ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Απαίτηση Αρ. 143/2025
iJustice
Μεταξύ:
CCSRE REAL ESTATE COMPANY
Εναγόντων
-και-
KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΑΡΜΑΡΗ
Εναγομένης
-----------------------
Αίτηση ημερ. 19.2.2026 για συνοπτική απόφαση
Ημερομηνία: 22/10/2026
Για Ενάγοντες – Αιτητές: κα Ελ. Σανιδά με κα Π. Σωκράτους για κ.κ. Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη – Καθ’ ης η Αίτηση: κα Ανδρούλλα Θεοδώρου για Α. Θεοδώρου & Φρόσω Γέρου
E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Oι Ενάγοντες, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση, αξιώνουν από την Εναγόμενη, διάφορα διατάγματα και θεραπείες με κυριότερες τις κάτωθι:
“A. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη ή/και αντιπρόσωποι ή/και πληρεξούσιοι ή/και συγγενείς αυτής και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο σχετίζεται ή/και το οποίο ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό της υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ή/και έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον απ’ αυτή, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, εκκενώσει ή/και αποχωρήσει ή/και άρει κάθε επέμβαση ή/και παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή ή/και σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα και αυθαίρετα στην ημιυπεριψωμένη κατοικία και αυλή, με Αριθμό Εγγραφής: 0/[ ], Φύλλο/ Σχέδιο: 54/41, Τμήμα 0, Τεμάχιο: [ ], μερίδιο όλο, στην οδό [ ], στην τοποθεσία «ΞΕΝΟΚΡΑΤΟΥΣ, στην Ενορία Αγίας Φυλάξις, στο Δήμο Λεμεσού, στην Επαρχία Λεμεσού (το «Ακίνητο»). Επί του Ακινήτου έχει ανεγερθεί διώροφη κατοικία, η οποία αναγράφεται στην περιγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας ως ημιυπεριψωμένη κατοικία. Οποιαδήποτε αναφορά στο Ακίνητο περιλαμβάνει και τη διώροφη κατοικία.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη ή/και στους αντιπροσώπους ή/και πληρεξούσιους ή/και συγγενείς αυτής και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο σχετίζεται ή/και το οποίο ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό της υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ή/και έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον απ’ αυτή να εισέρχονται στο Ακίνητο.
Γ. Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη όπως καταβάλλει στην Ενάγουσα το ποσό των €3,500 μηνιαίως, ως ενδιάμεσα οφέλη ή ως ενδιάμεσα κέρδη ή/και οφέλη ή/και διαφυγόντα κέρδη ή/και ως αποζημιώσεις ή/και βάσει του Δικαίου της Αποκατάστασης (Restitution) ή/και της Αρχής του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού (Unjust Enrichment) από τις 24/06/2025 μέχρι την ημερομηνία εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του Ακινήτου.
[…..]»
Η Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 07/04/2025 και στις 19/05/2025 την Έκθεση Υπεράσπισης της. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 04/07/2025.
Οι Ενάγοντες (από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές») καταχώρησαν στις 19/02/2026, την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αξιώνουν, ως ακολούθως:
“Α. Διάταγμα με το οποίο να εκδίδεται συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση επί της Απαίτησης της Ενάγουσας/Αιτήτριας, ως τα διατάγματα Α - Ε του Εντύπου Απαίτησης αρ.4 και της Έκθεση Απαίτησης καθ’ ότι δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει καλός λόγος που να δικαιολογεί την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων σε δίκη.
Β. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.”
H Aίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Φρόσω Σάββα, υπαλλήλου της εταιρείας Dovalue, η οποία ενεργεί δια λογαριασμό της Αιτήτριας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων αυτής, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων – εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Είναι δε εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές. Στις 15/05/2026 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του πιο πάνω αναφερόμενου προσώπου. Η εν λόγω ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στα γεγονότα που κατά την κρίση των Αιτητών δικαιολογούν την Αίτηση τους και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Η Εναγόμενη (από τώρα και στο εξής «η Καθ’ ης η Αίτηση»), καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση στις 29/04/2026, με την οποία προβάλλει 14 συνολικά λόγους, ως εξής:
“1. Η υπό κρίση Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιτάσσει ο νόμος για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως αυτές καθορίζονται στο Μέρος 24 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 και την ερμηνευτική αυτών νομολογία.
2. Η Αίτηση δεν συμμορφώνεται με τις επιτακτικές πρόνοιες του Κ.24.4(2) του Μέρους 24, καθότι ούτε η ίδια ούτε η υποστηρικτική αυτής μαρτυρία προσδιορίζει περιεκτικά τα νομικά σημεία ή τις πρόνοιες εγγράφων επί των οποίων στηρίζεται η Αιτήτρια, ούτε περιέχει ρητή και σαφή δήλωση ότι η Αίτηση υποβάλλεται επειδή η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, ούτε ότι δεν υφίσταται λόγος εκδίκασης.
3. Η μαρτυρία της Αιτήτριας περιορίζεται σε γενικές, αόριστες και συμπερασματικές αναφορές, οι οποίες δεν ικανοποιούν τις επιτακτικές απαιτήσεις του νόμου και δεν δύνανται να στηρίξουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
4. Η νομική και/ή δικονομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και ελλιπής.
5. Η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης, το οποίο φέρει, ότι η Υπεράσπιση της Εναγόμενης δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας.
6. Υφίσταται ουσιαστική υπεράσπιση με πραγματική προοπτική επιτυχίας, η οποία εδράζεται, μεταξύ άλλων: (α) σε ουσιαστική αμφισβήτησης της βάσης της απαίτησης, (β) σε νομικά ζητήματα που πλήττουν καίρια την υπόθεση της Αιτήτριας, (γ) σε άρνηση των ουσιωδών γεγονότων, και/ή (δ) σε πρόσθετα περιστατικά που αντικρούουν την απαίτηση.
7. Υφίσταται ουσιώδεις και πραγματικές αμφισβητήσεις γεγονότων, οι οποίες, εάν κριθούν υπέρ της Εναγόμενης, οδηγούν σε απόρριψη της απαίτησης και δεν δύνανται να επιλυθούν χωρίς ακροαματική διαδικασία.
8. Η παρούσα υπόθεση είναι πολύπλοκη και περιλαμβάνει τόσο πραγματικά όσο και νομικά ζητήματα που απαιτούν πλήρη διερεύνηση μέσω ακροαματικής διαδικασίας με προφορική μαρτυρία και αντεξέταση.
9. Η μαρτυρία της Αιτήτριας είναι ανεπαρκής, μη διερευνηθείσα και σε μεγάλο βαθμό έμμεση (δευτερογενής), και δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
10. Τα επίδικα ζητήματα εκτείνονται σε βάθος χρόνου και αφορούν συμπεριφορά των μερών, γεγονός που καθιστά αναγκαία την πλήρη ακροαματική διερεύνηση.
11. Η Εναγόμενη έχει δικαίωμα να προβάλει πλήρως την υπεράσπιση της στο πλαίσιο κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, και η αποστέρηση του δικαιώματος αυτού μέσω συνοπτικής απόφασης παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος.
12. Η Αίτηση είναι νομικά και δικονομικά ελαττωματική λόγω μη συνένωσης όλων των αναγκαίων ή ενδιαφερόμενων προσώπων, τα οποία επηρεάζονται άμεσα από τις αιτούμενες θεραπείες.
13. Η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του άρθρου 30 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθότι επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων εις βάρος προσώπων που δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν ακουστεί.
14. Η Αίτηση ασκείται καταχρηστικά, χρησιμοποιώντας τη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης ως μέσο πίεσης για άμεση αποβολή της Εναγόμενης, αντί ως εργαλείο δικονομικής οικονομίας.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Καθ’ ης η Αίτηση, ημερομηνίας 29/05/2026. Καταχωρήθηκε, επίσης, συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την κα Αλεξία Ζαβρού ημερομηνίας 04/06/2026, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την Καθ’ ης η Αίτηση.
Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο. Επίσης, οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία για διευκρινήσεις, στις οποίες προβήκαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει επισταμένα τις εν λόγω αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν κρίνω αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, να καταγράψω τα όσα εκεί αναφέρονται. Αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης και εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο να γίνει.
Eίναι σημαντικό, όμως, να σημειωθεί ότι η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών κατά την προφορική της αγόρευση, περιόρισε το αίτημα τους μόνο σε σχέση με τα διατάγματα υπό στοιχεία Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Το δικαίωμα του ενάγοντα ή του εναγόμενου να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης, περιλαμβάνεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Οι λόγοι για την έκδοση μιας τέτοιας συνοπτικής απόφασης αναφέρονται στο Μέρος 24.2 το οποίο έχει ως ακολούθως:
«1. Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Σύμφωνα με το Μέρος 24(1) των Κανονισμών, ο ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
Πέραν των πιο πάνω, το Μέρος 24.4 των Κανονισμών προνοεί για το τρόπο που υποβάλλεται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και για το τί αυτή θα πρέπει να περιέχει. Ειδικότερα, προνοεί ότι, υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23. Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται σε αυτή «(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και (β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.» Η αίτηση, επίσης, θα πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα του να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).
Το Μέρος 24.5 προνοεί για τον τρόπο που ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίζει τη γραπτή μαρτυρία του και το Μέρος 24.6 τα διατάγματα τα οποία το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει.
«Ιn his Access to Justice reports Lord Woolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed summarily. The test of “real prospect of succeeding” must therefore be understood on the context of the reports’ policy to promote proportionate use of resources. The purpose of CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedure for resolving disputes that cannot benefit from use of these procedures. It follows that summary judgement must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome.”
Oι λόγοι για τους οποίους επιζητείται συνοπτική απόφαση, θα πρέπει να αναφέρονται ρητά στην αίτηση και μαρτυρία του αιτητή και να αποδεικνύονται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Δηλαδή, ο αιτητής έχει το γενικό βάρος να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice, 4th edition, para. 9.59 αναφέρεται ότι «An applicant for summary judgement must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success.” (βλ. Green v Hancocks [2000] Lloyd’s Rep. P.N. 813).
Στο White Book 2021, κάτω από τον τίτλο «Burden of Proof», αναφέρονται τα εξής:
“In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r. 24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [.] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief [.] The language or r. 24.2 (“no real prospect… no other reason…”) indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent’s case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 a [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep., CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd [1999] 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on an application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550, CA).»
Αναφορικά με τεστ το οποίο εφαρμόζεται για να καταδειχθεί η μη ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχούς υπεράσπισης, που αναφέρεται στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το White Book 2021, παράγραφος 24.2.3:
“The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:
i) The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;
ii) A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];
iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;
iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];
v) However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;
vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.”
Απόλυτα σχετικό με τα πιο πάνω, επίσης, είναι το κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice, 4th edition, para. 9.63 – 9.64:
“Whether a party has a real prospect of success therefore, depends on an assessment of two distinct matters; first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time, and second, whether there is a real prospect that some material support for the party’s case would emerge if the case followed the normal procedure route. It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful.
Support for this interpretation of the test is found in S v Cloucestershire County Council where the Court of Appeal explained that before giving summary judgement the court must be satisfied of the following matters:
(1) that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it;
(2) that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and
(3) that there was no real prospect of oral evidence affecting the court’s assessment of facts.”
Οι πιο πάνω αρχές της Αγγλικής νομολογίας προκύπτει να υιοθετήθηκαν και επεξηγήθηκαν στην 1. Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. Ε86/2025, Ημερ. 11/02/2026). Αφού γίνεται αναφορά στην Αγγλική νομολογία, από την οποία αντλείται καθοδήγηση, αναφέρεται ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών Θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 απαιτείται από τον αιτητή, είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.
«Πρέπει να τονιστεί ότι η προβλεπόμενη στο Μέρος 24, αποτελεί μία από τις διαδικασίες δια των οποίων το Δικαστήριο προάγει τον πρωταρχικό σκοπό δια της ενεργούς διαχείρισης υποθέσεων (Μέρος 1.5(1)). Όπως λέχθηκε στην Swain v. Hillman (2001) 1 All E.R. 91:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Pt 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Pt 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible».
Προχωρώντας να εξετάσω την παρούσα αίτηση, επί της ουσίας της, παρατηρώ, κατ’ αρχάς, ότι ικανοποιούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24. Η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από την καθ’ ης η Αίτηση στην Aπαίτηση και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, αναφέρεται ρητά, ότι οι Αιτητές πιστεύουν ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση της και ότι δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα να πρέπει να εκδικαστεί. Η μαρτυρία που συνοδεύει, επίσης, την Αίτηση αναφέρεται στα γεγονότα που την υποστηρίζει παραπέμποντας και στα σχετικά έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται. Η δε Αίτηση, περιέχει την ορθή νομική βάση και ειδικότερα στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης 2 και 4 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.
Στρεφόμενος στην ουσία της αίτησης, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο οι Αιτητές έχουν προσκομίσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για απόδειξη της υπόθεσης τους και ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης της Καθ’ ης η Αίτηση και δεν υπάρχει και οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Έχω διεξέλθει και μελετήσει την αίτηση και τη μαρτυρία που τη συνοδεύει, μέσω των σχετικών ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται.
Οι Αιτητές, σύμφωνα, με την εκδοχή τους, ισχυρίζονται ότι κατέστησαν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και/ή οικίας κατόπιν μεταβίβασης αυτού από την Καθ’ ης η Αίτηση, προηγούμενη ιδιοκτήτρια του. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, επεξηγούνται με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Αιτητές.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι Αιτητές αποτελούν εταιρεία διαχείρισης ακινήτων, η οποία αποτελεί θυγατρική εταιρείας της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ή/και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (η «Συνεργατική») συμφώνησε όπως παρέχει δάνεια και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις στην RISER TRADE CO LIMITED, στην οποία η Καθ’ ης η Αίτηση τελεί χρέη διευθυντή. Προς εξασφάλιση και εγγύηση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Καθ’ ης η Αίτηση υποθήκευσε προς όφελος της Συνεργατικής το επίδικο Ακίνητο, δυνάμει συμβάσεων, δηλώσεων υποθήκης και εγγράφων υποθήκης και παρείχε εγγυήσεις και άλλες εξασφαλίσεις.
Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της Καθ’ ης η Αίτηση και της πιο πάνω αναφερόμενης Εταιρείας με τους όρους των συμφωνιών δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχε η Συνεργατική στην Εταιρεία, ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο κατέστη απαιτητό και πληρωτέο.
Κατόπιν γραπτής αίτησης και παράκλησης της Εταιρείας ημερομηνίας 01/09/2024 για αναδιάρθρωση των οφειλόμενων υπολοίπων, στις 15/11/2024 συμφωνήθηκε όπως η Συνεργατική προχωρήσει σε αναδιάρθρωση. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αντίγραφο της εν λόγω Συμφωνίας, ως τεκμήριο 4 και απαριθμούνται οι όροι της. Σύμφωνα με τη Συμφωνία, προνοούνται, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι:
- Η Καθ’ ης η Αίτηση θα μεταβιβάσει το Ακίνητο επ’ ονόματι των Αιτητών, η οποία αποτελεί θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής έναντι του ποσού των €514,000.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση θα μεταβιβάσει το Ακίνητο επ’ ονόματι των Αιτητών έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος, το οποίο θα πιστωθεί έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που η Συνεργατική παρείχε στην Εταιρεία και η Εναγόμενη και τρίτα πρόσωπα εγγυήθηκαν και παρείχαν εξασφαλίσεις.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση, οιοδήποτε πρόσωπο κατέχει, χρησιμοποιεί, εκμεταλλεύεται το Ακίνητο θα παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου μέχρι τις 23/06/2025, ήτοι 6 μήνες μετά τη μεταβίβαση του Ακινήτου επ’ ονόματι των Αιτητών.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση θα επιτρέπει στους Αιτητές και τους αντιπροσώπους της να επισκέπτονται το Ακίνητο μέσα σε επτά (7) ημέρες από την αποστολή σχετικής ειδοποίησης.
- Θα εκδοθούν διατάγματα Δικαστηρίου ως προς τα πιο πάνω, με σκοπό να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων.
- Σε περίπτωση που παραδοθεί κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου μέχρι τις 23/06/2025, τότε οι Αιτητές δεν θα έχουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση σε σχέση με την κατοχή του Ακινήτου ή οιαδήποτε ενδιάμεσα οφέλη.
Στην εν λόγω συμφωνία, επίσης, αναφερόταν ότι έγινε προτροπή προς τους συμβαλλόμενους όπως λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή.
Κατά τις 02/12/2024 προς εκπλήρωση των όρων της Συμφωνίας, βάσει γραπτής συμφωνίας πώλησης του Ακινήτου (στο εξής «η Συμφωνία Πώλησης»), μεταξύ των Αιτητών και της Καθ’ ης η Αίτηση, συμφωνήθηκε όπως οι Αιτητές αγοράσουν το Ακίνητο. Επισυνάπτεται η Συμφωνίας Πώλησης ως τεκμήριο 5. Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω Πωλητηρίου Εγγράφου, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως η Καθ’ ης η Αίτηση μεταβιβάσει το Ακίνητο επ’ ονόματι των Αιτητών, θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής, έναντι του ποσού των €514,000, το οποίο θα πιστωθεί έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που η Συνεργατική παρείχε στην Εταιρεία και η Καθ’ ης η Αίτηση και τρίτα πρόσωπα εγγυήθηκαν και παρείχαν εξασφαλίσεις. Επίσης, η Καθ’ ης η Αίτηση θα παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου μέχρι τις 23/06/2025, ήτοι 6 μήνες μετά την μεταβίβαση και εγγραφή του Ακινήτου επ’ ονόματι της Αιτήτριας. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν μπορεί να πωλήσει, ενοικιάσει, μισθώσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, εκχωρήσει, επιβαρύνει ή διαθέσει ή δημιουργήσει οποιοδήποτε εμπίστευμα σε σχέση με το Ακίνητο ή οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέουν από το Ακίνητο σε οποιοδήποτε πρόσωπο.
Κατά τις 23/12/2024, η Καθ’ ης η Αίτηση σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης, μεταβίβασε το Ακίνητο στους Αιτητές και οι Αιτητές κατέστησαν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου έναντι του ανταλλάγματος των €514,000, το οποίο πιστώθηκε στους λογαριασμούς της Εταιρείας και στους λογαριασμούς για τους οποίους η Καθ’ ης η Αίτηση παρείχε εγγυήσεις και εξασφαλίσεις. Αντίγραφο του Ν.313 και η απόδειξη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Ακινήτου επισυνάπτονται ως τεκμήριο 6.
Ως εκ των ανωτέρω, οι Αιτητές από τις 23/12/2024 είναι οι νόμιμοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου και οι αποκλειστικοί δικαιούχοι στην κατοχή και στην χρήση και στην εκμετάλλευση του Ακινήτου.
Το γεγονός ότι οι Αιτητές είναι οι ιδιοκτήτες του Ακινήτου από τις 23/12/2024 αποδεικνύεται επαρκώς από τους Αιτητές. Σε κάθε περίπτωση δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από την Καθ’ ης η Αίτηση ότι οι Αιτητές κατέστησαν ιδιοκτήτες του δυνάμει του πιο πάνω τρόπου. Εκείνο το οποίο αμφισβητούν είναι την εγκυρότητα των Συμφωνιών Αναδιάρθρωσης και Πώλησης του Ακινήτου και κατ’ επέκταση την απόκτηση έγκυρου τίτλου από τους Αιτητές. Ζητήματα στα οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω, κατά την εξέταση του κατά πόσο η Καθ’ ης η Αίτηση με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει, έχει καταδείξει πραγματική προοπτική επιτυχίας της Υπεράσπισης της. Σημειώνεται, όμως, ότι οι Αιτητές αποδεικνύουν ότι είναι ιδιοκτήτες του Ακινήτου δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας και ότι το τίμημα αγοράς του πιστώθηκε στις 24/12/2024 στον σχετικό λογαριασμό (βλ. τεκμήριο 2 επί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Αιτητών.
Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στον όρο 14.5 της Συμφωνίας Πώλησης, τεκμήριο 5 αναφέρεται ότι «Κάθε Συμβαλλόμενος έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή και υπογράφει τη Συμφωνία με ελευθέρα βούληση και χωρίς καμία πίεση ή επιρροή.
Ακολούθως και σύμφωνα με τη μαρτυρία των Αιτητών, συνεπεία των ανωτέρω, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση στην οποία να περιλαμβάνονται οι αξιώσεις των Αιτητών, ως καταγράφονται στο Έντυπο Απαίτησης, και σε περίπτωση που η Καθ’ ης η Αίτηση παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου μέχρι την 23/06/2025, οι Αιτητές δεν θα έχουν οιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση σε σχέση με την κατοχή του Ακινήτου ή οιαδήποτε ενδιάμεσα οφέλη.
Στις 13/02/2025 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2025, οι δικηγόροι των Αιτητών επικοινώνησαν με την Καθ’ ης η Αίτηση με σκοπό την ενημέρωση της για την καταχώρηση της απαίτησης και έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης και η Καθ’ ης η Αίτηση τους παράπεμψε στους δικηγόρους της. Σε επικοινωνία με τους δικηγόρους της Καθ’ ης η Αίτηση, οι τελευταίοι τους ενημέρωσαν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει πρόθεση να παραδώσει το Ακίνητο μέχρι τις 23/06/2025, ως είχε συμφωνηθεί, ούτε ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος και πόσο μάλλον την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης καθώς θα προχωρούσαν με πρόταση για επαναγορά του Ακινήτου.
Μετά την καταχώρηση και επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 27/06/2025, αντιπρόσωποι των Αιτητών επικοινώνησαν με την Καθ’ ης η Αίτηση, με σκοπό τη διευθέτηση ραντεβού για την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του Ακινήτου, η οποία αρνήθηκε να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου και μεταξύ άλλων τους ενημέρωσε ότι η θυγατέρα της ενδιαφέρεται να αγοράσει το Ακίνητο. Επισυνάπτεται ενημερωτικό μήνυμα των αντιπροσώπων των Αιτητών ημερομηνίας 27/06/2025 ως τεκμήριο 9.
Η Καθ’ ης η Αίτηση παραλείπει μέχρι και σήμερα να εγκαταλείψει το Ακίνητο και να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου και παραμένει να επεμβαίνει στο Ακίνητο παράνομα και αυθαίρετα, χωρίς τη συγκατάθεση και την εξουσιοδότηση των Αιτητών χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό για την παράνομη κατοχή και χρήση του.
Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές αναφέρουν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση περί εκβιαστικών ενεργειών, άσκησης ψυχικής πίεσης από μέρους των Αιτητών, της Συνεργατικής, είναι ανυπόστατοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της Καθ’ ης η Αίτηση.
Η Καθ’ ης η Αίτηση προσπαθεί με την παρούσα δικαστική διαδικασία να καθυστερήσει τη συμμόρφωση με τις συμβατικές τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δη να συνεχίσει να διατηρεί την κατοχή του Ακινήτου και αρνείται να παραδώσει την κατοχή αυτού στους αποκλειστικούς δικαιούχους, δηλαδή στους Αιτητές προβάλλοντας γενικούς, ανεδαφικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
Η Αιτήτρια κατέστη μοναδική ιδιοκτήτρια του Ακινήτου δυνάμει της Συμφωνίας Πώλησης και κατέβαλε το ποσό των €514,000 για την αγορά του, ποσό το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εταιρείας στον οποίο η Καθ’ ης η Αίτηση παρείχε εγγυήσεις και εξασφαλίσεις και η Καθ’ ης η Αίτηση έχει επωφεληθεί από αυτό.
Το Ακίνητο μεταβιβάστηκε επ’ ονόματι των Αιτητών, η Καθ’ ης η Αίτηση εκδικητικά και με απώτερο σκοπό να αποκομίσει όφελος, διατηρεί την κατοχή του Ακινήτου και αρνείται να παραδώσει την κατοχή αυτού στους αποκλειστικούς δικαιούχους, δηλαδή στους Αιτητές.
Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο».
Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (Γεώργιος Λάμπρου κ.α v. Ελένη Κεφάλα κ.α. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1516, Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ. 23-08 και Γλυκής v. Ιεράς Μονή Μαχαιρά (1999) 1 (Α) Α.Α.Δ. 654). Σε αγωγή για παράνομη επέμβαση, ο εναγόμενος μπορεί να εγείρει την υπεράσπιση ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη. Σε περίπτωση που ο ενάγοντας αποδείξει την επέμβαση τότε ο εναγόμενος έχει το βάρος απόδειξης ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη (βλ. άρθρο 43(2) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και Παπακοκκίνου v. Αγγελική Σμυρλή κ.α (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 813 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου v. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.α. (2004) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1653).
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και όλη τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τους Αιτητές, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκής και αξιόπιστη και έχουν καταδείξει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης τους και ότι συντρέχει λόγος να αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Οι Αιτητές είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου από τις 23/12/2024 και η Καθ’ ης η Αίτηση εξακολουθεί να το κατέχει χωρίς τη συγκατάθεση των Αιτητών. Επίσης, δυνάμει της Συμφωνίας Πώλησης αυτή θα είχε δικαίωμα να το κατέχει μέχρι τις 23/12/2025 και αφού εκδιδόταν σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, στην οποία, όμως, δεν συγκατατέθηκε.
Προκύπτει, λοιπόν, από τα πιο πάνω, τα οποία σημειώνεται ότι δεν αμφισβητούνται ότι οι Αιτητές είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου από τις 23/12/2024 και ότι η Καθ’ ης εξακολουθεί να το κατέχει χωρίς την συγκατάθεση τους. Οχλήθηκε να παραδώσει την κατοχή του και αρνήθηκε να το πράξει.
Εκείνο το οποίο παραμένει είναι να εξεταστεί η μαρτυρία των Καθ’ ων η αίτηση και κατά πόσο με αυτή η υπεράσπιση που προβάλλουν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, αντικρούοντας, στην ουσία, τα όσα προβάλλονται με τη μαρτυρία που οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει με αποτέλεσμα, οι Αιτητές να μην έχουν αποδείξει την Αίτηση τους.
Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα η Καθ’ ης η Αίτηση εγείρει για να καταδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση της ή καλύτερα ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να κριθούν σε δίκη, περιλαμβανομένων της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί και των σχετικών τεκμηρίων. Επαναλαμβάνω ότι η μαρτυρία θα πρέπει να καταδεικνύει μια πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης σε αντιδιαστολή με μια φαντασιώδη (fanciful) υπεράσπιση. Επίσης, κατά νου θα πρέπει να είναι και το γεγονός ότι το βάρος απόδειξης (αποδεικτικό) που έχει η Καθ’ ης η αίτηση για να καταδείξει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης τους, δεν είναι μεγάλο.
Εκείνο το οποίο προκύπτει να προβάλλει η Καθ’ ης η Αίτηση με τη μαρτυρία της είναι μια γενική άρνηση των ισχυρισμών των Αιτητών. Πέραν τούτου, επικαλείται την ακυρότητα τόσο της Συμφωνίας Αναδιάρθρωσης όσο και της Συμφωνίας Πώλησης του Ακινήτου. Όπως ισχυρίζεται οποιαδήποτε έγγραφα φέρονται να υπογράφηκαν, υπογράφηκαν υπό συνθήκες έντονης ψυχολογικής πίεσης και χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής υπό καθεστώς απειλής εκποίησης της περιουσίας της.
Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η κατάσταση στην οποία περιήλθε προέκυψε ως αποτέλεσμα καταχρηστικών όρων, επιβαρύνσεων και χρεώσεων που επιβλήθηκαν εις βάρος της στο πλαίσιο των πιστωτικών διευκολύνσεων που διαχειριζόταν η Συνεργατική, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στο να καταστεί το δάνειο μη εξυπηρετούμενο και στη συνέχεια να βρεθεί κάτω από δαμόκλειο σπάθη και κάτω από συνθήκες πίεσης και εξαναγκασμού να υπογράψει την φερόμενη συμφωνία της οποίας το αντικείμενο και περιεχόμενο ουδόλως αντιλήφθηκε.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση ή παράκληση, αυτή υποβλήθηκε υπό καθεστώς πίεσης και χωρίς ελεύθερη και εν πλήρει γνώσει και συναινέσει της. Επίσης, ισχυρίζεται ότι δεν την δεσμεύει οποιαδήποτε αναδιάρθρωση υπό τους όρους που ισχυρίζονται οι Αιτητές και τους καλεί σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Πέραν των πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν παραδέχεται ότι αποδέχθηκε με ελεύθερη βούληση οποιουσδήποτε όρους αναδιάρθρωσης ή οποιαδήποτε συμφωνία ημερομηνίας 15/11/2024. Οποιαδήποτε έγγραφα φέρονται να υπογράφηκαν από την ίδια, υπογράφηκαν υπό καθεστώς πίεσης, χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και χωρίς πλήρη γνώση και κατανόηση του περιεχομένου τους και ως εκ τούτου αμφισβητεί ότι την δεσμεύουν.
Οι όροι, επίσης, της εν λόγω Συμφωνίας είναι καταχρηστικοί, μονομερείς, δυσανάλογοι και επιβλήθηκαν υπό καθεστώς πίεσης, χωρίς ελεύθερη και εν πλήρει γνώσει και συναινέσει της. Περαιτέρω, αμφισβητεί ότι καταβλήθηκε το αντάλλαγμα και ότι οι εν λόγω όροι συνδέουν την απομείωση υποχρεώσεων που αφορούν εταιρεία και/ή τρίτα πρόσωπα με την απώλεια της ιδιοκτησίας της, επιβάλλουν την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής εντός αυθαίρετου χρονικού πλαισίου, επιβάλλουν εκτεταμένους περιορισμούς και απαγορεύσεις επί της χρήσης και διάθεσης του Ακινήτου, μετακυλούν στην ίδια το σύνολο των εξόδων, επιβαρύνσεων και ευθυνών, επιβάλουν υποχρεώσεις αποζημίωσης υπέρ των Αιτητών, παρέχουν μονομερή δικαιώματα πρόσβασης και ελέγχου των Αιτητών, προβλέπουν ακόμη και την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων προς εξασφάλιση των όρων αυτών και επιχειρούν να περιορίσουν ή να εξαρτήσουν δικαιώματα και αξιώσεις της. Οι εν λόγω όροι στο σύνολο τους, ισχυρίζεται, δημιουργούν προφανή και ουσιώδη ανισότητα εις βάρος της και είναι καταχρηστικοί, αντίθετοι προς τις αρχές καλής πίστης και διαφάνειας και παραβιάζουν τη νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή, περιλαμβανομένου του Νόμου 112(Ι)/2021. Πέραν των πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η υποθήκευση και κατ’ επέκταση η απώλεια της κύριας κατοικίας της στο πλαίσιο τέτοιων όρων, προς εξασφάλιση υποχρεώσεων που αφορούν εταιρεία ή/και τρίτα πρόσωπα, ενισχύει τον καταχρηστικό και άκυρο χαρακτήρα της φερόμενης συμφωνίας.
Όσον αφορά τη Συμφωνία Πώλησης, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν παραδέχεται ότι καταρτίστηκε οποιαδήποτε έγκυρη και δεσμευτική Συμφωνία Πώλησης μεταξύ της ίδιας και των Αιτητών και ότι ούτε προέβην σε ελευθέρα και εν πλήρη γνώσει της σε οποιαδήποτε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε έγγραφα φέρονται να υπογράφηκαν από την ίδια, υπογράφηκαν υπό καθεστώς πίεσης, χωρίς τη δυνατότητα λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και χωρίς πλήρη γνώση και κατανόηση του περιεχομένου τους και ως εκ τούτου αμφισβητεί τη δεσμευτικότητα τους.
Συνεχίζοντας η Καθ’ ης η Αίτηση στη μαρτυρία της, δεν παραδέχεται ότι έλαβε οποιοδήποτε πραγματικό αντάλλαγμα, ως ισχυρίζονται οι Αιτητές, ούτε ότι οποιαδήποτε πίστωση σε λογαριασμούς τρίτων ή εταιρείας συνιστούν έγκυρο ή επαρκές αντάλλαγμα έναντι της. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι όροι της Συμφωνίας Πώλησης είναι καταχρηστικοί, μονομερείς και δυσανάλογοι.
Πιο κάτω, η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται ότι συμφώνησε ελεύθερα, συνειδητά ή εν πλήρη γνώσει της να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της ή ότι απεμπόλησε εκ των προτέρων το δικαίωμα της να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να αμφισβητήσει την απαίτηση, την κατοχή, τη συμφωνία, τη μεταβίβαση ή τις αιτούμενες θεραπείες.
Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η αγωγή είναι πρόωρη και ότι κατά την καταχώρηση της δεν είχε γεννηθεί αγώγιμο δικαίωμα για τις θεραπείες που αξιώνονται αφού οι ίδιες οι αναφορές των Αιτητών είναι ότι η κενή και ελεύθερη κατοχή θα παραδιδόταν μέχρι τις 23/06/2025.
Η Καθ’ ης η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι η κατοχή της δεν είναι αυθαίρετη αλλά συνδέεται άμεσα με τα σοβαρά και ουσιώδη ζητήματα που εγείρονται αναφορικά με την εγκυρότητα της φερόμενης συμφωνίας, τη νομιμότητα της μεταβίβασης, την ύπαρξη πραγματικού ανταλλάγματος και τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρονται να καταρτίστηκαν τα σχετικά έγγραφα.
Πέραν των πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς αναφορικά με το περιεχόμενο των φερόμενων επικοινωνιών μεταξύ των δικηγόρων, καθότι αποτελούν δευτερογενή μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση η αναφορά ότι δεν υπήρχε πρόθεση εκ μέρους της να παραδώσει το ακίνητο ή να συναινέσει σε έκδοση εκ συμφώνου απόφασης επιβεβαιώνει τη σταθερή θέση της ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της φερόμενης συμφωνίας, τους όρους της και τα δικαιώματα που επικαλούνται οι Αιτητές.
Περαιτέρω, οποιαδήποτε αναφορά σε πρόταση επαναγοράς δεν συνιστά παραδοχή οποιουδήποτε δικαιώματος των Αιτητών ούτε αποδοχή της εγκυρότητας της φερόμενης μεταβίβασης ή συμφωνίας άλλα εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο προσπαθειών διευθέτησης, χωρίς παραδοχή ευθύνης.
Έχω παραθέσει με αρκετή λεπτομέρεια τη μαρτυρία της Καθ’ ης η Αίτηση για να διαφανεί η όλη εκδοχή της και ο τρόπος με τον οποίο παρατίθενται. Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να αναφέρω ότι διαπιστώνεται από τα πιο πάνω η γενικότητα και αοριστία των ισχυρισμών της. Πέραν από την γενική άρνηση των ισχυρισμών των Αιτητών, η Καθ’ ης η Αίτηση αμφισβητεί την εγκυρότητα όλων των Συμφωνιών που υπέγραψε και της μεταβίβασης του Ακινήτου επ’ ονόματι των Αιτητών.
Στην ουσία και αυτό το οποίο είναι άμεσα σχετικό και σημαντικό με τα επίδικα ζητήματα, είναι η Καθ’ ης η Αίτηση να καταδείξει ότι ο τίτλος τον οποίο οι Αιτητές κατέχουν δεν τους δίνει το δικαίωμα κατοχής του επίδικου Ακινήτου και κατ’ επέκταση η Καθ’ ης η Αίτηση δεν επεμβαίνει παράνομα. Για να το πράξει αυτό η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι όλες οι συμφωνίες που υπέγραψε και η μεταβίβαση στην οποία προέβηκε είναι άκυρες ένεκα ψυχικής πίεσης και μη λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής.
Με όλο το σεβασμό, κρίνω ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία, η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά το στάδιο της δίκης για να κριθεί η εγκυρότητα της Συμφωνίας Πώλησης που σύναψε με τους Αιτητές και η μεταβίβαση του Ακινήτου της σε αυτούς. Προβάλλει κατά γενικό και αόριστο τρόπο τη θέση περί άσκησης πίεσης, περί μη αντίληψης για το τί υπέγραφε και ότι μεταβίβασε το ακίνητο της.
Οι Αιτητές αποτελούν εταιρεία εξαγοράς και παρόλο που είναι θυγατρική του Συνεργατικού δεν παύει από το να αποτελεί μια ανεξάρτητη νομική οντότητα. Η Καθ’ ης η Αίτηση συμβλήθηκε μαζί τους και πώλησε το Ακίνητο της έναντι του ποσού των €514,000. Το γεγονός ότι τα χρήματα αυτά θα πιστώνονταν έναντι του λογαριασμού δανείου εταιρείας, στην οποία η ίδια είναι διευθυντής και η οποία όφειλε χρήματα στο Συνεργατικό, δεν σημαίνει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έλαβε αντάλλαγμα. Τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν προς όφελος της εταιρείας και προς όφελος της ίδιας, αφού ήταν εγγυήτρια και ενυπόθηκος οφειλέτης, όπως προκύπτει. Η δε γενική άρνηση για την καταβολή του ποσού αυτού δεν είναι ικανή να καταδείξει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης της. Κανένα στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο, όπως οι καταστάσεις λογαριασμού που τα χρήματα πιστώθηκαν. Αντιθέτως, έχουν κατατεθεί ενώπιον μου οι καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού ως τεκμήριο 2 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών, στην οποία φαίνεται το τίμημα πώλησης να έχει πιστωθεί, χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε αντίλογος για αυτή την πίστωση.
Πέραν τούτου, καμία συγκεκριμένη μαρτυρία υπάρχει αναφορικά με το ποιος άσκησε πίεση στην Καθ’ ης η Αίτηση στο να υπογράψει την Συμφωνία Πώλησης και ακολούθως να προχωρήσει και να μεταβιβάσει το Ακίνητο στο όνομα των Αιτητών. Ούτε αναφέρει ποιος την απέτρεψε να λάβει νομική συμβουλή πριν υπογράψει την Συμφωνία Πώλησης του Ακινήτου. Τούτο, επίσης, φαίνεται να αντικρούεται από τα τεκμήρια 4 και 5, στα οποία αναφέρθηκαν ανωτέρω, χωρίς πάλι να δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση για τις εκεί αναφορές περί λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Πέραν του ότι, δεν επεξηγείται και η υποχρέωση των Αιτητών να προτρέψουν την Καθ’ ης η Αίτηση να λάβει μια τέτοια συμβουλή.
Η Καθ’ ης η Αίτηση επικαλείται καταχρηστικότητα όλων των όρων της Συμφωνίας Πώλησης, αναφερόμενη στο περιεχόμενο τους και ότι η σύναψη της εν λόγω Συμφωνίας αντίκειται στην καλή πίστη. Ανάγνωση των όρων της επίδικης συμφωνίας και μόνο δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αδιαφάνεια. Επίσης, αναφύεται ότι με τις εν λόγω συμφωνίες θα προέβαινε σε αναδιάρθρωση των οφειλών της Εταιρείας και κατ’ επέκταση των δικών της αφού ήταν εγγυήτρια και ενυπόθηκος οφειλέτης και στην ουσία θα εξοφλείτο το χρέος. Πέραν τούτου και που είναι το σημαντικό δεν έχουν παρατεθεί στοιχεία μαρτυρίας που να καταδεικνύουν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν υπέγραψε με την ελεύθερη της βούληση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω ο ισχυρισμός της περί άσκησης πίεσης είναι γενικός και αόριστος. Πέραν τούτου, δεν καταδεικνύεται και οποιαδήποτε σχέση της Καθ’ ης η Αίτηση με τους Αιτητές ή ότι η συναλλαγή ήταν επαχθής, που να δικαιολογεί την ενεργοποίηση του τεκμηρίου της ύπαρξης ψυχικής πίεσης (βλ. Άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, Χρυσούλλας Σεργίδη, το γένος Σάββα Χατζηπαύλου v. Μαρίας Σάββα Χατζηπαύλου, σύζυγου Γεώργιου Κούκου, από το Στρόβολο, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου, τέως από το Στρόβολο, δυνάμει διατάγματος διαχειρίσεως εκδοθέντος εις την αίτηση διαχειρίσεως 727/2007 Ε.Δ. Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Αρ. 317/2010, Ημερομηνίας 16 Μαϊου 2016 και Allcard v. Skinner [1886-1890] All E.R. 90).
Ούτε έχουν παρατεθεί στοιχεία μαρτυρίας ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αντιλήφθηκε το τί υπέγραφε και ότι μεταβίβαζε το Ακίνητο της προς τους Αιτητές. Η Καθ’ ης η Αίτηση επικαλείται στην ουσία την υπεράσπιση του non est factum χωρίς όμως να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας που να δικαιολογούν την επίκληση της ή τα οποία να χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη (βλ. Δημητράκης Φακοντή v. Νικόλα Παύλου Βρυώνη (2004) 1Β Α.Α.Δ 1404).
Επιπρόσθετα, αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η πρόταση της για επαναγορά του Ακινήτου, δεν σημαίνει ότι αποδέχεται την πώληση ως έγκυρη. Διερωτώμαι πως το πιο πάνω συνάδει με την εξήγηση την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση δίνει. Τούτο αναφέρεται για να καταδειχθεί η έλλειψη πειστικότητας της θέσης της Καθ’ ης η Αίτηση.
Αξιοσημείωτη, επίσης, είναι και η αναφορά της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη, αφού σύμφωνα με τους Αιτητές θα είχε δικαίωμα κατοχής του Ακινήτου μέχρι τις 23/06/2025. Η αναφορά αυτή, όμως, εντάσσεται στα πλαίσια των Συμφωνιών που η Καθ’ ης η Αίτηση σύναψε, τόσο με το Συνεργατικό όσο και με τους Αιτητές. Είναι οξύμωρο να αμφισβητείται η εγκυρότητα των συμφωνιών και ταυτόχρονα η Καθ’ ης η Αίτηση να επικαλείται τον πιο πάνω συγκεκριμένο όρο. Πάλι και εδώ καταδεικνύεται η έλλειψη πειστικότητας της υπεράσπισης της.
Ούτε προκύπτει η Καθ’ ης η Αίτηση, είτε μέσα από την μαρτυρία της στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, είτε από το δικόγραφο της να έχει οποιαδήποτε αξίωση για ακύρωση της μεταβίβασης και επανεγγραφής του Ακινήτου στο όνομα της.
Η όλη εκδοχή του παρουσιάζει, πέραν από γενική και αόριστη, είναι και αλυσιτελής, στοιχείο που καταδεικνύει την έλλειψη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισης της.
Πέραν των πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση επικαλείται και την ακυρότητα της Συμφωνίας Αναδιάρθρωσης ημερομηνίας 15/11/2024 που σύναψε με το Συνεργατικό. Επικαλείται, επίσης, καταχρηστικές χρεώσεις οι οποίες κατέστησαν το δάνεια υπερήμερο. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Συνεργατικό δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή και οι όποιοι ισχυρισμοί εναντίον του, δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής (βλ. 1. Χαράλαμπος Παναγή κ.α. v. Άντρια Γεωργίου (ανωτέρω). Η παρούσα αγωγή αφορά την ανάκτηση της κατοχής του Ακινήτου από τους Αιτητές, οι οποίοι κατέστησαν ιδιοκτήτες αυτού κατόπιν Συμφωνίας Πώλησης και μεταβίβασης του επ’ ονόματι τους από τη Καθ’ ης η Αίτηση. Ούτε αποδίδεται ούτε τεκμηριώνεται από την Καθ’ ης η Αίτηση οποιοσδήποτε δόλος ή συμπαιγνία των Αιτητών με το Συνεργατικό.
Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ακόμα και να ήθελε κριθεί ότι οι ισχυρισμοί εναντίον του Συνεργατικού είναι συναφής με την παρούσα αγωγή και θα μπορούσαν να κριθούν, και πάλι οι ισχυρισμοί περί πίεσης, εξαναγκασμού και αποτροπής λήψης νομικής συμβουλής είναι γενικοί, αόριστοι και δεν στηρίζονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία, η οποία θα πρέπει να διερευνηθεί κατά τη δίκη.
Επαναλαμβάνεται ότι στα πλαίσια εξέτασης της πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισης, δεν αρκεί να προβάλλεται μια fanciful υπεράσπιση αλλά μια υπεράσπιση η οποία να έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Στην 1. Χαράλαμπος Παναγή κ.α. v. Άντρια Γεωργίου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Όπως λέχθηκε και στην ED & F Man Liquid Products v. Patel (2003) EWCA Civ. 472 η υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ’ ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18 («the defence must carry some degree of conviction. Both approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formerly the case under R.S.C. Order 14»).
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποδείξει την Αίτηση τους. Έχει αποδείξει με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία την απαίτηση τους και επίσης ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπεράσπιση από την Καθ’ ης η Αίτηση η οποία να έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να οδηγηθεί σε δίκη.
Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι τα αιτούμενα διατάγματα Α και Β καλύπτουν πρόσωπα πέραν της Καθ’ ης η Αίτηση και κατά συνέπεια έπρεπε να συνενωθούν ως διάδικοι, δεν ευσταθεί. Η Καθ’ ης η Αίτηση κατέχει το ακίνητο και με βάση τις συμφωνίες που υπέγραψε δεσμευόταν να μην το αποξενώσει, ενοικιάσει ή μισθώσει. Επίσης, δεν έχει υποδειχθεί από την Καθ’ ης η Αίτηση κατά πόσο οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο κατέχει το επίδικο ακίνητο εκτός από την Καθ’ ης η Αίτηση. To διάταγμα είναι σαφές ότι στρέφεται εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση, ως κατόχου του επίδικου Ακινήτου και προσώπων τα οποία έλκουν οποιοδήποτε δικαίωμα από την ίδια. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει υποδειχθεί με τη μαρτυρία ότι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατέχει το επίδικο Ακίνητο και το οποίο θα μπορούσε να έλκει καλύτερο δικαίωμα κατοχής από τους Αιτητές. Περαιτέρω, ακόμα και στην περίπτωση που επηρεάζεται οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο από το διάταγμα, που δεν προκύπτει κάτι τέτοιο στην παρούσα, θα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει θεραπεία.
Ως εκ ανωτέρω, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποδείξει την Αίτηση τους και αυτή θα πρέπει να εγκριθεί και εγκρίνεται. Κατά συνέπεια εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β του Εντύπου Απαίτησης, με την διαφοροποίηση ότι ο χρόνος παράδοσης του επίδικου Ακινήτου θα είναι 45 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος και όχι 7 ημέρες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο Α. Οι υπόλοιπες αξιώσεις θα οδηγηθούν σε δίκη.
Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων – Αιτητών και εναντίον της Εναγομένης – Καθ’ ης η Αίτηση. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €3,081 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €39 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.)…………….……………………….
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο