Αίτηση εκ μέρους της Themis Portfolio (S1) Management Holdings Limited ν. Αναφορικά με την Πηνελόπη Γιατρού, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ 15/2024, 12/10/2026
print
Τίτλος:
Αίτηση εκ μέρους της Themis Portfolio (S1) Management Holdings Limited ν. Αναφορικά με την Πηνελόπη Γιατρού, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ 15/2024, 12/10/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

                                                                                   Αρ. Αίτησης ΠΣΑ 15/2024

                                                                                                iJustice

 

Αναφορικά με τον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Aπαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015

                                                           

-και-

 

Αναφορικά με την Πηνελόπη Γιατρού, με Α.Δ.Τ. […..]

 Χρεώστιδα

 

Αίτηση εκ μέρους της Themis Portfolio (S1) Management Holdings Limited

 

Αιτήτριας / Πιστωτή

 

----------------------------------

 

Ημερομηνία: 12/10/2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τους Αιτητές – Πιστωτές: κ. Β. Παπαδόπουλος για κ.κ. Στέλιος Στυλιανίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ’ ης η Αίτηση – Χρεώστιδα: κ. Χ. Γ. Σιαηλής

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Αιτήτρια, με την υπό κρίση Αίτηση, αιτείται:

 

«Α. Την ακύρωση του Διατάγματος ημερομηνίας 10/07/2025, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, και δια του οποίου επιβάλλεται στους Αιτητές/Πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο απέρριψαν σε σχέση με την Χρεώστιδα Πηνελόπη Γιατρού, με Α.Δ.Τ. [….]»

 

Η αίτηση βασίζεται στον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015), ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 41-77, στον Περί Πτώχευσης Νόμο, Κεφ.5, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, και στον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016), Κανονισμοί 4,5,10,15,16,22,23 και 24, επί των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο Μέρος 23, Μέρος 25, Μέρος 32.14 και 32.15 και στο Μέρος 39, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Δημήτρη Χριστοφίδη, Δικαστηριακού Λειτουργού στην εταιρεία THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LIMITED, η οποία διαχειρίζεται τις υποθέσεις της Αιτήτριας. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα γεγονότα και τους λόγους που κατά τη θέση του το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής θα πρέπει να παραμεριστεί.

 

Συνοπτικά, εκείνο το οποίο προκύπτει από την μαρτυρία που παρουσιάζει η Αιτήτρια, είναι ότι αυτή ασκεί, μεταξύ άλλων, εργασίες εξαγοράς πιστώσεων και ότι είναι το αποκτών πρόσωπο των επίδικων πιστώσεων και εξασφαλίσεων αυτών, οι οποίες παραχωρήθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Πρόκειται για εννέα (9) πιστωτικές διευκολύνσεις, όπως λεπτομερώς περιγράφονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης, οι οποίες εξασφαλίζονται από τις Υποθήκες Y7767/2006, Y7768/2006, Y7769/2006 και Y5543/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η εν λόγω υποθήκη αφορά το μισό μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/20604, το οποίο είναι η κύρια κατοικία της Χρεώστιδας. Η εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €348,000.

 

Το συνολικό οφειλόμενο χρέος της Χρεώστιδας προς τους Αιτητές, ανέρχεται στο ποσό των €538.798,50.

 

Οι λογαριασμοί της Χρεώστιδας είναι κοινοί μαζί με το σύζυγο της, υπάρχουν υποθήκες και για ακίνητα ιδιοκτησίας του και έχει εκδοθεί μονομερώς και για τον σύζυγο της διάταγμα επιβολής ΠΣΑ, το ΠΣΑ 14/2024. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι τυχόν ακύρωση του ενός ΠΣΑ θα πρέπει να συμπαρασύρει και το άλλο ένεκα της στενής σχέσης και εξάρτησης του ενός με το άλλο.

Το προτεινόμενο ΠΣΑ 15/2024, ημερομηνίας 03/04/2025, τέθηκε σε ψηφοφορία σε όλους τους πιστωτές την 17/04/2025 και καταψηφίστηκε στη συνέλευση πιστωτών. Στις 10/07/2025, το Δικαστήριο διέταξε την επιβολή του πιο πάνω ΠΣΑ σε όλους τους πιστωτές.

 

Η Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση της, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ΠΣΑ θα πρέπει να ακυρωθεί. Συνοπτικά, προβάλλει και επεξηγεί τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθεί:

 

1)    Δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι η Χρεώστιδα αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της κατά τουλάχιστον 25%.

 

Συνυφασμένο με τον πιο πάνω λόγο είναι και η θέση ότι η Χρεώστιδα δεν έχει προβεί σε έντιμη αποκάλυψη των περιουσιακών της στοιχείων.

 

2)    Στο ΠΣΑ εντοπίζονται πολλές ασάφειες και δεν προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο έχουν γίνει διάφοροι υπολογισμοί, ούτε εξηγείται με ποιον τρόπο ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας καταλήγει σε συγκεκριμένα ποσά με αποτέλεσμα το Σχέδιο να είναι μη βιώσιμο.

 

Συγκεκριμένα, υπάρχει πρόνοια για την καταβολή ποσού ύψους €100,000 εντός ενός μήνα από την επικύρωση ή επιβολή του ΠΣΑ 14/2024, χωρίς την παραμικρή βεβαίωση, έγγραφο συγκατάθεσης ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση του τρίτου ή τρίτων ατόμων που είναι πρόθυμα και έχουν την δυνατότητα να προσφέρουν ένα τόσο ψηλό ποσό για την αποπληρωμή χρέους των Χρεωστών. Η μη τεκμηρίωση ύπαρξης του ποσού αυτού δεν φέρνει σε καμία περίπτωση τους Αιτητές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση. Επιπλέον, καθ’ όλα τα έτη μέχρι και πριν την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, ουδέποτε οι Χρεώστες επιχείρησαν να θέσουν υπόψιν των Αιτητών ότι είχαν την ευχέρεια να δώσουν ένα σεβαστό ποσό εφάπαξ με σκοπό να βρουν μια εξωδικαστική λύση. Τούτο καταδεικνύει την αδιαφορία των Χρεωστών να βρουν μια λύση συζητώντας προηγουμένως με τους Αιτητές αλλά και ότι οι Χρεώστες επιζητούν να απολαύσουν την προστασία που προσφέρει ο παρών Νόμος με στόχο την μεγαλύτερη δυνατή διαγραφή παραθέτοντας ατεκμηρίωτες και αβάσιμες πρόνοιες περί καταβολής εφάπαξ ποσού €100,000. Το ΠΣΑ για το λόγο αυτό και μόνο θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι αν το οφειλόμενο ποσό για το οποίο θα προνοούνταν μηνιαίες αποπληρωμές ήταν ύψους €393,000 όπως θα έπρεπε να ήταν χωρίς να αφαιρεθεί η αόριστη και ασαφής εφάπαξ αποπληρωμή, ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και οι Χρεώστες θα αναγκάζονταν να προσθέσουν επιπλέον χρόνια στις αποπληρωμές και το ΠΣΑ θα ήταν αυτόδηλα μη βιώσιμο.

 

3)    Το ΠΣΑ δεν πληροί και δεν συμμορφώνεται με ένα από τα κριτήρια του μη συναινετικού ΠΣΑ, αφού δια της Νομοθεσίας ορίζεται πως οιαδήποτε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, εκτός της κύριας κατοικίας, η οποία συνιστά εξασφάλιση σε οιονδήποτε χρέος του χρεώστη, υπόκειται σε εκποίηση από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, εκτός αν ο τελευταίος πριν την λήξη των 15 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έχει επιβληθεί μη συναινετικό ΠΣΑ, έχει συγκατατεθεί σε αναδιάρθρωση του σχετικού χρέους, κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί και δεν ισχύει επί του προκειμένου. Συνεπώς, θα έπρεπε να προνοείται στο ΠΣΑ η εκποίηση των 5 υποθηκευμένων ακινήτων ιδιοκτησίας του Χρεώστη. Τα πέντε (5) ακίνητα του συζύγου της Χρεώστιδας εξασφαλίζουν ποσό €45,000 με κοινή παραδοχή των δύο μερών, αλλά ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας παρακάμπτει το Νόμο, διαμορφώνει καταχρηστικά ένα ΠΣΑ το οποίο δεν προβλέπει την εκποίηση τους και γι’ αυτό το ΠΣΑ πρέπει να ακυρωθεί.

 

4)    Η ΚΠΟΣ της Χρεώστιδας όταν αρχικά αιτήθηκε για προστατευτικό Διάταγμα (τεκμήριο 11), διαφέρει σε δύο ουσιώδη σημεία από την ΚΠΟΣ η οποία προωθήθηκε κατά την ψήφιση του ΠΣΑ (τεκμήριο 3). Η κυριότερη διαφορά είναι η αλλαγή στο ύψος του μισθού της Χρεώστιδας από €515 μηνιαίως σε €1.130 μηνιαίως μέσα σε διάστημα μόλις 8 μηνών μεταξύ των δύο ΚΠΟΣ. Επίσης, στην παλαιότερη ΚΠΟΣ, ο Χρεώστης φαίνεται να λαμβάνει ποσό ύψους €913,13 από ενοίκιο. Αυτό δεν φαίνεται πουθενά στη νέα ΚΠΟΣ. Τέτοιου είδους παραλείψεις επιρρώνουν περισσότερο τη θέση περί ακύρωσης του ΠΣΑ ως καταχρηστικού και καταδεικνύουν ότι οι Χρεώστες δεν προέβηκαν σε έντιμη αποκάλυψη της οικονομικής τους κατάστασης ή των περιουσιακών τους στοιχείων.

 

5)    Επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματα των Χρεωστών, ως αυτά προβλήθηκαν στις ΚΠΟΣ τους, δεν διακρίνεται η παραμικρή δυνατότητα να περιορίσει το ζευγάρι τα λογικά έξοδα διαβίωσης του. Δεν υπάρχει καμία τεκμηρίωση επί τούτου. Το ποσό των €180 που φαίνεται στον πίνακα που επισυνάπτεται εντός του ΠΣΑ είναι πολύ ψηλό και δεν αποδεικνύεται η δυνατότητα περιορισμού των λογικών εξόδων.

 

6)    Στην ΚΠΟΣ της Χρεώστιδας, φαίνεται μέρος της συνεισφοράς της να προέρχεται από ενοίκιο που της καταβάλλεται για αποθήκη επί της οδού που βρίσκεται η κύρια τους κατοικία και με ενοικιαστή την εταιρεία στην οποία οι Χρεώστες είναι οι μοναδικοί μέτοχοι, την Mattheos Trading Ltd. Γίνεται αντιληπτό ότι η Χρεώστιδα ενοικιάζει αποθήκη στην κυρίως της κατοικίας στην εταιρεία που την εργοδοτεί και λαμβάνει προς τούτο μηνιαίως το ποσό των €400. Η εν λόγω ενοικίαση δεν έχει εντίμως παρουσιαστεί από την Χρεώστιδα. Εάν, εν πάση περιπτώσει, τέτοια ενοικίαση λαμβάνει χώρα, είναι πιθανόν να γίνεται σε σημείο που έχει παρανόμως και αυθαίρετα δημιουργηθεί με το κλείσιμο του χώρου στάθμευσης και δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ένας σταθερός πόρος χρημάτων, ο οποίος θα συνδράμει στην μηνιαία αποπληρωμή των δόσεων του ΠΣΑ για περίοδο 16 ετών. Για τον λόγο αυτό, καθίσταται αμφίβολη η καταβολή των δόσεων, πλήττεται η βιωσιμότητα του ΠΣΑ και πρέπει για τον λόγο αυτό το ΠΣΑ να ακυρωθεί.  

 

Η Χρεώστιδα καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση προβάλλοντας 6 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ακολούθως:

 

«1.       Η νομική βάση της αίτησης είναι γενική και αόριστη.

 2.       Δεν πληρείται κανένας από τους λόγους τους οποίους θέτει το άρθρο 65 (α) έως (ζ) του νόμου αναφορικά με τους λόγους που Πιστωτής δύναται να προσβάλει την έναρξη ισχύος Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής.

3.        Το ΠΣΑ έχει ετοιμαστεί με την δέουσα επιμέλεια, είναι τεκμηριωμένο και βιώσιμο.

4.        Πληρούνται οι προϋποθέσεις για επιβολή μη συναινετικού ΠΣΑ σύμφωνα με το άρθρο 72 & 73 του νόμου.

5.        Πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35.

6.        Τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις του νόμου».

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Χρεώστιδας, στην οποία απορρίπτει τα όσα, επί της ουσίας, αναφέρει ο ενόρκως δηλών της Αίτησης και ισχυρίζεται ότι πρόκειται περί αυθαίρετων συμπερασμάτων και ότι αποτελούν την δική του θέση και σε καμία περίπτωση τα γεγονότα.

 

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ακόμα και να ακυρωθεί το ένα από τα δύο ΠΣΑ, ήτοι το ΠΣΑ 14/2024, αυτό δεν επηρεάζει το δικό της ΠΣΑ και παραπέμπει σε σχετική πρόνοια, στη σελίδα 2 του ΠΣΑ με αναφορά στα Άρθρα 33(4)(β)(ii) και 33(4)(β)(iv) του Νόμου 65(Ι)/2015. Αποτελεί τη θέση της Χρεώστιδας ότι τα χρέη θα πληρώνονται από την ίδια ως φαίνεται από το ΠΣΑ ήτοι η δόση των €2,100 με το εισόδημα της και την συνεισφορά του συζύγου της. Εάν ακυρωθεί το ΠΣΑ του συζύγου της τότε θα εξακολουθήσει να δίνει συνεισφορά για να πληρώνει η ίδια στα πλαίσια του ΠΣΑ 15/2024. Τυχόν ακύρωση του ΠΣΑ δεν σημαίνει ότι του στερεί αυτόματα την δυνατότητα να συνεισφέρει στο ΠΣΑ της.

 

Η Χρεώστιδα ισχυρίζεται ότι πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του Άρθρου 72 του Νόμου και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αποδεικνύεται η αναγκαία από το Νόμο μείωση των εισοδημάτων της με βάση τις φορολογικές της δηλώσεις για τα έτη 2011 – 2023 και την κατάσταση κοινωνικών ασφαλίσεων για το 2024, οι οποίες επισυνάφθηκαν στην αίτηση επιβολής. Ετήσια εισοδήματα με βάση τις φορολογικές δηλώσεις για το έτος 2011 €23.815. Περαιτέρω, τα έτη 2012 μέχρι 2018 τα εισοδήματα της παρουσίασαν μείωση σε €10.980. Κατά τα έτη 2019 μέχρι 2024 τα εισοδήματα της παρέμειναν μειωμένα στο ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, με αποτέλεσμα την μείωση των εισοδημάτων της πέραν του 25%. Για το έτος 2024 το εισόδημα της για το ποσό των €10.980 αφορά απολαβές μισθωτού προσώπου και εισπράξεις από ενοίκια. Λόγω της μείωσης των εισοδημάτων της έχει βγει εκτός προγράμματος αποπληρωμής και δεν μπορεί να καλύψει την δόση της και συνακόλουθα το χρέος της και το δάνειο έχει τερματιστεί.

 

Οι πιστωτές της είχαν την ευκαιρία και ευχέρεια να ζητήσουν από την ίδια ή τον ΣΑ της περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με τα εισοδήματα της αλλά δεν το έπραξαν και συνεπώς κωλύονται από το να το επικαλούνται τώρα με την αίτηση τους. Ούτε οι Αιτητές έχουν αποδείξει ότι η μείωση των εισοδημάτων της οφείλεται σε άλλο λόγο εκτός της οικονομικής κρίσης.   

 

Η Χρεώστιδα ισχυρίζεται ότι πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας και πιο συγκεκριμένα ότι θα καταστεί φερέγγυα εφόσον πληρώνεται η δόση τα πρώτα 5 χρόνια και ακολούθως θα διευθετηθεί το χρέος της με μηνιαίες δόσεις. Με το ΠΣΑ θα διευκολυνθεί να καταστεί φερέγγυα ενώ με την υπάρχουσα κατάσταση είναι αφερέγγυα.

 

Το ΠΣΑ είναι τεκμηριωμένο και βιώσιμο. Αυτό έχει ετοιμαστεί με σαφήνεια, επιμέλεια και τεκμηρίωση αναφορικά με τους υπολογισμούς για καταβολή της δόσης του ΠΣΑ. Ουδεμία απόκρυψη εισοδήματος γίνεται.

 

Ο περιορισμός των λειτουργικών της εξόδων είναι πολύ μικρός ήτοι €180 μηνιαίως που σημαίνει περί τα €6 την ημέρα. Ο περιορισμός γίνεται να σώσει την κατοικία της και μπορεί να το κάνει.

 

Όσον αφορά το εφάπαξ ποσό των €100,000, η θέση της Χρεώστιδας είναι ότι δεν χρειάζεται ειδική συγκατάθεση, όπως ισχυρίζονται οι Αιτητές, αφού για να το περιλάβει μέσα στο ΠΣΑ ο ΣΑ σημαίνει ότι έχει ήδη έρθει σε επαφή και συνεννοήθηκε με τους συνεισφορείς οι οποίοι εξέφρασαν την πρόθεση να το κάνουν. Το εν λόγω ποσό θα καταβληθεί εντός ενός μηνός που προνοείται από το ΠΣΑ και συνεπώς δεν επηρεάζονται τα συμφέροντα των Αιτητών.

 

Πέραν των πιο πάνω, η Χρεώστιδα ισχυρίζεται ότι, εξ’ όσων την συμβουλεύει ο ΣΑ της και ο δικηγόρος της, το επίδικο ΠΣΑ θέτει τους πιστωτές της στην ίδια ή καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτώχευσης Νόμου. Οι πιστωτές λαμβάνουν όλο το εξασφαλισμένο χρέος ήτοι €393,000 πλέον τόκο 3,50% και διατηρούν τις εξασφαλίσεις τους. Το μη εξασφαλισμένο χρέος ούτως ή άλλως θα ήταν πολύ δύσκολο να ανακτηθεί. Η αξία της καταναγκαστικής πώλησης εάν το ακίνητο πωλείτο είναι €278.000 ήτοι πιο κάτω της αξίας για περίπου 20%. Επιπλέον, εάν η περιουσία διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτώχευσης Νόμου, τότε πρέπει να καταβληθεί 11% σταθερό τέλος στον Επίσημο Παραλήπτη. Ακόμη, από τη στιγμή που η εξασφάλιση αποτελεί την κύρια της κατοικία τότε ο Επίσημος Παραλήπτης έπρεπε να πείσει το Δικαστήριο ότι θα τους παραχωρηθεί άλλη στέγαση σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, συνεπώς και πάλι εάν η περιουσία της διατίθετο με το Περί Πτώχευσης Νόμο πάλι οι Αιτητές δεν θα μπορούσαν να πωλήσουν την κατοικία της. Επιπρόσθετα, οι διαδικασίες με βάση τον Περί Πτώχευσης Νόμο είναι χρονοβόρες και οι Αιτητές θα καθυστερούσαν να εισπράξουν τα χρήματα τους ενώ με το ΠΣΑ οι Αιτητές θα λαμβάνουν πληρωμή επί μηνιαίας βάσης.

 

Σε σχέση με τα πέντε (5) ακίνητα του Χρεώστη, η Χρεώστιδα ισχυρίζεται ότι αυτά συνυπολογίζονται μέσα στο εξασφαλισμένο χρέος των €393,000 και η αξία τους θα πληρωθεί στον πιστωτή ο οποίος δεν χάνει τα δικαιώματα του να εισπράξει το λαβείν του. Από τη στιγμή που μπορεί να αποπληρωθεί το χρέος και γίνεται πρόνοια στο ΠΣΑ ότι η αξία τους θα αποπληρωθεί με μηνιαίες δόσεις στα πλαίσια του ΠΣΑ, δεν είναι ανάγκη να πωληθούν. Εάν και στην περίπτωση που διαφανεί μελλοντικά ότι χρειάζεται τροποποίηση του ΠΣΑ για να είναι βιώσιμο, όπως επικαλούνται οι Αιτητές, ο ΣΑ, με βάση το Νόμο, έχει εξουσία και μπορεί να τροποποιήσει το Σχέδιο και να πωλήσει τα ακίνητα.

 

Η Χρεώστιδα ισχυρίζεται ότι δεν πληρείται κανένας από τους λόγους τους οποίους θέτει το Άρθρο 65 (α) – (ζ) του Νόμου, αναφορικά με τους λόγους που ο πιστωτής δύναται να προσβάλει την έναρξη ισχύος του ΠΣΑ.

 

Πέραν των πιο πάνω, η Χρεώστιδα ισχυρίζεται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι γενική και αόριστη αφού δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο άρθρο του Νόμου που δεν τηρήθηκε στα πλαίσια του ΠΣΑ αλλά γίνεται γενική αναφορά στα πλείστα άρθρα του Νόμου ήτοι στα άρθρα 41-77 και δεν κατ’ αυτό τον τρόπο δεν είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο λόγος που ζητούν το παραμερισμό του ΠΣΑ.

 

Συνοψίζοντας, η Χρεώστιδα ζητεί την απόρριψη της Αίτησης καθότι η νομική της βάση είναι γενική και αόριστη, η ίδια πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής, προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχει δώσει σαφή στοιχεία, αναφορές και λεπτομέρειες αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση. Το ΠΣΑ, επίσης, έχει ετοιμασθεί με επιμέλεια και ακρίβεια, είναι τεκμηριωμένο και βιώσιμο και ο ΣΑ έλαβε υπόψη τα συμφέροντα όλων των πλευρών. Η εφαρμογή τους θα της δώσει την δυνατότητα να καταστεί φερέγγυο πρόσωπο και σε περίπτωση που δεν καταφέρει να υλοποιήσει το ΠΣΑ, οι πιστωτές διατηρούν όλα τα δικαιώματα τους ως αυτά είχαν πριν από την έκδοση του Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ.  

 

Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων αμφοτέρων των πλευρών τις οποίες ανάρτησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων και των όσων εκεί αναφέρονται και δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να προβώ σε λεπτομερή αναφορά στο περιεχόμενο τους. Αναφορά σε θέσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

   

Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, κρίνω ορθό να προβώ σε αναφορά στο σκοπό και στις πρόνοιες του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόµος του 2015, Nόμος 65(Ι)/2015, όπως τροποποιήθηκε.

 

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι στο διαρρεύσαν από την επιφύλαξη της παρούσας απόφασης χρονικό διάστημα, ο Ν. 65(1)/2015 έχει υποστεί ουσιαστικές τροποποιήσεις με τον τροποποιητικό Ν.112(1)/2026 και ο οποίος με βάση τις πρόνοιες του νεοεισαχθέντος άρθρου 98 τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ήτοι την 08.05.2026. Σύμφωνα περαιτέρω με τις πρόνοιες του άρθρου 98:

 

«Νοείται ότι, οι διατάξεις του εν λόγω νόμου ισχύουν για αιτήσεις που καταχωρίζονται ή διαδικασίες που αρχίζουν μετά την ημερομηνία έναρξης αυτού».  

 

Συνεπακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση, που καταχωρίστηκε και άρχισε ως διαδικασία σε χρόνο πρότερον της δημοσίευσης εξετάζεται με βάση το Νόμο ως ίσχυε προ της τροποποίησης.

Επανέρχομαι επομένως στις πρόνοιες του Νόμου ως έχουν ισχύ.

 

Όπως προκύπτει από το προοίμιο του πιο πάνω Νόμου, η θέσπιση του κατέστη αναγκαία λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο το 2012 και εντάσσεται στα πλαίσια των διαφόρων μέτρων που λήφθηκαν για να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και να εξασφαλιστεί η προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Παράλληλα, εκτός από την προστασία του χρηματοπιστωτικού τομέα, πρέπει να αποτραπεί ταυτόχρονα και η µετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης του στην ευρύτερη οικονομία και κοινωνία και πρέπει να προφυλαχθούν τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου στη Δημοκρατία.

 

Εν όψει των πιο πάνω και των όσων υπολοίπων αναφέρονται στο προοίμιο του εν λόγω Νόμου, έπρεπε να θεσπιστεί ειδική διαδικασία και πρόνοιες με τις οποίες να υποβοηθούν αφερέγγυοι χρεώστες να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους και τις έκτακτες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, έτσι ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση από τη μια και από την άλλη να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των πιστωτών επί των οφειλόμενων από αφερέγγυους χρεώστες με λογικό και οργανωμένο τρόπο και με γνώμονα ότι δεν θα βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν αν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Πέρι Πτώχευσης Νόμου (βλ. επίσης τις αναφορές στην In the matter of Joseph O’ Connor, a Debtor [2015] IEHC 320, para.49-51 σε σχέση με το σκοπό του Personal Insolvency Act 2012 της Ιρλανδίας, ο οποίος είναι παρόμοιος με το δικό μας Νόμο).

 

Σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται με βάση τον εν λόγω Νόμο αναφορικά με την έκδοση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Κεφαλαίου 2 του Νόμου.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 72(1) του Νόμου σε περίπτωση που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών και πληρούνται οι προϋποθέσεις που το εν λόγω Άρθρο τάσσει, ο χρεώστης δύναται να αποταθεί μονομερώς στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος με το οποίο το εν λόγω Σχέδιο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές οι οποίοι το απέρριψαν στην συνέλευση. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 73(1) του Νόμου, δύναται να εκδώσει διάταγμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 72(1), μόνο στις περιπτώσεις που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν την οποία τέτοιοι πιστωτές θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτώχευσης Νόμου.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 72(4) του Νόμου, ο χρεώστης, μετά την έκδοση διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου δίδει ειδοποίηση στους καθορισμένους πιστωτές, τους εγγυητές, τον σύμβουλο αφερεγγυότητας και την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας.

 

Το δε Άρθρο 72(5) του Νόμου έχει ως ακολούθως:

 

«Oποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο εδάφιο (4) δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοση του.»

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 77 του Νόμου, το οποίο εντάσσεται κάτω από τον  ΤΙΤΛΟ ΙΙΙ – ΜΗ ΣΥΝΕΝΑΙΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ καθίστανται εφαρμόσιμες οι διατάξεις των άρθρων 62-71 κατ’ αναλογία σε Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο επιβάλλεται κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου.

 

Ειδικότερα, το Άρθρο 65 του Νόμου προνοεί τα εξής:

 

«65. Οι λόγοι για τους οποίους Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής δύναται να προσβληθεί από πιστωτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59, περιορίζονται χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 68, στους ακόλουθους:

 

(α) Ότι ο χρεώστης έχει με τη συμπεριφορά του κατά τα δύο (2) έτη πριν από την έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, διευθετήσει τις οικονομικές του υποθέσεις με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να είναι ή να γίνει επιλέξιμος να υποβάλει αίτηση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής·

 

(β) δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις διαδικαστικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης της μη ύπαρξης τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου σε σχέση με την επαλήθευση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43, όπου αυτό εφαρμόζεται·

 

(γ) υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, η οποία παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα του πιστωτή·

 

(δ) ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο άρθρο 35 όταν προτάθηκε το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής·

 

(ε) ο χρεώστης έχει διαπράξει αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο το οποίο προκαλεί ουσιαστική βλάβη στον πιστωτή·

 

(στ) ο χρεώστης είχε συναλλαγή με πρόσωπο η οποία έγινε κατά την περίοδο τριών (3) ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, η οποία δεν έγινε έναντι αξιόλογης αντιπαροχής και η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στην ανικανότητα του χρεώστη να αποπληρώσει τα χρέη του, εξαιρουμένων των χρεών τα οποία οφείλονται στα πρόσωπα με τα οποία ο χρεώστης είχε εισέλθει σε συναλλαγές οι οποίες δεν έγιναν έναντι αξιόλογης αντιπαροχής·

 

(ζ) ο χρεώστης έδειξε προτίμηση δολίως σε πρόσωπο, τηρουμένων των διατάξεων της οικείας νομοθεσίας, κατά την περίοδο των τριών (3) ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του διαθέσιμου ποσού για την πληρωμή των χρεών του, εξαιρουμένων των χρεών που οφείλονται στο πρόσωπο στο οποίο δόθηκε η δόλια προτίμηση.»

 

Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι σε όλα τα στάδια της  διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, και ειδικότερα τόσο κατά την έκδοση προστατευτικού διατάγματος όσο και κατά την έκδοση διατάγματος επιβολής του, όπου εμπλέκεται το Δικαστήριο, ο χρεώστης θα πρέπει να ενεργεί καλή τη πίστη (bona fide) και να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών στοιχείων της οικονομικής του κατάστασης τα οποία μπορούν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση είτε του προστατευτικού διατάγματος είτε του διατάγματος επιβολής του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, τα οποία εκδίδονται μονομερώς (βλ. Ιn Re Nugent (A Debtor) [2016] IEHC 127).

 

Έχω διεξέλθει όλης της μαρτυρίας που παρουσιάζεται στην παρούσα υπόθεση και έλαβα υπόψη τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και τις θέσεις των μερών.

 

Kατ’ αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο πρώτος λόγος ένστασης, ο οποίος αφορά την γενικότητα της νομικής βάσης, δεν μπορεί να επιτύχει. Η Αίτηση, βασίζεται, μεταξύ άλλων στα Άρθρα 41 – 77, τα οποία είναι σχετικά και αφορούν την όλη διαδικασία ενός ΠΣΑ. Ακόμα και να θεωρηθεί, ότι η εν λόγω νομική βάση είναι διευρυμένη, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε σύγχυση ή επηρεασμός των δικαιωμάτων της Χρεώστιδας, η οποία, όπως προκύπτει και από την ένσταση της απαντά σε όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών και ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για επιβολή μη συναινετικού ΠΣΑ σύμφωνα με το Άρθρο 72 και 73 του Νόμου.

 

Πέραν των πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε εντός του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών από την επίδοση του διατάγματος επιβολής και είναι σύμφωνη με τον Κανονισμό 24 του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016). Δηλαδή, στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, φαίνονται τα γεγονότα και οι λόγοι επί τους οποίους η Αίτηση βασίζεται.

 

Κατά συνέπεια, ο 1ος λόγος ένστασης απορρίπτεται.

 

Προχωρώντας να εξετάσω την παρούσα Αίτηση, επί της ουσίας της και προτού εξετάσω τους λόγους οι οποίοι προβάλλονται για τον παραμερισμό του διατάγματος επιβολής, κρίνω αναγκαίο να παραθέσω τις πρόνοιες του επίδικου Π.Σ.Α.

 

Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων το επίδικο ΠΣΑ, που απορρίφθηκε στην προβλεπόμενη από το Νόμο, συνέλευση πιστωτών, επιβλήθηκε με μονομερή αίτηση στους πιστωτές της Καθ’ ης η Αίτηση/Χρεώστιδας και αυτοί συμφώνως του νόμου καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με σκοπό τον παραμερισμό του διατάγματος επιβολής.

 

Με βάση την επαλήθευση χρέους από τους πιστωτές της, το συνολικό χρέος της Χρεώστιδας κατά την ημέρα του διατάγματος ανέρχεται στις €637.365,67. Πιστωτές της είναι η Αιτήτρια με οφειλόμενο ποσό €579.405.59 εκ του οποίου εξασφαλισμένο είναι το ποσό των €393.000,00 και ανεξασφάλιστο ποσό εκ €186.405,59, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με οφειλόμενο ποσό εκ €45.721,64 και το οποίο είναι στο σύνολο του ανεξασφάλιστο και η B2Kapital Cyprus Ltd με οφειλόμενο ποσό εκ €12.238,44 επίσης, στο σύνολο του ανεξασφάλιστο.

 

Το χρέος προς την Αιτήτρια πηγάζει από σύνολο 8 λογαριασμών στους οποίους η Χρεώστιδα ήταν εγγυήτρια. Το χρέος εξασφαλίζεται μερικώς με υποθήκες επί 6 ακινήτων. Ειδικότερα επί του ½ μεριδίου επί της κύριας κατοικίας της Χρεώστιδας και επί άλλων 5 ακινήτων ιδιοκτησίας του συζύγου της, Ματθαίου Ματθαίου.

 

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι με βάση τις πρόνοιες του ΠΣΑ για τον σύζυγο της Χρεώστιδας εκκρεμεί η διαδικασία ΠΣΑ με αρ. 14/24, Ε.Δ. Λεμεσού και λόγω της οικονομικής σχέσης των 2 χρεωστών το ΠΣΑ της Χρεώστιδας τυγχάνει κοινής διαχείρισης με το ΠΣΑ του συζύγου της χωρίς όμως η έγκριση του ΠΣΑ της Χρεώστιδας να εξαρτάται από την έγκριση του ΠΣΑ του συζύγου της.  

 

Επανέρχομαι στο εξασφαλισμένο χρέος και αναφέρω ότι με βάση εκθέσεις εκτίμησης που ετοίμασε η Αιτήτρια και αποδέχτηκε η Χρεώστιδα, η αγοραία αξία των υποθηκευμένων ακινήτων ανέρχεται στις €393.000,00 ενώ το ένα εκ των ακινήτων και ειδικότερα το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/20604 αποτελεί την κύρια κατοικία της και η αξία ανέρχεται σε €348.000,00 ενώ τα άλλα 6 ακίνητα είναι χωράφια.

 

Σύμφωνα με την Συνοπτική Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (ΚΠΟΣ), που περιλαμβάνεται στο ΠΣΑ το σύνολο των μηνιαίων εισοδημάτων της Χρεώστιδας και των συνεισφορών της ανέρχεται σε €3.194,00, με €149 σύνολο μηνιαίων αποκοπών, €1.125,00 σύνολο λογικών εξόδων διαβίωσης και περιορισμό εξόδων κατά €180. Απομένει με βάση τα ανωτέρω μηνιαίο διαθέσιμο εισόδημα για πιστωτές ύψους €2.100,00.

 

Σε ότι αφορά το εξασφαλισμένο χρέος προς την Αιτήτρια, με βάση τις πρόνοιες του ΠΣΑ, θα αποπληρωθεί ως ακολούθως:

-       Η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας το εξασφαλισμένο χρέος θα έπρεπε να πληρωθεί παρατείνεται κατ’ εξαίρεση μέχρι το 75ο έτος περίπου της Χρεώστιδας, ούτως ώστε να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στην Χρεώστιδα να αποπληρώσει το χρέος και να σωθεί η κύρια κατοικία της.

-       Ειδικότερα:

-       Ποσό ύψους €100,000,00 θα αποπληρωθεί με εφάπαξ καταβολή η οποία θα προέλθει από συνεισφορά τρίτων προσώπων. Η εφάπαξ καταβολή θα πληρωθεί ένα μήνα μετά την επικύρωση ή την επιβολή του ΠΣΑ από το Δικαστήριο και σε περίπτωση ένστασης ή αίτησης ακύρωσης του διατάγματος επιβολής μέχρι την εκδίκαση οποιασδήποτε έφεσης σε οποιαδήποτε απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου και γενικά μέχρι την λήξη οιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας οι πληρωμές προς τους πιστωτές θα αρχίσουν 6 μήνες μετά την ημερομηνία της τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου.

-       Το εξασφαλισμένο χρέος που με την εφάπαξ καταβολή θα ανέρχεται σε €293,000,00 θα αποπληρωθεί μέχρι τη λήξη του ΠΣΑ με μηνιαίες δόσεις εκ €2.100,00 και θα καλύπτονται κεφάλαιο και τόκοι.

-       Μετά τη λήξη του ΠΣΑ (60 μήνες) και εφόσον η Χρεώστιδα συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις της θα συνεχίσει για ακόμη 132 μήνες να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €2.100 και θα καλύπτονται κεφάλαιο και τόκοι. Η τελευταία δόση θα είναι τέτοιου ποσού ώστε να εξοφλήσει πλήρως το ποσό που θα οφείλεται στο δάνειο.

-       Το επιτόκιο που θα φέρει το χρέος θα είναι σταθερό κατά τη διάρκεια του ΠΣΑ ύψους 3,50% με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως και με διαιρέτη των τόκων τις 365/366 ημέρες. Το ίδιο επιτόκιο θα συνεχίσει να ισχύει και για την περίοδο μετά τη λήξη του ΠΣΑ και μέχρι πλήρους εξόφλησης του δανείου. Το επιτόκιο προκύπτει από την ανάγκη να εξοφληθεί το χρέος με την διαθέσιμη μηνιαία δόση των €2.100,00 μέχρι το 75ο έτος της ηλικίας της Χρεώστιδας ούτως ώστε να καταστεί το χρέος βιώσιμο και η Χρεώστιδα φερέγγυα στη λήξη του ΠΣΑ.

-       Κατά τους πρώτους 5 μήνες μετά την επικύρωση ή επιβολή η Χρεώστιδα θα καταβάλλει το ποσό των €2.100,00 το μήνα για κάλυψη των δαπανών και εξόδων καθώς και της αμοιβής του ΣΑ.

Σε ότι αφορά το ΜΗ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΧΡΕΟΣ προς την Αιτήτρια θα παραμείνει «παρκαρισμένο» χωρίς μηνιαίες δόσεις κατά την διάρκεια του ΠΣΑ (60 μήνες) και κατά τη λήξη του εφόσον η Χρεώστιδα συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις θα απαλλαγεί από το πιο πάνω μη εξασφαλισμένο χρέος και τυχόν εγγραφές δικαστικής απόφασης επί της περιουσίας της στο Κτηματολόγιο θα ακυρωθούν. 

 

Ίδιες πρόνοιες υπάρχουν στο  ΠΣΑ για διαγραφή των μη εξασφαλισμένων προς τους άλλους 2 πιστωτές ως ανωτέρω καταγράφηκαν. 

 

Κατά τη διάρκεια του ΠΣΑ η Χρεώστιδα δύναται να διατηρεί ασφάλεια ζωής, για να αντιμετωπιστούν τα εξασφαλισμένα χρέη ή μέρος αυτών σε περίπτωση θανάτου ή διανοητικής ανικανότητας. Σε περίπτωση που δεν διατηρεί ασφάλεια ζωής ή διατηρεί ασφάλεια ζωής της οποίας η κάλυψη επαρκεί μόνο για να αντιμετωπιστεί μέρος του εξασφαλισμένου χρέους τότε σε περίπτωση θανάτου ή διανοητικής ανικανότητας του χρεώστη το/τα υποθηκευμένο/να ακίνητο/α υπόκεινται σε εκποίηση από τον εξασφαλισμένο πιστωτή για να αντιμετωπιστεί το εξασφαλισμένο χρέος ή το μέρος του εξασφαλισμένου χρέους το οποίο δεν αντιμετωπίζεται από την ασφάλεια ζωής.

 

Επιπλέον στο ΠΣΑ καθορίζεται από τον ΣΑ, ότι με το σχέδιο οι πιστωτές τίθενται στην ίδια ή σε καλύτερη θέση εάν επιβληθεί το σχέδιο παρά στην περίπτωση που η Χρεώστιδα τεθεί σε πτώχευση.

 

Με βάση την ΚΠΟΣ η Χρεώστιδα είναι υπάλληλος της εταιρείας MATTHEOS TRADING CO LTD, νυμφευμένη και λαμβάνει ακαθάριστο μηνιαίο μισθό εκ €1,130,00, πλέον μηνιαίο εισόδημα από ακίνητο εκ €400, ήτοι σύνολο εισοδημάτων €1.530,00. Επιπλέον λαμβάνει ως συνεισφορά ποσό εκ €1.664,07 από το σύζυγο της με τα μηνιαία εισοδήματα της να ανέρχονται σε €3.194,07.

 

Κρίνω ορθό να ξεκινήσω από την εξέταση του λόγου που προβάλλει η Αιτήτρια για ακύρωση του επίδικου ΠΣΑ και αφορά την μη ικανοποίηση του κριτηρίου επιλεξιμότητας της Χρεώστιδας και συγκεκριμένα ότι δεν έχει αποδειχθεί η απαιτούμενη από το Νόμο μείωση των εισοδημάτων της.

 

Για την πλήρωση του κριτηρίου αυτού κρίνεται σημαντική η εξέταση των στοιχείων που η Χρεώστιδα παρουσίασε κατά το στάδιο προώθησης της μονομερούς της αίτησης για επιβολή του ΠΣΑ. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 20 και 21 και τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ημερ.12.06.25. Ειδικότερα, με βάση το τεκμήριο 20, φορολογικές δηλώσεις στην Χρεώστιδας για τα έτη 2009 – 2024, τα εισοδήματα της διακυμαίνονται ως ακολούθως:

 

2009:€17.737

2010:€20.596

2011:€23.815

2012:€21.077

2013:€22,164

2014:€22,255

2015:€22,255

2016:€21,255

2017:€21,225

2018:€21,958

2019:€10.980

2020:€10.980

2021:€10.980

2022:€10.980

2023:€10.980

2024:€10.980

 

Η σχετική  με το κριτήριο της μείωσης πρόνοια είναι αυτή του άρθρου 72(2) με την οποία ο νομοθέτης έθεσε ένα μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι το έτος 2015, οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του δικού του ελέγχου και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός και εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος. Προκύπτει επομένως ότι για την οιαδήποτε ισχυριζόμενη μείωση από το 2009 και μέχρι το 2012 αλλά και από το 2015 και επακόλουθα το βάρος απόδειξης ότι αυτή οφείλεται στην οικονομική κρίση, βαρύνει τον χρεώστη.   

 

Εν προκειμένω η Χρεώστιδα με βάση τα εισοδήματα της ως αυτά παρουσιάζονταν το 2009 καμία μείωση είχε μέχρι και το 2018. Αντίθετα αυτά παρουσίασαν αύξηση. Η μείωση των εισοδημάτων της παρουσιάζεται το έτος 2019, οπότε και ανέρχονται σε ποσό πλέον εκ €10.980, ήτοι μειωμένα συγκρινόμενα από την ίδια με βάση το υψηλότερο εισόδημα του 2011, κατά 53,89%.

 

Από τα στοιχεία που η ίδια επομένως παρουσίασε κατά την περίοδο που με βάση το άρθρο 72(2) ισχύει το τεκμήριο ότι η μείωση οφείλεται σε γεγονότα εκτός του δικού τους ελέγχου καμία μείωση δεν ισχύει. Αντίθετα επικαλούμενη την μείωση που επήλθε το έτος 2019 και βασιζόμενη σε αυτήν για την πλήρωση του σχετικού κριτηρίου επιλεξιμότητας, όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύει ότι αυτή οφείλεται στην οικονομική κρίση ή σε γεγονότα εκτός του δικού της ελέγχου.

 

Κρίνω ότι στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας η Χρεώστιδα δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η ανωτέρω μείωση οφείλεται σε γεγονότα εκτός του δικού της ελέγχου ή στην οικονομική κρίση και επεξηγώ την κατάληξη μου.

 

Το στάδιο κατά το οποίο η  Χρεώστιδα όφειλε να παρουσιάσει στοιχεία για την μείωση και τους λόγους στους οποίους αυτή οφείλεται είναι το στάδιο της μονομερούς αίτησης για επιβολή οπότε και το σχέδιο που απορρίφθηκε από τη συνέλευση πιστωτών επιζητείται να επιβληθεί στους πιστωτές της ως μη συναινετικό.

 

Μελετώντας την μαρτυρία που η Χρεώστιδα επέλεξε να θέσει στο στάδιο επιβολής παρατηρώ ότι καμία αναφορά γίνεται στους λόγους της μείωσης των εισοδημάτων της αντίθετα περιορίζεται η μαρτυρία της στη γενική αναφορά στην παράγραφο 22(γ) της Ε/Δ της, ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της που έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν. Καμία άλλη μαρτυρία δόθηκε ή παρουσιάστηκε ως προς τους λόγους της μείωσης.

 

Έχω, πέραν των ανωτέρω, μελετήσει και την μαρτυρία που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση και διαπιστώνω ότι και σε αυτήν η Χρεώστιδα περιορίζεται στην γενική αναφορά της ως στην Ε/Δ της αίτησης επιβολής περί πλήρωσης τη μείωσης λόγω γεγονότων εκτός του δικού της ελέγχου χωρίς καμία αναφορά όμως σε οιοδήποτε τέτοιο γεγονός ή κατάσταση. Κρίνω ότι δεν αρκεί για την απόδειξη του λόγου μείωσης η αναφορά στο λεκτικό του νόμου αλλά η παράθεση των ειδικότερων περιστάσεων που αφορούν τον συγκεκριμένο χρεώστη. Ανατρέχοντας επιπλέον και στις φορολογικές της δηλώσεις διαπιστώνεται να μην δύναται το Δικαστήριο χωρίς σαφή μαρτυρία και επεξήγηση αυτών να καταλήξει ότι η μείωση οφείλεται σε γεγονότα εκτός του δικού της ελέγχου. Παραπέμπω για παράδειγμα στην φορολογική δήλωση του 2018  όπου η Χρεώστιδα δηλώνει ως εισοδήματα από μισθωτή εργασία από τις εταιρείες MATTHEOS TRADING CO.LTD  και  ΜΙΧΑΗΛ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΤΔ. Το έτος 2019 δεν παρουσιάζεται εισόδημα μισθωτού από την εταιρεία ΜΙΧΑΗΛ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΤΔ χωρίς, όμως, καμία αναφορά στους λόγους που η εργασία διακόπηκε και ειδικότερα εάν αφορά λόγους εκτός του ελέγχου της Χρεώστιδας ή λόγους που αφορούν δικές της αποφάσεις.

 

Επιπλέον στοιχείο, όμως, που λαμβάνεται υπόψη είναι ότι η Χρεώστιδα επιλέγει να βασιστεί κατά κύριο λόγο στη μείωση του έτους 2019 συγκριτικά με το 2011, οπόταν και είχε τα υψηλότερα εισοδήματα, παραλείποντας παράλληλα να σχολιάσει τη θέση του μάρτυρα στην υπό κρίση αίτηση και τα στοιχεία που αυτός παρουσίασε και τα οποία άφησε αναντίλεκτα, περί του ότι το 2016 οπότε τα εισοδήματα της ήταν μειωμένα κατά 10 - 11% συγκριτικά με το 2011, έλαβε δάνειο ύψους €112.000,00. Η θέση της επομένως ότι το κρίσιμο χρονικό σημείο για την σύγκριση των εισοδημάτων της με σκοπό τον υπολογισμό της μείωσης είναι το 2011 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή δεδομένου ότι αυτή στη βάση και των μετέπειτα εισοδημάτων της έλαβε δανειοδοτήσεις στις υποχρεώσεις των οποίων και προφανώς μπορούσε να ανταποκριθεί.

 

Κρίνω επομένως στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού με αναφορά στα ενώπιον μου στοιχεία ότι η Χρεώστιδα δεν πληροί το κριτήριο επιλεξιμότητας του άρθρου 72(2) και ως εκ τούτου η αίτηση έχει έρεισμα και το διάταγμα επιβολής του μη συναινετικού ΠΣΑ πρέπει να παραμεριστεί.

 

Ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης μου όμως και η οποία σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση αίτησης, κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ και στον λόγο ένστασης που άπτεται της μη ουσιώδους αποκάλυψης από πλευράς Χρεώστιδας του συνόλου των εισοδημάτων της.

Με βάση το Νόμο η Χρεώστιδα οφείλει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ΠΣΑ να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων αλλά και να ενεργεί καλή τη πίστη.

 

Εν προκειμένω κρίνω ότι η Χρεώστιδα δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη και παράθεση στοιχείων που να δεικνύουν τα πλήρη και αληθή εισοδήματα της με αναφορά σε 3 ζητήματα:

 

Α. Πρώτιστα τίθετο το ζήτημα της εφάπαξ καταβολής ποσού €100.000,00 από τρίτους συνεισφορείς. Καμία αναφορά γίνεται στο πρόσωπο που θα καταβάλει αυτό το ποσό στοιχείο που προκαλεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την πηγή προέλευσης του σε συνδυασμό με τα κάτωθι που αφορούν την σκιώδη και μη, κρίνω, ειλικρινή αποκάλυψη του συνόλου των εισοδημάτων της Χρεώστιδας.

 

Β. Με βάση τη μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση η Χρεώστιδα παρουσιάζεται να είναι μέτοχος της εταιρείας MATTHEOS TRADING LTD στην οποία και είναι και γραμματέας και εργοδοτούμενη αλλά και γραμματέας στην εταιρεία MR MATTHEW CONVENIENCE LTD της οποίας μέτοχος είναι η πρώτη εταιρεία. Καμία αναφορά γίνεται από την Χρεώστιδα σε τυχόν εισοδήματα από αυτές τις εταιρείες. Με βάση την μαρτυρία που η Αιτήτρια παρουσίασε η εταιρεία MR MATTHEW CONVENIENCE LTD είχε κατά το 2016 εισοδήματα ύψους €1.075.834 και καθαρό κέρδος πέραν των €20.000,00 (σχετικό το τεκμήριο 5 της Ε/Δ της αίτησης). Η Χρεώστιδα επιλέγει να αναφερθεί στην ΚΠΟΣ της (τεκμήριο 3) απλά στην κατοχή μετοχών αξίας €17.10 στην MATTHEOS TRADING LTD παραλείποντας να αναφερθεί σε οιαδήποτε μερίσματα ή άλλα έσοδα προς την ίδια όπως αντίστοιχα φαίνεται να είχε λάβει ο σύζυγος της ως το τεκμήριο 7 της ένστασης.

 

Γ. Οι διαφορές που υπάρχουν στις δηλώσεις της Χρεώστιδας στα διάφορα στάδια της διαδικασίας ΠΣΑ. Με βάση τα τεκμήρια 9 και 10 της αίτησης, η Χρεώστιδα αναφέρει ως εισοδήματα για τα έτη 2010 μέχρι 2018 ποσά πέραν των €20.000 ενώ η εργασία της, της απέφερε ποσό περί τις €10.440 ετησίως. Τα στοιχεία αυτά που η ίδια έθεσε δεικνύουν ότι η Χρεώστιδα είχε και άλλη πηγή εισοδημάτων γεγονός που ενισχύει την κατάληξη περί απόκρυψης εισοδημάτων σε συνδυασμό και με την ασάφεια για την προέλευσης του εφάπαξ ποσού αλλά και τυχόν ποσά που προέρχονται από τις 2 ανωτέρω εταιρείες.

 

Κρίνω επομένως ότι ακόμα και εάν το κριτήριο του άρθρου 72(2) πληρείτο η αίτηση θα πετύχαινε στη βάση του λόγου έντασης που άπτεται της μη ειλικρινούς αποκάλυψης των εισοδημάτων της που πλήττει την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή καλή τη πίστη αποκάλυψη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων που προβάλλονται από την Αιτήτρια για σκοπούς ακύρωσης του επίδικου ΠΣΑ και ειδικότερα αυτού που αφορά το ζήτημα της βιωσιμότητας του.

 

Έχοντας επομένως υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το διάταγμα ημερομηνίας 10.07.2025 με το οποίο επιβλήθηκε στην Αιτήτρια το επίδικο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής - ΠΣΑ, θα πρέπει να ακυρωθεί και δια της παρούσας ακυρώνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση - Χρεώστιδας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.)………….…………………….

                                                                                            Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. 

Πιστόν Αντίγραφο,              

Πρωτοκολλητής       

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο