OVERSEAS PETROL TRADE & SHIPPING LTD κ.α. ν. LARTON CONSULTANTS LTD κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1028/2015, 30/9/2026
print
Τίτλος:
OVERSEAS PETROL TRADE & SHIPPING LTD κ.α. ν. LARTON CONSULTANTS LTD κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1028/2015, 30/9/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                            Αριθμός Αγωγής: 1028/2015

 

Μεταξύ:

1.  OVERSEAS PETROL TRADE & SHIPPING LTD

                       2.   BITHOLDER SRL

Ενάγοντα

    και

                       

                       1.  LARTON CONSULTANTS LTD

                       2.  MACHTZEVAT HAEMEK LTD

                       3.  ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

                       4.  ΘΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

                       5.  YISRAEL SHAPIRA

                       6.  HAREL SHAPIRA

                       7.  GIL SHAPIRA

                       8.  YAAKOV SHAPIRA

                       9.  HEN SHAPIRA

Εναγόμενων

 

--------------------

 

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης, ημερομηνίας 5/11/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/9/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: 

Για ενάγοντες 1 - αιτητές: κα Ε. Νικήτα, για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για εναγόμενους 3 και 4 - καθ’ ων η αίτηση: κα Σ. Ματθαίου, για Crysses Demetriades & Co LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στο πλαίσιο αίτησης την οποία είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι 3 και 4, στην οποία υπήρξε ένσταση εκ μέρους των εναγόντων 1, το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν -, μετά ακρόαση, με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής του, ημερομηνίας 17/10/2025 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε τους ενάγοντες 1 να παράσχουν προς όφελος των εναγόμενων 3 και 4 μέχρι τις 17/11/2025, ασφάλεια εξόδων, ύψους €35.000 «.. με την κατάθεση του πιο πάνω ποσού με τραπεζική επιταγή (banker’s draft) εκδομένη προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ή με τραπεζικό έμβασμα (bank transfer) στον λογαριασμό του Γενικού Λογιστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας.»

 

Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή κάθε διαδικασίας στην απαίτηση των εναγόντων 1 εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 μέχρις ότου δοθεί η ασφάλεια εξόδων, ενώ υπάρχει πρόνοια ότι σε περίπτωση που η ασφάλεια δεν δοθεί εντός της παραπάνω προθεσμίας, τότε, η απαίτηση των εναγόντων 1 εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 θα θεωρείται ως αυτόματα απορριφθείσα με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 3 και 4 και εναντίον των εναγόντων 1.

 

Οι ενάγοντες 1, στις 31/10/2025 καταχώρησαν έφεση κατά της παραπάνω απόφασης και στις 5/11/2025, την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσής τους.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων 1, Στυλιανή Ειρήνη Νικήτα.

 

 Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

 

Ενόψει της καταχώρησης της ειδοποίησης έφεσης καλεί το σεβαστό Δικαστήριο να εγκρίνει την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης μέχρι την πλήρη και οριστική εκδίκαση της έφεσης, καθώς τούτο συνάδει με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η μη χορήγηση αναστολής, θα συνιστούσε παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και στη θεραπεία και το δικαίωμα έφεσης.

 

Οι ενάγοντες 1 έχουν μεγάλες προοπτικές επιτυχίας της έφεσης και η αναστολή είναι απολύτως αναγκαία προς διασφάλιση του δικαιώματος έφεσης. Οι ενάγοντες 1 βρίσκονται σε αδιέξοδη κατάσταση, διότι εάν προχωρήσουν με την καταβολή της ασφάλειας εξόδων, η έφεσή τους, θα καταστεί άνευ αντικειμένου, καθώς η απόφαση θα θεωρηθεί ικανοποιημένη και το υπόβαθρο της έφεσης, θα καταστραφεί ανεπανόρθωτα. Επίσης, εάν δεν καταβληθεί η ασφάλεια εξόδων εντός της καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας, η απαίτηση των εναγόντων 1 εναντίον των εναγόμενων 3 και 4, θα απορριφθεί αυτόματα, με αποτέλεσμα και πάλι η έφεση να καταστεί άνευ αντικειμένου και να υπάρχει ανεπανόρθωτη ζημιά από πλευράς εναγόντων 1.

 

Η μη χορήγηση της αναστολής, θα αποτελεί στέρηση του δικαιώματος των εναγόντων 1 για έφεση, παραβιάζοντας το Άρθρο 30 του Συντάγματος, ενώ, εάν δοθεί αναστολή, τα δικαιώματα των εναγόμενων 3 και 4 δεν θα επηρεαστούν επειδή σε περίπτωση που δεν πετύχει η έφεση, οι ενάγοντες θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν την ασφάλεια εξόδων.

 

Βάσει όλων των προαναφερόμενων λόγων ζητείται από το σεβαστό Δικαστήριο η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, μέχρι την οριστική εκδίκαση της έφεσης.

 

Η χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εξυπηρετεί το συμφέρον και την προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων 1.

 

 

Οι εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 15 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος 4.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, αναμφίβολα, δικαιοδοτική της βάση αποτελεί το Μέρος 41.7, κατ’ αντιστοιχία της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Μέρος 41.7. προνοεί τα ακόλουθα:

 

«41.7. Αναστολή

 

(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.

 

(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.»

 

Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα συγκεφαλαιώνονται στην πρόσφατη υπόθεση Nicos G Siakolas Enterprises Limited v. Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. E172/2022, ημερ. 26/9/2023 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:

 

«Συγκρίνοντας το λεκτικό αυτό με το λεκτικό της παλαιάς Δ.35 Θ.18 προκύπτει ότι είναι πανομοιότυπο με το πρώτο της μέρος, γεγονός που οδηγεί στο ότι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την μέχρι σήμερα Νομολογία επί του επίδικου ζητήματος. Το δε Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και τις αρχές που καθορίζονται στο Μέρος 1 των Νέων Κανονισμών και ειδικότερα τον πρωταρχικό σκοπό, ήτοι τον χειρισμό της υπόθεσης κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.

 

Δυνατότητα αναστολής απόφασης ή διατάγματος παρέχεται μόνο εκεί όπου το διάταγμα επιδέχεται εκτέλεσης. Επίσης, αναστολή εκτέλεσης χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης και όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας (βλ. Re E.S. an Infant (1986) 1 C.L.R. 119, Korina Fotiou and Another v. Petrolina Ltd (1984) 1 C.L.R. 708, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera (1986) 1 C.L.R. 524, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1384, και Αντζολέττα Χατζηιωσήφ ν. Άννας Πετρίχου (1998) 1 Α.Α.Δ. 364).

 

Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην απόφαση Lord Jeans Ltd v. Orbit -Kazoulis Ltd, (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591, αφού έγινε αναφορά στην Δ.35 Θ. 18, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

"Οι προεκτάσεις της πιο πάνω Διαταγής εξετάστηκαν σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικο χαρακτήρα της μέχρι την ακύρωση ή τροποποίηση της από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 ΑΑΔ 1147,

 

«Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35, θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»"

 

Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ.1) (1994) 1 ΑΑΔ 287, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται έχοντας υπόψη ότι, (α) ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να αποστερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της επιτυχίας του, και, (β) το ένδικο μέσο της έφεσης, που ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να χάνει την αποτελεσματικότητα του.

 

(βλ. επίσης Παναγιώτης Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147, Πραξιτέλη Βογαζιανού ν. ΚΔ,  (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591, Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, ETEK ν. Κ.Δ.  (1999) 4(Α) Α.Α.Δ. 623).

 

Σύμφωνα με το Annual Practice 1958, σελ. 1697, το Δικαστήριο δεν συνηθίζει να αποστερεί από ένα επιτυχόντα διάδικο τους καρπούς της επιτυχίας του, από την άλλη όμως, έχει καθήκον να μεριμνήσει ώστε η όποια επιτυχία σε έφεση να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Αναφέρεται ρητά ότι, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης όπου οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν.»

 

 

Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:

 

Οι λόγοι για τους οποίους οι ενάγοντες 1 ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δεν χρειάζεται να τους επαναλάβω. Χωρίς να χρειάζεται να παραθέσω, είτε τους λόγους ένστασης στην αίτηση είτε τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 4 για σκοπούς στοιχειοθέτησής τους στην υποστηρικτική της ένστασης, ένορκη δήλωσή του, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια - οι οποίοι καλύπτονται από αριθμό λόγων ένστασης στην αίτηση -, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, δηλώνω ευθέως, ότι δεν είμαι διατεθειμένος να την ασκήσω προς όφελος των εναγόντων 1 και υπέρ της αποδοχής της αίτησης.

 

Ακολουθεί το σκεπτικό:

 

Όπως πολύ ορθά αναφέρεται από το συνάδελφο, ο οποίος εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση - με αναφορά σε νομολογία -, η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγοντας είναι κάτοικους εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο.

 

Προφανώς, αυτός είναι και ο λόγος έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης.

 

Ισχυρίζονται οι ενάγοντες 1 ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα επηρεαστούν τα δικαιώματά τους, καθώς η έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης, θα καταστεί εξ ολοκλήρου, άνευ αντικειμένου.

 

Με κάθε σεβασμό, διαφωνώ.

 

Εάν οι ενάγοντες 1 συμμορφωθούν με τη διαταγή του Δικαστηρίου και παράσχουν με τον τρόπο που έχουν διαταχθεί το ποσό της ασφάλειας εξόδων των εναγόμενων 3 και 4, το ποσό αυτό, ασφαλώς δεν θα δοθεί στους εναγόμενους. Θα κατατεθεί είτε στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου είτε στο λογαριασμό του Γενικού Λογιστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, εις πίστην των εναγόμενων 3 και 4, υπό την έννοια ότι θα παραμείνει εκεί προς όφελός τους, πλην όμως, χωρίς να έχουν  δικαίωμα να το παραλάβουν, παρά μόνο σε περίπτωση που η αγωγή των εναγόντων 1 αποτύχει και το Δικαστήριο τους καταδικάσει να καταβάλουν τα έξοδα των εναγόμενων 3 και 4.

 

Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, εάν οι ενάγοντες 1 παράσχουν το ποσό ασφάλειας εξόδων και ακολούθως, η έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης, γίνει αποδεκτή, θα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την επιστροφή του ποσού της παρασχεθείσας ασφάλειας εξόδων, χωρίς να χρειάζεται να προβούν σε οποιεσδήποτε περαιτέρω διαδικαστικές ενέργειες και κυρίως, χωρίς να παρέχεται στους εναγόμενους 3 και 4 το δικαίωμα να εναντιωθούν σε ένα τέτοιο αίτημα.

 

 

 

 

Από την άλλη, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, το ποσό της ασφάλειας, θα εξακολουθεί να παραμένει στη διάθεσή των εναγόμενων 3 και 4 για το σκοπό που θα παρασχεθεί.

 

Και ενώ με αυτό τον τρόπο διασφαλίζονται πλήρως, τόσο το δικαίωμα των εναγόμενων 3 και 4 να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας τους όσο και το δικαίωμα των εναγόντων 1 να προωθήσουν αποτελεσματικά την έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να χάσει το αντικείμενό της η έφεση, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, οι επιπτώσεις στους εναγόμενους, είναι κατάδηλες.

 

Σε τέτοια περίπτωση, τόσο η εκκαλούμενη απόφαση όσο και, κυρίως, ο λόγος της, όχι μόνο αναιρούνται, αλλά, θα επιτραπεί στους ενάγοντες 1 να συνεχίσουν να υποβάλλουν τους εναγόμενους 3 και 4 και σε νέες δικαστικές διαδικαστικές, γεγονός το οποίο συνεπάγεται τη δημιουργία περαιτέρω εξόδων, με ό,τι αυτό θα σημαίνει για τη δυνατότητά των εναγόμενων 3 και 4 να εισπράξουν τα έξοδά τους σε περίπτωση που οι ενάγοντες 1 αποτύχουν στις εν λόγω διαδικασίες και διαταχθούν να καταβάλουν τα έξοδα των εναγόμενων 3 και 4.

 

Απ’ εκεί και πέρα, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας για τους ενάγοντες 1, ότι αυτοί έχουν μεγάλες προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, χωρίς καν να προσκομίζουν την ειδοποίηση έφεσης ή έστω, να αναφέρουν τους λόγους της, μαζί με την αναγκαία αιτιολογία, υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Και βέβαια, τα όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους στη γραπτή αγόρευσή τους συναφώς με το θέμα δεν μπορούν να συμπληρώσουν το σχετικό κενό. Και τούτο, επειδή αυτά δεν μπορούν να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψη. Είναι καλά γνωστό ότι δηλώσεις οι οποίες περιέχονται στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων ούτε αποτελούν μαρτυρία μα ούτε και την υποκαθιστούν (βλ. μεταξύ άλλων, Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα (2002) 1 Α.Α.Δ. 223).

 

Των παραπάνω λεχθέντων, στην υπό εξέταση περίπτωση, ο παράγοντας προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να  επενεργήσει καθόλου στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να διατάξω ή να μην διατάξω την αιτούμενη αναστολή.

 

Συγκεφαλαιώνοντας, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί, στο πλαίσιο της εξισορρόπησης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, που σύμφωνα με τη Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης, έχω τη βαθιά πεποίθηση, ότι τα εκατέρωθεν δικαιώματα διασφαλίζονται απόλυτα με τη συμμόρφωση των εναγόντων 1 με την εκκαλούμενη απόφαση. Αντίθετα, σε περίπτωση που διατάξω την αναστολή της, το αποτέλεσμα, θα είναι αυτό που αναφέρει, θα έλεγα, με απόλυτη ειλικρίνεια, η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες 1, στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η σχετική παράγραφος ακολουθεί αυτούσια: «Η χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εξυπηρετεί το συμφέρον και την προστασία των δικαιωμάτων της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας.»

 

Και μόνο των εναγόντων, προσθέτω με τη σειρά μου.

 

Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Παρέχεται στους ενάγοντες 1 περαιτέρω προθεσμία 30 ημερών για σκοπούς συμμόρφωσής τους με την εκκαλούμενη απόφαση.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 3 και 4 και σε βάρος των εναγόντων 1.

 

 

 

 

                                                        (Υπ.) ….….………………………

                                                                                   Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

/ΚΚ

 

         

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο