BOJAN STRUNA κ.α. ν. MITJA KOLMAN κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 939/2024, 24/9/2026
print
Τίτλος:
BOJAN STRUNA κ.α. ν. MITJA KOLMAN κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 939/2024, 24/9/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                 Αριθμός Απαίτησης: 939/2024 (i-justice)

 

Μεταξύ:

                                        1.  BOJAN STRUNA

                                        2.  JURE KOLMAN

                                        3.  DOMEN STANGAR

                                                                                                                  Εναγόντων

 

                                                        και

 

                             1.  MITJA KOLMAN

                             2.  ZUUM LIMITED

                             3.  INTERBLOCK igralniske tehnologije d.o.o.

                             4.  JOHN JOSEPH CONNELLI IV

                             5.  MIHA MUSIC

                                                                                                        Εναγόμενων

 

--------------------

 

Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 2/10/2024

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24/9/2026

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγοντες 1 μέχρι 3 - αιτητές: κ. Ρ. Λοϊζίδης, για ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ  Δ.Ε.Π.Ε.

Για εναγόμενο 1 - καθ’ ου η αίτηση: κα Σ. Τρύφωνος, για ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ  ΔΕΠΕ

Για εναγόμενους 2 μέχρι 5 - καθ’ ων η αίτηση: κ. Σ. Πίττας, για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ  ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες, στις 30/9/2024 καταχωρήσαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ. 4. Στις 24/1/2025 καταχώρησαν έκθεση απαίτησης. Το παρακλητικό της ακολουθεί αυτούσιο:

 

«Και οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5, ως ακολούθως: -

 

Α. Απόφαση και/ή Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου, διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση των 1.560 συνήθων μετοχών, ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη, που κατείχε ο Εναγόμενος 1 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς την Εναγόμενη 3, είναι άκυρη και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και/ή έλαβε χώρα αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των Κανονισμών 31 και 32 του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή του Περί Εταιρειών Νόμου (ΚΕΦ.113) και/ή δυνάμει απουσίας χρήσης, συνεπεία ανυπαρξίας και/ή δέουσας υποβολής, κατάλληλου μεταβιβαστικού εγγράφου (proper instrument of transfer).

 

Β. Απόφαση και/ή Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου, διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η ενέργεια υποβολής και/ή καταχώρησης του εντύπου ΗΕ 57 στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, διά του οποίου μεταβιβάζονται οι 1.560 συνήθεις μετοχές, ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη, του Εναγόμενου 1 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς την Εναγόμενη 3, είναι άκυρη και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και/ή έλαβε χώρα αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των Κανονισμών 31 και 32 του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή του Περί Εταιρειών Νόμου (ΚΕΦ.113) και/ή δυνάμει απουσίας χρήσης, συνεπεία ανυπαρξίας και/ή δέουσας υποβολής, κατάλληλου μεταβιβαστικού εγγράφου (proper instrument of transfer).

 

Γ. Απόφαση και/ή Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου, διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η παύση και/ή παραίτηση του Εναγόμενου 1 από Διευθυντής και/ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου και/ή αξιωματούχος της Εναγόμενης 2 και/ή ο διορισμός των Εναγομένων 4 και 5, ως Διευθυντές και/ή διοικητικοί σύμβουλοι και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης 2, είναι άκυροι και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και/ή έλαβαν χώρα αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των Κανονισμών 81 και 82, του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή του Περί Εταιρειών Νόμου (ΚΕΦ.113).

 

Δ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, απόφαση και/ή αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι ο Εναγόμενος 4 ενήργησε αμελώς και/ή παράτυπα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση των αρχών της επιείκειας και/ή δη, της αρχής καλής πίστης (bona fide) και/ή αρχής της υπευθυνότητας (due diligence) και/ή του καθήκοντος φροντίδας (duty of care) και αποδέχτηκε και/ή ανέλαβε τον παράνομο διορισμό του ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 και/ή εξακολουθεί να κατέχει το αξίωμα του διευθυντή στην Εναγόμενη 2, ενώ υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης 3 γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο διορισμός του στην Εναγόμενη 2 έλαβε χώρα άνευ λήψης της νόμιμης έγκρισης των μετόχων της Εναγόμενης 2 και/ή έλαβε χώρα κατά παράβαση των προνοιών του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή του Περί Εταιρειών Νόμου (ΚΕΦ.113).

 

Ε. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή και/ή Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου, διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι οποιαδήποτε ψηφίσματα και/ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 2 που λήφθηκαν αρχής γενομένης κατά ή περί την 16.09.2024 και/ή την ημερομηνία διορισμού των Εναγόμενων 4 και 5, ως αξιωματούχοι της Εναγόμενης 2 και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ψηφισμάτων και/ή αποφάσεων που αφορούν τη λειτουργία και/ή τις εργασίες και/ή τη διοίκηση και/ή οποιανδήποτε αλλαγή στη διοίκηση και/ή Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο της Εναγόμενης 2, είναι άκυρα και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και/ή έλαβαν χώρα αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των Κανονισμών του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή του Περί Εταιρειών Νόμου (ΚΕΦ.113).

 

ΣΤ. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την επαναγορά και/ή επανεγγραφή και/ή μεταβίβαση και/ή διάθεση των 1.560 συνήθων μετοχών της Εναγόμενης 3, στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς τον Εναγόμενο 1.

 

Ζ. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο 1, να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες προτίμησης (pre-emption rights) του Κανονισμού 32 του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή δη, να προβεί σε πώληση των 1.560 συνήθων μετοχών του, ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη, στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2 προς τους Ενάγοντες 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή δη, στο ποσό ύψους €7.575.360 (Επτά Εκατομμυρίων Πεντακοσίων Εβδομήντα Πέντε Χιλιάδων και Τριακοσίων Εξήντα Ευρώ).

 

Η. Διάταγμα διατάττον τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 να λάβουν τις απαιτούμενες ενέργειες για σκοπούς απόσυρσης από τα αρχεία και/ή μητρώο μελών του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας του εντύπου ΗΕ 57 και/ή οποιωνδήποτε αιτήσεων και/ή εντύπων υποβλήθηκαν, προς τον σκοπό μεταβίβασης και/ή διάθεσης των 1.560 συνήθων μετοχών που κατείχε ο Εναγόμενος 1 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς την Εναγόμενη 3.

 

Θ. Διάταγμα διατάττον τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 να λάβουν τις απαιτούμενες ενέργειες για σκοπούς και/ή υποβολής σχετικών αιτήσεων και/ή εντύπων στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Πνευματικής Ιδιοκτησίας, για σκοπούς άρσης και/ή ακύρωσης της μεταβίβασης και/ή διάθεσης των 1.560 συνήθων μετοχών που κατείχε ο Εναγόμενος 1 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς την Εναγόμενη 3 και επανεγγραφής και/ή επαναφοράς των 1.560 συνήθων μετοχών που κατείχε ο Εναγόμενος 1 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, επ’ ονόματι του Εναγόμενου 1, ως εγγεγραμμένος μέτοχος και/ή τελικός δικαιούχος αυτών, στα αρχεία και/ή μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας.

 

Ι. Διάταγμα διατάττον τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 να λάβουν τις απαιτούμενες ενέργειες για σκοπούς υποβολής σχετικών αιτήσεων και/ή εντύπων και/ή έντυπου ΗΕ 4, προς τον σκοπό ακύρωσης του διορισμού των Εναγόμενων 4 και 5, ως Διευθυντές και/ή μέλη του διοικητικού σύμβουλοι και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης 2.

 

ΙΑ. Περαιτέρω, Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τον διορισμό του Ενάγοντα 1 και/ή ανεξάρτητου προσώπου, ως ήθελε ορίσει το Δικαστήριο, ως Διευθυντής και/ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου και/ή αξιωματούχος της Εναγόμενης 2 για την χρονική περίοδο αρχής γενομένης από την ακύρωση και/ή παύση των Εναγομένων 4 και 5 ως Διευθυντές και/ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης 2, έως και την υλοποίηση της πώλησης και/ή μεταβίβασης και/ή διάθεσης των 1.560 συνήθων μετοχών στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς τους Ενάγοντες 1 και/ή 2 και/ή 3.

 

ΙΒ. Διάταγμα διατάττον τους Εναγόμενους 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 για την απόδοση λογαριασμών αναφορικά με τα οποιαδήποτε χρήματα και/ή κέρδη έλαβαν οι Εναγόμενες 2 και/ή 3 ως αποτέλεσμα της παράνομης μεταβίβασης των 1.560 συνήθων μετοχών από τον Εναγόμενο 1 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, προς την Εναγόμενη 3.

 

ΙΓ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις υπέρ των Εναγόντων 1, 2 και 3 και σε βάρος των Εναγομένων 1 και/ή 2, συνεπεία παράβασης των δικαιωμάτων προτίμησης (pre-emption rights) των Εναγόντων και/ή των προνοιών των Κανονισμών 31 και 32 του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και/ή ως εκ του Περί Εταιρειών Νόμου (ΚΕΦ.113) καθηκόντων των Εναγομένων 1 και/ή 2, σε βάρος των Εναγόντων 1, 2 και 3.

 

ΙΔ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις υπέρ των Εναγόντων 1, 2 και 3 και σε βάρος της Εναγόμενης 2 και/ή της Εναγόμενης 3, συνεπεία της άσκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων συνδέονται με τις 1.560 μετοχές, που παράνομα κατέχει η Εναγόμενη 3 στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2.

 

ΙΕ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις υπέρ των Εναγόντων 1, 2 και 3 και σε βάρος των Εναγομένων 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5, συνεπεία της άσκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων κατέχουν οι Εναγόμενοι 4 και/ή 5 ως αξιωματούχοι και/ή ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 2.

 

ΙΖ. Οποιοδήποτε διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.

 

Ι.ΣΤ. Νόμιμο Τόκο.

 

ΙΗ. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον Φ.Π.Α. (αριθμός εγγραφής στο μητρώο Φ.Π.Α. 10321124Τ), πλέον έξοδα επίδοσης.»

 

Προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις 2/10/2024, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν:

 

«(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Εναγόμενο 1/ Καθ’ ου η Αίτηση 1 να προβεί προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή πληρεξούσιων εκπροσώπων του και/ή ατόμων που ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό του σε μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση, όλων και/ή μέρους εκ των 1.560 συνήθων μετοχών, που κατέχει επί του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

(Β) Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά του αιτητικού (Α) ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στην Εναγόμενη 3/ Καθ’ ης η Αίτηση 3 να προβεί προσωπικά και/ή μέσω υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή πληρεξούσιων εκπροσώπων της και/ή ατόμων που ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό της, σε μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση όλων και/ή μέρους εκ των 1.560 συνήθων μετοχών, που κατέχει επί του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον και/ή απαγορεύον στον Εναγόμενο 1/ Καθ’ ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή πληρεξούσιων εκπροσώπων του και/ή ατόμων που ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό του, όπως ασκήσει οποιονδήποτε δικαίωμα ψήφου και/ή άλλα δικαιώματα που βασίζονται στην κατοχή από αυτόν, των 1.560 συνήθων μετοχών στην Εναγόμενη 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε έκτακτης και/ή τακτικής και/ή εξ αναβολής συνέλευσης της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

(Δ) Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά του αιτητικού (Γ) ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον και/ή απαγορεύον στην Εναγόμενη 3/ Καθ’ ης η Αίτηση 3, προσωπικά και/ή μέσω υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή πληρεξούσιων εκπροσώπων του και/ή ατόμων που ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό της, όπως ασκήσει οποιονδήποτε δικαίωμα ψήφου και/ή άλλα δικαιώματα που βασίζονται στην κατοχή από αυτήν, των 1.560 συνήθων μετοχών στην Εναγόμενη 2/ Καθ’ ης η Αίτηση, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε έκτακτης και/ή τακτικής και/ή εξ αναβολής συνέλευσης της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

(Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να αναστέλλεται η ισχύς οποιασδήποτε απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2, η οποία σκοπεί στην παύση του Εναγόμενου 1/ Καθ’ ου η Αίτηση 1 από Διευθυντής και/ή διοικητικός σύμβουλος και/ή αξιωματούχος της και/ή στον διορισμό Εναγομένων 4 και 5/ Καθ’ ων η Αίτηση 4 και 5, ως Διευθυντές και/ή διοικητικοί σύμβουλοι και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η

Αίτηση 2.

 

(Στ) Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, την ισχύ οποιωνδήποτε ψηφισμάτων και/ή αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2 που λήφθηκαν αρχής γενομένης κατά ή περί την 16.09.2024 και/ή από την ημερομηνία διορισμού των Εναγόμενων 4 και 5/ Καθ’ ων η Αίτηση 4 και 5, ως αξιωματούχοι της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2 και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, οποιωνδήποτε ψηφισμάτων και/ή αποφάσεων που αφορούν τη λειτουργία και/ή τις εργασίες και/ή τη διοίκηση και/ή οποιανδήποτε αλλαγή στη διοίκηση και/ή Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

(Ζ) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5/ Καθ’ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ 5 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή άτομα που ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμού τους και/ή στη βάση εξουσιοδότησής τους, να προβούν σε σύγκληση γενικής συνέλευσης και/ή διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1/ Καθ’ ης η Αίτηση 1 και/ή σε λήψη απόφασης και/ή ψηφίσματος, που αφορούν τη λειτουργία και/ή εργασίες και/ή διοίκηση της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, θεμάτων που αφορούν:

 

i.  Έκδοση οποιωνδήποτε πληρεξουσίων εγγράφων από την Εναγόμενη 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2 και/ή τους διευθυντές της και/ή τους αντιπροσώπους της.

 

ii. Διαθέσεις και/ή πωλήσεις και/ή αποξενώσεις και/ή επιβαρύνσεις των περιουσιακών στοιχείων και/ή επιχειρήσεων.

 

iii. Υπογραφή οποιωνδήποτε συμβολαίων.

 

iv. Διαχείριση των οποιωνδήποτε τραπεζικών λογαριασμών της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

v. Την ανακοίνωση και/ή καταβολή οποιωνδήποτε μερισμάτων.

 

vi. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση ή ενέργεια η οποία μπορεί να επηρεάσει την αξία των μετοχών της Εναγόμενης 2/ Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

(Η) Οποιοδήποτε διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.

 

(Θ) Νόμιμο Τόκο.

 

(Ι) Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον Φ.Π.Α. (αριθμός εγγραφής στο μητρώο Φ.Π.Α. 10321124Τ), πλέον έξοδα επίδοσης.»

 

Παρεμβάλλεται ότι οι ενάγοντες, στις 11/2/2026 απέσυραν τις αιτούμενες θεραπείες, υπό (Α), (Γ) και (E). Παρόλα αυτά, η παράθεση και αυτών κρίνεται σκόπιμη για σκοπούς καλύτερης κατανόησης όσων θα αναφερθούν σε κατοπινό στάδιο.

 

Για να συνεχίσω, η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση καθώς και από συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στις οποίες προέβη ο ενάγοντας 1.

 

Ο συνάδελφος, ο οποίος είχε επιληφθεί της αίτησης διέταξε την επίδοσή της στους εναγόμενους, οι οποίοι καταχώρησαν σ’ αυτή, δυο πανομοιότυπες ενστάσεις. Η μια καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 1 και η άλλη από τους εναγόμενους 2 μέχρι 5. Η δεύτερη ακολουθεί αυτούσια.

 

«1. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, επειδή οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποίηση τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ειδικότερα ότι:

 

1.1. Οι Αιτητές έχουν μια καλή συζητήσιμη υπόθεση(good arguable case) εναντίον των Εναγόμενων στην κυρίως Αγωγή ∙ και

 

1.2. Ότι οι Αιτητές έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην κυρίως Αγωγή τους ∙ και

 

1.3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

2. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης επειδή η ζημία που θα υποστούν οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως αποτέλεσμα της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων σύμφωνα με την Αίτηση, θα είναι πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ζημία θα υποστούν οι Αιτητές (οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν θα υποστούν καμία ζημία) εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

3. Οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά.

 

4. Τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με τις παραγράφους (Α) (Γ) και (Ε) της Αίτησης, έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου.

 

5. Τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με τις παραγράφους (Δ), (Ε), (ΣΤ) και (Ζ) της Αίτησης, είναι δρακόντεια διατάγματα που συνιστούν ακατάλληλη παρέμβαση (improper intervention) στις εσωτερικές υποθέσεις και διαχείριση της Κυπριακής Εταιρείας της Καθ’ ης η Αίτηση 2 και θα πρέπει να απορριφθούν.

 

6. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια (uncleaned hands) και δεν έχουν καμία νομιμοποιητική ικανότητα (locus standing) να ζητούν θεραπείες με βάση το δίκαιο της επιείκειας (equitable remedy) από το Δικαστήριο ή βοήθεια από το Δικαστήριο της επιείκειας.

 

7. Η αγωγή υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και η Αίτηση, συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι επιπόλαια, ενοχλητική και καταπιεστική διαδικασία (frivolous, vexatious and oppressive proceedings), που ενορχηστρώθηκε και υλοποιήθηκε από τους Αιτητές ως μέρος της συνωμοσίας τους – (με παράνομα και/ή νόμιμα μέσα ) – προς εξαπάτηση της Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

8. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως η Αίτηση.

 

9. Τα διατάγματα που ζητούνται σύμφωνα με την Αίτηση, είναι δραστικά και με δρακόντεια ισχύ και εάν αυτά χορηγηθούν:

 

(α) Θα προκαλέσουν τεράστιες απώλειες στην Καθ’ ης η Αίτηση 2, καθώς και σε όλους τους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

(β) Θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ’ ης η Αίτηση 2, επειδή όλες οι δραστηριότητες της Καθ’ ης η Αίτηση 2 θα παγωποιηθούν (frozen) .

 

(γ) Θα επιτρέψουν στους Ενάγοντες - (χωρίς οι Καθ’ ων η Αίτηση να είναι σε θέση να αντιδράσουν ή να λάβουν μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων τους) - να ολοκληρώσουν τη συνωμοσία και τις αδικοπραξίες τους που διαπράχθηκαν εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 2, επιτρέποντας μεταξύ άλλων στους Ενάγοντες να εκμεταλλευτούν και να χρησιμοποιήσουν τον κλεμμένο πηγαίο κώδικα (source code) και άλλα εμπιστευτικά δεδομένα (confidential data) που αποξενώθηκαν (misappropriated) από την Καθ΄ ης η Αίτηση 2, προκειμένου να λειτουργήσουν την ανταγωνιστική τους επιχείρηση, μέσω της κατασκευής, πώλησης και κυκλοφορίας ανταγωνιστικών προϊόντων (counterfeited products).

 

10. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, διότι είναι αβάσιμη νομικά και πραγματικά.

 

11. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σύμφωνα με την Αίτηση, θα προκαλέσει μεγαλύτερες απώλειες στους Καθ’ ων η Αίτηση, από οποιεσδήποτε ζημίες μπορεί να προκληθούν στους Ενάγοντες – (δηλαδή οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν θα προκληθεί ζημία στους Ενάγοντες) – εάν τα αιτούμενα διατάγματα δεν χορηγηθούν.

 

12. Οι Αιτητές έχουν χρησιμοποιήσει καταχρηστικά τον μηχανισμό των ενδιαμέσων θεραπειών για την επίτευξη αλλότριων σκοπών ή για την άσκηση εκβιασμού κατά των Καθ’ ων η Αίτηση και/ή κατά της Καθ’ ης η Αίτηση 2 για να την εξαναγκάσουν να μην τους καταστήσει προσωπικά υπεύθυνους για τις αδικοπραξίες που διέπραξαν οι Αιτητές εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 2.»

 

Η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, οπότε, όλα τα μέρη σε εφαρμογή του Μέρους 23.11 των εν λόγω κανονισμών προέβησαν και σε συμπληρωματικές/απαντητικές ένορκες δηλώσεις.

 

Η ακρόαση της αίτησης σε εφαρμογή του κανονισμού 13 του ίδιου Μέρους διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τα εν λόγω γεγονότα και μαρτυρία και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών και προφορικών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης, η οποία, ασφαλώς θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους σ’ αυτή, λόγους ένστασης.

 

Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248), Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου “Νaime S” (Αρ.2) (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και  το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί  επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:

 

(1)         Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,

(2)         Η ύπαρξη  ορατής πιθανότητας επιτυχίας και

(3)         Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά.

 

Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή  Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ”Bασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.»

 

Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω):

 

«Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». 

 

Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: 

 

Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32(1) απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης».                          

 

Τα ίδια επαναλαμβάνονται και στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:A342 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:

   

«… σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς  της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης  …………. Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο.  Το Δικαστήριο     «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 731).»

 

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:A79:

 

«Η δεύτερη προϋπόθεση,  εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά  πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».  Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας.  Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..»

 

Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλι, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1245).

 

Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:

 

Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών:

 

Στον ουσιώδη χρόνο, οι τρεις ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι μέτοχοι 645, 150 και 645 μετοχών, έκαστος, επί του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των εναγόμενων 2. Οι υπόλοιπες 1560 μετοχές των εναγόμενων 2, κατά τον ίδιο χρόνο ανήκαν στον εναγόμενο 1.

 

Οι Κανονισμοί 31 και 32 - μεταξύ άλλων - του καταστατικού των εναγόμενων 2 (στο εξής και «εταιρεία») οι οποίοι διαλαμβάνουν για τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας ακολουθούν αυτούσιοι:

 

«ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ

31        Εκτός όπως διαφορετικά προνοείται βάση των Ειδικών Δικαιωμάτων μια ή περισσότερες Μετοχές δύνανται οποτεδήποτε να μεταβιβαστούν σε ένα ή περισσότερα:

(α)        Πρόσωπα με την έγγραφη συγκατάθεση όλων των Μελών (εξαιρουμένου του Διαθέτη)· ή

(β)        Πρόσωπα Συνδεδεμένα με τον Κάτοχο της εν λόγω Μετοχής ή των εν λόγω Μετοχών.

32        Εκτός όπως διαφορετικά προνοείται βάση των Ειδικών Δικαιωμάτων και όπως ρητώς επιτρέπεται βάση του Κανονισμού 31 το δικαίωμα μεταβίβασης Μετοχών υπόκειται στις ακόλουθες πρόνοιες προ-αγοράς (pre-emption provisions):

(1)        Ο Διαθέτης θα προσφερθεί πρώτα να πωλήσει τις Πωλούμενες Μετοχές:

(α)  στα Σχετικά Μέλη σε τέτοιες αναλογίες όπως τα Σχετικά Μέλη θα συμφωνήσουν ή, εάν δεν συμφωνήσουν εντός της καθορισμένης υπό το Διαθέτη περιόδου (τέτοια περίοδος να μην είναι μικρότερη των 7 Ημερών ούτε μεγαλύτερη των 14 Ημερών από την ημερομηνία της προσφοράς), στις ίδιες αναλογίες κατά προσέγγιση με τον αριθμό των Σχετικών Μετοχών που αντίστοιχα κατέχουν· και

(β)        σε τιμή ανά Πωλούμενη Μετοχή που θα συμφωνηθεί μεταξύ του Διαθέτη και των Σχετικών Μελών ή, εάν δε συμφωνήσουν εντός της καθορισμένης από το Διαθέτη περιόδου (τέτοια περίοδος να μην είναι μικρότερη των 14 Ημερών ούτε μεγαλύτερη των 28 Ημερών από την ημερομηνία της προσφοράς), θα καθοριστεί από τους Ελεγκτές (ή άλλους ελεγκτές όπως οι Ελεγκτές δυνατό να ορίσουν (nominate)) ως τη δίκαιη αξία των Πωλούμενων Μετοχών στη βάση καθαρά εμπορικής (χωρίς συγγενική σχέση) συναλλαγής (on the basis of an arms length transaction) μεταξύ προτιθέμενου πωλητή και προτιθέμενου αγοραστή, και ότι η δίκαιη αξία κάθε Πωλούμενης Μετοχής θα είναι η αξία της ως ποσοστιαίας αναλογίας (raleable proportion) της συνολικής αξίας όλων των (εκδομένων) Μετοχών και δε θα υποτιμηθεί (discounted) ούτε υπερτιμηθεί (enhanced) από το συνολικό αριθμό των Πωλούμενων Μετοχών.

(2)        Εάν η προσφορά μερικών ή όλων των Πωλούμενων Μετοχών δε γίνει αποδεκτή εντός 15 ημερών από την συμφωνημένη ή καθορισμένη Τιμή Μεταβίβασης τότε ο Διαθέτης θα είναι ελεύθερος να πωλήσει, μεταβιβάσει ή διαφορετικά να διαθέσει τις μη αποδεκτές Πωλούμενες Μετοχές σε οποιονδήποτε επιθυμεί εντός των ακόλουθων 90 ημερών (η «ελεύθερη περίοδος») όμως όχι σε τιμή ανά μετοχή χαμηλότερη από την Τιμή Μεταβίβασης νοουμένου πάντοτε ότι στο τέλος κάθε τέτοιας ελεύθερης περιόδου το δικαίωμα της μεταβίβασης Μετοχών αναφορικά με τις απούλητες Μετοχές υπόκειται ξανά στις πρόνοιες προαγοράς (pre-emption provisions) του Κανονισμού 32 αυτού για το όφελος των Σχετικών Μελών.»

 

Ο εναγόμενος 1, στις 26/1/2024, με τη γραπτή ειδοποίησή του προς τους τρεις ενάγοντες, η οποία φέρεται να δόθηκε σε εφαρμογή του Κανονισμού 32(1) του καταστατικού των εναγόμενων 2, τους ενημέρωσε για την πρόθεσή του να πωλήσει το σύνολο των μετοχών τους σ’ αυτούς (στο εξής «επίμαχες μετοχές») για το ποσό των €7.867,64 για κάθε μετοχή, ήτοι, για το συνολικό ποσό των €12.273.518,40.

 

Με την ειδοποίηση ορίστηκε προθεσμία απάντησης στην προσφορά, 7 ημέρες από την παράδοση της ειδοποίησης, δηλαδή, στις 3/2/2024.

 

Οι ενάγοντες, με την απαντητική επιστολή των δικηγόρων τους προς τον εναγόμενο 1, ημερομηνίας 2/2/2024, μεταξύ άλλων, του γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να ασκήσουν το δικαίωμα pre-emption και την πρόθεσή τους να αγοράσουν τις επίμαχες μετοχές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κανονισμό 32 του καταστατικού των εναγόμενων 2.

 

Με την ίδια επιστολή γίνεται ρητή αναφορά σε ποιο βαθμό υπήρξε παραβίαση του Κανονισμού 32 του καταστατικού των εναγόμενων με την εν λόγω ειδοποίηση, η οποία, ως εκ τούτου - όπως αναφέρεται - είναι άκυρη και δεν έχει καμία νομική ισχύ.

 

Ακόμη, οι ενάγοντες απαίτησαν όπως ανατεθεί στους ελεγκτές της εταιρείας η διενέργεια της αποτίμησης των επίμαχων μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 32 (1)(β) του καταστατικού.

 

Οι δικηγόροι των εναγόμενων 2 με την επιστολή τους προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 6/2/2024, μεταξύ άλλων, επιβεβαίωσαν ότι οι εναγόμενοι 2 προσέλαβαν τους ελεγκτές τους για να προχωρήσουν στον προσδιορισμό της τιμής της μετοχής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32(1)(β) του καταστατικού της εταιρείας.

 

Η σχετική έκθεση ετοιμάστηκε στις 29/3/2024 και με αυτή, η αξία των επίμαχων μετοχών του εναγόμενου 1 καθορίστηκε στο ποσό των €7.575.360.

 

Ο εναγόμενος 1, με την επιστολή των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 4/4/2024, τους ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, για την αξία των επίμαχων μετοχών σύμφωνα με τη σχετική έκθεση αποτίμησής τους, ότι σύμφωνα με το καταστατικό των εναγόμενων 2, οι ενάγοντες είχαν 15 ημέρες από την παραλαβή της έκθεσης εκτίμησης για να αποφασίσουν εάν ήθελαν να ασκήσουν το δικαίωμα αγοράς των επίμαχων μετοχών και ότι σε περίπτωση που επιθυμούσαν να τις αγοράσουν, τότε, η μεταβίβασή τους, θα γινόταν ταυτόχρονα με την πλήρη καταβολή του ποσού των €7.575.360.

 

Οι δικηγόροι των εναγόντων, με την επιστολή τους προς τον εναγόμενο 1, το γραμματέα της εταιρείας και την εταιρεία, ημερομηνίας 12/4/2026, τους ενημέρωσαν για την απόφασή τους να ασκήσουν το δικαίωμα αγοράς όλων των επίμαχων, για το ποσό που είχε καθοριστεί από τους ελεγκτές της εταιρείας.

 

Με την ίδια επιστολή, τους παρακάλεσαν να τους ενημερώσουν πότε θα είναι έτοιμοι να τους προσκομίσουν τα απαραίτητα έγγραφα και στοιχεία και να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για τη μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών, ώστε να μπορέσουν να διευθετήσουν τη χρηματοδότηση για την καταβολή του τιμήματος αγοράς τους.

 

Στην επιστολή αυτή απάντησαν οι δικηγόροι του εναγόμενου 1 με την επιστολή τους, ημερομηνίας 15/4/2024. Σε αυτή αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

Ότι η έκθεση αποτίμησης των επίμαχων μετοχών στάλθηκε στους ενάγοντες, στις 29/3/2024. Το αίτημά τους για τα έγγραφα ήρθε σχεδόν δυο βδομάδες μετά και δεν έγινε καλόπιστα. Είναι σαφές, ότι οι ενάγοντες δεν διέθεταν τα κεφάλαια για να αγοράσουν τις επίμαχες μετοχές και απλώς προσπαθούν να καθυστερήσουν και/ή να παρέμβουν παράνομα στο δικαίωμα του εναγόμενου 1 να πωλήσει τις μετοχές του σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας. Εάν ήταν σοβαροί στην άσκηση των δικαιωμάτων προτίμησής τους, θα έπρεπε να ήταν έτοιμοι να το κάνουν εντός του χρονικού πλαισίου που ορίζουν τα άρθρα του καταστατικού και θα έπρεπε να είχαν ήδη προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων. Είναι προφανές, προστίθεται, ότι αδυνατούν να αποκτήσουν τις μετοχές και μάλιστα, οι ενέργειές τους κατά το διάστημα, από την επιστολή τους, ημερομηνίας 2/4/2024 μέχρι σήμερα καταδεικνύουν ότι, όχι μόνο δεν είχαν πρόθεση να αποκτήσουν τις επίμαχες μετοχές, αλλά, στην πραγματικότητα σκόπευαν να βλάψουν την εταιρεία.

 

Όπως αναφέρεται καταληκτικά, στην ίδια, πάντοτε επιστολή, «εάν οι πελάτες μας λάβουν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για τα διαθέσιμα κεφάλαια από τους πελάτες σας μέχρι το τέλος της 18ης Απριλίου, θα προετοιμαστούν τα απαραίτητα έγγραφα για τη μεταβίβαση, με στόχο την ολοκλήρωση της διαδικασίας, στις 19 Απριλίου.»

 

Οι ενάγοντες απέρριψαν τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς του εναγόμενου με την απαντητική επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 19/4/2024.

 

Οι δικηγόροι του εναγόμενου 1, με την απαντητική επιστολή τους, ημερομηνίας 22/4/2024 προσκάλεσαν τους συναδέλφους τους και τους ενάγοντες να προσέλθουν στο γραφείο τους, στις 25/4/2024 και ώρα 11:00 π.μ., προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών.

 

Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, τα απαραίτητα έγγραφα μεταβίβασης, τα οποία θα υπογραφούν ταυτόχρονα με την καταβολή ολόκληρου του τιμήματος αγοράς - όπως αυτό έχει εκτιμηθεί από τους ελεγκτές της εταιρείας -, θα είναι έτοιμα την ημέρα αυτή. Στην επιστολή αναφέρεται και ο αριθμός λογαριασμού στον οποίο θα έπρεπε να γίνει η πληρωμή.

 

Οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στην παραπάνω πρόσκληση του εναγόμενου 1.  Και τούτο, επειδή, όπως αναφέρεται στην απαντητική επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 24/4/2024, ο εναγόμενος 1 ενεργεί κατά παράβαση των άρθρων του καταστατικού της εταιρείας, μεταξύ άλλων, καθορίζοντας αυθαίρετα τόσο σύντομη προθεσμία πληρωμής του τιμήματος αγοράς των επίμαχων μετοχών.

 

Οι ενάγοντες, με την επιστολή τους προς τον εναγόμενο 1, την εταιρεία και το γραμματέα της εταιρείας, ημερομηνίας 26/6/2024, τους ενημέρωσαν ότι εξασφάλισαν τη χρηματοδότηση για την αγορά των επίμαχων μετοχών, στην τιμή που καθορίζεται στην έκθεση των ελεγκτών της εταιρείας και ότι ήθελαν να ασκήσουν το δικαίωμα αγοράς των εν λόγω μετοχών. Με την ίδια επιστολή επανέλαβαν το αίτημά τους για εξασφάλιση των απαιτούμενων εγγράφων για σκοπούς ολοκλήρωσης της δέουσας επιμέλειας αναφορικά με την αγορά και μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών.

 

Οι δικηγόροι του εναγόμενου 1, με την επιστολή τους προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 11/7/2024, τους πληροφόρησαν, μεταξύ άλλων, για τα εξής:

 

Ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης, όπως προβλέπεται στο καταστατικό της εταιρείας, επειδή δεν παρέστησαν στη συνάντηση για ολοκλήρωση της συναλλαγής μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών, η οποία ορίστηκε με την επιστολή των δικηγόρων του εναγόμενου 1, ημερομηνίας 22/4/2024 και την καταβολή του τιμήματος αγοράς των μετοχών, ταυτόχρονα με την εκτέλεση των εγγράφων μεταβίβασής τους επ’ ονόματι των εναγόντων.

 

Από τα παραπάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα, προστίθεται, είναι σαφές, ότι οι ενάγοντες, δεν διέθεταν και δεν διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους, ούτε θα ήταν σε θέση να ολοκληρώσουν τη διαδικασία εντός του χρονικού πλαισίου που προβλέπεται στο καταστατικό της εταιρείας, στους οποίους αποδίδεται ότι δεν συμμορφώθηκαν με το άρθρο 32(2) του καταστατικού της εταιρείας.

 

Για λόγους που αναφέρονται στην ίδια επιστολή, το αίτημα των εναγόντων για παροχή πληροφοριών απορρίφθηκε ως εντελώς αβάσιμο.

 

Η εταιρεία, στις 23/9/2024 υπόβαλε στον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, έντυπο ΗΕ57 από το οποίο προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1, στις 22/7/2024 μεταβίβασε στους εναγόμενους 3, το σύνολο των επίμαχων (1560) μετοχών που κατείχε στην εταιρεία.

 

Τέλος, ο εναγόμενος 1, ο οποίος μέχρι τις 16/9/2024 αποτελούσε το μοναδικό διευθυντή της εταιρείας, την ημέρα αυτή αντικαταστάθηκε στη θέση από τους εναγόμενους 4 και 5.

 

Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι η πώληση των επίμαχων μετοχών του εναγόμενου 1 στους εναγόμενους 3 είναι παράνομη και άκυρη, καθώς έλαβε χώρα κατά παράβαση των δικαιωμάτων προτίμησης, ως αυτά καθορίζονται στον Κανονισμό 32 του καταστατικού της εταιρείας. Και, με δεδομένο ότι η πώληση των εν λόγω μετοχών έγινε χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεσή τους, παραβιάστηκε και ο Κανονισμός 31 του καταστατικού της εταιρείας. Τέλος, παράνομη και αντικανονική είναι και η αντικατάσταση του εναγόμενου 1 στη θέση του διευθυντή της εταιρείας από τους εναγόμενους 4 και 5.

 

Όπως αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων στη γραπτή αγόρευσή τους, δεδομένου ότι η μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών προς τους εναγόμενους 3 είναι άκυρη καθίσταται άκυρη και η άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων συνδέονται με την κατοχή των εν λόγω μετοχών, μετά την μεταβίβασή τους, συμπεριλαμβανομένου και του διορισμού των εναγόμενων 4 και 5, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου των εναγόμενων 2.  Διορισμός, ο οποίος έγινε παράτυπα, καθώς πραγματοποιήθηκε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τους ενάγοντες και χωρίς σύγκλιση γενικής συνέλευσης, κατά παράβαση του άρθρου 81 του καταστατικού της εταιρείας.

 

Σύμφωνα πάντοτε με τους δικηγόρους των εναγόντων, η πώληση των επίμαχων μετοχών του εναγόμενου 1 στους εναγόμενους 3, καθώς και οι ενέργειες που ακολούθησαν έλαβαν χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού της εταιρείας. Το δε καταστατικό συνιστά δεσμευτικό έγγραφο, τόσο για την εταιρεία όσο και για τους μετόχους της. Περαιτέρω, οι ενέργειες των εναγόμενων παραβιάζουν σαφώς τις αρχές της καλής πίστης, της εταιρικής διαφάνειας, της χρηστής διοίκησης και της συλλογικής λήψης αποφάσεων, όπως αυτές επιβάλλονται τόσο από το καταστατικό όσο και από το εταιρικό δίκαιο.

Παρατηρώ τα εξής:

 

Η διαδικασία μεταβίβασης των μετοχών των εναγόμενων 2 διαλαμβάνεται στους Κανονισμούς 31 μέχρι 36 του καταστατικού της εταιρείας. Οι Κανονισμοί 31 και 32 οι οποίοι εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 36, ο οποίος προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι οποιαδήποτε μεταβίβαση ή προτιθέμενη μεταβίβαση μετοχών που γίνεται διαφορετικά από ό,τι προνοείται στο καταστατικό, θα είναι άκυρη και χωρίς εφαρμογή έναντι της εταιρείας.

 

Απ’ εκεί και πέρα, σύμφωνα με το άρθρο 21(1) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113:

 

«Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό όταν εγγραφούν, δεσμεύουν την εταιρεία και τα μέλη της στην ίδια έκταση όπως αν είχαν υπογραφεί και σφραγιστεί από κάθε μέλος αντίστοιχα και περιλαμβάνουν συμφωνία εκ μέρους καθενός μέλους να τηρεί όλες τις πρόνοιες του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού.»

 

Ακολούθως, ο Κανονισμός 81(α)(β) του καταστατικού της εταιρείας προνοεί ότι:

 

«Η Γενική Συνέλευση δύναται:

 

(α) με την έγκριση συνήθους ψηφίσματος να διορίσει οποιοδήποτε Πρόσωπο (πρόθυμο να ενεργήσει) στο αξίωμα Συμβούλου είτε για να πληρωθεί (fill) κενή θέση είτε ως επιπρόσθετο Σύμβουλο νοουμένου ότι κανένας διορισμός δε θα προκαλέσει τον αριθμό των Συμβούλων να υπερβεί το μέγιστο επιτρεπόμενο αριθμό βάση ή δυνάμει του Κανονισμού 70. και

 

(β) τηρουμένων των άρθρων 136 και 137 του Νόμου, με την έγκριση συνήθους ψηφίσματος να απομακρύνει (remove) οποιονδήποτε Σύμβουλο από το αξίωμα».

 

Καθόλα σχετικός είναι και ο Κανονισμός 82, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Παρά τον Κανονισμό 81, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται οποτεδήποτε να διορίσει οποιοδήποτε Πρόσωπο (πρόθυμο να ενεργήσει) στο αξίωμα Συμβούλου είτε για να πληρωθεί (fill) κενή θέση είτε ως επιπρόσθετο Σύμβουλο νοουμένου ότι κανένας διορισμός δε θα προκαλέσει τον αριθμό των Συμβούλων να υπερβεί το μέγιστο επιτρεπόμενο αριθμό βάση ή δυνάμει του Κανονισμού 70. Κάθε Σύμβουλος διορισμένος βάση του Κανονισμού 82 αυτού θα κατέχει το αξίωμα μόνο μέχρι την αμέσως επόμενη ετήσια γενικής συνέλευση που ακολουθεί στην οποία (εάν είναι πρόθυμος να ενεργήσει)  δύναται να αναδιοριστεί (reappointed) βάση του Κανονισμού 81 και εάν όχι, θα παραμείνει στο αξίωμα μέχρι την και θα αφυπηρετήσει στην, αποπεράτωση της συνέλευσης.»

 

Στο ερώτημα, εάν οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους, απαντώ καταφατικά. Η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων δε με βρίσκει σύμφωνο. Και τούτο, επειδή παραβλέπει την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία - για να επαναλάβω - το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. τις Κύριλλου, Γρηγορίου, ZONDRVAN GROUP LTD και CYFIELD - NEMESIS κ.ά., ανωτέρω).

 

Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), το καταστατικό των εναγόμενων 2 σύμφωνα με το άρθρο 21(1) του περί Εταιρειών Νόμου δεσμεύει την εταιρεία και τα μέλη της, στην ίδια έκταση, όπως αν είχε υπογραφεί και σφραγιστεί από κάθε μέλος αντίστοιχα και περιλαμβάνει συμφωνία εκ μέρους κάθε μέλους να τηρεί όλες τις πρόνοιές του. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι παράβαση οποιουδήποτε Κανονισμού του καταστατικού της εταιρείας από οποιοδήποτε μέλος, αποτελεί παράβαση σύμβασης.

 

Και, με δεδομένο ότι αποτελεί θέση των εναγόντων ότι τόσο η πώληση και μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών του εναγόμενου 1 προς τους εναγόμενους 3 όσο και η αντικατάστασή του στη θέση του διευθυντή της εταιρείας από τους εναγόμενους 4 και 5 στη συνέχεια, έγιναν κατά παράβαση συγκεκριμένων προνοιών του καταστατικού της εταιρείας και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 36 του καταστατικού της εταιρείας, οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών που γίνεται διαφορετικά από ό,τι προνοείται στο καταστατικό, θα είναι άκυρη και με δεδομένο επίσης, ότι η σύμβαση αποτελεί αναγνωρισμένη βάση αγωγής και η παράβασή της, αναγνωρισμένη αιτία αγωγής και λαμβάνοντας, τέλος, υπόψη και τις διάφορες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της αγωγής των πρώτων - οι οποίες εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) -, είναι σαφές, ότι σε περίπτωση αποδοχής της εκδοχής των εναγόντων αναφορικά με την ακολουθητέα διαδικασία μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών μέχρι και τη μεταβίβασή τους στους εναγόμενους 3, περιλαμβανομένης και της αντικατάστασης του εναγόμενου 1 από τους εναγόμενους 4 και 5 στη θέση του διευθυντή της εταιρείας, στη συνέχεια, η αγωγή των εναγόντων σε σχέση με σημαντικό αριθμό αξιώσεών τους, θα πετύχει.

 

Θεωρώ πως δεν θα πρέπει να επεκταθώ περαιτέρω, επειδή, οτιδήποτε πως, έχοντας υπόψη τις αντικρουόμενες εκδοχές συναφώς με τα παραπάνω θέματα, ενδεχομένως να θεωρηθεί πρόκριμα τελικής κρίσης, υπό την έννοια ότι καταλήγω σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι που μόνο κατά την ακρόαση της αγωγής μπορεί να γίνει.

 

Προτού υπεισέλθω και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον πέμπτο λόγο ένστασης στην αίτηση και μέρος του ένατου λόγου. Αυτό θα γίνει, επειδή, εκτός του ότι και οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης, έστω έμμεσα συναρτώνται με την υπό αναφορά ουσιαστική προϋπόθεση είναι και το γεγονός ότι   σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από αυτούς τους λόγους ήθελε γίνει αποδεκτός, ενδέχεται, είτε να καταστεί εντελώς αχρείαστη η εξέταση της εν λόγω ουσιαστικής προϋπόθεσης, είτε ακόμη, σε περίπτωση που θα πρέπει να εξεταστεί, αυτό θα γίνει για ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο, για σκοπούς αναγκαίας αιτιολογίας της απόφασης αναφορικά με αυτή την πτυχή της. Ακολουθεί - υπό μορφή επανάληψης - τι υποβάλλεται με τον πέμπτο λόγο ένστασης και με μέρος του ένατου λόγου.

 

Με τον πέμπτο λόγο υποβάλλεται ότι «Τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με τις παραγράφους (Δ), (Ε), (ΣΤ) και (Ζ) της Αίτησης, είναι δρακόντεια διατάγματα που συνιστούν ακατάλληλη παρέμβαση (improper intervention) στις εσωτερικές υποθέσεις και διαχείριση της Κυπριακής Εταιρείας της Καθ’ ης η Αίτηση 2 και θα πρέπει να απορριφθούν.» Και με τον ένατο λόγο, ότι «Τα διατάγματα που ζητούνται σύμφωνα με την Αίτηση, είναι δραστικά και με δρακόντεια ισχύ και εάν αυτά χορηγηθούν:

 

(α) Θα προκαλέσουν τεράστιες απώλειες στην Καθ’ ης η Αίτηση 2, καθώς και σε όλους τους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

(β) Θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ’ ης η Αίτηση 2, επειδή όλες οι δραστηριότητες της Καθ’ ης η Αίτηση 2 θα παγωποιηθούν (frozen)»

 

Όλες ο αιτούμενες θεραπείες εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω. Έχοντας υπόψη ότι η πέμπτη αιτούμενη θεραπεία [υπό (Ε)] έχει αποσυρθεί, η ουσία των αιτούμενων διαταγμάτων [(υπό (Δ)(ΣΤ) και (Ζ)] με τα οποία συναρτώνται οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης έγκειται στα εξής:

 

Ιδωμένα, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό τα εν λόγω αιτούμενα διατάγματα, σε περίπτωση έκδοσης οποιουδήποτε από αυτά, το πρακτικό και άμεσο αποτέλεσμα θα είναι, όχι απλώς η «παγοποίηση» όλων των δραστηριοτήτων των εναγόμενων 2 - όπως υποβάλλεται από τους εναγόμενους -, αλλά, η «παράλυσή» τους, με επιπτώσεις, τόσο στους εναγόμενους 2, δηλαδή στην εταιρεία και όσο και στους εναγόμενους 3 που αποτελούν τους μετόχους πλειοψηφίας της εταιρείας, αλλά, ακόμη και στους ενάγοντες που αποτελούν τους μετόχους μειοψηφίας της εταιρείας.

 

Η αναστολή, γενικά και αόριστα, όλων όσων αποφασίστηκαν - σε οποιοδήποτε επίπεδο λήψης αποφάσεων - από τους εναγόμενους 2, μετά τις 16/9/2024 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και η απαγόρευση, επίσης γενικά και αόριστα, λήψης οποιασδήποτε απόφασης από οποιοδήποτε εναγόμενο για οτιδήποτε αφορά στις εργασίες, τη διοίκηση και την εν γένει λειτουργία της εταιρείας είναι πρόδηλα φανερό και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ότι, εξ αντικειμένου, θα αποβεί μοιραία, τόσο για την ίδια την εταιρεία, δηλαδή για τους εναγόμενους 2 όσο και για το σύνολο των μετόχων της, δηλαδή, τους τρεις ενάγοντες και τους εναγόμενους 3.

 

Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η εταιρεία, για το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της οποίας ερίζουν τόσο έντονα μεταξύ τους οι διάδικοι, αποτελεί δρώσα εταιρεία και μάλιστα, με διασυνδέσεις με άλλες εταιρείες του εξωτερικού. 

 

Σε περίπτωση έκδοσης των υπό εξέταση αιτούμενων διαταγμάτων, η άμεση και πρακτική συνέπεια θα είναι η πλήρης αδράνεια και απραξία των εναγόμενων 2, δηλαδή της εταιρείας μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής, με ό,τι αυτό θα σημαίνει για τις επιπτώσεις στα νομικά δικαιώματα και οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας και κατ’ επέκταση, των εναγόντων και των εναγόμενων 3 που σήμερα είναι οι μέτοχοι της εταιρείας.

 

Με αυτό δεδομένο, θα έλεγα ότι αποτελεί και αντινομία, το να υποβάλλεται από τους ενάγοντες ότι η έκδοση των υπό εξέταση αιτούμενων διαταγμάτων αποβλέπει στην αποτροπή πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης ή ζημιάς τόσο στα δικαιώματα και συμφέροντά τους όσο και στα συμφέροντα της εταιρείας.

 

Τα όποια δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων, είναι βέβαιο, ότι διασφαλίζονται καλύτερα με το να συνεχίσει τη λειτουργία και τις δραστηριότητές της η εταιρεία παρά με το να απαγορευτούν και το ένα και το άλλο.

 

Η πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 385/2014, ημερ. 24/3/2015 θεωρώ πως δεν βοηθά καθόλου τους ενάγοντες για τον λόγο που την επικαλέστηκε κατά την ακρόαση της αίτησης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους.

 

Και δεν τους βοηθά, επειδή, σ’ εκείνη την υπόθεση, το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση διατάγματος διορισμού παραλήπτη, επειδή υπήρχε το αναγκαίο δικαιοδοτικό και πραγματικό υπόβαθρο που του παρείχε εξουσία έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος, που ήταν η υποβολή σχετικού αιτήματος.

 

Σύμφωνα με το κείμενο της εν λόγω απόφασης, με την αίτηση «… ζητείτο επίσης διάταγμα για τον διορισμό του κ. Μιχάλη Αβραάμ, εγκεκριμένου λογιστή, ως προσωρινού διαχειριστή και παραλήπτη για να αναλάβει, μεταξύ άλλων, τον χειρισμό κάποιων υφιστάμενων αγωγών και άλλων μελλοντικών δικαστικών διαδικασιών για λογαριασμό και εκ μέρους της εταιρείας και οι οποίες εγείρονται από εταιρείες συμφερόντων των μετόχων πλειοψηφίας, και για να επιθεωρεί και έχει πρόσβαση στα βιβλία της εταιρείας για τον σκοπό αυτό.»

 

Αυτό ήταν το αίτημα και το Δικαστήριο εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα:

 

«Β) Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο κ. Μιχάλης Αβραάμ, εγκεκριμένος λογιστής, διορίζεται παραλήπτης της εταιρείας CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED (η  εταιρεία) με τις ακόλουθες εξουσίες μόνον:

 

1)     Να ενεργήσει εκ μέρους της εταιρείας και αναλάβει τον χειρισμό στο όνομα ή εκ μέρους της εταιρείας των ακόλουθων αγωγών:

(α) Αρ. 1951/14 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ της A&P (Andreou & Paraskevaides) Enterprises Public Company Limited και της εταιρείας, και

(β) Αρ. 1952/14 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ της A&P (Andreou & Paraskevaides) Foods and Beverages Limited και της εταιρείας,

Εντός των πιο πάνω πλαισιών ο εν λόγω παραλήπτης θα έχει την εξουσία να υπερασπίζεται, να καταχωρεί δικόγραφα, να συμβιβάζει και να διευθετεί τις αγωγές, ανταπαιτήσεις ή οποιοδήποτε άλλο θέμα προκύπτει στα πλαίσια των αγωγών είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω δικηγόρου της δικής του επιλογής, εκτός από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους διαδίκους στην υπό κρίση Αίτηση και το γραφείο Μάρκος Π. Σπανός & Σία.

2)     Να επιθεωρεί απρόσκοπτα και να λαμβάνει αντίγραφα από οποιαδήποτε βιβλία, αρχεία, τιμολόγια και έγγραφα που τηρεί η εταιρεία όπως ο ίδιος κρίνει απαραίτητο για την ορθή και πλήρη άσκηση των πιο πάνω εξουσιών και καθηκόντων του,

μέχρι τελικής αποπεράτωσης της κυρίως Αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Γ) Επίσης εκδίδεται διάταγμα όπως η αμοιβή του παραλήπτη καταβληθεί από την αιτήτρια.»

 

Πολύ αμφιβάλλω κατά πόσο μου παρέχεται εξουσία έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος στην παρούσα υπόθεση, με μόνο λόγο, το γεγονός ότι κατά την ακρόαση της αίτησης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων επικαλέστηκε την παραπάνω απόφαση (όπου το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση διατάγματος διορισμού παραλήπτη), απλώς και μόνο, για να απαντήσει στη θέση των εναγόμενων ότι σε περίπτωση έκδοσης των υπό εξέταση διαταγμάτων, θα «κλείσει η εταιρεία».

 

Διερωτώμαι πώς μπορώ να εκδώσω ένα τέτοιο διάταγμα, καταρχάς, χωρίς να υπάρχει τέτοιο αίτημα με την αίτηση, που αν υπήρχε, θα διδόταν η ευκαιρία στους εναγόμενους να τοποθετηθούν με τις ενστάσεις τους και γι’ αυτό, έπειτα, χωρίς να κατονομάζεται συγκεκριμένο πρόσωπο για διορισμό και να αναφέρονται τα προσόντα του, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί και η καταλληλότητα του για διορισμό στη θέση, ακολούθως, χωρίς να γνωρίζω εάν αυτό το πρόσωπο, θα συναινούσε να αναλάβει αυτό το ρόλο και τέλος, χωρίς να γνωρίζω ποιες εξουσίες θα του ανάθετα.

 

Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πώς δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε από τα τρία αυτά αιτούμενα διατάγματα.

 

Η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση έχει αποδειχθεί σε σχέση με τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία [υπό (Β)] με την οποία οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα το οποίο, βασικά, θα  απαγορεύει την ουσιαστική αποξένωση των επίμαχων μετοχών.

 

Οι επίμαχες μετοχές αποτελούν τον πυρήνα ο οποίος συνθέτει τη θεμελιακή βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων και σε περίπτωση όπου εκκρεμούσης της αγωγής επιτραπεί η περαιτέρω αποξένωση των επίμαχων μετοχών, από τους εναγόμενους 3, αυτή τη φορά, σημαντικός αριθμός αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, θα τεθούν εκ ποδών. Με επιπτώσεις, οι οποίες, εξ αντικειμένου, θα είναι τρομερά δύσκολο, αν όχι αδύνατο να αποτιμηθούν σε χρήμα σε κατοπινό στάδιο.

 

Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που με την αγωγή τους οι ενάγοντες προσβλέπουν στην απόκτηση των επίμαχων μετοχών (τις οποίες κατείχε ο εναγόμενος 1 στους εναγόμενους 2, τις οποίες στη συνέχεια, αυτός, όπως είναι η θέση των εναγόντων, μεταβίβασε παράνομα και αντικαταστατικά στους εναγόμενους 3), με προοπτική σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, να καταστούν οι απόλυτοι ιδιοκτήτες των εναγόμενων 2, είναι φανερό, ότι μόνο με την έκδοση του εν λόγω αιτούμενου διατάγματος μπορεί να διασφαλιστεί αυτή η προοπτική.

 

Η θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής τους -, ότι οι επίμαχες μετοχές δεν μπορούν να αποξενωθούν επειδή το καταστατικό των εναγόμενων 2 παρέχει το δικαίωμα προτίμησης (pre-emption) στους άλλους μετόχους, παραβλέπει το λόγο καταχώρησης της παρούσας αγωγής και στο πλαίσιό της, της υπό κρίση αίτησης, που είναι ακριβώς, οι διιστάμενες θέσεις μεταξύ των διαδίκων και ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού των εναγόμενων 2, οι οποίες διαλαμβάνουν καθετί που αφορά στη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του συγκεκριμένου δικαιώματος των υφιστάμενων μετόχων της και ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι ενάγοντες το είχαν ασκήσει στην προκειμένη περίπτωση, για τους ίδιους, νόμιμα και σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας και για τους εναγόμενους, παράνομα και αντικαταστατικά.

 

Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο επανάληψης του ίδιου σκηνικού, εάν σε περίπτωση μη έκδοσης του εν λόγω αιτούμενου διατάγματος, οι εναγόμενοι 3 επιχειρήσουν να πωλήσουν τις επίμαχες μετοχές τους και οι ενάγοντες θελήσουν και πάλι να της αποκτήσουν, κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος προτίμησης που τους παρέχει το καταστατικό της εταιρείας; Ουδείς μπορεί να αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι η απάντηση.

 

Και ενώ σε περίπτωση μη έκδοσης του συγκεκριμένου διατάγματος, εξ αντικειμένου υπάρχει δυνατότητα οι εναγόμενοι 3 να προχωρήσουν σε αποξένωση των επίμαχων μετοχών αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για την ύπαρξη πραγματικής πρόθεσης εκ μέρους τους, είτε να αποξενώσουν είτε να επιβαρύνουν τις επίμαχες μετοχές. Και τούτο, επειδή εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λίμιτεδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και  Αποστόλου και άλλη ν. Ιωάννου και άλλου (2012) 1 Α.Α.Δ. 604).

 

Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις μου αποτελούν και το λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του εν λόγω διατάγματος (βλ. τις Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω) και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:A530).

 

Με την έκδοσή του διατάγματος διατηρείται αναλλοίωτο το σημερινό καθεστώς ιδιοκτησίας των επίμαχων μετοχών, χωρίς να αποκομίζει οποιοδήποτε όφελος είτε η πλευρά των εναγόντων είτε η πλευρά των εναγόμενων. Πέραν τούτου, ενώ οι επιπτώσεις στους ενάγοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συγκεκριμένου αιτούμενου διατάγματος έχουν ήδη αναφερθεί, οι εναγόμενοι απέτυχαν να αναδείξουν ποια θα είναι η ζημιά ή βλάβη που θα υποστούν από την έκδοσή του.

 

Αναφορικά με τους έκτο, έβδομο και δωδέκατο λόγους ένστασης, χωρίς να χρειάζεται να τους επαναλάβω, για σκοπούς αιτιολόγησης της διαπίστωσής μου για το αβάσιμό τους, το μόνο που θέλω να πω είναι το εξής: δεδομένων των διιστάμενων εκδοχών αναφορικά με τα συναφή με αυτούς τους λόγους ένστασης, γεγονότα, η εξέταση και κυρίως η αποδοχή οποιουδήποτε από αυτούς, προϋποθέτει και απαιτεί αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων, κάτι που ασφαλώς, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

Για να επαναλάβω, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. τις Κύριλλου, Γρηγορίου, ZONDRVAN GROUP LTD και CYFIELD - NEMESIS κ.ά., ανωτέρω).

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί, επιτυγχάνει.

 

Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος (Β) της αίτησης με διαφοροποίηση, ως ακολούθως: με διαγραφή, στην πρώτη γραμμή, της φράσης «Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά του αιτητικού (Α) ανωτέρω,» και προσθήκη, πριν από την τελεία στην τελευταία γραμμή, του σημείου στίξης (,) και στη συνέχεια, της φράσης «μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»

 

Κατά τα λοιπά, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών η οποία διαλαμβάνει την καταβολή του ποσού €15.000 - στο οποίο περιλαμβάνονται και τα πραγματικά έξοδα - πλέον, πλέον Φ.Π.Α και ότι σε περίπτωση που αυτά θα επιδικαστούν υπέρ των εναγόμενων, θα είναι ένα σετ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους.

 

Και, με δεδομένο ότι δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης (1/4), τα έξοδά της, τα οποία προσδιορίζω στο ποσό των €3.750 - στο οποίο περιλαμβάνονται και τα πραγματικά έξοδα -, πλέον Φ.Π.Α, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων 1, 2 και 3 και σε βάρος των εναγόμενων 1 μέχρι 5.

 

 

 

                                                                  (Υπ.) …..……..…………………

                                                                                 Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο