύρους του σεβαστού Δικαστηρίου. Επίσης είναι η θέση του αιτητή ότι ενόψει της ως άνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς και ενεργειών όλων των προαναφερόμενων νομικών και φυσικών προσώπων δικαιολογείται η αποζημίωση του αιτητή με την καταβολή ποσού που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις.
Ειλικρινά πιστεύει ότι η υπό αναφορά παρακοή του επίμαχου διατάγματος αποτελεί και αυταπόδεικτο γεγονός, έχοντας πάντοτε υπόψη τις πρόνοιες και τη φύση του διατάγματος.
Ο καθ’ ου η αίτηση 1, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση καταχώρησε την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση:
«1. Η αίτηση αντιστρατεύεται την φιλοσοφία του υφισταμένου σήμερα εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και της νομολογίας, « ότι διάταγμα για ειδική εκτέλεση δεν μπορεί να εκτελεστεί με την υποβολή σε τιμωρία του υποχρέου αντισυμβαλλομένου», ( εάν βέβαια υπάρχει τέτοια έγκυρη σύμβαση) που εκφράζεται με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Flower ν. Χατζηιωάννου (2008)1 Α.Α.Δ.770 και άλλων.
2. Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/η νομική διάταξη, με αποτέλεσμα η νομική βάση της αίτησης να είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη
3. Η αίτηση είναι αβάσιμη.
4. Δεν υπάρχει περιφρόνηση του Δικαστηρίου από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση 1. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, δεν έχει καταστρατηγήσει το Διάταγμα της 25/2/2025.
5. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί – Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ελλείπει η πρόθεση του Καθ' ου η Αίτηση 1, της ηθελημένης ανυπακοής. (Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309).
6. Δεν μπορεί να τιμωρηθώ διότι το μονομερές διάταγμα της 25/2/2025 (Interim Order ) περιέχει στοιχεία που παραβιάζουν τους νόμους και κανονισμούς όπως ενδεικτικά αναφέρω κατωτέρω και η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη να αποτύχει.
α)Το Συμβατικό Δικαίωμα που έχει δημιουργηθεί με την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/69/1995, έχει παραγραφή και καμία αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει με βάση το συμβατικό αυτό δικαίωμα του Αιτητή.
β) Απουσιάζει από την διαδικασία αναγκαίος διάδικος. Συγκεκριμένα απουσιάζει η αδελφή του Αιτητή Νίτσα Αμμάν, η κατονομαζόμενη Αγοράστρια, μαζί με τον Αιτητή στο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23/6/1995. Στην Νομολογία που μελετά την απουσία αναγκαίου διαδίκου [Παπαχριστοφόρου & άλλη Vs Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906.] [Πιτσινίδης ν. Ρεσιάτ (1993) 1 ΑΑΔ 429.] [Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1998) 1 ΑΑΔ.579.] [ Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδου (1999) 1 (Β) ΑΑΔ.1210]. [Πιττάρα κ.ά Vs Χηράτη κ.α. (2011)1(Γ)2312] [Δημητρίου Vs Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ.2) (2014) 1 (Β) ΑΑΔ 1125] Τονίστηκε ότι είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι, σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία, πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη αλλιώτικα όλη η διαδικασία είναι θνησιγενής και άκυρη.
7. Το διάταγμα και/ή η απόφαση της 25/2/2025 υπόκειται σε παραμερισμό καινή ακύρωση, ένεκα έκδοσης ερήμην και ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1, έχει πολύ καλή υπόθεση ώστε να παραμερίσει το διάταγμα αυτό, ένεκα του ότι δεν πληρούνται οι βασικοί κανόνες της έκδοσης του, Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 αφού ο Αιτητής :
α) παρέλειψε να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
β) Ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο το ουσιώδες γεγονός ότι είχε εγερθεί η αγωγή με αριθμό 4572/2006 εναντίον του Αιτητή Παναγιώτη Νέμιτσα και αυτός δεν το απεκάλυψε ενώπιον του Δικαστηρίου όταν ζητούσε την έκδοση του διατάγματος 25/2/2025, για να του επιτραπεί να καταθέσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23/6/1995, για ειδική εκτέλεση, έπειτα από 30χρόνια υπογραφής του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου.
γ) Η Σύνταξη του Προσωρινού Διατάγματος 25/2/2025 πάσχει, διότι ο Αιτητής παρέλειψε να υπογράψει εγγυητήριο έγγραφο ύψους €200,000 ως η Διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/2/2025, για την ανάληψη ευθύνης αποζημίωσηςτων Καθ' ων Αίτηση 1 και 2, ένεκα του ότι το κατατεθέν εγγυητήριο, έχει υπογραφή από την Άρτεμι Πατσαλίδου εκ μέρους της δικηγορικής εταιρείας ΝΙΚΟΛΑΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΔΕΠΕ, αφού η υπογράφουσα δεν μπορεί να δεσμεύσει τον Αιτητή - Παναγιώτη Νέμιτσα να «παράσχει» τέτοια εγγύηση!
δ) Ο Αιτητής δεν έχει εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/6/1995 ώστε να δικαιούται οποιασδήποτε θεραπείας που επικαλείται.
8. Ο Αιτητής αφού εξασφάλισε το προσωρινό διάταγμα της 25/2/2025 που του επιτράπηκε να καταχωρήσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο της 13/6/1995 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο, σε καμία άλλη ενέργεια έχει προβεί έκτοτε, μετά από 8 μήνες, ώστε να επιτύχει την «ειδική εκτέλεση» του πωλητηρίου εγγράφου. Η Καθυστέρηση του Αιτητή (ολιγωρία) (lacher) στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του που όπως ισχυρίζεται προκύπτει από την υπογραφή μαζί με την αδελφή του Νίτσα Αμμάν του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/6/1995, παρεμβάλλει εμπόδιο στην διεκδίκηση τους.
9. Η αναιτιολόγητη και μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ γένεσης του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρησης της αγωγής αποτελεί λόγο απόρριψης της αγωγής όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση 1. Φράγκου 2 Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου ν. Κυριάκου Νικόλα Στυλιανού (2007) 1 ΑΑΔ.73 - Πολιτική Έφεση Αρ. 12038.
10. Η παρούσα διαδικασία αντιστρατεύεται και προσκρούει στο άρθρο 30 (2) του Συντάγματος όπου « έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων ...... δικαιούται ....... δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου....».
11. Η παρούσα διαδικασία αντιστρατεύεται επίσης του άρθρου 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων και Θεμελιωδών Ελευθεριών.
12. Δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Νόμου 81(1)/2011, που θα πρέπει να συντρέχουν, πέραν της προϋπόθεσης που αφορά στον χρόνο, για να μπορεί να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 12 του ίδιου Νόμου.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο καθ’ ου η αίτηση.
Οι κύριες θέσεις του σύμφωνα με αυτή είναι οι εξής:
Είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Φαίδωνα Οικονομίδη.
Αρνείται και απορρίπτει όλους και κάθε ένα τους ισχυρισμούς του αιτητή που εκφράζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και που δεν συνάδουν και δεν συμφωνούν με τις δικές του θέσεις. Θεωρεί ορθό και πολύ σημαντικό για την παρούσα υπόθεση, να αναφερθεί στο ιστορικό του διορισμού του, ως διαχειριστή τής περιουσίας του υπό αναφορά, διότι το Δικαστήριο θα λάβει γνώση της μεγάλης αργοπορίας και αμέλειας που επέδειξε ο αιτητής στο να προβεί εγκαίρως σε τέτοιες ενέργειες ώστε να προστατεύσει τα συμφέροντα του, μετά το θάνατο του Οικονομίδη, που έχει συμβεί το 1995 και να αναμένει μέχρι σήμερα, μετά από 30 χρόνια, για να αιτηθεί της κατάθεσης στο Κτηματολόγιο, του πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 23/6/1995 που ισχυρίζεται ότι υπόγραψε μαζί με την αδελφή του Νίτσα Αμμάν με τον Οικονομίδη.
Ο τελευταίος απεβίωσε την 1/12/1995. Από τότε που ο ίδιος έχει διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του, κανείς δεν ενδιαφερόταν να αγοράσει το μερίδιό του που ανερχόταν στα 7/120, ούτε και ο αιτητής που το διαβεβαίωνε ότι δεν αναγνωρίζει το αγοραπωλητήριο έγγραφο τής 23/6/1995 και πως έπρεπε να κινήσει αγωγή εναντίον της διαχείρισης του Οικονομίδη για να εξασφαλίσει απόφαση, αναγνώριση των δικαιωμάτων του, γεγονός που δεν έχει πράξει ποτέ, ούτε και η αδελφή του.
Είναι η θέση του ότι δεν έχει υποπέσει σε παρακοή του επίμαχου διατάγματος, διότι η αίτηση αντιστρατεύεται τη φιλοσοφία του υφιστάμενου σήμερα εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και της νομολογίας, «ότι διάταγμα για ειδική εκτέλεση δεν μπορεί να εκτελεστεί με την υποβολή σε τιμωρία του υπόχρεου αντισυμβαλλομένου» (εάν βέβαια υπάρχει τέτοια έγκυρη σύμβαση και εάν το αγοραπωλητήριο έγγραφο της 25/2/2025 είναι έγκυρο και εφαρμόσιμο) που εκφράζεται με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Flower ν. Χατζηιωάννου (2008)1 Α.Α.Δ.770 και άλλων.
Ακόμη είναι η θέση του η οποία προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, ότι το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ελλείπει η πρόθεσή του, της ηθελημένης ανυπακοής.
Δεν είχε ποτέ τέτοια πρόθεση, αφού κατά τη σύνταξη του επίμαχης συμφωνίας αποκάλυψε την ύπαρξη του επίμαχου - απαγορευτικού - διατάγματος και πως θα του επιστρέψει όλα τα χρήματα που θα του καταβάλει έναντι ο αγοραστής, εάν ο αιτητής πετύχει στην αίτησή του.
Έχει την πεποίθηση ότι το περιεχόμενο του άρθρου 4 της επίμαχης συμφωνίας αποτέλεσε ακόμη μία προϋπόθεση που το Κτηματολόγιο έλαβε υπόψη του και επέτρεψε την καταχώρηση της επίμαχης συμφωνίας, δεικνύοντας με αυτό τον τρόπο ότι δεν υπάρχει παραβίαση του επίμαχου διατάγματος ούτε πρόθεση παραβίασής του από τον ίδιο. Η ενέργεια του Κτηματολογίου να επιτρέψει την κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας, συνέβαλε ώστε ο αιτητής να λάβει γνώση της ύπαρξής της, άλλως πως, αυτή θα παρέμενε άγνωστη μέχρι σήμερα και/ή μέχρι την απόρριψη της εναρκτήριας αίτησής του με την οποία πέτυχε μονομερώς την εκπρόθεσμη καταχώρηση μετά από 30 χρόνια του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/6/1995 που υπέγραψε μαζί με την αδελφή του και τον Οικονομίδη.
Είναι ακράδαντη πεποίθησή του ότι δεν έχει παραβιάσει το επίμαχο διάταγμα για τον λόγο ότι υπέγραψε μία συμφωνία αγοραπωλησίας. Μέχρι να παραβεί το διάταγμα με τη μεταβίβαση του ακινήτου θα πρέπει να προηγηθούν πολλά στάδια. Είναι η θέση του ακόμη ότι ελλείπουν και δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εκείνες για να τιμωρηθεί, διότι το επίμαχο διάταγμα περιέχει στοιχεία που παραβιάζουν τους νόμους και κανονισμούς, όπως ενδεικτικά αναφέρει κατωτέρω και η τύχη του διατάγματος είναι προδιαγεγραμμένη να αποτύχει:
(α) Το συμβατικό δικαίωμα που έχει δημιουργηθεί με την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 23/6/1995, έχει παραγραφεί και καμία αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει με βάση το συμβατικό αυτό δικαίωμα του αιτητή. (β) Απουσιάζει από τη διαδικασία αναγκαίος διάδικος. Συγκεκριμένα, η αδελφή του αιτητή, η κατονομαζόμενη αγοράστρια μαζί με αυτόν στο αγοραπωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 23/6/1995. Σύμφωνα με τη νομολογία, σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλιώτικα, όλη η διαδικασία είναι θνησιγενής και άκυρη.
Το επίμαχο διάταγμα υπόκειται σε παραμερισμό και/ή ακύρωση, ένεκα έκδοσης ερήμην και ο ίδιος έχει πολύ καλή υπόθεση ώστε να παραμεριστεί το διάταγμα αυτό, ένεκα του ότι δεν πληρούνται οι βασικοί κανόνες της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.
Η σύνταξη του επίμαχου διατάγματος πάσχει εκ βάθρων, διότι ο αιτητής παρέλειψε να υπογράψει εγγυητήριο έγγραφο, ύψους €200.000, ως η διαταγή του Δικαστηρίου, προσωπικά, για την ανάληψη ευθύνης αποζημίωσης των καθ' ων αίτηση 1 και 2, ένεκα του ότι το κατατεθέν εγγυητήριο, το υπόγραψε η δικηγόρος Άρτεμις Πατσαλίδου, εκ μέρους της δικηγορικής εταιρείας ΝΙΚΟΛΑΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΔΕΠΕ, δεδομένου ότι η υπογράψασα και η δικηγορική εταιρεία Νικόλας Θρασυβούλου ΔΕΠΕ, δεν μπορεί με τη συγκεκριμένη δήλωση (ΕΓΓΥΗΤΗΡΙΟ ημερ.26/2/2025) να δεσμεύσει ή οποιοσδήποτε να εξαναγκάσει τον αιτητή ώστε να «παράσχει» τέτοια εγγύηση, ύψους €200.000,00!!!
Η καθυστέρηση του αιτητή (ολιγωρία) (lacher) στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, που όπως ισχυρίζεται προκύπτει από την υπογραφή μαζί με την αδελφή του του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 23/6/1995, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκησή τους, αλλά και στην παρούσα αίτηση για παρακοή.
Ένσταση στην αίτηση καταχώρησαν και οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3. Ακολουθεί και αυτή αυτούσια:
1. Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960) και/ή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Ο Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος της παρακοής του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 25/02/2025 που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης αρ. 47/2025 (στο εξής το «Προσωρινό Διάταγμα»).
- Ο Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχουν σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία και/ή η αντικειμενική (actus reus) και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της παρακοής διατάγματος. Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό:
i) Δεν καταδεικνύεται και/ή αποδεικνύεται από τον Αιτητή ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής και/ή ικανοποιητική μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 2 και/ή 3 παραβίασαν τους όρους του Προσωρινού Διατάγματος.
ii) Ο Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποδείξει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 2 και/ή 3 εκούσια και/ή ηθελημένα και/ή εκ προθέσεως δεν υπάκουσαν και/ή δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του Προσωρινού Διατάγματος και/ή ότι είχαν πρόθεση απείθειας και/ή καταστρατήγησης του Προσωρινού Διατάγματος.
- Η συμπεριφορά των Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3 δεν καταδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο και/ή δεν ισοδυναμεί με αδιαφορία προς το Προσωρινό Διάταγμα και/ή τις πρόνοιες αυτού και/ή πρόθεση καταστρατήγησης των όρων του Προσωρινού Διατάγματος.
- Ο Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποδείξει και/ή να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3, Διευθυντής της Καθ’ ης η Αίτηση 2 εταιρείας, απέτυχε εκ προθέσεως να λάβει επαρκή και/ή συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσει συμμόρφωση με το Προσωρινό Διάταγμα και/ή ότι επέδειξε οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά και/ή ότι ενθάρρυνε και/ή παρότρυνε και/ή συνέργησε με την Καθ’ ης η Αίτηση 2, με σκοπό και/ή πρόθεση καταστρατήγησης του Προσωρινού Διατάγματος.
- Ο Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποδείξει ότι υπέστη και/ή ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και/ή βλάβη και/ή δυσμενή επηρεασμό των νόμιμων και/ή συμβατικών δικαιωμάτων του, από την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου με διακριτικό αριθμό ΠΩΕ 4035/2025 μεταξύ του Καθ’ ου η Αίτηση 1, ως πωλητή, και της Καθ’ ης η Αίτηση 2, ως αγοραστή, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Αντίθετα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, μέσω των δικηγόρων και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων τους, δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή κοινοποίησαν την πρόθεση και/ή ετοιμότητα τους να δεσμευτούν όπως, σε περίπτωση επιτυχίας της Γενικής Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, το ΠΩΕ 4035/2025 να αποσυρθεί από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού.
- Οι όροι του Προσωρινού Διατάγματος είναι ασαφείς και/ή δεν είναι ξεκάθαροι και/ή αδιαμφισβήτητοι και/ή το λεκτικό του Προσωρινού Διατάγματος είναι γενικά διατυπωμένο και/ή διατυπωμένο με τρόπο που αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται.
- Η επίδικη Αίτηση είναι παράτυπη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και/ή νομολογία αναφορικά με το περιεχόμενο αίτησης για παρακοή διατάγματος.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση είναι παράτυπη, καθώς δεν παρατίθεται στον απαιτούμενο βαθμό και/ή με την αναγκαία επάρκεια το ιστορικό και/ή οι λεπτομέρειες που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη παρακοή διατάγματος.
10. Ο Αιτητής δεν απέδειξε καλούς και/ή ικανοποιητικούς λόγους που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Δικαιοσύνης και/ή το πνεύμα του πρωταρχικού σκοπού.
11. Η επίδικη Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και προωθείται καταχρηστικά και/ή κακόβουλα και/ή κακόπιστα και/ή εκδικητικά και/ή εξυπηρετεί αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς.
12. Η επίδικη Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και παραπλανητικό δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
13. Η νομική βάση της επίδικης Αίτησης είναι γενική και αόριστη και ελλιπής και λανθασμένη.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η Κυριακή Παπαδοπούλου (στο εξής «Παπαδοπούλου») η οποία, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των καθ’ ων η αίτηση 2 σύμφωνα με γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 6/3/2025 και δεόντως εξουσιοδοτημένη τόσο από αυτούς όσο και από τον καθ’ ου η αίτηση 3, να προβεί στην ένορκη δήλωση, εκ μέρους και για λογαριασμό τους.
Οι κύριες θέσεις της σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της είναι οι εξής:
Ο καθ’ ου η αίτηση 3, είναι ο μοναδικός διευθυντής και τελικός δικαιούχος των καθ’ ου η αίτηση 2.
Με την παρούσα γενική αίτηση, ο αιτητής αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Κτηματολόγιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 23/6/1995 (πρόκειται για το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται και ο καθ’ ου η αίτηση 1), αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] (στο εξής το «ακίνητο Λούρα»).
Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου Λούρα είναι/ήταν η κα Αμμάν, κατά 1/24 μερίδιο, η εταιρεία PH. ECONOMIDES ESTATES LIMITED (στο εξής «εταιρεία») κατά 2/3 μερίδια και ο αποβιώσας, Φαίδων Οικονομίδης, κατά 7/24 μερίδια.
Οι καθ’ ων η αίτηση 2, σε χρόνο πριν από την καταχώριση της παρούσας γενικής αίτησης αγόρασαν τα μερίδια της κας Αμμάν και της εταιρείας επί του ακινήτου Λούρα στη βάση χωριστών συμφωνιών πώλησης, ημερομηνίας 24/1/2025. Τα σχετικά αγοραπωλητήρια έγγραφα χαρτοσημάνθηκαν δεόντως και κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στις 17/2/2025.
Στις 25/2/2025 εκδόθηκε μονομερώς το επίμαχο διάταγμα, το οποίο απαγόρευε στους καθ’ ων αίτηση 1 και 2 στην κυρίως αίτηση, να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν τα μερίδια της εταιρείας και του αποβιώσαντα Οικονομίδη επί του ακινήτου Λούρα. To επίμαχο διάταγμα επιδόθηκε στους καθ’ ων η αίτηση 2, στις 24/3/2025.
11. Στις 4/12/2025, το επίμαχο διάταγμα αναφορικά με την παράγραφο 1 αυτού, η οποία αφορούσε τα μερίδια της εταιρείας, ακυρώθηκε, ενώ αναφορικά με την παράγραφο 2 που αφορούσε τα μερίδια του αποβιώσαντα, έγινε εκ συμφώνου απόλυτο.
Mετά την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, στις 4/12/2025 αναφορικά με τα μερίδια της εταιρείας, αυτά μπορούν να μεταβιβαστούν ελεύθερα στους καθ’ ων η αίτηση 2, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου.
Οι καθ’ ων η αίτηση 2 επιθυμούσαν να αγοράσουν και τα μερίδια του αποβιώσαντα Οικονομίδη, ώστε να αποκτήσουν ολόκληρη την κυριότητα του επίδικου ακινήτου.
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει λόγω της προσωπικής της εμπλοκής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πριν από την καταχώριση της παρούσας γενικής αίτησης και όπως την πληροφορεί και ο καθ’ ου η αίτηση 3, οι καθ’ ων η αίτηση 2 και ο καθ’ ου η αίτηση 1, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, βρίσκονταν σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, σε τελικά μάλιστα στάδια, αναφορικά με την πώληση των μεριδίων του αποβιώσαντα επί του ακινήτου Λούρα στους καθ’ ων η αίτηση 2.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας και αποκλειστικά για σκοπούς καταγραφής των συμφωνημένων όρων, την 1/9/2025, ο καθ’ ου η αίτηση 1, ως πωλητής και οι καθ’ ων η αίτηση 2, ως αγοραστής προχώρησαν στη σύναψη συμφωνίας πώλησης των μεριδίων του αποβιώσαντα επί του ακινήτου Λούρα (πρόκειται για την επίμαχη συμφωνία η υπό αναφορά συμφωνία - τεκμήριο ΚΠ-5 στην ένορκη δήλωση της ομνύουσας). Η επίμαχη συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, στις 12/9/2025.
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο και τους ρητούς όρους της επίμαχης συμφωνίας, αυτή καταρτίστηκε υπό την αίρεση ακύρωσης του επίμαχου διατάγματος και συμφωνήθηκε/προβλεπόταν ρητά ότι αυτή θα αποκτήσει νομική ισχύ, μόνο εάν ακυρωθεί το επίμαχο διάταγμα.
Να πω ότι η μάρτυρας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της παραπάνω θέσης της, στη συνέχεια αναφέρεται στο περιεχόμενο αριθμού όρων της επίμαχης συμφωνίας, με τους οποίους θα ασχοληθώ σε κατοπινό στάδιο.
Συνεχίζοντας η μάρτυρας αναφέρει τα εξής:
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει λόγω της προσωπικής της εμπλοκής στα επίδικα γεγονότα και όπως αναφέρεται ρητά και πιο πάνω, αλλά και στο ίδιο το σώμα της επίμαχης συμφωνίας, αυτή καταρτίστηκε αποκλειστικά για σκοπούς καταγραφής και διασφάλισης των όρων της πώλησης που συμφωνήθηκαν μεταξύ των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οποιοσδήποτε τρίτος να αγοράσει το ακίνητο Λούρα και να καταθέσει το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο σε χρόνο πριν από την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος και συνακόλουθα, πριν από τους καθ’ ων η αίτηση 2. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και όπως την πληροφορούν και οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω κατάθεση θα αποκτούσε προτεραιότητα έναντι της πώλησης την οποία συμφώνησαν ήδη οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, πριν από την έκδοση του επίμαχου διατάγματος.
Έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 δεν συνιστούν παραβίαση των όρων του επίμαχου διατάγματος και σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά τους ήταν τέτοια που δεν καταδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο και δεν ισοδυναμεί με αδιαφορία ως προς τις πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος. Ειδικότερα, αναφορικά με τον καθ’ ου η αίτηση 3, διευθυντή των καθ’ ου η αίτηση 2, έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι έλαβε επαρκή και συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσει συμμόρφωση με το επίμαχο διάταγμα και δεν επέδειξε εκ προθέσεως, οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά και δεν ενθάρρυνε, παρότρυνε ή συνέργησε με τους καθ’ ων η αίτηση 2, με σκοπό / πρόθεση καταστρατήγησης του επίμαχου διατάγματος, όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο αιτητής.
Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι προβλέπεται ΡΗΤΑ και ΞΕΚΑΘΑΡΑ στην επίμαχη συμφωνία ότι αυτή δεν θα αποκτήσει νομική ισχύ εάν δεν ακυρωθεί το επίμαχο διάταγμα, οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, με τη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας, δεν είχαν καμία πρόθεση απείθειας ή καταστρατήγησης του επίμαχου διατάγματος. Αντίθετα, όλες τους οι ενέργειες έγιναν λαμβάνοντας υπόψη και σεβόμενοι το επίμαχο διάταγμα, με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση της πώλησης στην οποία κατέληξαν με τον καθ’ ου η Αίτηση 1 πριν την έκδοση του επίμαχου διατάγματος. Όπως αναφέρει και πιο πάνω, οι καθ’ ων η αίτηση 2 είχαν ήδη αγοράσει τα 17/24 μερίδια επί του ακινήτου Λούρα, καθώς και το γειτονικό ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ] όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο Caravel και ήταν πολύ σημαντικό για εκείνους να διασφαλίσουν την πώληση των εναπομεινάντων μεριδίων του αποβιώσαντα, ώστε να αποκτήσουν ολόκληρη την κυριότητα του ακινήτου Λούρα.
Σε διαφορετική περίπτωση, εάν κάποιος τρίτος αγόραζε και αποκτούσε την κυριότητα των μεριδίων του αποβιώσαντα, πριν την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, αυτό θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στους καθ’ ων η αίτηση 2, οι οποίοι αγόρασαν το ακίνητο Λούρα, ώστε να το αξιοποιήσουν και να το εκμεταλλευτούν κατά τρόπο που θα επωφελούσε και θα αύξανε και θα προσέδιδε μεγαλύτερη αξία και λειτουργικότητα στο ακίνητο Caravel και που θα αναβάθμιζε το ξενοδοχείο που βρίσκεται σε αυτό, με το χτίσιμο και την κατασκευή γραφείων, βοηθητικών / αναγκαίων για το ξενοδοχείο κτιρίων, ή οποιουδήποτε άλλου κτιρίου, που θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ξενοδοχείου και που θα προσέθετε επιπρόσθετες εγκαταστάσεις και μονάδες. Η γειτνίαση του ακινήτου Caravel και του ξενοδοχείου με το ακίνητο Λούρα ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι καθ’ ης η αίτηση 2 εκδήλωσαν ενδιαφέρον να αγοράσουν το ακίνητο Λούρα και ο αιτητής γνώριζε / γνωρίζει καλά ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 επιθυμούσαν να αγοράσουν και τα δύο ακίνητα και όχι μόνο το ένα από αυτά.
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960) και/ή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθώς ο αιτητής παρέλειψε / απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος της παρακοής του επίμαχου διατάγματος και/ή τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού και/ή ότι συντρέχουν σωρευτικά η αντικειμενική (actus reus) και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της παρακοής διατάγματος. Ειδικότερα:
i) Δεν καταδεικνύεται / αποδεικνύεται από τον αιτητή ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής και ικανοποιητική μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 παραβίασαν τους όρους του επίμαχου διατάγματος, και
ii) Ο αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποδείξει ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 εκούσια / ηθελημένα / εκ προθέσεως δεν υπάκουσαν και δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος και ότι είχαν πρόθεση απείθειας / καταστρατήγησής του.
Περαιτέρω, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, οι όροι του επίμαχου διατάγματος στερούνται της απαραίτητης σαφήνειας και εξειδίκευση και το λεκτικό του είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο που αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται.
Επιπλέον, όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, η αίτηση παρακοής είναι παράτυπη, καθώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και/ή νομολογία αναφορικά με το περιεχόμενο αίτησης για παρακοή διατάγματος.
Ομοίως, όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι επίσης παράτυπη, καθώς δεν παραθέτει στον απαιτούμενο βαθμό και με την αναγκαία επάρκεια το ιστορικό και τις λεπτομέρειες που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη παρακοή διατάγματος.
Επιπρόσθετα, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, ο αιτητής δεν έχει υποστεί και δεν πρόκειται να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά / βλάβη ή δυσμενή επηρεασμό δικαιωμάτων του, από την κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού.
Κατά την ακρόαση της αίτησης η οποία διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων τους. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Αναμφίβολα, δικαιοδοτικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Το συγκεκριμένο άρθρο με τίτλο «Εξαναγκασμός υποταγής εις διατάγματα» προνοεί ότι:
«Τηρουμένου οιονδήποτε διαδικαστικού καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακoήv προς οιονδήποτε διάταγμα εκδoθέv υπ' αυτου, διατάττov ή απαγoρεύov την εκτέλεσιν oιασδήπoτε πράξεως, διά πρoστίμoυ ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριov δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρov του oπoίoυ εξεδόθη το διάταγμα τoιoύτov πoσόv υπό μoρφήv αποζημιώσεως, ως το δικαστήριov δύναται να θεωρήση πρέπov.
Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος.»
Ακολούθως, το Μέρος 50 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») στο βαθμό που μας ενδιαφέρει προνοεί ότι:
«(1) Όταν εκδίδεται διάταγμα από δικαστήριο το οποίο διατάσσει την τέλεση ή την απαγόρευση πράξης, αντίγραφο αυτού, το οποίο επιδίδεται στο πρόσωπο από το οποίο απαιτείται να το υπακούσει, οπισθογραφείται από τον πρωτοκολλητή με το ακόλουθο ή ανάλογο λεκτικό: «Αν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε στο παρόν διάταγμα εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη και η περιουσία σας σε κατάσχεση».
(2) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος επιδίδεται στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το διάταγμα. Η επίδοση, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, είναι προσωπική.
50.2. Σύλληψη για απείθεια σε διάταγμα
(1)(α) Όταν εκδίδεται διάταγμα από δικαστήριο σύμφωνα με τον κανονισμό 50.1 και το πρόσωπο το οποίο διατάσσεται να τελέσει ή το πρόσωπο στο οποίο απαγορεύεται να τελέσει πράξη (το οποίο εφεξής θα καλείται «ο καθ’ ου η αίτηση») αρνείται ή παραλείπει να την τελέσει ή να απέχει από την τέλεσή της σύμφωνα με τις οδηγίες του εν λόγω διατάγματος, το πρόσωπο υπέρ του οποίου δόθηκε το εν λόγω διάταγμα (το οποίο εφεξής θα καλείται «ο αιτητής») δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση εντάλματος σύλληψης.
(β) Η εν λόγω αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και πιστό αντίγραφό της, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδεται στον καθ’ ου η αίτηση προσωπικά….»
Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Λ. Π. v. Α. Π., Πολ. Έφ. Αρ.: E58/2024, ημερ. 10/12/2025 επισημαίνονται τα εξής:
Σύμφωνα με την υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 1) (2011) 1 Α.Α.Δ. 356 για να καταδειχθεί παρακοή πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) αλλά και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως αυτό προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Σε σχέση με την υποκειμενική υπόσταση, τονίστηκε στην Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω) ότι «. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' αυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου». Από την πιο πάνω υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova διαπιστώνεται ότι «Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του».
Συνιστά πάγια νομολογία ότι η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική άμεσης απόδειξης, δεδομένου ότι ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του ατόμου, πλην όμως δύναται κατά κανόνα να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία ως πραγματικό γεγονός, ήτοι με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν την πρόθεση (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/24, ημερ. 31.3.25). Αυτό ακριβώς συνιστούσε την ουσία των λεχθέντων στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (ανωτέρω) ότι η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής είναι η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη διάνοια. Παράλληλα όμως, αναγνωρίζεται και η ύπαρξη μαχητού τεκμηρίου για την ύπαρξη της, υπό την έννοια ότι τεκμαίρεται πως κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες της πράξης του (Ανθία ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 404).»
Σύμφωνα με τη Μαυρονικόλα (ανωτέρω):
«Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 750, το Αρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42 Α(1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. (Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates Ltd (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1145.)
Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής, (βλ. Ηalin v. Timur (2005) 1(Α) A.A.Δ.424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης (1991) 1 Α.Α.Δ. 401):
α. Ύπαρξη διατάγματος.
β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης.
γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος.
δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής.
Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Βye (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 371.»
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αναδύονται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Yugos Finance BV και Άλλοι ν. Halebay Holdings Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 569.
«Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή. Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού, δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (Mouzouris a.o. v. Xylophaghou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287).
Το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του (Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 750). Όπως τονίστηκε ιδιαιτέρως στην πιο πάνω απόφαση, η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφασή του υποκείμενη σε ακύρωση.
Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία, στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται (Μιχαηλίδης ν. Μιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 1) (2011) 1(Α) A.A.Δ. 356 και In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2) [1988] 1 All E.R. 975). Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, παρ. 618 και 619). Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα.
Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ' ου έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος (Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 395).
Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή αναφέρεται ευσύνοπτα στην απόφαση Μιχαηλίδης, ανωτέρω, απ' όπου και το πιο κάτω απόσπασμα:
«Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος ν. Στυλιανού (1998) 1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, ότι:
«...για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του δικαστηρίου.».
Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο, δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφ' όσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2) [1897] Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).
Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, την οποία θα εξετάσω υπό το φως μερικών από τους τους λόγους ένστασης σ’ αυτή.
Αρχίζοντας από τον καθ’ ου η αίτηση 1 στο βαθμό που με την ένστασή του προβάλλει ως λόγο ή λόγους απόρριψης της αίτησης, οτιδήποτε αφορά στο επίμαχο διάταγμα, πέραν όσων αναφέρονται πιο πάνω, τα οποία αποτελούν συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος, όπως για παράδειγμα, ότι δεν πληρούνται οι κατά το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης του επίμαχου διατάγματος, είτε ακόμη, ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(I)/2011 για να μπορεί να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 12 του ίδιου νόμου (12ος λόγος ένστασης), που με απλά λόγια σημαίνει ότι αποτελεί θέση του ότι δεν μπορεί να πετύχει η κυρίως αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, ο αιτητής καταχώρησε την ενδιάμεση μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισε το επίμαχο διάταγμα, το σκεπτικό μου για το αβάσιμο όλων αυτών των λόγων ένστασης, περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου και Άλλοι ν. Σταύρου και Άλλων (1992) 1 Α.Α.Δ. 237:
«Στην υπόθεση Hadkinson v. Hadkinson (1952) Ρ 285 ειπώθηκε ότι πρόσωπο εναντίον ταυ οποίου ή σχετικά με το οποίο εκδίδεται διάταγμα αρμοδίου Δικαστηρίου έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς αυτό, εκτός εάν και μέχρις ότου το διάταγμα αυτό ακυρωθεί. Παρακοή διατάγματος συνιστά καταφρόνηση και τιμωρείται.»
Το παραπάνω απόσπασμα απαντά συνολικά στον 7ο λόγο ένστασης του καθ’ ου η αίτηση 1. Ειδικά για όσα υποβάλλει με τον ίδιο λόγο ένστασης, για το εγγυητήριο, το αβάσιμό τους καταφαίνεται από το σχετικό μέρος του πρακτικού που είχε τηρήσει ο συνάδελφός μου, ο οποίος είχε επιληφθεί της μονομερούς αίτησης και στο πλαίσιό της εξέδωσε το επίμαχο διάταγμα. Το παραθέτω: «Ο Αιτητής να καταχωρήσει μέσω των εξουσιοδοτημένων δικηγόρων του εγγύηση, ύψους €200.000 σεντ, για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων, χωρίς εύλογη αιτία.» Αυτό είχε αναφέρει το Δικαστήριο και αυτό ακριβώς έγινε.
Για να συνεχίσω, ότι το επίμαχο διάταγμα φέρει την αναγκαία οπισθογράφηση είναι αυταπόδεικτο και δεν αποτελεί καν επίδικο θέμα. Το οποίο (διάταγμα) έχει επιδοθεί δεόντως, δηλαδή, προσωπικά στον καθ’ ων η αίτηση 1, στις 6/3/2025 και στους καθ’ ων η αίτηση 2, στις 24/3/2025.
Εν πάση περιπτώσει, αναφορικά με τους καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 που δεν ήταν διάδικοι στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος, η υποχρέωση για προσωπική επίδοση του διατάγματος, δεν ισχύει. Αναφορικά με αυτούς ισχύει η επιφύλαξη του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (ανωτέρω) η οποία διαλαμβάνει για την εξουσία του Δικαστηρίου να τιμωρεί για παρακοή ή και εξαναγκασμό σε υπακοή σ’ οποιοδήποτε διάταγμά του, όχι μόνο το διάδικο που αφορά το διάταγμα, αλλά και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο αφορά το διάταγμα, που δεν είναι διάδικος, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη µη υπακοή προς το διάταγμα.
Οι καθ’ ων η αίτηση 2, με μόνο λόγο ότι τους επιδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ασφαλώς δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν γνώση γι’ αυτό. Ωστόσο, η γνώση τόσο αυτών όσο και του καθ’ ου η αίτηση 3 αποδεικνύεται από τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία μαρτυρίας:
Στις 11/3/2025 που αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος καθώς και το ίδιο το διάταγμα ήταν ορισμένα, οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι προτίθενται να καταχωρήσουν εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 2, αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή τροποποίησης του επίμαχου διατάγματος. Ο καθ’ ου η αίτηση 3 ήταν τότε - και εξακολουθεί να είναι - ο μοναδικός διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος των καθ’ ων η αίτηση 2, που με απλά λόγια σημαίνει ότι αποτελεί κατά νόμο το πρόσωπο που νομιμοποιείται να ενεργεί για λογαριασμό και/ή εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 2, που αποτελούν εταιρεία.
Οι καθ’ ων η αίτηση 2 καταχώρησαν την αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή τροποποίησης του επίμαχου διατάγματος, στις 11/4/2025 και η ενόρκως δηλούσα γι’ αυτούς, που και πάλι ήταν η Παπαδοπούλου, στην υποστηρικτική της εν λόγω αίτησης, ένορκη δήλωσή της, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο από προσωπική γνώση όσο και από πληροφορίες που έλαβε από το μοναδικό διευθυντή και τελικό δικαιούχο των αιτητών, δηλαδή των καθ’ ων η αίτηση 2, που είναι ο καθ’ ου η αίτηση 3.
Όμως, ότι ο καθ’ ου η αίτηση 3 είναι απολύτως βέβαιο ότι έλαβε γνώση τόσο για την ύπαρξη όσο και για το περιεχόμενο του επίμαχου διατάγματος, ουσιαστικά το ομολογεί η Παπαδοπούλου, με μέρος όσων αναφέρει στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 στην υπό κρίση αίτηση. Το σχετικό μέρος ακολουθεί αυτούσιο:
«Ειδικότερα, αναφορικά με τον Καθ’ ου η αίτηση 3, Διευθυντή της Καθ’ ης η Αίτηση 2 εταιρείας, έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι έλαβε επαρκή και συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσει συμμόρφωση με το Προσωρινό Διάταγμα και δεν επέδειξε εκ προθέσεως, οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά και δεν ενθάρρυνε, παρότρυνε ή συνέργησε με την Καθ’ ης η Αίτηση 2, με σκοπό / πρόθεση καταστρατήγησης του Προσωρινού Διατάγματος, όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο Αιτητής στην Ε/Δ Πατσαλίδη.»
Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ο καθ’ ου η αίτηση 3, που είναι το πρόσωπο από το οποίο η μάρτυρας είχε λάβει οδηγίες να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η οποία απέβλεπε στην ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, το οποίο μάλιστα έλαβε επαρκή και συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσει συμμόρφωση με το εν λόγω διάταγμα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση του διατάγματος.
Από τα παραπάνω είναι τελείως ξεκάθαρο, ότι ο καθ’ ου η αίτηση 3 έλαβε πλήρη γνώση τόσο ότι εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα όσο και του περιεχόμενού του.
Η Παπαδοπούλου, στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή τροποποίησης του επίμαχου διατάγματος ομολογεί ότι οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2, στις 11/3/2025 που το επίμαχο διάταγμα ήταν επιστρεπτέο, ενημέρωσαν το Δικαστήριο για την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν την αίτηση ακύρωσης του επίμαχου διατάγματος, λόγω του επηρεασμού των δικαιωμάτων τους από αυτό.
Η πλήρης γνώση της ύπαρξης καθώς και η κατανόηση του περιεχομένου του επίμαχου διατάγματος εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 2 και κατ’ επέκταση και του καθ’ ου η αίτηση 3 αποδεικνύεται από αυτά που αναφέρει η μάρτυρας στην παράγραφο 25 της ίδιας ένορκης δήλωσης. Μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:
Με την έκδοση του επίμαχου διατάγματος, οι καθ’ ων η αίτηση 2 εμποδίζονται από το να προχωρήσουν στη σύναψη συμφωνίας για πώληση του μεριδίου του αποβιώσαντα επί του ακινήτου Λούρα, καθώς το επίμαχο διάταγμα απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την εν λόγω πώληση και μεταβίβαση από τον εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εταιρείας. Η απαγόρευση αυτή επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέρονται των καθ’ ων η αίτηση 2 και πλήττει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, καθώς εμποδίζει την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων που λάμβαναν χώρα μεταξύ των καθ’ ων η αίτηση 2 και του καθ’ ου η αίτηση 1 και την κατάρτιση/ολοκλήρωση της σχετικής συμφωνίας πώλησης.
Το ίδιο ισχύει και για αυτά που αναφέρει στην παράγραφο 26.
Συναφώς με τα παραπάνω, καθ’ όλα σχετικές είναι και μερικές από τις πρόνοιες του επίμαχου πωλητηρίου, στις οποίες θα αναφερθώ αργότερα.
Από τα παραπάνω, αλλά και με απλή ανάγνωση του περιεχομένου του επίμαχου διατάγματος, είναι σαφές, ότι οι όροι του είναι και ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι. Συνολικά, το επίμαχο διάταγμα είναι διατυπωμένο με απόλυτη σαφήνεια, ακρίβεια και καθαρότητα σε βαθμό που ίχνος αμφιβολίας υπάρχει σε τι συνίστανται τα όσα απαγορεύεται να γίνουν δυνάμει αυτού, αλλά και ποιους αφορούν και επηρεάζουν οι διαλαμβανόμενες σ’ αυτό απαγορεύσεις (βλ. τη Yugos Finance BV και Άλλοι, ανωτέρω).
Για να συνεχίσω, από στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε δεόντως και στους τρεις καθ’ ων η αίτηση. Στον καθ’ ου η αίτηση 1, προσωπικά, στις 17/10/2025, στον καθ’ ου η αίτηση 3, επίσης προσωπικά, στις 29/10/2025, ενώ στους καθ’ ων η αίτηση 2 επιδόθηκε την ίδια μέρα με επίδοσή της στον καθ’ ου η αίτηση 3, υπό την ιδιότητά του ως του διευθυντή τους.
Ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων δικηγόρων των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 ότι η επίδοση της αίτησης στον καθ’ ου η αίτηση 3 στην ελληνική γλώσσα, την οποία αυτός δεν γνωρίζει και/ή δεν κατανοεί είναι παράτυπη και/ή ελαττωματική και συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του για δίκαιη δίκη, δεν λαμβάνεται υπόψη, καθότι, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να νομιμοποιεί τους καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 να εγείρουν τέτοιο θέμα.
Ο 8ος λόγος ένστασης των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 με τον οποίο υποβάλλεται για την υπό εξέταση αίτηση ότι είναι παράτυπη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και/ή η νομολογία αναφορικά με το περιεχόμενο αίτησης για παρακοή διατάγματος, καθώς και ο 9ος λόγος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθώς δεν παρατίθεται στον απαιτούμενο βαθμό και/ή με την αναγκαία επάρκεια το ιστορικό και/ή λεπτομέρειες που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη παρακοή είναι αβάσιμοι.
Από το περιεχόμενο, τόσο της αίτησης όσο και της υποστηρικτικής της ένορκης δήλωσης, καταφαίνεται, με παράθεση όλων των αναγκαίων λεπτομερειών, τι ακριβώς καταλογίζεται σε κάθε ένα από τους καθ’ ων η αίτηση το οποίο συνιστά τη συμμετοχή του στο υπό εξέταση αδίκημα, με αναφορά στις απαγορευμένες ενέργειες ή πράξεις που έχει προβεί οι οποίες συνιστούν την παραβίαση του επίμαχου διατάγματος, καθώς και στο σχετικό μέρος του διατάγματος.
Εις επίρρωση της παραπάνω διαπίστωσής μου είναι και τα όσα αναφέρει η Παπαδοπούλου στην ένορκη δήλωσή της προς υποστήριξη της αίτησης των καθ’ ων η αίτηση 2 για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή τροποποίηση του επίμαχου διατάγματος, τα οποία εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) καθώς και αυτά που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση.
Όμως, επειδή περί λεπτομερειών ο λόγος, δεδομένου του οιονεί ποινικού χαρακτήρα της υπό εξέταση αίτησης, εάν οποιοσδήποτε από τους καθ’ ων η αίτηση αισθανόταν ότι χρειαζόταν περαιτέρω λεπτομέρειες προκειμένου να αντιληφθεί τι ακριβώς του καταλογίζεται με την υπό κρίση αίτηση, που αποτελεί το αντικείμενο της εναντίον του κατηγορίας, θεωρώ πως - όπως και κάθε κατηγορούμενος ο οποίος αντιμετωπίζει αμιγώς ποινική υπόθεση - είχε δικαίωμα να ζητήσει να του δοθούν όλες αυτές οι λεπτομέρειες.
Ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο έχουν αποδειχθεί η αντικειμενική υπόσταση («actus reus») και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea») του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, κατά το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (ανωτέρω). Εννοείται ότι και τα δυο αυτά στοιχεία θα πρέπει να αποδειχθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Σε αντίθεση με τον αιτητή, ο οποίος υποβάλλει ότι και τα δυο αυτά στοιχεία έχουν αποδειχθεί, αποτελεί θέση και των τριών καθ’ ων η αίτηση, πως δεν έχουν αποδειχθεί. Θα εξετάσω τις εκατέρωθεν θέσεις, με υπόβαθρο την υπερασπιστική γραμμή των καθ’ ων η αίτηση, στο βαθμό που αυτή είναι ίδια ή περίπου ίδια.
Τα ακόλουθα γεγονότα δεν επιδέχονται αμφισβήτησης.
Το επίμαχο διάταγμα εκδόθηκε στις 25/2/2025. Με αυτό - στο βαθμό που μας ενδιαφέρει - απαγορεύεται στον καθ’ ου η αίτηση 1, προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων του, μεταξύ άλλων, να πωλήσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνει και/ή διαθέσει τα 7/24 μερίδια συγκεκριμένου ακινήτου, ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα, Φαίδωνα Οικονομίδη, του οποίου ο καθ’ ου η αίτηση 1 είναι διαχειριστής της περιουσίας. Οι εν λόγω απαγορεύσεις, σύμφωνα με το επίμαχο διάταγμα, θα ισχύουν μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Από την ημερομηνία έκδοσης του επίμαχου διατάγματος, στις 25/2/2025 μέχρι και την ημερομηνία, καταρχάς, της σύναψης της επίμαχης συμφωνίας, την 1/9/2025 και έπειτα, της κατάθεσής της στο Κτηματολόγιο, στις 12/9/2025, το επίμαχο διάταγμα ήταν σε ισχύ. Το γεγονός ότι αργότερα και συγκεκριμένα, στις 4/12/2025, σε ό,τι αφορά τον καθ’ ου η αίτηση 1 έγινε εκ συμφώνου απόλυτο, αποτελεί στοιχείο το οποίο, κανένα απολύτως ρόλο θα διαδραματίσει κατά την εξέταση της αίτησης, η οποία, θα ιδωθεί με υπόβαθρο, γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα, από τη στιγμή που οι καθ’ ων η αίτηση έλαβαν γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου του επίμαχου διατάγματος μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η οποία υπέχει θέση κατηγορητηρίου σε σχέση με το αδίκημα της αστικής καταφρόνησης που καταλογίζεται στους καθ’ ων η αίτηση ότι διέπραξαν.
Για να συνεχίσω, οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, την 1/9/2025, δηλαδή, σε χρόνο που το επίμαχο διάταγμα - για να επαναλάβω - βρισκόταν σε ισχύ και τους είχε επιδοθεί, επομένως είχαν πλήρη γνώση του περιεχομένου του - όπως επίσης, πλήρη γνώση του περιεχομένου του, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) είχε και ο καθ’ ου αίτηση 3 - προχώρησαν στη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας. Η εμπλοκή του καθ’ ου αίτηση 3 στη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας επιμαρτυρείται από την ίδια και συγκεκριμένα, από το γεγονός, ότι, εντελώς στην αρχή αναφέρεται ότι η συμφωνία πώλησης συνάφθηκε μεταξύ του Οικονομίδη, μέσω του διαχειριστή της περιουσίας του, κ. Φωτάκη Αποστολίδη (πρόκειται για τον καθ’ ου η αίτηση 1), ως «Πωλητές» και των καθ’ ων η αίτηση 2 που αποτελούν εταιρεία, εκπροσωπούμενη από το διευθυντή της, κ. Alexey Gubarev (πρόκειται για τον καθ’ ου η αίτηση 3), ως οι «Αγοραστές».
Για να γίνουν κατανοητά τα όσα θα πω στη συνέχεια, καθίσταται αναγκαία η παράθεση αυτούσιου, μέρους της επίμαχης συμφωνίας.
«…….
C. WHEREAS the Property, as defined below, is subject to an interim order dated 25/02/2025, issued by the Limassol District Court in the context of General Application No. 47/2025, prohibiting the Vendors, from, inter alia, selling the Property until the final adjudication of the said proceedings and/or until further order of the Court; and
D. WHEREAS the Parties hereto concerned have agreed that the present transaction will be executed under the following terms and conditions:-»
NOW IT IS HEREBY AGREED AS FOLLOWS:
1. DEFINITIONS AND INTERPRETATION
1.1 In this Agreement unless the context otherwise requires the following expressions have the meaning specified in this clause:-
….
INTERIM ORDER means:
The interim order issued on 25/02/2025 by the Limassol District Court in the context of General Application No. 47/2025 which prohibits and/or restrains the Vendors from selling, and/or gifting, and/or mortgaging, and/or transferring, and/or otherwise alienating, encumbering, or disposing of the Property until the final determination of the said proceedings and/or until further order of the Court.
…..
2. SALE
2.1 Subject to the satisfaction of the condition precedent set out in paragraph 2.2 below, the Vendors agree to sell and transfer the Property share to the Purchasers and the Purchasers agree to buy and accept the transfer of the share of the Property and for such share to be registered onto their name, free of any legal or real Encumbrance, charge and/or other obligation whatsoever, and all interests of the Vendors in the Property, from the Vendors.
2.2 The Parties recognise and accept that no sale can be made until such time as there is no order of the Court in force that prohibits such sale and their present agreement is solely for the purpose of writing down and securing the terms of such sale as and when the same will not be prohibited by the Court. This Agreement is entered into under the express condition precedent that the Interim Order is annulled and there is no other claim or demand over the Property. This Agreement shall only become effective and binding between the Parties and shall only be capable of registration with the competent Land Registry, upon the annulment of the Interim Order. In the event that the Interim Order is not annulled, this Agreement shall not come into force, shall have no effect, and shall not be capable of being registered at the competent Land Registry.”
3. PRICE AND MODE OF PAYMENT
3.1 The Purchase Price of the Property as agreed between the Vendors and the Purchasers is hereby fixed at €510,000= (Five Hundred Ten Thousand Euros) and shall be paid to the Vendors by the Purchasers as follows, provided that this Agreement shall only become effective upon the annulment of the Interim Order, as per clause 2.2 above:
3.1.1 The amount of €20.000,00 shall be paid as a down-payment towards the Purchase Price of the Property within 2 business days from the signing of the Agreement, such amount shall remain as a reservation fee until such time as the Interim Order shall cease to be in force.
3.1.2 The amount of €59.500,00, corresponding to the fee of Mr. Fotakis Apostolides in full settlement of his services in relation to the administration of the Estate of the deceased Phedon Economides, shall be paid as an advance payment against the Purchase Price of the Property within 5 business days from the annulment of the Interim Order and provided no other order has been granted by any Court prohibiting this sale,
….
4. VENDORS’ LIABILITY AND WARRANTIES
The Vendors warrants and represents that:
....
c) The Property is subject to an Interim Order dated 25/02/2025 issued by the Limassol District Court in the context of General Application No. 47/2025, which prohibits the Vendors from, inter alia, selling the Property until the final determination of the said proceedings or until further order of the Court.
d) The Vendors declare that the property sold is as described on the title deed and they have not affected any additions and/or alterations and part of the property is currently in use by the adjacent Caravel Hotel.
….
f) From the date of signing of this agreement and until Completion, the Vendors shall not cause any person to create an Encumbrance or become entitled to assert any proprietary or other like right or interest over the whole or any part of the Property without the prior written consent of the Purchasers;
….
6. DISTRICT LANDS OFFICE
6.1 The Vendors agree that the said Property is in such a state as to enable the Purchasers to deposit the present Agreement with the District Lands Office in Limassol for the purpose of and compliance with the provisions of the Sale of Immovable Property (Specific Performance) Law N81 (I) 2011 or any amendment thereof and the provisions of Sale of Immovable Property (Specific Performance) Law N81 (I) 2011 regarding registration and/or deposition of leases.
6.2 The Vendors agree to sign (and/or arrange to be signed by any co-owners) any form and/or document and/or applications and/or consents and take any necessary action to enable the Purchasers to deposit the present agreement with the Land Registry and by this contract instructs the Land Registry to allow the present Agreement to be lodged for specific performance purposes, and neither of the parties have any claim against the other whatsoever.
….»
Σύμφωνα με τη Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:
«Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.»
Για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια κρίνω ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει εναντίον οποιουδήποτε των καθ’ ων η αίτηση, είτε την αντικειμενική είτε την υποκειμενική υπόσταση της κατηγορίας της παρακοής του επίμαχου διατάγματος που τους προσάπτει.
Η σύναψη καθώς και η κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο σε χρόνο που ίσχυε το επίμαχο διάταγμα, εν γνώσει και των τριών καθ’ ων η αίτηση τόσο για την ύπαρξη όσο και για το περιεχόμενο του επίμαχου διατάγματος, αποτελούν ενέργειες οι οποίες, καταρχήν, έγιναν κατά παράβαση και σε αντίθεση με τις απαγορευτικές πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος στο βαθμό που με αυτό απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η πώληση και η επιβάρυνση του μεριδίου του αποβιώσαντα Οικονομίδη επί του ακινήτου σε σχέση με το οποίο είχε εκδοθεί το επίμαχο διάταγμα.
Γιατί όμως αυτό ισχύει μόνο καταρχήν;
Επειδή, παρά την υπογραφή της επίμαχης συμφωνίας, δυνάμει των όρων 2.1 και 2.2 αυτής, η ισχύς της τελεί υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, της ακύρωσης του επίμαχου διατάγματος.
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των δυο αυτών όρων προκύπτουν τα εξής:
Οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 συμφώνησαν, ο πρώτος να πωλήσει και μεταβιβάσει στους δεύτερους το μερίδιο του Οικονομίδη επί του ακινήτου, υπό τον όρο ότι, προηγουμένως, το επίμαχο διάταγμα θα ακυρωθεί.
Ότι η επίμαχη συμφωνία, τόσο κατά την υπογραφή της όσο και κατά την κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο, στην πραγματικότητα, ουδεμία νομική ισχύ είχε καταφαίνεται από τις ακόλουθες αναφορές (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά) οι οποίες διαλαμβάνονται στον όρο 2.2 αυτής:
Η παρούσα συμφωνία συνάπτεται υπό τον ρητό αναβλητικό όρο ότι η προσωρινή διαταγή (δηλαδή το επίμαχο διάταγμα) θα ακυρωθεί και ότι δεν υφίσταται άλλη αξίωση ή απαίτηση επί του ακινήτου. Η παρούσα συμφωνία θα καταστεί ενεργός και δεσμευτική μεταξύ των μερών και θα είναι δυνατή η καταχώρισή της στο αρμόδιο Κτηματολόγιο, μόνο κατόπιν ακύρωσης της επίμαχου διατάγματος. Σε περίπτωση που το επίμαχο διάταγμα δεν ακυρωθεί, η παρούσα συμφωνία δεν θα τεθεί σε ισχύ, δεν θα παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν θα είναι δυνατή η καταχώρισή της στο αρμόδιο Κτηματολόγιο.
Οι παραπάνω φράσεις είναι αποκαλυπτικές και προσδιοριστικές με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο και του νομικού χαρακτηρισμού της επίμαχης συμφωνίας, η οποία ασφαλώς αποτελεί «σύμβαση υπό αίρεση».
Το άρθρο 31 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι:
«“Σύμβαση υπό αίρεση” είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει.»
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 32 του ίδιου νόμου:
«Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος.»
Έχοντας υπόψη ότι τόσο κατά την υπογραφή όσο και κατά την κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, το επίμαχο διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ, δηλαδή, δεν είχε επέλθει το μελλοντικό και αβέβαιο - τότε - γεγονός, συνακόλουθο της επίμαχης συμφωνίας που ήταν η ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, η επίμαχη συμφωνία, σε εφαρμογή του άρθρου 32 (ανωτέρω) δεν ήταν νομικά εκτελεστή, ενώ σε εφαρμογή του όρου 2.2 (ανωτέρω επίσης), αυτή, πρώτο, δεν ήταν δεσμευτική μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεύτερο, δεν ήταν σε ισχύ και δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα. Το γεγονός ότι παρόλα αυτά επιτράπηκε η κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα και ούτε αναιρεί την ουσία, η οποία έγκειται στο γεγονός, ότι η επίμαχη συμφωνία, τόσο κατά τη σύναψή της όσο και κατά την κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο, δεν βρισκόταν σε ισχύ, που νομικά σημαίνει ότι είναι ως εάν να μην υπήρχε.
Ακολουθεί ότι η αντικειμενική υπόσταση της υπό εξέταση κατηγορίας δεν έχει αποδειχθεί.
Μολονότι η τύχη της αίτησης ουσιαστικά έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που η παραπάνω κρίση μου ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίδικο δικαστικής κρίσης, δηλαδή έφεσης, στη συνέχεια, θα επιχειρήσω να δώσω απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση της κατηγορίας.
Η Παπαδοπούλου, στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένσταση των καθ’ η αίτηση 2 και 3 στην υπό κρίση αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει λόγω της προσωπικής της εμπλοκής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πριν από την καταχώριση της παρούσας γενικής αίτησης και όπως την πληροφορεί και ο καθ’ ου η αίτηση 3, οι καθ’ ων η αίτηση 2 και ο καθ’ ου η αίτηση 1, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, βρίσκονταν σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, σε τελικά μάλιστα στάδια, αναφορικά με την πώληση των μεριδίων του αποβιώσαντα επί του ακινήτου Λούρα στους καθ’ ων η αίτηση 2.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας και αποκλειστικά για σκοπούς καταγραφής των συμφωνημένων όρων, την 1/9/2025, ο καθ’ ου η αίτηση 1, ως πωλητής, και οι καθ’ ων η αίτηση 2, ως αγοραστής, προχώρησαν στη σύναψη συμφωνίας πώλησης των μεριδίων του αποβιώσαντα επί του ακινήτου Λούρα. Η συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, στις 12/9/2025.
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο και τους ρητούς όρους της επίμαχης συμφωνίας, αυτή καταρτίστηκε υπό την αίρεση ακύρωσης του επίμαχου διατάγματος και συμφωνήθηκε / προβλεπόταν ρητά ότι αυτή θα αποκτήσει νομική ισχύ μόνο εάν ακυρωθεί το επίμαχο διάταγμα.
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει λόγω της προσωπικής της εμπλοκής στα επίδικα γεγονότα και όπως αναφέρεται ρητά και πιο πάνω αλλά και στο ίδιο το σώμα της επίμαχης συμφωνίας, αυτή καταρτίστηκε αποκλειστικά για σκοπούς καταγραφής και διασφάλισης των όρων της πώλησης που συμφωνήθηκαν μεταξύ των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οποιοσδήποτε τρίτος να αγοράσει το ακίνητο Λούρα και να καταθέσει το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο σε χρόνο πριν από την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος και συνακόλουθα, πριν από τους καθ’ ων η αίτηση 2. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και όπως την πληροφορούν και οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω κατάθεση θα αποκτούσε προτεραιότητα έναντι της πώλησης την οποία συμφώνησαν ήδη οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, πριν από την έκδοση του επίμαχου διατάγματος.
Έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 δεν συνιστούν παραβίαση των όρων του επίμαχου διατάγματος και σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά τους ήταν τέτοια που δεν καταδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο και δεν ισοδυναμεί με αδιαφορία ως προς τις πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος.
Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι προβλέπεται ΡΗΤΑ και ΞΕΚΑΘΑΡΑ στην επίμαχη συμφωνία ότι αυτή δεν θα αποκτήσει νομική ισχύ εάν δεν ακυρωθεί το επίμαχο διάταγμα, οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, με τη σύναψη της εν λόγω συμωνίας, δεν είχαν καμία πρόθεση απείθειας ή καταστρατήγησης του επίμαχου διατάγματος. Αντίθετα, όλες τους οι ενέργειες έγιναν λαμβάνοντας υπόψη και σεβόμενοι το επίμαχο διάταγμα, με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση της πώλησης στην οποία κατέληξαν με τον καθ’ ου η Αίτηση 1, πριν την έκδοση του επίμαχου διατάγματος. Όπως αναφέρει και πιο πάνω, οι καθ’ ων η αίτηση 2 είχαν ήδη αγοράσει τα 17/24 μερίδια επί του ακινήτου Λούρα, καθώς και το γειτονικό ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ] όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο Caravel, και ήταν πολύ σημαντικό για εκείνους να διασφαλίσουν την πώληση των εναπομεινάντων μεριδίων του αποβιώσαντα, ώστε να αποκτήσουν ολόκληρη την κυριότητα του ακινήτου Λούρα.
Σε διαφορετική περίπτωση, εάν κάποιος τρίτος αγόραζε και αποκτούσε την κυριότητα των μεριδίων του αποβιώσαντα πριν την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, αυτό θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στους καθ’ ων η αίτηση 2, οι οποίοι αγόρασαν το ακίνητο Λούρα, ώστε να το αξιοποιήσουν και να το εκμεταλλευτούν κατά τρόπο που θα επωφελούσε και θα αύξανε και θα προσέδιδε μεγαλύτερη αξία και λειτουργικότητα στο ακίνητο Caravel και που θα αναβάθμιζε το ξενοδοχείο που βρίσκεται σε αυτό, με το χτίσιμο και την κατασκευή γραφείων, βοηθητικών / αναγκαίων για το ξενοδοχείο κτιρίων, ή οποιουδήποτε άλλου κτιρίου, που θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ξενοδοχείου και που θα προσέθετε επιπρόσθετες εγκαταστάσεις και μονάδες. Η γειτνίαση του ακινήτου Caravel και του ξενοδοχείου με το ακίνητο Λούρα ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι καθ’ ης η αίτηση 2 εκδήλωσαν ενδιαφέρον να αγοράσουν το ακίνητο Λούρα και ο αιτητής γνώριζε / γνωρίζει καλά ότι οι καθ’ ων η αίτηση 2 επιθυμούσαν να αγοράσουν και τα δύο ακίνητα και όχι μόνο το ένα από αυτά.
Να πω απλώς, ότι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της μάρτυρος, οι οποίοι αποβλέπουν, καταρχάς, σε στοιχειοθέτηση της θέσης των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 αναφορικά με το λόγο για τον οποίο συνήψαν την επίμαχη συμφωνία με τον καθ’ ου η αίτηση 1, την οποία στη συνέχεια κατάθεσαν στο Κτηματολόγιο και ακολούθως, για να καταρρίψουν τη θέση του αιτητή ότι οι εν λόγω ενέργειες συνιστούν καταφρόνηση του επίμαχου διατάγματος, παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ο αιτητής, ο οποίος έχει και το βάρος απόδειξης της αίτησης ούτε αντεξέτασε τη μάρτυρα μα ούτε και καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να αντικρούσει οποιοδήποτε από τους εν λόγω ισχυρισμούς, οι οποίοι, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων που οι καθ’ ων η αίτηση έχουν θέσει ενώπιόν μου, ανάμεσά τους και η επίμαχη συμφωνία (βλ. τη Λ. Π. v. Α. Π (ανωτέρω).
Σύμφωνα με την Παπαχρυστόμου (ανωτέρω επίσης):
«Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd. (1977) 1 C.L.R., 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' αυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.»
Το κρίσιμο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το εξής:
Αν υποτεθεί ότι η σύναψη και κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο συνιστούν παραβίαση του επίμαχου διατάγματος - που για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο, έκρινα ότι δεν συνιστούν τέτοια παραβίαση -, έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω ενέργειες καθώς και όλες οι άλλες συναφείς με αυτές ενέργειες, τις οποίες ο αιτητής αποδίδει - κατά περίπτωση - σε κάθε ένα από τους τρεις καθ’ ων η αίτηση, έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης του επίμαχου δικαστικού διατάγματος;
Απαντώ αρνητικά στο ερώτημα. Ακολουθεί το σκεπτικό.
Οι καθ’ ων η αίτηση, με σωρεία όρων και προνοιών οι οποίες διαλαμβάνονται στην επίμαχη συμφωνία, αποκαλύπτουν την ύπαρξη του επίμαχου διατάγματος και αναγνωρίζουν με τον πλέον ρητό και ξεκάθαρο τρόπο, ότι ενόσω αυτό βρίσκεται σε ισχύ, η επίμαχη συμφωνία δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ και να παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Ειδικότερα:
Αρχίζοντας από το προοίμιο, με την τρίτη αιτιολογική σκέψη δηλώνουν ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίμαχης συμφωνίας, υπόκειται στο επίμαχο διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους πωλητές, μεταξύ άλλων, την πώληση του ακινήτου μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη συμφώνησαν ότι η συναλλαγή, αντικείμενο της επίμαχης συμφωνίας, θα διενεργηθεί υπό τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στη συνέχεια.
Ακολούθως, ο όρος 1, ο οποίος περιλαμβάνει τους ορισμούς και την ερμηνεία προσδιορίζουν με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια το μέρος εκείνο του επίμαχου διατάγματος που απαγορεύει ό,τι τους καταλογίζεται ότι έκαναν με την υπό κρίση αίτηση, το οποίο, κατά τον αιτητή αποδεικνύει και στοιχειοθετεί την εναντίον τους κατηγορία.
Έπειτα, με τον όρο 2.1, όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) δηλώνουν με απολύτως σαφή και ξεκάθαρο τρόπο ότι η επίμαχη συμφωνία τελεί υπό την προϋπόθεση ικανοποίησης του αναβλητικού όρου που ορίζεται στον όρο 2.2, τον οποίο, λόγω και της σπουδαιότητάς του, επαναλαμβάνω:
«The Parties recognise and accept that no sale can be made until such time as there is no order of the Court in force that prohibits such sale and their present agreement is solely for the purpose of writing down and securing the terms of such sale as and when the same will not be prohibited by the Court. This Agreement is entered into under the express condition precedent that the Interim Order is annulled and there is no other claim or demand over the Property. This Agreement shall only become effective and binding between the Parties and shall only be capable of registration with the competent Land Registry, upon the annulment of the Interim Order. In the event that the Interim Order is not annulled, this Agreement shall not come into force, shall have no effect, and shall not be capable of being registered at the competent Land Registry.»
Ακολουθεί ο όρος 3, ο οποίος διαλαμβάνει για το τίμημα και τον τρόπο πληρωμής του. Στον όρο 3.1 υπάρχει ρητή αναφορά ότι αυτό θα καταβληθεί στους πωλητές από τους αγοραστές, υπό την προϋπόθεση ότι η επίμαχη συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ, μόνο με την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος, σύμφωνα με τον όρο 2.2 (ανωτέρω).
Ο όρος 3.1.1 διαλαμβάνει για την καταβολή του ποσού των €20.000, υπό μορφή προκαταβολής, εντός 2 εργάσιμων ημερών από την υπογραφή της επίμαχης συμφωνίας, το οποίο θα παραμείνει ως ποσό δέσμευσης (reservation fee) μέχρις ότου πάψει να ισχύει το επίμαχο διάταγμα.
Ακολουθεί ο όρος 3.1.2, ο οποίος διαλαμβάνει την καταβολή του ποσού των €59.500, που αντιστοιχεί στην αμοιβή του καθ’ ου η αίτηση 1 για την πλήρη εξόφληση των υπηρεσιών του σχετικά με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα Οικονομίδη, ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος αγοράς του επίμαχου ακινήτου, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έχει εκδοθεί άλλο διάταγμα από οποιοδήποτε Δικαστήριο που να απαγορεύει την πώληση του επίμαχου ακινήτου.
Ο όρος 4 αναφέρεται στην ευθύνη και τις εγγυήσεις των πωλητών.
Με αυτόν - όπως αναφέρεται - οι πωλητές εγγυώνται και δηλώνουν, μεταξύ άλλων, ότι το επίμαχο ακίνητο υπόκειται στο επίμαχο προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. 47/2025, και το οποίο απαγορεύει στους πωλητές, μεταξύ άλλων, την πώληση του επίμαχου ακινήτου μέχρι την τελική έκβαση της εν λόγω διαδικασίας ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Τέλος, ο όρος τον 6 με τίτλο «Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο» προνοεί τα εξής:
Με τον όρο 6.1, οι πωλητές συμφωνούν ότι το επίμαχο ακίνητο βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση η οποία επιτρέπει στους αγοραστές να καταθέσουν την επίμαχη συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, για τους σκοπούς και σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(I)/2011, ενώ, με τον όρο 6.2 συμφωνούν να υπογράψουν (ή/και να μεριμνήσουν ώστε να υπογραφούν από τυχόν συνιδιοκτήτες) οποιοδήποτε έντυπο ή/και έγγραφο ή/και αιτήσεις ή/και συγκαταθέσεις και να προβούν σε κάθε αναγκαία ενέργεια ώστε να καταστεί δυνατή η κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Με τον ίδιο όρο, οι πωλητές εξουσιοδοτούν το Κτηματολόγιο να επιτρέψει την κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, χωρίς κανένα από τα μέρη να διατηρεί οποιαδήποτε αξίωση έναντι του άλλου.
Από το σύνολο των παραπάνω όρων σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει η Παπαδοπούλου στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 στην υπό κρίση αίτηση, τα δυο βασικά συμπεράσματα που αβίαστα εξάγονται είναι τα εξής: το πρώτο, ότι οι λόγοι για τους οποίους οι καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 συνήψαν την επίμαχη συμφωνία, την οποία ακολούθως οι καθ’ ων η αίτηση 2 κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης είναι αυτοί τους οποίους αναφέρει η Παπαδοπούλου στην εν λόγω ένορκη δήλωσή της, οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Αυτοί, εν μέρει αναφέρονται και στον όρο 2.2 της επίμαχης συμφωνίας, με τον οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η πώληση, ενόσω υφίσταται σε ισχύ το επίμαχο διάταγμα το οποίο απαγορεύει την πώληση και ότι η επίμαχη συμφωνία αποσκοπεί αποκλειστικά στην καταγραφή και τη διασφάλιση των όρων της πώλησης κατά το χρόνο που αυτή δεν θα απαγορεύεται πλέον από το Δικαστήριο. Και το δεύτερο, ότι σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί βάσιμα ότι οι καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 προέβησαν στις παραπάνω ενέργειες με πρόθεση να καταστρατηγήσουν ή περιφρονήσουν το επίμαχο διάταγμα.
Δεν μου διαφεύγει ότι, μολονότι με βάση τον όρο 2.2 της επίμαχης συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι αυτή θα καταστεί ενεργός και δεσμευτική μεταξύ των μερών και θα μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, μόνο κατόπιν ακύρωσης του επίμαχου διατάγματος, ως επίσης, ότι σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή, της μη ακύρωσης του επίμαχου διατάγματος, η επίμαχη συμφωνία δεν θα τεθεί σε ισχύ, δεν θα παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν θα είναι δυνατή η κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο, εντούτοις, με τον όρο 6, οι πωλητές - θα έλεγα, κατά τρόπο αντιφατικό - δηλώνουν ότι συμφωνούν, πρώτο, ότι το επίμαχο ακίνητο βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση η οποία επιτρέπει στους αγοραστές να καταθέσουν την επίμαχη συμφωνία στο Κτηματολόγιο, που δεν ισχύει, δεδομένης της ύπαρξης του επίμαχου διατάγματος, το οποίο - για να επαναλάβω - ίσχυε τόσο κατά την υπογραφή της επίμαχης συμφωνίας όσο και κατά την κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο και δεύτερο, να υπογράψουν οποιοδήποτε έντυπο και/ή έγγραφο για να καταστεί δυνατή η κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, κάτι που εν τέλει έγινε, αφού οι καθ’ ων η αίτηση 2, στις 12/9/2025 κατέθεσαν την επίμαχη συμφωνία στο Κτηματολόγιο.
Όμως, τα παραπάνω, πόρρω απέχουν ώστε να μπορεί θεωρηθεί άνευ άλλου ότι αυτή η ενέργεια των καθ’ ων η αίτηση 2 ισοδυναμεί με ηθελημένη παρακοή ή με πρόθεση καταστρατήγησης του επίμαχου διατάγματος.
Δεδομένης της ύπαρξης και τις ισχύς του επίμαχου διατάγματος και κυρίως, της νομικής του εμβέλειας κατά το χρόνο κατάθεσης της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, το συγκεκριμένο γεγονός, νομικά, ουδεμία πρακτική αξία ή επίπτωση θα μπορούσε να έχει έναντι του αιτητή και των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχε συνάψει ο ίδιος, για το οποίο καταχώρησε την κυρίως αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εκπρόθεσμη κατάθεση του εν λόγω εγγράφου στο Κτηματολόγιο, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που οι καθ’ ων η αίτηση 2 κατέθεσαν στο ίδιο μέρος την επίμαχη συμφωνία. Δηλαδή, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.
Για όσο χρόνο το επίμαχο διάταγμα θα βρίσκεται σε ισχύ, που κατά το χρόνο κατάθεσης της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, η ισχύς του ήταν μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι την έκδοση νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, η κατάθεση της επίμαχης συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, κανένα πλεονέκτημα ή προβάδισμα δημιουργεί έναντι του αιτητή. Ο οποίος, τόσο τότε όσο και, πολύ περισσότερο σήμερα που το επίμαχο διάταγμα σε σχέση με τον καθ’ ου αίτηση 1 έχει οριστικοποιηθεί, σε περίπτωση επιτυχίας της κυρίως αίτησής του, θα μπορεί να καταθέσει στο Κτηματολόγιο το αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχε συνάψει ο ίδιος, η κατάθεση του οποίου, σε εφαρμογή του άρθρου 5(1) του Ν. 81(I)/2011(ανωτέρω) θα συνιστά εμπράγματο βάρος επί του επίμαχου ακινήτου, κατά προτεραιότητα του εμπράγματου βάρους που θα δημιουργήσει σ’ αυτό η κατάθεση, στη συνέχεια, οποιασδήποτε άλλης σύμβασης σε σχέση με το ίδιο ακίνητο. Σε περίπτωση πάντοτε που ο αιτητής πετύχει στην κυρίως αίτηση, ειδικά η επίμαχη συμφωνία, υπό το φως όσων αναφέρονται στον όρο 2.2 αυτής, προφανώς, παρά την κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο, είναι φανερό ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως εξ υπαρχής άκυρη και μηδέποτε γενομένη. Αυτονόητο πως, το δεύτερο, θα ισχύει και για την κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο.
Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:
Οι καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης.
Ο κανονισμός 9(1) του ίδιου Μέρους διαλαμβάνει για το καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε κάθε υπόθεση, υποβάλλοντας για το σκοπό αυτό κατάλογο των εξόδων που αξιώνουν, δύο μέρες πριν από την ακρόαση. Από τους καθ’ ων η αίτηση που μας ενδιαφέρει μόνο οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 υπόβαλαν τέτοιο κατάλογο.
Ο καθ’ ου η αίτηση 1 δεν συμμορφώθηκε με το επί του προκειμένου καθήκον του και μάλιστα, χωρίς να προβάλει γι’ αυτό οποιαδήποτε εξήγηση ή αιτιολογία, γεγονός το οποίο, ασφαλώς θα έχει συνέπειες. Και τούτο, επειδή σύμφωνα με τον κανονισμό 9(2) του ίδιου πάντοτε Μέρους, παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της παραγράφου (1), χωρίς εύλογη αιτία, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο όταν αυτό αποφασίζει σχετικά με το συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων σύμφωνα με τον κανονισμό 39.7.
Οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 με το συνοπτικό κατάλογο εξόδων που έχουν υποβάλει αξιώνουν το ποσό των €6.098, πλέον €1.158,62, Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού, πλέον €12, πραγματικά έξοδα.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και συνυπολογίζοντας και όλους τους άλλους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω: για τον καθ’ ου η αίτηση 1, στο ποσό των €2.500, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού αυτού, πλέον πραγματικά έξοδα και για τους καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, στο ποσό των €3.500, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού αυτού, πλέον €12 πραγματικά έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των καθ’ ου η 1, 2 και 3, αντίστοιχα και σε βάρος του αιτητή.
(Υπ.) …..……..……………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο