ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Ε. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ.
Αρ. Aπαίτησης: 1/2025
(i-justice)
ΣΕ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ:
SANGRAF INTERNATIONAL SA, από Γενεύη, Ελβετία
Εναγόντων
και
UNIBROS STEEL CO. LTD, από Λευκωσία, Κύπρος
Εναγόμενων
ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ:
SANGRAF INTERNATIONAL SA, από Γενεύη, Ελβετία
Εναγόντων
και
UNIBROS STEEL CO. LTD, από Λευκωσία, Κύπρος
Εναγόμενων
--------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ημερ.: 02.10.2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες: κ. Γιώργος Α. Κωσταντίνου
Για τους Εναγόμενους: κ. Μ. Σωφρονίου για B. Lazic & Co LLC
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Ενάγοντες δια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Διαιτητικής Απαίτησης, αξιώνουν την έκδοση διατάγματος ως ακολούθως:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει την αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση στην Κύπρο της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 05.06.2024, στη Διεθνή Εμπορική Ad Hoc σύμφωνα με τους Κανόνες Διαιτησίας της UNICITRAL μεταξύ της Sangraf International SA από την Ελβετική Συνομοσπονδία και της Unibros Steel Co. Ltd από την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώπιον του International Commercial Arbitration Court at the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation η οποία εκδόθηκε από τον δεόντως διορισμένο Διαιτητή κ. Μπόρις Ο. Κοζέβνικοβ, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ής η αίτηση στην παρούσα.
Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κριθεί εύλογη και/ή δίκαιη και/ή αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Γ. Έξοδα, πλέον έξοδα μετάφρασης, πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α».
Η Απαίτηση εδράζεται στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν.101/87), και συγκεκριμένα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 35 και 36. Επιπλέον και μεταξύ άλλων στον Περί της Συμβάσεως περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 (Ν. 84/1979), στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 (Ν.121(Ι)/2000), στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, άρθρα 17 και 34, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο Μέρος 44 αυτών και στο Κοινοδίκαιο, τους Κανόνες της Επιείκειας, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Η Απαίτηση υποστηρίζεται από μαρτυρία η οποία περιλαμβάνει την ένορκη δήλωση (η αρχική) του κ. Μάρκου Δημοσθένους, Δικηγόρου και συνεργάτη του συνηγόρου που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Ο ίδιος καταχώρησε 2 (δύο) συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (1η και 2η ΣΕΔ ως θα αναφέρονται στο εξής) στις 25.11.25 και 04.02.26 αντίστοιχα.
Η πλευρά των εναγόμενων καταχώρησε εμφάνιση και ένσταση στην Απαίτηση στις 10.11.2025 και προώθησε με αυτήν συνολικά 9 λόγους ένστασης ως ακολούθως:
1. «Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται και/ή δεν συντρέχουν οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της κατ’ ισχυρισμό διαιτητικής απόφασης ημερ. 05.06.2024 («Διαιτητική Απόφαση») του φερόμενου ως Διαιτητικού Κέντρου στη Βιέννη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η αίτηση δεν πληροί τα κριτήρια [που προβλέπονται από το άρθρο 35 του Ν.101/1987 και από το άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, καθότι τα υποβληθέντα έγγραφα είναι ελλιπή, ανεπαρκώς επικυρωμένα και δεν τεκμηριώνουν την εγκυρότητα ή την εκτελεστότητα της επίδικης διαιτητικής απόφασης.
2. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από επαρκή μαρτυρία και ελλείπει το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που απαιτείται για την επιτυχία της. Δεν προσκομίζονται επαρκή τεκμήρια ή αποδεικτικά που να στοιχειοθετούν την εγκυρότητα και την τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης, ούτε στοιχεία που να αποδεικνύουν την ορθή ειδοποίηση και συμμετοχή της Unibros στη διαδικασία. Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι γενική, μη τεκμηριωμένη και δεν ικανοποιεί το απαιτούμενο αποδεικτικό επίπεδο για την εγγραφή αλλοδαπής απόφασης.
3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη, διότι δεν βασίζεται σε προσωπική γνώση του ενόρκως δηλούντος, αλλά σε πληροφορίες τρίτων, και δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Η ένορκη δήλωση, όπως κατατέθηκε, δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν πληροί τα κριτήρια του Κανονισμού 44 των νέων Πολιτικών Διαδικασιών, που απαιτούν σαφή, πλήρη και τεκμηριωμένη μαρτυρία.
4. Η Καθ’ ής η αίτηση ουδέποτε ειδοποιήθηκε καταλλήλως ή νομίμως για τη διαιτητική διαδικασία στην οποία αναφέρεται η αίτηση. Δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή επίσημο έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η Unibros Co. Ltd ενημερώθηκε εμπρόθεσμα για τον διορισμό του διαιτητή, για την έναρξη της διαδικασίας ή για οποιαδήποτε συνεδρία ή προθεσμία κατάθεσης υπομνημάτων. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση βασίζεται αποκλειστικά σε πληροφορίες τρίτων προσώπων και όχι σε προσωπική γνώση του δηλούντος, γεγονός που καθιστά τη μαρτυρία αυτή ανεπαρκή και αλυσιτελή. Ελλείψει αποδείξεων νόμιμης ειδοποίησης, η Unibros στερήθηκε της δυνατότητας να συμμετάσχει, να ακουστεί και να υπερασπιστεί τη θέση της, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά συνέπεια, η απόφαση έχει εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 36(1)(β) (ι) του Ν.101/87 και του άρθρου V (1) (b) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και δεν μπορεί να τύχει αναγνώρισης ή εκτέλεσης στην Κυπριακή Δημοκρατίας.
5. Η Διαιτητική Απόφαση στην οποία αναφέρεται η αίτηση είναι ανίσχυρη, διότι εκδόθηκε εκτός των ορίων που έθεσε η διαιτητική συμφωνία μεταξύ των μερών. Η αρχική ρήτρα διαιτησίας, όπως προκύπτει από την συμφωνία πώλησης, προέβλεπε ότι οποιαδήποτε διαφορά θα παραπέμπεται στο «International Commercial Arbitration Court at the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation». Παρά ταύτα η Διαιτητική Απόφαση φέρεται να έχει εκδοθεί βάσει των κανόνων UNCITRAL, σε ad hoc διαδικασία, με τόπο διαιτησίας τη Βιέννη και από έναν μόνο διαιτητή, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη ότι η Unibros συναίνεσε σε αυτή την ουσιώδη τροποποίηση της διαδικασίας ή του θεσμού της διαιτησίας. Η αλλαγή τόσο του διαιτητικού οργάνου όσο και του τόπου διαιτησίας συνιστά θεμελιώδη υπέρβαση εξουσίας και καθιστά τη διαδικασία νομικά ανυπόστατη. Ο διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς ούτε να εκδώσει δεσμευτική απόφαση κατά της Unibros , αφού η εξουσία του πηγάζει αποκλειστικά από τη συμφωνία των μερών. Επομένως η επίδικη απόφαση είναι ultra vires και αντίθετη με το άρθρο 36(1) (γ) του Ν.101/87 και το άρθρο V(1)(c) της Σύμβαση της Νέας Υόρκης.
6. Η διαιτητική διαδικασία διεξήχθη κατά παράβαση τόσο των όρων της συμφωνίας των μερών όσο και του δικαίου του τόπου διαιτησίας, με αποτέλεσμα η Διαιτητική Απόφαση να είναι άκυρη και ανίσχυρη. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό διορισμού του διαιτητή, ούτε από τεκμήρια που να αποδεικνύουν τη συναίνεση της Unibros στην επιλογή του προσώπου αυτού ή στον μονομελή χαρακτήρα του οργάνου. Δεν προκύπτει αν τηρήθηκαν οι κανόνες διορισμού που προβλέπονται είτε από το ρωσικό διαιτητικό επιμελητήριο είτε από το αυστριακό δίκαιο, το οποίο ισχύει ως lex arbitri, αφού ο τόπος διαιτησίας φαίνεται να ήταν η Βιέννη. Η παράλειψη αυτή δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ως προς τη νομιμότητα και την αμεροληψία του διαιτητικού οργάνου και συνιστά παράβαση του άρθρου 36(1) (δ) του Ν.101/87 και του άρθρου V(1)(d) της Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Μια απόφαση που εκδόθηκε από όργανο μη συγκροτημένο σύμφωνα με τη συμφωνία των μερών ή με το εφαρμοστέο δίκαιο δεν μπορεί να αναγνωριστεί ή να εκτελεστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία.
7. Η Αίτηση της αιτήτριας είναι ελλιπής και απαράδεκτη, καθώς δεν πληροί τις τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 35 του Ν.101/87 και του άρθρου ΙV της Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Η Αιτήτρια οφείλει να προσκομίσει πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και της διαιτητικής συμφωνίας, καθώς και επίσημα πιστοποιημένη μετάφραση αυτών στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση δεν φέρουν καμία επικύρωση από αρμόδια αρχή ή προξενική θεώρηση, ενώ η προσκομιζόμενη μετάφραση είναι απλή και όχι πιστοποιημένη. Επίσης δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ή ότι δεν έχει ακυρωθεί ή ανασταλεί στο κράτος προέλευσης. Η έλλειψη αυτών των θεμελιωδών στοιχείων καθιστά την αίτηση διαδικαστικά ατελή και ουσιαστικά απαράδεκτη. Το Δικαστήριο, χωρίς νόμιμα αποδεικτικά έγγραφα, δεν μπορεί να προχωρήσει σε εγγραφή ή αναγνώριση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης.
8. Η αναγνώριση και εκτέλεση της επίδικης απόφασης θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση της δημόσιας τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η όλη διαδικασία, όπως περιγράφεται στα έγγραφα της αίτησης, αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές δικαιοσύνης, αμεροληψίας και σεβασμού του δικαιώματος ακρόασης που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κυπριακής έννομης τάξης. Η Unibros στερήθηκε της δυνατότητας να ακουστεί, ο διαιτητής ενήργησε πέραν των εξουσιών που του παραχωρήθηκαν και η διαδικασία διεξήχθη υπό αμφισβητήσιμες συνθήκες που δεν εξασφάλισαν ισότητα τω μερών. Η αναγνώριση μιας τέτοιας απόφασης θα αντέβαινε στην αρχή του κράτους δικαίου και στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 36(1) (β) (ιι) του Ν.101/87 και το άρθρο V(2)(b) της Σύμβαση της Νέας Υόρκης, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να αρνηθεί την αναγνώριση μιας απόφασης η εκτέλεση της οποίας θα προσέβαλλε τη δημόσια τάξη.
9. Η αίτηση έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης αυτής. …»
Ο τελευταίος λόγος (9ος), που αφορά την κατά τόπο αρμοδιότητα του Ε. Δ. Λεμεσού, κατά την ακρόαση της αίτησης αποσύρθηκε και ως εκ τούτου δεν καταγράφεται η αιτιολογία του.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση (αρχική Ε/Δ) της κας. Ερμίνας Παπασολωμού, δικηγόρου και συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την καθ’ ης η αίτηση. Η ίδια καταχώρησε και στις 05.12.2025 συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ΣΕΔ).
Έχοντας ανωτέρω καταγράψει τα αιτήματα της αιτήτριας και τους λόγους ένστασης της καθ’ ής θα παραθέσω την ουσία της μαρτυρία κάθε πλευράς.
Με βάση την αρχική Ε/Δ για την Αιτήτρια:
- Η αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στην Ελβετική Συνομοσπονδία (τεκμήριο 1) και η καθ’ ής η αίτηση εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο (τεκμήριο 2).
- Την 15.12.20 τα μέρη (ως θα καλούνται η Αιτήτρια και η καθ’ ής) υπέγραψαν Συμφωνία με διακριτικό αριθμό SAN-UNI-ABI/20 (η Συμφωνία), τεκμήριο 3, που περιλάμβανε ρήτρα διαιτησίας στην παράγραφο 11 και ειδικότερα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ενώπιον του International Commercial Arbitration Court at the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation.
- Την 05.06.24 εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των 236.152,92 Δολάρια ΗΠΑ. Ως τεκμήριο 4 παρουσιάζεται η απόφαση στην ρωσική γλώσσα και ως τεκμήριο 5 πιστοποιημένη μετάφραση της στην ελληνική από την κα. Katsy Alona, μεταφραστή, εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο μεταφραστών του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών με αριθμό 021 (τεκμήριο 6 τιμολόγια εξόδων μετάφρασης).
- Η απόφαση έχει οριστικό και τελικό χαρακτήρα.
- Η καθ’ ής η αίτηση είναι Κυπριακή Εταιρεία με περιουσιακά στοιχεία στη Κύπρο και δεν έχει προβεί σε οιαδήποτε πληρωμή έναντι της Διαιτητικής Απόφασης.
Με την 1η ΣΕΔ προστίθενται οι κάτωθι ισχυρισμοί:
- Η Καθ’ ής η αίτηση είχε δεόντως ενημερωθεί και συμμετάσχει στη διαδικασία της Διαιτησίας και παρουσιάζει το τεκμήριο 1, αλληλογραφία του Διαιτητή με τον δικηγόρο της καθ’ ής σε στάδιο που προηγήθηκε της διαιτησίας.
- Καμία ένσταση εγέρθηκε αναφορικά με το πρόσωπο του Διαιτητή και η καθ’ ής συμμετείχε καταθέτοντας και δικόγραφα.
- Με βάση τον όρο 11.5 της Συμφωνίας η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου είναι δεσμευτική και τελική για τα μέρη.
Με την 2η ΣΕΔ προστίθενται οι κάτωθι ισχυρισμοί:
- Το τεκμήριο 4 της αρχικής Ε/Δ αποτελεί την πρωτότυπη απόφαση η οποία σαρώθηκε και καταχωρήθηκε στο I – Justice.
- Η Συμφωνία – τεκμήριο 3 έχει υπογραφεί από τα μέρη ηλεκτρονικά.
- Στις 17.12.20 πρόσωπο επ’ ονόματι Alexander Joksimovic από την καθ’ ής απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σε κάποια Julija εργοδοτούμενη της αιτήτριας με συνημμένο αρχείο με την υπογραφή του κ. Vladimir Delic και τη σφραγίδα της καθ’ ής (τεκμήρια Α και Β). Στις 21.12.20 η Julija απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Alexander στο οποίο αναφέρεται ότι έχει υπογραφεί και από την αιτήτρια η συμφωνία (τεκμήρια Γ και Δ).
- Στα τεκμήρια Β και Δ υπάρχουν και 2 επιπρόσθετες σελίδες στο τέλος οι οποίες έχουν υπογραφεί από τα μέρη και δεν εμφαίνονται στο τεκμήριο 3 της αρχικής του Ε/Δ και αυτό δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης.
- Ουδέποτε ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών φυσικά έγγραφα και τα μέρη έχουν στην κατοχή τους αυτά που αποστάλθηκαν με ηλεκτρονική επικοινωνία και υπογράφηκαν ηλεκτρονικά.
Με βάση την αρχική Ε/Δ για την Καθ’ ής η Αίτηση:
- Η καθ’ ής ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για τη σύσταση ή τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, ουδέποτε διόρισε ή αποδέχθηκε τον διαιτητή, ουδέποτε προσκλήθηκε να υποβάλει υπόμνημα ή να παραστεί σε ακρόαση και ουδέποτε έλαβε αντίγραφο ή κοινοποίηση της απόφασης πριν την υπό κρίση αίτηση.
- Για την ισχυριζόμενη ειδοποίηση της η μαρτυρία γενικά αναφέρει ενημέρωση από τους αιτητές και την Dr. Maier χωρίς τεκμήρια της ειδοποίησης.
- Η συμφωνία των μερών – τεκμήριο 3 στην αρχική Ε/Δ της αίτησης, προνοεί επίλυση της διαφοράς με διαιτησία ενώπιον του International Commercial Arbitration Court at the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation.
- Η αιτήτρια στηρίζει την αίτηση της σε απόφαση που εκδόθηκε υπό τους Κανόνες UNCITRAL στη Βιέννη από διαφορετικό διαιτητικό όργανο, το οποίο ουδεμία σύνδεση έχει με τον προβλεπόμενο θεσμό.
- Ο διαιτητής ουδέποτε απέκτησε εξουσιοδότηση να εκδώσει δεσμευτική απόφαση και η διαδικασία στερείται δικαιοδοτικού θεμελίου.
- Η αίτηση δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο σχετικά με τον τρόπο διορισμού του διαιτητή, την αποδοχή του διορισμού ή την τήρηση των κανόνων συγκρότησης του διαιτητικού οργάνου και δεν αναφέρεται εάν η διαδικασία διεξήχθη με τους κανόνες ή με το εφαρμοστέο δίκαιο του τόπου της διαιτησίας (lex arbitri).
- Δεν προκύπτει εάν ο διαιτητής επιλέχθηκε μονομερώς από την αιτήτρια, αν υπήρξε διαδικασία διορισμού του σύμφωνα με τους κανόνες του θεσμού ή αν δόθηκε στην καθ’ ής δικαίωμα συμμετοχής.
- Η καθ’ ής δεν είχε γνώση του διορισμού, δεν συναίνεσε και δεν έλαβε ενημέρωση για τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας.
- Η αίτηση δεν συνοδεύεται από τα απαιτούμενα πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας, ούτε από επίσημα πιστοποιημένη μετάφραση στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα.
- Η μετάφραση που παρουσιάστηκε δεν είναι επικυρωμένη από αρμόδιο φορέα ή δικαστική αρχή και δεν παρουσιάζεται τεκμήριο που να αποδεικνύει την τελεσιδικία ή εκτελεστότητα της απόφασης στο κράτος προέλευσης.
- Η ένορκη δήλωση είναι ελλιπής, δεν περιέχει προσωπική γνώση και δεν παραπέμπει σε πρωτογενή αποδεικτικά μέσα.
- Η αίτηση δεν αναφέρει επαρκώς την νομική βάση και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ή άλλου εφαρμοστέου καθεστώτος.
- Η αναγνώριση και εγγραφή μιας τέτοιας απόφασης θα αντέβαινε τις αρχές της δημόσιας τάξης της Δημοκρατίας, ήτοι τις αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας και της δίκαιης δίκης.
Με την ΣΕΔ προστίθενται οι κάτωθι ισχυρισμοί:
- Κατόπιν μελέτης της 1ης ΣΕΔ για την αιτήτρια και της αλληλογραφίας μεταξύ του φερόμενου διαιτητή και του κ. Lazic διαπιστώνει ότι παραλείπονται κρίσιμα στοιχεία τα οποία μάλιστα επιβεβαιώνουν ότι δεν υπήρξε έγκυρη εκπροσώπηση της καθ’ ής.
- Η καθ’ ής ουδέποτε παρέστη ή συμμετείχε στη διαδικασία. Η αλληλογραφία που παρουσιάστηκε είναι προκαταρκτική ανταλλαγή email τον Νοέμβριο του 2023 και ο κ.Lazic ανέφερε ότι εκπροσώπησε την καθ’ ής σε μη δικαστικά ζητήματα και αναμένει οδηγίες και η εμφάνιση του είναι προσωρινά υπό αίρεση. Ουδέποτε καταχώρησε εμφάνιση, υπέβαλε υπόμνημα ή υπεράσπιση ή έλαβε μέρος σε διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή.
- Από την ίδια αλληλογραφία προκύπτει ότι ο Διαιτητής ουδέποτε έλαβε επιβεβαίωση διορισμού του κ. Lazic ως εκπροσώπου της καθ’ ής και ουδέποτε αποστάλθηκε πληρεξούσιο εκπροσώπησης.
- Η αιτήτρια κανένα αποδεικτικό προσκόμισε για την ειδοποίηση της καθ’ ής στη διαδικασία.
- Ο Διαιτητής ουδέποτε διορίστηκε από τα μέρη σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία.
- Ούτε το ICAC ούτε η καθ’ ής εξουσιοδότησαν ή αποδέχθηκαν τον διορισμό του Διαιτητή.
NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ:
Η αιτήτρια εδράζει νομοθετικά της αξίωση της επί της ουσίας της εγγραφής και αναγνώρισης της απόφασης, στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/1987) και στον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 (Ν.84/1979) με τον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε την «Σύμβασιν περί της 'Αναγνωρίσεως και 'Εκτελέσεως 'Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων» που έλαβε χώρα στην Νέα Υόρκη την 1οην Ιουνίου 1958 (και η οποία θα καλείται στο εξής ως «Η Σύμβαση της Νέας Υόρκης»)
Η αξίωση της αιτήτριας επί των ανωτέρω νομοθετημάτων δεν αμφισβητείται ενώ η πλευρά της καθ’ ής η αίτηση εδράζει τις ενστάσεις και την επιχειρηματολογία της επί αυτών.
Πρώτιστα κρίνω αναγκαίο να ομαδοποιήσω και καταγράψω τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης αλλά και του Ν.101/1987.
Το Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, καθορίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοείται πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα δικαστή (βλέπε σχετικά την απόφαση στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D., (1995) 1 Α.Α.Δ. 737, Ημερ. 28/07/1995).
Το πιο πάνω Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, διαλαμβάνει τα εξής:
"Each Contracting State shall recognize arbitral awards as binding and enforce them in accordance with the rules of procedure of the territory where the award is relied upon, under the conditions laid down in the following articles. There shall not be imposed substantially more onerous conditions or higher fees or charges on the recognition or enforcement of arbitral awards to which this Convention applies than are imposed on the recognition or enforcement of domestic arbitral awards."
Η Σύμβαση τώρα έχει εφαρμογή σε αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες αφορούν εμπορικές διαφορές ή άλλα συναφή ζητήματα (βλ. Άρθρο Ι της Σύμβασης). Βλέπε σχετικά την απόφαση στην Αίτηση της Beogradska (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι:
«Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται.»
Το Άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί τα κάτωθι ως απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις για την επιτυχία αναγνώρισης και εκτέλεσης:
«1. To obtain the recognition and enforcement mentioned in the preceding article, the party applying for recognition and enforcement shall, at the time of the application, supply:
(a) The duly authenticated original award or a duly certified copy thereof;
(b) The original agreement referred to in article II or a duly certified copy thereof.
2. If the said award or agreement is not made in an official language of the country in which the award is relied upon, the party applying for recognition and enforcement of the award shall produce a translation of these documents into such language. The translation shall be certified by an official or sworn translator or by a diplomatic or consular agent.
To Άρθρο ΙΙ της Σύμβασης αναφέρεται στη γραπτή συμφωνία των μερών για παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία.
Οι λόγοι άρνησης της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων καθορίζονται και περιορίζονται στο Άρθρο V της Σύμβασης.
«1. Recognition and enforcement of the award may be refused, at the request of the party against whom it is invoked, only if that party furnishes to the competent authority where the recognition and enforcement is sought, proof that:
(a) The parties to the agreement referred to in article II were, under the law applicable to them, under some incapacity, or the said agreement is not valid under the law to which the parties have subjected it or, failing any indication thereon, under the law of the country where the award was made; or
(b) The party against whom the award is invoked was not given proper notice of the appointment of the arbitrator or of the arbitration proceedings or was otherwise unable to present his case; or
(c) The award deals with a difference not contemplated by or not falling within the terms of the submission to arbitration, or it contains decisions on matters beyond the scope of the submission to arbitration, provided that, if the decisions on matters submitted to arbitration can be separated from those not so submitted, that part of the award which contains decisions on matters submitted to arbitration may be recognized and enforced; or
(d) The composition of the arbitral authority or the arbitral procedure was not in accordance with the agreement of the parties, or, failing such agreement, was not in accordance with the law of the country where the arbitration took place; or
(e) The award has not yet become binding on the parties, or has been set aside or suspended by a competent authority of the country in which, or under the law of which, that award was made.
2. Recognition and enforcement of an arbitral award may also be refused if the competent authority in the country where recognition and enforcement is sought finds that:
(a) The subject matter of the difference is not capable of settlement by arbitration under the law of that country; or
(b) The recognition or enforcement of the award would be contrary to the public policy of that country. »
Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης των τυπικών προϋποθέσεων αλλά και λόγων για την άρνηση χορήγησης θεραπείας αναγνώρισης και εκτέλεσης σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Αίτηση της Beogradska (ανωτέρω) ως ακολούθως:
«Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.»
Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην πιο πρόσφατη απόφαση στην απόφαση UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIUS HOLDINGS, Πολιτική Έφεση 49/2016, ημερ. 13.11.24.
Οι ανωτέρω πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων παρουσιάζονται και στον Ν. 101/87. Όπως αναφέρθηκε στην Αίτηση της Beogradska (ανωτέρω):
«Παρόμοιες πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων επί εμπορικών ζητημάτων και συναφών θεμάτων αναφέρονται και στα άρθρα 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/87), του οποίου η εφαρμογή περιορίζεται αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποτελεί αυτοτελή νομοθετική ρύθμιση που καθιστά τη διεθνή εμπορική διαιτησία μια αυτόνομη διαδικασία. Το άρθρο 35 είναι παρόμοιο με το άρθρο IV της Σύμβασης και έχει ως ακολούθως:
35.-(1) Η διαιτητική απόφαση, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική. Το Δικαστήριο, μετά από γραπτή αίτηση οποιουδήποτε των μερών, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος ή του επόμενου άρθρου.
(2) Το μέρος που στηρίζεται στη διαιτητική απόφαση ή που επιζητεί την εκτέλεσή της οφείλει να προσκομίσει δεόντως θεωρημένο το πρωτότυπο ή δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας περί διαιτησίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 7. Αν η διαιτητική απόφαση και η συμφωνία περί διαιτησίας δεν είναι διατυπωμένες στην επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει και την προσκόμιση δεόντως κεκυρωμένης μετάφρασης αυτών στην επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας."
Επίσης το άρθρο 36 είναι παρόμοιο με το άρθρο V της Σύμβασης, όσον αφορά τους απορριπτικούς λόγους για την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης και το σχετικό με τη διαδικασία απόσπασμα, έχει ως ακολούθως:
"36. Η αίτηση για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, απορρίπτεται μόνο εφόσο συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους:
.................................."»
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται παράλληλα και στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος 121(Ι)/2000 ο οποίος ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση αναγνώρισης και εγγραφής. Στην UNITECH LIMITED (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι το ουσιαστικό δίκαιο περιλαμβάνεται στη Σύμβαση και ο Νόμος 121(Ι)/2000, ο οποίος αποτελεί νομοθέτημα, έπεται της ιεραρχίας της πιο πάνω Σύμβασης. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο και ότι εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία, με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής (βλέπε σχετικά την απόφαση Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης v. Καραμπάκη (2007) 1 Α.Α.Δ. 503).
Τα Άρθρα 3 και 4 του Ν.121(1)/2000 έχουν ως εξής:
«3.—(1) Απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σηµαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώµατος ή οργάνου ξένης χώρας µε την οποία η Κυπριακή Δηµοκρατία έχει συνοµολογήσει ή συνδέεται µε συνθήκη για αµοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται.
(2) Για σκοπούς του άρθρου αυτού, η λέξη «απόφαση» περιλαµβάνει και οποιαδήποτε εκτελεστή ενδιάµεση ή προσωρινή απόφαση ή διάταγµα.
4. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, ο παρών Νόµος εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου.»
Σε σχέση με την εφαρμογή του Ν. 121(1)/2000 σε συνάρτηση με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και το Ν.101/87 αναφορά έγινε στην απόφαση στην ECLI:CY:AD:2022:A115, Αναφορικά με την ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. Αναφορικά με την JOINT COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Έφεση Αρ. 71/2016, Ημερ. 16/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:A115, η οποία αφορούσε αίτημα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης που εξεδόθη στα πλαίσια Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας που διεξήχθη στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αποφασίστηκε ότι οι Νόμοι που τύγχαναν εφαρμογής ήταν οι Ν.84/79 και Ν.101/87 και ο Ν.121(1)/2000 τύγχανε εφαρμογής επί συγκεκριμένων διαδικαστικών ζητημάτων.
Επιπλέον έγινε αναφορά στο ότι ο Ν.84/79 προνοεί ρητά ότι τα μόνα έγγραφα τα οποία ο αιτητής πρέπει να καταχωρίσει, είναι η Διαιτητική Απόφαση, η Συμφωνία για Παραπομπή της Διαφοράς σε Διαιτησία και επικυρωμένες μεταφράσεις αυτών. Ο δε Ν.101/87 προνοεί ακόμα λιγότερα απαραίτητα έγγραφα για την εγγραφή, εφόσον δεν επιβάλλει την προσκόμιση μεταφράσεων των προαναφερόμενων εγγράφων με την καταχώριση της αίτησης για εγγραφή (Άρθρο 35(2) του Ν.101/87).
Η αίτηση τέλος, σε ότι αφορά το διαδικαστικό πλαίσιο καταχωρήθηκε με βάση τους νέους πλέον Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ως το Μέρος 44, προνοεί.
Η εξουσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας αίτησης με αναφορά στον δικαστικό έλεγχο εξετάστηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska (ανωτέρω), όπου με παραπομπή στα άρθρα IV και V της Σύμβασης, κρίθηκε ότι είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών.
«Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του Άρθρο V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψη μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση.»
Το Δικαστήριο επομένως δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς των μερών, ειδικά όταν η καθ’ ής είχε την δυνατότητα και ευκαιρία να το πράξει στα πλαίσια της Διαιτησίας και παρέλειψε. (βλέπε σχετικά τις αποφάσεις στις υποθέσεις Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 987 και Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd (2010) 1(A) A.A.Δ. 452).
Με βάση τις ανωτέρω αρχές και πρόνοιες των σχετικών και τελούντων το υπόβαθρο της αίτησης νομοθετημάτων θα προχωρήσω να εξετάσω την ενώπιον μου αίτηση.
Κατά πρώτο λόγο θα εξετάσω κατά πόσο η Αιτήτρια, έχοντας το σχετικό βάρος απόδειξης, παρουσίασε μαρτυρία με την οποία αποδεικνύεται η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και αναγνώριση. Σχετικές με τις προϋποθέσεις αυτές είναι οι ενστάσεις υπό στοιχεία 1 και 7.
Ειδικότερα η καθ’ ής ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια έχει υποβάλει ελλιπή έγγραφα ανεπαρκώς τεκμηριωμένα και ειδικότερα δεν έχει παρουσιάσει πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας καθώς και επίσημη μετάφραση αυτών στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα.
Τόσο το άρθρο 35 του Ν.101/87 όσο και το άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης επιβάλλουν όπως παρουσιαστεί τόσο «το πρωτότυπο ή δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας περί διαιτησίας» (άρθρο 35) και το «duly authenticated original award or a duly certified copy thereof και «The original agreement referred to in article II or a duly certified copy thereof»(άρθρο IV).
Η αιτήτρια στην παρούσα με την αρχική Ε/Δ που παρουσίασε κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την συμφωνία των μερών, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία. Αποτέλεσε εξαρχής θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η συμφωνία αυτή υπογράφηκε ηλεκτρονικά μεταξύ των μερών.
Η συμφωνία αυτή φέρει χειρόγραφες υπογραφές και σφραγίδες των μερών και αναρτήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο. Η θέση τώρα της καθ’ ής η αίτηση ως προβάλλεται είναι γενική και συνίσταται στο ότι η αιτήτρια παρέλειψε να παρουσιάσει πρωτότυπα και δεόντως επικυρωμένα έγγραφα. Καμιά μαρτυρία από πλευράς της καθ’ ής αμφισβητεί τη θέση που εξαρχής τέθηκε για την ηλεκτρονική υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας δηλαδή την υπογραφή της από έκαστο των μερών και την αποστολή της μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ως λεπτομερώς επεξηγείται στην 2η ΣΕΔ που η αιτήτρια παρουσίασε και η οποία παρουσιάζει μάλιστα και τα σχετικά τεκμήρια Α έως και Δ.
Τα τεκμήρια αυτά αποδεικνύουν ότι η συμφωνία υπεγράφη και ανταλλάχθηκε ηλεκτρονικά επομένως κρίνω ότι πληρείται η τυπική προϋπόθεση της παρουσίασης του πρωτοτύπου εγγράφου της συμφωνίας.
Σε ότι αφορά τώρα την προϋπόθεση παρουσίασης του πρωτοτύπου ή δεόντως επικυρωμένου κειμένου της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης. Η θέση της αιτήτριας είναι ότι το κείμενο της απόφασης ως το τεκμήριο 4, αποτελεί σάρωση του πρωτοτύπου κειμένου στη ρωσική γλώσσα και το οποίο είναι στην κατοχή της. Η σάρωση και κατάθεση του στον ηλεκτρονικό πλέον φάκελο δεν μεταβάλει το γεγονός ότι αυτό είναι σε πρωτότυπη μορφή. Το τεκμήριο 4 ως «ανέβηκε» ηλεκτρονικά στον φάκελο, φέρει την χειρόγραφη υπογραφή του Διαιτητή και έχει έγχρωμη μορφή. Η θέση των αιτητών ότι έχουν λάβει και έχουν στην κατοχή τους το πρωτότυπο κείμενο το οποίο σάρωσαν για σκοπούς καταχώρησης στον ηλεκτρονική φάκελο δεν αμφισβητείται ενώ παράλληλα δίδεται μαρτυρία ότι αυτό είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου για φυσικό έλεγχο.
Κρίνω ότι υπό το φως αυτών των περιστάσεων και της τήρησης πλέον ηλεκτρονικού φακέλου και αυτή η τυπική προϋπόθεση πληρείται δεδομένου ότι η απόφαση στην πρωτότυπη γλώσσα συγγραφής της φέρει την χειρόγραφη υπογραφή του Διαιτητή.
Σύμφωνα περαιτέρω με την απόφαση στην υπόθεση, ECLI:CY:AD:2017:A122 Intersputnik International Organization Of Space Communications v. Alrena Investments Limited Πολ. Έφεση 298/2013, ECLI:CY:AD:2017:A122, ημ. 4.4.2017, στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα του Albert Jan van de Berg: "The New Convention of 1958: An Overview", επεξηγείται η έννοια του «the authenticated original award» ως ακολούθως:
«…η αυθεντικότητα ενός εγγράφου πιστοποιείται με την ένθεση της υπογραφής επ΄ αυτού, με την οποία υπογραφή φανερώνεται το γνήσιο, και άρα, το αυθεντικό του εγγράφου. Από τη στιγμή που υπάρχουν οι πρωτότυπες υπογραφές του αποφασίζοντος Δικαστή ή Διαιτητή, δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω πιστοποίηση. Ο συγγραφέας στις σελ. 12-13, αναγράφει επί λέξει τα εξής:
«..The authentication of a document is the formality by which the signature thereon is attested to be genuine. The certification of a copy is the formality by which the copy is attested to be true copy of the original.»»
Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι αυτό των μεταφράσεων.
Αποτελεί θέση της καθ’ ής ότι τα έγγραφα δεν έχουν δεόντως μεταφραστεί από επίσημη αρχή. Με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης εάν η συμφωνία ή απόφαση δεν είναι σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους στο οποίο επιδιώκεται η εγγραφή και εκτέλεση, τότε ο αιτητής την εγγραφή οφείλει να παρουσιάσει μετάφραση των εγγράφων στην επίσημη γλώσσα και η μετάφραση αυτή πρέπει να είναι πιστοποιημένη από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματική ή προξενική αρχή. Με βάση το άρθρο 35 του Ν.101/87 όμως εάν η διαιτητική απόφαση και η συμφωνία περί διαιτησίας δεν είναι διατυπωμένες στην επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει και την προσκόμιση μετάφρασης αυτών στην επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας.
Από την διατύπωση των ανωτέρω προνοιών προκύπτει ότι με την μεν Σύμβαση της Νέας Υόρκης η χρήση της λέξης «shall» επιβάλλει όπως ο αιτητής παρουσιάσει μεταφράσεις σε αντίθεση με το άρθρο 35 του Ν.101/87 που αποδίδει με τη χρήση της λέξης «δύναται» διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να ζητήσει επικυρωμένη μετάφραση των εγγράφων σε επίσημη γλώσσα.
Εν προκειμένω και εξετάζοντας την ανωτέρω προϋπόθεση κατά πρώτο λόγο με αναφορά στο κείμενο της συμφωνίας – τεκμήριο 3. Αυτή παρουσιάζεται να έχει συνταχθεί υπό μορφή διπλή, ήτοι στη ρωσική γλώσσα και ταυτόχρονα στην αγγλική. Με βάση το άρθρο 2 του Περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988 (67/1988), οι επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας είναι η Ελληνική και Τουρκική. Η κατάθεση επομένως της συμφωνίας των μερών στην ρωσική και αγγλική γλώσσα δεν αποτελεί μια εκ των επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας ως κράτους στο οποίο και επιδιώκεται η εγγραφή και εκτέλεση.
Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ δεδομένου ότι υπάρχει σύγκρουση της επιβαλλόμενης από τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης μετάφρασης σε επίσημη γλώσσα του κράτους από την μια, με την δυνατότητα της μετάφρασης που καθορίζει ο Ν.101/87 στο άρθρο 35 με τη χρήση της λέξης «δύναται». Εν προκειμένω ο Νόμος 101/87 προνοεί ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης από ότι το άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.
Ουσιώδες εν προκειμένω είναι ότι με βάση τη συμφωνία των μερών η ρήτρα διαιτησίας στο άρθρο 11.5 του τεκμηρίου 3 προνοεί ότι αυτή θα διεξάγεται σύμφωνα με τους Κανόνες Διαιτησίας “UNCITRAL”. Οι κανόνες αυτές υιοθετούνται και από τον εγχώριο Νόμο 101/87 ο οποίος στις ερμηνευτικές του διατάξεις, Άρθρο 2(9), αναφέρει τα εξής:
«Για σκοπούς εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος Νόµου και µε σκοπό την επίτευξη και προαγωγή της τήρησης σύγχρονων και οµοιόµορφων κανόνων σε πνεύµα καλής πίστης, λαµβάνεται υπόψη ως ερµηνευτικό εργαλείο, όπου αυτό είναι δυνατό, το "Πρότυπο UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration", καθώς και το σχετικό επεξηγηµατικό σηµείωµα το οποίο υιοθετήθηκε από την Επιτροπή των Ηνωµένων Εθνών για το Διεθνές Εµπορικό Δίκαιο.»
Ουσιαστικά μια προσεκτική θεώρηση του Νόμου 101/87 δεικνύει ότι εκτός των εξαιρέσεων που προνοούνται, ο Νόμος ρυθμίζει τη διεθνή διαιτησία που διενεργείται στην Κύπρο και ο Νόμος ουσιαστικά αποτελεί την υιοθέτηση του Πρότυπου Νόμου του UNCITRAL (Model Law) από την Κύπρο. Ο εγχώριος όμως νόμος 101/87 προνοεί και για την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εκδόθηκε (σχετικό το άρθρο 35). Ως έχω προαναφέρει σε αυτό το άρθρο καθορίζονται ευνοϊκότερες πρόνοιες από το Άρθρο ΙV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης σε σχέση με τις μεταφράσεις. Αυτή η ευνοϊκότερη όμως πρόνοια συνάδει με τόσο με το πνεύμα της Σύμβασης όσο και του UNCITRAL που προνοεί ότι η εθνική νομοθεσία μπορεί να προνοεί ευνοϊκότερες πρόνοιες για την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων αλλά και με την όλη φιλοσοφία ότι θα πρέπει να διευκολύνεται η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων.
Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση ERTASIO HOLDINGS LIMITED (ανωτέρω),
«Ο Ν.84/79 προνοεί ρητά ότι τα μόνα έγγραφα τα οποία ο αιτητής πρέπει να καταχωρίσει, είναι η Διαιτητική Απόφαση, η Συμφωνία για Παραπομπή της Διαφοράς σε Διαιτησία και επικυρωμένες μεταφράσεις αυτών. Ο δε Ν. 101/87 προνοεί ακόμα λιγότερα απαραίτητα έγγραφα για την εγγραφή, εφόσον δεν επιβάλλει την προσκόμιση μεταφράσεων των προαναφερόμενων εγγράφων με την καταχώρηση της αίτησης για εγγραφή (άρθρο 35(2) του Ν. 101/87).»
Ως προς το ζήτημα επομένως του κατά πόσο μια αίτηση δύναται να βασιστεί σε αμφότερα τα νομοθετήματα η νομολογία κρίνω ότι έχει δώσει θετική απάντηση. Αυτό που δεν έχει αποφασιστεί είναι ποιο νομοθέτημα υπερισχύει σε περίπτωση σύγκρουσης όπως εν προκειμένω προκύπτει αναφορικά με τη μετάφραση της συμφωνίας των μερών.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση, 1. Marbale Universal Corp κ.α. v 1. Αlexey Nikolayevich Ananiev κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 32/2024, Ημερ. 08/01/2025 εξετάστηκε η ορθότητα της απόρριψης αίτηση για εγγραφή 3 διαιτητικών αποφάσεων για τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα διότι δεν επισυνάφθηκαν σε αυτήν πιστοποιημένα αντίγραφα των συμφωνιών παραπομπής σε διαιτησία. Αναφορά και ανάλυση έγινε και για το νομικό καθεστώς κάτω από το οποίο έπρεπε να εξεταστεί η αίτηση:
«Όπως προαναφέρθηκε, η αναγνώριση και εκτέλεση των υπό κρίση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, επιδιώχθηκε κυρίως με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79). Η αίτηση στηρίζεται επίσης στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) αλλά και στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, (Ν.121 (Ι)/2000).
Όμως εφαρμογή στην παρούσα έχει ο Νόμος 84/79 οι πρόνοιες του οποίου ως κυρωτικού Διεθνούς Σύμβασης Νόμου, έχουν σύμφωνα με το Άρθρο 169 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού Νόμου (βλ. Malachtou v. Armefti (1987) 1 C.L.R. 207). Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, στον ίδιο τον Νόμο 101/87 καθορίζεται στο Άρθρο 3.1 ότι αυτός τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία». Επομένως, ο ίδιος ο Νόμος 101/87 δίνει προτεραιότητα στην ισχύ και εφαρμογή της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 84/79.»
Ο εγχώριος Νόμος στη βάση των προνοιών του άρθρου 3(1), δίνει προτεραιότητα στη Σύμβαση ως ακολούθως:
«3.-(1) Υπό την επιφύλαξη oπoιασδήπoτε διμερούς ή πoλυμερoύς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία, o παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθvώv εμπoρικώv διαιτησιών.».
Παρά την ισχύ της Σύμβασης όμως δεν παραβλέπω εν προκειμένω την ισχύ των διατάξεων του Προτύπου UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration, το οποίο και λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 101/87 αλλά και την πρόνοια της ίδιας της Σύμβασης στο άρθρο VII (1) που δεν αποκλείει την εφαρμογή προνοιών εγχώριας νομοθεσίας του κράτους μέλους ως ακολούθως:
«1. The provisions of the present Convention shall not affect the validity of multilateral or bilateral agreements concerning the recognition and enforcement of arbitral awards entered into by the Contracting States nor deprive any interested party of any right he may have to avail himself of an arbitral award in the manner and to the extent allowed by the law or the treaties of the country here such award is sought to be relied upon.»
Προκύπτει επομένως ότι η ίδια η Σύμβαση, υπερισχύουσα και της εθνικής νομοθεσίας, δεν αποκλείει την χρήση οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς Σύμβασης ή εθνικής νομοθεσίας από πρόσωπο το οποίο επιδιώκει να επωφεληθεί από μια διαιτητική απόφαση. Τούτο το ζήτημα εξετάστηκε εκτενώς, αν και πρωτόδικα, από τον Έντιμο Πρόεδρο του Ε.Δ Λεμεσού κ. Χρ. Χριστοδούλου στα πλαίσια της απόφασης του στην υπόθεση με Αρ. Aπαίτησης: 3/2025, (i-justice), Halimeda International Ltd και Μaple Ridge Limited ημερ. 12.06.2026, Ε. Δ. Λεμεσού και ο οποίος αναλύοντας το ίδιο ζήτημα και ειδικότερα τις πρόνοιες του άρθρου VII (1) της Σύμβασης έθεσε ένα συγκεκριμένο σκεπτικό με το οποίο συμφωνώ και κρίνω βοηθητικό να παραθέσω αυτούσιο:
«…Το πιο πάνω Άρθρο περιλαμβάνει τον κανόνα του «ευνοϊκότερου δικαιώματος». Τούτο, περιλαμβάνει και την όλη φιλοσοφία της Σύμβασης, που είναι η ευκολότερη αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, το οποίο επικαλούνται και οι συνήγοροι της Ενάγουσας, του UNCITRAL Secretariat Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards (New York, 1958), σελ. 2:
"5. The conditions for recognition and enforcement in the Convention establish a 'ceiling', or maximum level of control, which Contracting States may exert over arbitral awards and arbitration agreements. On the other hand, Contracting States are free to apply more liberal rules than those set forth in the Convention. The Convention's aim is not to limit the pre-existing freedom of the Contracting States to treat foreign arbitral awards or arbitration agreements as favourably as they please, but rather to facilitate their recognition and enforcement to the greatest extent possible.
6.The New York Convention's pro - enforcement policy is enshrined at article VII(1), which is considered to be one of its cornerstones. Known as the "more favourable-right" provision, article VII(1) provides that, in addition to the Convention, a party seeking recognition and enforcement shall not be deprived of the right to rely on a more favourable domestic law or treaty. In accordance with article VII(1), a Contracting State will not be in breach of the Convention by enforcing arbitral awards and arbitration agreements pursuant to more liberal regimes than the Convention itself. The New York Convention therefore exists as a safeguard which guarantees a minimum standard of liberalism in its Contracting States, but which does not needed to be applied. Today, in some of the most pro-arbitration jurisdictions, the number of cases referring to Convention is scare precisely because the ordinary rules governing the recognition and enforcement of awards are more liberal and, in accordance with article VII(1), routinely applied without any need to refer to the Convention."
Παραπέμπω, επίσης, στις σελ. 239 - 308 του πιο πάνω αναφερόμενου Οδηγού για μια πιο λεπτομερή ανάλυση και στο κάτωθι χαρακτηριστικό απόσπασμα από στη σελ. 290:
"5. ...Thus, article VII (1) ensures that whenever the New York Convention proves to be less favourable than the provisions of another treaty or law of the country where recognition or enforcement is sought by a party seeking "to avail himself of an arbitral award", the more favourable rules shall prevail over the rules of the New York Convention."
Κατά συνέπεια, μπορεί ο Νόμος 101/87 να δίνει προτεραιότητα στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης ή καλύτερα η αποκλειστική ισχύς του να γίνεται υπό την επιφύλαξη της Σύμβασης, αλλά η ίδια η Σύμβαση δεν απαγορεύει την εφαρμογή του Νόμου 101/87, αρκεί οι πρόνοιες του να είναι ευνοϊκότερες από αυτές της Σύμβασης. Στην ουσία, η πρόνοια του Άρθρου 3(1) του Νόμου 101/1987 αναγνωρίζει την αυξημένη ισχύ της Σύμβασης έναντι ημεδαπών Νόμων αλλά δεν μπορεί να λεχθεί ότι καθιστά επιτακτική και την εφαρμογή μιας τέτοιας Σύμβασης. Η Σύμβαση υπερισχύει στην περίπτωση που οι πρόνοιες της εθνικής νομοθεσίας συγκρούονται με αυτήν, και απαιτούν πέραν από αυτά που απαιτεί η Σύμβαση. Στην σελ. 298 του πιο πάνω Οδηγού αναφέρεται ότι: "18. While the provisions of the New York Convention rarely compete with other international instruments concerning recognition and enforcement, where courts have been faced with such conflicts, they have typically resolved them under the more-favourable-right provision under article VII (1).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο Νόμος 101/87, όσο αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση των διεθνών αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων προνοεί λιγότερα έγγραφα για να ικανοποιηθούν οι τυπικές προϋποθέσεις και θα πρέπει να εφαρμοστεί ως «ευνοϊκότερος» δυνάμει των προνοιών του Άρθρου VII(2) της Σύμβασης.»
Επιπλέον παραπέμπω και στην πρωτόδικη επίσης απόφαση στην υπόθεση Palladium Holdings Limited Liability Company v. Phoenix Pharmacy Limited, Πρωτογενής Αίτηση Αρ. 64/2018, Ημερ. 21/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:D286, όπου η Έντιμη ΠΕΔ (ως ήταν τότε) κ. Στ. Χατζηγιάννη, ακολούθησε αποκλειστικά τις πρόνοιες του Άρθρου 35 του Νόμου 101/87 χωρίς, όμως, οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση, αν και σε εκείνη την υπόθεση είχαν παρουσιαστεί και μεταφράσεις.
Στη βάση επομένως των ανωτέρω καταλήγω ότι δύναμαι να εφαρμόσω τις πρόνοιες του Ν.101/87 που περιλαμβάνει πρόνοιες για την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνούς αλλοδαπής απόφασης, ανεξάρτητα από την χώρα στην οποία εκδόθηκε καθώς και τους λόγους άρνησης μιας τέτοιας αναγνώρισης και εκτέλεσης (βλ. Άρθρα 35 και 36). Εν κατακλείδι κρίνω ότι η αιτήτρια στη βάση του Ν. 101/87 δύναται να αξιώσει την εγγραφή της απόφασης στη βάση των ευνοϊκότερων προνοιών του.
Επανερχόμενη τώρα στο ζήτημα της μετάφρασης της συμφωνίας, αυτό που αποτελεί κατάληξη μου είναι ότι δεδομένης της σύνταξης της συμφωνίας – τεκμήριο 3 τόσο στη ρωσική όσο και στην αγγλική γλώσσα, με την τελευταία να είναι γλώσσα αντιληπτή από το Δικαστήριο, δεν απαιτείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας μου στη βάση του άρθρου 35 του Νόμου 101/87 ώστε να ζητήσω παρουσίαση μετάφρασης σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας.
Σε ότι αφορά τώρα την μετάφραση της Διαιτητικής απόφασης. Αυτή έχει παρουσιαστεί στην πρωτότυπη, ως έχω καταλήξει μορφή της, στην ρωσική γλώσσα – τεκμήριο 4 και ως τεκμήριο 5 σε μετάφραση σε επίσημη γλώσσα της Κ.Δ, ήτοι την ελληνική. Η θέση της καθ’ ής η αίτηση ότι αυτή δεν αποτελεί έγκυρη μετάφραση από αρμόδια αρχή. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 35 δεν απαιτούνται μεταφράσεις παρά ταύτα εν προκειμένω η αιτήτρια, με δεδομένο ότι η πρωτότυπη απόφαση είναι συνταγμένη στη ρωσική γλώσσα, ήτοι σε γλώσσα μη αντιληπτή από το Δικαστήριο, παρουσίασε μετάφραση της στην ελληνική. Η μετάφραση έλαβε χώρα από την κα. Katsy Alona, η οποία είναι ορκωτός μεταφραστής με αριθμό μητρώου 021, ως τηρείται στη βάση των προνοιών του Ν. Περί Εγγραφής και Ρύθμιση των Υπηρεσιών του Ορκωτού Μεταφραστή στην Κυπριακή Δημοκρατία, Ν. 45(1)/2019. Τόσο το τεκμήριο 4 όσο και η μετάφραση τεκμήριο 5 φέρουν την σφραγίδα του Υπουργείου Εσωτερικών και τη δέουσα πιστοποίηση της μετάφρασης από την ανωτέρω μεταφράστρια.
Καταλήγω επομένως ότι ενώπιον μου η αιτήτρια έχοντας παρουσιάσει τόσο τη συμφωνία των μερών με τις χειρόγραφες υπογραφές και η οποία υπογράφηκε ηλεκτρονικά, όσο και την πρωτότυπη συμφωνία με την χειρόγραφη υπογραφή του Διαιτητή και η οποία σαρώθηκε για σκοπούς κατάθεσης της στον φάκελο με μετάφραση της τελευταίας στην ελληνική γλώσσα, πλήρωσε τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Ν.101/87.
Με την πλήρωση των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, το βάρος απόδειξης ενός ή και περισσότερων εκ των λόγω άρνησης εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης, επαφίεται στην καθ’ ής η αίτηση.
Λαμβάνοντας υπόψη μου τους λόγους ένστασης της καθ’ ής αυτό που ουσιαστικά ισχυρίζεται είναι ότι:
1. Στερήθηκε της δυνατότητας να παρουσιάσει την υπόθεση της και να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαιτησία. (λόγοι ένστασης 2, 4, 8).
2. Το διαιτητικό όργανο δεν συστάθηκε νομότυπα και με τη σύμφωνη γνώμη της καθ’ ής για την ανάληψη δικαιοδοσίας κατά παράβαση της συμφωνίας των μερών. (λόγοι ένστασης 5 και 6).
Oι πιο πάνω λόγοι ως αποτυπώθηκαν στο άρθρο 36 του Ν.101/87 είναι πανομοιότυποι με αυτούς που περιλαμβάνονται στα Άρθρα V(1)(b) και V(2)(b) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, αποτελούν επίσης αντιγραφή του UNCITRAL Model Law του 1985, όπως τροποποιήθηκε το 2006 και το οποίο η Κύπρος υιοθέτησε.
Σε ότι αφορά τη σύσταση του Διαιτητικού Δικαστηρίου σε συνάρτηση με τη σχετική συμφωνία των μερών αναφέρω τα κάτωθι:
Η συμφωνία των μερών – τεκμήριο 3 προνοούσε τα κάτωθι στον σχετικό όρο 11.
«11.5 Any dispute, controversial or claiming arising from the execution of or in connection with this Contract or its breaching, cancellation or invalidity shall be subjected to disposal in accordance with arbitration rules UNCITRAL. The competent authority shall be International Commercial Arbitration Court of the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation. The decision of the above-nominated Court is binding for Parties and final.
11.6 The hearing if the case will be conducted in the Russian Language using substantive law of the Russian Federation».
Προκύπτει επομένως ότι τα μέρη συμφώνησαν όπως παραπέμψουν την οιαδήποτε διαφορά τους σε διαιτησία ενώ παράλληλα καθόρισαν το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο ως το International Commercial Arbitration Court of the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation.
Η πλευρά της καθ’ ής τώρα ισχυρίζεται ότι ο Διαιτητής που έκδωσε την αιτούμενη προς εγγραφή και εκτέλεση απόφαση, με διαιτησία που φαίνεται να έλαβε χώρα στη Βιέννη, δεν ήταν πρόσωπο καθορισμένο εκ των συμφωνίας των μερών.
Την απάντηση στα πιο πάνω εγειρόμενα ζητήματα δίδει η ίδια η απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραπέμπει τόσο στη συμφωνία των μερών όσο και στον διορισμό ως Διαιτητή. Σχετικά είναι τα Κεφάλαια 2 και 3 της απόφασης – τεκμήριο 5.
Με βάση τα όσα αναφέρονται, με τη σύμβαση των μερών συμφωνήθηκε όπως αρμόδια αρχή καθοριστεί το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και η διαδικασία θα διεξαχθεί σύμφωνα με τους Κανόνες της UNCITRAL στη ρωσική γλώσσα και με τη χρήση του ουσιαστικού δικαίου της Ρωσίας. (βλέπε σχετικά κεφάλαια 2.2 και 2.3 της απόφασης).
Σε ότι αφορά τη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως λεπτομερώς καθορίζεται στο κεφάλαιο 3.1 και 3.2 της απόφασης, οι λειτουργίες της αρχής, ήτοι του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, καλούμενο στο εξής ως “ICAC”, προβλέπονται σε μια σειρά από διατάξεις των Κανόνων Διαιτησίας και ειδικότερα με βάση πρόνοια ορίζεται ότι η αρμόδια αρχή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, διορίζει έναν και μοναδικό διαιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση παρεμβάλλω ότι η υπόθεση εκδικάστηκε σε Διαιτησία από ένα μοναδικό Διαιτητή. Ακολούθως καταγράφεται το ιστορικό διορισμού του Διαιτητή στην προκείμενη περίπτωση ως ακολούθως:
Με βάση το Κεφάλαιο 3.1 της απόφασης:
1. Στις 3.5.23 η αιτήτρια προσέφυγε στο ICAC με αγωγή εναντίον της καθ’ ής η αίτηση.
2. Το ICAC στις 5.6.23 απάντησε με επιστολή ότι η διαφορά με βάση τη συμφωνία των μερών καλύπτεται από τους Κανόνες UNCITRAL και το ICAC ενεργεί μόνο ως αρμόδια αρχή – διορίζουσα και παρέχει οργανωτική υλική και τεχνική αρωγή. Προτάθηκε από το ICAC ο διορισμός διαιτητή από την αιτήτρια και η ειδοποίηση προς την καθ’ ής περί τούτου να αποσταλεί στην αρχή.
3. Η εν λόγω επιστολή της αιτήτριας προς την καθ’ ής με την πρόταση για διορισμό ενός και μοναδικού διαιτητή στάλθηκε στο ICAC.
Με βάση το Κεφάλαιο 3.2 της απόφασης ακολούθησε ο διορισμός του μοναδικού Διαιτητή:
1. Αφού κοινοποιήθηκε η ειδοποίηση προς την καθ’ ής χωρίς αυτή να απαντήσει ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για διορισμό ενός και μοναδικού διαιτητή και ειδικότερα συγκεκριμένου προσώπου επ’ ονόματι Μαρενκόβ Ντ.Β.
2. Σε συνεδρίαση του Προεδρείου του ICAC με αρ. 9/23 εξετάστηκε το αίτημα της αιτήτριας και αποφασίστηκε ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 των Κανόνων Διαιτησίας, ελλείψει απάντησης από έναν διάδικο στην πρόταση άλλου διαδίκου για διορισμό μοναδικού διαιτητή, η αρμόδια αρχή, αφού λάβει το αντίστοιχο αίτημα, μπορεί να διορίσει έναν μοναδικό διαιτητή. Στη συνέχεια το Προεδρείο του ICAC προχώρησε και διόρισε έναν μοναδικό διαιτητή, τον κ. Κοζένκοβ Μπορίς Ολέγκοβιτς και ακολούθως το Διαιτητικό Δικαστήριο που συγκροτήθηκε από έναν και μοναδικό διαιτητή ξεκίνησε την εργασία του στις 31.10.23.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει, κρίνω ξεκάθαρα, αλλά και στη βάση της διαδικασίας με βάση τους Κανόνες της UNCITRAL, ότι η διαδικασία της διαιτησίας έλαβε χώρα μέσω της αρμόδιας αρχής ως καθορίστηκε από τα μέρη στη συμφωνία τους, ήτοι το ICAC και αυτό ασκώντας εξουσίες εκ των κανόνων προέβη στον διορισμό ενός και μοναδικού διαιτητή. Επιπλέον η διαδικασία διεξήχθη με βάση του Κανόνες UNCITRAL, στη ρωσική γλώσσα κάτω από το ρωσικό ουσιαστικό δίκαιο ως τα μέρη συμφώνησαν.
Σε ότι αφορά τώρα τον τόπο διεξαγωγής της διαδικασίας με βάση τη συμφωνία των μερών δεν καθορίστηκε συγκεκριμένος τόπος και ο Διαιτητής ως λεπτομερώς αναφέρει στην απόφαση του, Κεφάλαιο 3.3, λαμβάνοντας υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 18 των Κανόνων Διαιτησίας, καθόρισε ως τόπο διεξαγωγής της Διαιτησίας την Βιέννη της Αυστρίας για τους λόγους που αναφέρει στην απόφαση του.
Εκ των ανωτέρω επομένως οι θέσεις της καθ’ ής σε ότι αφορά τον διορισμό του Διαιτητή κατ’ αντίθεση και εκτός των συμφωνηθέντων με τη συμφωνία – τεκμήριο 3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Προκύπτει ότι η αιτήτρια απευθύνθηκε στο καθορισθέν από τα μέρη αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο, ήτοι το ICAC, και το οποίο στη βάση των Κανονισμών, προχώρησε στο διορισμό ενός μοναδικού Διαιτητή κρίνοντας ότι η διαφορά εμπίπτει στις υποθέσεις που δύναται να ακουστούν από έναν τέτοιο μοναδικό διαιτητή.
Εκείνο που περαιτέρω σημειώνεται είναι ότι η καθ’ ής η αίτηση, σε αντίφαση με τα όσα αφορούν τις ενώπιον μου θέσεις περί μη αναγνώρισης του Διαιτητή φαίνεται από το κείμενο της απόφασης όχι μόνο να έχει ειδοποιηθεί και λάβει γνώση της διαδικασίας αλλά και να έλαβε μέρος μέσω πληρεξούσιου εκπροσώπου σε αυτήν. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο Κεφάλαιο 4.2 της απόφασης υπό τον τίτλο «Αμφισβήτηση των εξουσιών του αντιπροσώπου του Καθ’ ού η Αίτηση εκ μέρους του αντιπροσώπου του Αιτητή» και ειδικότερα σημειώνω την αναφορά ότι το πληρεξούσιο για τον αντιπρόσωπο του καθ’ ού η αίτηση, ήτοι του κ. Μπορίς Λάζιτς, που εκπροσωπεί την καθ’ ής και ενώπιον μου, παραλήφθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο στις 31.01.24.
Σε ότι αφορά τώρα τους λόγους ένστασης που άπτονται της θέσης της καθ’ ής ότι στερήθηκε της δυνατότητας να παρουσιάσει την υπόθεση της και να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαιτησία και οι οποίοι συνδέονται και με το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη κατά παράβαση του Συντάγματος.
Η όλη επιχειρηματολογία της καθ’ ής η αίτηση για την κατ' ισχυρισμό αποστέρηση του δικαιώματος της να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαιτησία, περιστρέφεται γύρω από θέσεις που άπτονται της έλλειψης δέουσας ειδοποίησης και γνώσης της για τη διαδικασία που είχε ως επακόλουθο να αποστερηθεί του δικαιώματος της για συμμετοχή στοιχείο που παραβιάζει και βασικές αρχές της δημόσιας τάξης στη Δημοκρατία.
Ειδικότερα σε ότι αφορά τον όρο «Δημόσια Τάξη» σχετική είναι η απόφαση στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας εκ μέρους και για λογαριασμό της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG, Πολ. Έφεση Αρ. 10071, Ημερομηνίας 28/04/1999, όπου λέχθηκαν τα κάτωθι:
«ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη».
Σύμφωνα με το άρθρο 36(α)(ii) του Νόμου, υπάρχει υποχρέωση για δέουσα γνωστοποίηση της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό να παρασχεθεί η ευκαιρία στο διάδικο μέρος να παραστεί και να αναπτύξει την υπεράσπιση του και το δικαίωμα του να παρουσιάσει την υπόθεση του. Δηλαδή, περιλαμβάνει και διαδικαστικές παραβιάσεις που είχαν ως αποτέλεσμα το διάδικο μέρος, που το επικαλείται, να στερηθεί της ευκαιρίας του να παρουσιάσει την υπόθεση του. Κατά την εξέταση τέτοιου επιχειρήματος, η προσοχή στρέφεται στα πραγματικά γεγονότα και στην συμπεριφορά των διαδίκων, κάτι το οποίο οδηγεί σε περιορισμένη εφαρμογή του Άρθρου V(1)(b) (βλέπε σχετικά International Arbitration Handbook (2025), Αrticle V(1)(b), para. 4 - 6).
Στο UNCITRAL Secretariat Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards (New York, 1958) (2016), p. 156 αναφέρεται ότι το πιο πάνω Άρθρο θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και περιορισμένα και ότι πολλές φορές διασυνδέεται με το λόγο άρνησης της δημόσιας πολιτικής (βλέπε σελίδα 156, παράγραφοι 6 και 7). Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι για να τεκμηριωθεί ο πιο πάνω λόγος άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, θα πρέπει να καταδειχθεί σοβαρή παρατυπία στη διαιτητική διαδικασία, η οποία να είναι «ανήκουστη» ή να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις (βλέπε παραγράφους 33 και 34).
Έχω διεξέλθει όλη της επιχειρηματολογίας της καθ’ ής η αίτηση σε ότι αφορά τους σχετικούς λόγους ένστασης. Ουσιαστικά η καθ’ ής εδράζει τους ισχυρισμούς της για παραβίαση των αρχών της δημόσια τάξης με τους ισχυρισμούς για μη δέουσα ενημέρωση της, μη συμμετοχή της στη διαδικασία και στην έλλειψη εξουσίας του Διαιτητή. Το τελευταίο έχει καλυφθεί στο στάδιο εξέτασης των πρώτων ως ανωτέρω λόγων ένστασης.
Σε ότι αφορά τώρα τους ισχυρισμούς για την ενημέρωση και συμμετοχή της με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, κρίνω ότι αυτοί, όχι μόνο τέθηκαν γενικά και αόριστα, χωρίς επίκληση και παραπομπή σε συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία αλλά περαιτέρω αντικρούονται με λεπτομέρεια και σαφή γεγονότα που προκύπτουν από το κείμενο της ίδιας της απόφασης αλλά και των τεκμηρίων που η αιτήτρια παρουσίασε με τις ΣΕΔ της.
Ειδικότερα από το Τεκμήριο 1 της 1ης ΣΕΔ της αιτήτριας προκύπτουν τα εξής:
- Στις 16.11.23 ο Διαιτητής που στο μεταξύ είχε διοριστεί με απόφαση του Προεδρείου της ICAC, αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα στον συνήγορο της καθ’ ής, κοινοποιώντας του την ιδιότητα του και υποβάλλοντας ερώτημα ως προς το κατά πόσο συνεχίζει να εκπροσωπεί την καθ’ ής ενώ ζητά και ενημέρωση για την έγκυρη διεύθυνση της καθ’ ής ώστε να απευθυνθεί σε αυτήν.
- Στις 24.11.26 ο συνήγορος της καθ’ ής απαντά στον Διαιτητή αναφέροντας ότι έχει στο παρελθόν εκπροσωπήσει την καθ’ ής σε μη δικαστικές διαδικασίες και αναμένει σχετικά με το επίδικο θέμα της Διαιτησίας, παρεμβάλλω ότι ως θέμα στην αλληλογραφία καταγράφεται η αναφορά σε “UNCITRAL ARBITRATION”, οδηγίες των πελατών του. Επιπλέον αναφέρει ότι στο παρόν στάδιο η εμφάνιση του τελεί υπό αίρεση ενώ αξιώνει και την αποστολή από τον διαιτητή των σχετικών εγγράφων εντός 7 ημερών ενώ ζητά και παράταση της προθεσμίας υποβολής της υπεράσπισης.
- Την ίδια ημερομηνία ο Διαιτητής απαντά στον συνήγορο ενημερώνοντας τον ότι οι διαδικασίες της διαιτησίας καλύπτονται από αυστηρές υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να αποστείλει τα έγγραφα μόλις λάβει επιβεβαίωση ότι ο συνήγορος εκπροσωπεί την καθ’ ής και προς τούτο ζητά την αποστολή πληρεξουσίου.
- Στις 28.11.23 ο συνήγορος της καθ’ ής αναφέρει ότι θα εκπροσωπήσει την καθ’ ής σε οιαδήποτε πιθανή Δικαστική Διαδικασία / Διαιτησία (“…at any potential Litigation/Arbitration”) και με παραπομπή στην εγχώρια δικονομία αναφέρει ότι δεν απαιτείται υπογραφή πληρεξουσίου και εάν υφίσταται στην προκείμενη θα το προσκομίσει.
- Το πιο πάνω ιστορικό γεγονότων συμπληρώνεται από το περιεχόμενο της απόφασης και στο οποίο στο Κεφάλαιο 4.2 γίνεται αναφορά στην εν τέλει λήψη του πληρεξουσίου του αντιπροσώπου της καθ’ ής από το Διαιτητικό Δικαστήριο στις 31.1.24.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η καθ’ ής η αίτηση ειδοποιήθηκε για την διαδικασία αποστέλλοντας μάλιστα και πληρεξούσιο του αντιπροσώπου της στον Διαιτητή. Καταλήγω επομένως ότι τόσο με βάση το τεκμήριο 1 της 1ης ΣΕΔ όσο και του περιεχομένου της επίδικης απόφασης αποδεικνύεται η δέουσα ενημέρωση της καθ’ ής συνεπώς οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
Σε ότι αφορά τώρα το σκέλος των ισχυρισμών περί μη συμμετοχής της στη διαδικασία και αποστέρηση του δικαιώματος της σε σχέση με την εκπροσώπηση της.
Το κείμενο της απόφασης, και το οποίο ουδόλως σχολιάζεται από την πλευρά της καθ’ής, δεικνύει ότι η καθ’ ής μέσω του συνηγόρου της, που είναι το ίδιο πρόσωπο που την εκπροσωπεί στην παρούσα, όχι μόνο έλαβε γνώση της διαδικασίας της Διαιτησίας αλλά εμφανίστηκε σε αυτήν και συμμετείχε προβάλλοντας ενστάσεις και θέσεις που αφορούσαν όχι μόνο την ουσία της διαφοράς αλλά και δικονομικά ζητήματα επί της διαδικασίας. Παραπέμπω ενδεικτικά στα κάτωθι:
- Στο Κεφάλαιο 1 υπό τίτλο «Διάδικοι», ως εκπρόσωπος της καθ’ ής αναφέρεται ο ενώπιον μου συνήγορος στη βάση ειδικού πληρεξουσίου υπογραφέντος από τον διευθυντή της καθ’ ής η απαίτηση, κ. Βλαντιμίρ Ντέλιτς.
- Στο Κεφάλαιο 4.4 υπό τίτλο «Διαδικαστικό χρονοδιάγραμμά της διεξαγωγής της διαιτησίας και η υποβολή υπομνημάτων από τους Διαδίκους» η καθ’ ής παρουσιάζεται να έχει υποβάλει ένσταση επί της αγωγής στις 21.3.24 και στις 2.5.24 σχόλιο στην απάντηση της αιτήτριας.
- Σημειώνεται ότι ως αναφέρεται στο εν λόγω κεφάλαιο οι διάδικοι υπέβαλαν επανειλημμένα αιτήματα για αναβολή των προθεσμιών και όλα ικανοποιήθηκαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο.
Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει επομένως ότι η καθ’ ής όχι μόνο έλαβε γνώση της διαδικασίας αλλά συμμετείχε σε αυτήν, καταχώρησε υπομνήματα/δικόγραφα με τις θέσεις της ενώ ως προκύπτει από το σύνολο της απόφασης τοποθετήθηκε σε διαδικαστικά διατάγματα του Δικαστηρίου (βλέπε Κεφάλαιο 4.6), απάντησε σε ερωτήματα που τέθηκαν από τον Διαιτητή (βλέπε Κεφάλαιο 4.9), υπέβαλε αιτήματα για την περάτωση της διαδικασίας (βλέπε Κεφάλαιο 4.7), και έθεσε τις θέσεις της επί της ουσίας της διαφοράς (βλέπε Κεφάλαιο 5.3).
Κρίνω επομένως ότι η θέση της καθ’ ής η απαίτηση ότι στερήθηκε της ευκαιρίας της να ακουστεί και να τύχει δίκαιης δίκης δεν μπορεί να βρει έρεισμα στα πιο πάνω.
Υπενθυμίζω ότι με βάση τη νομολογία ο ρόλος του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης είναι εποπτικός και δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο σε εκ νέου εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.
Σε ότι αφορά τώρα τις διαδικαστικές παρατυπίες αυτές πρέπει να είναι σοβαρές και να δεικνύουν ότι ο διάδικος στερήθηκε της δυνατότητας του και ευκαιρίας να ακουστεί και να παρουσιάσει την υπόθεση του.
Στη βάση των όσων κατέγραψα και προκύπτουν από την απόφαση εν προκειμένω η καθ’ ής είχε την ευκαιρία την οποία μάλιστα χρησιμοποίησε και έθεσε το σύνολο των ενστάσεων της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου τόσο επί δικονομικών/διαδικαστικών ζητημάτων όσο και επί ουσιαστικών.
Η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου είναι άκρως λεπτομερής ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, παραθέτει το σκεπτικό προς απόρριψη ζητημάτων που έγειρε αναφορικά με τη διαδικασία η καθ’ ής και ανάλυση του σκεπτικού που οδήγησε στην κατάληξη επί της ουσίας.
Σε ότι αφορά τώρα τη θέση ότι η εν λόγω απόφαση είναι τελεσίδικη, ως η αιτήτρια διατείνεται, η θέση της καθ’ ής προκύπτει να τίθεται απλά γενική και αόριστη και απορριπτική και αυτού του ζητήματος. Καμία αναφορά έγινε από την καθ’ ής ότι η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί η προσβληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ενώ παράλληλα δεν παραβλέπω ότι με βάση τη συμφωνία των μερών στο κεφάλαιο 11 της συμφωνίας τους – τεκμήριο 11 η απόφαση αυτή είναι τελική και δεσμευτική (“final and binding”).
Καταλήγω επομένως ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης δύναται να γίνει αποδεκτός και ειδικότερα δεν έχουν τεκμηριωθεί οι λόγοι άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ουδείς εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί και η Απαίτηση επιτυγχάνει και εγκρίνεται.
Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της Απαίτησης.
Τα έξοδα, σύμφωνα με τον κανόνα του επιτυχόντος διαδίκου, επιδικάζονται υπέρ της Απαιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ής η Απαίτηση.
Ενόψει του ότι στην παρούσα διαδικασία πέραν της Απαίτησης καταχωρήθηκαν και ενδιάμεσες διαδικασίες κρίνω ορθότερο να μην προβώ σε συνοπτικό υπολογισμό ως εκ τούτου τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)........................................
Ε. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Civil/Other Actions/Final
Αναφορά: Εγγραφή Αλλοδαπής Απόφασης - Διαιτησία
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο