ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 311/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
Εναγόντων
και
1. ΜΙΧΑΛΗ ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
2. ΜΑΡΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 25/11/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/9/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Κ. Πανάγος, για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενο 1 - καθ’ ου η αίτηση: κ. Απόστολος Γεωργίου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες, στις 20/3/2025 καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ. 4, μαζί με έκθεση απαίτησης. Τόσο με το έντυπο απαίτησης όσο και με την έκθεση απαίτησης αξιώνουν τα ακόλουθα:
«Α. Αναγνωριστική δήλωση ή/και απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, οι υπάλληλοι, αντιπρόσωποι, συγγενείς, πληρεξούσιοι αυτού και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο σχετίζεται ή/και το οποίο ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 ή/και 2 υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ή/και έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον απ' αυτούς, επενέβαιναν ή/και επεμβαίνουν είτε με την παρουσία τους, είτε με οποιοδήποτε τρόπο παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας επί του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 5/[ ], Φύλλο/Σχέδιο 58/160304, Τμήμα 5, Τεμάχιο [ ], μερίδιο ΟΛΟ, τοποθεσία ΠΑΛΙΟΧΩΡΑΦΙΑ, Ενορία Ζακάκι, Δήμος Λεμεσού, Επαρχία Λεμεσού επί του οποίου έχει αναγερθεί κατοικία και/ή κτίριο (το «Ακίνητο»).
Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, οι υπάλληλοι, αντιπρόσωποι, συγγενείς, πληρεξούσιοι αυτού και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο σχετίζεται ή/και το οποίο ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 ή/και 2 υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ή/και έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον απ' αυτούς, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση στους Εναγόμενους 1 ή/και 2, αλληλέγγυά και κεχωρισμένα, οποιουδήποτε σχετικού για το σκοπό αυτό διατάγματος, εκκενώσει ή/και αποχωρήσει ή/και άρει κάθε επέμβαση ή/και παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου ή/και σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα και αυθαίρετα στο Ακίνητο.
Γ. Αναγνωριστική δήλωση ή/και απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, οι υπάλληλοι, αντιπρόσωποι, συγγενείς, πληρεξούσιοι αυτού και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο σχετίζεται ή/και το οποίο ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 ή/και 2 υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ή/και έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον από αυτούς, ενεργούν κατά τρόπο που επηρεάζει δυσμενώς και/ή καταπατούν το συνταγματικό δικαίωμα της Ενάγουσας για κατοχή, χρήση και απόλαυση της περιουσίας της καθώς και το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών.
Δ. Το ποσό των €89.900 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ορθό ή/και δίκαιο ή/και εύλογο υπό τις περιστάσεις ως υπόλοιπο οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ως διαφυγόν κέρδος ή/και αποζημιώσεις για την περίοδο από την 26/10/2022 ημερομηνία κατά την οποία η Ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του Ακινήτου, έως την 31/03/2025 ή/και ως την καταχώρηση της παρούσας εκ €3.100 μηνιαίως, ποσό που αντικατοπτρίζει την αγοραία ενοικιαστική αξία του Ακινήτου, πλέον τόκο προς 9% ετησίως ή οποιοδήποτε άλλο επιτόκιο κρίνει το Δικαστήριο εύλογο ή/και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, μέχρι τελικής εξόφλησης.
Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως καταβάλουν στην Ενάγουσα το ποσό των €3.100 μηνιαίως ή/και οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει εύλογο και δίκαιο το σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις από την 01/04/2025 ή/και από την καταχώρηση της παρούσας, και κάθε 1η ημέρα επόμενου μήνα μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του Ακινήτου ή/και μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης ή/και της οχληρίας από τους Εναγόμενους 1 ή/και 2 ή/και της παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής, ως ενδιάμεσα κέρδη ή/και οφέλη ή/και ως αποζημιώσεις ή/και βάσει του Δικαίου της Αποκατάστασης (Restitution) ή/και της Αρχής του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού (Unjust Enrichment) από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής ή/και από την μέχρι την ημερομηνία εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του Ακινήτου.
ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως καταβάλουν όλα τα οφειλόμενα αναφορικά ή/και σε σχέση με το Ακίνητο ποσά προς οποιαδήποτε αρχή ή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, ποσών έναντι των λογαριασμών κοινής ωφελείας.
Z. Γενικές ή/και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχρωσμένα λόγω επέμβασης (trespass) ή/και παράνομης ή/και άνευ άδειας εισόδου ή/και παραμονής ή/και ενόχλησης στο Ακίνητο, είτε με την παρουσία τους, είτε με οποιοδήποτε τρόπο ή/και που προκύπτουν από τις ενέργειες των Εναγόμενων 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, μέχρι και την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής ή/και μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης.
Η. Ειδικές αποζημιώσεις ή/και αποζημιώσεις με βάση το δίκαιο της επιείκειας (equitable compensation) εναντίον των Εναγόμενων 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για κάλυψη οιονδήποτε ζημιών προκύψουν στην Ενάγουσα σαν άμεσο ή/και έμμεσο αποτέλεσμα της παράνομης και άνευ αδείας επέμβασης ή/και των εργασιών που διενεργούν ή/και εκτελούν στο Ακίνητο.
Θ. Παραδειγματικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 1 ή/και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης (trespass) και για το αστικό αδίκημα της οχληρίας (nuisance) σύμφωνα ή/και με βάση τις αρχές του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ή/και του οποιουδήποτε άλλου νόμου ή/και των αρχών του κοινοδικαίου (common law) ή/και των αρχών της επιείκειας (equity), σε σχέση ή/και αναφορικά με την παράνομη επέμβαση ή/και την οχληρία ως αναφέρεται πιο πάνω.
Ι. Νόμιμο τόκο.
ΙΑ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή ή/και δίκαια ή/και εύλογη ή/και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις. ΙΒ. Επιπρόσθετα, τα έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον έξοδα επιδόσεως, πλέον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.»
Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, στις 6/6/2025 και υπεράσπιση, στις 30/9/2025. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 15/10/2025 με την καταχώρηση από τους ενάγοντες, απάντησης στην υπεράσπισης του εναγόμενου.
Οι ενάγοντες, στις 25/11/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου «..ως τα διατάγματα Α-ΙΑ του Εντύπου Απαίτησης αρ. 4 και της Έκθεσης απαίτησης καθ’ ότι δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει άλλος λόγος που να δικαιολογεί την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων σε δίκη.»
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η υπάλληλος των εναγόντων, Ιωάννα Ευαγγέλου.
Ο εναγόμενος καταχώρησε την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση:
«1. Η παρούσα Αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική, παράτυπη και χωρίς πιθανότητα επιτυχίας.
2. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική και/ή εκφοβιστική και/ή εκβιαστική καθόσον δεν έχει καλή και βάσιμη υπόθεση αφού η απαίτηση των Αιτητών αβάσιμη και/ή πηγάζει από εκδικητικά και/ή άλλα κίνητρα των Αιτητών και δικαιολογημένα αμφισβητείται από τον Καθ’ ου η Αίτηση.
3. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων μόνο μετά από διαδικασία Ακρόασης μπορεί να επιλυθεί.
4. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική της διαδικασίας εφόσον με αυτήν οι Αιτητές επιδιώκουν να στερήσουν το αναφαίρετο δικαίωμα της Καθ’ ης η Αίτηση να ακουστεί και να εκθέσει την άποψη της στα επίδικα θέματα.
5. Ο Εναγόμενος αρ. 1 έχει καλή υπεράσπιση και ενδείκνυται να της επιτραπεί να την προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής ασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης και/ή τυχόν έκδοση της συνοπτικής απόφασης θα αποστερήσει από τον Εναγόμενο αρ. 1 τα συνταγματικά δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος.
6. Δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που καθορίζει το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτική Δικονομίας του 2023 και/ή της Νομολογίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
7. Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια πίεσης στον Καθ’ ου η Αίτηση να εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο, χωρίς να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές έχουν υποδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτηση και/ή με τη συμπεριφορά τους έχουν παραιτηθεί του Δικαιώματος τους να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση.
8. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αρκετά για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση έχει υπογραφεί από αναρμόδιο άτομο και/ή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη.
9. Ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει καλή υπεράσπιση τόσο όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης αλλά και στο πλαίσιο της νομιμότητας αυτου και/ή η μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης που μόνο στα πλαίσια της κανονικής δίκης μπορεί να επιλυθεί.
10. Ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλει με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχουν ουσιώδη θέματα προς εκδίκαση για τα οποία πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να παρουσιάσουν την εκδοχή του και/ή ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει καλόπιστη και/ή ουσιαστική υπεράσπιση και/ή αμφισβήτηση σε σχέση με τα πραγματικά όσο και νομικά επίδικα ζητήματα.
11. Οι Αιτητές αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα και/ή προσπαθούν να παραπλανήσουν το σεβαστό Δικαστήριο.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος.
Τόσο η Ευαγγέλου όσο και ο εναγόμενος προέβησαν και σε συμπληρωματικές/απαντητικές ένορκες δηλώσεις.
Η ακρόαση της αίτησης - η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») - διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία απορρέουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και/ή από το περιεχόμενο των επισυνημμένων σ’ αυτή, εγγράφων/τεκμηρίων, έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, σε σημαντικό βαθμό, θα πρέπει να θεωρηθούν, και αποδεδειγμένα και αδιαμφισβήτητα:
Οι ενάγοντες, από τις 26/10/2022 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ενός ακινήτου στο Ζακάκι Λεμεσού (στο εξής «επίμαχο ακίνητο»), εντός του οποίου έχει αναγερθεί μια κατοικία.
Προηγούμενοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου ήταν οι εναγόμενοι και οι ενάγοντες το απέκτησαν δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος»), ως έχει τροποποιηθεί. Το συγκεκριμένο Μέρος του Νόμου διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.
Οι εναγόμενοι, οι οποίοι υπείχαν θέση ενυπόθηκου οφειλέτη σε σχέση με το επίμαχο ακίνητο, δεν υπόβαλαν οποιαδήποτε ένσταση στη διαδικασία η οποία οδήγησε στην εγγραφή του επ’ ονόματι των εναγόντων.
Οι δικηγόροι των εναγόντων, στις 23/5/2024 επέδωσαν στους εναγόμενους επιστολή απαίτησης, ημερομηνίας 10/5/2024 σύμφωνα με τους ΚΠΔ, με την οποία, μεταξύ άλλων, τους ενημέρωσαν ότι οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου, δυνάμει των προνοιών του Νόμου και ότι η παραμονή τους στο επίμαχο ακίνητο συνιστά παράνομη επέμβαση και επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα των εναγόντων. Με την ίδια επιστολή, τους κάλεσαν όπως εντός ενός μηνός από λήψη της επιστολής τους, παραδώσουν στους ενάγοντες κενή και ελεύθερη κατοχή του επίμαχου ακινήτου και τους καταβάλουν το ποσό των €58.900. Το ποσό αυτό - όπως αναφέρεται - αντικατοπτρίζει την αγοραία μηνιαία αξία του επίμαχου ακινήτου.
Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις παραπάνω απαιτήσεις των εναγόντων μα ούτε και απάντησαν στην επιστολή απαίτησής τους.
Η παράγραφος 30 της ένορκης δήλωσης Ευαγγέλου, ακολουθεί αυτούσια:
«Παρά τις μέχρι σήμερα ενημερώσεις και οχλήσεις της Ενάγουσας και των δικηγόρων της αναφορικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας του Ακινήτου, οι Εναγόμενοι, παραγνωρίζοντας όλα τα πιο πάνω αρνούνται και παραλείπουν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της Επιστολής Απαίτησης της Ενάγουσας και των δικηγόρων της και παραλείπουν μέχρι σήμερα να επιστρέψουν το Ακίνητο στην Ενάγουσα και να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου και να παύσουν να επεμβαίνουν αυθαίρετα και χωρίς άδεια, και έκτοτε οι Εναγόμενοι παραμένουν και επεμβαίνουν στο Ακίνητο παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς τη συγκατάθεση και χωρίς την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας και οι Εναγόμενοι είναι παράνομοι επεμβασίες (trespasser) στο Ακίνητο και κατακρατούν το Ακίνητο παράνομα χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό για την παράνομη κατοχή και χρήση και εκμετάλλευση του Ακινήτου από μέρους τους.»
Στην ίδια ένορκη δήλωση, στη συνέχεια αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου.
Ως διαφαίνεται και από τα πιο πάνω γεγονότα, οι ενάγοντες κατέστησαν νόμιμοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, καταβάλλοντας το ποσό των €615.000 για την αγορά του και έχει εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας επ’ ονόματί τους. Ο εναγόμενος είναι το πρόσωπο που κατέχει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το επίμαχο ακίνητο, χωρίς την συγκατάθεσή τους, και χωρίς να τους καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό και χωρίς να προτίθεται να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό.
Ο εναγόμενος δεν έχει καμία δικαιολογία και καμία υπεράσπιση για την άρνησή του να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του επίμαχου ακινήτου, κάτι το οποίο, πέραν από όλα τα πιο πάνω, διαφαίνεται και από την υπεράσπισή του. Ειδικότερα:
Η υπεράσπισή του είναι αόριστη και γενική και σε κάθε περίπτωση, χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση των ισχυρισμών του.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το επίμαχο ακίνητο μεταβιβάστηκε επ’ ονόματι των εναγόντων, παράνομα και η εν λόγω μεταβίβαση είναι άκυρη και ότι έγινε εν αγνοία του.
Τέτοιες θέσεις δεν ευσταθούν και δεν δύνανται να λαμβάνονται υπόψη. Τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να τύχουν εξέτασης από το σεβαστό Δικαστήριο με διαδικασία υποβολής ένστασης ή αίτησης-έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση, εντός των ειδικών διαδικασιών που προβλέπει ο Νόμος. Πλέον, αφ’ ής στιγμής έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία του μέρους VIA, χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από τον εναγόμενο, τέτοια επιχειρήματα δεν δύνανται να προβάλλονται.
Συμπερασματικά, ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης επί της απαίτησης των εναγόντων.
Περαιτέρω, ως προκύπτει και από την απαίτηση και τα πιο πάνω, οι ενάγοντες έχουν καλή αιτία αγωγής και αγώγιμο δικαίωμα στην έγερση της παρούσας απαίτησης καθώς οι αξιώσεις τους εδράζονται κυρίως επί: πρώτο, του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και δη, της καθημερινής παράνομης επέμβασης του εναγόμενου στο επίμαχο ακίνητο των εναγόντων και δεύτερο, του επηρεασμού του συνταγματικού τους δικαιώματος περί απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης της ακίνητής τους ιδιοκτησίας, ως και του δικαιώματός τους να απαιτούν σεβασμό του συγκεκριμένου δικαιώματος [Άρθρο 23(1) του Συντάγματος].
Επίσης, οι ενάγοντες αιτούνται γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για την εκ μέρους του εναγόμενου, παράνομη επέμβαση, καθώς και άλλες θεραπείες, ως αυτές αποτυπώνονται στο έντυπο απαίτησης.
Όσα ακολουθούν - τα οποία παρατίθενται αυτούσια - περιέχονται στην ίδια ένορκη δήλωση:
«Ως προκύπτει από τα μέχρι σήμερα διαμειφθέντα και τα κατατεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια και από την ίδια την Υπεράσπιση του Καθ’ ου η αίτηση 1, η Αιτήτρια πιστεύει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1 δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην υπό κρίση υπόθεση και η Αιτήτρια δεν γνωρίζει άλλο λόγο για την οποίο η Απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί. Περαιτέρω καμία εξαιρετική περίπτωση, περίσταση ή γεγονός υπάρχει έτσι ώστε να δικαιολογείται η εκδίκαση της υπόθεσης στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας.
…
Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν παρουσιάζει και δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς της Υπεράσπισης του, ως διαφαίνεται τόσο από το ίδιο το περιεχόμενο της Υπεράσπισης όσο και από τα ανωτέρω. Τα γεγονότα της παρούσας Απαίτησης είναι πραγματικά πολύ απλά. Η Αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Ακινήτου και ο Καθ’ ου η αίτηση 1 διαμένει εντός του Ακινήτου άνευ καταβολής οιουδήποτε αντιτίμου, άνευ άδειας ή συμφωνίας με την Αιτήτρια. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια έχει κάθε δικαίωμα στην έγερση και προώθηση της παρούσας Απαίτησης εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος καμία υπεράσπιση έχει και δη η Υπεράσπιση του καμία προοπτική επιτυχίας έχει. Περαιτέρω, θέση της Αιτήτριας είναι ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος, και δεν γνωρίζω άλλο λόγο, που να δικαιολογεί την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης σε δίκη.
….
Περεταίρω σημειώνω ότι σε περίπτωση που η διακριτική σας ευχέρεια δεν ασκηθεί θετικά προς την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης, ο Καθ’ ου η αίτηση 1 θα συνεχίσει να επεμβαίνει στο Ακίνητο παράνομα (προκύπτει από τη στάση του Καθ’ ου η αίτηση ότι καμία πρόθεση έχει να εγκαταλείψει το Ακίνητο ή να άρει την παράνομη επέμβαση του σε αυτό), χωρίς να καταβάλλει οιοδήποτε ποσό, θα συνεχίσει να καταπατά τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας, και θα ζημιώσει ακόμη περισσότερο την Αιτήτρια η οποία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί την περιουσία της.»
Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων των εναγόντων και γενικά, έναντι του συνόλου των ισχυρισμών τους οι οποίοι περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οι θέσεις του εναγόμενου περικλείονται στην ένορκη δήλωσή του η οποία υποστηρίζει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση. Οι κύριες θέσεις και ισχυρισμοί του, έχων ως ακολούθως:
Έχει μελετήσει το έντυπο απαίτησης και την έκθεση απαίτησης και αμφισβητεί στο σύνολό τους τα όσα καταγράφονται εκεί. Έχει περαιτέρω μελετήσει και την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Ευαγγέλου, τα οποία σαφώς και απορρίπτει για τους λόγους που θα εξηγήσει πιο κάτω.
Έχει αναγνώσει το περιεχόμενο της υπεράσπισής του και το υιοθετεί πλήρως. Περαιτέρω υιοθετεί και επαναλαμβάνει πλήρως του λόγους ένστασής του στην αίτηση.
Κατά πρώτον, οι ενάγοντες από τη συμπεριφορά τους έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος προώθησης της παρούσας αίτησης και έχουν υποδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση καθότι καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 2 μηνών από την καταχώρηση της υπεράσπισης και πέραν των 8 μηνών από την καταχώρηση της αγωγής και οι ίδιοι, αμέσως μετά την υπό κρίση αίτηση καταχώρησαν ερωτηματολόγιο οδηγιών σε σχέση με την μεταξύ τους διαφορά.
Σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, δηλώνει ότι αγνοεί και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 1 μέχρι και 6 και την ισχυριζόμενη γνώση της κας Ευαγγέλου για τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και την εξουσιοδότησή της από τους ενάγοντες. Είναι θέση του ότι όσα υποστηρίζει είναι πλήρως αναιτιολόγητα.
Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 7 μέχρι και 12 της ένορκης δήλωσης της κας Ευαγγέλου. Εξ όσων γνωρίζει, ο ίδιος και η εναγόμενη είναι οι νόμιμοι δικαιούχοι του επίμαχου ακινήτου και δικαιούχοι σε κατοχή αυτού.
Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 13 μέχρι και 18 της ένορκης δήλωσης της κας Ευαγγέλου. Είναι θέση του ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ή υποθήκης σε σχέση με το επίδικο υποστατικό. Περαιτέρω, είναι θέση του και ως τον ενημερώνει ο δικηγόρους του, ότι οι όροι της υποθήκης στην οποία αναφέρεται η κα Ευαγγέλου είναι καταχρηστικοί, με αποτέλεσμα η όποια υποθήκη υπάρχει να είναι παράνομη.
Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 20 μέχρι και 22 της ένορκης δήλωσης της κας Ευαγγέλου. Ουδέποτε παρέλαβε τις επιστολές που έπρεπε να του έχουν αποσταλεί με βάση το μέρος VIA του Νόμου και καμία σχετική ειδοποίηση από τους ενάγοντες.
Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 23 μέχρι και 24 της ένορκης δήλωσης της κας Ευαγγέλου. Αν η μεταβίβαση του επίμαχου ακινήτου όντως έγινε, είναι παράνομη και άκυρη, βασίστηκε σε παράνομη συμφωνία και δεν είχε ενημερωθεί δεόντως και ως προβλέπει ο Νόμος για αυτή.
Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 25 μέχρι και 30. Ο ίδιος, από την ενημέρωση για την ισχυριζόμενη μεταβίβαση, προσπάθησε πάρα πολλές φορές να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τους ενάγοντες, ωστόσο δεν υπήρξε ουδεμία ανταπόκριση εκ μέρους τους. Δεν κατείχε σε καμία περίπτωση παράνομα το επίμαχο ακίνητο ούτε αγνόησε τους ενάγοντες, αντιθέτως αυτοί απέφυγαν την οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του.
Αρνείται κατηγορηματικά τη θέση των εναγόντων ότι δήθεν είναι παράνομος επεμβασίας επί του επίμαχου ακινήτου.
Ως ειλικρινώς πιστεύει δεν έχουν καταδειχθεί βάσιμοι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι δεν τεκμηριώνεται το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, αφού απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση εκ μέρους του και δεν έχουν αποδείξει τα αιτούμενα ποσά.
Ειλικρινά πιστεύει ότι έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση και ότι τα επίδικα θέματα χρίζουν εξέτασης σε δίκη επί της ουσίας και παρακαλεί το Δικαστήριο, όπως του επιτρέψει να ακουστεί σε δίκη, ώστε να τεθούν όλα τα ζητήματα πλήρως.
Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Όσα ακολουθούν είναι από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ. Έφ. αρ. Ε86/2025, ημερ. 11/2/2026 που θα πρέπει να λεχθεί εξ αρχής, πως είναι και η πρώτη εφετειακή απόφαση η οποία πραγματεύεται το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 των ΚΠΔ.
«Οι λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθορίζονται στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 που έχει ως εξής:
24.2 Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»
Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Θα πρέπει όμως εδώ να σημειώσω ότι στην Αγγλία η αντίστοιχη διάταξη CPR 24 τροποποιήθηκε την 1.10.2023, χωρίς όμως οι αλλαγές αυτές να επηρεάζουν την ουσία των αρχών που εφαρμόζονται. Εντούτοις, χρειάζεται κάποια προσοχή κατά τη μελέτη αγγλικών υποθέσεων που στηρίζονται στους αγγλικούς διαδικαστικούς Κανονισμούς. Όχι ως προς τις εφαρμοστέες αρχές που δεν διαφοροποιούνται με τα ισχύοντα στην Κύπρο, αλλά ως προς τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας και το είδος των υποθέσεων στις οποίες ρητά δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπου εντοπίζονται κάποιες διαφορές στην Αγγλία με τα προβλεπόμενα στο Μέρος 23 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Όμως όσον αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης οι δύο δικονομικές διατάξεις ταυτίζονται με αποτέλεσμα οι εφαρμοστέες στην Αγγλία νομολογιακές αρχές έκδοσης συνοπτικής απόφασης να είναι καθοδηγητικές για τα κυπριακά Δικαστήρια.
Αναφορικά με τη διαδικασία εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Μέρος 24.4 των Κανονισμών του 2023 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 που καθορίζει τη διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων. Αναφέρεται επίσης ότι η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται στην αίτηση ή επιδίδεται με αυτή:
(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και
(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
Σημαντικό ως προς το βάρος απόδειξης από τον αιτητή είναι το Μέρος 24.4 (3) που αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας (αν υπάρχει), ο αιτητής οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).
Η ίδια δυνατότητα για καταχώριση γραπτής μαρτυρίας καθορίζεται από το Μέρος 24.5.1 και στον καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
…..
Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.
….
Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:
«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης. Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».
….
Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:
1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).
2. Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).
3. Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).
4. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).
5. Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).
6. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).
7. Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.
Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική, σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).
Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»
Κάποια παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της πιο πάνω φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» δίδονται στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 841 παρ. 24.2.4 υπό τον τίτλο "no other compelling reason (for) a trial".
Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Bouygues (UK) Ltd v. Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της αιτήτριας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση.
Στην υπόθεση Iliffe v. Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715 κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση συνοπτικής απόφασης για τον ενάγοντα εναντίον του πρώτου εναγομένου, όταν παρόμοια ζητήματα ανέμεναν να επιλυθούν σε δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και άλλων διαδίκων. Στην υπόθεση αυτή, το αγγλικό Εφετείο εξέτασε κατά πόσον θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση σε πολυμερή διαδικασία, προτού όλοι οι διάδικοι προβάλουν τις θέσεις τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφού τέθηκαν ζητήματα που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια, τα οποία θα έπρεπε να αποφασιστούν σε πλήρη δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των άλλων μερών, αυτό συνιστούσε επιτακτικό λόγο για να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση, μόνο εναντίον του πρώτου εναγομένου.
Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση Fashion Gossip Ltd v. Esprit Telecoms UK Ltd & Ors [2000] EWCA Civ 233, στην οποία η έκδοση συνοπτικής απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίστηκε από το Εφετείο. Ο Λόρδος Ward J. συνοψίζοντας τους λόγους της απόφασης του ανέφερε:
«The summary procedures are, however, meant to deal with the plain and obvious cases and this, I fear, was never one of them. Whilst, therefore, I applaud his boldness, I fear he was wrong to engage this process when, in summary:- (i) the case "raises issues concerning the law of restitution and conspiracy which are not straightforward", to quote the judge's reason for granting permission to appeal; (ii) before the law can be applied and especially where (a) new areas of law are being developed and (b) there are allegations of fraud, there must be a firm foundation of fact and all the facts, every nuance, needs exploration and needs to be firmly established. The beguiling cry of "scam" may be a siren call, and in these uncharted waters, one must steer carefully.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Οι συνοπτικές διαδικασίες, ωστόσο, προορίζονται για την αντιμετώπιση των απλών και προφανών περιπτώσεων και αυτή, φοβάμαι, δεν ήταν ποτέ μία από αυτές. Ενώ, επομένως, επικροτώ την τόλμη του (πρωτόδικου Δικαστή), φοβάμαι ότι έκανε λάθος να εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία όταν, συνοπτικά: (i) η υπόθεση «εγείρει ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της αποκατάστασης και της συνωμοσίας που δεν είναι απλά», για να παραθέσω τον λόγο του δικαστή για τη χορήγηση άδειας για έφεση. (ii) πριν από την εφαρμογή του νόμου και ειδικά όταν (α) αναπτύσσονται νέοι τομείς δικαίου και (β) υπάρχουν ισχυρισμοί για απάτη, πρέπει να υπάρχει σταθερή βάση γεγονότων και όλα τα γεγονότα, κάθε απόχρωσης, χρειάζονται διερεύνηση και πρέπει να τεκμηριωθούν με σαφήνεια. Η σαγηνευτική κραυγή «απάτη» μπορεί να είναι ένα κάλεσμα σειρήνας, και σε αυτά τα αχαρτογράφητα νερά, πρέπει κανείς να κατευθύνεται προσεκτικά.»
Στο πιο πάνω σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελ. 841, γίνεται αναφορά και στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098, στην οποία επικυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι μια αξίωση εναντίον ασφαλιστών δεν μπορούσε να απορριφθεί συνοπτικά όταν οι ασφαλιστές στην υπεράσπιση τους βασίζονταν σε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που παρότι ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως, θεωρήθηκαν δρακόντειοι (draconian). Λέχθηκε ότι η νομιμότητα και τα αποτελέσματα αυτών των όρων απαιτούσαν την εξέτασή τους σε πλήρη δίκη. Κρίθηκε συναφώς ότι ήταν ορθό το πρωτόδικο εύρημα ότι δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτών των τυποποιημένων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντιθέτως, υπήρχε επιτακτικός λόγος να εξεταστούν σε κανονική δίκη οι συνθήκες της συμφωνίας και τα αποτελέσματα των όρων αυτών στα δικαιώματα των αιτητών.
Η υπόθεση Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 QB αφορούσε αγωγή δυσφήμισης από γιατρό εναντίον καταπιστεύματος του NHS που είχε ζητήσει πληροφορίες από άλλο καταπίστευμα του NHS, σχετικά με τον εν λόγω γιατρό που ερευνούσε. Στην αίτηση συνοπτικής απόφασης που καταχώρισε το εναγόμενο καταπίστευμα για απόρριψη της αγωγής, κρίθηκε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που προέκυψε, και το οποίο εξέφραζε ανησυχίες ως προς τον επαγγελματισμό και την ειλικρίνεια του γιατρού, προστατευόταν από προνόμιο υπό επιφύλαξη (qualified privilege) και δεν μπορούσε να θεωρηθεί κακόβουλο. Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε εύλογη προοπτική επιτυχίας της αξίωσης του γιατρού για δυσφήμιση και εκδόθηκε συνοπτική απόφαση απόρριψης της αγωγής υπέρ του καταπιστεύματος.
Αναφορικά με το επίπεδο απόδειξης, όπως έχει προαναφερθεί, το βάρος είναι στον αιτητή προκειμένου να τεκμηριώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).
Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά. Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013, με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.
Σχετική με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση, είναι η απόφαση Sainsbury's Supermarkets Limited v Condek Holdings Limited [2014] EWHC 2016 (TCC), στην οποία αναφέρεται ότι αρκεί να αποδειχθεί πως η υπόθεση του είναι κάτι περισσότερο από απλώς συζητήσιμη με την έννοια ότι φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«In deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at trial, namely the balance of probabilities, to the evidence presented: and on an application for summary judgment the court should consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial. However, the Court is not required simply to take all evidence at face value or to accept without question any assertion that may be made: the question is whether the respondent's case carries some degree of conviction.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Για να αποφασίσει εάν ο καθ' ου η αίτηση έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόσει το επίπεδο απόδειξης που θα ίσχυε στη δίκη, δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, στα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται: και σε μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμα στη δίκη. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν απαιτείται απλώς να αποδεχθεί τοις μετρητοίς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ή να αποδεχθεί χωρίς αμφιβολία κάθε ισχυρισμό που μπορεί να προβληθεί: το ερώτημα είναι εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας».
Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Sainsbury's (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Director of Public Prosecutions v Surin [2025] EWHC 10 (KB) που αφορούσε έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή του δημοσίου για ανάκτηση περιουσίας από παράνομες πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 266 του αγγλικού νόμου περί προϊόντων εγκλήματος (POCA).
Καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση αίτησης συνοπτικής απόφασης μπορεί να αντληθεί και από το σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2018, όπου αναλύεται η εφαρμογή του αντίστοιχου Μέρους 24 των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται στη σελίδα 599 παρ. 34.10 του εν λόγω συγγράμματος ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την εκατέρωθεν γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη. Όπου η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν δικαιολογεί την πιθανότητα επιτυχίας, τότε είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust ανωτέρω). Αντιθέτως, όπου καταδεικνύεται κάποια προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Cotton v. Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 QB).
Αναφέρεται στη συνέχεια στο ίδιο σύγγραμμα ότι το ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν πρέπει να προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης, ήτοι του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν σε κανονική δίκη αλλά δεν θα είναι κατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν σε αυτές πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα, διαφωνίες ως προς τα επίδικα γεγονότα ή περαιτέρω ζητήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν και επιλυθούν κατά τη διάρκεια μιας πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης.
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να περιορίζονται εντός του αυστηρά καθορισμένου ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η δίκη, ειδικά όπου υπάρχουν θέματα που είναι αναγκαίο να εξεταστούν σε ακροαματική διαδικασία. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά «μίνι - δίκη», στην οποία το Δικαστήριο αποφασίζει επί αμφισβητουμένων γεγονότων. Πρόκειται απλά για μια συνοπτική διαδικασία προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος να οδηγηθούν σε κανονική ακροαματική διαδικασία.
Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι με την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομολογιακή αρχή που ίσχυε κατά την ερμηνεία της Δ.18 των παλαιών θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται στην Κύπρο και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Έτσι, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239).»
Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Παναγή κ.α. v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. E26/2025, ημερ. 27/3/2026. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα.
«Το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προβλέπει τα εξής:
«24.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.
(2) To δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας.
24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
......
24.4. Η Αίτηση
(1) Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.
(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:
(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και
(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
(3) .......».
Πρέπει να τονιστεί ότι η προβλεπόμενη στο Μέρος 24, αποτελεί μία από τις διαδικασίες δια των οποίων το Δικαστήριο προάγει τον πρωταρχικό σκοπό δια της ενεργούς διαχείρισης υποθέσεων (Μέρος 1.5(1)). Όπως λέχθηκε στην Swain v. Hillman (2001) 1 All E.R. 91:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Pt 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Pt 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible».
Ο αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να αποδείξει τόσο ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» επί της απαίτησης ή υπεράσπισης (Μέρος 24.2). Κρίνουμε χρήσιμη την παράθεση αποσπάσματος από την Αγγλική υπόθεση Easyair Ltd v. Opal Telecom Ltd (2009) EWHC 339 στο οποίο τέθηκε η σύνοψη των αρχών που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση βάσει του αντίστοιχου Αγγλικού Μέρους 24:
«The correct approach on applications by defendants is, in my judgment, as follows:
i)The court must consider whether the claimant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;
ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]
iii)In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman
iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]
v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63;
vii)On the other hand it is not uncommon for an application under Part 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, he will in truth have no real prospect of succeeding on his claim or successfully defending the claim against him, as the case may be. Similarly, if the applicant's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to a fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725».
(βλ. AC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd (2009) EWCA Civ 1098, Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. Ε86/25, ημερ. 11.2.2026).
Aφού ο αιτητής, με αξιόπιστη μαρτυρία, αποσείσει το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του πως ο καθ' ου δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, το βάρος εναποτίθεται πλέον στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, ή την ύπαρξη κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 24.2.5 του White Book 2021:
«If the applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or other reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief. The language of r.24.2 ("no real prospect.no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel (2003) EWCA Civ 472. In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority (2015) EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman (2001) 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact or evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep,. CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd (1999) 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on any application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) (2001) EWCA Civ 550, CA)».
Όπως λέχθηκε και στην ED & F Man Liquid Products v. Patel (2003) EWCA Civ. 472 η υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ' ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18 («the defence must carry some degree of conviction. Both approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formerly the case under R.S.C. Order 14»).»
Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην απαίτηση καθώς και υπεράσπιση Οι ενάγοντες, στη συνέχεια καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 των ΚΠΔ και η ενόρκως δηλούσα γι’ αυτούς, στην παράγραφο 37.14 της ένορκης δήλωσής της αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: οι ενάγοντες πιστεύουν ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην υπό κρίση υπόθεση και δεν γνωρίζουν άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί.
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Ό,τι απομένει προς εξέταση - που είναι και το πιο σημαντικό - είναι να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες απόδειξαν: πρώτο, ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον του απαίτηση, δηλαδή στην αγωγή και δεύτερο, ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Δηλαδή, στο πλαίσιο πλήρους και κανονικής ακρόασης.
Αναμφίβολα, θεμελιακή αιτία της αγωγής των εναγόντων είναι η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης κατά παράβαση του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα:
«Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.»
Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1 (2003), σελ. 132, το βάρος απόδειξης ότι η επίδικη πράξη δεν ήταν παράνομη το φέρει ο εναγόμενος. Αυτό σημαίνει ότι όπου ο ενάγοντας αποδεικνύει την ύπαρξη της επέμβασης, τότε, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η πράξη του δεν ήταν παράνομη.
Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1516:
«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα, (1998) 1 ΑΑΔ 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίησή τους για να εγείρουν την αγωγή.»
Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Παπαδοπούλου κ.α. v. Δήμου Παραλιμνίου, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2016, ημερ. 11/2/2025. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:
«Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης εδράζεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο εναγόμενος επέδειξε συμπεριφορά η οποία συνιστά παράνομη είσοδο σε ακίνητη ιδιοκτησία ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή. Η παράνομη επέμβαση εμπεριέχει την έλλειψη συγκατάθεσης ή άδειας από τον ιδιοκτήτη. Εφόσον αποδειχθεί η επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι αυτή δεν ήταν παράνομη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Stassinos Investment & Finance Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 142/2013, ημερ. 3.3.2020 και Αναστασίου v. Ηλιάδη κ.ά. (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2761.»
Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων μαρτυρίας, μέρος των οποίων, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, οι ενάγοντες, οι οποίοι από τις 26/10/2022 είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου απέδειξαν τα ακόλουθα:
Ο εναγόμενος, σε χρόνο, πριν, κατά και μετά την παραπάνω ημερομηνία κατείχε και εξακολουθεί να κατέχει το επίμαχο ακίνητο, τη παραπάνω εννοία. Οι δικηγόροι των εναγόντων, στις 23/5/2024 επέδωσαν και στους δυο εναγόμενους (προσωπικά στον εναγόμενο και στον ίδιο για την εναγόμενη σύζυγο και συγκάτοικό του) τη διαλαμβανόμενη στους ΚΠΔ, επιστολή απαίτησης, ημερομηνίας 10/5/2024. Σε αυτή, κάτω από τον τίτλο «ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Όπως γνωρίζετε, οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου από τις 26/10/2022. Οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του μέρους VIA του Νόμου. Ως εκ τούτου, από τις 26/10/2022 είναι οι απόλυτοι δικαιούχοι του επίμαχου ακινήτου, της κατοχής του, καθώς και όλων των δικαιωμάτων και οφελών που απορρέουν από την ιδιοκτησία του ακινήτου.
Η παραμονή σας στο επίμαχο ακίνητο, προστίθεται - το οποίο συνεχίζετε να κατέχετε και/ή χρησιμοποιείτε και/ή εκμεταλλεύεστε - συνιστά παράνομη επέμβαση επί του επίμαχου ακινήτου και επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα των εναγόντων.
Με την ίδια επιστολή, οι δικηγόροι των εναγόντων κάλεσαν τους εναγόμενους, μεταξύ άλλων, όπως εντός ενός μηνός από τη λήψη της επιστολής, άρουν κάθε επέμβαση επί του επίμαχου ακινήτου και παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του στους ενάγοντες.
Οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στην παραπάνω επιστολή και ειδικά ο εναγόμενος που μας ενδιαφέρει παρέλειψε να συμμορφωθεί με το περιεχόμενό της, καθώς εξακολουθεί να κατέχει το επίμαχο ακίνητο, χωρίς την άδεια και συγκατάθεση των εναγόντων. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση, εξ όσων γνωρίζει, ο ίδιος και η εναγόμενη είναι οι νόμιμοι δικαιούχοι του επίμαχου ακινήτου και δικαιούχοι σε κατοχή αυτού.
Δεδομένης και της φύσης της επέμβασης του εναγόμενου στο επίμαχο ακίνητο, αυτή είναι μόνιμου χαρακτήρα.
Μετά την πάροδο της προθεσμίας που είχε ταχθεί και στους δυο εναγόμενους για συμμόρφωση με το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής απαίτησης, ο εναγόμενος κατέχει το επίμαχο ακίνητο παράνομα.
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν και στοιχειοθετούν τη θέση των εναγόντων, ότι συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, η πιθανότητα επιτυχίας της είναι από κάθε άποψη ρεαλιστική, ως επίσης, ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης (βλ. την Παναγή, ανωτέρω).
Και, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες απέσεισαν με αξιόπιστη μαρτυρία το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθησή τους ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισής του, σε σχέση πάντοτε με την ίδια πτυχή της υπόθεσης, πλέον, το βάρος εναποτίθεται στον ίδιο να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής του ή την ύπαρξη κάποιου άλλου λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα, θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη (βλ. και πάλι την Παναγή).
Στο ερώτημα, εάν ο εναγόμενος απέδειξε είτε το ένα είτε το άλλο, απαντώ αρνητικά.
Με μόνο λόγο ότι οι ενάγοντες κατέστησαν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακίνητου, δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο εναγόμενος, ούτε ισχυρίζεται μα ούτε και προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης ότι αμφισβήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο τη διαδικασία η οποία οδήγησε στην εγγραφή του επίμαχου ακινήτου επ’ ονόματι των εναγόντων, με το μόνο ορθό, δικονομικά, μέσο με το οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί οτιδήποτε εμπίπτει στο πλαίσιο της διαδικασίας, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, που είναι η έφεση, ο εναγόμενος, συναφώς με το θέμα, ούτε έχει μα ούτε και μπορεί να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.
Στην Παναγή (ανωτέρω) στην οποία η εφεσίβλητη είχε αγοράσει ακίνητο με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ο οποίος διεξάχθηκε δυνάμει του προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου ηγέρθηκαν διάφοροι λόγοι έφεσης, μεταξύ των οποίων και ότι το άρθρο 44Ε(1) του Νόμου, είναι αντισυνταγματικό.
Το σχετικό μέρος που μας ενδιαφέρει με τίτλο «Ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας πλειστηριασμού» ακολουθεί αυτούσιο:
«Θέση των Εφεσειόντων είναι ότι η πώληση και μεταβίβαση του Ακινήτου στην Εφεσίβλητη ήταν άκυρη. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Εφεσείων αρ. 1 δεν άσκησε Αίτηση/Έφεση κατά του πλειστηριασμού δυνάμει των Άρθρων 44Γ3, 50 και 51 του Ν.9/65 και του Άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224.
Το Άρθρο 51 του Ν.9/65 αναφέρει τα εξής:
«Εφέσεις
51.-(1) Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου.
Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω (1)».
(ιδία έμφαση)
Ομοίως, στο Άρθρο 80 του Κεφ. 224 αναφέρεται ότι δε χωρεί αμφισβήτηση απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με τρόπο άλλο από έφεση κατά της απόφασης του, ασκούμενης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της (βλ. και Αλκιβιάδου κ.ά. ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 2133).
Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι εκείνο που προσβάλλουν είναι την πώληση η οποία πάσχει από ακυρότητα, πράγμα που κατά την εισήγηση τους μπορεί να αποτελέσει μέρος υπεράσπισης στο πλαίσιο αγωγής. Εισηγούνται ότι, εφόσον η προτιθέμενη ανταπαίτηση τους στρέφεται κατά του τίτλου της Εφεσίβλητης, αποτελεί ζήτημα συνδεδεμένο με τη «γενεσιουργό κατά την ενάγουσα κατάσταση του κατ' ισχυρισμού δικαιώματος ιδιοκτησίας της», το οποίο πρέπει να αποφασιστεί προτού εξεταστεί ζήτημα κατοχής του Ακινήτου.
Η διαδικασία η οποία οδήγησε στην εγγραφή του Ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης ήταν αυτή του Μέρους VIA του Ν.9/65. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση των Εφεσειόντων ότι η υπό κρίση δεν είναι υπόθεση όπου ο ενυπόθηκος δανειστής θα μπορούσε να εγείρει Αίτηση/Έφεση. Εξάλλου οι ίδιοι οι Εφεσείοντες επικαλούνται άρθρα του Ν.9/65 και των Κ.Δ.Π. 346/19 και 185/15 που εξεδόθησαν στο πλαίσιο αυτού. Η Νομολογία στην οποία παραπέμπει η πλευρά των Εφεσειόντων αφορά σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων που αφορούν σε διεκδικήσεις περιουσιακών αξιώσεων (βλ. Κραμβιάς κ.ά. ν. Θεοδοσίου (2000) 1 Α.Α.Δ. 267).
Πράγματι η Νομολογία αναφέρει ότι περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου και διαφορές που αφορούν στην ιδιοκτησία γης αποτελούν μέρος των αστικών του δικαιωμάτων και η διάγνωση τους ανάγεται στη δικαιοδοσία αρμόδιου Δικαστηρίου (βλ. Φανή ν. Διευθυντή του Κτηματολογίου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1760, Hassidoff v. Paul-Antoine-Aristide Santi and others (1970) 1 C.L.R. 220).
Δεν ήταν, όμως, αυτό το ζήτημα εδώ. Οι Εφεσείοντες ψέγουν τη διαδικασία πλειστηριασμού που διεξήχθη. Παρόμοιο ζήτημα είχε εξεταστεί στην Πασιουρτίδης κ.ά. ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε95/21, ημερ. 8.2.2024, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Εν πρώτοις τονίζουμε ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται και που αφορούν στην διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης (που απέληξε σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης) ή στην εγκυρότητα των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης που υποβάλλεται βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 και ως εκ τούτου δεν συνιστούσαν υπεράσπιση στην υπό κρίση αγωγή. Όπως φαίνεται από την απόφαση στην Αίτηση - Έφεση αρ. 40/19 που οι Εφεσείοντες είχαν καταχωρίσει, προβλήθηκαν και εξετάστηκαν όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί καθώς και ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των συγκεκριμένων διατάξεων του Ν.9/1965. Ορθά, συνεπώς, έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα θέματα που αφορούν στη νομιμότητα του πλειστηριασμού όχι μόνον δεν συνιστούσαν υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά επιπλέον εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν σε Δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της αίτησης για συνοπτική απόφαση και ότι πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κωλύματος του δεδικασμένου».
Πρόκειται, στον βαθμό που αφορούν στη διαδικασία πλειστηριασμού, για έμμεση προσβολή της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/65, η οποία μόνο ως το Άρθρο 51 του ιδίου Νόμου μπορεί να εξεταστεί. Συνεπώς, η πιο κάτω θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους:
«.ζητήματα που αφορούν τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, την οποία σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος 1 δεν είχε αμφισβητήσει σε προγενέστερο στάδιο, και τυχόν παραλείψεις ή λανθασμένες αναφορές στο Δελτίο Πώλησης του Επίδικου Ακινήτου, δεν μπορούν να εξεταστούν, ως βάση υπεράσπισης και/ή ανταπαίτησης του έναντι της Ενάγουσας. Το ίδιο ισχύει, βεβαίως, και σε σχέση με τα θέματα αντισυνταγματικότητας, τα οποία ο Εναγόμενος 1 μπορεί να προωθήσει μόνο έναντι της ΚΕ.ΔΙ.ΠΕΣ, η οποία ως ενυπόθηκος δανειστής προώθησε τη διαδικασία του πλειστηριασμού με βάση τη συγκεκριμένη νομοθεσία».
Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι οι θέσεις των Εφεσειόντων που αφορούν στην περιγραφή του ακινήτου στο Δελτίο - Ανακοίνωση της πώλησης, η στην συνταγματικότητα του Άρθρου 44Ε(1) του Μέρους VIA του Ν.9/65, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση στο πλαίσιο της αγωγής που ήγειρε η Εφεσίβλητη για παράνομη επέμβαση.»
Ότι ο λόγος της παραπάνω απόφασης - τηρουμένων των αναλογιών - καλύπτει πλήρως τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι ολοφάνερο. Στα δεδεομένα αυτά περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ουδέποτε παρέλαβε τις επιστολές που έπρεπε να του είχαν αποσταλεί με βάση το Μέρος VIA του Νόμου και καμιά σχετική ειδοποίηση από τους ενάγοντες. Το ίδιο ισχύει και για το γενικό και αόριστο ισχυρισμό του, ότι, εξ όσων γνωρίζει, ο ίδιος και η εναγόμενη είναι οι νόμιμοι δικαιούχοι του επίμαχου ακινήτου και δικαιούχοι στην κατοχή του (βλ. κατά αντιστοιχία ισχυρισμού, τις παραγράφους 9 και 6 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση).
Και, με δεδομένο ότι μια από τις θεραπείες που προσφέρονται στον ενάγοντα σε υπόθεση διάπραξης του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης είναι η έκδοση διατάγματος (βλ. και πάλι το σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 133) θεωρώ ότι οι πρώτες τρεις αξιώσεις των εναγόντων σύμφωνα με το έντυπο απαίτησης και το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησής τους, στοιχειοθετούνται.
Αναφορικά με τις χρηματικής φύσεως αξιώσεις των εναγόντων, για στοιχειοθέτηση των οποίων επικαλούνται σχετική έκθεση εκτίμησης, με μόνο λόγο ότι εκατέρωθεν εκδοχές, τόσο δικογραφικά όσο και στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, διίστανται, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο θέμα, μόνο στο πλαίσιο κανονικής δίκης μπορεί να επιλυθεί.
Συναφώς με αυτό, η εκδοχή των εναγόντων περικλείεται στις παραγράφους 22 μέχρι 29 της έκθεσης απαίτησης. Θεωρώ πως δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω, παρά μόνο, να παραθέσω την αντίστοιχη δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου. Ακολουθεί αυτούσια:
«Ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο 22 μέχρι 23 των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Είναι περαιτέρω θέση του Εναγόμενου 1 ότι ουδέν ποσό και/ή αποζημίωση οφείλει στην Ενάγουσα και/ή η Ενάγουσα ουδεμία ζημιά έχει υποστεί από τη συμπεριφορά του Εναγόμενου 1. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι τα αναφερόμενα στις παραγράφους 22.1 και/ή 22.2 και/ή 22.3 και/ή 23 και/ή 24 και/ή 25 των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης ποσά και/ή η ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και/ή ισχυριζόμενο ποσό που θα εισέπραττε η Ενάγουσα από την πώληση του επίδικου ακινήτου και/ή ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα εκτιμώμενη ενοικιαστική και/ή δίκαιη και/ή αγοραία ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου είναι υπερβολικά και/ή αβάσιμα και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή είναι υπέρογκα και/ή στον υπολογισμό τους δεν έχει ληφθεί υπόψη η πραγματική κατάσταση του επίδικου υποστατικού και/ή η ύπαρξη φυσικών φθορών σε αυτό και/ή η πραγματική αξία είναι κατά πολύ μικρότερη.»
Ο εναγόμενος, συναφώς με τους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς του, στις παραγράφους 13 και 14 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση, αναφέρει τα εξής:
«13. Όσο αφορά τις παραγράφους 31 μέχρι και 35 της ένορκης δήλωσης της κας Ευαγγέλου. Όσο αφορά για τα απαιτούμενα ποσά και την ισχυριζόμενη ενοικιαστική αξία του ακινήτου, είναι θέση μου ότι τα ποσά τα οποία αναφέρει είναι παντελώς αυθαίρετα, υπερβολικά, αβάσιμα και δεν ανταπικρίνονται στην πραγματικότητα, ενώ είναι παντελώς ατεκμηρίωτα. Οι Αιτητές, έχουν προσκομίσει ως Τεκμήριο 9 μια έκθεση εκτίμησης η οποία δεν φαίνεται από ποιόν υπογράφεται και με τον τρόπο που εισάγεται δεν μου δίδεται το δικαίωμα να ανταξετάσω το άτομο το οποίο τη συνέταξε για το περιεχόμενό της. Στο σημείο της υπογραφής αυτής αλλά και στο σημείο όπου αναγράφεται ο εκτιμητής που φαίνεται να την εκπόνησε, έχουν σβηστεί από τους Αιτητές, χωρίς να τίθεται ο οποιοσδήπτοε λόγος προς τούτο. Περαιτέρω, η κατάληξη αυτής, συγκρούεται με τη κατάληξη του έκθεσης ημερ. 10/11/2021, για το περιεχόμενο της οποίας ομοίως δεν μου δόθηκε το δικαίωμα να αντεξετάσω. Είναι θέση μου και ως με ενημερώνει ο Δικηγόρος μου ότι οι εν λόγω ισχυριζόμενες εκτιμήσεις, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το σεβαστό σας Δικαστήριο. Αμφισβητώ το περιεχόμενο της εν λόγω εκτίμησης όσο και την κατάληξη αυτής, αλλά και προσόντα να την εκπονήσει. Με βεβαιότητα δηλώνω ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει τα ισχυριζόμενα απαιτούμενα ποσά.
14. Περαιτέρω, το άτομο που συνέταξε το εν λόγω έγγραφο, δεν φαίνεται να έχει λάβει υπόψη του την πραγματική κατάσταση του ακινήτου και τις ζημιές και φυσική φθορά που έχει αυτό. Δεν έχω στην κατοχή μου σε αυτό το στάδιο εκτίμηση σε σχέση με την πραγματική ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου, λόγω οικονομικής μου δυσκολίας να καλύψω τα έξοδα αυτής, ωστόσο επιφυλάσσομαι όπως προσκομίσω κατά την ακρόαση. Είναι θέση μου ότι η πραγματική ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου, είναι κατά πολύ μικρότερη από την ισχυριζόμενη ενοικιαστική αξία του ακινήτου.»
Από τα παραπάνω καθίσταται τελείως κατανοητό, γιατί σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, ο εναγόμενος απέδειξε την ύπαρξη πολύ καλού και σοβαρού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη (βλ. και πάλι την Παναγή).
Προς τούτο συνηγορούν και τα ακόλουθα από την Παναγή και πάλι:
«Το Μέρος 24.2(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προνοεί ότι το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι τυγχάναν εφαρμογής τα νομολογημένα στην απόφαση Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολ. Έφ. Ε205/17, ημερ. 9.1.2024, όσον αφορά στο ζήτημα των αποζημιώσεων. Συμφωνούμε ότι εφόσον ούτε η υπό κρίση περίπτωση αφορούσε σε συμφωνία ενοικίασης όπου να υπήρχε συμφωνημένο ύψος ενοικιαστικής αξίας, η έκδοση απόφασης που να διέταζε τους Εφεσείοντες να καταβάλλουν ποσό €3.543 μηνιαίως στην Εφεσίβλητη ως ενοικιαστική αξία από 27.5.2024 μέχρι παράδοσης της κατοχής, δεν ήταν ορθό να εκδοθεί με τη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε έκθεση εκτίμησης αναφορικά με το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο, το οποίο όμως οι Εφεσείοντες αμφισβητούσαν ως υπερτιμημένο. Όπως ακριβώς και στην Mukhtar (πιο πάνω) δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης. Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση».»
Προστίθενται και τα εξής από τη Mukhtar (ανωτέρω) τα οποία αναφέρονται σε συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος.
«Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:
«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................
Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».»
Στο βαθμό που με τον έβδομο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες έχουν επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και/ή με τη συμπεριφορά τους έχουν παραιτηθεί του δικαιώματός τους να προωθούν την υπό κρίση αίτηση, να πω απλώς, ότι ο συγκεκριμένος λόγος είναι νόμω και ουσία αβάσιμος.
Το πρώτο, επειδή με απλή ανάγνωση του Μέρους 24 των ΚΠΔ είναι σαφές, ότι η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης μπορεί να καταχωριστεί και μετά την καταχώρηση υπεράσπισης και το δεύτερο, επειδή, εξ αντικειμένου, η περίοδος 56 ημερών που μεσολάβησε από τις 30/9/2025 που ο εναγόμενος καταχώρησε την υπεράσπισή του μέχρι τις 25/11/2025 που οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί στα σοβαρά ότι αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση.
Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί, επιτυγχάνει.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1, ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, με διαφοροποίηση σε σχέση με την παράγραφο Β και το χρόνο συμμόρφωσης, ο οποίος ορίζεται σε 60 μέρες από την επίδοση του διατάγματος.
Δεδομένου ότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί δεν τίθεται θέμα οδηγιών προς καταχώρηση και επίδοση υπεράσπισης σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις των εναγόντων.
Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:
Οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης.
Συμμορφούμενοι με τον κανονισμό 9(1) του ίδιου Μέρους υπόβαλαν κατάλογο των εξόδων που αξιώνουν συνολικά για την απαίτηση. Αυτά ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €21.159,58 στο οποίο περιλαμβάνονται τόσο ο Φ.Π.Α. όσο και τα πραγματικά τους έξοδα.
Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση έχει επιτύχει εν μέρει σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι για όσες από τις αξιώσεις των εναγόντων η αίτηση δεν έχει επιτύχει η απαίτηση θα συνεχιστεί, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, η διαταγή μου ως προς έξοδα, θα είναι μόνο σε σχέση με την αίτηση.
Λαμβάνοντας υπόψη και το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή για τα έξοδά της είναι να επιδικαστούν κατά το ήμισυ.
Σύμφωνα με τον κατάλογο εξόδων που έχουν καταχωρήσει οι ενάγοντες, τα έξοδα της αίτησης ανέρχονται στο ποσό των €6.829, πλέον Φ.Π.Α. και €39 πραγματικά έξοδα.
Ενόψει των ανωτέρω, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €3.415,50, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €19,50, πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου.
(Υπ.) ...…………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο